|
31.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 370/24 |
Περίληψη της γνωμοδότησης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σχετικά με την αναθεώρηση των κανονισμών της ΕΕ για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων και για τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
(Το πλήρες κείμενο της παρούσας γνωμοδότησης είναι διαθέσιμο στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα στον δικτυακό τόπο του ΕΕΠΔ www.edps.europa.eu)
(2019/C 370/07)
Στις 31 Μαΐου 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε δύο προτάσεις για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου: ενός κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (1), αφενός, και ενός κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (2), αφετέρου. Οι προτάσεις αυτές αποβλέπουν, κυρίως, στη βελτίωση της ομαλής λειτουργίας της δικαστικής συνεργασίας στους εν λόγω τομείς, προβλέποντας μεταξύ άλλων τη διαβίβαση των πράξεων και των παραγγελιών διεξαγωγής αποδείξεων μέσω ενός αποκεντρωμένου συστήματος τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ).
Ο ΕΕΠΔ αναγνωρίζει ότι οι ανταλλαγές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, εκφράζει την ικανοποίησή του για τους γενικούς στόχους των προτάσεων που αποβλέπουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις σε ό,τι αφορά τη διεξαγωγή αποδείξεων και την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, ιδίως μέσω της ψηφιοποίησης και της χρήσης της τεχνολογίας ΤΠ. Συμμερίζεται την άποψη ότι η προτεινόμενη νομοθεσία θα μπορούσε να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των πολιτών της ΕΕ.
Στο πλαίσιο της παρούσας γνωμοδότησης διατυπώνονται τρεις κύριες συστάσεις που επιδιώκουν να συνδράμουν με εποικοδομητικό τρόπο τους νομοθέτες στην επίτευξη αυτού του πολύ σημαντικού στόχου, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συμμόρφωση με τον Χάρτη και τον γενικό κανονισμό για την προστασία των δεδομένων (ΓΚΠΔ):
|
— |
παροχή σαφούς νομικής βάσης για το σύστημα ΤΠ, το οποίο θα χρησιμοποιείται για τη διαβίβαση πράξεων, παραγγελιών και κοινοποιήσεων για τους σκοπούς των εν λόγω κανονισμών. Ειδικότερα, σε περίπτωση που το σύστημα ΤΠ προϋποθέτει τη συμμετοχή θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ, η εν λόγω νομική βάση θα πρέπει καταρχήν να προβλέπεται σε νομοθετική πράξη της ΕΕ. Επίσης, ακόμη και στην περίπτωση που η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιείται στο πλαίσιο υφιστάμενου συστήματος ΤΠ, ο ΕΕΠΔ συνιστά να προβλεφθεί η χρήση του εν λόγω συστήματος στην ίδια τη νομοθετική πράξη. Ωστόσο, το υφιστάμενο σύστημα που προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί θα πρέπει να έχει συσταθεί δεόντως βάσει νομοθετικής πράξης σε επίπεδο ΕΕ, κάτι που προς το παρόν δεν ισχύει για το e-CODEX. Σε περίπτωση που ο νομοθέτης της ΕΕ επιλέξει τη λύση του e-CODEX, η έλλειψη νομικού μέσου σε επίπεδο ΕΕ για τη θέσπιση και τη ρύθμιση του συστήματος θα πρέπει να αποκατασταθεί χωρίς καθυστέρηση. |
|
— |
συμπερίληψη, στις ίδιες τις νομοθετικές πράξεις, λεπτομερούς περιγραφής των πτυχών του συστήματος ΤΠ, όπως οι αρμοδιότητες προστασίας των δεδομένων ή οι σχετικές ισχύουσες διασφαλίσεις, που θα προσδιορίζονται περαιτέρω στις εκτελεστικές πράξεις. Ειδικότερα, στον βαθμό που η Επιτροπή ή άλλο θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμός της ΕΕ εμπλέκεται στη λειτουργία του νέου συστήματος, η νομική πράξη θα πρέπει ιδανικά να καθορίζει τις αρμοδιότητές του ως (κοινού) υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία. |
|
— |
διεξαγωγή εκτίμησης αντικτύπου για την προστασία των δεδομένων κατά την κατάρτιση των εκτελεστικών πράξεων. |
Στην παρούσα γνωμοδότηση ο ΕΕΠΔ παρέχει περαιτέρω λεπτομερείς συστάσεις.
Ο ΕΕΠΔ παραμένει στη διάθεση των θεσμικών οργάνων για περαιτέρω συμβουλές κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας και κατά το στάδιο της εφαρμογής των κανονισμών μετά την έγκρισή τους.
