ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 1.7.2021
COM(2021) 348 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
βάσει του άρθρου 75 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
βάσει του άρθρου 75 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012
1.Εισαγωγή
Στόχος του κανονισμού για τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (στο εξής: CSDR) ήταν η βελτίωση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού, καθώς και η θέσπιση ενός συνόλου κοινών απαιτήσεων για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (στο εξής: ΚΑΤ) σε ολόκληρη την ΕΕ. Ο εν λόγω κανονισμός εκδόθηκε το 2014, ωστόσο ορισμένες απαιτήσεις άρχισαν να εφαρμόζονται μετά την έγκριση των σχετικών ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων λίγα χρόνια αργότερα.
Το άρθρο 75 του CSDR επιβάλλει στην Επιτροπή να επανεξετάσει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και να συντάξει σχετική γενική έκθεση έως τις 19 Σεπτεμβρίου 2019. Η σύνταξη της έκθεσης αναβλήθηκε και το πεδίο εφαρμογής της είναι πιο περιορισμένο από το προβλεπόμενο στον CSDR λόγω καθυστερήσεων στην εφαρμογή ορισμένων μέτρων, καθώς και λόγω της πρόσφατης (εκ νέου) αδειοδότησης επαρκούς αριθμού ΚΑΤ βάσει του CSDR ώστε να είναι δυνατή μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση. Το άρθρο 81 παράγραφος 2γ του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) επιβάλλει επίσης στην Επιτροπή να αξιολογήσει την ενδεχόμενη εποπτεία των ΚΑΤ τρίτων χωρών από την ESMA.
Η Επιτροπή συμμετείχε σε ευρεία διαδικασία διαβούλευσης στο πλαίσιο της εκπόνησης της παρούσας έκθεσης. Σε γενικές γραμμές, ο CSDR επιτυγχάνει τους αρχικούς στόχους του για ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην ΕΕ και της ευρωστίας των ΚΑΤ. Σε ορισμένους τομείς, η εισαγωγή σημαντικών αλλαγών στον CSDR θα ήταν πρόωρη, λαμβανομένης υπόψη της σχετικά πρόσφατης εφαρμογής των απαιτήσεων. Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων που εφαρμόζονται ήδη (δηλ. σχετικά με τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, την πρόσβαση σε χρήμα εμπορικών τραπεζών, το πλαίσιο για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών). Στην τελική έκθεση του φόρουμ υψηλού επιπέδου για την Ένωση Κεφαλαιαγορών (CMU) διατυπώθηκε επίσης η σύσταση να διενεργήσει η Επιτροπή στοχευμένη επανεξέταση του CSDR με σκοπό την ενίσχυση του διαβατηρίου των ΚΑΤ και τη βελτίωση της εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών, την ενίσχυση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών διακανονισμού στην ΕΕ, την προώθηση του ανταγωνισμού και την εξοικονόμηση κόστους. Εκφράστηκαν επίσης ανησυχίες σχετικά με την αναλογικότητα του καθεστώτος συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού και τον αντίκτυπό του στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η πίεση που ασκεί στις αγορές η πανδημία COVID-19 φαίνεται να φέρνει στο φως ορισμένες από αυτές τις ανησυχίες.
Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ορισμένα από τα ζητήματα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν και στο νέο σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, που εγκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020, ανακοίνωσε ότι θα εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης των κανόνων για τη βελτίωση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, κάτι που θα συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός πιο ολοκληρωμένου μετασυναλλακτικού τοπίου στην ΕΕ.
Η παρούσα έκθεση συνοψίζει τους κύριους τομείς υπό επανεξέταση για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των στόχων του CSDR με πιο αναλογικό, αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο. Υπό το πρίσμα των σημαντικών ζητημάτων που προσδιορίστηκαν, και όπως ανακοινώθηκε επίσης στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2021, η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του CSDR με σκοπό τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητάς του (CSDR REFIT), με την επιφύλαξη εκτίμησης επιπτώσεων στο πλαίσιο της οποίας θα εξεταστούν διεξοδικότερα οι καταλληλότερες λύσεις.
