ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 18.12.2018
COM(2018) 858 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών
1.Εισαγωγή
1.1.Ιστορικό
Η οδηγία 2012/13/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών («η οδηγία») είναι η δεύτερη πράξη που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του οδικού χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες. Στις 11 Δεκεμβρίου 2009 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την ικανοποίησή του για τον οδικό χάρτη και τον κατέστησε μέρος του Προγράμματος της Στοκχόλμης — Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες.
Το πρώτο μέτρο που εγκρίθηκε στο πλαίσιο του οδικού χάρτη ήταν η οδηγία 2010/64/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία. Μετά τη θέσπιση των δύο πρώτων αυτών οδηγιών, διεξήχθησαν περαιτέρω εργασίες σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα. Έκτοτε, η ΕΕ έχει εγκρίνει άλλες τέσσερις οδηγίες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας· σχετικά με την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και με το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας· σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά και σχετικά με τη δικαστική αρωγή.
Στόχος των έξι αυτών οδηγιών είναι να συμβάλουν στον γενικό στόχο της αύξησης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μέσω της καλύτερης εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, του ακρογωνιαίου λίθου του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης της ΕΕ. Το επιτυγχάνουν αυτό, αφενός, παρέχοντας κοινά ελάχιστα πρότυπα για τα δικονομικά δικαιώματα σε όλες τις ποινικές διαδικασίες και, αφετέρου, καθιστώντας δυνατή τη συνεπέστερη εφαρμογή του δικαιώματος αμερόληπτου δικαστηρίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ΕΣΑΔ).
1.2.Σκοπός και κύρια στοιχεία της οδηγίας
Η οδηγία 2012/13/ΕΕ αποσκοπεί στο να διασφαλίσει την εφαρμογή στην πράξη του δικαιώματος της ενημέρωσης στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών των υπόπτων και των κατηγορουμένων.
Με τη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων που διέπουν το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (και διαδικασιών του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης), η οδηγία αποσκοπεί στην αύξηση της εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών. Προς τούτο, βασίζεται και αποσκοπεί στα δικαιώματα που προβλέπονται π.χ. στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει την προαγωγή τους.
Η οδηγία καθορίζει ελάχιστα πρότυπα για όλους τους υπόπτους και τους κατηγορουμένους εντός της ΕΕ ανεξαρτήτως του νομικού τους καθεστώτος, της ιθαγένειας ή της εθνικότητάς τους. Έχει σχεδιαστεί ώστε να συμβάλει στην αποφυγή περιπτώσεων κακοδικίας και τον περιορισμό του αριθμού των ασκούμενων ενδίκων μέσων.
Η οδηγία θεσπίζει το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών και των διαδικασιών του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμα αυτό από τη στιγμή που ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές ότι θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Θεσπίζει το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα προφορικώς (άρθρο 3) ή εγγράφως αν το πρόσωπο στερείται την ελευθερία του (άρθρο 4) ή υπόκειται σε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (άρθρο 5), το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την ποινική κατηγορία (άρθρο 6) και το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας (άρθρο 7).
1.3.Αντικείμενο της παρούσας έκθεσης εφαρμογής
Η αξιολόγηση της εφαρμογής της οδηγίας πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας που απαιτεί από την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με την οποία να αξιολογείται κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα απαιτούμενα μέτρα συμμόρφωσης με την οδηγία.
Η περιγραφή και η ανάλυση στην παρούσα έκθεση βασίζονται κυρίως στις πληροφορίες που έχουν παράσχει τα κράτη μέλη. Συμπληρώνονται από δημοσιευμένες μελέτες για την αξιολόγηση της εφαρμογής των οδηγιών για τα δικονομικά δικαιώματα, οι οποίες έχουν εκπονηθεί από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη με τη χρήση επιχορηγήσεων δράσης στο πλαίσιο του προγράμματος «Δικαιοσύνη».
Η έκθεση εστιάζει στα μέτρα που έχουν λάβει μέχρι στιγμής τα κράτη μέλη για την εφαρμογή της οδηγίας. Αξιολογεί κατά πόσο τα κράτη μέλη εφάρμοσαν την οδηγία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και κατά πόσο η εθνική νομοθεσία επιτυγχάνει τους στόχους και πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας.
2.Γενική αξιολόγηση
Σύμφωνα με το άρθρο 11, τα κράτη μέλη έπρεπε να μεταφέρουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία έως τις 2 Ιουνίου 2014. Κατά τη λήξη της περιόδου μεταφοράς, επτά κράτη μέλη δεν είχαν κοινοποιήσει στην Επιτροπή τη λήψη των απαραίτητων μέτρων: η Κύπρος, η Τσεχική Δημοκρατία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, η Σλοβενία, η Σλοβακία και η Ισπανία. Ως αποτέλεσμα, η Επιτροπή αποφάσισε, τον Ιούλιο του 2014, να κινήσει διαδικασίες παράβασης σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των επτά αυτών κρατών μελών γιατί παρέλειψαν να κοινοποιήσουν τα εθνικά τους μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας.
Κύριος στόχος της Επιτροπής είναι να διασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη θα μεταφέρουν τις απαιτήσεις της οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο, ώστε τα δικαιώματα που περιέχει να προστατεύονται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μεταφορά της οδηγίας αποτελεί προϋπόθεση για την ορθή αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα απαιτούμενα μέτρα συμμόρφωσης με την οδηγία. Η Επιτροπή άρχισε να αξιολογεί κατά πόσο τα εθνικά μέτρα συμμορφώνονται με την οδηγία μόλις αυτά κοινοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, το Λουξεμβούργο, για παράδειγμα, μετέφερε την οδηγία μόλις τον Μάρτιο του 2017, ενώ η Ρουμανία ολοκλήρωσε την αρχική μερική της κοινοποίηση με τη λήψη μέτρων μεταφοράς στις 12 Ιουλίου 2016 και τις 6 Οκτωβρίου 2017. Οι καθυστερήσεις αυτές στη μεταφορά καθυστέρησαν τη συνολική διαδικασία αξιολόγησης. Οι τελευταίες διαδικασίες παράβασης λόγω μη κοινοποίησης περατώθηκαν μόλις τον Ιανουάριο του 2018. Υπό τις συνθήκες αυτές, και με δεδομένη την πολυπλοκότητα της αξιολόγησης όλων των μέτρων που έχουν κοινοποιηθεί από τα 27 κράτη μέλη που δεσμεύονται από την οδηγία, ιδιαίτερα όσον αφορά τα διάφορα εθνικά νομικά συστήματά τους, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να υποβάλει την παρούσα έκθεση νωρίτερα.
Αν και ο αντίκτυπος της οδηγίας περιορίζεται στον καθορισμό ελάχιστων κανόνων και επομένως επιτρέπει την ύπαρξη διαφορών στο ποινικό δικονομικό δίκαιο των κρατών μελών, ωστόσο επιβάλλει σαφείς υποχρεώσεις στα κράτη μέλη.
