Βρυξέλλες, 25.3.2021

SWD(2021) 65 final

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ - ΣΥΝΟΠΙΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

που συνοδεύει το έγγραφο

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών

σχετικά με σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής

{COM(2021) 141 final}


Εισαγωγή

Το παρόν έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής παρουσιάζει μια σύνοψη των δραστηριοτήτων διαβούλευσης που σχετίζονται με το σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής, όπως ορίζεται στη στρατηγική διαβούλευσης για την πρωτοβουλία, ιδίως τη διαβούλευση για τον χάρτη πορείας, την ανοικτή δημόσια διαβούλευση και πρόσθετες παρατηρήσεις από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Όσον αφορά το τελευταίο, τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν αρκετές φορές να υποβάλουν πρόσθετα έγγραφα θέσης ή άλλα έγγραφα και το έπραξαν επίσης άμεσα, και όχι μόνο μέσω του χάρτη πορείας ή της ανοικτής δημόσιας διαβούλευσης.

Η διαβούλευση για τον χάρτη πορείας διήρκεσε από τις 4 Σεπτεμβρίου έως τις 23 Οκτωβρίου 2020 και η ανοικτή δημόσια διαβούλευση πραγματοποιήθηκε μεταξύ της 4ης Σεπτεμβρίου και της 27ης Νοεμβρίου 2020, μέσω του δικτυακού τόπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Οι διαβουλεύσεις αποσκοπούσαν στη συγκέντρωση πληροφοριών και παρατηρήσεων από τους πολίτες της ΕΕ και τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη (δημόσιες αρχές, επιχειρήσεις και ενώσεις τους, ΜΚΟ, ερευνητικά και ακαδημαϊκά ιδρύματα) ως συνεισφορά στην οριστικοποίηση του σχεδίου δράσης.

Πραγματοποιήθηκαν επίσης στοχευμένες δραστηριότητες διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της ΕΕ που είναι υπεύθυνες για τη βιολογική παραγωγή (σε διάφορες συνεδριάσεις της επιτροπής για τη βιολογική παραγωγή)· με επιχειρηματικές και επαγγελματικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο ΕΕ στον τομέα της βιολογικής γεωργίας (παραγωγοί, έμποροι λιανικής πώλησης, μεταποιητές)· με πολίτες της ΕΕ και οργανώσεις καταναλωτών, καθώς και με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο ΕΕ στον τομέα της βιολογικής γεωργίας (π.χ. συνεδρίαση της ομάδας διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών)· και με διάφορες χώρες εκτός ΕΕ.

Επισκόπηση των απαντήσεων

Συνολικά ελήφθησαν 124 απαντήσεις σχετικά με τη διαβούλευση για τον χάρτη πορείας. Σε αυτήν τη διαβούλευση συνεισέφεραν περισσότερο οι πολίτες της ΕΕ αντιπροσωπεύοντας περίπου το 33 % όλων όσων απάντησαν (41 απαντήσεις), κατόπιν οι επαγγελματικές ενώσεις (23 % – 28 απαντήσεις) και οι εταιρικές/επιχειρηματικές οργανώσεις (19 % – 23 απαντήσεις). Οι ΜΚΟ υπέβαλαν 16 απαντήσεις (13 %), η συνεισφορά των δημόσιων αρχών αντιστοιχούσε σε 3 απαντήσεις (2 %), τα ακαδημαϊκά/ερευνητικά ιδρύματα και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υπέβαλαν από 2 απαντήσεις (2 %) και 1 απάντηση προήλθε από πολίτη τρίτης χώρας. Το υπόλοιπο 6 % (8 απαντήσεις) όσων απάντησαν αυτοπροσδιορίστηκε ως «άλλο».

Η ανοικτή δημόσια διαβούλευση συγκέντρωσε 841 απαντήσεις, από τις οποίες η μία ήταν διπλή, με αποτέλεσμα να εξεταστούν 840 απαντήσεις για την αξιολόγηση των απαντήσεων στη διαβούλευση.

