ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 24.10.2018
COM(2018) 711 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
Έκθεση προόδου για την εφαρμογή του σχεδίου δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών
{SWD(2018) 452 final}
1. Εισαγωγή
Τον Φεβρουάριο του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Σχέδιο δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών», στην οποία θεσπίζεται ολοκληρωμένη στρατηγική για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και την ενίσχυση του ρόλου της ΕΕ στην καταπολέμηση των παράνομων αυτών δραστηριοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Το σχέδιο δράσης περιλαμβάνει 32 δράσεις, οι οποίες διαρθρώνονται γύρω από τρεις προτεραιότητες: i) πρόληψη της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών και αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της· ii) εφαρμογή και επιβολή των υφιστάμενων κανόνων και αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της οργανωμένης εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών· και iii) ενίσχυση της παγκόσμιας σύμπραξης των χωρών προέλευσης, κατανάλωσης και διαμετακόμισης για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών.
Στις 20 Ιουνίου 2016, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε συμπεράσματα σχετικά με το σχέδιο δράσης, με τα οποία εξέφρασε την υποστήριξή του στις τρεις προτεραιότητες του σχεδίου και ζήτησε την έγκαιρη εφαρμογή του. Το σχέδιο δράσης επικροτήθηκε επίσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμά του τον Νοέμβριο του 2016.
Το σχέδιο δράσης καλύπτει πενταετή περίοδο, από το 2016 έως το 2020. Τόσο στο σχέδιο δράσης όσο και στα συμπεράσματα του Συμβουλίου επισημαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση έως τον Ιούλιο του 2018 σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην εφαρμογή του σχεδίου δράσης και την καταλληλότητα και τη συνάφεια των προτεραιοτήτων και των στόχων.
Στην παρούσα έκθεση παρέχεται επισκόπηση της προόδου που έχουν σημειώσει όλοι οι σχετικοί φορείς στην εφαρμογή του σχεδίου δράσης, με βάση κυρίως τις πληροφορίες που υπέβαλαν 25 κράτη μέλη της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, η Ευρωπόλ, η Eurojust και τα ευρωπαϊκά δίκτυα που ειδικεύονται στην επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ.
Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή του σχεδίου δράσης παρέχονται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την παρούσα έκθεση. Τα στοιχεία που παρείχαν τα κράτη μέλη διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής.
2. Βασικά μέτρα που ελήφθησαν από την έγκριση του σχεδίου δράσης το 2016
Στην παρούσα ενότητα παρουσιάζονται συνοπτικά τα σημαντικότερα μέτρα που ελήφθησαν από το 2016 για την επιδίωξη των τριών προτεραιοτήτων του σχεδίου δράσης, καθώς και, κατά περίπτωση, τα πρόσθετα σχεδιαζόμενα μέτρα για την επίτευξη των στόχων του.
Προτεραιότητα 1 – Πρόληψη της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών και αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της
Η πρώτη προτεραιότητα του σχεδίου δράσης συνίσταται στην αντιμετώπιση των πολλαπλών βαθύτερων αιτίων της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών. Η καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αιτίων της.
Η μείωση της ζήτησης παράνομων προϊόντων άγριων ειδών αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών και, προς τον σκοπό αυτό, έχουν δρομολογηθεί πολυάριθμες σχετικές πρωτοβουλίες. Η ΕΕ και ορισμένα κράτη μέλη υποστηρίζουν τις προσπάθειες που καταβάλλουν δημόσιες αρχές και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην Ασία με στόχο τον περιορισμό της ζήτησης παράνομων προϊόντων άγριων ειδών, ιδίως ρινόκερου, ελέφαντα και παγκολίνου. Αναγνωρίζοντας ότι η ΕΕ αποτελεί επίσης σημαντική αγορά προϊόντων άγριων ειδών, καταβλήθηκαν πρωτοφανείς προσπάθειες για την αύξηση της ευαισθητοποίησης του επιχειρηματικού κλάδου, των καταναλωτών και του κοινού σχετικά με τα χαρακτηριστικά και την έκταση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών στην ΕΕ. Πολλά κράτη μέλη διοργάνωσαν εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις επικεντρώθηκαν σε συγκεκριμένους τομείς ιδιαίτερης σημασίας (π.χ. εξωτικά κατοικίδια ζώα συντροφιάς, μουσικά όργανα, αερομεταφορές ή ηλεκτρονικό εμπόριο). Ανάλογες προσπάθειες καταβλήθηκαν και σε επίπεδο ΕΕ, μέσω της διοργάνωσης εργαστηρίων σχετικά με τον ρόλο του επιχειρηματικού κλάδου της ΕΕ στην καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών, καθώς και μέσω άμεσων επαφών με εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου.