Στο πλαίσιο της αξιολόγησης τέθηκαν ορισμένα ζητήματα συμμόρφωσης σε αρκετά κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά το έγγραφο δικαιωμάτων στις ποινικές διαδικασίες και τις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την ποινική κατηγορία και το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας. Αν δεν διορθωθούν, οι αποκλίσεις αυτές μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που προβλέπει η παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή θα λάβει κάθε κατάλληλο μέτρο για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με την οδηγία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταξύ άλλων κινώντας διαδικασίες παράβασης, όπου αυτό είναι αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22), η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της. Επομένως, η Δανία δεν λαμβάνεται υπόψη στην παρακάτω αξιολόγηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να συμμετάσχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
3.Επιμέρους σημεία αξιολόγησης
3.1.Αντικείμενο (άρθρο 1)
Το άρθρο 1 της οδηγίας αναφέρει ότι η οδηγία ορίζει κανόνες σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου ή κατηγορουμένου, σχετικά με τα δικαιώματά του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και τις εναντίον του κατηγορίες, καθώς και των προσώπων που υπόκεινται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
Τα περισσότερα κράτη μέλη διέθεταν ήδη νομοθεσία σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης. Επομένως, η διαδικασία μεταφοράς αφορούσε την τροποποίηση τυχόν υφιστάμενης νομοθεσίας ή τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη.
3.2.Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2)
Το άρθρο 2 της οδηγίας περιγράφει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
3.2.1.Πεδίο εφαρμογής - άρθρο 2 παράγραφος 1
Το άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας προβλέπει ότι το δικαίωμα ενημέρωσης εφαρμόζεται στην ποινική διαδικασία και τη διαδικασία για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη στιγμή που ένα πρόσωπο ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές ότι θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ήτοι μέχρι να καταστεί οριστική η απόφαση.
Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 19 της οδηγίας «[ο]ι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τον ύποπτο ή κατηγορούμενο [...] και το αργότερο πριν από την πρώτη επίσημη εξέταση [...] από την αστυνομία ή από άλλη αρμόδια αρχή».
Στα περισσότερα κράτη μέλη δεν αναφέρεται ειδικά ο χρόνος κατά τον οποίο ο ύποπτος ή κατηγορούμενος «ενημερώνεται» σχετικά με την υποψία ή την κατηγορία, ούτε ορίζεται ότι το δικαίωμα ενημέρωσης εφαρμόζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο, από τη συστηματική ανάλυση των διαφόρων σταδίων της ποινικής διαδικασίας στα αντίστοιχα εθνικά νομικά πλαίσια προκύπτει ότι πολλά κράτη μέλη φαίνεται να συμμορφώνονται.
Εντούτοις, ανακύπτουν ζητήματα σε σχέση με τρία κράτη μέλη που προβλέπουν την υποχρέωση παροχής ενημέρωσης σχετικά με δικαιώματα μόνο όταν ένα πρόσωπο στερείται την ελευθερία του. Για τα πρόσωπα που δεν στερούνται την ελευθερία τους δεν ισχύουν οι ίδιες εγγυήσεις.
Όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής, στις νομοθεσίες των κρατών μελών παρουσιάζονται ορισμένες διαφορές στους όρους «ύποπτος» και «κατηγορούμενος». Η πλειοψηφία των κρατών μελών διακρίνουν μεταξύ των δύο όρων όταν αναφέρονται σε πρόσωπα που αποτελούν αντικείμενο ποινικής της διαδικασίας. Ωστόσο δύο κράτη μέλη χρησιμοποιούν μόνο την έννοια του «κατηγορούμενου προσώπου» στα νομικά τους συστήματα, αλλά όχι εκείνη του «υπόπτου». Ένα πρόσωπο θεωρείται κατηγορούμενος όταν κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης.
3.2.2.Ήσσονος σημασίας αδικήματα - άρθρο 2 παράγραφος 2
Το άρθρο 2 παράγραφος 2 διασφαλίζει ότι όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει την επιβολή κυρώσεων για ήσσονος σημασίας αδικήματα από αρχή πλην δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικά ζητήματα και εφόσον οι κυρώσεις αυτές μπορούν να προσβληθούν ενώπιον τέτοιου δικαστηρίου, το δικαίωμα ενημέρωσης παρέχεται μόνο για τη διαδικασία προσφυγής.
Η διάταξη αυτή αφορά εκείνα τα κράτη μέλη όπου οι διοικητικές αρχές, η αστυνομία ή τα δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία σε μη ποινικά ζητήματα είναι υπεύθυνα για τα ήσσονος σημασίας αδικήματα. Η διάταξη δεν ισχύει για τα υπόλοιπα κράτη μέλη καθώς οι κυρώσεις για ήσσονος σημασία αδικήματα επιβάλλονται από δικαστήρια με δικαιοδοσία σε ποινικά ζητήματα.
3.3.Δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με τα δικαιώματα (άρθρο 3)
Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος πρέπει να ενημερώνεται άμεσα όσον αφορά τουλάχιστον τα δικονομικά δικαιώματα που ορίζονται ρητά στο άρθρο αυτό. Η ενημέρωση αυτή παρέχεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα, προφορικώς ή εγγράφως, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών αναγκών των υπόπτων ή κατηγορουμένων που είναι ευάλωτα πρόσωπα.
3.3.1.Ενημέρωση σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα - άρθρο 3 παράγραφος 1
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 και λαμβανομένης υπόψη της σκέψης 19 της οδηγίας, ο ύποπτος και ο κατηγορούμενος πρέπει να ενημερώνεται άμεσα.
Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει αναλόγως τη διάταξη αυτή στο εθνικό τους δίκαιο. Αν και αρκετά κράτη μέλη δεν αναφέρονται ρητά στην απαίτηση της «άμεσης» ενημέρωσης, αυτή συνάγεται από το γεγονός ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ενημερώνεται σχετικά με τα δικαιώματά του το αργότερο πριν από την πρώτη εξέταση. Ωστόσο, σε τρία κράτη μέλη η ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματα παρέχεται μόνο όταν το πρόσωπο στερείται την ελευθερία του (βλ. σημείο 3.2.1.).
3.3.1.1. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο - άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α)
Το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) μεταφέρθηκε με ακρίβεια από όλα σχεδόν τα κράτη μέλη. Ωστόσο, τρία κράτη μέλη είτε δεν μετέφεραν τη διάταξη είτε δεν τη μετέφεραν στη διαδικασία ενώπιον του πλημμελειοδικείου. Σε τρία κράτη μέλη ο ύποπτος ή κατηγορούμενος δεν ενημερώνεται εφόσον δεν στερείται την ελευθερία του.
3.3.1.2. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα παροχής νομικών συμβουλών δωρεάν και τις σχετικές προϋποθέσεις τέτοιας παροχής νομικών συμβουλών - άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β)
Είκοσι πέντε κράτη μέλη διαθέτουν κανόνες για την ενημέρωση του ύποπτου και του κατηγορούμενου σχετικά με τυχόν δικαίωμα παροχής νομικών συμβουλών δωρεάν, ωστόσο δύο από αυτά δεν διαθέτουν αντίστοιχες διατάξεις. Σε ορισμένα κράτη μέλη εντοπίστηκαν διαφορές καθώς η εθνική νομοθεσία δεν ορίζει σαφώς ότι πρέπει να παρέχεται ενημέρωση στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο σχετικά με τους όρους για τη λήψη νομικών συμβουλών δωρεάν. Σε ένα κράτος μέλος η ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα λήψης νομικών συμβουλών δωρεάν δεν εξασφαλίζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του πλημμελειοδικείου. Τέλος, σε τρία κράτη μέλη η σχετική ενημέρωση παρέχεται μόνο σε πρόσωπα που στερούνται την ελευθερία τους.