Διάγραμμα 1. Αριθμός όσων απάντησαν στη δημόσια διαβούλευση ανά χώρα προέλευσης

Οι πολίτες της ΕΕ συνεισέφεραν περισσότερο σε αυτήν τη διαβούλευση, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 52 % όλων όσων απάντησαν (437 απαντήσεις), κατόπιν οι εταιρικές/επιχειρηματικές οργανώσεις (16 % – 133 απαντήσεις) και οι επαγγελματικές ενώσεις (8 % – 69 απαντήσεις). Οι ΜΚΟ υπέβαλαν 51 απαντήσεις. Από το σύνολο όσων απάντησαν, τα ακαδημαϊκά/ερευνητικά ιδρύματα αντιπροσώπευσαν το 4 % (36 απαντήσαντες) και οι δημόσιες αρχές περίπου το ίδιο ποσοστό με 33 απαντήσεις. Το 1 % των απαντήσεων προήλθε από περιβαλλοντικές οργανώσεις (9 απαντήσεις), από πολίτες τρίτων χωρών (9 απαντήσεις) και από συνδικαλιστικές οργανώσεις (5 απαντήσεις). Δύο οργανώσεις καταναλωτών υπέβαλαν απαντήσεις. Το υπόλοιπο 7 % (56 απαντήσεις) όσων απάντησαν αυτοπροσδιορίστηκε ως «Άλλο».

Επιπλέον, 87 έγγραφα επισυνάφθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, 16 έγγραφα επισυνάφθηκαν στον χάρτη πορείας και 7 πρόσθετα έγγραφα υποβλήθηκαν προς ανάλυση, συνολικά 110 έγγραφα.

Αποτελέσματα των ερωτήσεων κλειστού και ανοικτού τύπου της δημόσιας διαβούλευσης

Πάνω από τα τρία τέταρτα όσων απάντησαν (78 %) αναγνώρισαν την ύπαρξη εμποδίων στην αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης βιολογικών τροφίμων στην ΕΕ (το άθροισμα όσων απάντησαν και δήλωσαν «διαφωνώ απόλυτα» ή «διαφωνώ εν μέρει» για την επιλογή «Θεωρώ ότι δεν υπάρχουν προβλήματα»). Τα εμπόδια που θεωρούνται σημαντικότερα (άθροισμα των απαντήσεων «διαφωνώ απόλυτα» και «διαφωνώ εν μέρει») ήταν τα εξής: «Ανεπαρκή οικονομικά κίνητρα προς τους παραγωγούς για τη μετατροπή σε βιολογική παραγωγή» (76 %), κατόπιν «Ανταγωνισμός με άλλους τρόπους παραγωγής και/ή άλλα συστήματα» (74 %) και «Περιορισμένη ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τα οφέλη της βιολογικής παραγωγής για το κλίμα και το περιβάλλον» (73 %).

Διάγραμμα 2. Εμπόδια στην αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης βιολογικών τροφίμων στην ΕΕ σήμερα

Η πλειονότητα όσων απάντησαν (63 %) θεώρησε ότι τα βιολογικά τρόφιμα είναι υπερβολικά ακριβά για τους καταναλωτές και ανέφερε έλλειψη ευαισθητοποίησης των καταναλωτών σχετικά με το σήμα της ΕΕ (63 %), καθώς και ότι υπάρχουν πάρα πολλά οικολογικά συστήματα παραγωγής τροφίμων που μπορεί να συγχέονται με τα βιολογικά προϊόντα (59 %). Όταν ερωτήθηκαν σχετικά με άλλα υφιστάμενα εμπόδια στην αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης βιολογικών τροφίμων στην ΕΕ, οι απαντήσαντες προσδιόρισαν την τιμή των συμβατικών προϊόντων ως το πρώτο εμπόδιο (43 αναφορές). Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο σήμα βιολογικής παραγωγής της ΕΕ και στις πληροφορίες σχετικά με τα οφέλη της βιολογικής γεωργίας για την υγεία και το περιβάλλον προσδιορίστηκαν επίσης ως εμπόδια από 12 και 11 απαντήσαντες.

Όσον αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης λόγω COVID-19 στο σύστημα τροφίμων, καθώς και στην παραγωγή και κατανάλωση βιολογικών τροφίμων, η μεγάλη πλειονότητα όσων απάντησαν (85 %) έκρινε ότι «η κρίση κατέδειξε την εξάρτησή μας από την εποχική βιολογική γεωργία». Η πλειονότητα όσων απάντησαν (59 %) έκρινε ότι η κρίση «ενίσχυσε τη βιολογική γεωργία και τον ρόλο της στον εφοδιασμό τροφίμων στην ΕΕ». Για το 53 % των συμμετεχόντων, η κρίση «επέφερε ταχύτερες διαρθρωτικές αλλαγές στον τρόπο κατανάλωσης τροφίμων προς όφελος της βιολογικής γεωργίας». Σύμφωνα με το 51 % των απαντησάντων, η αυξημένη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα θα διατηρηθεί μετά την κρίση της νόσου λόγω COVID-19.