Μολονότι έχει σημειωθεί ικανοποιητική πρόοδος σε πολλούς σχετικούς τομείς, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου και τις εταιρείες ταχυμεταφορών (courier), δεδομένου του σημαντικού όγκου των εμπορικών συναλλαγών προϊόντων άγριων ειδών (νόμιμων και παράνομων) που διεξάγονται μέσω δικτυακών τόπων και μεταφέρονται μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών ή ταχυδρομικών αποστολών. Επιπλέον, η Επιτροπή θα αξιοποιήσει την τρέχουσα συνεργασία που έχει αναπτύξει με φορείς όπως οι ενώσεις εμπορίας ψαριών για διακόσμηση και εξωτικών κατοικίδιων ζώων συντροφιάς με στόχο, αφενός, την επιβεβαίωση της δέσμευσής τους και την επίτευξη απτών αποτελεσμάτων όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών και, αφετέρου, την προώθηση της βιώσιμης προμήθειας προϊόντων άγριων ειδών.
Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της κατέβαλαν ιδιαίτερα ενεργές προσπάθειες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ενδοενωσιακό εμπόριο και η εξαγωγή ειδών ελεφαντόδοντου δεν συμβάλλουν στη λαθροθηρία ελεφάντων και την παράνομη εμπορία ελεφαντόδοντου. Σύμφωνα με τη δράση 2 του σχεδίου δράσης, τον Μάιο του 2017 η Επιτροπή εξέδωσε έγγραφο καθοδήγησης
με το οποίο συνέστησε στα κράτη μέλη της ΕΕ να παύσουν να εκδίδουν έγγραφα εξαγωγής για ακατέργαστο ελεφαντόδοντο αρχής γενομένης από την 1η Ιουλίου 2017. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ διέκοψαν τις εξαγωγές ακατέργαστου ελεφαντόδοντου, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για σκοπούς επιβολής του νόμου ή για επιστημονικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Επιπλέον, η Επιτροπή διοργάνωσε δημόσια διαβούλευση από τις 15 Σεπτεμβρίου έως τις 8 Δεκεμβρίου 2017 με στόχο τη συγκέντρωση στοιχείων και απόψεων σχετικά με την έκταση, τη διάρθρωση και τα βασικά χαρακτηριστικά του νόμιμου και παράνομου εμπορίου ελεφαντόδοντου εντός και από την ΕΕ, καθώς και τις προτεραιότητες που θα πρέπει να επιδιώξει η ΕΕ στο πλαίσιο της προσέγγισης που ακολουθεί για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας ελεφαντόδοντου
. Τα αποτελέσματα της εν λόγω διαβούλευσης καταδεικνύουν την ευρεία στήριξη που εξέφρασαν οι 90 000 περίπου συμμετέχοντες υπέρ της αυστηροποίησης των υφιστάμενων κανόνων της ΕΕ για το εμπόριο ελεφαντόδοντου. Η συντριπτική πλειονότητα των συμμετεχόντων θεωρεί ότι η επιλογή αυτή αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποφυγή της ανάμειξης ειδών ελεφαντόδοντου νόμιμης και παράνομης προέλευσης, την αποτροπή της αγοράς ειδών ελεφαντόδοντου στην ΕΕ και τη μετέπειτα μεταφορά τους σε τρίτες χώρες, με αποτέλεσμα την τροφοδότηση της τοπικής ζήτησης παράνομων ειδών ελεφαντόδοντου, καθώς και την υποστήριξη του έργου των αρχών επιβολής του νόμου για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας ελεφαντόδοντου. Άλλοι συμμετέχοντες τάχθηκαν κατά της επιβολής περαιτέρω περιορισμών στο εμπόριο ελεφαντόδοντου από και προς την ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τις αντίκες.
Η αγορά της ΕΕ δεν θα πρέπει να τροφοδοτεί τη ζήτηση για είδη που έχουν συλλεχθεί παράνομα ή με μη βιώσιμο τρόπο. Για τον λόγο αυτό η ΕΕ, σε στενή συνεργασία με τα κράτη της περιοχής κατανομής, έχει αναλάβει ενεργό ρόλο για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της Σύμβασης για το διεθνές εμπόριο ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES) σε νέα είδη που απειλούνται από το διεθνές εμπόριο, παρέχοντάς τους με αυτόν τον τρόπο διεθνή προστασία. Η επέκταση αυτή αφορά ιδίως τα εξωτικά κατοικίδια ζώα συντροφιάς, για τα οποία η ΕΕ αποτελεί σημαντική αγορά, καθώς και τα είδη τροπικής ξυλείας και τα θαλάσσια είδη που απειλούνται με εξαφάνιση. Η ΕΕ συνέβαλε καθοριστικά στην προώθηση του συγκεκριμένου ζητήματος κατά τη 17η συνδιάσκεψη των μερών (CoP17) της CITES το 2016 και, επί του παρόντος, εργάζεται εντατικά για την προετοιμασία ενόψει της 18ης συνδιάσκεψης των μερών (CoP18) το 2019.