3.3.1.3. Ενημέρωση για το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την ποινική κατηγορία - άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ)
Σχεδόν όλα τα κράτη μέλη μετέφεραν την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, σε τρία κράτη μέλη η ενημέρωση αυτή παρέχεται μόνο όταν το πρόσωπο στερείται την ελευθερία του.
3.3.1.4. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης - άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
Η πλειοψηφία των κρατών μελών συμμορφώθηκε με την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, ανέκυψαν ζητήματα συμμόρφωσης σε ορισμένα κράτη μέλη όπου το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης δεν ρυθμίζεται σαφώς. Σε δύο κράτη μέλη η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει ούτε το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης, ούτε το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με αυτό.
3.3.1.5. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα σιωπής - άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ε)
Όλα τα κράτη μέλη μετέφεραν σωστά την εν λόγω διάταξη, πλην ενός. Πολλά κράτη μέλη μετέφεραν τη διάταξη πιο λεπτομερώς, π.χ. προσθέτοντας ότι το δικαίωμα σιωπής συνεπάγεται επίσης: το δικαίωμα σχολιασμού της κατηγορίας· το δικαίωμα πραγματοποίησης δήλωσης· ή το δικαίωμα απάντησης ή μη σε ερωτήσεις.
3.3.2.Παροχή ενημέρωσης σε απλή και κατανοητή γλώσσα και συνεκτίμηση των ειδικών αναγκών των ευάλωτων προσώπων - άρθρο 3 παράγραφος 2
Τα περισσότερα κράτη μέλη μετέφεραν τη διάταξη αυτή, ωστόσο οι προσεγγίσεις τους διαφέρουν. Ορισμένα κράτη μέλη αναφέρθηκαν γενικά στα ευάλωτα πρόσωπα χωρίς να αναφέρουν ειδικές κατηγορίες ή να δώσουν ορισμό. Αρκετά άλλα κράτη μέλη αναφέρουν ειδικές κατηγορίες ευάλωτων προσώπων, όπως:
·πρόσωπα με προβλήματα ακοής και ομιλίας,
·πρόσωπα με προβλήματα όρασης,
·πρόσωπα με διανοητική αναπηρία,
·πρόσωπα με μαθησιακές δυσκολίες,
·πρόσωπα που πάσχουν από νοητικές διαταραχές,
·πρόσωπα άνω των 75 ετών,
·γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης,
·μόνοι γονείς που ανατρέφουν ανήλικα τέκνα και
·πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας.
Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη δεν προβλέπουν ειδική μεταχείριση για τα ευάλωτα πρόσωπα, κάτι που δεν συνάδει πλήρως με την οδηγία. Σε ένα κράτος μέλος, οι ανάγκες των ευάλωτων προσώπων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο αν το πρόσωπο συλληφθεί. Σε ορισμένες έννομες τάξεις δεν ρυθμίζεται σαφώς ποια πρόσωπα χαίρουν προστασίας και σε ποιες περιπτώσεις.
Έντεκα κράτη μέλη μετέφεραν ρητά την απαίτηση ενημέρωσης σχετικά με τα δικαιώματα σε «απλή και κατανοητή γλώσσα» στο εθνικό τους δίκαιο. Ωστόσο, 14 κράτη μέλη δεν πληρούν την απαίτηση η σχετική ενημέρωση να παρέχεται σε γλώσσα που κατανοεί το πρόσωπο ούτε αναφέρουν ότι η ενημέρωση πρέπει να γίνεται σε «απλή και κατανοητή γλώσσα».
3.4.Έγγραφο δικαιωμάτων κατά τη σύλληψη (άρθρο 4)
Το άρθρο 4 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν άμεσα στα πρόσωπα που στερούνται την ελευθερία τους έγγραφο δικαιωμάτων, το οποίο να περιέχει πληροφορίες σχετικά με επιπλέον ειδικά δικαιώματα που απαριθμούνται στην οδηγία. Το παράρτημα της οδηγίας περιέχει υποδείγματα του εγγράφου δικαιωμάτων (Ι) για πρόσωπα που έχουν συλληφθεί ή κρατούνται και (ΙΙ) για συλληφθέντες βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
3.4.1.Παροχή εγγράφου δικαιωμάτων - άρθρο 4 παράγραφος 1
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την άμεση παροχή ενός εγγράφου δικαιωμάτων σε όποιον ύποπτο ή κατηγορούμενο συλλαμβάνεται ή κρατείται. Παρέχεται στον συλληφθέντα η δυνατότητα να διαβάσει το έγγραφο δικαιωμάτων και του επιτρέπεται να το διατηρεί στην κατοχή του καθ’ όλη τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του.
Σχεδόν όλα τα κράτη μέλη έχουν εθνικούς κανόνες που απαιτούν την παροχή εγγράφου δικαιωμάτων. Αν και ορισμένα κράτη μέλη αναφέρονται κατά λέξη στο «έγγραφο δικαιωμάτων», άλλα χρησιμοποιούν διαφορετική ορολογία, όπως «δήλωση», «γραπτή ενημέρωση ή ειδοποίηση ή ανακοίνωση» ή «φυλλάδιο». Ωστόσο, παρά τη διαφορετική ορολογία, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες αποτελούν έγγραφο δικαιωμάτων σύμφωνα με την οδηγία.
Το δίκαιο ενός κράτους μέλους δεν περιέχει πρόβλεψη για έγγραφο δικαιωμάτων καθαυτό. Αν και αναφέρεται σε γραπτή δήλωση δικαιωμάτων, ο σκοπός της δεν είναι μόνο ενημερωτικός. Η δήλωση επιδίδεται σε ένα πρόσωπο όταν ασκείται επισήμως δίωξη σε βάρος του και συνοδεύεται από κατηγορητήριο και έντυπο κατάθεσης προς υπογραφή. Το έγγραφο αυτό αναφέρει ορισμένα από τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, δεν αντιστοιχεί όμως στον κατάλογο που αναφέρεται στην οδηγία.
Άλλο ένα κράτος μέλος, επίσης, δεν διαθέτει ενιαίο έγγραφο δικαιωμάτων. Τα δικαστήρια και η αστυνομία χρησιμοποιούν διάφορα πρότυπα και δεν είναι σαφές αν αυτά περιέχουν όλα τα δικαιώματα που απαιτούνται από την οδηγία. Επιπλέον, δεν διασφαλίζεται ότι το πρόσωπο μπορεί να κρατήσει το έγγραφο.
Τα περισσότερα κράτη μέλη μετέφεραν την απαίτηση «άμεσης» παροχής του εγγράφου δικαιωμάτων, αν και τη διατύπωσαν με διάφορους τρόπους στην εθνική τους νομοθεσία. Ωστόσο, η εθνική νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών είτε δεν ορίζει πότε πρέπει να παρέχεται το έγγραφο είτε επιτρέπει να διαφοροποιείται η υποχρέωση της αρχής ανάλογα με το είδος της διαδικασίας.
Η υποχρέωση παροχής στον ύποπτο και τον κατηγορούμενο της δυνατότητας να αναγνώσει και να κρατήσει το έγγραφο δικαιωμάτων δεν μεταφέρθηκε από όλα τα κράτη μέλη ρητά. Επιπλέον, ένα κράτος μέλος επιτρέπει την παρέκκλιση από την υποχρέωση γραπτής ενημέρωσης του προσώπου (ακόμη και σε μεταγενέστερο στάδιο) σε περιπτώσεις που η γραπτή ενημέρωση δεν είναι εύλογα δυνατή και η προφορική ενημέρωση θεωρείται επαρκής.
