ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 2.6.2021
COM(2021) 508 final
Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας 2021 της Ελλάδας
{SWD(2021) 501 final}
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 2.6.2021
COM(2021) 508 final
Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας 2021 της Ελλάδας
{SWD(2021) 501 final}
Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας 2021 της Ελλάδας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών 1 , και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2,
Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Αφού ζήτησε τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Στις 20 Μαρτίου 2020, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση για την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής 2 του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης 3 . Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή διατύπωσε την άποψη ότι, δεδομένης της αναμενόμενης σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας που προκύπτει από την έξαρση της νόσου COVID-19, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής. Στις 23 Μαρτίου 2020, οι υπουργοί Οικονομικών των κρατών μελών συμφώνησαν με την εκτίμηση της Επιτροπής. Η γενική ρήτρα διαφυγής παρέχει στα κράτη μέλη δημοσιονομική ευελιξία για την αντιμετώπιση της κρίσης. Διευκολύνει τον συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών σε περιόδους σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η ενεργοποίησή της επιτρέπει την προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου κάθε κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα μεσοπρόθεσμα. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2020, στην ετήσια στρατηγική της για τη βιώσιμη ανάπτυξη, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι η γενική ρήτρα διαφυγής θα παραμείνει ενεργή το 2021 4 .
(2)Στις 20 Ιουλίου 2020, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ελλάδα 5 να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τη γενική ρήτρα διαφυγής, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας, την ενίσχυση της οικονομίας και τη στήριξη της επακόλουθης ανάκαμψης. Επίσης, συνέστησε στην Ελλάδα να επιδιώξει, όταν το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες, την εφαρμογή δημοσιονομικών πολιτικών που αποσκοπούν στην επίτευξη συνετών μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών θέσεων και στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, με παράλληλη ενίσχυση των επενδύσεων.
(3)Στη σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ υποδεικνύεται οι δημοσιονομικές πολιτικές να παραμείνουν υποστηρικτικές σε όλα τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ καθ’ όλη τη διάρκεια του 2021 και τα μέτρα πολιτικής να είναι προσαρμοσμένα στις ειδικές συνθήκες κάθε χώρας και να είναι έγκαιρα, προσωρινά και στοχευμένα 6 . Όταν το επιτρέψουν οι επιδημιολογικές και οικονομικές συνθήκες, τα μέτρα έκτακτης ανάγκης θα πρέπει να καταργηθούν σταδιακά, με παράλληλη καταπολέμηση των επιπτώσεων της κρίσης στην κοινωνία και στην αγορά εργασίας. Θα πρέπει να εφαρμοστούν δημοσιονομικές πολιτικές που αποσκοπούν στην επίτευξη συνετών μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών θέσεων και στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, με παράλληλη ενίσχυση των επενδύσεων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώξουν μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την κάλυψη, την επάρκεια και τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και κοινωνικής προστασίας για όλους.
(4)Στις 18 Νοεμβρίου 2020, η Επιτροπή εξέδωσε γνώμες σχετικά με τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων 2021 των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, οι οποίες βασίστηκαν σε ποιοτική αξιολόγηση των δημοσιονομικών μέτρων. Η Επιτροπή ήταν της γνώμης ότι το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος της Ελλάδας συνάδει συνολικά με τις συστάσεις δημοσιονομικής πολιτικής που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 20 Ιουλίου 2020 και ότι τα περισσότερα από τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα σε συνθήκες σημαντικής αβεβαιότητας.
