ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 30.11.2017
COM(2017) 706 final
2017/0248(CNS)
Προς έναν ενιαίο χώρο ΦΠΑ στην ΕΕ - Ώρα για δράση
Τροποποιημένη πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 σχετικά με μέτρα ενίσχυσης της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας
{SWD(2017) 428 final}
{SWD(2017) 429 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), ως φόρος κατανάλωσης ευρείας βάσης, αποτελεί σημαντική και αυξανόμενη πηγή φορολογικών εσόδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, το σύστημα ΦΠΑ δεν κατόρθωσε να συμβαδίσει με τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιοποίησης της οικονομίας.
Συγκεκριμένα, το ισχύον σύστημα φορολόγησης των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών εξακολουθεί να βασίζεται σε «μεταβατικό καθεστώς». Το 1967 αναλήφθηκε η δέσμευση για τη θέσπιση οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ το οποίο θα λειτουργούσε στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εκείνη την εποχή με τον ίδιο τρόπο που θα λειτουργούσε και στο εσωτερικό μιας χώρας. Η ανάγκη κατάργησης των φορολογικών συνόρων μεταξύ των κρατών μελών έως τα τέλη του 1992 κατέστησε αναγκαία την επανεξέταση του τρόπου φορολόγησης του εμπορίου αγαθών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Στόχος ήταν η φορολόγηση των αγαθών στη χώρα καταγωγής προκειμένου οι προϋποθέσεις που ισχύουν στο εγχώριο εμπόριο να ισχύουν και στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, αντικατοπτρίζοντας πλήρως την ιδέα μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς.
Δεδομένου ότι δεν είχαν ωριμάσει οι πολιτικές και τεχνικές συνθήκες για ένα τέτοιο σύστημα, εγκρίθηκε ένα μεταβατικό καθεστώς ΦΠΑ. Όσον αφορά τις συναλλαγές αγαθών μεταξύ επιχειρήσεων (B2B), το εν λόγω καθεστώς διαχώρισε τη διασυνοριακή κυκλοφορία αγαθών σε δύο διαφορετικές συναλλαγές: απαλλαγή των παραδόσεων εντός του κράτους μέλους αναχώρησης των αγαθών και ενδοκοινοτική απόκτηση φορολογούμενη στο κράτος μέλος προορισμού.
Οι κανόνες αυτοί θεωρήθηκαν προσωρινής ισχύος και παρουσιάζουν μειονεκτήματα, διότι η δυνατότητα αγοράς αγαθών χωρίς επιβολή ΦΠΑ αυξάνει την ευκαιρία απάτης, ενώ η εγγενής πολυπλοκότητα του συστήματος δεν ευνοεί το διασυνοριακό εμπόριο.
Υπολογίζεται ότι το 2015 χάθηκαν συνολικά περίπου 152 δισεκατομμύρια EUR, λόγω αδυναμιών στην είσπραξη του ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της απάτης. Βάσει προηγούμενων υπολογισμών, μόνο οι απώλειες λόγω διασυνοριακής απάτης ανήλθαν σε 50 δισεκατομμύρια EUR. Αυτές οι αθέμιτες πρακτικές στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς και δεν επιτρέπουν την ορθή του λειτουργία. Επιπλέον, έχουν σοβαρές επιπτώσεις στους προϋπολογισμούς των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), καθώς μέρος των εσόδων της ίδιας της ΕΕ προέρχεται από τον ΦΠΑ.
Η Επιτροπή, στο Σχέδιο Δράσης της για τον ΦΠΑ της 7ης Απριλίου 2016, διατύπωσε την ανάγκη θέσπισης ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου ΦΠΑ που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Θα θεσπιστεί σύνολο βασικών βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων μέτρων για τον εκσυγχρονισμό του ενωσιακού συστήματος ΦΠΑ, την απλοποίησή του, τη θωράκισή του απέναντι στις απάτες και τη φιλικότητά του προς τις επιχειρήσεις.
Η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προτείνει οριστικό σύστημα ΦΠΑ για το ενδοενωσιακό διασυνοριακό εμπόριο βάσει της αρχής της φορολόγησης στο κράτος μέλος προορισμού των αγαθών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας ισχυρός ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος ΦΠΑ.
Ανάμεσα στα βραχυπρόθεσμα μέτρα, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να βελτιώσει την ανταλλαγή και την ανάλυση των πληροφοριών από τις φορολογικές διοικήσεις και, μαζί με άλλα όργανα επιβολής του νόμου, να ενδυναμώσει το Eurofisc και να εισαγάγει νέα εργαλεία, όπως είναι οι κοινοί έλεγχοι.
Στόχος ήταν η προετοιμασία της εφαρμογής του οριστικού συστήματος ΦΠΑ και, όσο εκκρεμεί η πλήρης εφαρμογή του, ο περιορισμός της διασυνοριακής απάτης.
Το κοινό ενωσιακό σύστημα διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων των κρατών μελών εφαρμόζεται εδώ και πολλά χρόνια. Πρωτίστως, βοηθά τα κράτη μέλη να εισπράττουν τον οφειλόμενο ΦΠΑ για διασυνοριακές συναλλαγές και να καταπολεμούν την απάτη εντός της ενιαίας αγοράς. Ωστόσο, όπως υπέδειξε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, τα εργαλεία για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ στην ΕΕ πρέπει να αξιοποιηθούν περισσότερο και καλύτερα.
Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ του Μαΐου 2016, αναγνώρισε την μεγάλη σημασία της βελτίωσης της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών. Έλαβε υπόψη του την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει νομοθετική πρόταση το 2017 η οποία θα στοχεύει στη βελτίωση της ανταλλαγής και της ανάλυσης των βασικών πληροφοριών και των προβλεπόμενων κοινών ελέγχων. Το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει τρόπους αντιμετώπισης των νομικών εμποδίων και των πρακτικών περιορισμών στην ΕΕ και εντός των κρατών μελών, που αναστέλλουν την ποιοτική εξέλιξη στην ανταλλαγή πληροφοριών. Η εργασία αυτή θα πρέπει να προωθεί τη συνεργασία και να καλύπτει το πλήρες εύρος των διαθέσιμων μέσων — συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του VIES, του Eurofisc και των διαδικασιών αναπληροφόρησης — και να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις των τελωνειακών και φορολογικών αρχών. Υπογράμμισε επίσης ότι η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών αποτελούσε ένα από τα βήματα προόδου στην καταπολέμηση της απάτης και επιβεβαίωσε ότι η αξιολόγηση και η ανάλυση του κινδύνου εξακολουθούσαν να αποτελούν σημαντικό τομέα για περαιτέρω βελτίωση στην ΕΕ.
Τον Νοέμβριο του 2016, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποδέχτηκε θετικά το σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ και υποστήριξε τα μέτρα του για τη μείωση του ελλείμματος ΦΠΑ και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
Αυτή η πρωτοβουλία αποτελεί μέρος του «δίκαιου πακέτου φορολογίας για τη δημιουργία ενός ενιαίου ενωσιακού χώρου φόρου προστιθέμενης αξίας» που καθορίζεται στον χάρτη πορείας για μια πιο ενωμένη, πιο δυνατή και πιο δημοκρατική Ένωση. Στοχεύει στην καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ με την εφαρμογή των συστάσεων του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συμβουλίου και τη δραστική και ταχεία βελτίωση της συνεργασίας των φορολογικών διοικήσεων μεταξύ τους και με άλλα όργανα επιβολής του νόμου.
Αυτά τα μέτρα θα προετοιμάσουν το έδαφος για την πλήρη εφαρμογή του οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ. Στις 4 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή παρουσίασε σειρά νομοθετικών προτάσεων για την εφαρμογή του πρώτου βήματος του οριστικού συστήματος ΦΠΑ, με τις οποίες θα διευθετείται η αντιμετώπιση του ΦΠΑ σε ενδοενωσιακές παραδόσεις αγαθών μεταξύ επιχειρήσεων. Ένα ακόμα σύνολο προτάσεων θα παρουσιαστεί το προσεχές έτος.
Οι τρεις κύριοι τύποι διασυνοριακής απάτης εξακολουθούν να είναι οι πλέον διαδεδομένοι και οι πιο σημαντικοί σε όλη την ΕΕ: «αλυσιδωτή απάτη» (ή ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου)· απάτη με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και απάτη σχετική με τα τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63.
Η ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου λαμβάνει χώρα όταν ο φοροδιαφεύγων αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες από άλλο κράτος μέλος χωρίς ΦΠΑ αλλά όταν τα μεταπωλεί χρεώνει ΦΠΑ· δεν πληρώνει ΦΠΑ στις φορολογικές αρχές (ενώ μπορεί να εκπίπτει ο ΦΠΑ για τον αγοραστή). Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συμβούλιο και η Ευρωπόλ έχουν υπολογίσει ότι η απώλεια εσόδων από ενδοκοινοτικές απάτες αφανούς εμπόρου μπορεί να ανέρχεται σε 40 έως 60 δισεκατομμύρια EUR ετησίως και ότι το 2% των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος μπορεί να βρίσκεται πίσω από το 80% των περιστατικών απάτης.
Λόγω του διπλού καθεστώτος ΦΠΑ που εφαρμόζεται στα αυτοκίνητα («καθεστώς του περιθωρίου κέρδους» ή κανονικές ρυθμίσεις), το εμπόριο αυτοκινήτων είναι συχνά αντικείμενο απάτης στον τομέα του ΦΠΑ. Ο ευκολότερος τρόπος να διαπράξει κάποιος απάτη είναι να πωλήσει πρόσφατα ή καινούργια μέσα μεταφοράς (για τα οποία φορολογείται το σύνολο του ποσού) ως μεταχειρισμένα αγαθά (για τα οποία φορολογείται μόνο το περιθώριο κέρδους).
Τέλος, το καθεστώς εισαγωγής αγαθών χωρίς επιβολή ΦΠΑ (τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63), το οποίο εφαρμόζεται για τη διευκόλυνση του εμπορίου όταν τα αγαθά παραδίδονται άμεσα σε επιχείρηση σε άλλο κράτος μέλος, γίνεται συχνά αντικείμενο κατάχρησης και τα αγαθά διοχετεύονται στη μαύρη αγορά χωρίς να έχει καταβληθεί ο ΦΠΑ. Αυτός ο τύπος απάτης ορισμένες φορές λαμβάνει χώρα με τη δόλια υποτίμηση των αγαθών με σκοπό την αποφυγή τελωνειακών δασμών. Το 2015 έγιναν 8,5 εκατομμύρια συναλλαγές εισαγωγών με απαλλαγή από τον ΦΠΑ, συνολικής αξίας 74 δισεκατομμυρίων EUR.
Αυτή η πρωτοβουλία θα προσθέσει μέτρα που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την καταπολέμηση αυτών των μηχανισμών απάτης στον τομέα του ΦΠΑ στον κανονισμό (ΕΕ) του Συμβουλίου αριθ. 904/2010, ο οποίος αποτελεί τη νομική βάση αναφοράς για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
•Συνοχή με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους κανόνες περί ΦΠΑ στην ενιαία αγορά. Το σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ επιδιώκει την ενίσχυση των μέσων για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του ΦΠΑ, ειδικότερα του Eurofisc, ως μέσου ενίσχυσης της εμπιστοσύνης μεταξύ των φορολογικών αρχών πριν από την έναρξη της εφαρμογής του οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ. Μέχρι την εφαρμογή, αυτά τα μέτρα θα βοηθήσουν επίσης στον περιορισμό της διασυνοριακής απάτης.
