ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 20.12.2017
COM(2017) 791 final
2017/0358(COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SWD(2017) 481 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.
ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•
Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η ΕΕ χρειάζεται ισχυρότερες κεφαλαιαγορές για την προώθηση των επενδύσεων, την αξιοποίηση νέων πηγών χρηματοδότησης για τις εταιρείες, την παροχή καλύτερων ευκαιριών στα νοικοκυριά και την ενίσχυση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να θέσει όλα τα εναπομένοντα δομικά στοιχεία για την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών έως το 2019.
Οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν μια σειρά υπηρεσιών οι οποίες προσφέρουν στους επενδυτές πρόσβαση σε αγορές κινητών αξιών και παραγώγων (παροχή επενδυτικών συμβουλών, διαχείριση χαρτοφυλακίου, μεσιτεία, εκτέλεση εντολών κ.λπ.). Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν αποτελούν ζωτικό γρανάζι μιας εύρυθμα λειτουργούσας Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διευκόλυνση των αποταμιευτικών και επενδυτικών ροών σε ολόκληρη την ΕΕ, με τη χρήση διαφόρων υπηρεσιών για τη στήριξη της αποτελεσματικής κατανομής κεφαλαίων και διαχείρισης κινδύνων.
Επιχειρήσεις επενδύσεων υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), στα τέλη του 2015 υπήρχαν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) 6 051 επιχειρήσεις επενδύσεων. Σε αυτές περιλαμβάνονται από επιχειρήσεις που παρέχουν περιορισμένο σύνολο υπηρεσιών σε ιδιώτες, κυρίως, πελάτες μέχρι επιχειρήσεις που παρέχουν διάφορες υπηρεσίες σε ευρύ φάσμα ιδιωτών, επαγγελματιών και εταιρικών πελατών.
Με βάση τις πληροφορίες που παρέσχε η ΕΑΤ, περίπου το 85 % των επιχειρήσεων επενδύσεων του ΕΟΧ περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στα εξής:
·παροχή επενδυτικών συμβουλών·
·λήψη και διαβίβαση εντολών·
·διαχείριση χαρτοφυλακίων· και
·εκτέλεση εντολών.
Αποτελώντας σημαντικό κόμβο για τις κεφαλαιαγορές και τις επενδυτικές δραστηριότητες, το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων επενδύσεων του ΕΟΧ, καθώς οι μισές περίπου από τις εν λόγω επιχειρήσεις έχουν την έδρα τους εκεί, και ακολουθούν η Γερμανία, η Γαλλία, οι Κάτω Χώρες και η Ισπανία. Οι περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων του ΕΟΧ είναι μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις. Η ΕΑΤ εκτιμά ότι περίπου οκτώ επιχειρήσεις επενδύσεων, οι οποίες είναι συγκεντρωμένες κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, ελέγχουν περίπου το 80 % των στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων επενδύσεων στον ΕΟΧ.
Ως εκ τούτου, μεταξύ των νέων δράσεων προτεραιότητας για την ενίσχυση των κεφαλαιαγορών και την οικοδόμηση μιας Ένωσης Κεφαλαιαγορών, η Επιτροπή ανακοίνωσε, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης του σχεδίου δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, ότι θα πρότεινε ένα αποτελεσματικότερο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας και εποπτικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, βαθμονομημένο ως προς το μέγεθος και τη φύση των επιχειρήσεων επενδύσεων, προκειμένου να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να βελτιωθεί η πρόσβαση των επενδυτών σε νέες ευκαιρίες και καλύτερους τρόπους διαχείρισης των κινδύνων τους. Λαμβανομένου υπόψη του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζουν έως σήμερα οι επιχειρήσεις επενδύσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στον συγκεκριμένο τομέα, η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την ΕΕ αναδεικνύει περαιτέρω την ανάγκη επικαιροποίησης της κανονιστικής αρχιτεκτονικής της ΕΕ προκειμένου να στηριχθεί αυτή η εξέλιξη.
Οι προτάσεις που καλύπτουν την παρούσα οδηγία και τον συνοδευτικό κανονισμό («οι προτάσεις») συμπεριλήφθηκαν στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2017, ως δράση στο πλαίσιο του προγράμματος REFIT. Στόχος των εν λόγω προτάσεων είναι να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις, απαιτήσεις ρευστότητας και άλλες βασικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, καθώς και σε αντίστοιχες εποπτικές ρυθμίσεις, οι οποίες να είναι, αφενός, προσαρμοσμένες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και, αφετέρου, επαρκώς αυστηρές ώστε να καλύπτουν τους κινδύνους των επιχειρήσεων επενδύσεων με προληπτικά ορθό τρόπο, με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ. Οι προτάσεις αποτελούν αποτέλεσμα της επανεξέτασης που επιτάσσουν το άρθρο 493 παράγραφος 2, το άρθρο 498 παράγραφος 2 και το άρθρο 508 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (κανονισμός για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ΚΚΑ), ο οποίος, από κοινού με την οδηγία 2013/36/ΕΕ (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις IV ή ΟΚΑ IV), αποτελεί το ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Στο πλαίσιο της συμφωνίας επί των εν λόγω κειμένων, οι συννομοθέτες αποφάσισαν ότι το πλαίσιο για τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα έπρεπε να επανεξεταστεί, διότι οι κανόνες του είναι σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένοι προς τα πιστωτικά ιδρύματα.
Αντίθετα με τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν δέχονται καταθέσεις ούτε χορηγούν δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ λιγότερο εκτεθειμένες σε πιστωτικό κίνδυνο και στον κίνδυνο ανάληψης χρημάτων από τους καταθέτες με σύντομη προειδοποίηση. Οι υπηρεσίες τους επικεντρώνονται σε χρηματοπιστωτικά μέσα —αντίθετα με τις καταθέσεις, αυτά δεν είναι πληρωτέα στην ονομαστική τους αξία, αλλά παρουσιάζουν διακυμάνσεις σύμφωνα με τις κινήσεις της αγοράς. Ωστόσο, ανταγωνίζονται τα πιστωτικά ιδρύματα στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να προσφέρουν στους πελάτες τους βάσει της οικείας άδειας λειτουργίας τραπεζικού ιδρύματος. Επομένως, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μεν δύο διαφορετικά από ποιοτική άποψη ιδρύματα, με διαφορετικά πρωταρχικά επιχειρηματικά μοντέλα, αλλά παρατηρείται κάποια αλληλεπικάλυψη στις υπηρεσίες τις οποίες μπορούν να παρέχουν.
Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας της ΕΕ, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα, από το 1993, έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ το πρώτο πλαίσιο της ΕΕ για τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων. Έχοντας πλέον αντικατασταθεί από την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID) και, από την 1η Ιανουαρίου 2018, από την οδηγία MiFID II / τον κανονισμό MiFIR, το εν λόγω πλαίσιο καθορίζει τις προϋποθέσεις όσον αφορά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τις οργανωτικές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς, υπό τις οποίες μπορούν να παρέχονται επενδυτικές υπηρεσίες σε επενδυτές, καθώς και άλλες απαιτήσεις που διέπουν την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV εφαρμόζεται σε συνδυασμό με την οδηγία MiFID. Κατά κανόνα, οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σχεδιάζονται με σκοπό i) να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω ιδρύματα διαθέτουν επαρκείς πόρους ώστε να παραμένουν οικονομικά βιώσιμα και να εκτελούν τις υπηρεσίες τους από τον έναν οικονομικό κύκλο στον άλλο· ή ii) να καθιστούν δυνατή τη συντεταγμένη εκκαθάρισή τους, χωρίς να προκαλείται αδικαιολόγητη οικονομική ζημία για τους πελάτες τους ή τη σταθερότητα των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να έχουν ως στόχο να αντανακλούν τους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν και ενέχουν τα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να είναι ανάλογες προς την πιθανότητα εμφάνισης κινδύνων και, γενικότερα, να επιτυγχάνουν ισορροπία μεταξύ της διασφάλισης της ασφάλειας και της ευρωστίας των διαφόρων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της αποφυγής υπερβολικού κόστους, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στη βιώσιμη άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων.
Οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, ορισμένες εκ των οποίων προσδιορίζονται ως παγκόσμιες, ή άλλα συστημικά σημαντικά ιδρύματα βάσει του άρθρου 131 της ΟΚΑ IV, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο πλαίσιο των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων που πρότεινε η Επιτροπή, στις 23 Νοεμβρίου 2016, σύμφωνα με την αναθεωρημένη προσέγγιση που προβλέπεται στις προτάσεις όσον αφορά τον προσδιορισμό τους. Ο λόγος είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές συνήθως διατρέχουν και αναλαμβάνουν κινδύνους σε σημαντική κλίμακα σε ολόκληρη την ενιαία αγορά. Οι δραστηριότητές τους τις εκθέτουν σε πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος λαμβάνει κυρίως τη μορφή πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, καθώς και σε κίνδυνο αγοράς για τοποθετήσεις στις οποίες προβαίνουν για ίδιο λογαριασμό, είτε για πελάτες τους είτε για τις ίδιες. Ως εκ τούτου, ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους. Υπό το πρίσμα των κινδύνων αυτών και προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, οι εν λόγω συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πιστωτικά ιδρύματα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, του Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με την επανεξέταση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (EEA), αυτό συνεπάγεται επίσης, μεταξύ άλλων, ότι οι δραστηριότητές τους σε κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Επί του παρόντος, οι εν λόγω επιχειρήσεις είναι συγκεντρωμένες κατά κύριο λόγο στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά βρίσκονται σε διαδικασία εξέτασης σχεδίων για μετεγκατάσταση τμημάτων των δραστηριοτήτων τους στην ΕΕ των 27, κυρίως σε κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση. Αν και πρόκειται για έναν μικρό μόνον αριθμό επιχειρήσεων, αντιπροσωπεύουν, ωστόσο, μεγάλο μερίδιο των συνολικών περιουσιακών στοιχείων και του όγκου των δραστηριοτήτων του συνόλου των επιχειρήσεων επενδύσεων στην ΕΕ.
Όσον αφορά τις άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων, το γεγονός ότι το ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας εστιάζεται στα πιστωτικά ιδρύματα και στους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν και ενέχουν, και όχι στις επιχειρήσεις επενδύσεων, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα. Οι υφιστάμενοι κανόνες δεν καλύπτουν, σε μεγάλο βαθμό, ρητά τις υπηρεσίες που παρέχονται από αυτές τις επιχειρήσεις, και τους κινδύνους τους οποίους μπορεί να δημιουργήσουν. Από τις οκτώ επενδυτικές υπηρεσίες τις οποίες επιτρέπεται να παρέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων βάσει της οδηγίας MiFID, μόνο i) η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό και ii) η αναδοχή ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης υπόκεινται σε σαφείς αντίστοιχες απαιτήσεις βάσει του ΚΚΑ. Όσον αφορά τις άλλες επενδυτικές υπηρεσίες (λήψη και διαβίβαση εντολών, εκτέλεση εντολών, διαχείριση χαρτοφυλακίου, επενδυτικές συμβουλές, τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης, λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης), δεν προβλέπονται τέτοιες απαιτήσεις, με αποτέλεσμα την κατά προσέγγιση κάλυψη των ενεχόμενων κινδύνων. Ως εκ τούτου, αν και περιορισμένοι σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εγγενείς κίνδυνοι τους οποίους ενέχουν αυτές οι δραστηριότητες για την επιχείρηση και, κατά συνέπεια, για τους πελάτες της επιχείρησης και τις ευρύτερες αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται, δεν καλύπτονται με στοχευμένο τρόπο.
Αυτό δημιουργεί τρία βασικά προβλήματα, τα οποία αξιολογούνται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, που συνοδεύει τις προτάσεις.
Πρώτον, παρότι το πλαίσιο καλύπτει, έως έναν βαθμό, τα διάφορα είδη επιχειρηματικών προφίλ των επιχειρήσεων επενδύσεων με τη μορφή εξαιρέσεων, αποτελεί πηγή σημαντικής κανονιστικής πολυπλοκότητας για πολλές επιχειρήσεις εν γένει. Δεύτερον, οι λεπτομερείς απαιτήσεις και εξαιρέσεις του εν λόγω πλαισίου συνιστούν πρόχειρη και μη βασιζόμενη στους κινδύνους ένδειξη των πραγματικών κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων, οι οποίοι διαφέρουν από αυτούς των τραπεζών. Τρίτον, λόγω της εγγενούς του πολυπλοκότητας και της έλλειψης ευαισθησίας ως προς τον κίνδυνο, η εφαρμογή του πλαισίου από τα κράτη μέλη προκαλεί κατακερματισμό στο συνολικό κανονιστικό τοπίο για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, δημιουργώντας πιθανότητα επιζήμιου ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Το γεγονός αυτό μπορεί να απειλήσει την ακεραιότητα και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Στόχος των προτάσεων είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων του υφιστάμενου πλαισίου, με την παράλληλη διευκόλυνση της ανάληψης και της άσκησης δραστηριοτήτων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, όπου αυτό είναι δυνατό. Συγκεκριμένα, οι προτάσεις καθορίζουν ένα πλαίσιο προληπτικής εποπτείας το οποίο είναι καλύτερα προσαρμοσμένο στα επιχειρηματικά μοντέλα των εν λόγω επιχειρήσεων. Συνίστανται σε περισσότερο κατάλληλες και πιο ευαίσθητες ως προς τους κινδύνους απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, με καλύτερη στόχευση στους κινδύνους που πράγματι ενέχουν και διατρέχουν στο πλαίσιο των διαφόρων ειδών επιχειρηματικών μοντέλων. Τέλος, αποτελούν μια περισσότερο εξορθολογισμένη κανονιστική εργαλειοθήκη, με την οποία καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική άσκηση εποπτείας από τις αρχές προληπτικής εποπτείας.
Τελικά, η MiFID II και ο MiFIR θεσπίστηκαν στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης για να καλύψουν τις αγορές κινητών αξιών, τους διαμεσολαβητές επενδύσεων και τους τόπους διαπραγμάτευσης. Το νέο πλαίσιο ενισχύει και αντικαθιστά το ισχύον πλαίσιο της MiFID I. Στο πλαίσιο της αναθεώρησης του πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων της ΕΕ, η απουσία υποχρεωτικών απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών, οι οποίες δραστηριοποιούνται στα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων, επισημάνθηκε ως αδυναμία. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν είναι σε θέση να αξιολογούν, σε τακτική βάση, τον όγκο των δραστηριοτήτων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που ασκούνται από υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών στο έδαφός τους. Επομένως, η παρούσα πρόταση θα προσφέρει στις αρμόδιες αρχές τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να παρακολουθούν αυτές τις δραστηριότητες.
Όπως ορίζουν τα άρθρα του ΚΚΑ, η επανεξέταση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων πραγματοποιήθηκε σε διαβούλευση με την ΕΑΤ, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και τις εθνικές αρμόδιες αρχές που εκπροσωπούνται σε αυτές τις ΕΕΑ. Σε συνέχεια του πρώτου αιτήματος της Επιτροπής για γνωμοδότηση, του Δεκεμβρίου 2014, η ΕΑΤ δημοσίευσε, τον Δεκέμβριο του 2015, την πρώτη της έκθεση σχετικά με το ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, ζητώντας αλλαγές στην τρέχουσα προσέγγιση για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων, με εξαίρεση τις μεγαλύτερες και πλέον συστημικές. Σε συνέχεια του δεύτερου αιτήματος της Επιτροπής για γνωμοδότηση, του Ιουνίου 2016, η ΕΑΤ δημοσίευσε, τον Νοέμβριο του 2016, έγγραφο προβληματισμού προς διαβούλευση, το οποίο εστιαζόταν στο ενδεχόμενο θέσπισης νέου καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για τη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων. Λαμβανομένων υπόψη των σχολίων και των πρόσθετων δεδομένων τα οποία είχε συγκεντρώσει από επιχειρήσεις επενδύσεων, από κοινού με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, η ΕΑΤ δημοσίευσε, τον Σεπτέμβριο του 2017, τις τελικές συστάσεις της. Οι προτάσεις βασίζονται στις εν λόγω συστάσεις ως προς όλες τις βασικές πτυχές, πλην του προσδιορισμού των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων, για τους λόγους που εξηγούνται στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής και συνοψίζονται κατωτέρω στην ενότητα σχετικά με την «εκτίμηση των επιπτώσεων».