(5)Το NextGenerationEU, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, θα εξασφαλίσει μια βιώσιμη και δίκαιη ανάκαμψη χωρίς αποκλεισμούς. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/241 για τη θέσπιση του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας 7 τέθηκε σε ισχύ στις 19 Φεβρουαρίου 2021. Ο εν λόγω μηχανισμός θα παρέχει χρηματοδοτική στήριξη για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, ενώ θα συνεπάγεται παράλληλα δημοσιονομική ώθηση χρηματοδοτούμενη από την ΕΕ. Θα συμβάλει στην οικονομική ανάκαμψη, στην πραγματοποίηση βιώσιμων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, ιδίως για την προώθηση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης, και θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη δυνητική ανάπτυξη των οικονομιών. Με τον τρόπο αυτόν, θα βοηθήσει επίσης τα δημόσια οικονομικά να επανέλθουν σε ευνοϊκότερες θέσεις βραχυπρόθεσμα και θα συμβάλει στην ενίσχυση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών, στην ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων εργασίας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
(6)Στις 3 Μαρτίου 2021, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση που περιέχει περαιτέρω πολιτικούς προσανατολισμούς με σκοπό να διευκολυνθεί, αφενός, ο συντονισμός των δημοσιονομικών πολιτικών και, αφετέρου, η προετοιμασία των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης των κρατών μελών 8 . Ο συνολικός δημοσιονομικός προσανατολισμός, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών προϋπολογισμών και του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, θα πρέπει να παραμείνει υποστηρικτικός το 2021 και το 2022. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι αναμένεται η σταδιακή εξομάλυνση της οικονομικής δραστηριότητας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2021, οι δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών θα πρέπει να καταστούν πιο διαφοροποιημένες το 2022. Οι δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πορεία της ανάκαμψης, τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και την ανάγκη μείωσης των οικονομικών, κοινωνικών και εδαφικών αποκλίσεων. Δεδομένης της ανάγκης να υποστηριχθεί η βιώσιμη ανάκαμψη στην ΕΕ, τα κράτη μέλη με χαμηλούς κινδύνους βιωσιμότητας θα πρέπει να προσανατολίσουν τους προϋπολογισμούς τους προς τη διατήρηση υποστηρικτικής δημοσιονομικής πολιτικής το 2022, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Τα κράτη μέλη με υψηλά επίπεδα χρέους θα πρέπει να ακολουθούν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές, διατηρώντας παράλληλα τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις και αξιοποιώντας τις επιχορηγήσεις στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας για τη χρηματοδότηση πρόσθετων επενδυτικών έργων υψηλής ποιότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Για την περίοδο μετά το 2022, θα πρέπει να λαμβάνονται πάντα υπόψη στις δημοσιονομικές πολιτικές η ισχύς της ανάκαμψης, ο βαθμός της οικονομικής αβεβαιότητας και ζητήματα δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Η επανεστίαση των δημοσιονομικών πολιτικών στην επίτευξη συνετών μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών θέσεων, μεταξύ άλλων και με τη σταδιακή κατάργηση των μέτρων στήριξης σε εύθετο χρόνο, θα συμβάλει στη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα.
(7)Στην ανακοίνωση της 3ης Μαρτίου 2021, η Επιτροπή εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η απόφαση όσον αφορά την απενεργοποίηση ή τη συνέχιση της εφαρμογής της γενικής ρήτρας διαφυγής θα πρέπει να ληφθεί υπό μορφή συνολικής αξιολόγησης της κατάστασης της οικονομίας, με βασικό ποσοτικό κριτήριο το επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ ή στη ζώνη του ευρώ σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα (τέλη του 2019). Με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής, στις 2 Ιουνίου η Επιτροπή έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη συνέχιση της εφαρμογής της γενικής ρήτρας διαφυγής το 2022 και την απενεργοποίησή της από το 2023. Μετά την απενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές καταστάσεις κάθε χώρας 9 .
(8)Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας το 2018, η Ελλάδα υπόκειται σε ενισχυμένη εποπτεία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013. Με την ενεργοποίηση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα 10 αναγνωρίζεται το γεγονός ότι, μεσοπρόθεσμα, η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει να θεσπίζει μέτρα για την αντιμετώπιση πιθανών πηγών μακροοικονομικών ανισορροπιών, εφαρμόζοντας παράλληλα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη στήριξη ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε στην Ευρωομάδα της 22ας Ιουνίου 2018 να συνεχίσει όλες τις καίριες μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος μέχρι την πλήρη ολοκλήρωσή τους. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε επίσης να εφαρμόσει ειδικά μέτρα που συνδέονται με τις δημοσιονομικές και τις δημοσιονομικές-διαρθρωτικές πολιτικές, την κοινωνική πρόνοια, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις αγορές εργασίας και προϊόντων, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, τη δημόσια διοίκηση και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αυτές οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία για τις προσπάθειες της Ελλάδας να επανεκκινήσει την οικονομία της. Η επιτυχής υλοποίηση και ολοκλήρωση αυτών των μεταρρυθμίσεων αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη στήριξη της ανάπτυξης της Ελλάδας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Η Ελλάδα υπόκειται στην υποχρέωση υποβολής τριμηνιαίας έκθεσης σχετικά με την πρόοδό της ως προς την υλοποίηση των δεσμεύσεών της στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας. Σε περίπτωση ευνοϊκής έκθεσης, μπορεί, σε εξαμηνιαία βάση, να δρομολογείται η αποδέσμευση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους ύψους 0,7 % του ΑΕΠ ετησίως. Η αποδέσμευση των τεσσάρων πρώτων δόσεων των μέτρων για το χρέος που εξαρτώνται από την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών, συνολικού ύψους 3 252 εκατ. EUR, συμφωνήθηκε από την Ευρωομάδα τον Απρίλιο του 2019, τον Δεκέμβριο του 2019, τον Ιούνιο του 2020 και τον Νοέμβριο του 2020, αντίστοιχα. Η δέκατη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας σχετικά με την αξιολόγηση της προόδου που σημείωσε η Ελλάδα ως προς την υλοποίηση των δεσμεύσεών της δημοσιεύτηκε στις 2 Ιουνίου 2021.