1. Εισαγωγή και πλαίσιο
|
1. |
Στις 31 Μαΐου 2018, η Επιτροπή ενέκρινε δύο προτάσεις (3) για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση:
|
|
2. |
Ο κανονισμός για τη διεξαγωγή αποδείξεων, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 2004, προβλέπει δύο τρόπους διεξαγωγής αποδείξεων μεταξύ των κρατών μελών: τη διεξαγωγή των αποδείξεων από το δικαστήριο εκτελέσεως και την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων από το αιτούν δικαστήριο. |
|
3. |
Ο κανονισμός για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 2008, προβλέπει διάφορους τρόπους διαβίβασης πράξεων από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, για σκοπούς επίδοσης ή κοινοποίησης προς το τελευταίο, μέσω υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής ή μέσω της διαβίβασης διά της προξενικής ή διπλωματικής οδού. Επίσης, θεσπίζει ενιαίους νομικούς όρους για την απευθείας διασυνοριακή επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων ταχυδρομικώς και προβλέπει την απευθείας επίδοση ή κοινοποίηση μέσω του αρμόδιου προσώπου του κράτους μέλους παραλαβής όταν αυτό επιτρέπεται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Περιλαμβάνει ορισμένα ελάχιστα πρότυπα για την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας. Η εφαρμογή του κανονισμού «δεν περιορίζεται στις διαδικασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, διότι το πεδίο εφαρμογής του καλύπτει και «εξώδικες» πράξεις, η επίδοση ή κοινοποίηση των οποίων μπορεί να προκύψει σε διάφορες εξωδικαστικές διαδικασίες (π.χ. σε υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής ενώπιον συμβολαιογράφου ή σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου ενώπιον δημόσιας αρχής) ή ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε υποκείμενης δικαστικής διαδικασίας» (4). |
|
4. |
Οι προτάσεις περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2018 στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών REFIT στον χώρο δικαιοσύνης και θεμελιωδών δικαιωμάτων με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη (5). Οι προτάσεις συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων (6). |
|
5. |
Και οι δύο προτάσεις προβλέπουν τη διαβίβαση πράξεων, παραγγελιών και κοινοποιήσεων μέσω ενός υποχρεωτικού συστήματος τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ) που αποτελείται από εθνικά συστήματα ΤΠ διασυνδεδεμένα με επικοινωνιακή υποδομή που επιτρέπει την ασφαλή και αξιόπιστη διασυνοριακή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών συστημάτων ΤΠ. Προβλέπουν επίσης την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά (7). |
|
6. |
Στις 13 Φεβρουαρίου 2019, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τα νομοθετικά του ψηφίσματα και για τις δύο προτάσεις σε πρώτη ανάγνωση (8), μεταξύ άλλων συμφωνώντας για τη δημιουργία αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ, υπό τον όρο ότι το σύστημα αυτό θα βασίζεται στο e-CODEX και ότι η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος θα διασφαλίζεται μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. |
|
7. |
Στις 6 Ιουνίου 2019, πραγματοποιήθηκε συζήτηση προσανατολισμού στο Συμβούλιο. Η Προεδρία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «το Συμβούλιο επιβεβαίωσε την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών μας όσον αφορά τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Προεδρία έλαβε υπόψη την προτίμηση που εκφράστηκε για ένα αποκεντρωμένο και ασφαλές σύστημα ΤΠ. Προσέθεσε ότι οι υπουργοί θα μπορούσαν να δεχθούν την υποχρεωτική χρήση του συστήματος μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων μια μακρότερη μεταβατική περίοδο και την παροχή ενός συστήματος αναφοράς back-end από την Επιτροπή. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο σύνταξης ενός καταλόγου με τις απαραίτητες εξαιρέσεις. Τέλος, η Προεδρία σημείωσε ότι το e-CODEX θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση λογισμικού που θα χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό. Θα πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω εργασίες σε τεχνικό επίπεδο» (9). |
|
8. |
Στις 23 Απριλίου 2019, η Επιτροπή υπέβαλε αίτημα για διαβούλευση στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (εφεξής «ΕΕΠΔ») προκειμένου να αξιολογήσει τη συμμόρφωση και των δύο προτάσεων με τον γενικό κανονισμό για την προστασία των δεδομένων (εφεξής «ΓΚΠΔ»). Ο ΕΕΠΔ εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διαβούλευση της Επιτροπής. |
3. Συμπεράσματα
|
24. |
Ο ΕΕΠΔ επικροτεί τους γενικούς στόχους των προτάσεων που αποβλέπουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής συνεργασίας, ιδίως μέσω της ψηφιοποίησης και της χρήσης τεχνολογίας ΤΠ, σε σχέση με τη διεξαγωγή αποδείξεων και την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, στόχος της παρούσας γνωμοδότησης είναι η παροχή εποικοδομητικών και αντικειμενικών συμβουλών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. |
|
25. |
Ο ΕΕΠΔ εκφράζει την ικανοποίησή του για τον προσδιορισμό μιας υψηλού επιπέδου αρχιτεκτονικής του συστήματος στην ίδια τη νομοθετική πράξη και για την υποχρέωση αξιόπιστης ανταλλαγής πληροφοριών, καθώς και την ανάγκη χρήσης υπηρεσιών εμπιστοσύνης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014. |
|
26. |
Ο ΕΕΠΔ διατυπώνει τρεις κύριες συστάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τον Χάρτη και τον ΓΚΠΔ:
|
|
27. |
Ο ΕΕΠΔ διατυπώνει επίσης τις ακόλουθες συστάσεις:
|
|
28. |
Τέλος, ο ΕΕΠΔ παραμένει στη διάθεση της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την παροχή συμβουλών σε μεταγενέστερα στάδια της παρούσας διαδικασίας. Οι συστάσεις που διατυπώνονται στην παρούσα γνωμοδότηση ισχύουν με την επιφύλαξη τυχόν πρόσθετων σχολίων που μπορεί να διατυπώσει ο ΕΕΠΔ σχετικά με πρόσθετα ζητήματα που μπορεί να ανακύψουν, Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να διαβουλεύεται με τον ΕΕΠΔ κατά την επεξεργασία εκτελεστικών πράξεων ή κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που έχουν αντίκτυπο στην προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο ΕΕΠΔ αναμένει ως εκ τούτου να ζητηθεί αργότερα η γνώμη του, στο πλαίσιο αυτό, σχετικά με τις διατάξεις του σχεδίου εκτελεστικών ή κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. |
Βρυξέλλες, 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Wojciech Rafał WIEWIÓROWSKI
Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων
(1) EE L 174 της 27.6.2001, σ. 1.