Η προαγωγή του ρόλου των τοπικών κοινοτήτων στην προστασία των άγριων ειδών συνιστά επίσης προτεραιότητα για την ΕΕ και τα κράτη μέλη της και αποτελεί κεντρικό στοιχείο των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ για την προστασία της βιοποικιλότητας και την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών (βλ. προτεραιότητα 3).
Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της αναγνώρισης της διαφθοράς σε διεθνές επίπεδο ως σημαντικού παράγοντα που καθιστά δυνατή την παράνομη εμπορία άγριων ειδών. Στο πλαίσιο αυτό, εκδόθηκε ψήφισμα της CITES, βάσει σχετικής πρότασης της ΕΕ, κατά τη 17η συνδιάσκεψη των μερών (CoP17). Με πρωτοβουλία της Γερμανίας, τον Ιούλιο του 2017 οι ηγέτες της G20 ενέκριναν επίσης αρχές υψηλού επιπέδου για την καταπολέμηση της διαφθοράς που συνδέεται με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών. Έκτοτε, η ΕΕ προωθεί, κυρίως μέσω των αντιπροσωπειών της σε τρίτες χώρες, την ανάληψη συγκεκριμένης δράσης για την καταπολέμηση της διαφθοράς που συνδέεται με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών.
Προτεραιότητα 2 – Εφαρμογή και επιβολή των υφιστάμενων κανόνων και αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της οργανωμένης εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών
Η δεύτερη προτεραιότητα του σχεδίου δράσης αφορά την αύξηση της αποτελεσματικότητας της επιβολής των κανόνων της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών.
Είναι σημαντικό ότι, τον Μάιο του 2017, το Συμβούλιο συμπεριέλαβε το περιβαλλοντικό έγκλημα στις προτεραιότητες του κύκλου πολιτικής της ΕΕ για το οργανωμένο έγκλημα για την περίοδο 2018-2021. Το Συμβούλιο έθεσε ως προτεραιότητα την εξάρθρωση ομάδων οργανωμένου εγκλήματος που εμπλέκονται σε εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, και ειδικότερα στην παράνομη εμπορία άγριων ειδών και το λαθρεμπόριο παράνομων αποβλήτων. Στο πλαίσιο του κύκλου πολιτικής της ΕΕ για την περίοδο 2018-2021, τον Σεπτέμβριο του 2017 εγκρίθηκε το πολυετές στρατηγικό σχέδιο (ΠΣΣ) για το περιβαλλοντικό έγκλημα, που συμφωνήθηκε από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Στο σχέδιο περιγράφεται η έκταση του προβλήματος, παρατίθενται οι υφιστάμενες δραστηριότητες και πολιτικές στον τομέα του περιβαλλοντικού εγκλήματος και εντοπίζονται τα υφιστάμενα και πιθανά τρωτά σημεία. Επιπλέον, καθορίζονται επτά στρατηγικοί στόχοι, βάσει των οποίων απαριθμούνται οι σχετικοί φορείς, τα είδη μέτρων και τα οφέλη που προκύπτουν από τα εν λόγω μέτρα. Οι στόχοι αυτοί είναι οι εξής:
-διαμόρφωση εικόνας σε επίπεδο πληροφοριών ασφάλειας·
-επιχειρησιακές δραστηριότητες·
-πρόληψη και ανάπτυξη ικανοτήτων·
-συνεργασία με εταίρους εκτός ΕΕ·
-καταπολέμηση της απάτης περί τα έγγραφα·
-χρηματοοικονομικές έρευνες· και
-ηλεκτρονικό εμπόριο νόμιμων/παράνομων αγαθών και υπηρεσιών.
Το ΠΣΣ υλοποιείται μέσω ετήσιων επιχειρησιακών σχεδίων δράσης. Η αναγνώριση αυτή αναμένεται να αυξήσει την κινητοποίηση και τις επιχειρησιακές ικανότητες της Ευρωπόλ και των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της ΕΕ για την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, και ιδίως της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών. Τον Ιανουάριο του 2018 η Επιτροπή εξέδωσε επίσης ανακοίνωση με τίτλο «Ενέργειες της ΕΕ για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και διακυβέρνησης». Μια από τις δράσεις που καθορίζονται στην ανακοίνωση επικεντρώνεται στην προετοιμασία ενός εγγράφου καθοδήγησης για ορθές πρακτικές για την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στα απόβλητα και τα εγκλήματα εις βάρος άγριων ειδών. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντική είναι επίσης η θέσπιση μέτρων σχετικά με την κατάρτιση και τη βελτίωση της ανάπτυξης εμπειρογνωμοσύνης για τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης.