2.Κανονισμός για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (CSDR)
Τα ΚΑΤ είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συστημικής σημασίας για τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην πρωτογενή αγορά, συγκεντρώνοντας την αρχική καταχώριση των νεοεκδοθέντων αξιογράφων («συμβολαιογραφική υπηρεσία»). Διαχειρίζονται την υποδομή («συστήματα διακανονισμού αξιογράφων») που επιτρέπει την ολοκλήρωση μιας συναλλαγής αξιογράφων («διακανονισμός»). Τηρούν επίσης λογαριασμούς αξιογράφων που καταγράφουν πόσα αξιόγραφα έχουν εκδοθεί από ποιον και κάθε μεταβολή στην κατοχή τους («υπηρεσία κεντρικής διατήρησης»). Σύμφωνα με την ΕΚΤ, στο τέλος του 2019 υπήρχαν αξιόγραφα αξίας άνω των 53 τρισ. EUR στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων της ΕΕ, τα οποία διεκπεραίωσαν περισσότερες από 420 εκατομμύρια εντολές παράδοσης για συνολικό κύκλο εργασιών άνω των 1 120 τρισ. EUR το ίδιο έτος.
Τα ΚΑΤ είναι απαραίτητα για τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Εκτός από τον ρόλο τους στη διαδικασία έκδοσης, οι ασφάλειες επί τίτλων που παρέχονται από εταιρείες, τράπεζες και άλλα ιδρύματα για την άντληση κεφαλαίων ρέουν μέσω συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση των ΚΑΤ. Έχουν επίσης καίρια σημασία για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής, καθώς διακανονίζουν αξιόγραφα σε πράξεις νομισματικής πολιτικής κεντρικών τραπεζών.
Ο CSDR διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες μετασυναλλακτικής εναρμόνισης στην ΕΕ, εισάγοντας:
·συντομότερες περιόδους διακανονισμού·
·μέτρα συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού (υποχρεωτικές χρηματικές ποινές και αγορές κάλυψης «buy-in» για περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού, αναφορά περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού)·
·αυστηρές απαιτήσεις οργάνωσης, επαγγελματικής δεοντολογίας και προληπτικής εποπτείας για τα ΚΑΤ·
·αυξημένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και εποπτείας για τα ΚΑΤ και άλλα ιδρύματα τα οποία παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες που υποστηρίζουν τον διακανονισμό αξιογράφων·
·σύστημα διαβατηρίου που επιτρέπει σε ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια λειτουργίας να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ολόκληρη την ΕΕ βάσει ειδικής διαδικασίας.
Σκοπός του CSDR ήταν επίσης η εφαρμογή των διεθνών προτύπων για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών [αρχές των CPMI-IOSCO για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών (PFMI)] στην ΕΕ.
3.Συνεισφορά ενδιαφερομένων
Στο πλαίσιο της εκπόνησης της παρούσας έκθεσης:
·πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση της ομάδας εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, στην οποία προσκλήθηκαν επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η ESMA (Σεπτέμβριος 2020)·
·η ESMA υπέβαλε στην Επιτροπή τις πρώτες δύο εκθέσεις της σχετικά με την εφαρμογή του CSDR (δηλαδή σχετικά με τον εσωτερικοποιημένο διακανονισμό και τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών), όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 74 του CSDR (Νοέμβριος 2020). Στα μέσα του 2021 αναμένονται δύο πρόσθετες εκθέσεις (σχετικά με τη χρήση της τεχνολογικής καινοτομίας από τα ΚΑΤ και την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου).
·διεξήχθη στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με την εφαρμογή του CSDR από τις 8 Δεκεμβρίου 2020 έως τις 2 Φεβρουαρίου 2021, στην οποία απάντησαν 91 ενδιαφερόμενοι. Λεπτομερής σύνοψη των απαντήσεων που ελήφθησαν παρέχεται στην ενημερωτική δήλωση. Η Επιτροπή έλαβε επίσης εμπιστευτικές απαντήσεις. Σε απάντηση στη διαβούλευση της Επιτροπής σχετικά με ένα πλαίσιο της ΕΕ για τις αγορές κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων, στην οποία απάντησαν 198 συμμετέχοντες, ορισμένοι ενδιαφερόμενοι έθεσαν επίσης ζητήματα σχετικά με τον CSDR.