3.4.2.Περιεχόμενο του εγγράφου δικαιωμάτων - άρθρο 4 παράγραφος 2
Το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας παραθέτει κατάλογο των δικαιωμάτων που πρέπει να περιέχει το έγγραφο δικαιωμάτων, πέρα από τις πληροφορίες που περιέχονται στο άρθρο 3 της οδηγίας, δηλαδή:
(a)το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας·
(b)το δικαίωμα ενημέρωσης των προξενικών αρχών και ενός προσώπου·
(c)το δικαίωμα πρόσβασης σε επείγουσα ιατρική περίθαλψη· και
(d)τον ανώτατο αριθμό ωρών ή ημερών κατά τις οποίες ο ύποπτος ή κατηγορούμενος μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του προτού προσαχθεί ενώπιον μιας δικαστικής αρχής.
3.4.2.1. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας - άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α)
Τα κράτη μέλη στην πλειοψηφία τους μετέφεραν επαρκώς την εν λόγω διάταξη. Ορισμένα κράτη μέλη αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, π.χ. το δικαίωμα του ύποπτου ή κατηγορούμενου να συμβουλεύεται ή να εξετάζει τον φάκελο της δικογραφίας ή το δικαίωμα πρόσβασης στα αποδεικτικά στοιχεία ή τα δικαστικά έγγραφα, τα έγγραφα της ποινικής υπόθεσης ή τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας.
Ωστόσο, σε οκτώ κράτη μέλη ανακύπτουν ορισμένα ζητήματα. Το κράτος μέλος που δεν έχει «έγγραφο δικαιωμάτων» (βλ. σημείο 3.4.1) δεν έχει θεσπίσει κανόνες που να αναφέρονται στο δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας. Τέσσερα κράτη μέλη προβλέπουν το δικαίωμα πρόσβασης σε βασικά έγγραφα που σχετίζονται με τη σύλληψη και την κράτηση αντί για γενικές πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας. Τέλος, σε ένα κράτος μέλος δεν είναι σαφές κατά πόσο, για ορισμένα είδη ποινικής διαδικασίας, περιλαμβάνονται στο έγγραφο δικαιωμάτων πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας.
3.4.2.2. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης των προξενικών αρχών και ενός προσώπου - άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β)
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε ορθά από τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών. Σε ορισμένα κράτη μέλη ανέκυψαν ζητήματα συμμόρφωσης με την οδηγία, π.χ. λόγω της πρόβλεψης περιορισμού στην επικοινωνία με μέλη της οικογένειας αποκλειστικά ή την επικοινωνία με συγγενή, εκπαιδευτικό ίδρυμα ή εργοδότη. Σε ένα κράτος μέλος το δικαίωμα επικοινωνίας με τις προξενικές αρχές δεν περιλαμβάνεται στο έγγραφο δικαιωμάτων.
3.4.2.3. Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε επείγουσα ιατρική περίθαλψη - άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο γ)
Σχεδόν όλα τα κράτη μέλη (πλην ενός) μετέφεραν την εν λόγω διάταξη. Ένα κράτος μέλος προβλέπει το δικαίωμα πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη, ωστόσο αυτό δεν αναφέρεται στο ίδιο το έγγραφο δικαιωμάτων.
3.4.2.4.Ενημέρωση σχετικά με τον ανώτατο αριθμό ωρών ή ημερών κατά τις οποίες ο ύποπτος ή κατηγορούμενος μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του προτού προσαχθεί ενώπιον μιας δικαστικής αρχής - άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο δ)
Τα κράτη μέλη στη μεγάλη τους πλειοψηφία μετέφεραν κατάλληλα την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, η εθνική νομοθεσία κάθε χώρας διαφέρει ελαφρώς καθώς η οδηγία δεν διευκρινίζει τον μέγιστο χρόνο κατά τον οποίο μπορεί ένα πρόσωπο να στερηθεί την ελευθερία του προτού προσαχθεί ενώπιον δικαστικής αρχής.
Ζητήματα ανακύπτουν σε πέντε κράτη μέλη λόγω της έλλειψης ενημέρωσης σχετικά με τα εν λόγω χρονικά διαστήματα στα εθνικά έγγραφα δικαιωμάτων. Σε ένα κράτος μέλος το έγγραφο δικαιωμάτων που παρέχεται στους κρατούμενους περιέχει σχετικές πληροφορίες, ενώ το έγγραφο δικαιωμάτων που παρέχεται σε συλληφθέντες δεν περιέχει καμία αναφορά στον μέγιστο χρόνο.
3.4.3.Βασικές πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσβολής της σύλληψης και υποβολής αίτησης για προσωρινή απόλυση - άρθρο 4 παράγραφος 3
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της οδηγίας, το έγγραφο δικαιωμάτων πρέπει να περιέχει πληροφορίες σχετικά με τυχόν δυνατότητα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, προσβολής του νόμιμου χαρακτήρα της σύλληψης· επανεξέτασης της κράτησης· ή υποβολής αίτησης για προσωρινή απόλυση.
Τα κράτη μέλη στην πλειοψηφία τους μετέφεραν επαρκώς την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, σε πέντε κράτη μέλη οι εθνικοί κανόνες δεν διασφαλίζουν ότι τα έγγραφα δικαιωμάτων περιέχουν ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα προσβολής του νόμιμου χαρακτήρα της σύλληψης, επανεξέτασης της κράτησης ή υποβολής αίτησης για προσωρινή απόλυση. Σε ένα κράτος μέλος όπου δεν προβλέπεται κατάλληλο έγγραφο δικαιωμάτων (βλ. σημείο 3.4.1), οι πληροφορίες αυτές δεν παρέχονται στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο.
3.4.4.Τρόπος σύνταξης του εγγράφου δικαιωμάτων - ενδεικτικό υπόδειγμα - άρθρο 4 παράγραφος 4
Το άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας ορίζει ότι το έγγραφο δικαιωμάτων πρέπει να συντάσσεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Ενδεικτικό υπόδειγμα του εγγράφου δικαιωμάτων παρατίθεται στο παράρτημα I της οδηγίας.
Τα περισσότερα κράτη μέλη προβλέπουν την παροχή εγγράφου δικαιωμάτων συνταγμένου σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Δώδεκα κράτη μέλη το προβλέπουν ρητά στην εθνική τους νομοθεσία, ενώ σε οκτώ κράτη μέλη αυτό συνάγεται από το πραγματικό περιεχόμενο του υποδείγματος εγγράφου δικαιωμάτων.
Ωστόσο, η εθνική νομοθεσία πέντε κρατών μελών δεν διασφαλίζει ότι η γραπτή ενημέρωση θα παρέχεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα και λόγω της έλλειψης εθνικού υποδείγματος δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί η πλήρωση της εν λόγω απαίτησης. Σε ένα κράτος μέλος όπου δεν προβλέπεται κατάλληλο έγγραφο δικαιωμάτων (βλ. σημείο 3.4.1), η απαίτηση αυτή δεν πληρούται.