•
Συνοχή με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Η παρούσα πρόταση συμπληρώνει την εν εξελίξει επανεξέταση του καθεστώτος των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV για τα πιστωτικά ιδρύματα, κατόπιν των προτάσεων που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 23 Νοεμβρίου 2016, με τις οποίες επετράπη σε όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων να αυτοεξαιρεθούν από τις αναθεωρημένες διατάξεις του. Η δυνατότητα αυτή καθιερώθηκε εις αναγνώριση του γεγονότος ότι οι εν λόγω αναθεωρημένες διατάξεις δεν είχαν σχεδιαστεί με γνώμονα την πλειονότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων και ότι θα δημιουργούσαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στο υφιστάμενο εγχειρίδιο κανόνων. Η επανεξέταση του καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για την πλειονότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων, η οποία αποτελεί αντικείμενο και της παρούσας πρότασης, βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη κατά τον χρόνο κατάρτισής της, και η υπαγωγή των εν λόγω επιχειρήσεων σε ένα ακόμη πιο πολύπλοκο καθεστώς για σύντομο χρονικό διάστημα, εν αναμονή της εφαρμογής του νέου καθεστώτος, θεωρήθηκε δυσανάλογη. Επομένως, με την παρούσα πρόταση δημιουργείται ένα νέο καθεστώς για την πλειονότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων, με την πλήρη εξαίρεσή τους από το πλαίσιο των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV και την παραμονή μόνο των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων στο πεδίο εφαρμογής αυτού, συμπεριλαμβανομένων των αναθεωρημένων διατάξεών του, σύμφωνα με την αναθεωρημένη προσέγγιση που προβλέπεται στην παρούσα πρόταση όσον αφορά τον προσδιορισμό τους.
Η πρόταση συνάδει επίσης με την οδηγία MiFID και την οδηγία MiFID II / τον κανονισμό MiFIR. Με τον καθορισμό απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας που είναι προσαρμοσμένες στις δραστηριότητες και τους κινδύνους των επιχειρήσεων επενδύσεων, η πρόταση αποσαφηνίζει πότε και για ποιον λόγο εφαρμόζονται οι εν λόγω απαιτήσεις. Ως εκ τούτου, αντιμετωπίζει ορισμένες περιπτώσεις αυθαίρετης εφαρμογής των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας εντός του ισχύοντος πλαισίου, οι οποίες προκύπτουν διότι οι απαιτήσεις αυτές καθορίζονται κατά κύριο λόγο σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρατίθενται στην οδηγία MiFID, και όχι με βάση την πραγματική συσσώρευση κινδύνων στο είδος και τον όγκο των δραστηριοτήτων που ασκούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων.
•
Συνοχή με άλλες πολιτικές της ΕΕ
Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διευκόλυνση των επενδυτικών ροών σε ολόκληρη την ΕΕ. Αναλόγως, η επανεξέταση εντάσσεται επίσης στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών της Επιτροπής για τη διασφάλιση μιας ισχυρής και δίκαιης ενιαίας αγοράς και της εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, με σκοπό την κινητοποίηση επενδύσεων και την τόνωση της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Ένα καταλληλότερο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας και εποπτικό πλαίσιο με χαμηλότερο κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις επενδύσεων αναμένεται να συμβάλει i) στη βελτίωση των συνολικών συνθηκών για τις επιχειρήσεις· ii) στην προώθηση της εισόδου στην αγορά και του ανταγωνισμού κατά τη διαδικασία· και iii) στη βελτίωση της πρόσβασης των επενδυτών σε νέες ευκαιρίες και καλύτερους τρόπους διαχείρισης των κινδύνων τους.
Η αναθεωρημένη προσέγγιση για τον προσδιορισμό των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων, που θα πρέπει να συνεχίσουν να υπάγονται στο πλαίσιο των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV, συνάδει επίσης με τον στόχο της αποφυγής κενών στη λειτουργία της Τραπεζικής Ένωσης. Οι πρόσφατες διαρθρωτικές εξελίξεις της αγοράς υποδεικνύουν ότι τραπεζικοί όμιλοι τρίτων χωρών έχουν όλο και πιο περίπλοκες δομές στην ΕΕ, λειτουργώντας μέσω οντοτήτων οι οποίες διαφεύγουν την εποπτεία της ΕΚΤ στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, του Οκτωβρίου 2017, για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, η διασφάλιση της παραμονής των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων στο πεδίο εφαρμογής των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV, σύμφωνα με την προσέγγιση που προβλέπεται στην παρούσα πρόταση όσον αφορά τον προσδιορισμό τους, θέτει επίσης τις εν λόγω επιχειρήσεις υπό την προληπτική εποπτεία των τραπεζικών εποπτικών αρχών και, όσον αφορά τις δραστηριότητές τους σε κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση, υπό την προληπτική εποπτεία της ΕΚΤ.
2.
ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•
Νομική βάση
Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναθέτει στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα την αρμοδιότητα να θεσπίζουν κατάλληλες διατάξεις μέσω οδηγιών, με σκοπό να διευκολύνονται τα άτομα στην ανάληψη και την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων σε ολόκληρη την ΕΕ (άρθρο 53 της ΣΛΕΕ). Η αρμοδιότητα αυτή επεκτείνεται στη νομοθεσία που αφορά την προληπτική εποπτεία των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, στην προκειμένη περίπτωση των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι διατάξεις της παρούσας πρότασης οδηγίας αντικαθιστούν τις διατάξεις της ΟΚΑ IV, οι οποίες βασίζονται επίσης στο άρθρο 53 της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι σχετίζονται με τις επιχειρήσεις επενδύσεων.
•
Επικουρικότητα
Με την πρόταση αναθεωρούνται και απλουστεύονται οι υφιστάμενοι κανόνες της ΕΕ που διέπουν την προληπτική μεταχείριση των επιχειρήσεων επενδύσεων, με σκοπό i) την καλύτερη διαχείριση και αντιμετώπιση των κινδύνων στα επιχειρηματικά τους μοντέλα· ii) τη βελτίωση των ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων· και iii) την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης. Για να επιτευχθεί αυτό, ένα νέο πλαίσιο της ΕΕ θα πρέπει να αντικαταστήσει το υφιστάμενο πλαίσιο, και να μην εκχωρηθούν οι επιλογές αυτές στα κανονιστικά πλαίσια των κρατών μελών. Ο λόγος είναι ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας MiFID παρέχουν επί του παρόντος συστηματικά τις υπηρεσίες τους σε πελάτες σε διασυνοριακό επίπεδο εντός της ΕΕ. Τυχόν χωριστές και αποσπασματικές αλλαγές των κανόνων από τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να προκαλέσουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και διακριτική μεταχείριση, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των κρουσμάτων επιζήμιου ρυθμιστικού αρμπιτράζ, με ενδεχόμενες παράπλευρες συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την προστασία των επενδυτών σε άλλα κράτη μέλη, σε περίπτωση προβλημάτων. Θα μπορούσε επίσης να αλλοιώσει το φάσμα και το είδος των επενδυτικών υπηρεσιών που διατίθενται σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, σε βάρος, ενδεχομένως, της συνολικής αποτελεσματικότητας της αγοράς και των επιλογών των επενδυτών. Με τους αναθεωρημένους κανόνες αναμένεται να αποφευχθούν οι αδικαιολόγητες κανονιστικές αποκλίσεις και να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για όλες τις επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια λειτουργίας σε ολόκληρη την ενιαία αγορά.
•
Αναλογικότητα
Δεδομένου ότι η παρούσα πρόταση εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος REFIT, βασικός στόχος είναι να καταστεί το νέο πλαίσιο περισσότερο κατάλληλο, συναφές και αναλογικό, σε σύγκριση με το υφιστάμενο πλαίσιο για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Συνεπώς, η παρούσα πρόταση επιτυγχάνει ισορροπία, διασφαλίζοντας ότι οι απαιτήσεις είναι συγχρόνως:
·επαρκώς ολοκληρωμένες και αυστηρές, ώστε να καλύπτουν τους κινδύνους των επιχειρήσεων επενδύσεων με προληπτικά ορθό τρόπο· και
·επαρκώς ευέλικτες, ώστε να καλύπτουν τα διάφορα είδη επιχειρηματικών μοντέλων, χωρίς να παρακωλύουν την ικανότητα λειτουργίας τους με εμπορικά βιώσιμο τρόπο.
Η πρόταση μεριμνά ώστε να διασφαλιστεί ότι το κόστος του καθεστώτος όσον αφορά τόσο τις κεφαλαιακές απαιτήσεις όσο και το συναφές κόστος συμμόρφωσης και το διοικητικό κόστος, που προκύπτει από την ανάγκη διαχείρισης του προσωπικού και των συστημάτων για την εφαρμογή των νέων απαιτήσεων, καθώς και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη συμμόρφωση στις εποπτικές αρχές, διατηρείται στο ελάχιστο δυνατό για την επίτευξη αυτής της ισορροπίας.
Όπως επισημαίνεται στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, το συναφές αυτό κόστος αναμένεται να μειώνεται σε διαρκή βάση, με ορισμένες νέες εφάπαξ δαπάνες στην αρχή. Όσον αφορά το κεφάλαιο, μια πρωταρχική επιλογή πολιτικής, η οποία αποτέλεσε τη βάση των εργασιών επανεξέτασης και έχει αντίκτυπο στα ανωτέρω, είναι ο στόχος να διασφαλιστεί ότι, συνολικά, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις επενδύσεων σε επίπεδο ΕΕ δεν θα αυξηθούν υπερβολικά. Αυτό μεταφράζεται σε διαφορετικές επιπτώσεις κατανομής για ορισμένα είδη επιχειρήσεων. Οι επιπτώσεις αυτές περιορίζονται με τις διατάξεις της πρότασης, καθώς προβλέπεται σταδιακή εφαρμογή και καθορισμός ανώτατων ορίων για τις υψηλότερες απαιτήσεις.
•
Επιλογή της νομικής πράξης
Επιλέγεται οδηγία, διότι οι διατάξεις της αντικαθιστούν τις διατάξεις της ΟΚΑ IV που αφορούν τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι οι διατάξεις της μπορούν να μεταφερθούν από τα κράτη μέλη στο εθνικό τους δίκαιο, σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διοικητικές ρυθμίσεις που συνάδουν με την υφιστάμενη πρακτική.
3.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•
Εκ των υστέρων αξιολόγηση ισχύουσας νομοθεσίας
Η αξιολόγηση του υφιστάμενου πλαισίου των ΚΚΑ/ΟΚΑ IV, η οποία βασίζεται ιδίως στην ανάλυση που διενεργήθηκε από την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, στο πλαίσιο της έκθεσής τους του 2015, καθώς και στις παράλληλες εργασίες και την ανάλυση από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, παρουσιάζεται συνοπτικά στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής.
Συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι υφιστάμενοι κανόνες, οι οποίοι βασίζονται στα διεθνή κανονιστικά πρότυπα για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους και εστιάζονται στους κινδύνους των τραπεζών, επιτυγχάνουν μόνον εν μέρει τους στόχους τους όσον αφορά i) τη διασφάλιση επαρκών κεφαλαίων για τους κινδύνους των περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων· ii) τη διατήρηση του κόστους συμμόρφωσης υπό έλεγχο· iii) τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ· και iv) τη διασφάλιση αποτελεσματικής προληπτικής εποπτείας. Πολλές από τις διατάξεις του πλαισίου θεωρούνται αναποτελεσματικές και μη αποδοτικές εν προκειμένω. Εξαίρεση αποτελούν οι μεγάλες και συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων το μέγεθος, το προφίλ κινδύνου και η διασύνδεση με άλλους συμμετέχοντες σε χρηματοπιστωτικές αγορές τούς προσδίδουν τραπεζικό χαρακτήρα.
Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις επενδύσεων, διαπιστώθηκε ότι η υφιστάμενη κατάσταση δημιουργεί i) υπερβολική πολυπλοκότητα και δυσανάλογο φόρτο συμμόρφωσης, ιδιαίτερα για πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· ii) ανεπαρκώς προσαρμοσμένους και μη βασισμένους στους κινδύνους προληπτικούς δείκτες μέτρησης και απαιτήσεις για την επακριβή αποτύπωση των κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων· και iii) περιπτώσεις αποκλίνουσας εθνικής εφαρμογής των κανόνων, και ένα κατακερματισμένο κανονιστικό τοπίο σε ολόκληρη την ΕΕ.
•
Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα σημεία κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης. Όσον αφορά τα βασικά ορόσημα, σε συνέχεια του πρώτου αιτήματος της Επιτροπής για γνωμοδότηση, του Δεκεμβρίου 2014, η ΕΑΤ δημοσίευσε, τον Δεκέμβριο του 2015, έκθεση σχετικά με το ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, μαζί με προτάσεις αλλαγών. Η εν λόγω έκθεση αποτελεί διεξοδική και διαθέσιμη στο κοινό ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης, με στοιχεία σχετικά με τους αριθμούς και τα είδη των επιχειρήσεων επενδύσεων στα κράτη μέλη. Η ανάλυση αυτή συνέβαλε στην επέκταση της επανεξέτασης σε ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία ενδέχεται να μην επηρεάζονται άμεσα από τους κανόνες, και τα ενθάρρυνε να συμμετάσχουν στην επακόλουθη συζήτηση.
Στις 4 Νοεμβρίου 2016, η ΕΑΤ δημοσίευσε έγγραφο προβληματισμού προς διαβούλευση, το οποίο εστιαζόταν στο ενδεχόμενο θέσπισης νέου καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Το έγγραφο ήταν ανοικτό προς διατύπωση σχολίων για περίοδο 3 μηνών. Στις 3 Ιουλίου 2017, η ΕΑΤ δημοσίευσε τα σχέδια συστάσεών της και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν σχόλια. Οι εργασίες της υποστηρίχθηκαν επίσης από συγκέντρωση λεπτομερών στοιχείων, με τη συμμετοχή επιχειρήσεων επενδύσεων. Η εν λόγω συγκέντρωση στοιχείων διενεργήθηκε από τις εθνικές αρμόδιες αρχές για λογαριασμό της ΕΑΤ σε δύο στάδια, το 2016 και το 2017.
Δεδομένης της διεξοδικής δημόσιας διαβούλευσης και της συγκέντρωσης δεδομένων στις οποίες προέβη η ΕΑΤ, η Επιτροπή θεώρησε περιττό να διενεργήσει παράλληλη γενική δημόσια διαβούλευση. Αντ’ αυτού, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν στοχευμένη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, ώστε να συγκεντρωθούν περαιτέρω απόψεις σχετικά με τα βασικά στοιχεία της επανεξέτασης. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονταν:
·συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με ενδιαφερόμενους φορείς του κλάδου (επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτές, δικηγορικά γραφεία, συμβούλους), η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2017, σχετικά με τα σχέδια προτάσεων της ΕΑΤ για ένα μελλοντικό καθεστώς·
·εργαστήριο σχετικά με το κόστος του ισχύοντος καθεστώτος, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαΐου 2017· και
·εργαστήριο σχετικά με τα σχέδια τελικών συστάσεων της ΕΑΤ, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2017.
Η επανεξέταση αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο του 2017, και στο πλαίσιο της ομάδας εμπειρογνωμόνων για θέματα τραπεζών, πληρωμών και ασφαλίσεων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2017. Λήφθηκαν επίσης υπόψη τα σχόλια που διατυπώθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την αρχική εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2017. Τέλος, η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τις εισηγήσεις που είχαν ληφθεί κατά το παρελθόν, ως απάντηση στην ευρεία πρόσκληση υποβολής στοιχείων σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τη συνέπεια και τη συνοχή του συνολικού κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, στο πλαίσιο της οποίας πολλοί συμμετέχοντες επισήμαναν διάφορα ζητήματα τα οποία ήταν σημαντικά για την επανεξέταση.