•Συνοχή με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής που συμβάλλει στη διασφάλιση των εθνικών και ενωσιακών εσόδων και την αποτροπή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα της Επιτροπής τα τελευταία χρόνια. Οι εν λόγω πολιτικές κατευθύνσεις της Επιτροπής απαιτούν πιο εντατικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φορολογικής απάτης, με τη χρήση μέσων όπως η διοικητική συνεργασία μεταξύ φορολογικών αρχών. Αυτές οι προτεραιότητες εκφράζονται άμεσα στο σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ.
Αυτή η πρωτοβουλία συμβαδίζει με άλλες πρωτοβουλίες για τον ΦΠΑ και θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της επιτυχίας της πιο φιλόδοξης πρότασης — την εφαρμογή του οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ. Επιπρόσθετα, η ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου αποτελεί έναν από τους δέκα τομείς εγκλημάτων οι οποίοι έχουν οριστεί από την Ευρωπόλ και το Συμβούλιο ως ύψιστης προτεραιότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση για την περίοδο 2018-2021. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και για την περίοδο 2014-2017. Σχετικά είναι επίσης και τα εξής:
–η έναρξη ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371, η οποία θα καλύπτει σοβαρές απάτες στο σύνολο της ΕΕ· και
–ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος υπεγράφη στις 12 Οκτωβρίου 2017 από 20 κράτη μέλη. Αυτός ο ανεξάρτητος και αποκεντρωμένος φορέας της ΕΕ θα είναι υπεύθυνος για την έρευνα και τη δίωξη εγκλημάτων κατά του προϋπολογισμού της ΕΕ, όπως είναι η απάτη, η διαφθορά ή η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ που αφορούν ποσά άνω των 10 εκατομμυρίων EUR.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Νομική βάση της παρούσας πρωτοβουλίας είναι το άρθρο 113 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Εν προκειμένω το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, εκδίδει διατάξεις για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί έμμεσων φόρων, στον βαθμό που η εναρμόνιση αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
•Επικουρικότητα
Τα κράτη μέλη είναι πρωταρχικά υπεύθυνα για τη διαχείριση, την είσπραξη και τους ελέγχους του ΦΠΑ. Ωστόσο, η απάτη στον τομέα του ΦΠΑ συχνά συνδέεται με διασυνοριακές συναλλαγές εντός της ενιαίας αγοράς ή αφορά εμπόρους που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό όπου οφείλεται ο φόρος. Επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και προκαλεί σημαντικές απώλειες στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 113 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο εκδίδει διατάξεις για την εναρμόνιση των νομοθεσιών περί έμμεσων φόρων για να εξασφαλιστεί η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα ήταν μέσα συνεργασίας της ΕΕ που σχεδιάστηκαν πρωτίστως για την οργάνωση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ φορολογικών διοικήσεων, όπως επίσης για την υποστήριξη κοινών δραστηριοτήτων ελέγχου και της σύστασης του δικτύου Eurofisc.
Το σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ απαιτεί πιο αποτελεσματικά μέσα, ειδικότερα έναν ισχυρότερο ρόλο για το Eurofisc και νέους τρόπους συνεργασίας με στερεή νομική βάση. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε επίπεδο κρατών μελών ή με τη χρήση μη νομοθετικών μέσων. Η δράση σε ενωσιακό επίπεδο προσφέρει αξία πέρα από ό,τι μπορεί να επιτευχθεί σε εθνικό επίπεδο.
•Αναλογικότητα
Η πρόταση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ισχύον νομικό πλαίσιο και το συμπληρώνει μόνο όπου χρειάζεται ενίσχυση. Όλα τα προτεινόμενα μέτρα είναι στοχοθετημένα σύμφωνα με τις ανάγκες των κρατών μελών και η επίτευξη θετικής επίδρασης στο επίπεδο της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ δεν ενέχει επιπρόσθετα έξοδα για τις επιχειρήσεις και τις διοικήσεις, πλην των μέτρων για τα οποία είναι απαραίτητη η ανάπτυξη ΤΠ. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, τα σχετικά έξοδα ανάπτυξης παραμένουν περιορισμένα.
Συνεπώς, οι νέες διατάξεις δεν υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο μέτρο, ώστε τα μέσα διοικητικής συνεργασίας να καταστούν πιο αποτελεσματικά στην καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
•Επιλογή νομικού μέσου
Χρειάζεται ένας κανονισμός του Συμβουλίου που να τροποποιεί τον ισχύοντα κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας ισχύουσας νομοθεσίας
Κατά τη σύνταξη της παρούσας πρότασης, διεξήχθη αξιολόγηση της χρήσης του ενωσιακού πλαισίου διοικητικής συνεργασίας και καταπολέμησης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010.
Συνολικά, τα κράτη μέλη έχουν θετική άποψη για το νομικό και πρακτικό πλαίσιο που εφαρμόστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010. Η συντριπτική πλειονότητα θεωρεί ότι έχει βοηθήσει στη βελτίωση της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ τους. Οι ανταλλαγές πληροφοριών κατόπιν αιτήματος, η αυτόματη πρόσβαση στις πληροφορίες, το Eurofisc και οι πολυμερείς έλεγχοι θεωρούνται ως τα πιο αποτελεσματικά μέσα του κανονισμού.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να βλέπουν μειονεκτήματα, ειδικότερα σχετικά με το Eurofisc, του οποίου οι δυνατότητες ακόμη δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως. Υφίσταται εμφανώς ανάγκη ανάπτυξης νέων μέσων ή νέων τρόπων συνεργασίας. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη υποστηρίζουν επιλογές όπως το λογισμικό Ανάλυσης Δικτύων Συναλλαγών (TNA) για την κοινή επεξεργασία και ανταλλαγή δεδομένων ΦΠΑ εντός του Eurofisc. Υπάρχει επίσης χώρος για περαιτέρω ανάπτυξη της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών ή για πρόσβαση σε νέα σύνολα δεδομένων. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη μέλη ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την πρόσβαση σε τελωνειακά δεδομένα ή πληροφορίες ταξινόμησης αυτοκινήτων.
Η ανταλλαγή πληροφοριών με αρχές επιβολής του νόμου της ΕΕ παραμένει ένας ευαίσθητος τομέας για τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με αυτά, η συμμετοχή στις συναντήσεις του τομέα εργασίας του Eurofisc ή οι αυθόρμητες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ Eurofisc, Ευρωπόλ και OLAF φαίνονται να αποτελούν καλύτερες οδούς για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ αρχών που εμπλέκονται στην καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ από τη χορήγηση στην Ευρωπόλ και την OLAF αυτόματης πρόσβασης στα δεδομένα του VIES ή του Eurofisc.
Η βελτίωση της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα του ΦΠΑ είναι πλήρως συμβατή με άλλες πολιτικές της ΕΕ που βρίσκονται επί του παρόντος υπό ανάπτυξη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 και τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Το σύνολο αυτών των στοιχείων αποδεικνύει ότι αρκετές κοινές πρωτοβουλίες σε ενωσιακό επίπεδο έχουν παρόμοιους στόχους: τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και των δικαστικών αρχών και την εύρεση νέων τρόπων καταπολέμησης των πιο σοβαρών απειλών για τα φορολογικά εισοδήματα.
•Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Κατά τη σύνταξη της παρούσας πρότασης και την αξιολόγηση των ισχυουσών ρυθμίσεων, η Επιτροπή ζήτησε την άποψη των φορολογικών αρχών στα κράτη μέλη και του κοινού — ειδικότερα σχετικά με πιθανούς τρόπους βελτίωσης της διοικητικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση της διασυνοριακής απάτης.
Τα περισσότερα κράτη μέλη υποστηρίζουν την κοινή επεξεργασία δεδομένων στο Eurofisc (TNA) και τη θέσπιση μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης που αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63. Η πρόσβαση σε δεδομένα ταξινόμησης αυτοκινήτων έτυχε επίσης υποστήριξης από τα περισσότερα κράτη μέλη.
Άλλα ενδιαφερόμενα μέρη όπως οι επιχειρήσεις και οι πολίτες υποστηρίζουν τον ρόλο της ΕΕ στη στήριξη και τη διασφάλιση της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Ορισμένα από αυτά θεωρούν ότι τα ισχύοντα μέσα δεν έχουν προσαρμοστεί στα νέα πρότυπα επιχειρήσεων και στον αγώνα κατά της διασυνοριακής απάτης ή της απάτης του οργανωμένου εγκλήματος. Θα πρέπει να προβλεφθούν νέες αυτόματες ανταλλαγές πληροφοριών και μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των φορολογικών αρχών και των αρχών επιβολής του νόμου. Υποστηρίζουν μεγαλύτερο ρόλο για το Eurofisc. Εξέφρασαν συνολικά θετική άποψη για τους κοινούς ελέγχους.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Πέρα από τη διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και ειδικότερα τις φορολογικές αρχές των κρατών μελών, δεν χρειάστηκαν εξωτερικοί εμπειρογνώμονες για τη σύνταξη της παρούσας πρότασης.
•Εκτίμηση των επιπτώσεων
Κατά τη σύνταξη της παρούσας πρότασης, στην εκτίμηση επιπτώσεων εξετάστηκαν πέντε βασικές επιλογές με υποεπιλογές:
–από κοινού επεξεργασία και ανάλυση δεδομένων στο Eurofisc·
–βελτίωση του επιχειρησιακού πλαισίου για συντονισμένους ελέγχους μεταξύ των κρατών μελών·
–ανάπτυξη της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων των κρατών μελών στο Eurofisc και των αρχών επιβολής του νόμου σε ενωσιακό επίπεδο·
–καταπολέμηση της απάτης που αφορά το διπλό καθεστώς ΦΠΑ το οποίο εφαρμόζεται στα αυτοκίνητα με βελτίωση της πρόσβασης σε δεδομένα ταξινόμησης οχημάτων·
–ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με τα τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63 μεταξύ τελωνειακών και φορολογικών αρχών.
Το συμπέρασμα της προσεκτικής ανάλυσης ήταν ότι αρκετές επιλογές θα πρέπει να διατηρηθούν ώστε να αντιμετωπιστούν κατάλληλα όλα τα σχετικά ζητήματα.
Ελλείψει σχετικών δεδομένων, δεν ήταν δυνατή η ακριβής εκτίμηση και ποσοτικοποίηση των πλεονεκτημάτων των κύριων προτιμώμενων επιλογών. Ωστόσο, η επίπτωση στα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν συνοπτικά ως εξής:
–Κράτη μέλη: οι κύριες επιλογές που καλύπτονται από αυτή την πρωτοβουλία μπορούν να βοηθήσουν ώστε η καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ να είναι ταχύτερη και πιο αποτελεσματική και, κατά συνέπεια, να αυξήσει τα έσοδα από τον ΦΠΑ. Η από κοινού επεξεργασία δεδομένων με το Eurofisc δεν θα επιφέρει επιπρόσθετα έξοδα, καθώς αυτά ήδη καλύπτονται από το πρόγραμμα Fiscalis. Μια νέα ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών και των τελωνειακών αρχών και η αυτόματη πρόσβαση σε δεδομένα ταξινόμησης αυτοκινήτων θα επιφέρει έξοδα εφαρμογής και λειτουργίας, αλλά αυτά μπορούν να περιοριστούν, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπάρχοντα συστήματα.
–Επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων: η καλύτερη στόχευση των παραβατών μπορεί να μειώσει τα έξοδα συμμόρφωσης και το διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις που ασχολούνται με ενδοενωσιακές συναλλαγές, καθώς οι προβλεπόμενες επιλογές θα χρησιμοποιούν και θα αναλύουν καλύτερα τις διαθέσιμες πληροφορίες και, κατά συνέπεια, θα μειώσουν την ανάγκη διοικητικών ερευνών και υποχρεώσεων αναφοράς για τους συνεπείς συναλλασσόμενους. Οι επιχειρήσεις θα ωφεληθούν επίσης από ίσους όρους ανταγωνισμού και την καλύτερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Η εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση εξετάστηκε από την επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου στις 13 Σεπτεμβρίου 2017. Η επιτροπή διατύπωσε θετική γνώμη με ορισμένες συστάσεις, ειδικότερα, σχετικά με την ανάγκη καλύτερης περιγραφής της διάδρασης αυτής της πρωτοβουλίας με άλλα στοιχεία του σχεδίου δράσης για τον ΦΠΑ και την ανάγκη πιο ξεκάθαρων κινήτρων για τον σχεδιασμό των επιλογών. Οι εν λόγω συστάσεις ελήφθησαν υπόψη. Η γνωμοδότηση της επιτροπής και οι συστάσεις της αναφέρονται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών για την εκτίμηση επιπτώσεων.
•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Η παρούσα πρωτοβουλία δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του προγράμματος βελτίωσης της καταλληλότητας του κανονιστικού πλαισίου.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Αναμένεται ότι η παρούσα πρόταση θα επιφέρει νέα ανταλλαγή και από κοινού επεξεργασία των υφιστάμενων πληροφοριών για τον ΦΠΑ, που μπορεί να περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα. Ωστόσο, η συλλογή των δεδομένων θα είναι αυστηρά στοχοθετημένη και θα περιορίζεται σε όσους φέρονται να ενέχονται σε δόλιες συναλλαγές. Τα δεδομένα θα τηρούνται μόνο για το διάστημα που απαιτείται για ανάλυση και έρευνες από τις εθνικές φορολογικές αρχές με εξουσίες επιβολής των υποχρεώσεων στον τομέα του ΦΠΑ. Θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τον εντοπισμό ατόμων που δυνητικά θα μπορούσαν να διαπράξουν απάτη σε πρώιμο στάδιο και την εξάλειψη των δικτύων απάτης των οποίων ο στόχος είναι η κατάχρηση του συστήματος ΦΠΑ με διάπραξη απάτης στον τομέα του ΦΠΑ. Θα έχει πρόσβαση σε αυτά και θα τα χρησιμοποιεί μόνο εξουσιοδοτημένο προσωπικό.
Εντούτοις, τα μέτρα αυτά θα υπόκεινται τελικά στο άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και όταν ενταχθούν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010, θα υπόκεινται στο άρθρο 55 παράγραφος 5 του παραπάνω κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στον γενικό κανονισμό για την προστασία δεδομένων.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση δεν θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στον ενωσιακό προϋπολογισμό.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Δυνάμει του άρθρου 59 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010, υποβάλλεται έκθεση για την εφαρμογή του κανονισμού ανά πενταετία. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 49, για την αξιολόγηση του βαθμού καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, τα κράτη μέλη πρέπει να γνωστοποιούν στην Επιτροπή κάθε διαθέσιμη πληροφορία που σχετίζεται με την εφαρμογή του κανονισμού και, μεταξύ άλλων, ετήσιες στατιστικές καταστάσεις για τη χρήση των μέσων συνεργασίας. Η εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση απαριθμεί τους δείκτες παρακολούθησης και αξιολόγησης (βλ. κεφάλαιο 8.1)
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Κύριοι στόχοι της πρότασης είναι:
–από κοινού επεξεργασία και ανάλυση όλων των σχετικών δεδομένων εντός του Eurofisc·
–βελτίωση του επιχειρησιακού πλαισίου για συντονισμένους ελέγχους μεταξύ των κρατών μελών·
–ανάπτυξη της ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων των κρατών μελών και των αρχών επιβολής του νόμου σε ενωσιακό επίπεδο·
–καταπολέμηση της απάτης που αφορά το διπλό καθεστώς ΦΠΑ το οποίο εφαρμόζεται στα αυτοκίνητα με βελτίωση της πρόσβασης σε δεδομένα ταξινόμησης οχημάτων·
–καταπολέμηση της απάτης που αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63.
Στις 4 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή πρότεινε την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 και ειδικότερα των άρθρων 17 και 31, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2019 σε πιστοποιημένους υποκείμενους σε φόρο. Η παρούσα νομοθετική πρόταση συνιστά κατά συνέπεια τροποποιημένη πρόταση που περιλαμβάνει αυτές τις διατάξεις.
Μέτρα που εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού
Ανταλλαγή πληροφοριών χωρίς προηγούμενη αίτηση
Η τροποποίηση του άρθρου 13 θα επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν πληροφορίες με μέσα διαφορετικά από τα τυποποιημένα έντυπα όταν το κρίνουν απαραίτητο.
Κοινοί έλεγχοι
Η διεξαγωγή διοικητικής έρευνας είναι συχνά απαραίτητη για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, ειδικότερα όταν ο υποκείμενος στον φόρο δεν είναι εγκατεστημένος στα κράτη μέλη όπου οφείλεται ο φόρος. Το κεφάλαιο VII προβλέπει την παρουσία υπαλλήλων στα γραφεία των διοικητικών υπηρεσιών και στις εγκαταστάσεις των φορολογουμένων κατά τη διάρκεια των διοικητικών ερευνών σε άλλα κράτη μέλη. Ένα νέο μέσο συνεργασίας θα συμπεριληφθεί στον κανονισμό για την ενίσχυση της ικανότητας των φορολογικών διοικήσεων να ελέγχουν τις διασυνοριακές παραδόσεις. Οι κοινοί έλεγχοι θα επιτρέψουν στους υπαλλήλους δύο ή περισσοτέρων φορολογικών διοικήσεων να σχηματίσουν ενιαία ομάδα ελέγχου αν το επιθυμούν και να συμμετάσχουν ενεργά σε διοικητική έρευνα. Αυτή η ομάδα θα ελέγχει τις διασυνοριακές συναλλαγές ενός ή περισσότερων σχετιζόμενων φορολογουμένων (νομικών και φυσικών προσώπων) που επιδίδονται σε διασυνοριακές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών συναλλαγών όπου εμπλέκονται σχετικές συνδεδεμένες επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες στις συμμετέχουσες χώρες.
Επιπλέον, για την αποφυγή παρακώλυσης της ορθής επιβολής του ΦΠΑ λόγω της επιλογής τόπου εγκατάστασης στην Ένωση από τους φορολογουμένους και την αποφυγή αλληλεπικάλυψης εργασιών και του διοικητικού φόρτου για τις φορολογικές αρχές και τις επιχειρήσεις, όταν τουλάχιστον δύο κράτη μέλη θεωρούν ότι απαιτείται διοικητική έρευνα για ποσά που έχουν δηλωθεί από υποκείμενο στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένος στο έδαφός τους αλλά φορολογείται σε αυτό, το κράτος μέλος στο οποίο ο υποκείμενος στον φόρο είναι εγκατεστημένος θα πρέπει να διενεργήσει την έρευνα και τα κράτη μέλη που υποβάλλουν την αίτηση θα πρέπει να συνδράμουν το κράτος μέλος εγκατάστασης με την ενεργό συμμετοχή τους στον έλεγχο. Το μέτρο αυτό θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την καταπολέμηση της απάτης που συνδέεται με το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Eurofisc
Με το κεφάλαιο X δημιουργείται το Eurofisc με σκοπό την ταχεία ανταλλαγή στοχοθετημένων πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών για την καταπολέμηση μεγάλης κλίμακας ή νέου τύπου μορφών απάτης στον τομέα του ΦΠΑ. Για την επιτάχυνση της από κοινού επεξεργασίας και ανάλυσης των δεδομένων εντός του Eurofisc, η Επιτροπή αναπτύσσει αυτή την περίοδο λογισμικό TNA για να χρησιμοποιηθεί εθελοντικά από τα κράτη μέλη από το 2018.
Προκειμένου να μεγιστοποιηθούν οι δυνατότητες του λογισμικού ΤΝΑ να εντοπίζει δίκτυα απάτης στο σύνολο της ΕΕ, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 θα περιλαμβάνει μια πιο σαφή διάταξη για την από κοινού επεξεργασία και ανάλυση δεδομένων εντός του Eurofisc. Η συμμετοχή σε αυτή την επεξεργασία και ανάλυση θα παραμείνει εθελοντική. Ωστόσο, όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραχωρήσουν στους υπαλλήλους του Eurofisc πρόσβαση στα δεδομένα VIES που αφορούν ενδοενωσιακές συναλλαγές μέσω του ΤΝΑ· με αυτόν τον τρόπο, το λογισμικό μπορεί να εντοπίσει όλα τα πιθανά δίκτυα απάτης, συμπεριλαμβανομένων αυτών στα οποία εμπλέκονται συναλλασσόμενοι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν.
Οι τροποποιήσεις προβλέπουν επίσης σαφέστερους κανόνες για τον τρόπο που το Eurofisc θα λειτουργεί και θα διοικείται. Θα επιτρέψουν στο Eurofisc να συντονίζει από κοινού διοικητικές έρευνες που θα διενεργούνται βάσει των αναλύσεων κινδύνου που θα εκπονεί το ίδιο. Οι υπάλληλοι του Eurofisc είναι συχνά οι πρώτοι που ειδοποιούνται για νέα δίκτυα απάτης και έχουν μεγάλη εμπειρογνωσία σε σοβαρές απάτες στον τομέα του ΦΠΑ. Κατά συνέπεια, είναι οι καταλληλότεροι για τον συντονισμό των αντίστοιχων διοικητικών ερευνών.
Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντίδραση στα αποτελέσματα του ΤΝΑ και οι πληροφορίες από τις εν λόγω έρευνες θα μπορούν να αποτελούν αμέσως αντικείμενο επεξεργασίας από το ΤΝΑ. Στην πράξη, ο εν λόγω συντονισμός θα διεξάγεται στον τομέα εργασίας του Eurofisc με την ανάλογη εμπειρογνωσία, από έναν ή περισσότερους υπαλλήλους του Eurofisc από τα κράτη μέλη που εμπλέκονται στις έρευνες. Ο μεγαλύτερος αριθμός συντονισμένων ελέγχων μεταξύ των κρατών μελών θα πρέπει να βελτιώσει την ικανότητά τους να αντιδρούν με ταχύτητα στις συνεχώς μεταβαλλόμενες δόλιες δραστηριότητες.
Η πρόταση παρέχει επίσης τη δυνατότητα στους υπαλλήλους του Eurofisc να διαβιβάζουν πληροφορίες για τις τάσεις, τους κινδύνους και τις σοβαρές περιπτώσεις απάτης στον τομέα του ΦΠΑ στην Ευρωπόλ και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και να κοινοποιούν τις εν λόγω περιπτώσεις στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αυτή η δυνατότητα καλύπτει ιδίως τις πιο επιζήμιες πράξεις απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, όπως είναι η ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου και η κατάχρηση του τελωνειακού καθεστώτος 42 όπου συχνά εμπλέκονται εγκληματικές οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές εκμεταλλεύονται τα διεθνή τους δίκτυα για να δημιουργούν εξελιγμένα συστήματα ενδοκοινοτικής απάτης αφανούς εμπόρου με στόχο την απόσπαση χρημάτων από τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Κρύβονται πίσω από αχυρανθρώπους αποδυναμώνοντας έτσι τα διοικητικά μέτρα.