4.Κύρια ζητήματα που προσδιορίστηκαν
4.1.Αποσαφήνιση και απλούστευση των επαχθών απαιτήσεων που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών από τα ΚΑΤ σε εγχώριο και διασυνοριακό επίπεδο
Σε εγχώριο επίπεδο, τα ΚΑΤ της ΕΕ υπόκεινται σε αδειοδότηση και συνεχή εποπτεία από τις αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους. Η πλειονότητα όσων απάντησαν στη στοχευμένη διαβούλευση, τόσο δημόσιες αρχές όσο και ΚΑΤ, υποστήριξαν ότι η ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση των ΚΑΤ είναι δυσανάλογη και έχει περιορισμένη προστιθέμενη αξία. Εξέφρασαν επίσης ανησυχίες όσον αφορά την αναλογικότητα των πληροφοριών που απαιτούνται για αυτές τις διαδικασίες.
Εντός της ΕΕ, τα καθεστώτα διαβατηρίου επιτρέπουν στις επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια σε ένα κράτος μέλος να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ολόκληρη την ενιαία αγορά, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Σε άλλους τομείς, οι αρχές των κρατών μελών υποδοχής επιβάλλουν καταρχήν ελάχιστες πρόσθετες απαιτήσεις για τις οντότητες που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες. Ωστόσο, τα ΚΑΤ μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες μόνο για χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί βάσει του δικαίου άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με ειδική διαδικασία που απαιτεί τη συμφωνία του κράτους μέλους υποδοχής, με βάση τη συμμόρφωση του ΚΑΤ με το εταιρικό δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής και τη συνεργασία των αρχών καταγωγής και υποδοχής, πριν και σε ορισμένες περιπτώσεις μετά τη χορήγηση του διαβατηρίου.
Από τα σχόλια προκύπτει ότι η παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών ΚΑΤ είναι περιορισμένη
. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ESMA, ο διακανονισμός αξιογράφων που εκδίδονται από εκδότες από άλλα κράτη μέλη αντιπροσωπεύει, για τα περισσότερα ΚΑΤ, λιγότερο από το 5 % της δραστηριότητας διακανονισμού τους, μολονότι αντιπροσωπεύει πάνω από το 80 % της δραστηριότητας των διεθνών ΚΑΤ.
Ως εκ τούτου, οι ενδιαφερόμενοι διατύπωσαν ομόφωνα έκκληση προς την Επιτροπή να αποσαφηνίσει και να απλουστεύσει τους κανόνες διαβατηρίου, προκειμένου, ιδίως, να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος και το κόστος. Προτάθηκαν διάφορες επιλογές, από πιο φιλόδοξες (αντικατάσταση της υφιστάμενης διαδικασίας με απλή κοινοποίηση όπως ισχύει για άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) έως περισσότερο τεχνικές (στοχευμένες τροποποιήσεις στο υφιστάμενο πλαίσιο, π.χ. να επιτρέπεται η διασυνοριακή εξυπηρέτηση ορισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων, π.χ. ομόλογα, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία διαβατηρίου· αποσαφήνιση της αξιολόγησης των αρχών καταγωγής και υποδοχής· τυποποίηση του περιεχομένου και της μορφής της διαδικασίας).
Με βάση αυτά τα σχόλια είναι σκόπιμο να αξιολογηθούν οι κανόνες σχετικά με την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση των ΚΑΤ, ιδίως όσον αφορά τη συχνότητα και το περιεχόμενό τους, καθώς και τις απαιτήσεις διαβατηρίου του CSDR.
