Κατά τη διπλωματική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2001 σχετικά με τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, προκειμένου να προασπίσει την εφαρμογή του άρθρου 31 του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, εξασφάλισε η πλήρης ή μερική εφαρμογή των άρθρων 13 και 43 της συνθήκης να εξαρτάται από μία δήλωση.
Πράγματι, τη στιγμή της προσχώρησης στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα προέβη σε δήλωση σύμφωνα με την οποία «όταν ο εναγόμενος έχει τη νόμιμη κατοικία του στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Κοινότητας, τα κράτη μέλη τα οποία δεσμεύονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, θα εφαρμόζουν τα άρθρα 13 και 43 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν για την έγκριση προσωρινών μέτρων μόνο σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο του άρθρου 24 της σύμβασης των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις».
Στις οδηγίες διαπραγμάτευσης για το αεροναυτικό πρωτόκολλο, το σιδηροδρομικό πρωτόκολλο και το πρωτόκολλο για το διαστημικό υλικό αναφερόταν σαφώς ότι το άρθρο 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται και στα πρωτόκολλα.
Το παράρτημα IX του πρωτοκόλλου MAC «Τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν τα ασφαλιστικά μέτρα» προβλέπει τη δυνατότητα αυτή και είναι σχεδόν πανομοιότυπο με τα αντίστοιχα άρθρα των πρωτοκόλλου που αφορούν τον εξοπλισμό αεροσκαφών, τον σιδηροδρομικό τροχαίο εξοπλισμό και το διαστημικό υλικό (άρθρα Χ, VIII και XX αντιστοίχως).
Επισημαίνεται ότι, ύστερα από την αναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλες Ι, το άρθρο 31 έγινε άρθρο 35, αλλά η διατύπωση είναι η ίδια.
Όσον αφορά την αφερεγγυότητα, οι οδηγίες διαπραγμάτευσης που αφορούν τα εγκεκριμένα πρωτόκολλα ζητούν οι σχετικές διατάξεις να είναι προαιρετικές διότι επηρεάζουν την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.
Το άρθρο Χ του σχεδίου πρωτοκόλλου MAC (Μέσα προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας) προβλέπει όντως τη δυνατότητα προαιρετικής εφαρμογής και είναι σχεδόν πανομοιότυπο με τα αντίστοιχα άρθρα του αεροναυτικού πρωτοκόλλου (άρθρο XI), του σιδηροδρομικού πρωτοκόλλου (άρθρο IX) και του πρωτοκόλλου για το διαστημικό υλικό (άρθρο XXI). Επίσης, το άρθρο XI του σχεδίου πρωτοκόλλου MAC (Παροχή συνδρομής κατά τη διαδικασία αφερεγγυότητας) προβλέπει τη δυνατότητα προαιρετικής συμμετοχής και είναι σχεδόν πανομοιότυπο με τα αντίστοιχα άρθρα του αεροναυτικού πρωτοκόλλου (άρθρο XII), του σιδηροδρομικού πρωτοκόλλου (άρθρο IX) και του πρωτοκόλλου για το διαστημικό υλικό (άρθρο XXII).
Και σε αυτή την περίπτωση, η πρόσφατη αναδιατύπωση του κανονισμού για την αφερεγγυότητα δεν επιφέρει αλλαγές ως προς την επίδραση των διατάξεων περί αφερεγγυότητας του πρωτοκόλλου MAC επί του δικαίου της ΕΕ.
β) Επιλογή εφαρμοστέου δικαίου
Το άρθρο VI της τρέχουσας έκδοσης του σχεδίου πρωτοκόλλου MAC περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την επιλογή εκ μέρους του συμβαλλόμενων μερών του εφαρμοστέου δικαίου που θα διέπει τα συμβατικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει.
Κατά τη στιγμή της έγκρισης των προηγούμενων διαπραγματευτικών οδηγιών, δεν υπήρχε εν ισχύ νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα που αφορούν το εφαρμοστέο στις συμβατικές ενοχές δίκαιο και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν παρείχε στην Επιτροπή ειδικές οδηγίες διαπραγμάτευσης σχετικά με το θέμα αυτό .
Εντωμεταξύ, στις 17 Ιουνίου 2008 εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (γνωστός ως «Ρώμη Ι»), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Οι εκτεταμένες δυνατότητες επιλογής δικαίου που προβλέπονται στο άρθρο VI παράγραφος 2 δεν είναι συμβατές με το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός αριθ. 593/2008· επομένως, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εφαρμόσουν το εν λόγω άρθρο.
Αυτή είναι η λύση που επέλεξε η ΕΕ και για τα άλλα πρωτόκολλα.
Η απόφαση του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και στο πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν το αεροναυτικό εξοπλισμό, περιλαμβάνει ειδική αναφορά στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας σε ορισμένα ζητήματα που διέπονται από το αεροναυτικό πρωτόκολλο και, ειδικότερα, στον κανονισμό Ρώμη Ι. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του άρθρου του αεροναυτικού πρωτοκόλλου που αφορά την επιλογή εφαρμοστέου δικαίου εξαρτάται από ειδική δήλωση της Κοινότητας.
Ομοίως, όσον αφορά το σιδηροδρομικό πρωτόκολλο, το θέμα της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου εξετάστηκε ειδικά στη δήλωση βάσει του άρθρου XXII παράγραφος 2 σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας επί θεμάτων που διέπονται από το σιδηροδρομικό πρωτόκολλο. Στο σημείο 5 της δήλωσης αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα τις αρμοδιότητές τους για τα θέματα που αφορούν (μεταξύ άλλων) τον κανονισμό Ρώμη Ι.
Αντιθέτως, το άρθρο VIII του πρωτοκόλλου για το διαστημικό υλικό αποτελεί διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης, πράγμα που σημαίνει ότι εφαρμόζεται εκτός αν προβλέπεται ρητώς εξαίρεση σε δήλωση στην οποία προβαίνει ένα συμβαλλόμενο κράτος. Ως εκ τούτου, τη στιγμή της ενδεχόμενης υπογραφής/κύρωσης/έγκρισης του πρωτοκόλλου για το διαστημικό υλικό, η ΕΕ θα πρέπει να προβεί στην αντίστοιχη δήλωση.
Η τρέχουσα έκδοση του άρθρου VI του πρωτοκόλλου MAC είναι διάταξη προαιρετικής εφαρμογής και αυτό θα πρέπει να διατηρηθεί στο τελικό κείμενο.
II. Τελικές διατάξεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την ΕΕ
Το σχέδιο τελικών διατάξεων (άρθρο XXII - Οργανισμός περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης) περιλαμβάνει ρήτρα ΟΠΟΟ, η οποία είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τις ρήτρες που προβλέπονται στο άρθρο 48 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, στο άρθρο XXVII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου, στο άρθρο XXII του σιδηροδρομικού πρωτοκόλλου και στο άρθρου XXXVII του πρωτοκόλλου για το διαστημικό υλικό.