(9)Στις 29 Απριλίου 2021, η Ελλάδα υπέβαλε το οικείο πρόγραμμα σταθερότητας 2021, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.
(10)Το 2020, με βάση στοιχεία επικυρωμένα από την Eurostat, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας ήταν 9,7 % του ΑΕΠ, ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε στο 205,6 % του ΑΕΠ. Η ετήσια μεταβολή του πρωτογενούς δημοσιονομικού ισοζυγίου ανήλθε σε 11,3 % του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων, αφενός, των δημοσιονομικών μέτρων διακριτικής ευχέρειας ύψους 5,9 % του ΑΕΠ για τη στήριξη της οικονομίας και, αφετέρου, της λειτουργίας των αυτόματων σταθεροποιητών. Η Ελλάδα παρείχε επίσης στήριξη ρευστότητας σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά (όπως εγγυήσεις και αναβολές καταβολής φόρων, που δεν έχουν απευθείας και άμεση δημοσιονομική επίπτωση, εκτός εάν και έως ότου καταπέσουν οι εγγυήσεις), εκτιμώμενου ύψους 2,2 % του ΑΕΠ.
Στις 2 Ιουνίου 2021, η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Στην εν λόγω έκθεση εξετάζεται η δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας, δεδομένου ότι το οικείο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης το 2020 υπερέβαινε την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη, ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερέβαινε την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη και δεν μειώθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό. Η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κριτήριο του ελλείμματος δεν πληρούνταν και δεν υπήρχε συμμόρφωση με το κριτήριο του χρέους.
(11)Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι δημοσιονομικές προβολές του προγράμματος σταθερότητας είναι συντηρητικό το 2021 και προβλέπει ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι περίπου 0,5 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερη σε σύγκριση με στις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής. Η διαφορά αυτή οφείλεται σε διαφορετικές παραδοχές σχετικά με την εξέλιξη της πανδημίας, την απορρόφηση κονδυλίων στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, και τον ρυθμό ανάκαμψης του τουριστικού τομέα. Οι μακροοικονομικές προβολές στο πλαίσιο του προγράμματος σταθερότητας για το 2022 ευθυγραμμίζονται στενά με τις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής.
(12)Στο οικείο πρόγραμμα σταθερότητας 2021, η κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης από 9,7 % του ΑΕΠ το 2020 σε 9,9 % του ΑΕΠ το 2021, ενώ ο δείκτης χρέους προβλέπεται να μειωθεί στο 204,8 % του ΑΕΠ το 2021. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η μείωση του πρωτογενούς δημοσιονομικού ισοζυγίου το 2021 σε σύγκριση με το προ κρίσης επίπεδο (2019) προβλέπεται στο 11,7 % του ΑΕΠ, αντικατοπτρίζοντας, αφενός, τα δημοσιονομικά μέτρα διακριτικής ευχέρειας ύψους 6,4 % του ΑΕΠ για τη στήριξη της οικονομίας και, αφετέρου, τη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών. Οι προβολές για το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης είναι σύμφωνες με τις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής. Όσον αφορά τον δείκτη χρέους, οι προβολές που παρουσιάζονται στο πρόγραμμα σταθερότητας είναι κάτω από τις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες ο δείκτης χρέους αναμένεται να ανέλθει στο 208,8 % του ΑΕΠ. Η διαφορά αντικατοπτρίζει διαφορετικές παραδοχές σχετικά με τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις, την καθαρή συσσώρευση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και τις προσαρμογές σε ταμειακή-δεδουλευμένη βάση.