4.2.Βελτίωση της εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των αρχών που συμμετέχουν στην εποπτεία των ΚΑΤ
Παρότι η διαδικασία (εκ νέου) αδειοδότησης χρειάστηκε χρόνο, σήμερα σχεδόν όλα τα ΚΑΤ της ΕΕ έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον CSDR· τα υπόλοιπα, υπό την προϋπόθεση ότι διέθεταν άδεια βάσει του εθνικού δικαίου που ίσχυε προηγουμένως, εξακολουθούν να λειτουργούν βάσει ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων. Δεδομένου ότι έχουν ήδη παρέλθει επτά έτη από την έκδοση του CSDR, πολλοί ενδιαφερόμενοι τάχθηκαν υπέρ της θέσπισης ημερομηνίας λήξης για την εν λόγω ρήτρα, ώστε να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ΚΑΤ της ΕΕ.
Επιπλέον, πολλοί ενδιαφερόμενοι ζήτησαν από την Επιτροπή να ενισχύσει την εποπτική σύγκλιση όσον αφορά τα ΚΑΤ που λειτουργούν τόσο σε εγχώριο όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι από όσους απάντησαν στη στοχευμένη διαβούλευση θεώρησαν ότι υπάρχει ανάγκη να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των αρχών και να ενισχυθεί η σύγκλιση στη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης λόγω διαφορετικών προσεγγίσεων. Διατυπώθηκαν επίσης προτάσεις για την αποσαφήνιση του ρόλου των αρμόδιων αρχών στη διαδικασία αδειοδότησης και στη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης.
Επιπλέον, η αποκλίνουσα εφαρμογή των απαιτήσεων του CSDR και η ανεπαρκής συνεργασία μεταξύ των αρχών καταγωγής και υποδοχής εμποδίζουν τη δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς διακανονισμού. Ως εκ τούτου, πολλοί ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων η ESMA και το φόρουμ υψηλού επιπέδου για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, τάχθηκαν υπέρ της πρόσθετης εποπτικής σύγκλισης και της ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των αρχών. Για παράδειγμα, η σύσταση σωμάτων εποπτών για ΚΑΤ που χρησιμοποιούν το διαβατήριο, όπου η συνεργασία αυτή είναι πιο τυποποιημένη και υπόκειται σε ειδικούς κανόνες, είναι εθελοντική και αποφασίζεται από την αρχή της χώρας καταγωγής του ΚΑΤ· στην πράξη, μέχρι σήμερα έχει συσταθεί μόνο ένα σώμα.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η λήξη της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων για τα ΚΑΤ της ΕΕ, καθώς και διάφοροι τρόποι ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των αρχών και ενίσχυσης της εποπτικής σύγκλισης (π.χ. μέσω της επιβολής απαίτησης για υποχρεωτικά σώματα, εξουσιοδοτήσεων στην ESMA για τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα) ώστε να διασφαλιστεί μια πραγματική ενιαία αγορά για τα ΚΑΤ.
4.3.Διευκόλυνση της παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου
Ο CSDR ενθαρρύνει τον διακανονισμό σε χρήμα κεντρικής τράπεζας· ωστόσο, η πρόσβαση των ΚΑΤ σε μη εγχώριες κεντρικές τράπεζες υπόκειται σε αυστηρούς όρους και, ως εκ τούτου, είναι αρκετά περιορισμένη στην πράξη. Για την αντιμετώπιση αυτής της δυσκολίας, ο CSDR επιτρέπει επίσης τον διακανονισμό με χρήμα εμπορικής τράπεζας υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Χρήμα εμπορικής τράπεζας μπορεί να παρέχεται από το ίδιο το ΚΑΤ, εάν έχει λάβει άδεια για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, ή από πιστωτικό ίδρυμα. Τα ΚΑΤ που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου πρέπει να συμμορφώνονται με πρόσθετες απαιτήσεις λόγω των σημαντικών πιστωτικών κινδύνων και κινδύνων ρευστότητας για το ΚΑΤ και τους συμμετέχοντες σε αυτό. Όταν χρησιμοποιούν τράπεζα, τα ΚΑΤ πρέπει να χρησιμοποιούν ένα ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα (δηλαδή μια τράπεζα περιορισμένης άδειας που θεσπίζεται από τον CSDR, η οποία παρέχει υπηρεσίες μόνο σε ΚΑΤ και πρέπει να συμμορφώνεται με πρόσθετες απαιτήσεις για τον μετριασμό των κινδύνων) όταν η δραστηριότητα διακανονισμού τους υπερβαίνει ορισμένα όρια· κάτω από τα όρια αυτά μπορούν να χρησιμοποιούν εμπορικό πιστωτικό ίδρυμα.
