|
7.2.2020 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 42/2 |
Κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εθνικά μέτρα που είναι αυστηρότερα από τις διατάξεις μέτρου εναρμόνισης της ΕΕ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2020/C 42/02)
(1)
Με επιστολή της 29ης Νοεμβρίου 2019, την οποία έλαβε η Επιτροπή στις 29 Νοεμβρίου 2019, η Γερμανία κοινοποίησε στην Επιτροπή την επιθυμία της να διατηρήσει εθνικές διατάξεις σχετικά με λέβητες στερεού καυσίμου. Η εθνική διάταξη αφορούσε τα ακόλουθα σημεία:|
— |
Άρθρο 5 παράγραφος 1) του γερμανικού κανονισμού για τις μικρές και μεσαίες μονάδες καύσης [Verordnung über kleine und mittlere Feuerungsanlagen] της 26ης Ιανουαρίου 2010 (εφεξής «1ος BImSchV»), στο οποίο καθορίζονται οριακές τιμές εκπομπής σωματιδίων. Διαφέρει από τις τιμές και τη μεθοδολογία μέτρησης που εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2020 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2015, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για λέβητες στερεού καυσίμου («κανονισμός (ΕΕ) 2015/1189»). |
|
— |
Άρθρο 4 παράγραφος 1) του 1ου BImSchV, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, στο οποίο περιλαμβάνεται εξαντλητικός κατάλογος των καυσίμων που μπορούν να χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις καύσης. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/1189 (1) δεν περιλαμβάνει τέτοιο εξαντλητικό κατάλογο. |
|
— |
Άρθρο 5 παράγραφος 4) του 1ου BImSchV που ορίζει ότι οι λέβητες στερεού καυσίμου πρέπει να διαθέτουν δεξαμενές αποθήκευσης ζεστού νερού. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/1189 δεν περιέχει τέτοια απαίτηση. |
|
— |
Άρθρο 14 και άρθρο 15 παράγραφος 1) του 1ου BImSchV σχετικά με την παρακολούθηση νέων και σημαντικά τροποποιημένων μονάδων καύσης. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/1189 επιβάλλει απαιτήσεις κατά τη διάθεση λεβήτων στερεού καυσίμου στην αγορά και δεν περιέχει διατάξεις για την περαιτέρω παρακολούθησή τους. |
(2)
Οι εναρμονισμένοι κανόνες για τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού των λεβήτων στερεού καυσίμου ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα.Η οδηγία 2009/125/ΕΚ προβλέπει τη θέσπιση απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληρούν τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα τα οποία καλύπτονται από μέτρα εφαρμογής, προκειμένου τα εν λόγω προϊόντα να διατίθενται στην αγορά ή/και να τίθενται σε λειτουργία. Συμβάλλει στην αειφόρο ανάπτυξη αυξάνοντας την ενεργειακή απόδοση και το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού. Η οδηγία βασίζεται στο άρθρο 95 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (νυν άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΣΛΕΕ).
Στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή/και τη θέση σε λειτουργία στο έδαφός τους προϊόντος που έχει συμμορφωθεί με όλες τις σχετικές διατάξεις του ισχύοντος μέτρου εφαρμογής και φέρει τη σήμανση CE για λόγους απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού που αφορούν τις παραμέτρους οικολογικού σχεδιασμού που αναφέρονται στο παράρτημα Ι μέρος 1 της εν λόγω οδηγίας, οι οποίες καλύπτονται από το ισχύον μέτρο εφαρμογής.
Σκοπός του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής είναι ο καθορισμός απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για λέβητες στερεού καυσίμου, συμπεριλαμβανομένων οριακών τιμών εκπομπής σωματιδίων. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό της Επιτροπής και στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/1187 της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2015, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την ενεργειακή επισήμανση των λεβήτων στερεού καυσίμου και των συγκροτημάτων λέβητα στερεού καυσίμου, συμπληρωματικών θερμαντήρων, ρυθμιστών θερμοκρασίας και ηλιακών συσκευών εκτιμάται ότι θα οδηγήσει στη μείωση των ετήσιων εκπομπών σωματιδίων κατά 10 χιλιοτόνους έως το 2030 (2).
Για τους λέβητες στερεού καυσίμου με ονομαστική ισχύ 500 kW ή μικρότερη, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής ορίζει ότι, από την 1η Ιανουαρίου 2020, οι εκπομπές αιωρούμενων σωματιδίων από την εποχιακή θέρμανση χώρου, τυποποιημένες με βάση ξηρό απαέριο με 10 % οξυγόνο και σε πρότυπες συνθήκες θερμοκρασίας 0 °C και πίεσης 1 013 millibar, δεν υπερβαίνουν τα 40 mg/m3, στην περίπτωση των αυτόματα τροφοδοτούμενων λεβήτων, και τα 60 mg/m3 στην περίπτωση των χειροκίνητα τροφοδοτούμενων.1 013 millibar, δεν υπερβαίνουν τα 40 mg/m3, στην περίπτωση των αυτόματα τροφοδοτούμενων λεβήτων, και τα 60 mg/m3 στην περίπτωση των χειροκίνητα τροφοδοτούμενων.