Σε επίπεδο ΕΕ καθορίστηκαν στρατηγικές προτεραιότητες για την επιβολή των κανόνων, οι οποίες εφαρμόζονται τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και μέσω διασυνοριακών κοινών δράσεων, ιδίως για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας ελεφαντόδοντου, χελιών, ερπετών και πτηνών. Διεξήχθησαν σημαντικές διασυνοριακές έρευνες και κατασχέσεις σε ολόκληρη την ΕΕ, με την ενεργό συμμετοχή της Ευρωπόλ, της Eurojust και πολλών αρχών επιβολής του νόμου από διάφορα κράτη μέλη (βλ. πλαίσιο 1). Η κινητοποίηση των αρχών επιβολής του νόμου για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών έχει αυξηθεί σημαντικά σε ορισμένα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, προτεραιότητα θα πρέπει πλέον να αποτελεί η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ και η σθεναρή απάντηση σε επίπεδο επιβολής του νόμου από όλα τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών. Οι αναφερθείσες περιπτώσεις επιτυχών διώξεων και κυρώσεων που σχετίζονται με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών αφορούσαν περιπτώσεις απάτης περί τα έγγραφα, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση των δικαστικών αρχών σχετικά με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών, καθώς οι πληροφορίες αναφορικά με τις διώξεις και τις κυρώσεις σε αυτόν τον τομέα εξακολουθούν να είναι περιορισμένες. Σε ό,τι αφορά τις έρευνες για υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που σχετίζονται με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών, έχει αναφερθεί ελάχιστη πρόοδος. Πολλά κράτη μέλη και ενδιαφερόμενα μέρη επισήμαναν την ανάγκη για αύξηση των ερευνών όσον αφορά τη διάσταση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών που σχετίζεται με το ηλεκτρονικό εμπόριο.
|
Πλαίσιο 1 – Κατασχέσεις προϊόντων άγριων ειδών στην ΕΕ το 2016
Το 2016 ο συνολικός αριθμός σημαντικών κατασχέσεων προϊόντων άγριων ειδών που αναφέρθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τις αρμόδιες αρχές 24 κρατών μελών της ΕΕ ανήλθε σε 2 268, 63 % εκ των οποίων πραγματοποιήθηκαν στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Οι κύριες ομάδες εμπορευμάτων που κατασχέθηκαν στα σύνορα της ΕΕ ήταν φαρμακευτικά προϊόντα (42 %), ελεφαντόδοντο (14 %), κοράλλια (10 %), μέρη και παράγωγα ερπετών (7 %), ζώντα ερπετά (5 %), χαβιάρι (4 %) και φυτά. Τα εμπορεύματα που κατασχέθηκαν κατά την εισαγωγή τους προέρχονταν κυρίως από την Κίνα, τις ΗΠΑ, την Ελβετία και την Ταϊλάνδη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων που κατασχέθηκαν κατά την εξαγωγή τους προορίζονταν για την Κίνα (συμπεριλαμβανομένης της Ειδικής Διοικητικής Περιοχής Χονγκ Κονγκ), τις ΗΠΑ και το Βιετνάμ. Οι περισσότερες κατασχέσεις πραγματοποιήθηκαν σε αερολιμένες, ενώ διαπιστώθηκε αύξηση του ποσοστού των κατασχεθέντων εμπορευμάτων που μεταφέρθηκαν μέσω ταχυδρομικής ή ταχείας αποστολής σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
Το 2016 κατασχέθηκαν πάνω από δύο τόνοι ελεφαντόδοντου. Στο μεγαλύτερο μέρος της η ποσότητα αυτή δεν προοριζόταν για την αγορά της ΕΕ και αφορούσε αντικείμενα είτε υπό διαμετακόμιση, μέσω ευρωπαϊκών αερολιμένων ή ταχυδρομικών κέντρων, από την Αφρική προς την Ασία είτε προς επανεξαγωγή στην Ασία χωρίς τα απαιτούμενα έγγραφα (κυρίως παλαιά είδη ελεφαντόδοντου).