Ορισμένοι ενδιαφερόμενοι, κυρίως ΚΑΤ, υποστήριξαν ότι ο CSDR παρεμποδίζει τον διακανονισμό σε ξένα νομίσματα, με αποτέλεσμα να καθίσταται λιγότερο πιθανή η διασυνοριακή δραστηριότητα και να περιορίζεται ο ανταγωνισμός. Ειδικότερα, παρατήρησαν ότι οι απαιτήσεις βάσει των οποίων μπορούν να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου είναι υπερβολικά περιοριστικές και δαπανηρές. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα μόνο τέσσερα ΚΑΤ έχουν λάβει άδεια βάσει του CSDR για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα. Ορισμένοι ενδιαφερόμενοι επισήμαναν επίσης ότι τα όρια κάτω από τα οποία τα ΚΑΤ μπορούν να χρησιμοποιούν μια εμπορική τράπεζα για διακανονισμό αντί ενός ορισθέντος πιστωτικού ιδρύματος είναι υπερβολικά χαμηλά. Ορισμένες δημόσιες αρχές ανέφεραν επίσης ότι είναι ανοικτές στην επανεξέταση ορισμένων πτυχών των κανόνων χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ωστόσο, άλλοι ενδιαφερόμενοι, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ΚΑΤ και συμμετεχόντων σε ΚΑΤ, επισήμαναν ότι η χαλάρωση των κανόνων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών και ΚΑΤ ή ακόμη και να αυξήσει τον κίνδυνο μετάδοσης.
Είναι σκόπιμο να αξιολογηθεί κατά πόσον είναι αναγκαίο να απλουστευθούν και να καταστούν αναλογικότερες ορισμένες απαιτήσεις για την αντιμετώπιση των προκλήσεων κατά τον διακανονισμό σε χρήμα εμπορικής τράπεζας, με παράλληλη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε διακανονισμό σε νομίσματα της ΕΕ μέσω λογαριασμών σε κεντρική τράπεζα, η Επιτροπή καλεί το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών να εξετάσει τις δυνατότητες διευκόλυνσης της πρόσβασης ΚΑΤ της ΕΕ, τα οποία έχουν λάβει άδεια σε άλλα κράτη μέλη, στις υπηρεσίες των κεντρικών τραπεζών τους.
4.4.Μείωση του δυσανάλογου φόρτου και του κόστους που συνδέεται με τη συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού
Η συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού πρόκειται να εφαρμοστεί από την 1η Φεβρουαρίου 2022, όταν θα αρχίσει να ισχύει το σχετικό ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο. Τα κύρια στοιχεία της είναι η επιβολή χρηματικών ποινών για τους συμμετέχοντες σε ΚΑΤ σε περίπτωση αδυναμίας διακανονισμού, και οι υποχρεωτικές αγορές κάλυψης «buy-in» σε περίπτωση που ένας συμμετέχων σε ΚΑΤ δεν παραδώσει το αξιόγραφο εντός καθορισμένης περιόδου παράτασης. Παρά την έλλειψη πείρας όσο αφορά την εφαρμογή των κανόνων, η ανάπτυξη και η εξειδίκευση του πλαισίου στο ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο επέτρεψαν σε όλους τους ενδιαφερόμενους να κατανοήσουν καλύτερα το καθεστώς και τις προκλήσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει η εφαρμογή του, ιδίως σε περιόδους κρίσης όπως η κρίση λόγω της νόσου COVID-19 την άνοιξη του 2020. Η συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού προσέλκυσε τη μεγαλύτερη προσοχή στη στοχευμένη διαβούλευση, καθώς σχεδόν όλοι οι απαντήσαντες διατύπωσαν σχόλια. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, κάλεσε επίσης την Επιτροπή να επανεξετάσει το καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού ενόψει της κρίσης COVID-19 και του Brexit.