Οι επιχειρήσεις επενδύσεων αντιπροσωπεύουν διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα, και οι απόψεις τους τείνουν να εστιάζονται σε πτυχές των προτάσεων που αφορούν ειδικά αυτές. Αυτό περιπλέκει τη διενέργεια οριζόντιων συγκρίσεων της σχετικής βαρύτητας των θέσεων των ενδιαφερόμενων μερών. Ωστόσο, γενικά, η μεγάλη πλειονότητα των ενδιαφερομένων μερών επιδοκιμάζουν ένα προσαρμοσμένο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, το οποίο να είναι καταλληλότερο για τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Τονίζουν ότι η συστημική τους σημασία είναι περιορισμένη και ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εστιάζονται στη διασφάλιση της συντεταγμένης εκκαθάρισής τους. Όσον αφορά τις ειδικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό τους μοντέλο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν μόνον υπηρεσίες πρακτόρευσης, και δεν διενεργούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα χρησιμοποιώντας τον δικό τους ισολογισμό, επικρίνουν γενικά τις προτάσεις, επειδή συνδέουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις με το μέγεθος των χαρτοφυλακίων πελατών τα οποία διαχειρίζονται με γραμμικό τρόπο. Παρότι πολλές επιχειρήσεις που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό συμφωνούν ότι το υφιστάμενο πλαίσιο για την κάλυψη του κινδύνου της αγοράς παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων τους οποίους διατρέχουν και θέτουν, άλλες επιχειρήσεις που διενεργούν συναλλαγές επισημαίνουν ότι διογκώνει τους κινδύνους των μεθόδων και των προϊόντων στα οποία πραγματοποιούν συναλλαγές. Οι απόψεις αυτές λήφθηκαν υπόψη στη βαθμονόμηση των προτεινόμενων νέων δεικτών μέτρησης κινδύνων (παράγοντες Κ – βλέπε κατωτέρω) και στην εξέταση του ενδεχομένου σταδιακής εφαρμογής και καθορισμού ανωτάτων ορίων για τις υψηλότερες απαιτήσεις.
•
Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Η επανεξέταση πραγματοποιήθηκε με βάση εκτενείς συμβουλές που παρασχέθηκαν από την ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του ΚΚΑ, τα οποία αποτελούν τη νομική βάση της επανεξέτασης (κυρίως, το άρθρο 508 παράγραφοι 2 και 3). Οι κυριότερες δημοσιεύσεις της ΕΑΤ ήταν οι εξής:
·η έκθεση του Δεκεμβρίου 2015, η οποία περιλάμβανε συνολική αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης και αρχικές συστάσεις για αλλαγές·
·το έγγραφο προβληματισμού του Νοεμβρίου 2016, το οποίο δημοσιεύθηκε προς διαβούλευση και αφορούσε το πλαίσιο ενός ενδεχόμενου νέου καθεστώτος· και
·η τελική έκθεση του Σεπτεμβρίου 2017, η οποία περιλάμβανε λεπτομερείς συστάσεις.
Η ακριβής βαθμονόμηση των συστάσεων για νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις υποστηρίχθηκε από συγκέντρωση λεπτομερών στοιχείων, με τη συμμετοχή επιχειρήσεων επενδύσεων. Η εν λόγω συγκέντρωση στοιχείων διενεργήθηκε από τις εθνικές αρμόδιες αρχές για λογαριασμό της ΕΑΤ σε δύο στάδια, το 2016 και το 2017. Η Επιτροπή συμμετείχε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και μπόρεσε να επωφεληθεί από τις συζητήσεις για την αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των λεπτομερών συστάσεων πολιτικής, καθώς εκτυλίσσονταν.
•
Εκτίμηση των επιπτώσεων
Σύμφωνα με την εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας (εργαλείο αριθ. 9), δεν απαιτείται διενέργεια εκτίμησης επιπτώσεων από την Επιτροπή, όταν έχει ανατεθεί σε έναν οργανισμό της ΕΕ η εκτέλεση εργασιών σχεδιασμού πολιτικών και σχετικών αναλύσεων, στον βαθμό που η πρόταση της Επιτροπής δεν αποκλίνει πολύ από τις συστάσεις του οργανισμού και οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν ότι η εκτίμησή του είναι επαρκούς ποιότητας.
Αν και η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέτασε σχέδιο εκτίμησης επιπτώσεων για την παρούσα πρωτοβουλία, κρίθηκε σκοπιμότερο να χρησιμοποιηθεί έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, δεδομένου ότι η ειδική εντολή της επανεξέτασης βασίζεται στις συμβουλές των ΕΕΑ, καθώς και στη διαβούλευσή τους με τα ενδιαφερόμενα μέρη και στις τεχνικές εργασίες τους. Στόχος του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, που συνοδεύει τις προτάσεις, είναι, ως εκ τούτου, να επεξηγηθούν οι συμβουλές που παρασχέθηκαν από τις ΕΕΑ, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων της ανάλυσης και της διαβούλευσης που πραγματοποίησαν, εκφράζοντας παράλληλα τις απόψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τα συμπεράσματά τους, με σκοπό την καθοδήγηση της λήψης αποφάσεων από την Επιτροπή.
Όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, η ΕΑΤ εκτιμά ότι η γνωμοδότησή της θα οδηγήσει σε συνολική αύξηση των εν λόγω απαιτήσεων για όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων της ΕΕ κατά 10 %, σε σύγκριση με τις σημερινές απαιτήσεις βάσει του 1ου Πυλώνα, και σε μείωσή τους κατά 16 %, σε σύγκριση με τις συνολικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται ως αποτέλεσμα των προσαυξήσεων βάσει του 2ου Πυλώνα. Ο τρόπος με τον οποίο θα κατανεμηθούν οι επιπτώσεις αυτές μεταξύ των επιχειρήσεων επενδύσεων εξαρτάται από το μέγεθός τους, τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν και τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστούν οι νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε αυτές. Όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, που συνοδεύει τις προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματος ΙΙ, το ποσοστό 10 % συνολικής αύξησης των απαιτήσεων του 1ου Πυλώνα είναι το άθροισμα των σημαντικά χαμηλότερων απαιτήσεων για ορισμένες, και των αυξήσεων άνω του 10 % για άλλες. Όσον αφορά τα διαθέσιμα ίδια κεφάλαια, η ΕΑΤ θεωρεί ότι λίγες μόνον επιχειρήσεις δεν θα διέθεταν επαρκή κεφάλαια για την άνετη εκπλήρωση των νέων απαιτήσεων —πρόκειται για έναν μικρό μόνον αριθμό επενδυτικών συμβούλων, επιχειρήσεων διενέργειας συναλλαγών και επιχειρήσεων παροχής πολλαπλών υπηρεσιών. Ωστόσο, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην ομάδα αυτή, για τις οποίες οι αυξήσεις θα είναι υπερδιπλάσιες των ισχυουσών απαιτήσεων, θα μπορούσε να χορηγηθεί ανώτατο όριο για ορισμένο αριθμό ετών.
Το συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, οι συστάσεις της ΕΑΤ θεωρούνται κατάλληλο και αναλογικό μέσο για την επίτευξη των στόχων της επανεξέτασης, με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο σε σύγκριση με την υφιστάμενη κατάσταση. Γενικότερα, οι συμβουλές της ΕΑΤ αποτελούν σαφές θετικό βήμα προς τη διαμόρφωση ενός πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, με το οποίο να μπορεί να διασφαλίζεται η λειτουργία τους σε υγιή οικονομική βάση, χωρίς να παρεμποδίζονται οι εμπορικές προοπτικές τους. Επομένως, το πλαίσιο αυτό αναμένεται να στηρίξει τους στόχους της επανεξέτασης με ισορροπημένο τρόπο. Αφενός, αναμένεται να συμβάλει στη διασφάλιση μιας περισσότερο στοχευμένης αντιμετώπισης των κινδύνων που ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τους πελάτες και τις αγορές, τόσο στο πλαίσιο των τρεχουσών δραστηριοτήτων τους όσο και σε περίπτωση εκκαθάρισής τους. Αφετέρου, αναμένεται να συμβάλει στο να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να επιτελούν πλήρως τον ρόλο τους όσον αφορά τη διευκόλυνση των επενδυτικών ροών σε ολόκληρη την ΕΕ, πράγμα το οποίο συνάδει με τους στόχους της Ένωσης Κεφαλαιαγοράς σχετικά με την κινητοποίηση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων, με σκοπό την τόνωση της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας.
Απόκλιση υπάρχει μόνον ως προς τις συστάσεις της ΕΑΤ σχετικά με τον προσδιορισμό των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων. Αντί της αναβολής, προκειμένου να διευκρινιστεί το ζήτημα αυτό μέσω κριτηρίων που θα αναπτυχθούν σε τεχνικούς κανόνες για την εφαρμογή των προτάσεων σύμφωνα με τις συστάσεις της ΕΑΤ, θεωρείται σκοπιμότερο να περιληφθεί στις ίδιες τις προτάσεις, προκειμένου να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων. Επ’ αυτού, οι προτάσεις επεκτείνονται πέραν των συμβουλών που διατυπώνονται από την ΕΑΤ στη γνωμοδότησή της σχετικά με την επανεξέταση των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ωστόσο, με τον τρόπο αυτόν οι προτάσεις ανταποκρίνονται στη γνωμοδότηση της ΕΑΤ σχετικά με ζητήματα που αφορούν την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την ΕΕ.
•
Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Όπως επισημαίνεται στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, η απλούστευση των κανόνων προληπτικής εποπτείας για τη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων αναμένεται να μειώσει σημαντικά τον διοικητικό φόρτο και τον φόρτο συμμόρφωσής τους. Θα μπορούσαν να αφαιρεθούν διάφορες περιττές κανονιστικές απαιτήσεις και απαιτήσεις υποβολής αναφορών, καθιστώντας δυνατή τη μετατόπιση των κεφαλαίων που προορίζονται για κανονιστικούς σκοπούς σε περισσότερο παραγωγικές χρήσεις. Οι προτάσεις, με τον καθορισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων και απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις αποδοχές και τη διακυβέρνηση, οι οποίες είναι ανάλογες προς τις επιχειρήσεις επενδύσεων, επιφέρουν για πρώτη φορά μείωση του σημαντικού κόστους με το οποίο επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις, λόγω των τραπεζοκεντρικών απαιτήσεων του ισχύοντος καθεστώτος. Με τον τρόπο αυτόν θα δοθεί τέλος στο πολύπλοκο έργο της αντιστοίχισης και εναρμόνισης των επιχειρηματικών δεδομένων με ένα ακατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο και καθεστώς υποβολής αναφορών.
Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι ΜΜΕ αναμένεται να είναι μεταξύ των κύριων ωφελημένων. Ένα αναλογικότερο και καταλληλότερο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις εν λόγω επιχειρήσεις αναμένεται να συμβάλει στη βελτίωση των συνθηκών ανάπτυξης επιχειρηματικής δράσης, ενώ παράλληλα αναμένεται να μειωθούν οι φραγμοί εισόδου. Για παράδειγμα, με τον εξορθολογισμό του επαχθούς πλαισίου υποβολής αναφορών αναμένεται να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος και το κόστος συμμόρφωσης για τις ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των καινοτόμων επιχειρήσεων που επιδιώκουν την ανάπτυξή τους μέσω ψηφιακών μέσων. Ομοίως, με την εξαίρεση των μικρών και μη διασυνδεδεμένων επιχειρήσεων επενδύσεων από τους ισχύοντες κανόνες σχετικά με τη διακυβέρνηση και τις αποδοχές, όπως ορίζονται στην ισχύουσα ΟΚΑ IV/στον ισχύοντα ΚΚΑ, οι προτάσεις θα επιφέρουν μείωση του διοικητικού κόστους και του κόστους συμμόρφωσης για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Θα πρέπει να αναμένονται ορισμένες εφάπαξ δαπάνες όσον αφορά τη μετάβαση στο νέο καθεστώς, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις χρειάζεται να αναμορφώσουν τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων, να επικαιροποιήσουν τα τμήματα συμμόρφωσης και να αναθεωρήσουν τις συμβάσεις με δικηγορικά γραφεία και άλλους παρόχους υπηρεσιών, που χρησιμοποιούνται επί του παρόντος για τη διευκόλυνση της συμμόρφωσης. Παρά ταύτα, η εξοικονόμηση κόστους συμμόρφωσης αναμένεται να στηρίξει τους στόχους της Ένωσης Κεφαλαιαγορών γενικότερα, βοηθώντας τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαδραματίζουν τον ρόλο που τους αναλογεί στην κινητοποίηση των αποταμιεύσεων των επενδυτών προς παραγωγικές χρήσεις.
Όσον αφορά το κόστος συμμόρφωσης, οι επιχειρήσεις πρόκειται να εξοικονομήσουν δεκάδες χιλιάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ανάλογα με το είδος και το μέγεθος της επιχείρησης. Σε αυτό το στάδιο, δεν είναι γνωστή η σχέση και η σύγκριση αυτών των μειώσεων του κόστους συμμόρφωσης με τις αλλαγές στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα διάφορα είδη επιχειρήσεων, αλλά θα περιληφθεί στη μελλοντική παρακολούθηση και αξιολόγηση του πλαισίου.
•
Θεμελιώδη δικαιώματα
Η παρούσα πρόταση ενισχύει την άσκηση του δικαιώματος των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων να ασκούν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, απαλλαγμένες από κανόνες που έχουν σχεδιαστεί πρωτίστως για άλλου είδους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Τα νομοθετικά μέτρα των προτάσεων, τα οποία καθορίζουν κανόνες για τις αποδοχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων, τηρούν τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως την επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων.
4.
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
5.
ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•
Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Οι προβλεπόμενες αλλαγές, τις οποίες επιφέρουν οι προτάσεις, θα πρέπει να αξιολογηθούν, προκειμένου να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο έχουν επιτευχθεί οι ακόλουθοι στόχοι:
·απλούστερη κατηγοριοποίηση των επιχειρήσεων επενδύσεων, κατά τρόπο ώστε να αποτυπώνονται τα διάφορα προφίλ κινδύνου τους·
·θέσπιση δέσμης κανόνων προληπτικής εποπτείας, κυρίως όσον αφορά τις απαιτήσεις κεφαλαίων, ρευστότητας, αποδοχών και διακυβέρνησης, οι οποίοι είναι κατάλληλοι, αναλογικοί και ευαίσθητοι ως προς τους ειδικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι επιχειρήσεις επενδύσεων, καθώς και διασφαλίζουν την κατανομή κεφαλαίων εκεί όπου χρειάζονται·
·διαμόρφωση πλαισίου το οποίο αντιστοιχεί στους κινδύνους που είναι εγγενείς στη φύση και το φάσμα των δραστηριοτήτων τις οποίες αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων, με άμεσο και εμφανή τρόπο, και, ως εκ τούτου, στηρίζει την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας· και
·δημιουργία εξορθολογισμένης δέσμης εποπτικών εργαλείων, ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης και ακριβής εποπτεία των επιχειρηματικών πρακτικών και των συναφών κινδύνων.
Για τον σκοπό αυτόν, θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν ορισμένες από τις κατωτέρω πληροφορίες, στο πλαίσιο μελλοντικής επανεξέτασης, με σκοπό να χρησιμεύσουν ως δείκτες αξιολόγησης του αντικτύπου των προτεινόμενων αλλαγών: i) κόστος συμμόρφωσης όσον αφορά το προσωπικό, τις νομικές συμβουλές και την υποβολή κανονιστικών εκθέσεων· ii) επίπεδα κεφαλαιακών απαιτήσεων· iii) άλλες νέες δαπάνες, π.χ. από κανόνες σχετικά με τη ρευστότητα· iv) εξέλιξη στους αριθμούς των επιχειρήσεων μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών· v) αλλαγές στη χρήση από τις αρμόδιες αρχές προσαυξήσεων βάσει του 2ου Πυλώνα· vi) περιπτώσεις και επιπτώσεις της πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων βάσει του νέου καθεστώτος· και vii) εξέλιξη του μεγέθους των επιχειρήσεων επενδύσεων ως προς τους όγκους των περιουσιακών στοιχείων και των εντολών πελατών.
•
Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
Στην πρόταση καθορίζονται απαιτήσεις για τον ορισμό των αρχών προληπτικής εποπτείας, το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων, τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία. Η οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που καλύπτονται από την οδηγία MiFID II, η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί από τον Ιανουάριο του 2018.
Ορισμός και εξουσίες των εποπτικών αρχών
Βάσει της πρότασης απαιτείται από τα κράτη μέλη να ορίσουν αρχή η οποία θα είναι αρμόδια για την άσκηση των εξουσιών προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας, μεταφέροντας τις εφαρμοστέες διατάξεις από την ΟΚΑ IV στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν είτε να εκχωρήσουν τις εξουσίες αυτές σε υφιστάμενη αρχή, υπό τη μορφή των καθηκόντων και των εξουσιών που ανατίθενται βάσει της ΟΚΑ IV, είτε να τις αναθέσουν σε νέα αρχή.