Διάγραμμα 3. Σημαντικά μέτρα για την τόνωση της παραγωγής βιολογικών προϊόντων

Συνολικά, υπήρξε υψηλός βαθμός συμφωνίας σχετικά με τις εννέα δράσεις που προτάθηκαν για την ανάπτυξη του τομέα της βιολογικής παραγωγής στην ΕΕ (από 57 % σε 91 %). Υπήρξε ευρεία συναίνεση (91 % των απαντήσεων) ως προς την ευαισθητοποίηση σχετικά με τα περιβαλλοντικά και κλιματικά οφέλη της βιολογικής γεωργίας. Το επίπεδο υποστήριξης ήταν άνω του 80 % για τέσσερις δράσεις: i) προγράμματα προώθησης της υγιεινής διατροφής στα σχολεία (83 %), ii) βιολογικά προϊόντα σε δημόσια/ιδιωτικά γραφεία και καντίνες (83 %), iii) αύξηση της προβολής και της επιλογή βιολογικών προϊόντων σε εμπόρους λιανικής πώλησης (83 %) και iv) περισσότερες δημόσιες συμβάσεις βιολογικών προϊόντων (81 %). Περισσότερα από τα τρία τέταρτα όσων απάντησαν υποστήριξαν τις δύο δράσεις που αφορούσαν την προώθηση: εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της ΕΕ (78 %) και εκστρατείες προώθησης γεωργικών προϊόντων εστιάζοντας ειδικά στα βιολογικά προϊόντα (77 %). Σύμφωνα με το 76 % των συμμετεχόντων, η ανταγωνιστικότητα των τιμών των βιολογικών προϊόντων θα πρέπει να βελτιωθεί. Τέλος, το 57 % των απαντησάντων δήλωσε ότι ο λογότυπος βιολογικής παραγωγής της ΕΕ δεν αναγνωρίζεται επαρκώς. Όταν ερωτήθηκαν σχετικά με άλλες δράσεις για την ανάπτυξη του τομέα της βιολογικής παραγωγής στην ΕΕ, οι απαντήσαντες ανέφεραν καταρχάς την ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης των καταναλωτών (47 αναφορές), ιδίως σχετικά με τα υγειονομικά (12) και τα κοινωνικά (9) οφέλη της βιολογικής γεωργίας. Η ανάγκη ενημέρωσης και εφαρμογής του πραγματικού κόστους (λαμβανομένων υπόψη των εξωτερικών παραγόντων) της συμβατικής γεωργίας ήταν επίσης μια επαναλαμβανόμενη δράση που αναφέρθηκε (37) και οι δημόσιες συμβάσεις προσδιορίστηκαν ως θετικός παράγοντας για την αύξηση της ζήτησης για βιολογικά προϊόντα (27 αναφορές).