(13)Σε απάντηση στην πανδημία COVID-19 και στη σχετιζόμενη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, η Ελλάδα έχει λάβει δημοσιονομικά μέτρα για την ενίσχυση της ικανότητας του οικείου συστήματος υγείας, την ανάσχεση της πανδημίας και την ανακούφιση των ατόμων και των τομέων που έχουν πληγεί ιδιαίτερα. Αυτή η ισχυρή απόκριση πολιτικής μετρίασε τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, η οποία, με τη σειρά της, περιόρισε την αύξηση του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Τα δημοσιονομικά μέτρα θα πρέπει να μεγιστοποιούν τη στήριξη της ανάκαμψης χωρίς να προδικάζονται μελλοντικές δημοσιονομικές κατευθύνσεις. Ως εκ τούτου, τα μέτρα θα πρέπει να αποτρέπουν τη μόνιμη επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μόνιμα μέτρα, θα πρέπει να τα χρηματοδοτούν καταλλήλως ώστε να διασφαλίζεται η δημοσιονομική ουδετερότητα μεσοπρόθεσμα. Τα μέτρα που ελήφθησαν από την Ελλάδα το 2020 και το 2021 συνάδουν με τη σύσταση του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 2020. Τα δημοσιονομικά μέτρα διακριτικής ευχέρειας που εγκρίθηκαν από την κυβέρνηση το 2020 και το 2021, και εξαγγέλθηκαν για το 2022, είναι προσωρινά ή συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα.
(14)Το πρόγραμμα σταθερότητας 2021 προϋποθέτει επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας ύψους 0,9 % του ΑΕΠ το 2021, 1,7 % του ΑΕΠ το 2022, 1,6 % του ΑΕΠ το 2023, 1,6 % του ΑΕΠ το 2024, 1,5 % του ΑΕΠ το 2025 και 1,5 % του ΑΕΠ το 2026. Το πρόγραμμα προϋποθέτει επίσης δάνεια στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας που ανέρχονται σε 1,4 % του ΑΕΠ το 2021, 1,4 % του ΑΕΠ το 2022, 1,1 % του ΑΕΠ το 2024, 1,1 % του ΑΕΠ το 2025 και 0,5 % του ΑΕΠ το 2026. Οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής περιλαμβάνουν τις εν λόγω επιχορηγήσεις στις δημοσιονομικές προβολές τους, ενώ για τα δάνεια υποθέτουν χαμηλότερο ποσό το 2022 με βάση ομοιόμορφη ετήσια εκταμίευση μετά το 2021.
(15)Οι καθιερωμένοι δείκτες δημοσιονομικής προσαρμογής που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο των σημερινών συνθηκών. Πρώτον, υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα όσον αφορά τις εκτιμήσεις για το κενό παραγωγής. Δεύτερον, είναι αναγκαία η ετοιμότητα της δημοσιονομικής πολιτικής να προσαρμοστεί ταχέως στην εξέλιξη της πανδημίας, στρεφόμενη από τα μέτρα παροχής επείγουσας βοήθειας σε πιο στοχευμένα μέτρα, μόλις μειωθούν οι κίνδυνοι για την υγεία. Τρίτον, το σημερινό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από σημαντική απόκριση πολιτικής για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας. Λόγω των σημαντικών μεταβιβάσεων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ (όπως οι μεταβιβάσεις από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας), οι καθιερωμένοι δείκτες δεν αποτυπώνουν την πλήρη ώθηση που παρέχουν οι δημοσιονομικές πολιτικές στην οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, το διαρθρωτικό ισοζύγιο δεν φαίνεται να επαρκεί υπό τις παρούσες συνθήκες. Από την άλλη πλευρά, η τιμή αναφοράς για τις δαπάνες πρέπει να προσαρμοστεί 11 και να συμπληρωθεί με πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου να εκτιμηθεί πλήρως ο προσανατολισμός της δημοσιονομικής πολιτικής.
Πρώτον, και κατά παρόμοιο τρόπο με την προσέγγιση που ακολουθήθηκε στην αξιολόγηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων 2021, τα προσωρινά μέτρα έκτακτης ανάγκης εξαιρέθηκαν από το σύνολο των δαπανών. Τα εν λόγω προσωρινά μέτρα έκτακτης ανάγκης που συνδέονται με την κρίση στηρίζουν τα συστήματα υγείας και αποζημιώνουν τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις για τις απώλειες εισοδήματος λόγω των απαγορεύσεων λειτουργίας και των διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού· η αντιστροφή τους από τις δημόσιες αρχές εξαρτάται από την επιστροφή της κατάστασης της δημόσιας υγείας και της οικονομίας στην ομαλότητα.