Σχεδόν όλοι οι ενδιαφερόμενοι επισήμαναν ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των κανόνων σχετικά με την υποχρεωτική αγορά κάλυψης «buy-in». Αυτό επιβεβαιώνεται επίσης από τον αριθμό των αιτημάτων για διευκρινίσεις, τα οποία έχουν υποβληθεί στην ESMA και την Επιτροπή, προκειμένου να καταστεί το πλαίσιο λειτουργικό.
Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα όσων απάντησαν στη στοχευμένη διαβούλευση ανέφεραν ότι οι κανόνες για την αγορά κάλυψης «buy-in» θα πρέπει να επανεξεταστούν, με τη μεγάλη πλειονότητα να τάσσεται υπέρ των εθελοντικών και όχι των υποχρεωτικών αγορών κάλυψης «buy-in». Υποστηρίχθηκε ότι οι υποχρεωτικές αγορές «buy-in» θα μειώσουν τη ρευστότητα στην αγορά, θα αυξήσουν το κόστος για τους επενδυτές και θα θέσουν τα ΚΑΤ της ΕΕ σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα όταν ανταγωνίζονται ΚΑΤ τρίτων χωρών που δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με παρόμοιους κανόνες.
Επιπλέον, οι περισσότεροι από όσους απάντησαν στη στοχευμένη διαβούλευση θεωρούσαν ότι η συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού, ιδίως οι υποχρεωτικές αγορές κάλυψης «buy-in», θα είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην αγορά κατά τη διάρκεια της αναταραχής της αγοράς που προκλήθηκε από τη νόσο COVID-19, καθώς: i) θα είχε εντείνει την πίεση στη ρευστότητα, ii) θα είχε αυξήσει το κόστος των αξιόγραφων που κινδυνεύουν να αποτελέσουν αντικείμενο αγοράς κάλυψης «buy-in» και iii) θα είχε παρεμποδίσει την ικανότητα αντιστάθμισης κινδύνου.
Παρόλα αυτά, λίγοι ενδιαφερόμενοι τάχθηκαν υπέρ των υποχρεωτικών αγορών κάλυψης «buy-in», υποστηρίζοντας ότι: σήμερα οι εθελοντικές αγορές κάλυψης «buy-in» δεν παρέχουν κίνητρα για τη βελτιστοποίηση των υποστηρικτικών διαδικασιών που μπορούν επίσης να προκαλέσουν αδυναμία διακανονισμού· θα υπάρχει σημαντικός δισταγμός για την εκτέλεση εθελοντικών αγορών κάλυψης «buy-in» έναντι μεγάλων συμμετεχόντων στην αγορά· και έχουν ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις για να συμμορφωθούν με το πλαίσιο.
Η δημόσια διαβούλευση, καθώς και οι ερωτήσεις προς την ESMA και την Επιτροπή, κατέδειξαν ότι ενδέχεται να απαιτούνται επίσης διευκρινίσεις σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις χρηματικές ποινές. Επιπλέον, φαίνεται ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η τρέχουσα μεθοδολογία για τον υπολογισμό των χρηματικών ποινών δεν μπορεί να εφαρμοστεί
λόγω της έλλειψης επίσημου επιτοκίου για την πίστωση ημερονυκτίου.
Λαμβανομένων υπόψη των σχολίων των ενδιαφερομένων, είναι σκόπιμο η Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει ορισμένες τροποποιήσεις, με την επιφύλαξη εκτίμησης επιπτώσεων, στο πλαίσιο της συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού, ιδίως όσον αφορά τους κανόνες για την υποχρεωτική κάλυψη αγοράς «buy-in», ώστε να καταστεί πιο αναλογικό και να αποφευχθούν πιθανές ανεπιθύμητες συνέπειες.
4.5.Ενίσχυση του πλαισίου για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών
Το άρθρο 81 παράγραφος 2γ του κανονισμού για την ESMA απαιτεί τη διενέργεια ολοκληρωμένης αξιολόγησης σχετικά με την ενδεχόμενη εποπτεία των ΚΑΤ τρίτων χωρών από την ESMA, διερευνώντας ορισμένες πτυχές όπως η αναγνώριση με βάση τη συστημική σημασία, η διαρκής συμμόρφωση, τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές.