3.4.5.Γλώσσα του εγγράφου δικαιωμάτων - άρθρο 4 παράγραφος 5
Το άρθρο 4 παράγραφος 5 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να λαμβάνει το έγγραφο δικαιωμάτων συνταγμένο σε γλώσσα που κατανοεί. Όταν το έγγραφο δικαιωμάτων δεν είναι διαθέσιμο στην κατάλληλη γλώσσα, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος πρέπει να ενημερώνεται για τα δικαιώματά του προφορικά σε γλώσσα που κατανοεί. Το έγγραφο δικαιωμάτων πρέπει στη συνέχεια να του παρέχεται σε γλώσσα που κατανοεί και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Δεκατρία κράτη μέλη μετέφεραν ορθώς την εν λόγω διάταξη. Τρία κράτη μέλη δεν τη μετέφεραν. Άλλα δεν μετέφεραν πλήρως το άρθρο αυτό γιατί, π.χ. δεν διασφαλίζουν ότι ο ύποπτος και ο κατηγορούμενος θα ενημερώνονται προφορικά σε γλώσσα που κατανοούν αν δεν υπάρχει έγγραφο δικαιωμάτων διαθέσιμο στην κατάλληλη γλώσσα και ότι η ενημέρωση αυτή θα ακολουθείται στη συνέχεια από μετάφραση του εγγράφου δικαιωμάτων. Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη δεν απαιτούν την παροχή μετάφρασης του εγγράφου δικαιωμάτων «χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση». Τέλος, σε ένα κράτος μέλος η ενημέρωση πρέπει να παρέχεται προφορικά μόνο αν το πρόσωπο δεν μπορεί να διαβάσει ή να γράψει και όχι όταν οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες στην κατάλληλη γλώσσα.
3.5.Έγγραφο δικαιωμάτων στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 5)
Σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, σε όποιον συλλαμβάνεται για τον σκοπό της εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να παρέχεται έγγραφο δικαιωμάτων στο οποίο απαριθμούνται τα δικαιώματά του σύμφωνα με το δίκαιο εφαρμογής της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ. Η παράγραφος 1 απαιτεί την άμεση παροχή των πληροφοριών, ενώ η παράγραφος 2 ορίζει ότι το έγγραφο δικαιωμάτων πρέπει να συντάσσεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα και παραπέμπει στο υπόδειγμα εγγράφου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ.
3.5.1.Παροχή εγγράφου δικαιωμάτων στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης - άρθρο 5 παράγραφος 1
Τα κράτη μέλη στην πλειοψηφία τους μετέφεραν επαρκώς την εν λόγω διάταξη. Αρκετά κράτη μέλη αναφέρονται κατά λέξη στο «έγγραφο δικαιωμάτων», άλλα έχουν επιλέξει διαφορετική ορολογία, όπως «δήλωση», «γραπτή ενημέρωση», «γραπτή ειδοποίηση», «γραπτή ανακοίνωση» ή «φυλλάδιο».
Η απαίτηση για «άμεση παροχή» (σε ορισμένες περιπτώσεις διατυπωμένη ως «πάραυτα», «χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση», «κατά τον χρόνο ενημέρωσης για την κράτηση», «με τη λήψη», «το συντομότερο δυνατό» ή «αμέσως μόλις είναι εφικτό») μεταφέρθηκε από τα περισσότερα κράτη μέλη. Ωστόσο, τρία κράτη μέλη δεν πληρούν την εν λόγω απαίτηση.
Σε αρκετά κράτη μέλη δεν υπάρχουν χωριστές διατάξεις οι οποίες να ρυθμίζουν την υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τα δικαιώματα του υπόπτου και του κατηγορούμενου στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η ύπαρξη μιας «γεφυρωτικής διάταξης» συνεπάγεται ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται στην ποινική διαδικασία εφαρμόζονται και στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Αυτό προκαλεί προβληματισμό καθώς το περιεχόμενο του εγγράφου δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας διαφέρει από αυτό που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 5.
Τέλος, ένα κράτος μέλος δεν απαιτεί έγγραφο δικαιωμάτων στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Σε δύο κράτη μέλη είναι ασαφές κατά πόσο οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται γραπτώς.
3.5.2.Τρόπος σύνταξης του εγγράφου δικαιωμάτων - ενδεικτικό υπόδειγμα - άρθρο 5 παράγραφος 2
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας, το έγγραφο δικαιωμάτων στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να συντάσσεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Ενδεικτικό υπόδειγμα του εγγράφου δικαιωμάτων παρατίθεται στο παράρτημα II.
Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν προβλέψει την ύπαρξη εγγράφου δικαιωμάτων συνταγμένου σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Έντεκα κράτη μέλη έχουν προβλέψει ρητά την εν λόγω απαίτηση στην εθνική τους νομοθεσία, ενώ για έξι κράτη μέλη αυτό συνάγεται από το πραγματικό περιεχόμενο του υποδείγματος του εγγράφου δικαιωμάτων.
Ωστόσο, στα υπόλοιπα κράτη μέλη η εθνική νομοθεσία δεν διασφαλίζει την παροχή των γραπτών πληροφοριών σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Λόγω της έλλειψης εθνικού υποδείγματος, δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί η πλήρωση της εν λόγω απαίτησης.
3.6.Δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την ποινική κατηγορία (άρθρο 6)
Το άρθρο 6 της οδηγίας ορίζει την υποχρέωση ενημέρωσης του υπόπτου και του κατηγορούμενου σχετικά με την κατηγορία και τις αλλαγές της.
3.6.1.Άμεση και δεόντως λεπτομερής ενημέρωση σχετικά με την αξιόποινη πράξη - άρθρο 6 παράγραφος 1
Το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να ενημερώνεται για την αξιόποινη πράξη την οποία φέρεται, ή κατηγορείται, ότι διέπραξε. Η ενημέρωση αυτή πρέπει να είναι άμεση και δεόντως λεπτομερής προκειμένου να διασφαλισθεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου.
Όλα τα κράτη μέλη, εκτός από δύο, συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης για την ποινική κατηγορία. Πολλά επέλεξαν να ακολουθήσουν τη διατύπωση «το συντομότερο δυνατό», «πάραυτα», «χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση», «στο συντομότερο δυνατό διάστημα» ή «επειγόντως», σε κάθε περίπτωση όμως το αργότερο πριν από την πρώτη ανάκριση.
Το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο των πληροφοριών που παρέχονται διαφέρουν ανάλογα με το εθνικό δίκαιο. Ορισμένα κράτη μέλη επέλεξαν να θεσπίσουν λεπτομερέστερους κανόνες και η ενημέρωση που παρέχεται στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο υπερβαίνει τις απαιτήσεις της οδηγίας.
3.6.2.Πληροφορίες σχετικά με τον λόγο της σύλληψης και της κράτησης και σχετικά με την αξιόποινη πράξη - άρθρο 6 παράγραφος 2
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος που συλλαμβάνεται ή κρατείται έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για τους λόγους της σύλληψης ή κράτησής του, συμπεριλαμβανομένης της αξιόποινης πράξης την οποία φέρεται, ή κατηγορείται, ότι διέπραξε.
Τα περισσότερα κράτη μέλη απαιτούν την ενημέρωση του υπόπτου ή του κατηγορούμενου που στερείται την ελευθερία του για τους λόγους της σύλληψης ή κράτησής του. Ωστόσο, σε δύο κράτη μέλη το δικαίωμα αυτό δεν διασφαλίζεται ρητά για τα πρόσωπα που συλλαμβάνονται αλλά μόνο γι’ αυτά που κρατούνται. Σε ένα κράτος μέλος, η ενημέρωση για τους λόγους της σύλληψης ή κράτησης γίνεται μόνο όταν το πρόσωπο παραδίδεται σε σωφρονιστικό ίδρυμα. Τέλος, σε άλλο κράτος μέλος η εθνική νομοθεσία απαιτεί την ενημέρωση του συλληφθέντος ή του κρατούμενου σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, ωστόσο δεν ορίζεται ότι πρέπει να παρέχονται οι λόγοι σύλληψης ή κράτησης.