Η συνεργασία των αρχών επιβολής του νόμου σε ενωσιακό επίπεδο θα επιτρέψει τη διασταύρωση των πληροφοριών του Eurofisc με ποινικά μητρώα, βάσεις δεδομένων και άλλες πληροφορίες που τηρούνται από την OLAF και την Ευρωπόλ και θα βοηθήσει στον εντοπισμό των πραγματικών αυτουργών απάτης και των δικτύων τους. Η OLAF αποκτά ειδικότερα σχετικές πληροφορίες στα πλαίσια των ερευνών της σχετικά με τελωνειακές απάτες, οι οποίες συνδέονται άρρηκτα με την απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, όπως είναι η περίπτωση της απάτης που σχετίζεται με το τελωνειακό καθεστώς 42. Η OLAF δύναται επίσης να διευκολύνει και να συντονίσει έρευνες για απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, αξιοποιώντας τη διατομεακή της προσέγγιση.
Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν ήδη καθιερώσει τέτοιου είδους συνεργασία σε εθνικό επίπεδο και εμπλέκουν την Ευρωπόλ στον αγώνα τους ενάντια στην ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου. Ωστόσο, συχνά αυτές οι ενέργειες συνεργασίας είναι σύνθετες και ενέχουν τον κίνδυνο η πληροφορία να χάσει την αξία της πριν φτάσει στις αρμόδιες αρχές. Ένας άμεσος σύνδεσμος μεταξύ Eurofisc, Ευρωπόλ και OLAF, όπως επίσης και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τις πιο σοβαρές περιπτώσεις απάτης στον τομέα του ΦΠΑ θα μειώσει αυτή την καθυστέρηση μεταφοράς δεδομένων και θα μεγιστοποιήσει την αξία τους στην καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων.
Η παρούσα πρόταση αίρει ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά το δικαίωμα των υπαλλήλων του Eurofisc να συμβουλεύονται δεδομένα VIES σε ενδοενωσιακές παραδόσεις όταν ο προμηθευτής είναι εγγεγραμμένος σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 21 παράγραφος 2). Επί του παρόντος, η πρόσβαση περιορίζεται στους υπαλλήλους συνδέσμους του Eurofisc οι οποίοι θα πρέπει να έχουν ταυτοποίηση προσωπικού χρήστη για τα ηλεκτρονικά συστήματα ώστε να έχουν πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες. Επιπλέον, η πρόσβαση θα πρέπει να γίνεται σε σχέση με έρευνα για εικαζόμενη απάτη και μόνο κατά τη διάρκεια του γενικού ωραρίου εργασίας. Η παρούσα πρόταση αίρει την τελευταία αυτή προϋπόθεση, καθώς είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί περιορισμός του χρονικού πλαισίου για την καταπολέμηση σοβαρής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ. Προτείνεται επίσης ο καθορισμός των πρακτικών λεπτομερειών σχετικά με την ταυτοποίηση των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων σε εκτελεστική πράξη, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες ορισμένων κρατών μελών.
Διαδικασίες επιστροφής του ΦΠΑ σε υποκείμενους στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος επιστροφής
Το κεφάλαιο XII καλύπτει τη διαβίβαση αιτήσεων επιστροφής του ΦΠΑ σε άλλα κράτη μέλη και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις εν λόγω αιτήσεις. Θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η συνεκτικότητα με την είσπραξη των οφειλών ΦΠΑ στο κράτος μέλος εγκατάστασης και να αποφευχθεί η χρήση αιτήσεων συνδρομής για την είσπραξη – και ο συναφής διοικητικός φόρτος και το κόστος – από το κράτος μέλος εγκατάστασης με σκοπό την κατάσχεση του ποσού της επιστροφής ΦΠΑ στο κράτος μέλος επιστροφής.
Βάσει των υφιστάμενων κανόνων όσον αφορά τη συνδρομή για την είσπραξη, οι αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης μπορούν να αποστέλλουν αίτηση είσπραξης ή λήψης ασφαλιστικών μέτρων στο κράτος μέλος επιστροφής, για ποσά επιστροφής του ΦΠΑ που είναι προς κατάσχεση. Προς τον σκοπό αυτόν η αιτούσα αρχή πρέπει να καταρτίσει ειδική αίτηση συνδρομής για την είσπραξη· οι αρχές επιστροφής του ΦΠΑ και είσπραξης φόρων στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση πρέπει να συντονίζονται με ειδικό τρόπο για τη διεκπεραίωση της εν λόγω αίτησης. Τέλος, ο ενδιαφερόμενος υποκείμενος στον φόρο, ο οποίος επιθυμεί να αμφισβητήσει την είσπραξη ή τα ασφαλιστικά μέτρα που έλαβαν οι αρχές στις οποίες υποβάλλεται η αίτηση, οφείλει να ασκήσει σχετική προσφυγή στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παράγραφος 2 και 17 της οδηγίας 2010/24/ΕΕ.
Ο ενδιαφερόμενος υποκείμενος στον φόρο μπορεί να συμφωνήσει να μεταφερθεί το ποσό επιστροφής του ΦΠΑ απευθείας στο κράτος μέλος εγκατάστασης, με στόχο την απαλλαγή του από τις εκκρεμείς υποχρεώσεις του ως προς τον ΦΠΑ στο εν λόγω κράτος μέλος, ή προκειμένου να παρακρατηθεί το εν λόγω ποσό επιστροφής ως ασφαλιστικό μέτρο σε περίπτωση αμφισβητούμενων οφειλών ΦΠΑ στο εν λόγω κράτος μέλος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να αμφισβητήσει την εν λόγω παρακράτηση ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του οικείου κράτους μέλους εγκατάστασης, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας που αφορούν την αμφισβητούμενη οφειλή ΦΠΑ.
Με την παρούσα πρόταση θα αποφευχθεί η ανάγκη αιτήσεων συνδρομής για την είσπραξη, στο βαθμό που ο υπόχρεος στον φόρο θα συμφωνήσει με την απευθείας μεταφορά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μειωθεί επίσης ο διοικητικός φόρτος για το αιτούν κράτος μέλος και θα αποφευχθεί το σύνολο του διοικητικού φόρτου και των εξόδων για το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.
Όταν εφαρμόζει τις ρυθμίσεις σε θέματα μεταφοράς ή παρακράτησης με σκοπό την εγγύηση της πληρωμής των αμφισβητούμενων οφειλών ΦΠΑ στο κράτος μέλος εγκατάστασης, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει σαφώς να σέβεται τα φορολογικά δικαιώματα του οφειλέτη. Εν προκειμένω, η πρόταση προβλέπει την καθιέρωση δικαστικής εποπτείας της παρακράτησης του ποσού επιστροφής του ΦΠΑ στο κράτος μέλος εγκατάστασης. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στη διευκόλυνση των οφειλετών που επιθυμούν να αμφισβητήσουν το μέτρο, καθώς δεν θα χρειάζεται πλέον να αμφισβητούν τα ασφαλιστικά μέτρα στο άλλο κράτος μέλος.
Γνωστοποίηση υποθέσεων σοβαρής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ στην OLAF και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Το κεφάλαιο XIII, το οποίο καλύπτει τις σχέσεις με την Επιτροπή θα τροποποιηθεί με στόχο την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να της γνωστοποιούν πληροφορίες για τα πιο σοβαρά αδικήματα στον τομέα του ΦΠΑ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371. Αυτά αφορούν υποθέσεις όπου υπάρχει δραστηριότητα σε δύο η περισσότερα κράτη μέλη και συνολική ζημία τουλάχιστον 10 εκατομμυρίων EUR.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι ένας ανεξάρτητος και αποκεντρωμένος φορέας της ΕΕ. Θα είναι υπεύθυνη για την έρευνα και τη δίωξη εγκλημάτων κατά του προϋπολογισμού της ΕΕ, όπως είναι η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ για ποσά μεγαλύτερα των 10 εκατομμυρίων EUR. Θα λειτουργεί ως ενιαία υπηρεσία για όλα τα κράτη μέλη που συμμετέχουν και θα συνδυάζει ευρωπαϊκές και εθνικές προσπάθειες επιβολής του νόμου σε μια ενοποιημένη, αδιάλειπτη και αποτελεσματική προσέγγιση.
Η OLAF θα παραμείνει υπεύθυνη για τις διοικητικές έρευνες σχετικά με μη δόλιες και δόλιες παρατυπίες που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Επομένως, η εντολή της και οι αρμοδιότητές της σε σχέση με την απάτη στον τομέα του ΦΠΑ υπερβαίνουν τις περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως οι πιο σοβαρές στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371. Επιπλέον, δεδομένου ότι δεν θα συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η ΟLAF θα συνεχίσει τις διοικητικές της έρευνες σε σχέση με τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν, με τον τρόπο που τις διεξάγει σήμερα. Για τα κράτη μέλη που θα συμμετέχουν, στους τομείς που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η OLAF θα καθιερώσουν και θα διατηρήσουν στενή συνεργασία με στόχο τη διασφάλιση της συμπληρωματικότητας των εντολών τους και την αποφυγή αλληλεπικαλύψεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η OLAF δύναται να συνδράμει στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε υποθέσεις απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
Η OLAF δύναται επίσης να διευκολύνει και να συντονίσει έρευνες για απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, αξιοποιώντας τη διατομεακή της προσέγγιση, όπως επίσης να εκπονεί ανάλυση και να παρέχει πληροφορίες. Προς τούτο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να γνωστοποιούν στην OLAF πληροφορίες για αδικήματα στον τομέα του ΦΠΑ όταν το κρίνουν σκόπιμο για την εκτέλεση των καθηκόντων της.
Επικαιροποίηση των προϋποθέσεων που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών και την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή
Το κεφάλαιο XV, το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις ανταλλαγής πληροφοριών, θα τροποποιηθεί ώστε να εκφράζει τη νέα νομική βάση προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.
Το κεφάλαιο XVI με τις γενικές και τελικές διατάξεις πρέπει να επικαιροποιηθεί σύμφωνα με τη νέα νομική βάση για τους ελέγχους του τρόπου άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής από τα κράτη μέλη: τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Μέτρα εφαρμοστέα από την 1η Ιανουαρίου 2020
Ανταλλαγή δεδομένων σχετικών με τα τελωνειακά καθεστώτα 42/63 και την ταξινόμηση οχημάτων με τις φορολογικές αρχές
Το κεφάλαιο V αναφέρεται στην αποθήκευση και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους υποκείμενους στον φόρο και τις φορολογητέες συναλλαγές. Η τροποποίηση αυτού του κεφαλαίου θα επιτρέψει την ανταλλαγή δεδομένων σχετικών με εισαγωγές απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ και τις ταξινομήσεις οχημάτων.
Η ανταλλαγή του πρώτου νέου συνόλου δεδομένων θα αποσκοπεί στην καταπολέμηση της κατάχρησης του καθεστώτος ΦΠΑ για εισαγωγές αγαθών με απαλλαγή από τον ΦΠΑ (τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63), στις περιπτώσεις στις οποίες τα αγαθά έπρεπε να παραδοθούν σε άλλο κράτος μέλος ενώ αυτά διοχετεύθηκαν στη μαύρη αγορά. Μια αδυναμία αυτών των καθεστώτων είναι ότι ο έλεγχος ολόκληρης της διαδικασίας μπορεί να διαρκέσει πολύ χρόνο, ενώ υπάρχει άμεσος κίνδυνος απάτης. Πριν από την διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων, οι φορολογικές αρχές των κρατών μελών εισαγωγής και προορισμού πρέπει να περιμένουν τον ανακεφαλαιωτικό πίνακα του εισαγωγέα, ο οποίος συχνά δεν υπάρχει.