Αρχικό κεφάλαιο
Τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου, με βάση τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες τις οποίες επιτρέπεται να παρέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία MiFID, αναθεωρούνται και εναρμονίζονται σε ολόκληρη την ΕΕ σε σχέση με τα επίπεδα που προβλέπονται στην ΟΚΑ IV, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη του πληθωρισμού από τότε που καθορίστηκαν τα επίπεδα αυτά. Προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις, ώστε να δοθεί στις μικρότερες ιδίως επιχειρήσεις η δυνατότητα να επιτύχουν το νέο ύψος αρχικού κεφαλαίου, όπου αυτό είναι αναγκαίο.
Εξουσίες των αρχών καταγωγής/υποδοχής
Στις αρχές καταγωγής/υποδοχής ανατίθενται αρμοδιότητες για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με την ΟΚΑ IV. Θα πρέπει να καθιερωθούν σχετικές ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ των αρχών.
Ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο
Θεσπίζονται διατάξεις για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών σχετικά με την προληπτική εποπτεία και το επαγγελματικό απόρρητο, οι οποίες βασίζονται στην ΟΚΑ IV και συμπληρώνουν την οδηγία MiFID II.
Κυρώσεις
Σύμφωνα με την ΟΚΑ IV, απαιτείται από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα τα οποία έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα, με σκοπό την επιβολή κυρώσεων για παραβιάσεις βάσει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ----/--].
Επάρκεια εσωτερικού κεφαλαίου και εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση
Καθιερώνονται απλουστευμένες απαιτήσεις, με βάση εκείνες που προβλέπονται στην ΟΚΑ IV, για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την αξιολόγηση της επάρκειας των ρυθμίσεων και διαδικασιών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ----/--].
Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν εξουσίες ελέγχου και αξιολόγησης της προληπτικής κατάστασης των επιχειρήσεων επενδύσεων και, όπου είναι αναγκαίο, να ασκούν τις εξουσίες τους για να ζητούν αλλαγές σε τομείς όπως η εσωτερική διακυβέρνηση και οι εσωτερικοί έλεγχοι, οι διεργασίες και διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και, όπου είναι αναγκαίο, να καθορίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων ρευστότητας.
Διακυβέρνηση και αποδοχές
Σύμφωνα με την αξιολόγηση της ΕΑΤ, που περιλαμβάνεται στη γνωμοδότησή της, και την εκτίμηση της εν λόγω αξιολόγησης της ΕΑΤ, η οποία διενεργήθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, οι κανόνες σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση και τις αποδοχές αναθεωρούνται, ώστε να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία των επιχειρήσεων επενδύσεων και να αποφευχθεί η υπερβολική ανάληψη κινδύνων από το προσωπικό τους.
Ταυτοχρόνως, οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην αποτύπωση των διαφορών μεταξύ των κινδύνων που ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Δεν θεωρείται αναλογική η εφαρμογή των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας στις ρυθμίσεις διακυβέρνησης και στις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών των μικρών και μη διασυνδεδεμένων επιχειρήσεων επενδύσεων. Σκοπός της πρότασης είναι να διασφαλιστεί η συνοχή των κανόνων για τις αποδοχές και τη διακυβέρνηση στις διάφορες νομοθετικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της ΟΚΑ IV, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (ΟΣΕΚΑ) και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΔΟΕΕ).
Παρότι στην πρόταση δεν καθορίζεται συγκεκριμένο όριο για την αναλογία μεταξύ μεταβλητών και σταθερών στοιχείων των μεταβλητών αποδοχών, απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καθορίσουν οι ίδιες κατάλληλες αναλογίες. Εν προκειμένω, λαμβάνεται υπόψη ο πιθανός αντίκτυπος που θα μπορούσε να έχει ο καθορισμός ενιαίας αναλογίας στην ευελιξία του κόστους και την κερδοφορία ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων.
Τα πορίσματα της έκθεσης της Επιτροπής COM(2016) 510 κατέδειξαν ότι οι απαιτήσεις για την αναβολή της καταβολής μέρους των αποδοχών και την καταβολή σε μέσα δεν είναι εν γένει αποδοτικές στην περίπτωση των μικρών και μη πολύπλοκων επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και στην περίπτωση του προσωπικού με χαμηλά επίπεδα μεταβλητών αποδοχών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει να καθοριστεί όριο σε επίπεδο επιχειρήσεων και προσωπικού, κάτω από το οποίο οι επιχειρήσεις επενδύσεων και/ή τα μέλη του προσωπικού θα επωφελούνται από τις παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την αναβολή της καταβολής μέρους των αποδοχών και την καταβολή σε μέσα.
Τρίτες χώρες
Η Ένωση μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες σχετικά με τα μέσα εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Τα κράτη μέλη και η ΕΑΤ μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες διοικητικής συνεργασίας με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών.
Συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων
Η πρόταση κανονισμού που συνοδεύει την παρούσα πρόταση οδηγίας περιλαμβάνει διάταξη η οποία θα τροποποιήσει τον ορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε να συμπεριληφθούν επιχειρήσεις στις δραστηριότητες των οποίων περιλαμβάνεται η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό ή η αναδοχή ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, όταν η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης ανέρχεται σε τουλάχιστον 30 δισ. EUR. Η παρούσα πρόταση οδηγίας περιλαμβάνει συμπληρωματικές διατάξεις σχετικά με τη διαδικασία αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος.
2017/0358 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Η αυστηρή προληπτική εποπτεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κανονιστικού περιβάλλοντος εντός του οποίου τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εντός της Ένωσης. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την προληπτική μεταχείριση και εποπτεία τους, ενώ οι απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και άλλες οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις δεοντολογίας καθορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(2)Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων, που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, και αντιμετωπίζουν μόνον εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις διάφορες δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν περαιτέρω, μέσω κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης.
(3)Η ορθή προληπτική εποπτεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, αφενός, το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και, αφετέρου, τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν ή ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή αδικαιολόγητου διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.
(4)Πολλές από τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Αναλόγως, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση, και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων, και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα, και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.
(5)Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν αυτούς τους κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.
(6)Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν είναι συστημικές. Ωστόσο, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αποτελούν υποσύνολο των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες εφαρμόζεται επί του παρόντος το πλαίσιο που προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και δεν τυγχάνουν ειδικών εξαιρέσεων από καμία από τις βασικές του απαιτήσεις. Οι μεγαλύτερες και πλέον διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρέχουν υπηρεσίες τραπεζικού τύπου και αναλαμβάνουν κινδύνους σε σημαντική κλίμακα. Επιπλέον, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων είναι αρκετά μεγάλες και διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου που συνιστούν απειλή για τη σταθερή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως ακριβώς και τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, είναι σκόπιμο να συνεχίσουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να υπόκεινται στις διατάξεις που προβλέπονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(7)Ενδέχεται να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία οι αρχές που είναι αρμόδιες για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων να είναι διαφορετικές από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της συμπεριφοράς στην αγορά. Είναι άρα αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών αυτών.
(8)Για να ενισχυθεί η εναρμόνιση των εποπτικών προτύπων και πρακτικών εντός της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), να διατηρήσει την κύρια αρμοδιότητα για τον συντονισμό και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών στον τομέα της προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ).
(9)Το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων θα πρέπει να βασίζεται στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που έχει άδεια να παρέχει και να ασκεί, αντίστοιχα, η συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Η δυνατότητα των κρατών μελών να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, αφενός, και το φαινόμενο της άνισης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αφετέρου, έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου εμφανίζει αποκλίσεις ανά την Ένωση. Για να δοθεί τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό, το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου θα πρέπει να εναρμονιστεί.
(10)Παρότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων αφαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ορισμένες έννοιες, που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και, αντιστοίχως, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διατηρούν την καθιερωμένη τους έννοια. Για να καταστεί δυνατή και να διευκολυνθεί η συνεπής ερμηνεία αυτών των εννοιών, όταν χρησιμοποιούνται στις πράξεις του δικαίου της Ένωσης σε σχέση με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αναφορές, στις εν λόγω πράξεις της Ένωσης, στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων, στις εποπτικές εξουσίες των αρμόδιων αρχών για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, στην διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων επενδύσεων, στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, στις διατάξεις περί διακυβέρνησης και αποδοχών που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρείται ότι αναφέρονται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
Όσον αφορά τις αναφορές στο ποσό του αρχικού κεφαλαίου, εφαρμόζεται η ακόλουθη αντιστοιχία. Τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας θα πρέπει, από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, να θεωρείται ότι αντικαθιστούν τις αναφορές στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, ως εξής: το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 28 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ότι αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1· το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 29 ή 31 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ότι αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 ή 3, ανάλογα με το είδος των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων· το αρχικό κεφάλαιο που αναφέρεται στο άρθρο 30 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ότι αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.
(11)Προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς είναι να εναπόκειται η ευθύνη για την εποπτεία της χρηματοοικονομικής ευρωστίας μιας επιχείρησης επενδύσεων, και ιδίως της φερεγγυότητάς της, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Για να επιτευχθεί αποτελεσματική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και σε άλλα κράτη μέλη επίσης, στα οποία παρέχουν υπηρεσίες ή έχουν υποκατάστημα, θα πρέπει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών.
(12)Για ενημερωτικούς και εποπτικούς σκοπούς, και ιδίως για να διασφαλίζεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους, να επιθεωρούν τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητες των εν λόγω υποκαταστημάτων. Τα εποπτικά μέτρα για αυτά τα υποκαταστήματα θα πρέπει, ωστόσο, να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
(13)Για την προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δεσμεύονται από κανόνες επαγγελματικού απορρήτου κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και κατά την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών.
(14)Για την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και για την προστασία των πελατών των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι ελεγκτές θα πρέπει να γνωστοποιούν ταχέως στις αρμόδιες αρχές γεγονότα τα οποία είναι δυνατόν να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωσή της.
(15)Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Πιο συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται, βάσει της παρούσας οδηγίας, η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τρίτες χώρες, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.
(16)Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Για να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων, αυτές θα πρέπει να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις. Για να είναι σε θέση οι πελάτες και οι επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις όσον αφορά τις επενδυτικές τους επιλογές, αυτοί οι πελάτες και επενδυτές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων.
(17)Προκειμένου να εντοπίζονται παραβιάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, καθώς και παραβιάσεις του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να συστήνουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβιάσεων.
(18)Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να διαθέτουν εσωτερικό κεφάλαιο το οποίο να επαρκεί, από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής, για την κάλυψη των ειδικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένες ή μπορεί να εκτεθούν. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επαρκείς στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου τους.
(19)Οι εξουσίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης θα πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό ρυθμιστικό εργαλείο που παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε εκτίμηση των ποιοτικών στοιχείων, όπου συμπεριλαμβάνεται η εσωτερική διακυβέρνηση και οι εσωτερικοί έλεγχοι, οι διεργασίες και διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων και, εφόσον χρειαστεί, να καθορίζουν συμπληρωματικές απαιτήσεις, ειδικότερα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις ρευστότητας.
(20)Για την ευθυγράμμιση των αποδοχών με το προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων και για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς αρχές σχετικά με τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης και κανόνες σχετικά με τις αποδοχές, που να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ωστόσο, να εξαιρεθούν από τους κανόνες αυτούς, διότι οι διατάξεις περί αποδοχών και εταιρικής διακυβέρνησης βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι επαρκώς λεπτομερείς για αυτές τις κατηγορίες επιχειρήσεων.
(21)Ομοίως, η έκθεση της Επιτροπής COM(2016) 510 κατέδειξε ότι οι απαιτήσεις για την αναβολή της καταβολής μέρους των αποδοχών και την καταβολή σε μέσα, που προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, δεν είναι κατάλληλες για μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις επενδύσεων ή για προσωπικό με χαμηλά επίπεδα μεταβλητών αποδοχών. Είναι αναγκαίο να υπάρχουν σαφή, συνεπή και εναρμονισμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό επιχειρήσεων επενδύσεων και φυσικών προσώπων που εξαιρούνται από τις εν λόγω απαιτήσεις, ώστε να διασφαλιστεί εποπτική σύγκλιση και κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Ταυτοχρόνως, είναι ωστόσο σκόπιμο να παρέχονται κάποια περιθώρια ευελιξίας στις αρμόδιες αρχές, που θα τους επιτρέπουν να υιοθετούν αυστηρότερη προσέγγιση, όταν το κρίνουν αναγκαίο.
(22)Είναι επίσης σκόπιμο να παρέχονται κάποια περιθώρια ευελιξίας στις επιχειρήσεις επενδύσεων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, σε περίπτωση καταβολής μεταβλητών αποδοχών, εφόσον τα εν λόγω μέσα είναι πρόσφορα για την επίτευξη του στόχου της εναρμόνισης των συμφερόντων του προσωπικού με τα συμφέροντα των διαφόρων εμπλεκομένων, όπως των μετόχων και των πιστωτών, και συμβάλλουν στην εναρμόνιση των μεταβλητών αποδοχών με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων.
(23)Τα έσοδα των επιχειρήσεων επενδύσεων υπό τη μορφή αμοιβών, προμηθειών και λοιπών εσόδων σε σχέση με την παροχή διαφόρων επενδυτικών υπηρεσιών είναι ιδιαιτέρως ευμετάβλητα. Ο περιορισμός του μεταβλητού στοιχείου των αποδοχών σε μέρος του σταθερού στοιχείου των αποδοχών θα επηρέαζε τη δυνατότητα της επιχείρησης να μειώνει τις αποδοχές, σε περιόδους μειωμένων εσόδων, και ενδεχομένως θα επέφερε αύξηση της βάσης σταθερού κόστους της επιχείρησης, πράγμα το οποίο με τη σειρά του θα οδηγούσε σε κινδύνους για την ικανότητα της επιχείρησης να αντεπεξέλθει σε περιόδους οικονομικής ύφεσης ή μειωμένων εσόδων. Για να αποφευχθούν οι εν λόγω κίνδυνοι, δεν θα πρέπει να επιβάλλεται ενιαία μέγιστη αναλογία μεταξύ του μεταβλητού και του σταθερού στοιχείου των αποδοχών στις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων. Αντιθέτως, οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να καθορίζουν οι ίδιες τη δέουσα αναλογία.
(24)Ως απάντηση στη διογκούμενη απαίτηση της κοινής γνώμης για φορολογική διαφάνεια, αλλά και για την προώθηση της εταιρικής ευθύνης των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να γνωστοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες όπως, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τα πραγματοποιούμενα κέρδη, τους καταβαλλόμενους φόρους και τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.
(25)Προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι σε επίπεδο ομίλου που απαρτίζεται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων, η μέθοδος εποπτικής ενοποίησης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει, στην περίπτωση ομίλων που απαρτίζονται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων, να αντικαθίσταται από δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Ο προσδιορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου, ωστόσο, θα πρέπει να βασίζεται στις ίδιες αρχές που ισχύουν και στην περίπτωση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Για να εξασφαλίζεται καλή συνεργασία, τα βασικά στοιχεία των μέτρων συντονισμού, και ιδίως, οι απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή οι ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας, θα πρέπει να είναι παρόμοια με τα βασικά στοιχεία συντονισμού που ισχύουν στο πλαίσιο του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τα πιστωτικά ιδρύματα.
(26)Αφενός, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, σχετικά με την πρακτική άσκηση εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, για επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, καθώς και για επιχειρήσεις επενδύσεων που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες στην Ένωση. Αφετέρου, τα κράτη μέλη και η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να καθιερώνουν διοικητικές ρυθμίσεις με τρίτες χώρες, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους.
(27)Για να κατοχυρωθεί ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, που ισχύει τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, και της παρούσας οδηγίας, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιούνται, ώστε να αφαιρεθούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι μέλη τραπεζικού ομίλου θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι οποίες είναι σχετικές για τον τραπεζικό όμιλο, όπως οι διατάξεις για την ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ, που αναφέρεται στο [άρθρο 21β] της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και στους κανόνες περί εποπτικής ενοποίησης, που καθορίζονται στο πρώτο μέρος τίτλος 2 κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(28)Είναι αναγκαίο να εξειδικευτούν οι ενέργειες στις οποίες χρειάζεται να προβαίνουν οι επιχειρήσεις για να διαπιστώνουν αν εμπίπτουν στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος, που παρατίθεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και, επομένως, χρειάζεται να λάβουν άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα. Επειδή ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων ασκούν ήδη τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί σαφήνεια σχετικά με τη συνέχιση της όποιας άδειας χορηγείται για τις δραστηριότητες αυτές.