3.6.3.Ενημέρωση σχετικά με την ποινική κατηγορία: η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης και το είδος της συμμετοχής - άρθρο 6 παράγραφος 3
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να παρέχονται λεπτομερή στοιχεία για την ποινική κατηγορία, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης και του είδους της συμμετοχής του κατηγορουμένου. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να παρέχονται το αργότερο με τη διαβίβαση του κατηγορητηρίου στο δικαστήριο.
Τα κράτη μέλη στην πλειοψηφία τους μετέφεραν με ακρίβεια την εν λόγω διάταξη. Διαφορές υπάρχουν σε αρκετά κράτη μέλη όσον αφορά τον χρόνο της ενημέρωσης σχετικά με την ποινική κατηγορία. Σε έξι κράτη μέλη, η ουσία της υπόθεσης διαβιβάζεται από την εισαγγελία στο δικαστήριο και μόνο στη συνέχεια διαβιβάζεται και στον κατηγορούμενο. Σε ένα κράτος μέλος, ο κατηγορούμενος ενδέχεται να ενημερωθεί σχετικά με την κατηγορία ακριβώς πριν παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Σε δύο κράτη μέλη δεν είναι σαφές αν η απόφαση επιδίδεται στον κατηγορούμενο το αργότερο κατά τη διαβίβαση του κατηγορητηρίου στο δικαστήριο. Τέλος, σε ένα κράτος μέλος παρέχονται λεπτομερή στοιχεία για την ποινική κατηγορία το αργότερο κατά τη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης ή του ζητήματος από το δικαστήριο.
Η ερμηνεία του όρου «το αργότερο με τη διαβίβαση του κατηγορητηρίου στο δικαστήριο» αποτέλεσε αντικείμενο προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι «το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2012/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη γνωστοποίηση προς την υπεράσπιση λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με την κατηγορία μετά τη διαβίβαση του κατηγορητηρίου στο δικαστή αλλά πριν αρχίσει εκ μέρους του η επί της ουσίας εξέταση της κατηγορίας και πριν ξεκινήσει η ενώπιόν του συζήτηση, ή, όταν πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με μεταγενέστερες τροποποιήσεις, αφού ξεκινήσει η συζήτηση αλλά πριν από το στάδιο της διάσκεψης, υπό τον όρον ότι λαμβάνονται από τον δικαστή όλα τα αναγκαία μέτρα για τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας».
Σε ορισμένα κράτη μέλη ανακύπτουν ζητήματα όσον αφορά το περιεχόμενο της παρεχόμενης ενημέρωσης. Για παράδειγμα, η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει ότι ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος πρέπει να ενημερώνεται λεπτομερώς σχετικά με την κατηγορία, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης και του είδους της συμμετοχής του κατηγορουμένου. Σε ορισμένες εθνικές νομοθεσίες εξακολουθεί να υπάρχει γενική αβεβαιότητα σχετικά με τα στοιχεία που παρέχονται όσον αφορά το περιεχόμενο των αποφάσεων.
Τέλος, το ζήτημα του τρόπου ενημέρωσης προσώπων που δεν έχουν μόνιμη κατοικία ή διαμονή εντός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας ενός κράτους μέλους αποτέλεσε αντικείμενο δύο αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο.
3.6.4.Παροχή επικαιροποιημένης ενημέρωσης - άρθρο 6 παράγραφος 4
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της οδηγίας, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος πρέπει να ενημερώνεται άμεσα για τυχόν αλλαγές στις πληροφορίες σχετικά με την κατηγορία, όταν αυτό απαιτείται, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας.
Στην πλειοψηφία τους τα κράτη μέλη μετέφεραν την εν λόγω διάταξη ορθά, ωστόσο σε πέντε κράτη μέλη δεν διαπιστώθηκαν μέτρα εφαρμογής. Υπάρχουν ανησυχίες όσον αφορά αρκετά κράτη μέλη, καθώς μόνο ορισμένες αλλαγές πρέπει να κοινοποιούνται (π.χ. αλλαγές στον νομικό χαρακτηρισμό) ή επειδή δεν καθορίζεται ο χρόνος της ενημέρωσης.
3.7.Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας (άρθρο 7)
Το άρθρο 7 ορίζει κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας.
3.7.1.Δικαίωμα πρόσβασης σε βασικά έγγραφα για την προσβολή της σύλληψης ή κράτησης - άρθρο 7 παράγραφος 1
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της οδηγίας, όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται και κρατείται σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, πρέπει να χορηγούνται στον ίδιο ή τον συνήγορό του τα έγγραφα σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση τα οποία είναι στην κατοχή των αρμόδιων αρχών και τα οποία είναι ουσιώδη για την αποτελεσματική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, της νομιμότητας της σύλληψης και της κράτησης.
Από την αξιολόγηση των εθνικών μέτρων εφαρμογής προκύπτει ότι η έννοια του όρου «βασικά έγγραφα», καθώς και το συνολικό πεδίο εφαρμογής της πρόσβασης διαφέρουν σε αρκετά κράτη μέλη.
Λίγα μόνο κράτη μέλη καθορίζουν το κριτήριο των «βασικών εγγράφων». Ένα μόνο κράτος μέλος απαριθμεί τα βασικά έγγραφα· άλλο κράτος μέλος ορίζει και κατονομάζει ρητά τα βασικά έγγραφα. Δύο άλλες έννομες τάξεις προβλέπουν επίσης ορισμό, ωστόσο η απόφαση σχετικά με το ζήτημα αυτό παραμένει στην ευχέρεια του αρμόδιου για την κράτηση υπαλλήλου ή του δικαστηρίου. Τα υπόλοιπα κράτη μέλη δεν ορίζουν τι συνιστά βασικό έγγραφο.
Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν την άρνηση παροχής πρόσβασης σε βασικά έγγραφα. Σε αρκετά κράτη μέλη οι υφιστάμενοι περιορισμοί όσον αφορά την πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας (βλ. παρακάτω, σημείο 3.7.2 σχετικά με το άρθρο 7 παράγραφος 2 και σημείο 3.7.4 σχετικά με το άρθρο 7 παράγραφος 4) επεκτείνονται και σε έγγραφα που είναι βασικά για την αμφισβήτηση της νομιμότητας της σύλληψης και της κράτησης. Η πρόσβαση σε βασικά έγγραφα μπορεί να απορριφθεί από τις αρχές που χειρίζονται την υπόθεση αν τα θεμελιώδη δικαιώματα ή τα συμφέροντα άλλων προσώπων ενδέχεται να παραβιαστούν ή αν ενδέχεται να απειληθεί σοβαρά η ομαλή διεξαγωγή άλλης έρευνας. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν αποκλείεται η δυνατότητα να τηρηθεί απόρρητο το υλικό της δικογραφίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αλλοίωσης των αποδεικτικών στοιχείων από τους υπόπτους και παρακώλυσης της απονομής δικαιοσύνης. Ωστόσο, αυτή η άρνηση πρόσβασης δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν θέτει ουσιαστικούς περιορισμούς στα δικαιώματα άμυνας. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται αναφορά στην ύπαρξη «αντισταθμιστικών παραγόντων» που θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το πρόσωπο ή ο δικηγόρος του έχει τη δυνατότητα να προσβάλει αποτελεσματικά την κράτηση.