Με την παρούσα πρόταση, το κράτος μέλος εισαγωγής θα ανταλλάσσει με τις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους προορισμού τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63 που υποβάλλονται ηλεκτρονικά με την τελωνειακή διασάφηση (π.χ. αριθμός ΦΠΑ, αξία εισαγόμενων αγαθών, είδος αγαθών κτλ.). Επομένως, οι φορολογικές αρχές και των δύο χωρών θα είναι σε θέση να διασταυρώσουν αυτές τις πληροφορίες με τις πληροφορίες που δηλώνει ο εισαγωγέας στον ανακεφαλαιωτικό του πίνακα και τη δήλωση ΦΠΑ και αυτές που δηλώνει ο λήπτης στη δική του δήλωση ΦΠΑ. Επιπρόσθετα, αν το κράτος μέλος προορισμού διαπιστώσει ότι ο αριθμός ΦΠΑ του πελάτη, παρότι είναι έγκυρος, έχει υποκλαπεί από τον εισαγωγέα, μπορεί αμέσως να ειδοποιήσει το κράτος μέλος εισαγωγής ώστε αυτό να ελέγξει τον εισαγωγέα. Επιπλέον, με τη διασταύρωση των τελωνειακών πληροφοριών με τους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες ΦΠΑ, οι φορολογικές αρχές θα είναι σε θέση να εντοπίσουν περιπτώσεις δήλωσης δασμολογητέας αξίας χαμηλότερης από την πραγματική κατά την εισαγωγή με στόχο την αποφυγή τελωνειακών δασμών. Μπορεί να παραχωρηθεί διευρυμένη πρόσβαση στα δεδομένα στους υπαλλήλους του Eurofisc για ενδοενωσιακές παραδόσεις.
Η τροποποίηση του άρθρου 21 θα διευκρινίζει επίσης ότι οι τελωνειακές αρχές που είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο των προϋποθέσεων απαλλαγής από τον ΦΠΑ στα τελωνειακά καθεστώτα 42 και 63 θα πρέπει να έχουν αυτόματη πρόσβαση στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον ΦΠΑ (VIES) ώστε να μπορούν να ελέγχουν την εγκυρότητα των αριθμών φορολογικού μητρώου ΦΠΑ. Αυτή είναι μία από τις προϋποθέσεις χορήγησης απαλλαγής από τον ΦΠΑ τη στιγμή της εισαγωγής και ένας αυτόματος έλεγχος στα σύνορα θα αποτελεί σημαντικό εμπόδιο ενάντια σε αυτό το είδος απάτης.
Το δεύτερο νέο σύνολο δεδομένων προς ανταλλαγή θα αξιοποιείται από τους υπαλλήλους του Eurofisc για την καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης που αφορά την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Συγκεκριμένα, θα τους επιτρέψει να εντοπίζουν γρήγορα τον αυτουργό και τον τόπο της δόλιας συναλλαγής. Στην πράξη, η πρόσβαση αυτή θα παραχωρείται μέσα από την πλατφόρμα EUCARIS, από όπου ήδη λαμβάνει χώρα αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για τις ταξινομήσεις οχημάτων.
Μέτρα εφαρμοστέα από την 1η Ιουλίου 2021
Όταν υποκείμενοι στον φόρο εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος προμηθεύουν αγαθά ή υπηρεσίες σε πελάτες εγκατεστημένους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπόκεινται σε όλο και περισσότερες υποχρεώσεις στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος. Αυτό προκύπτει συχνά από τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Για τη διευκόλυνση της σωστής εφαρμογής του ΦΠΑ σε αυτές τις διασυνοριακές συναλλαγές, ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 32 σύμφωνα με τον οποίο οι πληροφορίες για τους υποκείμενους στον φόρο θα πρέπει να καθίστανται άμεσα διαθέσιμες θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει και άλλες πληροφορίες, ιδίως σχετικά με συντελεστές και μέτρα που στοχεύουν τις μικρές επιχειρήσεις.
2017/0248 (CNS)
Τροποποιημένη πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 σχετικά με μέτρα ενίσχυσης της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 113,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Στο σχέδιο δράσης της για τον ΦΠΑ
, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να υποβάλει πρόταση που θα καθορίζει τις αρχές για ένα οριστικό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) όσον αφορά το διασυνοριακό εμπόριο μεταξύ επιχειρήσεων ανάμεσα στα κράτη μέλη. Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 8ης Νοεμβρίου 2016
, κάλεσε την Επιτροπή να προβεί, στο μεταξύ, σε ορισμένες βελτιώσεις στους ενωσιακούς κανόνες για τον ΦΠΑ όσον αφορά τις διασυνοριακές συναλλαγές.
(2)Η έννοια του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία του εν λόγω νέου οριστικού συστήματος ΦΠΑ για το ενδοενωσιακό εμπόριο και, επιπλέον, θα χρησιμοποιηθεί για ορισμένα μέτρα απλούστευσης στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος ΦΠΑ. Με την έννοια του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο αναμένεται να καταστεί δυνατή η απόδειξη ότι ένας συγκεκριμένος υποκείμενος στον φόρο μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος φορολογούμενος εντός της Ένωσης.
(3)Ορισμένοι κανόνες που θεσπίζονται από την οδηγία 2006/112/ΕΚ
για πράξεις που θεωρούνται ευαίσθητες στην απάτη θα ισχύουν μόνον εφόσον συμμετέχουν πιστοποιημένοι υποκείμενοι στον φόρο. Ως εκ τούτου, είναι ουσιώδους σημασίας η δυνατότητα επαλήθευσης της ιδιότητας ενός υποκείμενου στον φόρο ως πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο με ηλεκτρονικά μέσα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορούν να εφαρμόζονται οι εν λόγω κανόνες.
(4)Κατά το πρώτο βήμα προς το οριστικό σύστημα ΦΠΑ, όπως προτείνεται από το σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ, στην περίπτωση ενδοενωσιακών παραδόσεων αγαθών θα πρέπει να εφαρμόζεται ο μηχανισμός αντιστροφής της επιβάρυνσης όταν ο αποκτών είναι πιστοποιημένος υποκείμενος στον φόρο. Κατά συνέπεια, είναι ουσιώδους σημασίας, για έναν υποκείμενο στον φόρο ο οποίος πραγματοποιεί ενδοενωσιακή παράδοση αγαθών, να γνωρίζει αν έχει χορηγηθεί στον πελάτη του η ιδιότητα του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο. Δεδομένης της πρακτικής ομοιότητας με την ισχύουσα απαλλαγή για ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών και προκειμένου να αποφεύγεται περιττό κόστος ή φόρτος, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το ισχύον σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον ΦΠΑ (VIES), στο οποίο θα πρέπει να ενσωματωθούν πληροφορίες σχετικά με την ιδιότητα του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο.
(5)Με σκοπό την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ιδιότητα των υποκειμένων στον φόρο ως πιστοποιημένων υποκείμενων στον φόρο στα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταγράφουν και να αποθηκεύουν σε ηλεκτρονικό σύστημα την επικαιροποιημένη ιδιότητα των υποκείμενων στον φόρο ως πιστοποιημένων υποκείμενων στον φόρο. Οι φορολογικές αρχές ενός κράτους μέλους θα πρέπει εν συνεχεία να χορηγούν στις φορολογικές αρχές άλλων κρατών μελών αυτόματη πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές και θα πρέπει να είναι σε θέση, κατόπιν αιτήματος από πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου
, να επιβεβαιώνουν με ηλεκτρονικά μέσα την ιδιότητα οποιουδήποτε υποκείμενου στον φόρο ως πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο, όταν η εν λόγω ιδιότητα έχει σημασία για τους σκοπούς των πράξεων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
(6)Λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό προκύπτουν από τις τροποποιήσεις που επιφέρει η οδηγία [...] 15/ΕΕ
του Συμβουλίου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμοστεί από την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω τροποποιήσεων.
(1)Το ισχύον σύστημα φορολόγησης των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών βασίζεται σεμεταβατικό καθεστώς το οποίο θεσπίστηκε το 1993 και είναι πλέον παρωχημένο και επιρρεπές σε απάτες στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερα σύνθετου συστήματος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Η Επιτροπή κατέθεσε πρόταση καθορίζοντας τις αρχές για ένα οριστικό σύστημα ΦΠΑ για τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων ανάμεσα στα κράτη μέλη, το οποίο θα βασίζεται στη φορολόγηση των διασυνοριακών παραδόσεων στο κράτος μέλος προορισμού. Δεδομένου ότι θα χρειαστούν πολλά χρόνια για την πλήρη εφαρμογή του οριστικού συστήματος ΦΠΑ για τις ενδοενωσιακές συναλλαγές, υφίσταται ανάγκη υιοθέτησης βραχυπρόθεσμων μέτρων για την πιο αποτελεσματική και ταχεία καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ. Η βελτίωση και απλούστευση των μέσων διοικητικής συνεργασίας, ιδίως του Eurofisc, είναι εξίσου υψίστης σημασίας για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ εν γένει και για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των φορολογικών αρχών πριν θεσπιστεί το οριστικό καθεστώς ΦΠΑ.
(2)Η διεξαγωγή διοικητικής έρευνας είναι συχνά απαραίτητη για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, ειδικότερα όταν ο υποκείμενος στον φόρο δεν είναι εγκατεστημένος στα κράτη μέλη όπου οφείλεται ο φόρος. Για την ορθή επιβολή του ΦΠΑ και την αποφυγή αλληλεπικάλυψης εργασιών και του διοικητικού φόρτου για τις φορολογικές αρχές και τις επιχειρήσεις, όταν τουλάχιστον δύο κράτη μέλη θεωρούν ότι ότι απαιτείται διοικητική έρευνα για ποσά που έχουν δηλωθεί από υποκείμενο στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένος στο έδαφός τους αλλά φορολογείται σε αυτό, το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο υποκείμενος στον φόρο θα πρέπει να διεξάγει την έρευνα και τα κράτη μέλη που υποβάλλουν την αίτηση θα πρέπει να συνδράμουν το κράτος μέλος εγκατάστασης με την ενεργό συμμετοχή τους στην έρευνα.
(3)Η διαβίβαση πληροφοριών χωρίς προηγούμενη αίτηση στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν απλούστερη και αποδοτικότερη. Είναι συνεπώς απαραίτητο να επιτραπεί στις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν πληροφορίες με άλλους τρόπους πλην των τυποποιημένων εντύπων, όταν το κρίνουν απαραίτητο.
(4)Η έννοια του πιστοποιημένου υποκείμενου σε φόρο αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της πρότασης ενός νέου οριστικού συστήματος ΦΠΑ και, επιπλέον, θα χρησιμοποιηθεί για ορισμένα μέτρα απλούστευσης στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος ΦΠΑ. Με την έννοια του πιστοποιημένου υποκείμενου σε φόρο αναμένεται να καταστεί δυνατή η απόδειξη ότι ένας συγκεκριμένος υποκείμενος στον φόρο μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος υποκείμενος στον φόρο εντός της Ένωσης.
(5)Ορισμένοι κανόνες που θεσπίζονται από την οδηγία 2006/112/ΕΚ για συναλλαγές που θεωρούνται ευαίσθητες στην απάτη, θα εφαρμόζονται μόνο όταν εμπλέκονται πιστοποιημένοι υποκείμενοι στον φόρο. Ως εκ τούτου, είναι ουσιώδους σημασίας η δυνατότητα επαλήθευσης της ιδιότητας του πιστοποιημένου υποκείμενου σε φόρο με ηλεκτρονικά μέσα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορούν να εφαρμόζονται οι εν λόγω κανόνες.