Επί του παρόντος, τα ΚΑΤ τρίτων χωρών μπορούν να παρέχουν συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης μόνο αφού η Επιτροπή εκδώσει απόφαση ισοδυναμίας όσον αφορά το νομικό πλαίσιο της τρίτης χώρας και μετά την αναγνώρισή τους από την ESMA. Η ESMA δεν διαθέτει άμεσες εποπτικές εξουσίες επί αναγνωρισμένων ΚΑΤ τρίτων χωρών. Ωστόσο, κατ’ αρχήν, τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην ΕΕ πριν από την έναρξη ισχύος του CSDR μπορούν να συνεχίσουν να το πράττουν βάσει ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων που δεν έχει ημερομηνία λήξης.
Μέχρι σήμερα, η Επιτροπή έχει εκδώσει μόνο μία απόφαση ισοδυναμίας (για το Ηνωμένο Βασίλειο) η οποία ισχύει έως τις 30 Ιουνίου 2021 και ESMA έχει αναγνωρίσει μόνο το ΚΑΤ του Ηνωμένου Βασιλείου. Ως εκ τούτου, η πρακτική πείρα σχετικά με το καθεστώς τρίτων χωρών είναι περιορισμένη.
Στο πλαίσιο αυτό, η πλειονότητα των ενδιαφερομένων δεν τάχθηκε υπέρ της θέσπισης, στο παρόν στάδιο, ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την αναγνώριση και την εποπτεία των ΚΑΤ τρίτων χωρών. Ωστόσο, από τη διαβούλευση προέκυψαν ορισμένοι τομείς στους οποίους απαιτείται ενδεχομένως περαιτέρω προβληματισμός για την ενίσχυση των ισχυόντων κανόνων.
Όσον αφορά τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων, πρώτον, φαίνεται ότι δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που παρέχουν επί του παρόντος υπηρεσίες βάσει της εν λόγω ρήτρας για χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί βάσει του δικαίου κράτους μέλους. Η ESMA και πολλοί ενδιαφερόμενοι τάχθηκαν υπέρ της θέσπισης απαίτησης κοινοποίησης για την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά. Δεύτερον, ορισμένοι ενδιαφερόμενοι διερωτήθηκαν μήπως υπάρχουν άνισοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ΚΑΤ της ΕΕ και των ΚΑΤ τρίτων χωρών που εξακολουθούν να λειτουργούν βάσει της εν λόγω ρήτρας.
Τέθηκαν επίσης ερωτήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τις τρίτες χώρες. Πρώτον, επί του παρόντος δεν απαιτείται αναγνώριση από την ESMA για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες διακανονισμού για χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί βάσει του δικαίου κράτους μέλους. Η ESMA τάσσεται υπέρ της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της αναγνώρισης στις υπηρεσίες διακανονισμού, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα μπορούσε να διασφαλίσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την προστασία των επενδυτών, καθώς και ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ΚΑΤ της ΕΕ και τρίτων χωρών. Ωστόσο, είναι λίγες οι διαθέσιμες πληροφορίες ως προς το κατά πόσον τα ΚΑΤ τρίτων χωρών συμμετέχουν σε τέτοιες δραστηριότητες. Δεύτερον, ορισμένοι ενδιαφερόμενοι κάλεσαν την Επιτροπή να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής των χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία απαιτείται αναγνώριση, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων διαβατηρίου όπου χρησιμοποιείται παρόμοια ορολογία.
Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να αξιολογηθεί κατά πόσον απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις στο πλαίσιο για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών (π.χ. ημερομηνία λήξης της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων, θέσπιση απαίτησης κοινοποίησης), ώστε να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ΕΕ και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ΚΑΤ της ΕΕ και τρίτων χωρών, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών διεθνώς συμφωνημένων αρχών για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών.
4.6.Χρήση της τεχνολογικής καινοτομίας
Η τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT) και η μετατροπή των αξιογράφων σε «μάρκες» (token) μπορούν να μεταμορφώσουν την εκκαθάριση και τον διακανονισμό μέσω της απλούστευσης των διαδικασιών, της μείωσης του κόστους και της αύξησης της ασφάλειας. Τον Σεπτέμβριο του 2020 η Επιτροπή δημοσίευσε πρόταση σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για τις υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού.