Υπήρξε υψηλό επίπεδο συμφωνίας σχετικά με τις επτά δράσεις που προτάθηκαν για τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στον τομέα της βιολογικής παραγωγής στην ΕΕ (από 70 % σε 92 %). Υπήρξε ευρεία συναίνεση (91 % των απαντήσεων) στο ότι οι πληροφορίες σχετικά με τους παραγωγούς βιολογικών προϊόντων θα πρέπει να είναι διαφανείς και διαθέσιμες στους καταναλωτές και ότι απαιτούνται δράσεις που θα βοηθήσουν τους καταναλωτές να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ του λογότυπου βιολογικής παραγωγής της ΕΕ και άλλων περιβαλλοντικών συστημάτων / συστημάτων ποιότητας. Για το 88 % όσων απάντησαν θα πρέπει να είναι ευκολότερος ο εντοπισμός της προέλευσης των βιολογικών προϊόντων ενώ για το 84 % όσων απάντησαν θεωρεί ότι απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της απάτης στον τομέα των βιολογικών προϊόντων. Είναι επίσης αναγκαίο να διερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι της έλλειψης εμπιστοσύνης των καταναλωτών (86 %) και να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των βιολογικών προϊόντων (84 %). Τέλος, όσοι απάντησαν δήλωσαν ότι η συμμόρφωση με τους κανόνες για τη βιολογική παραγωγή πρέπει να ελέγχεται καλύτερα από τις δημόσιες αρχές (77 %) και ότι οι τεχνολογίες πληροφοριών θα πρέπει να χρησιμοποιούνται συχνότερα για τη βελτίωση της ιχνηλάτησης των βιολογικών προϊόντων (70 %). Όταν ερωτήθηκαν σχετικά με άλλες σημαντικές δράσεις για τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στον τομέα της βιολογικής παραγωγής στην ΕΕ, οι απαντήσαντες επισήμαναν την ανάγκη για περισσότερη διαφάνεια, καθώς και την ανάγκη για περισσότερες προσπάθειες όσον αφορά την καταπολέμηση της απάτης, ιδίως σε τρίτες χώρες, ως τις σημαντικότερες δράσεις (35 αναφορές). Αναφέρθηκε επίσης η ενημέρωση των καταναλωτών (23) και ο συνδυασμός του σήματος βιολογικής παραγωγής της ΕΕ με τοπική σήμανση / ετικέτα προέλευσης (18). Οι γνώμες όσων απάντησαν διίσταντο περισσότερο ως προς την ανάγκη για περισσότερους ελέγχους: 21 ανέφεραν ότι οι έλεγχοι είναι ήδη επαρκείς, ενώ 10 ανέφεραν την ανάγκη να αυξηθούν.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, υπήρξε ευρεία συναίνεση υπέρ των δράσεων που προτείνονται για την τόνωση της παραγωγής βιολογικών προϊόντων (από 74 % σε 91 % των απαντήσεων). Το μεγαλύτερο ποσοστό όσων απάντησαν συμφώνησε ότι, προκειμένου να τονωθεί η μετάβαση από τη συμβατική στη βιολογική γεωργία, είναι σημαντικό να παρέχεται επαρκής κατάρτιση και συμβουλές (91 %) και ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η μεταποίηση σε τοπική και μικρή κλίμακα και να προωθηθούν οι μικρές αλυσίδες εφοδιασμού (90 %). Όσοι απάντησαν αναγνώρισαν την ανάγκη οι παραγωγοί βιολογικών προϊόντων να λάβουν βοήθεια για την καλύτερη οργάνωση (π.χ. σε οργανώσεις παραγωγών) ώστε να βελτιώσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ στην αλυσίδα εφοδιασμού (88 %). Υπάρχει επίσης η ανάγκη για βελτίωση της πληροφόρησης και των δεδομένων σχετικά με τις εξελίξεις στην αγορά των βιολογικών προϊόντων με στόχο τη διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων από τους παραγωγούς (87 %). Συμφώνησαν ότι η βιολογική παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνει χρηματοδοτική στήριξη, μεταξύ άλλων από την κοινή γεωργική πολιτική.

Όσον αφορά την ερώτηση σχετικά με τον τομέα της βιολογικής ζωικής παραγωγής, όσοι απάντησαν συμφώνησαν ότι «θα πρέπει να παρέχεται βοήθεια στους παραγωγούς για την εύρεση κατάλληλων ζωοτροφών» (86 %) και ότι «απαιτείται περισσότερη έρευνα για τον προσδιορισμό και την ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή μεθόδων εκτροφής συμβατών με τη χρήση βιολογικών ζωοτροφών και εναλλακτικών συστατικών ζωοτροφών» (82 %). Παρόμοιο επίπεδο συμφωνίας διαπιστώθηκε στην άποψη ότι «θα πρέπει να παρέχεται ειδική στήριξη στη βιολογική ζωική παραγωγή» (82 %), ακολουθούμενη από την άποψη ότι «θα πρέπει να στηριχτεί η υδατοκαλλιέργεια με στόχο την απόκτηση περισσότερων γνώσεων σχετικά με τις μεθόδους αναπαραγωγής και εκτροφής, μεταξύ άλλων μέσω της έρευνας» (78 %).

