Το μέτρο θα ενθαρρύνει τη χρήση της ηλεκτροδότησης από την ξηρά συμβάλλοντας στη βιωσιμότητα των λιμένων και της ναυτιλίας. Συνάδει με τους φιλόδοξους στόχους της πολιτικής της ΕΕ. Η ηλεκτροδότηση από την ξηρά στους ευρωπαϊκούς λιμένες είναι ένα από τα προτεινόμενα μέτρα για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων που καθορίζονται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.
Το μέτρο είναι επίσης πιθανό να οδηγήσει σε μείωση των εκπομπών CO2, στον βαθμό που οι εκπομπές του μείγματος ηλεκτρικής ενέργειας από το χερσαίο δίκτυο είναι μικρότερης έντασης άνθρακα σε σχέση με την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται επί του πλοίου με τη χρήση καυσίμων πλοίου, λόγω της υψηλότερης απόδοσης του συστήματος και των διαφορών όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα καύσιμα. Στο πλαίσιο αυτό, οι ολλανδικές αρχές υπογράμμισαν ότι, παρότι η πραγματική εξοικονόμηση εκπομπών CO2 εξαρτάται από την ποιότητα της χρησιμοποιούμενης ηλεκτρικής ενέργειας, στο ολλανδικό μείγμα ηλεκτρικής ενέργειας, οι εκτιμώμενες εξοικονομήσεις θα είναι μεταξύ 28 % και 67 %, ανάλογα με το φορτίο των γεννητριών, και το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί στο μέλλον.
Ενεργειακή πολιτική
Το μέτρο είναι σύμφωνο με την οδηγία 2014/94/ΕΕ για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων, η οποία καλύπτει το θέμα της δημιουργίας εγκαταστάσεων ηλεκτροδότησης από την ξηρά σε λιμένες όπου υπάρχει ζήτηση για τις εν λόγω εγκαταστάσεις και το κόστος δεν είναι δυσανάλογο προς τα οφέλη, συμπεριλαμβανομένου του περιβαλλοντικού οφέλους. Η ηλεκτροδότηση από την ξηρά έχει επίσης αναγνωριστεί ως στόχος κοινού συμφέροντος για τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.
Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι σημαντικός λόγος της δυσμενούς ανταγωνιστικής θέσης της ηλεκτροδότησης από την ξηρά είναι ότι, για την εναλλακτική λύση, δηλαδή την ηλεκτροπαραγωγή επί των πλοίων που είναι ελλιμενισμένα σε θαλάσσιους λιμένες, ισχύει επί του παρόντος πλήρης φοροαπαλλαγή: απαλλάσσεται από τη φορολογία όχι μόνο το καύσιμο πλοίων που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας —η συνήθης κατάσταση δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/96/ΕΚ— αλλά και η ίδια η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται επί του πλοίου (βλ. άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2003/96/ΕΚ). Παρόλο που η τελευταία αυτή απαλλαγή θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι δύσκολα συμβιβάζεται με τους περιβαλλοντικούς στόχους της Ένωσης, ωστόσο εξυπηρετεί πρακτικούς σκοπούς. Πράγματι, για τη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται επί του πλοίου θα χρειαζόταν δήλωση από πλευράς του πλοιοκτήτη —ο οποίος συνήθως είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα— ή του φορέα εκμετάλλευσης σχετικά με την καταναλωθείσα ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας. Στη δήλωση θα έπρεπε επίσης να προσδιορίζεται το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε στα χωρικά ύδατα του κράτους μέλους στο οποίο οφείλεται ο φόρος. Αυτό θα προκαλούσε τεράστιο διοικητικό φόρτο για τους πλοιοκτήτες, οι οποίοι θα όφειλαν να συντάσσουν τέτοιες δηλώσεις για κάθε κράτος μέλος του οποίου εμπλέκονται τα χωρικά ύδατα. Ανάλογες παρατηρήσεις ισχύουν και στην περίπτωση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας και της προαιρετικής φορολογικής μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας (και η οποία εφαρμόζεται επί του παρόντος από τις Κάτω Χώρες). Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η μεταχείριση της λιγότερο ρυπογόνου εναλλακτικής επιλογής ηλεκτροδότησης από την ξηρά, κατά τρόπο ώστε να μη βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, και, επομένως, να επιτραπεί στις Κάτω Χώρες η εφαρμογή μειωμένου φορολογικού συντελεστή.
Πολιτική μεταφορών
Το μέτρο συνάδει με τη σύσταση 2006/339/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την προώθηση της ηλεκτροδότησης από την ξηρά πλοίων ελλιμενισμένων σε λιμένες της Ένωσης, όπως και με την ανακοίνωση της Επιτροπής «Στρατηγικοί στόχοι και συστάσεις πολιτικής της ΕΕ για τις θαλάσσιες μεταφορές».
Εσωτερική αγορά και θεμιτός ανταγωνισμός
Όσον αφορά την εσωτερική αγορά και τον θεμιτό ανταγωνισμό, με το αιτούμενο μέτρο περιορίζεται μόνο η υφιστάμενη στρέβλωση μεταξύ δύο ανταγωνιστικών πηγών ηλεκτρικής ενέργειας για τα ελλιμενισμένα πλοία, δηλαδή μεταξύ της ηλεκτροπαραγωγής επί του πλοίου και της ηλεκτροδότησης από την ξηρά, η οποία οφείλεται στη φοροαπαλλαγή των καυσίμων πλοίων.
Όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης πλοίων, πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι λίγα πλοία χρησιμοποιούν επί του παρόντος την ηλεκτροδότηση από την ξηρά σε εμπορική βάση. Επομένως, σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μπορεί να προκύψουν μόνο μεταξύ πλοίων που επωφελούνται από το αιτούμενο μέτρο επιλέγοντας την ηλεκτροδότηση από την ξηρά και άλλων πλοίων που θα εξακολουθούν να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια επί του πλοίου. Αν και οι ακριβείς προβλέψεις κόστους εξαρτώνται κυρίως από την διαμόρφωση των τιμών του πετρελαίου και ως εκ τούτου είναι εξαιρετικά δύσκολες, οι τελευταίες διαθέσιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι, εν γένει, ακόμη και η πλήρης φορολογική απαλλαγή δεν θα μείωνε στις περισσότερες περιπτώσεις το λειτουργικό κόστος της ηλεκτροδότησης από την ξηρά σε επίπεδο χαμηλότερο του κόστους ηλεκτροπαραγωγής επί του πλοίου και, κατά συνέπεια, δεν θα αποτελούσε σε καμία περίπτωση σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τους φορείς εκμετάλλευσης πλοίων, οι οποίοι κάνουν χρήση της ηλεκτροδότησης από την ξηρά σε σχέση με αυτούς που χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται επί του πλοίου. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι ακόμη λιγότερο αναμενόμενη παρόμοια σημαντική στρέβλωση, εφόσον οι Κάτω Χώρες θα τηρήσουν το ελάχιστο επίπεδο φορολογίας που καθορίζεται στην οδηγία 2003/96/ΕΚ όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια για επιχειρηματική χρήση.
Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, οι φορείς εκμετάλλευσης πλοίων, που τροφοδοτούνται από την ξηρά με ηλεκτρική ενέργεια φορολογούμενη με τον ελάχιστο συντελεστή που προβλέπεται στην οδηγία 2003/96/ΕΚ, δεν αποκομίζουν καταρχήν οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των φορέων εκμετάλλευσης που παράγουν οι ίδιοι ηλεκτρική ενέργεια επί του πλοίου, διότι αυτή η ηλεκτρική ενέργεια απαλλάσσεται από φόρο. Ο μειωμένος συντελεστής για την ηλεκτροδότηση από την ξηρά θα μειώσει τη διαφορά στη φορολογική μεταχείριση μεταξύ της ηλεκτροδότησης από την ξηρά και των (ορυκτών) ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την ηλεκτροπαραγωγή επί του πλοίου.
Οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας είναι υπόχρεοι του ενεργειακού φόρου και της προσαύξησης για τη βιώσιμη ενέργεια (Opslag Duurzame Energie, ODE). Στη δήλωση καταβολής ενεργειακού φόρου, εφαρμόζουν απευθείας τον μειωμένο συντελεστή. Άμεσοι δικαιούχοι είναι οι φορείς εκμετάλλευσης των εγκαταστάσεων ηλεκτροδότησης ελλιμενισμένων πλοίων. Αναμένεται ότι οι φορείς εκμετάλλευσης θα μεταβιβάσουν το σύνολο ή μέρος του οικονομικού πλεονεκτήματος στους χρήστες της ηλεκτροδότησης από την ξηρά, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες πλοίων εσωτερικής ναυσιπλοΐας και ποντοπόρων πλοίων. Οι υφιστάμενοι χρήστες και οι εκπρόσωποί τους θα επιμείνουν ότι είναι προς το συμφέρον των λιμενικών αρχών να καταστήσουν την ηλεκτροδότηση από την ξηρά οικονομικά ελκυστική για τους χρήστες.
Επιπλέον, η πρόσβαση σε ηλεκτροδότηση από την ξηρά θα είναι διαθέσιμη για τα εκάστοτε πλοία ανεξαρτήτως της σημαίας τους, χωρίς να οδηγεί σε ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση των εθνικών οικονομικών φορέων έναντι των ανταγωνιστών τους από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.
Όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ λιμένων, αναμένεται ότι θα είναι αμελητέες οι ενδεχόμενες επιπτώσεις επί των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, οι οποίες θα ήταν δυνατό να προκύψουν αν τα πλοία άλλαζαν πορεία λόγω της δυνατότητας να ηλεκτροδοτούνται από την ξηρά με μειωμένο φορολογικό συντελεστή. Επίσης, σε μια κατάσταση στην οποία, όπως προαναφέρεται, δεν είναι πιθανό, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η χρήση ηλεκτροδότησης από την ξηρά να καταστεί οικονομικότερη απ᾿ ό,τι η ηλεκτροπαραγωγή επί του πλοίου, παρά τη μείωση του φόρου, είναι μάλλον απίθανο αυτή η μείωση του φόρου για την ηλεκτροδότηση από την ξηρά να στρεβλώσει σημαντικά τον ανταγωνισμό μεταξύ λιμένων, παρακινώντας τα πλοία να αλλάζουν πορεία ανάλογα με τη διαθεσιμότητα αυτής της επιλογής. Οι ολλανδικές αρχές υποστηρίζουν ότι η επιλογή του λιμένα εξαρτάται από τον προορισμό του φορτίου και όχι από το μειωμένο κόστος ελλιμενισμού που προκύπτει από τη μείωση της φορολογίας για την ηλεκτροδότηση από την ξηρά.
Λαμβανομένου υπόψη του χρονικού πλαισίου για το οποίο προτείνεται να χορηγηθεί η άδεια εφαρμογής μειωμένου φορολογικού συντελεστή, εκτός εάν προκύψουν σημαντικές αλλαγές του ισχύοντος πλαισίου και της τρέχουσας κατάστασης, είναι μάλλον απίθανο να αλλάξει η ανάλυση που παρατίθεται στις προηγούμενες παραγράφους πριν από την ημερομηνία λήξης του μέτρου.