(6)Ως πρώτο βήμα προς ένα οριστικό σύστημα ΦΠΑ όπως προτείνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με ένα σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ - Προς έναν ενιαίο χώρο ΦΠΑ στην ΕΕ - Η ώρα των αποφάσεων, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο μηχανισμός αντιστροφής της επιβάρυνσης σε ενδοενωσιακές παραδόσεις αγαθών όταν ο αποκτών τα αγαθά είναι πιστοποιημένος υποκείμενος στον φόρο. Είναι συνεπώς σημαντικό για τους υποκείμενους στον φόρο που παραδίδουν αγαθά εντός της Ένωσης να γνωρίζουν αν έχει χορηγηθεί στους πελάτες τους η ιδιότητα του πιστοποιημένου υποκείμενου σε φόρο. Δεδομένης της πρακτικής ομοιότητας με την ισχύουσα απαλλαγή για ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών και για να αποφευχθούν περιττό κόστος ή φόρτος, οι πληροφορίες για την ιδιότητα του πιστοποιημένου υποκείμενου σε φόρο θα πρέπει να παρέχονται από το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον ΦΠΑ (VIES).
(7)Με σκοπό την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ιδιότητα των υποκειμένων στον φόρο ως πιστοποιημένων υποκείμενων στον φόρο στα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταγράφουν και να αποθηκεύουν σε ηλεκτρονικό σύστημα επικαιροποιημένα στοιχεία των υποκείμενων στον φόρο στους οποίους έχει χορηγηθεί η ιδιότητα του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο από αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους. Οι φορολογικές αρχές ενός κράτους μέλους θα πρέπει εν συνεχεία να παραχωρούν στις φορολογικές αρχές άλλων κρατών μελών αυτόματη πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες. Επιπλέον, θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση, κατόπιν αιτήματος συγκεκριμένων προσώπων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 904/2010, να επιβεβαιώνουν ηλεκτρονικά την ιδιότητα οποιουδήποτε υποκείμενου στον φόρο ως πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο, όταν η ιδιότητα αυτή έχει σημασία τις εν λόγω συναλλαγές.
(8)Η απαλλαγή από τον ΦΠΑ για τις εισαγωγές αγαθών που προβλέπεται στο άρθρο 143 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ («τελωνειακό καθεστώς 42») γίνεται συχνά αντικείμενο κατάχρησης και τα αγαθά διοχετεύονται στη μαύρη αγορά χωρίς να έχει καταβληθεί ΦΠΑ. Συνεπώς, είναι σημαντικό, όταν οι τελωνειακοί υπάλληλοι ελέγχουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης απαλλαγής, να έχουν πρόσβαση στους αριθμούς φορολογικού μητρώου ΦΠΑ. Επιπλέον, οι πληροφορίες που συλλέγονται από τις τελωνειακές αρχές στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος θα πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο πρέπει να λάβει χώρα η επακόλουθη ενδοκοινοτική απόκτηση.
(9)Για την καταπολέμηση της απάτης που προκύπτει από το διπλό καθεστώς ΦΠΑ που εφαρμόζεται στα αυτοκίνητα, οι υπάλληλοι σύνδεσμοι του Eurofisc θα πρέπει να μπορούν να έχουν αυτόματα πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την ταξινόμηση οχημάτων. Αυτό θα τους επιτρέπει να εντοπίζουν γρήγορα το πρόσωπο που έχει διαπράξει τις δόλιες συναλλαγές και τον τόπο αυτών. Η εν λόγω πρόσβαση θα πρέπει να είναι διαθέσιμη μέσω της λογισμικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών για Οχήματα και Άδειες Οδήγησης (EUCARIS), η χρήση της οποίας είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη βάσει της απόφασης 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου και της απόφασης 2008/616/ΔΕΥ του Συμβουλίου, όσον αφορά δεδομένα σχετικά με την ταξινόμηση οχημάτων.
(10)Για τη διασφάλιση ενιαίων προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων περί αυτόματης πρόσβασης στις πληροφορίες που συλλέγουν οι τελωνειακές αρχές και στα δεδομένα σχετικά με την ταξινόμηση οχημάτων, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(11)Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής παρακολούθησης του ΦΠΑ σε διασυνοριακές συναλλαγές, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 προβλέπει την παρουσία υπαλλήλων στα γραφεία των διοικητικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια των διοικητικών ερευνών σε άλλα κράτη μέλη. Για να επιτευχθεί η ενίσχυση της ικανότητας των φορολογικών αρχών να ελέγχουν τις διασυνοριακές παραδόσεις, θα πρέπει να διεξάγονται κοινοί έλεγχοι που θα επιτρέπουν στους υπαλλήλους δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών να σχηματίζουν ενιαία ομάδα ελέγχου και να λαμβάνουν μέρος ενεργά σε κοινή διοικητική έρευνα.
(12)Όταν υποκείμενοι στον φόρο εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος προμηθεύουν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες σε πελάτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, υπόκεινται σε όλο και περισσότερες υποχρεώσεις στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος. Αυτό προκύπτει συχνά από τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Για τη διευκόλυνση της ορθής εφαρμογής του ΦΠΑ στις εν λόγω διασυνοριακές συναλλαγές, ο μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο οι πληροφορίες υποκείμενων στον φόρο καθίστανται άμεσα διαθέσιμες θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει και άλλες πληροφορίες, ιδίως συντελεστές και μέτρα για μικρές επιχειρήσεις.
(13)Για την καταπολέμηση των πιο σοβαρών διασυνοριακών συστημάτων απάτης, είναι απαραίτητη η διευκρίνιση και η ενίσχυση της διακυβέρνησης, των καθηκόντων και της λειτουργίας του Eurofisc. Οι υπάλληλοι σύνδεσμοι του Eurofisc θα πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση, να ανταλλάσσουν, να επεξεργάζονται και να αναλύουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με ταχύτητα και να συντονίζουν τυχόν επακόλουθες ενέργειες. Είναι επίσης απαραίτητη η ενίσχυση της συνεργασίας με άλλες αρχές που εμπλέκονται στην καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ σε ενωσιακό επίπεδο, ιδίως μέσω της ανταλλαγής στοχοθετημένων πληροφοριών με την Ευρωπόλ και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης. Συνεπώς, οι υπάλληλοι σύνδεσμοι του Eurofisc θα πρέπει να μπορούν να ανταλλάσσουν, αυθόρμητα ή κατόπιν αιτήματος, πληροφορίες και στοιχεία με την Ευρωπόλ και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης. Αυτό θα επιτρέψει στους υπαλλήλους συνδέσμους του Eurofisc να λαμβάνουν δεδομένα και πληροφορίες που τηρούνται από την Ευρωπόλ και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, ώστε να εντοπίζουν τους πραγματικούς αυτουργούς των δραστηριοτήτων απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
(14)Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες συνθήκες για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με το Eurofisc, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
(15)Η οργάνωση και η διαβίβαση αιτήσεων επιστροφής του ΦΠΑ — δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας 2008/9/ΕΚ του Συμβουλίου προσφέρει δυνατότητα μείωσης του διοικητικού φόρτου που επωμίζονται οι αρμόδιες αρχές για να εισπράξουν μη καταβληθείσες φορολογικές οφειλές στο κράτος μέλος εγκατάστασης.
(16)Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης έναντι σοβαρών περιστατικών διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να γνωστοποιούν σε αυτή, μεταξύ άλλων και μέσω των υπαλλήλων συνδέσμων του Eurofisc, πληροφορίες για τα πιο σοβαρά αδικήματα στον τομέα του ΦΠΑ όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(17)Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης πληροφορίες σχετικά με αδικήματα εις βάρος του κοινού συστήματος όταν το κρίνουν σκόπιμο. Αυτό θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης να εκπληρώσει τα καθήκοντά της διεξάγοντας διοικητικές έρευνες για απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και να παρέχει συνδρομή στα κράτη μέλη ώστε να συντονίζουν τη δράση τους για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης από τις απάτες.
(18)Η Επιτροπή μπορεί να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν ή συλλέχθηκαν δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 μόνο στον βαθμό που απαιτείται για την επιμέλεια, συντήρηση και ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων που φιλοξενούνται από την Επιτροπή και χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
(19)Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμών ορισμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που έχουν θεσπισθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του εν λόγω κανονισμού. Οι περιορισμοί αυτοί είναι αναγκαίοι και αναλογικοί ενόψει της ενδεχόμενης απώλειας εσόδων για τα κράτη μέλη και της κεφαλαιώδους σημασίας της διάθεσης πληροφοριών για την αποτελεσματική καταπολέμηση της απάτης.
(20)Η οδηγία 2006/112/ΕΚ θεσπίζει κανόνες για τις συναλλαγές που θα ισχύουν μόνο όταν εμπλέκονται πιστοποιημένοι υποκείμενοι στον φόρο και νέους κανόνες για συντελεστές και για μικρές επιχειρήσεις. Είναι επομένως απαραίτητο να ανασταλεί η εφαρμογή των μέτρων του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την ιδιότητα του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο και τις πληροφορίες που θα τεθούν στη διάθεση των υποκείμενων στον φόρο σχετικά με συντελεστές και ειδικούς κανόνες για μικρές επιχειρήσεις μέχρις ότου εφαρμοστούν οι εν λόγω κανόνες. Δεδομένου ότι η εφαρμογή των διατάξεων για την αυτόματη πρόσβαση σε πληροφορίες που συλλέγονται από τις τελωνειακές αρχές και σε δεδομένα σχετικά με την ταξινόμηση οχημάτων θα απαιτήσουν την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, είναι απαραίτητο να ανασταλεί η εφαρμογή τους ώστε να επιτραπεί στα κράτη μέλη και την Επιτροπή να αναπτύξουν τις εν λόγω τεχνολογίες.
(21)Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού – η βελτίωση των μέσων συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και η καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ – είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.
(22)(7)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 θα πρέπει κατά συνέπεια να τροποποιηθεί αναλόγως,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 τροποποιείται ως εξής:
(1)Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 3 απαλείφεται
β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4. Η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένη αίτηση συγκεκριμένης διοικητικής έρευνας. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση διεξάγει τη διοικητική έρευνα σε συντονισμό με την αιτούσα αρχή. Μπορούν να χρησιμοποιούνται τα εργαλεία και οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 28 και 30 του παρόντος κανονισμού. Εάν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση φρονεί ότι διοικητική έρευνα δεν είναι απαραίτητη, ενημερώνει αμελλητί την αιτούσα αρχή για τους σχετικούς λόγους.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, διεξαγωγή έρευνας που αφορά τα ποσά που έχει δηλώσει υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος στο κράτος μέλος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και τα οποία είναι φορολογητέα στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής μπορεί να απορριφθεί μόνο για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
α) για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 και αξιολογούνται από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση σύμφωνα με δήλωση βέλτιστων πρακτικών σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ της παρούσας παραγράφου και του άρθρου 54 παράγραφος 1, η οποία εγκρίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2·
β) για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 54 παράγραφοι 2, 3 και 4·
γ) για τον λόγο ότι η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση είχε ήδη διαβιβάσει στην αιτούσα αρχή πληροφορίες σχετικά με τον ίδιο υποκείμενο στον φόρο, ως αποτέλεσμα διοικητικής έρευνας διεξαχθείσας κατά την τελευταία διετία.
Όταν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση αρνείται τη διοικητική έρευνα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο για τους λόγους που παρατίθενται στο στοιχείο α) ή β), γνωστοποιεί εντούτοις στην αιτούσα αρχή τις ημερομηνίες και τα ποσά όλων των σχετικών παραδόσεων και παροχών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία διετία από τον υποκείμενο στον φόρο στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής.