Όσον αφορά την ερώτηση σχετικά με τα κυριότερα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα της βιολογικής παραγωγής, οι απαντήσαντες προσδιόρισαν τις θετικές επιπτώσεις της βιολογικής παραγωγής σε σχέση με τη βιοποικιλότητα (92 %), την προστασία της ποιότητας του εδάφους (88 %) και της ποιότητας των υδάτων (84 %). Για το 83 % όσων απάντησαν, η βιολογική παραγωγή προωθεί την κυκλική οικονομία ενώ, για το 80 %, διασφαλίζει την υπεύθυνη χρήση της ενέργειας και των φυσικών πόρων. Για το 78 % των συμμετεχόντων, προωθεί την επίτευξη ουδέτερου ισοζυγίου διοξειδίου του άνθρακα, καθιστά δυνατή την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και συμβάλλει στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Πάνω από τα δύο τρίτα όσων απάντησαν συμφώνησαν απόλυτα με τη δήλωση ότι θα πρέπει να προωθηθεί η ορθολογική χρήση του νερού στη βιολογική γεωργία και η αντικατάσταση του πλαστικού στις συσκευασίες. Η αύξηση των επενδύσεων στην έρευνα και την καινοτομία και η διατήρηση δικτύων βιολογικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων έλαβαν ίδια επίπεδα στήριξης. Ένα σημαντικά μικρότερο ποσοστό όσων απάντησαν συμφώνησε απόλυτα με την πρόταση για σταδιακή κατάργηση αμφισβητούμενων εισροών, όπως του χαλκού. Στην περίπτωση αυτή, μόνο το 38 % των απαντησάντων συμφώνησε απόλυτα. Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η ισχυρή στήριξη αυτής της πρότασης ήταν η μεγαλύτερη μεταξύ όσων απάντησαν και προσδιορίστηκαν ως πολίτες και ακαδημαϊκά/ερευνητικά ιδρύματα.

Διαπιστώθηκε συμφωνία στην πρόταση ότι «η ανάπτυξη του τομέα βιολογικής παραγωγής απαιτεί συνδυασμό στήριξης της ΕΕ και των κρατών μελών με ιδιωτικές πρωτοβουλίες». Πάνω από το 70 % των απαντησάντων συμφώνησε απόλυτα με αυτήν τη δήλωση και άλλο ένα 23 % συμφώνησε τουλάχιστον εν μέρει. Αντίστοιχα με τη δήλωση αυτή, το 84 % των απαντησάντων διαφώνησε απόλυτα (63 %) ή διαφώνησε εν μέρει (21 %) με την ιδέα η ανάπτυξη του τομέα της βιολογικής παραγωγής να αφεθεί αποκλειστικά στους όρους της αγοράς. Ο τρόπος που δόθηκαν οι απαντήσεις υποδεικνύει ότι μόνον οι μισοί από εκείνους που απάντησαν (59 %) θεωρούν ότι οι εθνικές αρχές πρέπει να είναι οι κύριες υπεύθυνες για την προώθηση της βιολογικής παραγωγής. Όταν ερωτήθηκαν σχετικά με άλλες πρόσθετες δράσεις για την ενίσχυση της παραγωγής και της κατανάλωσης βιολογικών τροφίμων, οι απαντήσαντες πρότειναν την επανεξισορρόπηση του κόστους μεταξύ συμβατικών και βιολογικών προϊόντων (36 αναφορές), τη βελτίωση του εισοδήματος και των συνθηκών εργασίας για τους γεωργούς (29) και προσδιόρισαν την ανάγκη έρευνας με στόχο την προώθηση της καινοτομίας (23).

Διάγραμμα 4. Ανάπτυξη του τομέα βιολογικής παραγωγής: δημόσια στήριξη ή ιδιωτική πρωτοβουλία;

Όσοι απάντησαν επισήμαναν επίσης ότι είναι σημαντική η ανάγκη στήριξης των γεωργών ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές ως μέσο στήριξης του τομέα βιολογικής παραγωγής (15), η ανάγκη βελτίωσης της βιοποικιλότητας στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις (13), η ανάγκη περαιτέρω στήριξης των γεωργών κατά τη μετατροπή (11) και η ανάγκη διεξαγωγής έρευνας σχετικά με τις επιπτώσεις της βιολογικής γεωργίας (11).

Τέλος, αναφέρθηκαν πρόσθετες δράσεις σχετικά με την εκπαίδευση στη βιολογική γεωργία (9), τη στήριξη της γεωργίας μικρής κλίμακας (8) και την ανάπτυξη υπηρεσιών παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις (5) και εκφράστηκαν ανησυχίες σχετικά με την ισχύ των εμπόρων λιανικής πώλησης (6).