Δεύτερον, για να αξιολογηθεί ο συνολικός δημοσιονομικός προσανατολισμός στην παρούσα συγκυρία, οι σημαντικές μεταβιβάσεις από τον προϋπολογισμό της ΕΕ (όπως οι μεταβιβάσεις από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας) θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο σχετικό σύνολο των δαπανών.
Ως εκ τούτου, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός μετράται στη συνέχεια με βάση τη μεταβολή των πρωτογενών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων και εξαιρουμένων των προσωρινών μέτρων έκτακτης ανάγκης που συνδέονται με την κρίση) συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ.
Πέραν του συνολικού δημοσιονομικού προσανατολισμού, η ανάλυση αποσκοπεί επίσης στην αξιολόγηση του αν η εθνική δημοσιονομική πολιτική είναι συνετή και αν η σύνθεσή της συμβάλλει σε βιώσιμη ανάκαμψη που συνάδει με την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση. Για τον λόγο αυτόν, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εξέλιξη των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών και επενδύσεων.
(16)Στο οικείο πρόγραμμα σταθερότητας 2021, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας προβλέπεται να μειωθεί στο 2,9 % του ΑΕΠ το 2022, κυρίως λόγω της αναμενόμενης οικονομικής ανάκαμψης και της διακοπής των προσωρινών μέτρων στήριξης που θεσπίστηκαν το 2020 και το 2021. Ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί στο 189,5 % του ΑΕΠ το 2022. Οι προβολές για το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης είναι σύμφωνες με τις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής. Όσον αφορά τον δείκτη χρέους, οι προβολές που παρουσιάζονται στο πρόγραμμα σταθερότητας είναι κάτω από τις εαρινές προβλέψεις 2021 της Επιτροπής. Η διαφορά οφείλεται σε διαφορετικές παραδοχές σχετικά με το ταμειακό υπόλοιπο, τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και την καθαρή συσσώρευση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Με βάση τις προβλέψεις της Επιτροπής, ο συνολικός δημοσιονομικός προσανατολισμός όπως ορίζεται ανωτέρω —συμπεριλαμβανομένων επίσης των επιπτώσεων στη συνολική ζήτηση το 2022 από τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται τόσο από τον εθνικό προϋπολογισμό όσο και από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ιδίως από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας— εκτιμάται σε -2,4 % του ΑΕΠ 12 . Η θετική συμβολή των δαπανών που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ προβλέπεται να οδηγήσει σε αύξηση κατά 0,3 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις προβλέπεται να έχουν επεκτατική συμβολή ύψους 0,9 εκατοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ 13 . Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς τρέχουσες δαπάνες (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) προβλέπεται να έχουν επεκτατική συμβολή ύψους 0,3 εκατοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ.
(17)Η ποιότητα των δημοσιονομικών μέτρων των κρατών μελών φαίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Οι δημοσιονομικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της σύνθεσης των εθνικών προϋπολογισμών μπορούν να στηρίξουν τη δυνητική ανάπτυξη, να δημιουργήσουν τα αναγκαία δημοσιονομικά περιθώρια και να συμβάλουν στη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας μακροπρόθεσμα, μεταξύ άλλων υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και των προκλήσεων στον τομέα της υγείας. Στο σκέλος των εσόδων, η κρίση λόγω COVID-19 ενίσχυσε τη σημασία των μεταρρυθμίσεων για αποτελεσματικότερα και δικαιότερα συστήματα δημόσιων εσόδων. Στο σκέλος των δαπανών, έχει καταστήσει ακόμη πιο κρίσιμης σημασίας την άνοδο του επιπέδου και της ποιότητας των βιώσιμων επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, σύμφωνα με τους στόχους για την ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού, της οικονομικής και κοινωνικής ανθεκτικότητας και της διττής πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας θα καταστήσουν δυνατή τη βελτίωση της σύνθεσης των εθνικών προϋπολογισμών.
(18)Σύμφωνα με τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα του προγράμματος σταθερότητας, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να ανέλθει στο 0,4 % του ΑΕΠ το 2023 και να μετατραπεί σε πλεόνασμα ύψους 0,6 % του ΑΕΠ το 2024.
Με βάση το πρόγραμμα, ο συνολικός δημοσιονομικός προσανατολισμός —συμπεριλαμβανομένων επίσης των επιπτώσεων στη συνολική ζήτηση από τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται τόσο από τον εθνικό προϋπολογισμό όσο και από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ιδίως από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας— εκτιμάται σε 0,6 % του ΑΕΠ το 2023 και το 2024 κατά μέσο όρο 14 . Η θετική συμβολή των δαπανών που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις προβλέπεται να έχουν ουδέτερη συμβολή 15 . Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς τρέχουσες δαπάνες (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) προβλέπεται να έχουν συσταλτική συμβολή ύψους 0,6 εκατοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ.