(29)Για να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία, είναι σημαντικό οι επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 να υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, επομένως, να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν κυρώσεις σε επιχειρήσεις που δεν υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση της εν λόγω άδειας λειτουργίας.
(30)Η τροποποίηση του ορισμού του «πιστωτικού ιδρύματος» που παρατίθεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR]], μπορεί, μετά την έναρξη ισχύος του, να καλύπτει επιχειρήσεις επενδύσεων που λειτουργούν ήδη βάσει άδειας λειτουργίας που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Στις εν λόγω επιχειρήσεις θα πρέπει να επιτραπεί να συνεχίσουν να λειτουργούν, βάσει της άδειας λειτουργίας τους, ως επιχειρήσεις επενδύσεων, έως ότου χορηγηθεί σε αυτές άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα, το αργότερο όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους υπερβεί οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στη διάρκεια περιόδου δώδεκα συναπτών μηνών. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων υπερβεί οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους θα πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των δώδεκα συναπτών μηνών που προηγούνται της εν λόγω ημερομηνίας. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα, εντός ενός έτους και μίας ημέρας μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(31)Η τροποποίηση του ορισμού του «πιστωτικού ιδρύματος» που παρατίθεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR]], μπορεί επίσης να επηρεάσει επιχειρήσεις που έχουν ήδη υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων, βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και για τις οποίες η αίτηση εκκρεμεί ακόμη. Οι εν λόγω αιτήσεις θα πρέπει να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και να εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που παρατίθενται στην εν λόγω οδηγία, εάν τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης ανέρχονται σε οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(32)Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στο σύνολο των απαιτήσεων σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων, που καθορίζονται στον τίτλο III της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί ανάκλησης αδείας του άρθρου 18 της εν λόγω οδηγίας. Το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει, πάντως, να τροποποιηθεί, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές δύνανται επίσης να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε πιστωτικό ίδρυμα, όταν αυτό το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του για την άσκηση αποκλειστικά και μόνο των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, για μια περίοδο 5 συναπτών ετών, ο μέσος όρος των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του είναι μικρότερος από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β).
(33)Σύμφωνα με το άρθρο 39 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ΕΕ υπόκεινται σε εθνικά καθεστώτα βάσει των οποίων ενδέχεται να απαιτείται η εγκατάσταση υποκαταστήματος σε κράτος μέλος. Για να διευκολυνθεί η τακτική παρακολούθηση και αξιολόγηση των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών μέσω υποκαταστημάτων στην Ένωση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από υποκαταστήματα στο έδαφός τους.
(34)Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, έχει εκδώσει έκθεση, βασισμένη σε διεξοδική ανάλυση του πλαισίου, συλλογή στοιχείων και διαβούλευση, σχετικά με την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, το οποίο αποτελεί τη βάση για το αναθεωρημένο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.
(35)Προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ η κατάρτιση τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που θα πρέπει να ανταλλάσσουν οι αρχές καταγωγής και υποδοχής στο πλαίσιο της εποπτείας, για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εκτιμούν το μέγεθος των δραστηριοτήτων τους για τους σκοπούς των απαιτήσεων εσωτερικής διακυβέρνησης και, κυρίως, να εκτιμούν αν αποτελούν μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση. Τα τεχνικά πρότυπα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν ποια μέλη του προσωπικού έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων για τους σκοπούς των διατάξεων που αφορούν τις αποδοχές, και να προσδιορίζουν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που είναι κατάλληλα να χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές αποδοχές. Τέλος, τα τεχνικά πρότυπα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τα στοιχεία για την αξιολόγηση του πεδίου εφαρμογής των απαιτήσεων που διέπουν την εσωτερική διακυβέρνηση, τη διαφάνεια, τη μεταχείριση των κινδύνων και των αποδοχών, την εφαρμογή πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων από τις αρμόδιες αρχές, και τη λειτουργία των σωμάτων εποπτείας.
(36)Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τον περαιτέρω προσδιορισμό των ορισμών που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία, του εσωτερικού κεφαλαίου και των εκτιμήσεων κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και των εξουσιών εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης των αρμόδιων αρχών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργήσει η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη Διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016. Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτοχρόνως με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
(37)Για την εξασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, και ιδίως όσον αφορά την έγκριση των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, που καταρτίζει η ΕΑΤ σχετικά με τις απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, και προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις, όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(38)Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η καθιέρωση αποτελεσματικού και αναλογικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης λειτουργούν σε υγιή οικονομική βάση και διοικούνται με μεθοδικό τρόπο, μεταξύ άλλων, για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, αλλά μπορούν συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.
(39)Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, στις περιπτώσεις όπου αιτιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:
α)με το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων·
β)με τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές·
γ)με την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον [κανονισμό (ΕΕ) ----/---[IFR]·
δ)με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων.
Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
1.Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
Άρθρο 3
Ορισμοί
1.
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
(1)«επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
(2)«άδεια λειτουργίας»: άδεια λειτουργίας επιχείρησης επενδύσεων σύμφωνα με τον τίτλο II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(3)«υποκατάστημα»: υποκατάστημα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 30) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(4)«στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(5)«αρμόδια αρχή»: η δημόσια αρχή ή το όργανο κράτους μέλους που έχει αναγνωριστεί επίσημα και έχει εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύει επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ως υπαγόμενες στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο εν λόγω κράτος μέλος·
(6)«διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων»: διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
(7)«έλεγχος»: η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται επιχείρηση επενδύσεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1606/2002, ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης·
(8)«συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου»: συμμόρφωση της μητρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με τις απαιτήσεις του άρθρου 7 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
(9)«πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
(10)«παράγωγα»: παράγωγα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014·
(11)«χρηματοδοτικό ίδρυμα»: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
(12)«όμιλος»: όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
(13)«αρχή εποπτείας του ομίλου»: η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου των μητρικών επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων στην Ένωση και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ελέγχονται από μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση·
(14)«κράτος μέλος καταγωγής»: κράτος μέλος καταγωγής (κράτος μέλος προέλευσης) όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 55) στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(15)«κράτος μέλος υποδοχής»: κράτος μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 56) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(16)«αρχικό κεφάλαιο»: το κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχείρησης επενδύσεων·
(17)«επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(18)«όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
(19)«επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: επενδυτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
(20)«επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(21)«διοικητικό όργανο»: διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(22)«διοικητικό όργανο με εποπτική αρμοδιότητα»: το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου του επίβλεψης και παρακολούθησης της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση·
(23)«μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
(24)«ανώτερα διοικητικά στελέχη»: ανώτερα διοικητικά στελέχη (ανώτερα στελέχη) όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 37) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(25)«μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 32) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(26)«θυγατρική»: θυγατρική (θυγατρική επιχείρηση) όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 33) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
(27)«συστημικός κίνδυνος»: συστημικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·
(28)«μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 49) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
(29)«μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 50) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
(30)«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 51) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
2.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την αποσαφήνιση:
α)των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·
β)των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 4
Ορισμός και εξουσίες των αρμόδιων αρχών
1.Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές που είναι αρμόδιες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και την ΕΑΤ σχετικά με τον εν λόγω ορισμό και, σε περίπτωση περισσότερων της μίας αρμόδιων αρχών, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθεμίας αρμόδιας αρχής.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εποπτεύουν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να εκτιμούν τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 12, προκειμένου να λαμβάνουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], και να ερευνούν πιθανές παραβιάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.
4.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.
5.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν στις οικείες αρμόδιες αρχές όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και της συμμόρφωσης προς τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]. Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των επιχειρήσεων επενδύσεων επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, στις αρμόδιες αρχές τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.
6.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από την παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να ελέγξουν, ανά πάσα στιγμή, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και τη συμμόρφωση με τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR].
Άρθρο 5
Συνεργασία εντός των κρατών μελών
1.Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με τις δημόσιες αρχές ή τους φορείς που είναι αρμόδιοι στο οικείο κράτος μέλος για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές και τις εν λόγω δημόσιες αρχές ή φορείς να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους.
2.Οι αρμόδιες αρχές που είναι διαφορετικές από εκείνες που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ καθιερώνουν μηχανισμό συνεργασίας με τις εν λόγω αρχές και ανταλλαγής όλων των πληροφοριών που είναι σχετικές για την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους.
Άρθρο 6
Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας
Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη σύγκλιση των εποπτικών εργαλείων και των εποπτικών πρακτικών, κατά την εφαρμογή των νομικών διατάξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR].
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:
α)οι αρμόδιες αρχές, ως μέρη του ΕΣΧΕ, συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ·
β)οι αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις δραστηριότητες της ΕΑΤ και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών που αναφέρονται στο άρθρο 44 και το άρθρο 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·
γ)οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
δ)οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με το ΕΣΣΚ,
ε)οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές δεν τις εμποδίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους ως μέλη της ΕΑΤ ή του ΕΣΣΚ, ή βάσει της παρούσας οδηγίας και βάσει του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
Άρθρο 7
Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας
Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους εκτιμούν δεόντως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος των άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.
ΤΙΤΛΟΣ III
ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Άρθρο 8
Αρχικό κεφάλαιο
1.Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας με σκοπό την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3), 6), 8) ή 9) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ανέρχεται σε 750 000 EUR.
2.Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας με σκοπό την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 1), 2), 4), 5), 6) ή 7) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και η οποία δεν επιτρέπεται να κατέχει ρευστά ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες της, ανέρχεται σε 75 000 EUR.
3.Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις λοιπές επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν αυτών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, ανέρχεται σε 150 000 EUR.
4.Η Επιτροπή επικαιροποιεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το ύψος του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2.
Άρθρο 9
Σύνθεση του αρχικού κεφαλαίου
Το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων αποτελείται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Αρχές της προληπτικής εποπτείας
Τμήμα 1
Αρμοδιότητες και καθήκοντα του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής
Άρθρο 10
Αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής
Η προληπτική εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που αναθέτουν αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.
Άρθρο 11
Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών
1.Οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, μεταξύ άλλων αναφορικά με τα ακόλουθα:
α)πληροφορίες σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχείρησης επενδύσεων·
β)πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις·
γ)πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τη ρευστότητα της επιχείρησης επενδύσεων·
δ)πληροφορίες σχετικά με τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της επιχείρησης επενδύσεων·
οποιουσδήποτε άλλους σχετικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων.
2.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, τα οποία εντόπισαν στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.
3.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ανταποκρίνονται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εφόσον τους ζητηθεί, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής εξηγούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβαν υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που τους κοινοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.
4.Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3, μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και την ΕΑΤ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες, καθώς και για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
5.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής που διαφωνούν με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν η ΕΑΤ ενεργήσει σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.
6.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων σχετικά με το είδος και τη φύση των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
7.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών, που μπορεί να διευκολύνουν την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
8.Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 στην Επιτροπή, το αργότερο έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
Άρθρο 12
Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος
1.Τα κράτη μέλη υποδοχής προβλέπουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά της μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 και να επιθεωρούν το εν λόγω υποκατάστημα.
2.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.
Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πραγματοποιούν διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.
Μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.
Τμήμα 2
Επαγγελματικό απόρρητο και υποχρέωση αναφοράς
Άρθρο 13
Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών
1.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και όλα τα πρόσωπα που συνδέονται με τις εν λόγω αρχές, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 76 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν αυτών των αρχών και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό τον όρο να μην προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών.
2.Οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συλλέγονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, ιδίως για τους κάτωθι σκοπούς:
α)για την παρακολούθηση των κανόνων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]·
β)για την επιβολή κυρώσεων·
γ)στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας αρχής·
δ)στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 21.
3.Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οι φορείς, εκτός των αρμόδιων αρχών, που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες βάσει της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ρητά η αρμόδια αρχή ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
4.Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες για τους σκοπούς της παραγράφου 2, να ορίζουν ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζουν ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.
5.Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής.
6.Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρέχουν στην ΕΑΤ, στην ΕΑΚΑΑ, στο ΕΣΣΚ, στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, στο ΕΣΚΤ και στην ΕΚΤ, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και, όπου είναι αναγκαίο, σε δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 14
Διοικητικές ρυθμίσεις με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών
Τα κράτη μέλη, και η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, μπορούν, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους βάσει της παρούσας οδηγίας ή του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], να προβαίνουν σε διοικητικές ρυθμίσεις με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών για την ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα ακόλουθα:
α)την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών αγορών·
β)την εκκαθάριση και την πτώχευση επιχειρήσεων επενδύσεων και παρόμοιες διαδικασίες·
γ)την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στις διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων και σε παρόμοιες διαδικασίες·
δ)τη διεξαγωγή των υποχρεωτικών ελέγχων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή των ιδρυμάτων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης·
ε)την εποπτεία προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·
στ)την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης·
ζ)την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές παραγώγων επί βασικών γεωργικών προϊόντων, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης.
Οι ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες με αυτές που ορίζονται στο άρθρο 13 της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 15
Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών
Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και το οποίο ασκεί σε επιχείρηση επενδύσεων τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή στο άρθρο 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον, υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στις αρμόδιες αρχές κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων και το οποίο/η οποία:
α)αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας·
β)ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη συνέχεια της λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων· ή
γ)ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή μπορεί να οδηγήσει σε διατύπωση επιφυλάξεων.
Τμήμα 3
Κυρώσεις, εξουσίες διερεύνησης και δικαίωμα προσφυγής
Άρθρο 16
Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα
1.Τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], μεταξύ άλλων στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)μια επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει καθιερώσει πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 24·
β)μια επιχείρηση επενδύσεων δεν αναφέρει στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----IFR], πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση τήρησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες·
γ)μια επιχείρηση επενδύσεων δεν αναφέρει στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 34 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----IFR], πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες·
δ)μια επιχείρηση επενδύσεων παρουσιάζει κίνδυνο συγκέντρωσης πέραν των ορίων που τίθενται στο άρθρο 36 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], υπό την επιφύλαξη των άρθρων 37 και 38 του εν λόγω κανονισμού·
ε)μια επιχείρηση επενδύσεων, κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο, δεν διατηρεί ρευστά στοιχεία ενεργητικού, κατά παράβαση του άρθρου 42 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], υπό την επιφύλαξη του άρθρου 43 του εν λόγω κανονισμού·
στ)μια επιχείρηση επενδύσεων δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες, κατά παράβαση των διατάξεων του έκτου μέρους του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
ζ)μια επιχείρηση επενδύσεων καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης επενδύσεων, σε περιπτώσεις στις οποίες τα άρθρα 28, 52 ή 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια·
η)μια επιχείρηση επενδύσεων κηρύχθηκε υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849·
θ)μια επιχείρηση επενδύσεων επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού οργάνου.
Τα κράτη μέλη που δεν θεσπίζουν κανόνες σχετικά με διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο κοινοποιούν στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες της ποινικής νομοθεσίας.
Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
2.
Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν τα εξής:
α)δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιχείρηση επενδύσεων, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης·
β)διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον·
γ)προσωρινή απαγόρευση κατά των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων ή άλλου φυσικού προσώπου να ασκούν καθήκοντα σε επιχειρήσεις επενδύσεων·
δ)σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση·
ε)σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν·
στ)σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά [ημερομηνία θέσης σε ισχύ της παρούσας οδηγίας].
Σε περίπτωση που επιχείρηση η οποία αναφέρεται στο στοιχείο δ) είναι θυγατρική, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή παράβασης του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] από επιχείρηση επενδύσεων, μπορεί να επιβάλλονται κυρώσεις στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ευθύνονται για την παράβαση.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή των διοικητικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:
α)η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης·
β)ο βαθμός ευθύνης των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση·
γ)η οικονομική ισχύς των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού κύκλου εργασιών των νομικών προσώπων ή του ετήσιου εισοδήματος των φυσικών προσώπων·
δ)η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τα νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση·
ε)τυχόν ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση·
στ)ο βαθμός συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές·
ζ)προηγούμενες παραβάσεις από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση·
η)τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.