(2) EE L 324 της 10.12.2007, σ. 79.
(3) Πρόταση COM(2018)378 final (εφεξής «πρόταση για τη διεξαγωγή αποδείξεων») και πρόταση COM (2018)379 final (εφεξής «πρόταση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων»).
(4) Αιτιολογική έκθεση, σ. 2.
(5) Πρόγραμμα Εργασίας της Επιτροπής για το 2018: Ένα θεματολόγιο για μια πιο ενωμένη, ισχυρότερη και πιο δημοκρατική Ευρώπη (COM(2017)650 final, 24.10.2017), παράρτημα II, σημεία 10 και 11.
(6) Έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SWD(2018)285 και SWD(2018)287.
(7) Αιτιολογική έκθεση της πρότασης για τη διεξαγωγή αποδείξεων, σ. 3 και αιτιολογική έκθεση της πρότασης για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων, σ. 4: «Ενώ καταρχήν τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να ψηφιοποιήσουν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν, η εμπειρία του παρελθόντος και οι προβλέψεις για την εξέλιξη των πραγμάτων αν δεν υπάρξει δράση της ΕΕ δείχνουν ότι η πρόοδος θα είναι πολύ αργή και ότι, ακόμη και όταν τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν δράση, η διαλειτουργικότητα δεν μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς ένα καθοριζόμενο από ενωσιακή νομοθεσία πλαίσιο. Επομένως, ο στόχος της πρότασης δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από μόνα τα κράτη μέλη και μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε ενωσιακό επίπεδο».
(8) P8_TA(2019)0103 και P8_TA(2019)0104.
(9) Αποτέλεσμα της συνεδρίασης του Συμβουλίου (9970/19), σ. 7, προσωρινή έκδοση διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.consilium.europa.eu/media/39709/st09970-en19.pdf
Σύμφωνα με το έγγραφο της Προεδρίας (9566/19), παράγραφος 8 και 13, «στις εκτιμήσεις επιπτώσεων της Επιτροπής που συνοδεύουν τις δύο προτάσεις, το e-CODEX θεωρείται ως το πλέον κατάλληλο και το μόνο εύκολα διαθέσιμο σύστημα ΤΠ. Η ανάπτυξη άλλου αποκεντρωμένου συστήματος σημαίνει ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν εκ νέου οι ίδιες προκλήσεις που έχουν ήδη αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της ανάπτυξης του e-CODEX». «Μία από τις υφιστάμενες λύσεις είναι το e-CODEX, ένα σύστημα που αναπτύχθηκε από μια κοινοπραξία κρατών μελών εντός περιόδου δέκα ετών περίπου με την οικονομική συνδρομή της ΕΕ. Αυτή τη στιγμή το e-CODEX χρησιμοποιείται για τα ακόλουθα: το σύστημα διασύνδεσης μητρώων επιχειρήσεων (BRIS)· τη διασύνδεση εθνικών μητρώων αφερεγγυότητας· το σύστημα ηλεκτρονικής ανταλλαγής ψηφιακών πειστηρίων. Ωστόσο, όσον αφορά περιπτώσεις χρήσης του βάσει εθελοντικής συνεργασίας, το e-CODEX δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί ούτε χρησιμοποιείται από όλα τα κράτη μέλη Στο πλαίσιο αυτό, για τα κράτη μέλη που προς το παρόν δεν έχουν συστήματα ΤΠ για τη διεκπεραίωση ηλεκτρονικών διαδικασιών, η Επιτροπή θα μπορούσε, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στο πλαίσιο της Ομάδας, να εξετάσει την ανάπτυξη μιας λύσης αναφοράς για την υλοποίηση ενός συστήματος υποστηρικτικών λειτουργιών (back-end system) σε εθνικό επίπεδο, εφόσον υπάρχει αρκετά ισχυρή και ευρεία στήριξη της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας από τις αντιπροσωπείες. Όλα τα συστήματα θα πρέπει να είναι διαλειτουργικά από τεχνική άποψη και να συμμορφώνονται προς το ίδιο σύνολο τεχνικών προδιαγραφών (πρωτόκολλα, πρότυπα, σχήματα XML και ροές εργασιών).».