Όσοι απάντησαν στη στοχευμένη διαβούλευση επισήμαναν ότι ο CSDR πρέπει να παραμείνει τεχνολογικά ουδέτερος και να διασφαλίζει ότι οι αναδυόμενοι πάροχοι υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με τους κατεστημένους φορείς (αρχή «ίδια υπηρεσία, ίδιος κίνδυνος, ίδιοι κανόνες»). Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι υποστήριξαν ότι τυχόν αλλαγές στον CSDR για την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της τεχνολογίας θα πρέπει να αναβληθούν έως ότου εγκριθεί η πρόταση της Επιτροπής για ένα πιλοτικό καθεστώς και καταστεί δυνατή η άντληση διδαγμάτων από την εφαρμογή του.
Θα εξεταστούν περαιτέρω οι συνέπειες που έχει για τον CSDR η χρήση της τεχνολογίας από τα ΚΑΤ. Η Επιτροπή καλεί επίσης την ESMA να εξετάσει κατά πόσον θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εργαλεία εποπτικής σύγκλισης που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της ή αν απαιτούνται ενδεχομένως τροποποιήσεις των υφιστάμενων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκολυνθεί η χρήση της τεχνολογικής καινοτομίας από τα ΚΑΤ.
4.7 Τομείς στους οποίους οι ενδιαφερόμενοι δεν θεωρούν αναγκαία την ανάληψη περαιτέρω δράσης την παρούσα χρονική στιγμή
Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συμφώνησαν ότι τα δεδομένα που υποβάλλονται από τους εσωτερικοποιητές διακανονισμών
είναι αποτελεσματικά, αποδοτικά, συνεκτικά, συναφή και παρέχουν ενωσιακή προστιθέμενη αξία, αυξάνοντας έτσι τη διαφάνεια της αγοράς. Επιπλέον, οι ενδιαφερόμενοι επισήμαναν ότι η υποχρέωση ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ότι είναι πολύ νωρίς για να επανεξεταστεί. Ωστόσο, η αύξηση της δραστηριότητας εσωτερικοποιημένου διακανονισμού, μια τάση που επιβεβαιώθηκε επίσης από την ESMA
, χρήζει προσεκτικής παρακολούθησης για την πρόληψη αναδυόμενων κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Όσον αφορά τη θέσπιση μέτρων για τον περιορισμό των επιπτώσεων της πτώχευσης ΚΑΤ στους φορολογούμενους, λίγοι μόνο ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν σχόλια. Λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων σχολίων που έλαβε, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει αναλυτικότερα το ζήτημα αυτό αργότερα, όταν οι δημόσιες αρχές και ο κλάδος θα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη πείρα από την εφαρμογή του CSDR και το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης που εφαρμόζεται σε άλλες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών (συγκεκριμένα στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους).
5.Συμπεράσματα
Από τα σχόλια των ενδιαφερομένων δεν προκύπτει ανάγκη να γίνουν θεμελιώδεις αλλαγές στις περισσότερες βασικές απαιτήσεις του CSDR, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της διαφάνειας και τον μετριασμό των συστημικών κινδύνων κατά τον διακανονισμό. Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία που ελήφθησαν, απαιτείται περαιτέρω εξέταση των ζητημάτων που προσδιορίζονται στην παρούσα έκθεση.
Ως εκ τούτου, όπως ανακοινώθηκε στο σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών του 2020 και στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2021, η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει νομοθετική επανεξέταση του CSDR στο πλαίσιο του REFIT, με την επιφύλαξη εκτίμησης επιπτώσεων. Η πρωτοβουλία αυτή αναμένεται να στηρίξει το θεματολόγιο της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας με την εξάλειψη των περιττών δαπανών που επιβαρύνουν επί του παρόντος τις εταιρείες, καθιστώντας παράλληλα την χρηματοπιστωτική αγορά της ΕΕ πιο ολοκληρωμένη, αποτελεσματική και ασφαλή για τη διευκόλυνση των επενδύσεων.