Άλλα ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διάταξης αυτής αφορούν κυρίως τον χρόνο της πρόσβασης στα βασικά έγγραφα. Παρότι το άρθρο 7 παράγραφος 1 αναφέρεται «σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας», σε ορισμένα κράτη μέλη η πρόσβαση σε βασικά έγγραφα παρέχεται μόνο μετά την πρώτη ανάκριση ή ακόμη και μόλις ολοκληρωθεί η προδικαστική έρευνα. Σε ένα κράτος μέλος δεν χορηγούνται όλα τα βασικά έγγραφα στον συλληφθέντα που κρατείται από την αστυνομία.
3.7.2.Δικαίωμα πρόσβασης στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού - άρθρο 7 παράγραφος 2
Το άρθρο 7 παράγραφος 2 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει πρόσβαση τουλάχιστον στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που κατέχουν οι αρμόδιες αρχές, ώστε να διασφαλίζεται ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Η πλειοψηφία των κρατών μελών μετέφερε πλήρως την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, ανακύπτουν ζητήματα όταν παρέχεται πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης αλλά αυτός δεν περιέχει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν παρέχεται πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία που τηρούνται εκτός του φακέλου της υπόθεσης ή η πρόσβαση παρέχεται μόνο στο στάδιο της δίκης.
Όπως αναφέρεται παραπάνω (βλ. σημείο 3.7.1.), σε ένα κράτος μέλος έχει πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης μόνο ο δικηγόρος. Αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν έχει πλήρη πρόσβαση στον φάκελο παρά μόνο σε επιλεγμένα έγγραφα.
Τέλος, προκύπτουν ανησυχίες λόγω του ότι σε ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν σημαντικές παρεκκλίσεις από το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο (βλ. σημείο 3.7.4.).
3.7.3.Διαθεσιμότητα του συνόλου του αποδεικτικού υλικού εγκαίρως - άρθρο 7 παράγραφος 3
Το άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας προβλέπει ότι με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η πρόσβαση στο υλικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρέπει να παραχωρείται εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, πρέπει να παραχωρείται πρόσβαση σ’ αυτό το υλικό εγκαίρως ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη.
Τα κράτη μέλη στην πλειοψηφία τους μετέφεραν με ακρίβεια τη διάταξη.
Ωστόσο, συνεχίζουν να υπάρχουν ορισμένες διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες. Ένα κράτος μέλος δεν θέτει χρονικό όριο για την πρόσβαση στον φάκελο, ενώ σε άλλα η πρόσβαση παρέχεται μόνο μετά την ολοκλήρωση της προδικαστικής έρευνας και την έκδοση ή την κοινοποίηση του κατηγορητηρίου. Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο ανέφερε στην προαναφερθείσα υπόθεση Kolev ότι «[τ]ο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διασφαλίζει ότι παρέχεται στην υπεράσπιση πραγματική δυνατότητα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, σε χρόνο που μπορεί ενδεχομένως να είναι και μεταγενέστερος της διαβίβασης του κατηγορητηρίου στον δικαστή, αλλά πριν αρχίσει εκ μέρους του η επί της ουσίας εξέταση της κατηγορίας και πριν ξεκινήσει η ενώπιόν του συζήτηση, ή, όταν κατατίθεται στη δικογραφία νέο υλικό κατά τη διάρκεια της δίκης, αφού ξεκινήσει η συζήτηση αλλά πριν από το στάδιο της διάσκεψης, υπό τον όρον ότι λαμβάνονται από τον δικαστή όλα τα αναγκαία μέτρα για τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας.».
Τέλος, σε ένα άλλο κράτος μέλος η πρόσβαση κατά το στάδιο της προδικασίας διασφαλίζεται μόνο αν είναι «προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης». Τέλος, σε δύο κράτη μέλη δεν υπάρχει σαφής πρόβλεψη για την πρόσβαση σε αποδεικτικό υλικό και παραμένουν ορισμένα ερωτήματα όσον αφορά τον χρόνο και την έκταση της πρόσβασης που παρέχεται στον φάκελο.
3.7.4.Παρέκκλιση από το δικαίωμα πρόσβασης στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού κατόπιν δικαστικής απόφασης ή απόφασης που υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο - άρθρο 7 παράγραφος 4
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 της οδηγίας, κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα του υλικού αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή αν μια τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημόσιου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας, ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η ποινική διαδικασία. Τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε, σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, η απόφαση για την άρνηση πρόσβασης σε τμήμα του υλικού σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, να λαμβάνεται από δικαστική αρχή ή τουλάχιστον να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 ισχύει εφόσον δεν θίγει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Από την αξιολόγηση των εθνικών μέτρων εφαρμογής προκύπτει ότι το άρθρο 7 παράγραφος 4 είναι μια από τις διατάξεις με τις περισσότερες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Ενώ 10 κράτη μέλη επιτρέπουν την άρνηση πρόσβασης για τους λόγους που ορίζονται στην οδηγία, άλλα ακολουθούν λιγότερο αυστηρή προσέγγιση.
Όσον αφορά την άρνηση πρόσβασης στον φάκελο λόγω σοβαρού κινδύνου για τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα προσώπου, ορισμένα κράτη μέλη απαιτούν «σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή, την υγεία, τη σωματική ακεραιότητα ή την ελευθερία του προσώπου» ή «κίνδυνο για το πρόσωπο και σοβαρή παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής». Ωστόσο, σε άλλα κράτη ο «κίνδυνος» για τα πρόσωπα δεν απαιτείται να είναι σοβαρός. Ορισμένα προβλέπουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση των «ιδιωτικών συμφερόντων ή των συμφερόντων άλλων προσώπων».
Σε αρκετά κράτη μέλη η πρόσβαση μπορεί να μην επιτρέπεται λόγω «κινδύνων άσκησης πίεσης ή απειλής για θύματα, μάρτυρες, ανακριτές, εμπειρογνώμονες ή άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία».
Όσον αφορά την άρνηση παροχής πρόσβασης στον φάκελο λόγω της ανάγκης προστασίας σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, μόνο ορισμένα κράτη μέλη αναφέρονται ρητά στην ανάγκη για προστασία «σημαντικού» δημοσίου συμφέροντος, ενώ τα περισσότερα αναφέρονται γενικά σε «δημόσιο συμφέρον» ή «συμφέρον της κοινωνίας». Σε ορισμένα κράτη μέλη ο λόγος της «εθνικής ασφάλειας» θεωρείται λόγος άρνησης, ενώ σε μια έννομη τάξη αυτό συμπληρώνεται από λόγους «άμυνας».
Πολλά κράτη μέλη αρνούνται επίσης την πρόσβαση, σε περίπτωση που αυτή θα μπορούσε να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας. Οι εθνικοί νόμοι αναφέρονται σε γενικότερη απειλή, κίνδυνο ή ζημία στην ίδια την έρευνα. Σε ορισμένα κράτη οι λόγοι αυτοί μπορεί να σχετίζονται και με άλλες έρευνες. Χρησιμοποιούνται επίσης γενικότεροι όροι, όπως «σοβαροί λόγοι», χωρίς περαιτέρω περιγραφή του τι αφορούν οι λόγοι αυτοί.