Η παράνομη εμπορία χελιών αποτελεί σήμερα μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ΕΕ και τα κράτη μέλη της στον τομέα της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών. Κατά την αλιευτική περίοδο 2016-17, συνελήφθησαν 48 άτομα και κατασχέθηκαν 4 000 kg ζώντων νεαρών χελιών (υαλόχελα)· τα χέλια δεσμεύτηκαν κατά την εξαγωγή τους στην Ασία και η συνολική αξία τους ανερχόταν περίπου σε 4 εκατ. EUR. Οι έρευνες που διεξήχθησαν από την Ευρωπόλ και τις αρχές ορισμένων κρατών μελών της ΕΕ υποδεικνύουν τη συμμετοχή διεθνών δικτύων οργανωμένου εγκλήματος στο λαθρεμπόριο χελιών εκτός Ευρώπης.
|
Τα περισσότερα κράτη μέλη ανέφεραν ότι πραγματοποιήθηκαν προγράμματα κατάρτισης σε εθνικό επίπεδο από τις οικείες αρχές, με ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των προγραμμάτων που διοργανώνονται από κοινού με διάφορες αρχές (τελωνειακές αρχές, αστυνομικές αρχές, υπηρεσίες επιθεώρησης, διαχειριστικά όργανα της CITES κ.λπ.). Πολυάριθμες δραστηριότητες κατάρτισης οργανώθηκαν και σε επίπεδο ΕΕ, υπό την εποπτεία της CEPOL ή των δικτύων επαγγελματιών που ασχολούνται με το περιβαλλοντικό έγκλημα. Επιπλέον, αξιοποιήθηκαν χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προγράμματα για το περιβάλλον και την αστυνομική συνεργασία με στόχο την προώθηση της κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών (βλ. πλαίσιο 2).
|
Πλαίσιο 2 – Χρηματοδοτική στήριξη για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών στην ΕΕ
Η ΕΕ χρηματοδοτεί πολλά ειδικά έργα και πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών, κυρίως από το πρόγραμμα LIFE. Το πρόγραμμα LIFE παρέχει 1,1 εκατ. EUR για το έργο «LIFE for Danube Sturgeons» (2016-2020), το οποίο έχει ως στόχο τη βελτίωση της επιβολής των νόμων και των κανονισμών για την καταπολέμηση της λαθροθηρίας οξύρρυγχου και της παράνομης εμπορίας χαβιαριού στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία και την Ουκρανία. Το πρόγραμμα LIFE υποστηρίζει επίσης δραστηριότητες που διεξάγονται από το Ευρωπαϊκό δίκτυο εισαγγελέων για το περιβάλλον (ENPE), συμπεριλαμβανομένων της ανάπτυξης νέων εργαλείων κατάρτισης σχετικά με το περιβαλλοντικό έγκλημα για εισαγγελείς και δικαστές και της δημιουργίας βάσης δεδομένων ορθών πρακτικών (645 000 EUR για την περίοδο 2015-2020). Επιπλέον, μέσω του προγράμματος LIFE παρέχεται στήριξη σε έργα για την καταπολέμηση της παράνομης θανάτωσης πτηνών σε ολόκληρη την ΕΕ, κυρίως με στόχο την προώθηση της εφαρμογής του χάρτη πορείας της ΕΕ για την εξάλειψη της παράνομης θανάτωσης, παγίδευσης και εμπορίας πτηνών. Το έντυπο LIFE και εγκληματικότητα εις βάρος άγριων ειδών που δημοσιεύτηκε πρόσφατα παρέχει εκτενείς πληροφορίες σχετικά με τις πρωτοβουλίες που υποστηρίζονται από το πρόγραμμα LIFE για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών.
Τον Νοέμβριο του 2017, στο πλαίσιο του προγράμματος της ΕΕ TEA Αστυνομική συνεργασία, δημοσιεύτηκε η πρώτη στοχευμένη πρόσκληση υποβολής προτάσεων για έργα που αποσκοπούν στην ενίσχυση των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων των κρατών μελών για το περιβαλλοντικό έγκλημα, μεταξύ άλλων μέσω δραστηριοτήτων κατάρτισης και ανάπτυξης ικανοτήτων για τις αρμόδιες αρχές, με συνολικό προϋπολογισμό ύψους 2,5 εκατ. EUR. Στο πλαίσιο της εν λόγω πρόσκλησης, η καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών αναφέρεται ρητά μεταξύ των προτεραιοτήτων.