Όταν οι αρμόδιες αρχές τουλάχιστον δύο κρατών μελών θεωρούν ότι απαιτείται διοικητική έρευνα, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δεν αρνείται τη διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τίθενται σε εφαρμογή ρυθμίσεις μεταξύ των εν λόγω αιτουσών αρχών και της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, σύμφωνα με τις οποίες εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι των αιτουσών αρχών λαμβάνουν μέρος στη διοικητική έρευνα που διεξάγεται στο έδαφος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση με στόχο τη συλλογή των πληροφοριών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο. Η εν λόγω διοικητική έρευνα διεξάγεται από κοινού από υπαλλήλους των αιτουσών αρχών και της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Οι υπάλληλοι των αιτουσών αρχών ασκούν τις ίδιες εξουσίες ελέγχου με αυτές που έχουν ανατεθεί στους υπαλλήλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Οι υπάλληλοι των αιτουσών αρχών έχουν πρόσβαση στους ίδιους χώρους και στα ίδια έγγραφα με τους υπαλλήλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση για τις ανάγκες της διεξαγωγής της διοικητικής έρευνας και μόνον.»·
(2)Στο άρθρο 13, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται μέσω τυποποιημένων εντύπων ή με άλλα μέσα τα οποία οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές θεωρούν κατάλληλα. Η Επιτροπή εγκρίνει με εκτελεστικές πράξεις τα τυποποιημένα έντυπα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2»·
(1)
Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 17
1. Κάθε κράτος μέλος αποθηκεύει σε ηλεκτρονικό σύστημα τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) τις πληροφορίες τις οποίες συλλέγει σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 του τίτλου XI της οδηγίας 2006/112/ΕΚ·
β) τα δεδομένα σχετικά με την ταυτότητα, τη δραστηριότητα, τη νομική μορφή και τη διεύθυνση των προσώπων στα οποία έχει χορηγήσει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ και τα οποία δεδομένα έχουν συλλεχθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 213 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε ο εν λόγω αριθμός·
γ) τα δεδομένα σχετικά με τους αριθμούς φορολογικού μητρώου ΦΠΑ που έχει χορηγήσει και είναι πλέον άκυροι, καθώς και τις ημερομηνίες κατά την οποία ακυρώθηκαν αυτοί οι αριθμοί·
δ) τις πληροφορίες τις οποίες συλλέγει δυνάμει των άρθρων 360, 361, 364 και 365 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, καθώς και, από την 1η Ιανουαρίου 2015, τις πληροφορίες τις οποίες συλλέγει δυνάμει των άρθρων 369γ, 369στ και 369ζ της εν λόγω οδηγίας·
ε) τις πληροφορίες όσον αφορά την ιδιότητα πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο σύμφωνα με το άρθρο 13α της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε, απορρίφθηκε και ανακλήθηκε αυτή η ιδιότητα.
2. Οι τεχνικές λεπτομέρειες όσον αφορά την αυτόματη αναζήτηση των πληροφοριών για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ), δ) και ε) του παρόντος άρθρου καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2.»
(3)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):
«ε) τις πληροφορίες όσον αφορά την ιδιότητα πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο σύμφωνα με το άρθρο 13α της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε, απορρίφθηκε και ανακλήθηκε αυτή η ιδιότητα,»·
β)στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο στ):
«στ) τις πληροφορίες που συλλέγει δυνάμει των στοιχείων α) και β) του άρθρου 143 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, όπως επίσης και τη χώρα καταγωγής, τη χώρα προορισμού, τον κωδικό εμπορεύματος, το νόμισμα, τo συνολικό ποσό, τη συναλλαγματική ισοτιμία, τις τιμές των μεμονωμένων ειδών και το καθαρό βάρος.»·
γ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Η Επιτροπή θεσπίζει με εκτελεστικές πράξεις τις τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν την αυτόματη αναζήτηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) έως ε) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
δ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Η Επιτροπή θεσπίζει με εκτελεστικές πράξεις τις τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν την αυτόματη αναζήτηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) έως στ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
ε)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:
«3. Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τις ακριβείς κατηγορίες πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
(4)Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:
α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:
«1α. Κάθε κράτος μέλος παραχωρεί στους υπαλλήλους του οι οποίοι ελέγχουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 143 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του παρόντος κανονισμού, για τις οποίες τα άλλα κράτη μέλη έχουν χορηγήσει αυτόματη πρόσβαση.»·
β)η παράγραφος 2 στοιχείο ε) τροποποιείται ως εξής:
i)τα σημεία i) και ii) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«i) η πρόσβαση συνδέεται με έρευνα για εικαζόμενη απάτη ή έχει ως στόχο να εντοπίσει ή να ταυτοποιήσει αυτουργούς απάτης·
ii) η πρόσβαση γίνεται μέσω υπαλλήλου συνδέσμου Eurofisc, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1, ο οποίος έχει ταυτοποίηση προσωπικού χρήστη για τα ηλεκτρονικά συστήματα που επιτρέπει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες.»·
ii)το σημείο iii) απαλείφεται·
γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:
«2α. Προκειμένου για τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο στ), είναι, οπωσδήποτε, προσπελάσιμες οι ακόλουθες επιμέρους πληροφορίες:
α)
οι αριθμοί φορολογικού μητρώου ΦΠΑ που χορηγεί το κράτος μέλος που λαμβάνει τις πληροφορίες,
β)
οι αριθμοί φορολογικού μητρώου ΦΠΑ του εισαγωγέα ή του φορολογικού του αντιπροσώπου που προμηθεύει τα αγαθά στα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί αριθμός φορολογικού μητρώου ΦΠΑ που αναφέρεται στο στοιχείο α),
γ)
η χώρα καταγωγής, η χώρα προορισμού, οι κωδικοί εμπορεύματος, το νόμισμα, το συνολικό ποσό, η συναλλαγματική ισοτιμία, οι τιμές των μεμονωμένων ειδών και το καθαρό βάρος των εισαγόμενων αγαθών που ακολουθούνται από ενδοκοινοτική παράδοση αγαθών από κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο β) σε κάθε πρόσωπο με αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ που αναφέρεται στο στοιχείο α),
δ)
η χώρα καταγωγής, η χώρα προορισμού, οι κωδικοί εμπορεύματος, το νόμισμα, το συνολικό ποσό, η συναλλαγματική ισοτιμία, οι τιμές των μεμονωμένων ειδών και το καθαρό βάρος των εισαγόμενων αγαθών που ακολουθούνται από ενδοκοινοτική παράδοση αγαθών από κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο β) σε κάθε πρόσωπο με αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i) η πρόσβαση συνδέεται με έρευνα για εικαζόμενη απάτη ή έχει ως στόχο να εντοπίσει ή να ταυτοποιήσει αυτουργούς απάτης·
ii) η πρόσβαση γίνεται μέσω υπαλλήλου συνδέσμου Eurofisc, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1, ο οποίος έχει ταυτοποίηση προσωπικού χρήστη για τα ηλεκτρονικά συστήματος που επιτρέπει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες.
Οι αξίες που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) εκφράζονται στο νόμισμα του κράτους μέλους που παρέχει τις πληροφορίες και αφορούν κάθε διοικητικό έγγραφο που υποβάλλεται.»·
δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:
«3. Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τις πρακτικές ρυθμίσεις που αφορούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
ε)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τις πρακτικές ρυθμίσεις που αφορούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) και στην παράγραφο 2α στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
(5)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 21α:
«Άρθρο 21α
1. Κάθε κράτος μέλος παραχωρεί στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους αυτόματη πρόσβαση στις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τις εθνικές ταξινομήσεις οχημάτων:
α) δεδομένα σχετικά με οχήματα·
β) δεδομένα σχετικά με τους ιδιοκτήτες και τους κατόχους του οχήματος στο όνομα των οποίων έχει ταξινομηθεί το όχημα, όπως ορίζεται στο δίκαιο του κράτους μέλους ταξινόμησης.
2. Η πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραχωρείται υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i) η πρόσβαση συνδέεται με έρευνα για εικαζόμενη απάτη ή έχει ως στόχο να εντοπίσει ή να ταυτοποιήσει αυτουργούς απάτης·
ii) η πρόσβαση γίνεται μέσω υπαλλήλου συνδέσμου Eurofisc, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1, ο οποίος έχει ταυτοποίηση προσωπικού χρήστη για τα ηλεκτρονικά συστήματος που επιτρέπει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες.
3. Η Επιτροπή ορίζει με εκτελεστικές πράξεις τις ακριβείς κατηγορίες πληροφοριών και τις τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν την αυτόματη αναζήτηση πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τις πρακτικές ρυθμίσεις που αφορούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
(6)στο άρθρο 24, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για οποιαδήποτε απαραίτητη εξέλιξη του συστήματός τους για την ανταλλαγή των εν λόγω πληροφοριών με τη χρήση του δικτύου CCN/CSI ή κάθε άλλου παρόμοιου δικτύου που χρησιμοποιείται για τον ίδιο σκοπό.»·
(7)ο τίτλος του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ VII αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΚΟΙΝΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ»·
(8)το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:
α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:
«2α. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της αιτούσας αρχής και της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που ορίζει η τελευταία, υπάλληλοι εξουσιοδοτημένοι από την αιτούσα αρχή δύνανται, για τους σκοπούς της συλλογής και ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 1, να λαμβάνουν μέρος στις διοικητικές έρευνες που διεξάγονται στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Αυτές οι διοικητικές έρευνες διεξάγονται από κοινού από υπαλλήλους των αιτουσών αρχών και της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Οι υπάλληλοι της αιτούσας αρχής ασκούν τις ίδιες εξουσίες ελέγχου με αυτές που διαθέτουν οι υπάλληλοι της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Οι υπάλληλοι των αιτουσών αρχών έχουν πρόσβαση στους ίδιους χώρους και στα ίδια έγγραφα με τους υπαλλήλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση για τις ανάγκες της διεξαγωγής της διοικητικής έρευνας και μόνον. Με συμφωνία μεταξύ της αιτούσας αρχής και της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που ορίζονται από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, οι δύο αρχές δύνανται να συντάξουν κοινή έκθεση ελέγχου.»·
β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Οι υπάλληλοι της αιτούσας αρχής που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 2α πρέπει να είναι σε θέση να επιδεικνύουν ανά πάσα στιγμή γραπτή εξουσιοδότηση στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητας και η επίσημη ιδιότητά τους.»·
(9)(2)
στο άρθρο 31, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα που αφορούν οι ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών ή ενδοκοινοτικές παροχές υπηρεσιών και οι μη εγκατεστημένοι υποκείμενοι στον φόρο που παρέχουν υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων και ηλεκτρονικά παρεχόμενες υπηρεσίες, ιδίως όσες αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν, για τις ανάγκες του συγκεκριμένου τύπου πράξης, επιβεβαίωση με ηλεκτρονικά μέσα της εγκυρότητας του αριθμού φορολογικού μητρώου ΦΠΑ οιουδήποτε συγκεκριμένου προσώπου, καθώς και του ονόματος και της διεύθυνσης που αντιστοιχούν σε αυτό. Οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους μεριμνούν επίσης ώστε να είναι δυνατή η επαλήθευση με ηλεκτρονικά μέσα του κατά πόσον οποιοσδήποτε υποκείμενος στον φόρο είναι πιστοποιημένος υποκείμενος στον φόρο σύμφωνα με το άρθρο 13α της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, όταν η εν λόγω φορολογική ιδιότητα έχει σημασία για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου. Οι πληροφορίες αυτές αντιστοιχούν στα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού.»·
(10)στο άρθρο 32, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Η Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη, δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της το ακριβές περιεχόμενο των διατάξεων που εγκρίνει κάθε κράτος μέλος για τη μεταφορά του τίτλου VIII κεφάλαιο 2, του άρθρου 167α, του τίτλου XI κεφάλαιο 3 και του τίτλου XII κεφάλαιο 1 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο.»·
(11)το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Προκειμένου να προαχθεί και να διευκολυνθεί η πολυμερής συνεργασία για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, με το παρόν κεφάλαιο δημιουργείται δίκτυο για την ταχεία ανταλλαγή, επεξεργασία και ανάλυση στοχοθετημένων πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και τον συντονισμό τυχόν επακόλουθων ενεργειών («Eurofisc»).»·
β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«β) διεξάγουν και συντονίζουν την ταχεία πολυμερή ανταλλαγή και την από κοινού επεξεργασία και ανάλυση στοχοθετημένων πληροφοριών στους τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται το Eurofisc («τομείς εργασίας του Eurofisc»)·
γ) συντονίζουν τις εργασίες των υπαλλήλων συνδέσμων των κρατών μελών που συμμετέχουν στο Eurofisc, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1, όσον αφορά την ανταπόκριση στις προειδοποιήσεις και τις πληροφορίες που έχουν λάβει.»·
ii)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):
«δ) συντονίζουν τις διοικητικές έρευνες των συμμετεχόντων κρατών μελών σχετικά με τους υπόπτους και τους αυτουργούς απάτης που έχουν εντοπιστεί από τους υπαλλήλους συνδέσμους του Eurofisc, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1.»·
(12)στο άρθρο 34, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Τα κράτη μέλη που έχουν επιλέξει να συμμετέχουν σε τομέα εργασίας του Eurofisc συμμετέχουν ενεργά στην πολυμερή ανταλλαγή και την από κοινού επεξεργασία και ανάλυση στοχοθετημένων πληροφοριών μεταξύ όλων των συμμετεχόντων κρατών μελών και στον συντονισμό τυχόν επακόλουθων ενεργειών.»·
(13)το άρθρο 35 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 35
Η Επιτροπή παρέχει τεχνική και επιμελητειακή στήριξη στο Eurofisc. Η Επιτροπή δεν έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 1, οι οποίες μπορούν να ανταλλάσσονται στο Eurofisc, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 55 παράγραφος 2.»·
(14)το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:
α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:
«1α. Οι υπάλληλοι σύνδεσμοι των κρατών μελών ορίζουν έναν πρόεδρο του Eurofisc μεταξύ των υπαλλήλων συνδέσμων του Eurofisc, για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Οι υπάλληλοι σύνδεσμοι των κρατών μελών:
α) συμφωνούν σχετικά με τον καθορισμό και την περάτωση των τομέων εργασίας του Eurofisc·
β) εξετάζουν τυχόν θέματα που αφορούν την επιχειρησιακή λειτουργία του Eurofisc·
γ) αξιολογούν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της λειτουργίας των δραστηριοτήτων του Eurofisc·
δ) εγκρίνουν την ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 37.