Τέλος, η απαίτηση σύμφωνα με την οποία η απόφαση να μην επιτραπεί η πρόσβαση σε έγγραφα πρέπει να λαμβάνεται από δικαστική αρχή ή τουλάχιστον να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο τηρείται από σχεδόν όλα τα κράτη μέλη. Ορισμένα κράτη μέλη δεν προβλέπουν δικαστικό έλεγχο στο στάδιο της αστυνομικής έρευνας. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εισαγγελέας ή ο ανώτατος εισαγγελέας εξετάζει διορθωτικά μέτρα.
3.7.5.Δωρεάν πρόσβαση σε έγγραφα - άρθρο 7 παράγραφος 5
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5 της οδηγίας, η πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας πρέπει να παρέχεται δωρεάν.
Τα περισσότερα κράτη μέλη μετέφεραν με ακρίβεια την απαίτηση αυτή. Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη διαπιστώθηκαν ζητήματα συμμόρφωσης, τα οποία συχνά συνδέονται με το κόστος αντιγραφής των εγγράφων.
3.8.Καταγραφή και ένδικα μέσα (άρθρο 8)
Το άρθρο 8 απαιτεί τα κράτη μέλη να καταγράφουν τις περιπτώσεις στις οποίες παρέχονται πληροφορίες στον ύποπτο και τον κατηγορούμενο. Διασφαλίζει επίσης το δικαίωμα προσφυγής σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης παροχής πληροφοριών σύμφωνα με την οδηγία.
3.8.1.Υποχρέωση καταγραφής - άρθρο 8 παράγραφος 1
Το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι, όταν παρέχονται πληροφορίες στον ύποπτο ή κατηγορούμενο σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 6, αυτό καταγράφεται σύμφωνα με τη διαδικασία καταγραφής που προβλέπεται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
Τα κράτη μέλη στην πλειοψηφία τους μετέφεραν την εν λόγω διάταξη κατά τρόπο σύμμορφο. Η καταγραφή περιλαμβάνει γενικά την καταχώριση της παροχής πληροφοριών σχετικά με τα δικαιώματα που απαριθμούνται στο άρθρο 3 της οδηγίας, την καταγραφή της παροχής εγγράφου δικαιωμάτων στην ποινική διαδικασία και στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και την καταγραφή του γεγονότος και της έκτασης των πληροφοριών που παρασχέθηκαν σχετικά με τις κατηγορίες. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει γενικές διατάξεις σχετικά με την υποχρέωση καταγραφής, ενώ άλλα έχουν θεσπίσει ειδικές διατάξεις, ή, παράλληλα, γενικές και ειδικότερες εθνικές διατάξεις.
Σε ορισμένα κράτη μέλη ανακύπτουν ζητήματα συμμόρφωσης λόγω του μη ειδικού χαρακτήρα των εθνικών διατάξεων και της έλλειψης ακρίβειας. Σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υπάρχει υποχρέωση καταγραφής για συγκεκριμένα είδη ποινικής διαδικασίας ή για ορισμένα στάδια της ποινικής διαδικασίας.
3.8.2. Διαδικασία για την προσφυγή κατά της παράλειψης ή άρνησης της αρμόδιας αρχής να παράσχει πληροφορίες - άρθρο 8 παράγραφος 2
Το άρθρο 8 παράγραφος 2 της οδηγίας θεσπίζει την υποχρέωση διασφάλισης ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει το δικαίωμα προσφυγής, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο εθνικό δίκαιο διαδικασίες, κατά της ενδεχόμενης παράλειψης ή άρνησης της αρμόδιας αρχής να παράσχει τις πληροφορίες σύμφωνα με την οδηγία.
Τα περισσότερα κράτη μέλη μετέφεραν με ακρίβεια τη διάταξη αυτή στο εθνικό τους δίκαιο. Τα περισσότερα προβλέπουν γενικό δικαίωμα προσφυγής κατά της άρνησης παροχής πληροφοριών ή των σχετικών παραλείψεων της αρμόδιας αρχής. Αυτό καλύπτει και την περίπτωση άρνησης ή παράλειψης παροχής πληροφοριών σχετικά με δικαιώματα σύμφωνα με την οδηγία. Άλλα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα προσφυγής κατά τέτοιων αρνήσεων ή παραλείψεων.
Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη ανακύπτουν ζητήματα. Για παράδειγμα, το δικαίωμα προσφυγής κατά της μη παροχής πληροφοριών δεν έχει προβλεφθεί στο εθνικό δίκαιο ή το δικαίωμα προσφυγής κατά πιθανής παράλειψης ή άρνησης της αρμόδιας αρχής να παράσχει πληροφορίες καλύπτει μόνο ορισμένα δικαιώματα ή ορισμένα είδη διαδικασιών, ενώ άλλα εξαιρούνται.
3.9.Εκπαίδευση (άρθρο 9)
Σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ζητούν από τους υπευθύνους για την κατάρτιση των δικαστών, των εισαγγελέων, αστυνομικών και δικαστικών υπαλλήλων που συμμετέχουν σε ποινικές διαδικασίες να παράσχουν την κατάλληλη εκπαίδευση όσον αφορά τους στόχους της οδηγίας.
Συνολικά, η διάταξη αυτή δεν έχει μεταφερθεί ρητά από την πλειοψηφία των κρατών μελών. Ωστόσο, τα εθνικά τους πλαίσια περιλαμβάνουν συνήθως μη δεσμευτικά μέτρα που διασφαλίζουν προγράμματα κατάρτισης για τους δικαστικούς υπαλλήλους.
4.Συμπεράσματα
Η οδηγία θεσπίστηκε με σκοπό την εφαρμογή του δικαιώματος ενημέρωσης του υπόπτου ή του κατηγορούμενου στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Με τη θέσπιση κοινών ευρωπαϊκών ελάχιστων προτύπων, η οδηγία έχει σημαντικό αντίκτυπο στην προστασία του υπόπτου ή κατηγορουμένου στα κράτη μέλη, καθιστώντας δυνατή τη συνεπέστερη εφαρμογή των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η οδηγία συμβάλλει έτσι στη βελτίωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όπως ορίζεται στον οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες. Συνολικά, η οδηγία παρέχει ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, καθώς βελτιώνει την προστασία των πολιτών που συμμετέχουν σε ποινικές διαδικασίες, ιδίως σε ορισμένα κράτη μέλη όπου το δικαίωμα ενημέρωσης (συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης) δεν υπήρχε ή δεν προβλεπόταν τόσο λεπτομερώς.
Η έκταση του αντίκτυπου της οδηγίας στα κράτη μέλη ποικίλει ανάλογα με τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης. Η αξιολόγηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη δυσκολίες όσον αφορά βασικές διατάξεις της οδηγίας σε ορισμένα κράτη μέλη. Αυτό ισχύει ιδίως όσον αφορά το έγγραφο δικαιωμάτων στις ποινικές διαδικασίες και τις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την ποινική κατηγορία και το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας.
Η αξιολόγηση δείχνει επίσης ότι δεν υπάρχει επί του παρόντος ανάγκη αναθεώρησης της οδηγίας, αλλά ότι η εφαρμογή της μπορεί να βελτιωθεί περαιτέρω. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να αξιολογεί τη συμμόρφωση των κρατών μελών με την οδηγία και θα λάβει κάθε κατάλληλο μέτρο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις της σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.