|
Πολλά κράτη μέλη έχουν δημιουργήσει πλατφόρμες διυπηρεσιακής συνεργασίας ή ειδικές ομάδες για την παράνομη εμπορία άγριων ειδών. Η Ισπανία ενέκρινε εθνικό σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών, στα πρότυπα του σχεδίου δράσης της ΕΕ, στο οποίο θεσπίζεται ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η Τσεχική Δημοκρατία σχεδιάζει επίσης να θεσπίσει παρόμοιο εθνικό σχέδιο δράσης έως το τέλος του 2018. Εντούτοις, παρά τη σχετική πρόοδο που σημειώθηκε, η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση σε ορισμένα κράτη μέλη. Ομοίως, δεν ανταλλάσσουν όλα τα κράτη μέλη πληροφορίες με άλλα κράτη μέλη ή μέσω της Ευρωπόλ. Πολλά κράτη μέλη θεωρούν ότι το EU-TWIX (βλ. πλαίσιο 3) αποτελεί πρακτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών (εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) σε ολόκληρη την ΕΕ. Αντιθέτως, η χρήση της πλατφόρμας SIENA από τα κράτη μέλη για την ανταλλαγή μηνυμάτων σχετικά με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τις οικείες αρχές. Το γεγονός αυτό παρεμποδίζει την αποτελεσματική συνεργασία και στερεί από την Ευρωπόλ τη δυνατότητα πρόσβασης σε πολύτιμες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης εικόνας σε επίπεδο πληροφοριών ασφαλείας όσον αφορά την παράνομη εμπορία άγριων ειδών στην ΕΕ.
|
Πλαίσιο 3 – EU-TWIX: ένα επιτυχημένο εργαλείο για τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου στην ΕΕ
Το EU-TWIX είναι ένα ευρωπαϊκό σύστημα στήριξης για την επιβολή του νόμου, το οποίο έχει σχεδιαστεί για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών και της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ των λειτουργών επιβολής του νόμου και διαχείρισης για τα άγρια είδη. Δημιουργήθηκε το 2005 με πρωτοβουλία των βελγικών αρχών και της οργάνωσης TRAFFIC και σήμερα συνδέει περισσότερους από 1 000 λειτουργούς (π.χ. από διαχειριστικά όργανα της CITES, τελωνειακές υπηρεσίες, υπηρεσίες περιβαλλοντικού ελέγχου, αστυνομικές και δικαστικές αρχές) από 37 ευρωπαϊκές χώρες και 10 διεθνείς/περιφερειακούς οργανισμούς, με χρηματοδοτική στήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και πολλά κράτη μέλη.
Η επικοινωνία μέσω του καταλόγου παραληπτών του EU-TWIX είχε ως αποτέλεσμα την κίνηση πολλών διασυνοριακών ερευνών, μεταξύ άλλων μιας έρευνας μεγάλης κλίμακας σχετικά με μια υπόθεση παράνομου εμπορίου πτηνών στις Κάτω Χώρες, με διασυνδέσεις σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές και μη ευρωπαϊκές χώρες. Στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας, κατασχέθηκαν περίπου 500 δείγματα πτηνών, καθώς και χρηματικά ποσά και περιουσιακά στοιχεία. Τρία άτομα καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης.
Η βάση δεδομένων EU-TWIX συγκεντρώνει επί του παρόντος πάνω από 55 000 αρχεία κατασχέσεων που σχετίζονται με άγρια είδη από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ, από το 2000 και μετά. Με τον τρόπο αυτό, παρέχει μια μοναδική δυνατότητα για την παρακολούθηση των τάσεων της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ.
Το EU-TWIX αποτέλεσε επίσης πηγή έμπνευσης για την ανάπτυξη πολλών παρόμοιων συστημάτων ανά τον κόσμο, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο παράρτημα της παρούσας έκθεσης.
|
Προτεραιότητα 3 – Ενίσχυση της παγκόσμιας σύμπραξης των χωρών προέλευσης, κατανάλωσης και διαμετακόμισης για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών
Μετά την έγκριση του σχεδίου δράσης, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της διατήρησαν τη θέση τους ως ο μεγαλύτερος χορηγός βοήθειας για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών (πρώτος χορηγός). Στο πλαίσιο αυτό, έχουν δρομολογηθεί πολλά έργα με στόχο την εφαρμογή του σχεδίου δράσης, μέσω της αντιμετώπισης των βασικών κινητήριων μοχλών και παραγόντων της παράνομης εμπορίας, ιδίως σε τομείς όπως το περιβαλλοντικό έγκλημα, η διαφθορά και το κράτος δικαίου, η ανασφάλεια λόγω ένοπλων συγκρούσεων, οι υπηρεσίες οικοσυστήματος και τα μέσα διαβίωσης γύρω από προστατευόμενες περιοχές, η διαχείριση των φυσικών πόρων και η ανθεκτικότητα των τοπικών κοινοτήτων.