Η τρέχουσα εκτίμηση της μέσης δεκαετούς ονομαστικής δυνητικής ανάπτυξης είναι 1,25 % 16 . Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνει τις επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας οι οποίες μπορούν να τονώσουν τη δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας.
(19)Ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί από 176,7 % του ΑΕΠ το 2023 σε 166,1 % του ΑΕΠ το 2024. Υπό το πρίσμα του υψηλού δείκτη χρέους της Ελλάδας, ο οποίος προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά και μόνο με την πάροδο του χρόνου, η Ελλάδα θεωρείται ότι αντιμετωπίζει υψηλούς κινδύνους δημοσιονομικής βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους 17 . Η δέκατη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας επισημαίνει άλλους παράγοντες που είναι σημαντικοί για τη συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους, ιδίως ότι η σύνθεση και το προφίλ ληκτότητας του δημόσιου χρέους μετριάζουν τις ευπάθειες που συνδέονται με το χρέος, ενώ οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις αποτελούν πρόσθετο κίνδυνο.
(20)Δεδομένου ότι επί του παρόντος υπάρχει ακόμη εξαιρετικά μεγάλος βαθμός αβεβαιότητας, οι κατευθύνσεις δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να παραμείνουν κατά κύριο λόγο ποιοτικές. Ακριβέστερες ποσοτικοποιημένες κατευθύνσεις για τα επόμενα έτη θα πρέπει να παρασχεθούν το 2022, αν ο βαθμός αβεβαιότητας μειωθεί επαρκώς έως τότε.
Το Συμβούλιο αξιολόγησε το πρόγραμμα σταθερότητας 2021 και τη συνέχεια που έδωσε η Ελλάδα στη σύσταση του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 2020.
ΣΥΝΙΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:
1.Το 2022, να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας για τη χρηματοδότηση πρόσθετων επενδύσεων για τη στήριξη της ανάκαμψης, ασκώντας παράλληλα συνετή δημοσιονομική πολιτική. Να διατηρήσει τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις.
2.Όταν το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες, να επιδιώξει την εφαρμογή δημοσιονομικής πολιτικής που θα αποσκοπεί στην επίτευξη συνετών μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών θέσεων και στη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα. Ταυτόχρονα, να αυξήσει τις επενδύσεις για να ενισχυθεί το αναπτυξιακό δυναμικό.
3.Να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη σύνθεση των δημόσιων οικονομικών, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και στο σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού, καθώς και στην ποιότητα των δημοσιονομικών μέτρων, ώστε να εξασφαλιστεί βιώσιμη ανάκαμψη χωρίς αποκλεισμούς. Να δώσει προτεραιότητα στις βιώσιμες επενδύσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, ιδίως με τη στήριξη της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Να δώσει προτεραιότητα στις δημοσιονομικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα συμβάλουν στην παροχή χρηματοδότησης για τις προτεραιότητες της δημόσιας πολιτικής και στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, μεταξύ άλλων ενισχύοντας την κάλυψη, την επάρκεια και τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και κοινωνικής προστασίας για όλους.
Βρυξέλλες,
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.
Η ρήτρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, στο άρθρο 6 παράγραφος 3, στο άρθρο 9 παράγραφος 1 και στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, καθώς και στο άρθρο 3 παράγραφος 5 και στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97, διευκολύνει τον συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών σε περιόδους σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο για την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Βρυξέλλες, 20.3.2020, COM(2020) 123 final.
Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ετήσια στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη 2021, Βρυξέλλες, 17.9.2020, COM(2020) 575 final.
Σύσταση του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2020, σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ελλάδας για το 2020 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας για το 2020, ΕΕ C 282 της 26.8.2020, σ. 46.
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο — Ένας χρόνος από την έξαρση της πανδημίας COVID-19: απόκριση σε επίπεδο δημοσιονομικής πολιτικής, Βρυξέλλες, 3.3.2021, COM(2021) 105 final.
Ανακοίνωση της Επιτροπής — Συντονισμός των οικονομικών πολιτικών το 2021: αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, στήριξη της ανάκαμψης και εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας, Βρυξέλλες, 2.6.2021, COM(2021)500 final.