Συνδυασμός ανάλυσης ερωτήσεων κλειστού/ανοικτού τύπου και εγγράφων θέσης που υποβλήθηκαν στη δημόσια διαβούλευση σχετικά με τα προτεινόμενα θέματα και δράσεις

Όσον αφορά τα διάφορα θέματα του σχεδίου δράσης, όλα υποστηρίζονται σε διαφορετικό βαθμό από τις ποσοτικές και ποιοτικές συμβολές της ανοικτής δημόσιας διαβούλευσης:

·Στις ποσοτικές απαντήσεις, έλαβαν ισχυρή στήριξη ή στήριξη και τα 15 θέματα. Μεταξύ όλων των θεμάτων, έλαβαν ελαφρώς λιγότερη στήριξη τα θέματα 1.1 «Προώθηση του λογοτύπου της ΕΕ»· 1.4 «Πρόληψη της απάτης στον τομέα των τροφίμων και ενίσχυση των ελέγχων»· 2.3 «Υποστήριξη της οργάνωσης της αλυσίδας τροφίμων»· και 3.3 «Χρηματοδότηση της έρευνας σχετικά με εναλλακτικές λύσεις αντί των αμφισβητούμενων εισροών».

·Τέσσερα θέματα αναφέρθηκαν ως σχετικές πτυχές σε σχέση με το σχέδιο δράσης με πολύ μεγάλη συχνότητα στις ποιοτικές εισροές (30 και περισσότερα έγγραφα θέσης και απαντήσεις σε ερωτήματα ανοικτού τύπου): Θέματα 1.1 Προώθηση του λογότυπου της ΕΕ· 1.2 «Προώθηση των κυλικείων που πωλούν βιολογικά προϊόντα και αύξηση της χρήσης οικολογικών δημόσιων συμβάσεων»· 2.1 «Ενθάρρυνση της μετατροπής, των επενδύσεων και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών»· και 2.3 «Υποστήριξη της οργάνωσης της αλυσίδας τροφίμων».

·Πρόσθετα θέματα που επισημάνθηκαν από ορισμένες ποιοτικές συνεισφορές (15 έως 29 έγγραφα θέσης και απαντήσεις σε ερωτήματα ανοικτού τύπου) αφορούν τα θέματα 1.5 «Βελτίωση της ιχνηλασιμότητας»· 2.4 «Ενίσχυση της μεταποίησης σε τοπική και μικρή κλίμακα και προώθηση του κυκλώματος βραχυπρόθεσμου εμπορίου»· 3.1 «Ενίσχυση της γενετικής βιοποικιλότητας»· και 3.2 «Μείωση του αποτυπώματος άνθρακα».

Όσον αφορά τις διάφορες δράσεις του σχεδίου δράσης:

·Η πλειονότητα των 22 δράσεων (41 επιμέρους δράσεις) έλαβε ισχυρή στήριξη ή στήριξη στις ποσοτικές απαντήσεις. Για τρεις δράσεις, δεν υπήρχαν διαθέσιμες ποσοτικές πληροφορίες. Στις ποιοτικές απαντήσεις, οι 41 επιμέρους δράσεις αναφέρονταν σε διαφορετικό βαθμό.

·Η ισχυρότερη ήταν η γενική στήριξη για όλες τις δράσεις του άξονα 3. Ελαφρώς περισσότερες από τις μισές επιμέρους δράσεις στο πλαίσιο του άξονα 1 έλαβαν ισχυρή στήριξη μέσω ποσοτικών απαντήσεων. Οι περισσότερες επιμέρους δράσεις του άξονα 2 έλαβαν ισχυρή στήριξη.

·Για δύο δράσεις, δεν υποβλήθηκε καμία πληροφορία μέσω των ποσοτικών εισροών: Δράση 13 «αύξηση της ευαισθητοποίησης και παροχή καλύτερης πληροφόρησης σχετικά με την ομαδική πιστοποίηση»· και δράση 15 «σχεδιασμός μέτρων για τη βιολογική γεωργία με ιδιαίτερη έμφαση στο φύλο και στις κοινωνικές πτυχές». Ωστόσο, αναφέρθηκαν πτυχές και των δύο δράσεων από τους συμμετέχοντες στα έγγραφα θέσης.