Η ΕΕ και πολλά κράτη μέλη έχουν αναπτύξει μακροπρόθεσμες εταιρικές σχέσεις με τρίτες χώρες για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών, αναγνωρίζοντας τη χρόνια σύνδεση μεταξύ της παράνομης εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και των αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων ένοπλων ομάδων, ιδίως στην Κεντρική Αφρική. Στον τομέα αυτό, η ώθηση που παρείχε το σχέδιο δράσης υπήρξε σημαντική. Πέραν της προϋπάρχουσας χρηματοδοτικής στήριξης και των δραστηριοτήτων που βρίσκονται υπό εξέλιξη, το 2016 και το 2017 κινητοποιήθηκαν, στο πλαίσιο της πολιτικής ανάπτυξης και συνεργασίας της ΕΕ, σημαντικά πρόσθετα κονδύλια της ΕΕ (περίπου 340 εκατ. EUR στην Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό, και τη Νότια Αμερική και την Καραϊβική)
Τα κονδύλια αυτά αφορούσαν, μεταξύ άλλων, περιφερειακά προγράμματα για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών στην Κεντρική και την Ανατολική Αφρική, καθώς και την παροχή στήριξης για δράσεις διατήρησης στις χώρες της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ) και άλλες στοχευμένες χώρες (π.χ. Γουινέα). Επιπλέον, στο πλαίσιο του προγράμματος εταιρικής σχέσης για τη βιοποικιλότητα και τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών (BIOPAMA), η ανάπτυξη ικανοτήτων για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών εντάχθηκε μεταξύ των περιφερειακών προτεραιοτήτων στις χώρες ΑΚΕ.
|
Πλαίσιο 4 – Ένα νέο παγκόσμιο πρόγραμμα της ΕΕ για την εγκληματικότητα εις βάρος άγριων ειδών και δασών
Η δράση της ΕΕ για την επιβολή του νόμου και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών και δασών, που εγκρίθηκε το 2017, θα κινητοποιήσει 43,5 εκατ. EUR με στόχο:
-
την ενίσχυση των επιχειρησιακών ικανοτήτων της Διεθνούς κοινοπραξίας για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εις βάρος άγριων ειδών (ICCWC), με σκοπό τη βελτίωση της επιβολής της νομοθεσίας για τα άγρια είδη και της δασικής νομοθεσίας σε στοχευμένες χώρες και την προώθηση του διεθνούς συντονισμού (13,5 εκατ. EUR)·
-
τη στήριξη οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και τοπικών κοινοτήτων στην πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Η δράση αυτή συμπληρώνει τα υφιστάμενα περιφερειακά προγράμματα με τα μέλη της ICCWC, ιδίως στην Κεντρική Αφρική (UNODC), την Ανατολική/Νότια Αφρική (UNODC, CITES), την Ασία (UNODC) και μέσω του παγκόσμιου προγράμματος MIKE (CITES), το συνολικό ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 40 εκατ. EUR.
|
Τα κράτη μέλη (ιδίως η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο) παρέχουν επίσης σημαντική χρηματοδοτική στήριξη στα εθνικά και περιφερειακά προγράμματα για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών μέσω των οικείων πολιτικών αναπτυξιακής συνεργασίας. Το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες και η ΕΕ συνεισφέρουν οικονομικά στο Ταμείο Αφρικανικού Ελέφαντα.
Πέρα από την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης, η ΕΕ συμμετέχει ενεργά σε διμερείς διαλόγους σχετικά με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών με διάφορες σημαντικές χώρες προέλευσης, διαμετακόμισης και αγοράς. Οι αντιπροσωπείες της ΕΕ προωθούν ενεργά την εφαρμογή της CITES και των κανονισμών της ΕΕ για το εμπόριο άγριων ειδών σε τρίτες χώρες και παρέχουν τεχνική στήριξη. Επιπλέον, η ΕΕ χρησιμοποιεί τα μέσα εμπορικής πολιτικής που διαθέτει με στόχο την άσκηση πίεσης για την ανάληψη δράσης για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών, π.χ. μέσω της συμπερίληψης ειδικών διατάξεων στις μελλοντικές συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών (κυρίως με το Βιετνάμ) ή μέσω του ειδικού καθεστώτος κινήτρων για την αειφόρο ανάπτυξη και τη χρηστή διακυβέρνηση (ΣΓΠ+). Τέλος, η ΕΕ προωθεί τον διάλογο με περιφερειακές οργανώσεις, όπως ο ASEAN και η Αφρικανική Ένωση, με στόχο την καλύτερη αντιμετώπιση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών.
Παράλληλα, ορισμένα κράτη μέλη κινητοποιούν τα διπλωματικά δίκτυά τους για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει προγραμματίσει τη διοργάνωση διάσκεψης υψηλού επιπέδου σχετικά με την παράνομη εμπορία άγριων ειδών τον Οκτώβριο του 2018.