(3)
Ο 1ος BImSchV άρχισε να ισχύει στις 22 Μαρτίου 2010 και εφαρμόζεται σε μικρές και μεσαίες μονάδες καύσης, συμπεριλαμβανομένων των λεβήτων στερεού καυσίμου ονομαστικής ισχύος 500 kW ή μικρότερης. Ορίζει ότι, για μονάδες καύσης στερεών καυσίμων ονομαστικής θερμικής ισχύος 4 kW και άνω, οι εκπομπές σωματιδίων σε πλήρες φορτίο δεν πρέπει να υπερβαίνουν, για τις μονάδες που κατασκευάστηκαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014, τα 20 mg/m3, τυποποιημένες με περιεκτικότητα σε οξυγόνο 13 % κατ’ όγκο.
(4)
Η Γερμανία θεωρεί ότι οι ισχύουσες εθνικές διατάξεις είναι αυστηρότερες από εκείνες του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής και ότι η διατήρησή τους δικαιολογείται τόσο με βάση επιτακτικές ανάγκες κατά την έννοια του άρθρου 36 της ΣΛΕΕ, και ιδίως την προστασία της υγείας των ανθρώπων, όσο και με βάση την προστασία του περιβάλλοντος.Η Γερμανία επισημαίνει ότι η μείωση του επιπέδου φιλοδοξίας που καθορίστηκε στον 1ο BImSchV θα μπορούσε να επιδεινώσει την ποιότητα του αέρα στη Γερμανία και θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο της βελτίωσης των περιβαλλοντικών επιδόσεων των λεβήτων στερεού καυσίμου.
Η επιδείνωση της ποιότητας του αέρα θα αντίκειτο στην οδηγία 2008/50/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη (3), η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 12, να διατηρούν τα επίπεδα των σωματιδίων κάτω από τις οριακές τιμές και να επιδιώκουν να διασφαλίζουν την καλύτερη δυνατή ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, που να είναι συμβατή με την αειφόρο ανάπτυξη.
Η Γερμανία τονίζει επίσης ότι η εφαρμογή των ορίων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής όσον αφορά τις εκπομπές σωματιδίων θα υπονόμευε επίσης την ικανότητά της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με τη μείωση των εθνικών εκπομπών ορισμένων ατμοσφαιρικών ρύπων (4).
Η Γερμανία θεωρεί ότι το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφύλαξης των φυτών κατά την έννοια του άρθρου 36 της ΣΛΕΕ δεν μπορεί να διατηρηθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εάν εφαρμοστούν οι απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1189 της Επιτροπής.
(5)
Η Επιτροπή θα εξετάσει τη γερμανική κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφοι 4 και 6 της ΣΛΕΕ. Το άρθρο 114 παράγραφος 4 προβλέπει ότι όταν, μετά τη θέσπιση μέτρου εναρμόνισης ΕΕ, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να διατηρήσει αυστηρότερες εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 36 της ΣΛΕΕ ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή μαζί με τους λόγους διατήρησής τους. Μετά την κοινοποίηση των γερμανικών διατάξεων η Επιτροπή διαθέτει έξι μήνες για να τις εγκρίνει ή να τις απορρίψει. Κατά το διάστημα αυτό, η Επιτροπή θα ελέγξει κατά πόσον οι γερμανικές διατάξεις μπορούν να θεωρηθούν μέτρα που προϋπήρχαν της εναρμόνισης και παρεκκλίνουν από τους κανόνες εναρμόνισης. Εάν αυτό ισχύει, η Επιτροπή θα εξακριβώσει αν η διατήρησή τους δικαιολογείται λόγω επιτακτικών αναγκών που προβλέπονται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ ή για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, αν αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου και αν συνιστούν περιττό και δυσανάλογο εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
(6)
Οποιοσδήποτε επιθυμεί να διατυπώσει σχόλια σχετικά με την εν λόγω κοινοποίηση πρέπει να τα διαβιβάσει στην Επιτροπή εντός 30 ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας ανακοίνωσης. Τα σχόλια που θα υποβληθούν μετά την ανωτέρω προθεσμία δεν θα ληφθούν υπόψη.
(7)
Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη γερμανική κοινοποίηση παρέχονται από την εξής διεύθυνση:European Commission
Directorate-General for Energy
DG ENER — Unit C4 Energy Efficiency: Buildings and products
Τηλ. +32 22983831
Email: ENER-C4-SECRETARIAT@ec.europa.eu
(1) ΕΕ L 193 της 21.7.2015, σ. 100.
(2) ΕΕ L 193 της 21.7.2015, σ. 43.