Άρθρο 17
Εξουσίες διερεύνησης
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, μεταξύ άλλων:
α)την εξουσία να απαιτούν πληροφορίες από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:
i)επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·
ii)επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·
iii)μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·
iv)μικτές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·
v)πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv)·
vi)τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) ανέθεσαν επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες.
β)την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων ερευνών για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α), εγκατεστημένο ή ευρισκόμενο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος:
i)να απαιτούν την υποβολή εγγράφων από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
ii)να εξετάζουν τα βιβλία και αρχεία των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία·
iii)να λαμβάνουν προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή από τους εκπροσώπους τους ή τα μέλη του προσωπικού τους·
iv)να προβαίνουν σε συνέντευξη με κάθε άλλο πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·
γ)την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων επιθεωρήσεων στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, όταν η αρμόδια αρχή είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενημερωθούν προηγουμένως οι άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.
Άρθρο 18
Δημοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων
1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 16, και κατά των οποίων δεν έχει ασκηθεί ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η δημοσιοποίηση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις και μέτρα, και στον βαθμό που η δημοσιοποίηση είναι αναγκαία και αναλογική.
2.Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση των μη τελεσίδικων διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επίσης, στον επίσημο δικτυακό τους τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και σχετικά με την έκβασή τους.
3.Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις διοικητικές κυρώσεις ή τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16 ανωνύμως, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη·
β)η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών·
γ)η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.
4.Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για τουλάχιστον πέντε έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να διατηρούνται στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής, μόνον εφόσον επιτρέπεται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Άρθρο 19
Υποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ σχετικά με τις κυρώσεις
Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, καθώς και σχετικά με κάθε προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και μέτρων και την έκβασή της. Η ΕΑΤ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που της γνωστοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσιτή μόνο στις αρμόδιες αρχές και ενημερώνεται τακτικά.
Η ΕΑΤ τηρεί δικτυακό τόπο με συνδέσμους προς τη δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων από κάθε αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 16, και αναφέρει το χρονικό διάστημα για το οποίο κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα.
Άρθρο 20
Καταγγελίες παραβάσεων
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την υποβολή καταγγελιών σχετικά με δυνητικές ή υπάρχουσες παραβάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], οι οποίοι περιλαμβάνουν:
α)ειδικές διαδικασίες για τον χειρισμό καταγγελιών για παραβάσεις·
β)κατάλληλη προστασία έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης, από μέρους της επιχείρησης επενδύσεων, για εργαζομένους των επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός της επιχείρησης επενδύσεων·
γ)προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την εν λόγω παράβαση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679·
δ)σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της επιχείρησης επενδύσεων, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης ποινικής διαδικασίας.
2.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καθιερώνουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτές να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού και ανεξάρτητου διαύλου. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να προβλέπονται από τους κοινωνικούς εταίρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες παρέχουν την ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και δ).
Άρθρο 21
Δικαίωμα προσφυγής
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά των αποφάσεων και μέτρων, που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], ή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, δύναται να ασκηθεί προσφυγή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Διαδικασία επανεξέτασης
Τμήμα 1
Διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου
Άρθρο 22
Εσωτερικό κεφάλαιο
1.Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν.
2.Οι στρατηγικές και διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.
Τμήμα 2
Εσωτερική διακυβέρνηση, διαφάνεια, αντιμετώπιση κινδύνων και αποδοχές
Άρθρο 23
Αξιολόγηση για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος τμήματος
1.Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων αξιολογούν, σε ετήσια βάση, και σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β), αν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]:
α)η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει αν, βάσει των στοιχείων που αφορούν τη διετή περίοδο που προηγείται αμέσως ενός δεδομένου οικονομικού έτους, πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως ζ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
β)η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει αν, βάσει των στοιχείων που αφορούν την ίδια χρονική περίοδο, υπερβαίνει κατά μέσο όρο τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), η) και θ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
2.Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που, βάσει της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
3.Η επιχείρηση επενδύσεων που, βάσει της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, προσδιορίζει ότι δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], συμμορφώνεται με το παρόν τμήμα, αρχής γενομένης από το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο διενεργήθηκε αυτή η αξιολόγηση.
4.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων σε ατομική βάση και σε επίπεδο ομίλου.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στο παρόν τμήμα εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος τμήματος στις θυγατρικές τους οι οποίες είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εκτός εάν η μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση μπορεί να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος είναι παράνομη, σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές.
5.Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν βραχύτερη χρονική περίοδο από τη διετή περίοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)υπήρξε σημαντική μεταβολή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων· και
β)ως αποτέλεσμα του στοιχείου α), η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
6.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό της μεθόδου υπολογισμού του μέσου όρου, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 24
Εσωτερική διακυβέρνηση
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα κατωτέρω:
α)σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης·
β)αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων·
γ)επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών·
δ)πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές της ορθής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων.
2.Κατά τη διαμόρφωση του πλαισίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 26 έως 31 της παρούσας οδηγίας, καθώς και στο άρθρο 9 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
3.Το πλαίσιο της παραγράφου 1 πρέπει να είναι εκτενές και αναλογικό προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων.
4.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου διακυβέρνησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 25
Υποβολή εκθέσεων ανά χώρα
1.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να δημοσιοποιούν ετησίως, ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα όπου η επιχείρηση επενδύσεων έχει υποκατάστημα ή θυγατρική η οποία είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)την επωνυμία, τη φύση των δραστηριοτήτων και τον τόπο των θυγατρικών και υποκαταστημάτων·
β)τον κύκλο εργασιών·
γ)τον αριθμό μισθωτών σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης·
δ)τα αποτελέσματα προ φόρων·
ε)τους φόρους επί των αποτελεσμάτων·
στ)τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.
2.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και προσαρτώνται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή, όπου συντρέχει περίπτωση, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.
Άρθρο 26
Αντιμετώπιση κινδύνων
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο της επιχείρησης επενδύσεων εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη κινδύνων της επιχείρησης επενδύσεων, καθώς και για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη ή μπορεί να εκτεθεί η επιχείρηση επενδύσεων, λαμβανομένων υπόψη του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του οικονομικού κύκλου της επιχείρησης επενδύσεων.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, αφενός, ότι το διοικητικό όργανο αφιερώνει αρκετό χρόνο για την εξασφάλιση της προσήκουσας συνεκτίμησης των κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, αφετέρου, ότι διαθέτει επαρκείς πόρους για τη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση επενδύσεων.
3.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εισάγουν διαύλους αναφοράς στο διοικητικό όργανο, που να καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους και όλες τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και κάθε αλλαγή τους.
4.Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων που θεωρούνται σημαντικές από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσης, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εν λόγω επιχειρήσεις να συνιστούν επιτροπή κινδύνου, αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη σχετική επιχείρηση επενδύσεων.
Τα μέλη της επιτροπής κινδύνου, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και την πολιτική ανάληψης κινδύνων της επιχείρησης επενδύσεων. Διασφαλίζουν ότι η επιτροπή κινδύνου συμβουλεύει το διοικητικό όργανο σχετικά με τη συνολική παρούσα και μελλοντική ανάληψη κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, και βοηθά το διοικητικό όργανο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτατα διοικητικά στελέχη. Το διοικητικό όργανο φέρει πλήρη ευθύνη για τις στρατηγικές και τις πολιτικές κινδύνου της επιχείρησης.
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε μια επιχείρηση επενδύσεων που δεν θεωρείται σημαντική, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, να επιτρέπει στην επιτροπή ελέγχου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 39 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ, σε περίπτωση που έχει συσταθεί τέτοια, να εκτελεί τις λειτουργίες της επιτροπής κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Τα μέλη της εν λόγω επιτροπής διαθέτουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρογνωμοσύνη που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο.
5.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα και η επιτροπή κινδύνου του εν λόγω διοικητικού οργάνου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί τέτοια, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη ή μπορεί να εκτεθεί η επιχείρηση.
Άρθρο 27
Κίνδυνος πελατών, κίνδυνος αγοράς, κίνδυνος επιχείρησης
1.Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και άρτια συστήματα για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των εξής:
α)σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου πελατών·
β)σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου αγοράς·
γ)κίνδυνοι της επιχείρησης επενδύσεων, που απορρέουν ιδίως από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της, όταν διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, και σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης από ανοίγματα έναντι μεμονωμένων πελατών και ομάδων συνδεδεμένων πελατών·
δ)κίνδυνος ρευστότητας εντός κατάλληλου συνόλου χρονικών οριζόντων, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η επιχείρηση επενδύσεων διατηρεί επαρκή επίπεδα ρευστότητας.
Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου, το πεδίο λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το διοικητικό όργανο, και απηχούν τη σημασία της επιχείρησης επενδύσεων σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά.
2.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 23, η παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, και δ) εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
3.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 54, για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερειών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων είναι άρτια. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, και ιδίως την εμφάνιση νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τις εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα και τις εξελίξεις που διευκολύνουν τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.
Άρθρο 28
Πολιτικές αποδοχών
1.Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών τους για τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους και τα μέλη του προσωπικού που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, καθώς και για κάθε εργαζόμενο του οποίου οι συνολικές αποδοχές ισούνται τουλάχιστον με τις χαμηλότερες αποδοχές που λαμβάνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, και των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές:
α)η πολιτική αποδοχών είναι σαφής και τεκμηριωμένη·
β)η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων, και την προωθεί·
γ)η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, ενθαρρύνει την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά και προάγει την επίγνωση των κινδύνων και τη συνετή ανάληψη κινδύνων·
δ)το διοικητικό όργανο, κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας, υιοθετεί και αναθεωρεί περιοδικά την πολιτική αποδοχών και έχει τη γενική ευθύνη για την υλοποίησή της·
ε)η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο από τις λειτουργίες ελέγχου·
στ)τα μέλη του προσωπικού που έχουν επιφορτιστεί με καθήκοντα ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν·
ζ)οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στις λειτουργίες διαχείρισης του κινδύνου και της κανονιστικής συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 31 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί η ανωτέρω επιτροπή, από το διοικητικό όργανο υπό την εποπτική του αρμοδιότητα·
η)στην πολιτική αποδοχών, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών κανόνων καθορισμού μισθών, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον καθορισμό:
i) των σταθερών βασικών αποδοχών, που αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική εμπειρία και την ευθύνη της διαχείρισης, όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων της σύμβασής του·
ii) των μεταβλητών αποδοχών, που αντανακλούν βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο επιδόσεις του υπαλλήλου, καθώς και επιδόσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου·
θ)το σταθερό στοιχείο αντιπροσωπεύει επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής κατά το σκέλος των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθεί μεταβλητό στοιχείο των αποδοχών.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο θ), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καθορίζουν τη δέουσα αναλογία μεταξύ των σταθερών και των μεταβλητών στοιχείων του συνόλου των αποδοχών στις πολιτικές αποδοχών που εφαρμόζουν, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων και των συναφών κινδύνων, καθώς και του αντικτύπου που έχουν οι διάφορες κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν τις αρχές της παραγράφου 1 κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.
4.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κατάλληλων κριτηρίων εντοπισμού των κατηγοριών προσώπων, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 29
Επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 28) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εφαρμόζονται οι ακόλουθες απαιτήσεις:
α)όταν οι μεταβλητές αποδοχές δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης στην επιχείρηση επενδύσεων και την έγκαιρη έξοδό της από την έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, οι μεταβλητές αποδοχές όλου του προσωπικού περιορίζονται σε μέρος των καθαρών εσόδων·
β)οι επιχειρήσεις επενδύσεων θέτουν όρια στις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων·
γ)η επιχείρηση επενδύσεων καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές στα μέλη του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων, μόνον εφόσον οι εν λόγω αποδοχές έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.
Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), οι αρμόδιες αρχές εγκρίνουν την καταβολή μεταβλητών αποδοχών στα μέλη του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.
Άρθρο 30
Μεταβλητές αποδοχές
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μεταβλητές αποδοχές που χορηγούνται και καταβάλλονται από επιχειρήσεις επενδύσεων είναι σύμφωνες όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:
α)στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε έναν συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης επενδύσεων·
β)κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια·
γ)η εκτίμηση των επιδόσεων που αναφέρεται στο στοιχείο α) βασίζεται σε πολυετή περίοδο, που λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων και τους επιχειρηματικούς της κινδύνους·
δ)οι μεταβλητές αποδοχές δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων να διασφαλίζουν υγιή κεφαλαιακή βάση·
ε)δεν παρέχονται εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές, παρά μόνο για νέο προσωπικό και μόνο για το πρώτο έτος απασχόλησης του νέου προσωπικού·
στ)οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν από το εκάστοτε πρόσωπο σε βάθος χρόνου, και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων·
ζ)τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της επιχείρησης επενδύσεων·
η)η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές λαμβάνει υπόψη κάθε είδους τρέχοντες και μελλοντικούς κινδύνους, καθώς και το κόστος κεφαλαίου και τη ρευστότητα που απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]·
θ)η κατανομή των συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές εντός της επιχείρησης επενδύσεων λαμβάνει υπόψη το πλήρες φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων·
ι)τουλάχιστον 50 % των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:
(1)μετοχές ή, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων, ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας·
(2)μέσα που συνδέονται με μετοχές ή, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων, ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα·
(3)πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή άλλα μέσα πλήρως μετατρέψιμα σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή των οποίων η ονομαστική αξία μπορεί να απομειωθεί πλήρως, τα οποία αντανακλούν δεόντως την πιστοληπτική ικανότητα της επιχείρησης επενδύσεων σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης·
ια)τουλάχιστον 40 % των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο τριών έως πέντε ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε 60 %·
ιβ)ποσοστό έως και 100 % των μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών, που υπόκεινται σε κριτήρια τα οποία καθορίζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:
i) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην επιχείρηση επενδύσεων·
ii) δεν θεωρείται πλέον ότι πληροί τις απαιτήσεις ικανότητας και ευπρέπειας·
ιγ)οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές είναι σύμφωνες με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της επιχείρησης επενδύσεων.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν τα ακόλουθα:
α)τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, για να καταστρατηγούνται οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1·
β)οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία ή τον κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR].
3.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι), τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων του προσώπου με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της επιχείρησης επενδύσεων, των πιστωτών και των πελατών της. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να θέτουν περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων μέσων για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ια), η αναβολή των μεταβλητών αποδοχών κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιγ), εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την επιχείρηση επενδύσεων πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την επιχείρηση επενδύσεων για διάστημα πέντε ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ι). Στην περίπτωση υπαλλήλου που συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ι), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης από τον εν λόγω υπάλληλο.
4.Η παράγραφος 1 στοιχεία ι) και ια) και η παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο δεν εφαρμόζονται σε:
α)επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων η αξία των στοιχείων ενεργητικού είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από 100 εκατ. EUR, κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους·
β)φυσικά πρόσωπα των οποίων οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 50 000 EUR και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του εν λόγω προσώπου.
Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), οι αρμόδιες αρχές μπορεί να αποφασίσουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων η αξία των στοιχείων ενεργητικού είναι μικρότερη από το όριο που αναφέρεται στο στοιχείο α), δεν εμπίπτουν στην παρέκκλιση, λόγω της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων τους, της εσωτερικής τους οργάνωσης ή, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκουν.
Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β), οι αρμόδιες αρχές μπορεί να αποφασίσουν ότι τα φυσικά πρόσωπα, των οποίων οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές είναι κατώτερες από το όριο που αναφέρεται στο στοιχείο β), δεν εμπίπτουν στην παρέκκλιση, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς όσον αφορά τις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω προσώπων.
5.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο στις αποδοχές που οφείλονται για παροχή υπηρεσιών ή επιδόσεις, μετά το οικονομικό έτος κατά το οποίο διενεργήθηκε η αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1.
6.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κατηγοριών των μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ι) σημείο 3).
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
7.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της παραγράφου 4 και τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής της.