Εξίσου ενεργός είναι ο ρόλος της ΕΕ και σε πολυμερές επίπεδο, ιδίως στο πλαίσιο της CITES, η οποία αποτελεί το βασικό πολυμερές μέσο για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών και στην οποία η ΕΕ παρέχει οικονομική στήριξη. Κατά τη 17η συνδιάσκεψη των μερών (CoP17) και τη συνεδρίαση της μόνιμης επιτροπής του 2017, η ΕΕ άσκησε ενεργά πιέσεις για στοχευμένες συστάσεις και κυρώσεις με στόχο την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας ελεφαντόδοντου, κεράτων ρινόκερου, ροδόξυλου και τίγρεων.
Ομοίως, η ΕΕ και ορισμένα κράτη μέλη μετέχουν ενεργά στις συζητήσεις για τη θανάτωση, παγίδευση και εμπορία πτηνών, π.χ. στο πλαίσιο της ειδικής ομάδας εμπειρογνωμόνων που έχει συσταθεί βάσει της σύμβασης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (Σύμβαση της Βέρνης). Παράλληλα, προωθούν τη συμπερίληψη της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών στο θεματολόγιο των Ηνωμένων Εθνών, της G20, της G7 και άλλων διεθνών φορέων. Στο πλαίσιο αυτό, χρειάζεται να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος με στόχο την ένταξη της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών στο θεματολόγιο και άλλων σχετικών διεθνών φορέων και φόρουμ, όπως η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς, η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και η ομάδα χρηματοοικονομικής δράσης.
3. Συμπέρασμα
Το σχέδιο δράσης συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση του πολιτικού ενδιαφέροντος και της στήριξης σε επίπεδο ΕΕ. Ένα από τα πρώτα θετικά αποτελέσματα που απέφερε ήταν η ανάδειξη του προβλήματος της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών ως ζητήματος προτεραιότητας σε ευρύ φάσμα υπευθύνων χάραξης πολιτικής, αρχών επιβολής του νόμου και ενδιαφερόμενων μερών στην ΕΕ. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάληψη πολυάριθμων πρωτοβουλιών σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου δράσης. Παράλληλα, απέφερε πολλά ακόμη θετικά αποτελέσματα: αύξηση των μέτρων επιβολής του νόμου στην ΕΕ· ανάληψη δεσμεύσεων από φορείς του ιδιωτικού τομέα για συμβολή στην καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών· απαγόρευση της εξαγωγής ακατέργαστου ελεφαντόδοντου· υποβολή αυστηρών προτάσεων από την ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών σε πολυμερή φόρουμ (ιδίως στο πλαίσιο της CITES)· αύξηση της χρηματοδότησης της ΕΕ για την ανάπτυξη ικανοτήτων και την ανάληψη διεθνούς δράσης για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών· και κινητοποίηση των διπλωματικών δικτύων της ΕΕ και των κρατών μελών σε πολλές τρίτες χώρες με στόχο την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Συνολικά, σημειώθηκε ικανοποιητική πρόοδος όσον αφορά την πλειονότητα των 32 δράσεων του σχεδίου δράσης. Ωστόσο, εν τέλει, οι καλύτεροι δείκτες για την εκτίμηση του αντικτύπου του είναι τα επίπεδα λαθροθηρίας και παράνομης εμπορίας. Παρά την ύπαρξη ορισμένων ενθαρρυντικών ενδείξεων (κυρίως μείωση των επιπέδων λαθροθηρίας ελεφάντων και ρινόκερων τα τελευταία έτη), η παράνομη εμπορία άγριων ειδών εξακολουθεί να καταγράφει άνθηση και να συνιστά σοβαρή απειλή για τη βιοποικιλότητα, το κράτος δικαίου και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, οι προτεραιότητες και οι στόχοι που καθορίζονται στο σχέδιο δράσης εξακολουθούν να είναι αναμφισβήτητα κατάλληλοι και συναφείς.
Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της θα πρέπει να εντείνουν περαιτέρω τις προσπάθειές τους για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου δράσης έως το 2020, οπότε και θα αξιολογηθεί η ανάγκη ανάληψης περαιτέρω δράσεων. Το ίδιο ισχύει και για την επίτευξη του επιμέρους στόχου 15.7 του Στόχου Βιώσιμης Ανάπτυξης 15, με τον οποίο ζητείται η ανάληψη «άμεσης δράσης για τον τερματισμό της λαθροθηρίας και της παράνομης διακίνησης προστατευόμενων ειδών της χλωρίδας και της πανίδας, και [η] αντιμετώπιση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης παράνομων προϊόντων χλωρίδας και πανίδας».