·Στις ποιοτικές συνεισφορές, εμφάνισε μεγαλύτερη διακύμανση ο αριθμός αναφορών σε 41 επιμέρους δράσεις. Δύο επιμέρους δράσεις έλαβαν πολλές ποιοτικές συνεισφορές (μεταξύ 22 και 33 εγγράφων θέσης και απαντήσεων σε ερωτήσεις ανοικτού τύπου): επιμέρους δράσεις 2α — «διάθεση προϋπολογισμού στην πολιτική για την προώθηση της γεωργίας, στη χρήση για την ευαισθητοποίηση των καταναλωτών και στην τόνωση της ζήτησης» και επιμέρους δράση 9β «διασφάλιση της βέλτιστης χρήσης της νέας ΚΓΠ για στήριξη».

·Τέσσερις ακόμη (επιμέρους) δράσεις αναφέρθηκαν σε ορισμένες από τις συνεισφορές (12 έως 22 έγγραφα θέσης και απαντήσεις σε ερωτήματα ανοικτού τύπου): 1γ «προσδιορισμός συμβάντων για την ενημέρωση σχετικά με τα βιολογικά προϊόντα»· 9α «εκτίμηση των συνθηκών και των αναγκών των κρατών μελών»· και δράση 15 «σχεδιασμός μέτρων για τη βιολογική γεωργία με ιδιαίτερη έμφαση στο φύλο και στις κοινωνικές πτυχές»· και δράση 20 «χρηματοδότηση της έρευνας σχετικά με εναλλακτικές λύσεις αντί των αμφισβητούμενων εισροών». Οι υπόλοιπες 35 (επιμέρους) δράσεις αναφέρθηκαν μόνο σε ελάχιστες ή καμία συνεισφορά (έως 11 έγγραφα θέσης και απαντήσεις σε ερωτήσεις ανοικτού τύπου).

Οι ποιοτικές απαντήσεις παρείχαν επίσης πρόσθετες προδιαγραφές για τις δράσεις που προτάθηκαν στο σχέδιο δράσης για τα βιολογικά προϊόντα. Όσοι απάντησαν πρότειναν ιδέες για δράσεις αλλά και επιμέρους δράσεις. Ταυτόχρονα, οι απαντήσαντες παρείχαν στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να υλοποιηθούν συγκεκριμένα οι διάφορες δράσεις και επιμέρους δράσεις.

Οι συμμετέχοντες διατύπωσαν αποκλίνουσες απόψεις σχετικά με τον ρόλο των εμπόρων λιανικής πώλησης στην αξιακή αλυσίδα των βιολογικών προϊόντων. Σε σχέση με την αύξηση της ζήτησης και της κατανάλωσης βιολογικών προϊόντων, οι συμμετέχοντες διαπίστωσαν την ανάγκη να διασφαλιστεί η οικονομική προσιτότητα των βιολογικών προϊόντων για τους καταναλωτές, με παράλληλη διασφάλιση της κερδοφορίας για τους παραγωγούς· και να εξασφαλιστεί η τοπική προσβασιμότητα των (ποιοτικών) βιολογικών προϊόντων. Άλλες δράσεις που αναφέρθηκαν αφορούσαν τη δομή του δικτύου διανομής βιολογικών προϊόντων και τον ανταγωνισμό τιμών, και ζήτησαν τη λήψη μέτρων προκειμένου οι ανεξάρτητοι έμποροι λιανικής πώλησης να μην περιέλθουν σε μειονεκτική θέση. Η πιστοποίηση θεωρήθηκε επίσης έμμεσο εμπόδιο στη διανομή βιολογικών τροφίμων.

Περίπου το ένα τέταρτο όλων των συμμετεχόντων εξέφρασε επίσης τον γενικό προβληματισμό του όσον αφορά διάφορες πτυχές που καλύπτει το σχέδιο δράσης για τα βιολογικά προϊόντα. Επρόκειτο κυρίως για πτυχές σχετικές με τις στρατηγικές, τους στόχους και την παρακολούθηση και των δύο, καθώς και με το κανονιστικό πλαίσιο που αφορά τη βιολογική γεωργία (π.χ. ασυνέπειες, αποκλεισμός ορισμένων προϊόντων), αμφιλεγόμενες γνώμες σχετικά με τη συμβολή της βιολογικής γεωργίας σε παγκόσμια ζητήματα βιωσιμότητας, ερωτήματα σχετικά με τη γενική προσέγγιση πολιτικής, καθώς και με τους καταναλωτές και τη ζήτηση.