Άρθρο 31
Επιτροπή αποδοχών
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που προσδιορίζονται ως σημαντικές, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 4, προβαίνουν στη σύσταση επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εξασφαλίζουν ότι η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων, και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.
3.Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην επιχείρηση επενδύσεων.
Άρθρο 32
Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 51 στοιχεία γ), δ) και στ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ.
2.Η ΕΑΤ χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την παράγραφο 1, για να προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές σε επίπεδο Ένωσης.
3.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή ορθών πολιτικών για τις αποδοχές. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 31 και τις αρχές περί ορθών πολιτικών αποδοχών που ορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής.
4.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά επιχείρηση επενδύσεων με αποδοχές ύψους 1 εκατ. EUR ή περισσότερο ανά οικονομικό έτος, σε επίπεδο αμοιβών 1 εκατ. EUR, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τα βασικά στοιχεία μισθού, πρόσθετων αμοιβών, μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και συνταξιοδοτικών εισφορών. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ, η οποία τις δημοσιεύει συνολικά, βάσει κράτους μέλους καταγωγής, σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται.
Τμήμα 3
Διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης
Άρθρο 33
Εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση
1.Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], και αξιολογούν όλα τα κατωτέρω, ώστε να εξασφαλίζεται η υγιής διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων τους:
α)τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 27·
β)τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων της επιχείρησης επενδύσεων·
γ)το επιχειρηματικό μοντέλο της επιχείρησης επενδύσεων·
δ)την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου βάσει του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των συστάσεων του ΕΣΣΚ·
ε)τον κίνδυνο επιτοκίου τον οποίο αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων και ο οποίος απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές τους·
στ)το πλαίσιο διακυβέρνησης των επιχειρήσεων επενδύσεων και την ικανότητα των μελών του διοικητικού οργάνου να εκτελούν τα καθήκοντά τους.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν την συχνότητα και την ένταση του ελέγχου και της αξιολόγησης της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των συγκεκριμένων επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όποτε από την εξέταση προκύπτει ότι μια επιχείρηση επενδύσεων ενδέχεται να ενέχει συστημικό κίνδυνο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν αμελλητί την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης.
4.Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, όταν από τον έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) προκύπτει ότι η οικονομική αξία του μετοχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 15 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1, ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και αναπάντεχης μεταβολής των επιτοκίων, όπως ορίζεται σε οποιοδήποτε από τα έξι εποπτικά σενάρια σοκ που εφαρμόζονται στα επιτόκια, όπως εξειδικεύονται στον [κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ].
5.Κατά τον έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση, τα πρακτικά και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου και των επιτροπών αυτού, και στα αποτελέσματα της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιολόγησης επιδόσεων του διοικητικού οργάνου.
6.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 54, για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερειών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί των επιχειρήσεων επενδύσεων εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων τους,. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, και ιδίως την εμφάνιση νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τις εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα και τις εξελίξεις που διευκολύνουν τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.
Άρθρο 34
Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές αναθεωρούν τακτικά, και τουλάχιστον κάθε τρία έτη, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 22 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----]. Οι αρμόδιες αρχές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε αλλαγές στην επιχειρηματική δραστηριότητα μιας επιχείρησης επενδύσεων και στην εφαρμογή αυτών των υποδειγμάτων σε νέα προϊόντα, και εξετάζουν και εκτιμούν κατά πόσον η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τα εν λόγω υποδείγματα. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι σημαντικές ελλείψεις στην κάλυψη κινδύνων, που εντοπίζονται με τα εσωτερικά υποδείγματα μιας επιχείρησης επενδύσεων, διορθώνονται, ή λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, μεταξύ άλλων μέσω της επιβολής κεφαλαιακών προσαυξήσεων ή της επιβολής υψηλότερων πολλαπλασιαστικών συντελεστών.
2.Εάν, σε εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 366 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δείχνουν ότι τα υποδείγματα δεν είναι ή δεν είναι πλέον ακριβή, οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή επιβάλλουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα υποδείγματα θα βελτιωθούν αμέσως.
3.Αν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή αυτών των υποδειγμάτων, οι αρμόδιες αρχές ζητούν είτε να αποδειχθεί ότι η μη συμμόρφωση έχει ελάχιστη επίπτωση είτε να υποβληθεί σχέδιο και να οριστεί προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν να γίνουν βελτιώσεις στο υποβληθέν σχέδιο, αν αυτό δεν αναμένεται να επιφέρει πλήρη συμμόρφωση ή αν η προθεσμία είναι ακατάλληλη.
Αν η επιχείρηση επενδύσεων δεν αναμένεται να συμμορφωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι οι επιπτώσεις από τη μη συμμόρφωση είναι ελάχιστες, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων ή την περιορίζουν στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας.
4.Η ΕΑΤ αναλύει εσωτερικά υποδείγματα διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων και αναλύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα παρόμοιους κινδύνους ή χρηματοδοτικά ανοίγματα.
Για την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών, η ΕΑΤ καταρτίζει, βάσει αυτής της ανάλυσης και σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες περιέχουν συγκριτικά κριτήρια σχετικά με το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων τα εσωτερικά υποδείγματα, καθώς και το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται παρόμοιοι κίνδυνοι ή χρηματοδοτικά ανοίγματα στα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη αυτή την ανάλυση και αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, για την εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Τμήμα 4
Εποπτικά μέτρα και εξουσίες
Άρθρο 35
Εποπτικά μέτρα
Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα ακόλουθα προβλήματα:
α)η επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας ή του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
β)οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι η επιχείρηση επενδύσεων ενδέχεται να παραβεί τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR] ή τις διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας εντός των επόμενων 12 μηνών.
Άρθρο 36
Εποπτικές εξουσίες
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων.
2.Για τους σκοπούς του άρθρου 33, του άρθρου 34 παράγραφος 3 και του άρθρου 35 και της εφαρμογής του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], οι αρμόδιες αρχές έχουν τις κατωτέρω εξουσίες:
α)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαθέτουν πρόσθετο κεφάλαιο, πέραν των απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 37 της παρούσας οδηγίας, ή να αναπροσαρμόζουν το απαιτούμενο κεφάλαιο σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων·
β)να απαιτούν την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που τέθηκαν σε εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24·
γ)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καταθέτουν σχέδιο συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], να ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτούν βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία·
δ)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων·
ε)να θέτουν περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, το επιχειρηματικό φάσμα ή το δίκτυο των επιχειρήσεων επενδύσεων ή να ζητούν την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας επιχείρησης επενδύσεων·
στ)να απαιτούν τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους·
ζ)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων τον περιορισμό των μεταβλητών αποδοχών ως ποσοστού του συνόλου των καθαρών εσόδων, όταν το ύψος των αποδοχών αυτών δεν συνάδει με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης·
η)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων·
θ)να περιορίζουν ή να απαγορεύουν τη διανομή κερδών από μια επιχείρηση επενδύσεων στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον η απαγόρευση αυτή δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της επιχείρησης επενδύσεων·
ι)να επιβάλλουν απαιτήσεις για πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές αναφορών από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], συμπεριλαμβανομένων των αναφορών σχετικά με το κεφάλαιο και την ταμειακή κατάσταση·
ια)να επιβάλλουν συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας·
ιβ)να απαιτούν πρόσθετες πληροφορίες σε βάση ad hoc.
Για τους σκοπούς του στοιχείου ι), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων απαιτήσεις για πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές αναφορών, μόνο στην περίπτωση που οι προς αναφορά πληροφορίες δεν οδηγούν σε αλληλεπικαλύψεις και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35 στοιχείο α) ή β)·
β)η αρμόδια αρχή θεωρεί αναγκαία τη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 35 στοιχείο β).
Οι πληροφορίες θεωρούνται αλληλεπικαλυπτόμενες, όταν η αρμόδια αρχή διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να προέρχονται από την αρμόδια αρχή ή να αποκτώνται από την ίδια αρμόδια αρχή με άλλα μέσα, εκτός της υποχρέωσης αναφοράς τους από την επιχείρηση επενδύσεων. Η αρμόδια αρχή δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεση της αρμόδιας αρχής σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.
Άρθρο 37
Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση
1.Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) μόνον εάν, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 35 και 36, διαπιστώνουν ότι η επιχείρηση επενδύσεων βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:
α)η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·
β)η επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 22 και 24 και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός του κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές·
γ)η συνετή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι ανεπαρκής για να μπορεί η επιχείρηση επενδύσεων να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς·
δ)από την αξιολόγηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 34 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου·
ε)η επιχείρηση επενδύσεων επανειλημμένως δεν δημιουργεί ή δεν διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετου κεφαλαίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], μόνο όταν το ύψος, η σύνθεση και η κατανομή των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα από την αρμόδια αρχή, μετά τον εποπτικό έλεγχο της αξιολόγησης που διενεργούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, είναι υψηλότερα από την κεφαλαιακή απαίτηση της επιχείρησης επενδύσεων που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα κεφάλαια που θεωρούνται κατάλληλα καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους ή τα στοιχεία των εν λόγω κινδύνων που δεν υπόκεινται σε ειδική κεφαλαιακή απαίτηση. Σε αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται κίνδυνοι ή στοιχεία κινδύνων που εξαιρούνται ρητά από την κεφαλαιακή απαίτηση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
3.Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν το επίπεδο του πρόσθετου κεφαλαίου που απαιτείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) ως τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της κεφαλαιακής απαίτησης που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
4.Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να πληρούν την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1·
β)τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·
γ)τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιασδήποτε από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 11 στοιχεία α), β) και γ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
5.Οι αρμόδιες αρχές τεκμηριώνουν εγγράφως την απόφασή τους να επιβάλουν την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α), παρέχοντας σαφή εξήγηση για την πλήρη αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου. Αυτό περιλαμβάνει, στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους το επίπεδο κεφαλαίου που έχει συσταθεί, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1, δεν θεωρείται πλέον επαρκές.
6.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο μετρώνται οι κίνδυνοι και τα στοιχεία των κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Η ΕΑΤ μεριμνά ώστε τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων να είναι αναλογικά, λαμβανομένων υπόψη:
α)της επιβάρυνσης εφαρμογής για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις αρμόδιες αρχές·
β)της πιθανότητας το υψηλότερο επίπεδο κεφαλαιακών απαιτήσεων που εφαρμόζονται, όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα, να δικαιολογεί ενδεχομένως την επιβολή χαμηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων, κατά την εκτίμηση των κινδύνων και των στοιχείων κινδύνων σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 38
Καθοδήγηση σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια
1.Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επίπεδο κεφαλαίου το οποίο, βάσει του άρθρου 22, υπερβαίνει επαρκώς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] και στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α), ώστε να εξασφαλίζεται ότι:
α)οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων·
β)το κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί να απορροφήσει τις δυνητικές ζημιές και τους κινδύνους που προσδιορίζονται βάσει των διαδικασιών εποπτικού ελέγχου.
2.Οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν τακτικά το επίπεδο κεφαλαίου που καθορίζεται από κάθε επιχείρηση επενδύσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και, όπου κρίνεται σκόπιμο, γνωστοποιούν τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων, περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου του κεφαλαίου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Άρθρο 39
Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης
1.Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με τις αρχές εξυγίανσης, πριν από τον καθορισμό οποιουδήποτε πρόσθετου κεφαλαίου απαιτείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) και πριν από τη γνωστοποίηση στις επιχειρήσεις επενδύσεων κάθε προσδοκίας τους για την προσαρμογή του επιπέδου του κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες.
2.Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τις σχετικές αρχές εξυγίανσης σχετικά με το πρόσθετο κεφάλαιο που απαιτείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2.
Άρθρο 40
Απαιτήσεις δημοσίευσης
Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές:
α)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να δημοσιοποιούν τα στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 45 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], περισσότερες από μία φορές τον χρόνο, και να θέτουν προθεσμίες για την εν λόγω δημοσίευση·
β)να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να χρησιμοποιούν συγκεκριμένα μέσα και τοποθεσίες για δημοσιεύματα, εκτός των οικονομικών καταστάσεων·
γ)να απαιτούν από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, μια περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
Άρθρο 41
Υποχρέωση ενημέρωσης της ΕΑΤ
1.Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με:
α)τη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης του άρθρου 33·
β)τη μεθοδολογία που ακολουθούν για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 36 έως 38.
2.Η ΕΑΤ προβαίνει σε εκτίμηση των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές, για την ανάπτυξη συνέπειας κατά τις διαδικασίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης. Δύναται να απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές για να ολοκληρώσει την εκτίμησή της, σε αναλογική βάση και σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τον βαθμό σύγκλισης της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου μεταξύ των κρατών μελών. Η ΕΑΤ διενεργεί αξιολογήσεις από ομοτίμους, σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όποτε απαιτείται.
Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για την περαιτέρω διευκρίνιση, κατά τρόπο που να αρμόζει στο μέγεθος, στη δομή και στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων επενδύσεων και στη φύση, το πεδίο εφαρμογής και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, των κοινών διαδικασιών και μεθόδων για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και για την εκτίμηση της αντιμετώπισης των κινδύνων, που αναφέρεται στο άρθρο 27.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου
Τμήμα 1
Εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου
Άρθρο 42
Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στην εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν η μητρική επιχείρηση μιας επιχείρησης επενδύσεων είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στην εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
4.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.
5.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται για δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.
6.Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κοινή συναινέσει, να παρεκκλίνουν από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 5, σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσουν σε διαφορετική αρμόδια αρχή την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβουν οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και την ΕΑΤ κάθε σχετική απόφαση.
Άρθρο 43
Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης
Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, ειδοποιεί, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τμήμα 2 του παρόντος τίτλου, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.
Άρθρο 44
Σώματα εποπτών
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, συστήνει σώματα εποπτών, για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των εργασιών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και την εξασφάλιση του συντονισμού και της συνεργασίας με τις σχετικές εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.
2.Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την αρχή εποπτείας του ομίλου, καθώς και για την ΕΑΤ και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:
α)τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 43·
β)την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, καθώς και με την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·
γ)την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση·
δ)την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της μη απαραίτητης επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.
3.Σώματα εποπτών συστήνονται επίσης όταν όλες οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση βρίσκονται σε τρίτη χώρα.
4.Σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ συμμετέχει στις συνεδριάσεις των σωμάτων εποπτών.
5.Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:
α)οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση·
β)εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο I τμήμα 2 του παρόντος τίτλου.
6.Η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος και εκδίδει αποφάσεις. Η εν λόγω αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Επίσης, η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται.
Κατά τη λήψη αποφάσεων, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 5.
Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.
7.Σε περίπτωση διαφωνίας με τις αποφάσεις που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, βάσει του παρόντος άρθρου και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.
8.Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των όρων υπό τους οποίους τα σώματα εποπτών ασκούν τις εργασίες τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 45
Απαιτήσεις συνεργασίας
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων τα εξής:
α)τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων·
β)τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών·
γ)οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλα νομικά πρόσωπα ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων·
δ)οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας·
ε)την επιβολή ειδικής κεφαλαιακής απαίτησης βάσει του άρθρου 36 της παρούσας οδηγίας.
2.Οι αρμόδιες αρχές και η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορούν να παραπέμπουν στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, περιπτώσεις μη διαβίβασης σχετικών πληροφοριών βάσει της παραγράφου 1, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ή περιπτώσεις όπου ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, απορρίφθηκε ή δεν απαντήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
Η ΕΑΤ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και με δική της πρωτοβουλία, να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στη διαμόρφωση πρακτικών συνεπούς συνεργασίας.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, προτού λάβουν απόφαση η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τα ακόλουθα:
α)μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών·
β)σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων, ή άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές·
γ)ειδικές κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 36.
4.Σε περίπτωση που απαιτείται η επιβολή σημαντικών κυρώσεων ή η λήψη άλλων έκτακτων μέτρων από τις αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β), ζητείται η γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.
5.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, μια αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της· στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.
Άρθρο 46
Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσουν πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με την παράγραφο 2.
2.Οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 προβαίνουν σε οποιοδήποτε από τα εξής:
α)διενεργούν οι ίδιες την εξακρίβωση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους·
β)επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να διενεργήσουν εκείνες την εξακρίβωση·
γ)ζητούν από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει την εξακρίβωση.
Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και γ), οι αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν την αίτηση επιτρέπεται να συμμετέχουν στην εξακρίβωση.
Τμήμα 2
Επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών
Άρθρο 47
Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.
Άρθρο 48
Επάρκεια διευθυντικών στελεχών
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και τις αναγκαίες γνώσεις, ικανότητες και πείρα για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 49
Μικτές εταιρείες συμμετοχών
1.Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν επικεφαλής ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της επιχείρησης επενδύσεων δύνανται:
α)να απαιτούν από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων·
β)να ασκούν εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της, και να απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής αναφορών και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.
2.Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να προβαίνουν οι ίδιες ή να αναθέτουν σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.
Άρθρο 50
Κυρώσεις
Σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 τμήμα 3 του παρόντος τίτλου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που στοχεύουν στην παύση ή τον περιορισμό παραβάσεων ή στην αντιμετώπιση των αιτίων αυτών των παραβάσεων μπορούν να επιβληθούν σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους, που έχουν παραβεί νόμους, κανονισμούς ή διοικητικές διατάξεις μεταφοράς του παρόντος κεφαλαίου.
Άρθρο 51
Εκτίμηση της εποπτείας τρίτων χωρών και άλλες εποπτικές τεχνικές
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων, της οποίας η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα και δεν υπόκειται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν κατά πόσον η επιχείρηση επενδύσεων υπόκειται σε εποπτεία από εποπτική αρχή τρίτης χώρας, η οποία να είναι ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία και στο πρώτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
2.Όταν από την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προκύπτει ότι δεν υπάρχει ισοδύναμη εποπτεία, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στην επιχείρηση επενδύσεων τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] ή επιτρέπουν την εφαρμογή κατάλληλων εποπτικών τεχνικών που επιτυγχάνουν τους στόχους της εποπτείας όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, που καθορίζονται στον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]. Οι εν λόγω εποπτικές τεχνικές συμφωνούνται από την αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση, έπειτα από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές. Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την ΕΑΤ και την Επιτροπή.
3.Η αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση, μπορεί, ιδίως, να ζητά τη δημιουργία επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην Ένωση και να εφαρμόζει το άρθρο 7 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
Άρθρο 52
Συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών
Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, με σκοπό τον καθορισμό των τρόπων εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου από τις ακόλουθες επιχειρήσεις επενδύσεων:
α)επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων η μητρική επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα·
β)επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα και των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις εδρεύουν στην Ένωση.
ΤΙΤΛΟΣ V
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 53
Απαιτήσεις δημοσίευσης
1.Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)τα κείμενα νόμων, κανονισμών, διοικητικών κανόνων και γενικής καθοδήγησης που εκδίδονται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βάσει της παρούσας οδηγίας·
β)τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και των διακριτικών ευχερειών που παρέχει η παρούσα οδηγία και ο [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR]·
γ)τα γενικά κριτήρια και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στο άρθρο 33·
δ)συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα καίρια σημεία της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] στο οικείο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που λήφθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α), και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 16.
2.Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι επαρκώς λεπτομερείς και ακριβείς για την αξιόπιστη σύγκριση της εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία β), γ) και δ) από τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών.
3.Οι δημοσιεύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με κοινό μορφότυπο και ενημερώνονται τακτικά. Είναι προσπελάσιμες μέσω μίας και μόνης ηλεκτρονικής τοποθεσίας.
ΤΙΤΛΟΣ VI
ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
Άρθρο 54
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
2.Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα, από [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις αρχές της Διοργανικής Συμφωνίας, της 13ης Απριλίου 2016, για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5.Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 27 παράγραφος 3 και του άρθρου 33 παράγραφος 6 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός [δύο μηνών] από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά [δύο μήνες], κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 55
Εκτελεστικές πράξεις
Για την τροποποίηση του ύψους του αρχικού κεφαλαίου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 8 και στο άρθρο 11 παράγραφος 7, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις, εκδίδονται εκτελεστικές πράξεις, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 56 παράγραφος 2.
Άρθρο 56
Διαδικασία επιτροπής
1.Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, που συστάθηκε με την απόφαση 2004/10/ΕΚ της Επιτροπής. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2.Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
ΤΙΤΛΟΣ VII
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ
Άρθρο 57
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2013/36/ΕΕ
Η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:
1)Στον τίτλο, οι λέξεις «και επιχειρήσεων επενδύσεων» διαγράφονται·
2)Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 1
Αντικείμενο
Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:
α)με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων,
β)με τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,
γ)με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
δ)με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.»·
3) Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:
α)Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε πιστωτικά ιδρύματα.»·
β)Οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·
γ)Στην παράγραφο 5, το σημείο 1) απαλείφεται·
δ)Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6.Οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 5 σημεία 3) έως 24) και στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις παραγράφους 5α και 5β του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή του άρθρου 34 και του τίτλου VII κεφάλαιο 3.»·
4)Το άρθρο 3 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
α)Το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3)«ίδρυμα»: ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 3) του [κανονισμού (ΕΕ) ----/---*[IFR],»·
β)Το σημείο 4) απαλείφεται·
5)Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 5
Συντονισμός εντός των κρατών μελών
Τα κράτη μέλη που διαθέτουν πλείονες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τον μεταξύ τους συντονισμό.»·
6) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 8α:
«Άρθρο 8α
Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013
1.
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, βάσει του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 8, το αργότερο στις ακόλουθες ημερομηνίες:
α)
όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, υπερβεί το ποσό των 30 δισ. EUR· ή
β)
όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, είναι χαμηλότερος από 30 δισ. EUR, και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνδυασμένη αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 30 δισ. EUR, υπολογιζόμενης σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, υπερβεί το ποσό των 30 δισ. EUR.
2.
Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μέχρι να λάβουν την άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.
3.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες κατά [ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD] - 1 ημέρα] ασκούν δραστηριότητες ως επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8, εντός [1 έτους + 1 ημέρας μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD].
4.
Όταν η αρμόδια αρχή, αφού λάβει τις πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο [95α] της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, θεωρεί ότι μια επιχείρηση πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας, ειδοποιεί την επιχείρηση και την αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και αναλαμβάνει τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω ειδοποίησης.
5.
Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:
α)
τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από την επιχείρηση στις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 10·
β)
τη μεθοδολογία υπολογισμού των ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [1η Ιανουαρίου 2019].
7)
Στο άρθρο 18, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):
«αα) χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του αποκλειστικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και έχει, για περίοδο 5 συναπτών ετών, μέσο όρο συνολικών στοιχείων ενεργητικού μικρότερο από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο,»·
8)Ο τίτλος IV απαλείφεται·
9)Στο άρθρο 51 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητήσουν από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 112 παράγραφος 1, ή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, να θεωρηθεί σημαντικό ένα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος.»·
10)Στο άρθρο 53, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2.
Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες ή να διαβιβάζουν πληροφορίες προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ΕΑΚΑΑ»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με την [οδηγία (ΕΕ) ---/----[IFD] σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων], με άλλες οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα, με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, με τα άρθρα 31, 35 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και με τα άρθρα 31 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Οι εν λόγω πληροφορίες υπόκεινται στην παράγραφο 1.»·
______________________________________________________________
*
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
11) Στο άρθρο 66 παράγραφος 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):
«αα)την άσκηση τουλάχιστον μίας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 καθ’ υπέρβαση του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,»·
12) Στο άρθρο 76 παράγραφος 5, η τελευταία περίοδος απαλείφεται·
13) Στο άρθρο 86, η παράγραφος 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«11.
«Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα έχουν καθιερώσει σχέδια ανάκτησης ρευστότητας, τα οποία καθορίζουν επαρκείς στρατηγικές και κατάλληλα μέτρα εφαρμογής προκειμένου να αντιμετωπίσουν πιθανά ελλείμματα ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ελλειμμάτων που αφορούν υποκαταστήματα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι αυτά τα σχέδια ελέγχονται από τα ιδρύματα τουλάχιστον ετησίως, ενημερώνονται βάσει του αποτελέσματος των εναλλακτικών σεναρίων που ορίζονται στην παράγραφο 8, υποβάλλονται με τη μορφή έκθεσης στα ανώτερα διοικητικά στελέχη και λαμβάνουν την έγκρισή τους, ώστε οι εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες να μπορούν να προσαρμοστούν ανάλογα. Τα ιδρύματα προβαίνουν στις απαραίτητες λειτουργικές ενέργειες εκ των προτέρων, για να διασφαλίσουν ότι τα σχέδια ανάκτησης ρευστότητας μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα. Αυτές οι λειτουργικές ενέργειες περιλαμβάνουν την τήρηση εξασφαλίσεων που είναι άμεσα διαθέσιμες για τη χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα. Αυτό περιλαμβάνει την τήρηση εξασφαλίσεων στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους, όπου απαιτείται, ή στο νόμισμα τρίτης χώρας στο οποίο έχει ανοίγματα το πιστωτικό ίδρυμα και, όπου απαιτείται για λειτουργικούς λόγους, εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους υποδοχής ή τρίτης χώρας στο νόμισμα τρίτης χώρας στο οποίο έχει ανοίγματα.»·
14)Στο άρθρο 110, η παράγραφος 2 απαλείφεται·
15)Στο άρθρο 114, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή κατάσταση με αρνητικές εξελίξεις σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα κατά το άρθρο 51, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τμήμα 2 και, κατά περίπτωση, τον τίτλο IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου]*, ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν την ΕΑΤ και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 4 και στο άρθρο 59 και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές.
__________________________________________________________________
*
[Οδηγία (ΕΕ) ---/---- του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ……, σχετικά με ……..].»·
16)Το άρθρο 116 τροποποιείται ως εξής:
α)Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.
Οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στο σώμα εποπτών και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά. Οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, βάσει του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, του τίτλου IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο σωμάτων εποπτών. Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας και δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·
β)
Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6.
Στα σώματα εποπτών επιτρέπεται να συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές που ευθύνονται για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους υποδοχής όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 51, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά τον τίτλο VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της παρούσας οδηγίας και, όπου συντρέχει περίπτωση, κατά τον τίτλο IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD].»·
γ)
Η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«9.
Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της παρούσας οδηγίας και, όπου συντρέχει περίπτωση, του τίτλου IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης.»·
17)Στο άρθρο 125, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2.Οι πληροφορίες που συλλέγονται, στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας για τα πιστωτικά ιδρύματα ή στο άρθρο 13 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD].»·
18)Στο άρθρο 128, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται·
19)Στο άρθρο 129, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απαλείφονται·
20)Στο άρθρο 130, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απαλείφονται·
21)Στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«δ)
με την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα II της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, των διατάξεων του τίτλου IV κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα καίρια σημεία της υλοποίησης του πλαισίου προληπτικής εποπτείας σε κάθε κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που λήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 1 στοιχείο α) και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 65.».
Άρθρο 58
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ
Η οδηγία 2014/65/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:
1)Στο άρθρο 8, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα η συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπει ο [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR],»·
2) Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 15
Αρχικό κεφάλαιο
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας.»·
3)Το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Άρθρο 41
Χορήγηση της άδειας λειτουργίας
«1. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου η επιχείρηση τρίτης χώρας έχει εγκαταστήσει ή σκοπεύει να εγκαταστήσει το υποκατάστημά της χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή έχει πειστεί:
α)ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 39· και
β)ότι το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας θα μπορεί να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας, εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, αν της έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή όχι.
2. Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16 έως 20, στα άρθρα 23, 24, 25 και 27, στο άρθρο 28 παράγραφος 1 και στα άρθρα 30, 31 και 32 της παρούσας οδηγίας, όπως επίσης στα άρθρα 3 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή τους, και υπόκειται στην εποπτεία της αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος όπου χορηγείται η άδεια λειτουργίας.
Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις στην οργάνωση και τη λειτουργία των υποκαταστημάτων για τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και δεν μεταχειρίζονται οποιοδήποτε υποκατάστημα επιχειρήσεων τρίτων χωρών ευνοϊκότερα από τις ενωσιακές επιχειρήσεις επενδύσεων.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην ΕΑΚΑΑ, σε ετήσια βάση, τον αριθμό των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους.
3. Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλει στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τις ακόλουθες πληροφορίες σε ετήσια βάση:
α)την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από το υποκατάστημα στο εν λόγω κράτος μέλος·
β)τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
γ)λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων για την προστασία των επενδυτών που διατίθενται στους πελάτες του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των πελατών αυτών που προκύπτουν από το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο στ)·
δ)την πολιτική τους για τη διαχείριση κινδύνων και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται από το υποκατάστημα για τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α).
4. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές των οντοτήτων που αποτελούν μέλη του ιδίου ομίλου στον οποίο ανήκουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι όλες οι δραστηριότητες του εν λόγω ομίλου στην Ένωση υπόκεινται σε πλήρη, συνεπή και αποτελεσματική εποπτεία, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τον κανονισμό 600/2014, την οδηγία 2013/36/ΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, την οδηγία [οδηγία (ΕΕ) ---/----* [IFD] και τον κανονισμό [κανονισμός (ΕΕ) ---/----* [IFR].
5. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [να προστεθεί η ημερομηνία].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
6. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του μορφοτύπου με τον οποίο πρέπει να υποβάλλονται στις εθνικές αρμόδιες αρχές οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [να προστεθεί η ημερομηνία].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·
4)Στο άρθρο 81 παράγραφος 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
για να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι όροι ανάληψης της δραστηριότητας επιχείρησης επενδύσεων και για να διευκολύνουν την παρακολούθηση των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου,»·
5)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 95α:
«Άρθρο 95α
Μεταβατική διάταξη σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013
Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε περίπτωση που τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού επιχείρησης, η οποία έχει υποβάλει αίτηση άδειας λειτουργίας βάσει του τίτλου II της παρούσας οδηγίας πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) ---/--- [IFD], με σκοπό την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6), υπερβαίνουν το ποσό των 30 δισ. EUR, και παρέχουν σχετική ενημέρωση στον αιτούντα.».
ΤΙΤΛΟΣ VIII
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 59
Μεταβατικές διατάξεις
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι οποίες ήδη λειτουργούσαν την ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 20xx [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] και των οποίων το αρχικό κεφαλαίο δεν ανέρχεται στα επίπεδα που ορίζονται στο άρθρο 8, συμμορφώνονται με το εν λόγω άρθρο το αργότερο έως [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] μέσω ετήσιας αύξησης ύψους 5 000 EUR.
Όταν η ετήσια αύξηση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο δεν επαρκεί για να ανέλθει το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων στο απαιτούμενο ύψος στο τέλος της πενταετούς περιόδου, τα κράτη μέλη παρέχουν τη δυνατότητα για πρόσθετη μεταβατική περίοδο μέγιστης διάρκειας πέντε ετών. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τα εφαρμοστέα ετήσια ποσά κατά τη διάρκεια της εν λόγω πρόσθετης μεταβατικής περιόδου.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 το αργότερο έως [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.]
Άρθρο 60
Επανεξέταση
Έως [τρία έτη από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]], η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μαζί με νομοθετική πρόταση, εάν είναι σκόπιμο, σχετικά με τα ακόλουθα:
α)τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR] που αφορούν τις αποδοχές·
β)την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων ανταλλαγής πληροφοριών βάσει της παρούσας οδηγίας·
γ)τη συνεργασία της Ένωσης και των κρατών μελών με τρίτες χώρες κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR]·
δ)την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR] στις επιχειρήσεις επενδύσεων βάσει της νομικής δομής τους ή του μοντέλου ιδιοκτησίας τους.
Άρθρο 61
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1.Έως [18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία.
2.Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την [ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].
3.Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και την ΕΑΤ το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Όταν τα έγγραφα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο δεν επαρκούν για την πλήρη εκτίμηση της συμμόρφωσης των διατάξεων μεταφοράς με ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δύναται, κατ’ αίτηση της ΕΑΤ, με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ή με δική της πρωτοβουλία, να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να παράσχουν λεπτομερέστερα στοιχεία σχετικά με τη μεταφορά και την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.
4.Οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους.
Άρθρο 62
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για τους σκοπούς της εποπτείας και της εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι παραπομπές στην οδηγία 2013/36/ΕΕ που περιέχονται σε άλλες πράξεις της Ένωσης νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.
Άρθρο 63
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
Ο Πρόεδρος