Ο πρόεδρος του Eurofisc διασφαλίζει ότι το Eurofisc λειτουργεί ορθά.»·
β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Οι υπάλληλοι σύνδεσμοι των κρατών μελών που συμμετέχουν σε συγκεκριμένο τομέα εργασίας του Eurofisc («συμμετέχοντες υπάλληλοι σύνδεσμοι του Eurofisc») ορίζουν συντονιστή του τομέα εργασίας του Eurofisc, μεταξύ των συμμετεχόντων υπαλλήλων συνδέσμων του Eurofisc, για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Οι συντονιστές του τομέα εργασίας του Eurofisc:
α) συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τους συμμετέχοντες υπάλληλους συνδέσμους του Eurofisc όπως συμφωνείται από τους συμμετέχοντες του τομέα εργασίας και θέτουν όλες τις πληροφορίες στη διάθεση των άλλων συμμετεχόντων υπαλλήλων του Eurofisc· οι πληροφορίες αυτές ανταλλάσσονται με ηλεκτρονικά μέσα·
β) διασφαλίζουν την επεξεργασία και ανάλυση των πληροφοριών που λαμβάνουν από τους συμμετέχοντες υπαλλήλους συνδέσμους του Eurofisc μαζί με τις σχετικές στοχοθετημένες πληροφορίες που γνωστοποιούνται ή συλλέγονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όπως συμφωνείται από τους συμμετέχοντες του τομέα εργασίας και θέτουν τα αποτελέσματα στη διάθεση όλων των συμμετεχόντων υπαλλήλων συνδέσμων του Eurofisc·
γ) παρέχουν αναπληροφόρηση σε όλους τους συμμετέχοντες υπαλλήλους συνδέσμους του Eurofisc·
δ) υποβάλλουν ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του τομέα εργασίας στους υπαλλήλους συνδέσμους των κρατών μελών.
γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3, 4 και 5:
«3. Οι συντονιστές του τομέα εργασίας του Eurofisc, δύνανται να διαβιβάσουν, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος, ορισμένες από τις πληροφορίες που έχουν συλλεχθεί και αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας, στην Ευρωπόλ και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»), όπως συμφωνείται από τους συμμετέχοντες του τομέα εργασίας.
4. Οι συντονιστές του τομέα εργασίας του Eurofisc θέτουν τις πληροφορίες που έλαβαν από την Ευρωπόλ και την OLAF στη διάθεση των λοιπών συμμετεχόντων υπαλλήλων συνδέσμων του Eurofisc· οι πληροφορίες αυτές ανταλλάσσονται με ηλεκτρονικά μέσα.
5. Οι συντονιστές του τομέα εργασίας του Eurofisc διασφαλίζουν επίσης την επεξεργασία και ανάλυση των πληροφοριών που λαμβάνουν από την Ευρωπόλ και την OLAF μαζί με τις σχετικές στοχοθετημένες πληροφορίες που γνωστοποιούνται ή συλλέγονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όπως συμφωνείται από τους συμμετέχοντες του τομέα εργασίας και θέτουν τα αποτελέσματα στη διάθεση των συμμετεχόντων υπαλλήλων συνδέσμων του Eurofisc.»·
(15)Το άρθρο 37 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 37
Ο πρόεδρος του Eurofisc υποβάλλει ετήσια έκθεση των δραστηριοτήτων όλων των τομέων εργασίας στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 1.
Η Επιτροπή εγκρίνει, με εκτελεστικές πράξεις, τις πρακτικές και διαδικαστικές ρυθμίσεις σε σχέση με το Eurofisc. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 58 παράγραφος 2.»·
(16)στο άρθρο 48 παράγραφος 1 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:
«Όταν το κράτος μέλος εγκατάστασης λάβει γνώση ότι υποκείμενος στον φόρο που υποβάλλει αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/9/ΕΚ, έχει μη αμφισβητούμενες οφειλές ΦΠΑ στο εν λόγω κράτος μέλος εγκατάστασης, μπορεί να ενημερώσει το κράτος μέλος επιστροφής για τις εν λόγω οφειλές, έτσι ώστε το κράτος μέλος επιστροφής να ζητεί τη συγκατάθεση του υποκειμένου στον φόρο για τη μεταφορά της επιστροφής του ΦΠΑ απευθείας στο κράτος μέλος εγκατάστασης για τους σκοπούς της εξόφλησης των εκκρεμών οφειλών ΦΠΑ. Όταν ο υποκείμενος στον φόρο παράσχει τη συγκατάθεσή του για την εν λόγω μεταφορά, το κράτος μέλος επιστροφής καταβάλλει το ποσό αυτό για λογαριασμό του υποκείμενου στον φόρο στο κράτος μέλος εγκατάστασης, στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την εξόφληση των εκκρεμών οφειλών ΦΠΑ. Το κράτος μέλος εγκατάστασης ενημερώνει τον υποκείμενο στον φόρο αν το ποσό που μεταφέρεται ανέρχεται σε πλήρη ή σε μερική εξόφληση της οφειλής ΦΠΑ εντός 15 ημερών από τη λήψη του μεταφερόμενου ποσού από το κράτος μέλος επιστροφής.
Όταν το κράτος μέλος εγκατάστασης λάβει γνώση ότι υποκείμενος στον φόρο που υποβάλλει αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/9/ΕΚ, έχει αμφισβητούμενες οφειλές ΦΠΑ στο εν λόγω κράτος μέλος εγκατάστασης, μπορεί να ενημερώσει το κράτος μέλος επιστροφής για τις εν λόγω οφειλές, έτσι ώστε το κράτος μέλος επιστροφής να ζητήσει τη συγκατάθεση του υποκείμενου στον φόρο για τη μεταφορά της επιστροφής του ΦΠΑ απευθείας στο κράτος μέλος εγκατάστασης για τους σκοπούς της παρακράτησης ως ασφαλιστικού μέτρου. Όταν ο υποκείμενος στον φόρο παράσχει τη συγκατάθεσή του για την εν λόγω μεταφορά και παρακράτηση, το κράτος μέλος επιστροφής καταβάλλει το ποσό αυτό για λογαριασμό του υποκείμενου στον φόρο στο κράτος μέλος εγκατάστασης, στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της πληρωμής της αμφισβητούμενης οφειλής ΦΠΑ. Το κράτος μέλος εγκατάστασης ενημερώνει τον υποκείμενο στον φόρο για τη μεταφορά και την παρακράτηση του μεταφερερόμενου ποσού εντός 15 ημερών από τη λήψη του μεταφερερόμενου ποσού από το κράτος μέλος επιστροφής. Η μεταφορά του ποσού στο κράτος μέλος εγκατάστασης επιτρέπεται μόνον όταν το κράτος μέλος εγκατάστασης διαθέτει αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο που επιτρέπει στα δικαστήρια να χορηγούν την αποδέσμευση, κατόπιν αιτήσεως του υποκείμενου στον φόρο και σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, του ποσού που παρακρατήθηκε ή μέρους αυτού.»·
(17)ο τίτλος του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ XIII αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τίτλο:
«ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ Ή ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ»·
(18)στο άρθρο 49 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:
«2α. Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία της γνωστοποιούν, σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου(*), κάθε διαθέσιμη πληροφορία για σοβαρά αδικήματα κατά του κοινού συστήματος ΦΠΑ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(**).
Τα κράτη μέλη δύνανται να γνωστοποιήσουν στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης κάθε διαθέσιμη πληροφορία για αδικήματα κατά του κοινού συστήματος ΦΠΑ ώστε να της επιτρέψουν να εξετάσει τις ενδεδειγμένες ενέργειες, σύμφωνα με την εντολή της.»·
_________________________________________________________________
(*) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).
(**) Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29).
(19)το άρθρο 55 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Τα δεόντως διαπιστευμένα πρόσωπα από την αρχή πιστοποίησης της ασφάλειας (SAA) της Επιτροπής μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μόνο στον βαθμό που απαιτείται για την επιμέλεια, συντήρηση και ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων που φιλοξενούνται από την Επιτροπή και χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.»·
β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«5. Κάθε αποθήκευση, επεξεργασία ή ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό υπόκειται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*). Εντούτοις, για τους σκοπούς της ορθής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη περιορίζουν την έκταση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 22 και στα άρθρα 5 και 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, στον βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να μη θίγεται η διασφάλιση των συμφερόντων που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του εν λόγω κανονισμού. Η επεξεργασία και η αποθήκευση των πληροφοριών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό λαμβάνουν χώρα μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και οι περίοδοι αποθήκευσης των εν λόγω πληροφοριών περιορίζονται στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών αυτών.»·
_____________________________________________________________
(*) Κανονισμός (EΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(20)στο άρθρο 58, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*).»·
_________________________________________________________________
(*) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(21)το παράρτημα I απαλείφεται.
Άρθρο 2
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2019.
Το άρθρο 1 σημείο 3) στοιχεία α) και γ) και το άρθρο 1 σημείο 9) εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2019.
Το άρθρο 1 σημείο 3) στοιχεία β), δ) και ε), το άρθρο 1 σημείο 4) στοιχεία α), γ) και ε) και το άρθρο 1 σημείο 5) εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2020.
Το άρθρο 1 σημείο 10) εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2021.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες,
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος