ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες,15.11.2017
COM(2017) 750 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου
{SWD(2017) 700 final}
1.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο μηχανισμός συνεργασίας και ελέγχου (ΜΣΕ) συστάθηκε κατά την προσχώρηση της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007
προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Έκτοτε, οι εκθέσεις του ΜΣΕ συμβάλλουν στην εστίαση των προσπαθειών των βουλγαρικών αρχών μέσω ειδικών συστάσεων και έχουν καταγράψει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί. Όπως υπογράμμισε το Συμβούλιο
, ο ΜΣΕ θα λήξει όταν εκπληρωθούν ικανοποιητικά και οι έξι στόχοι αναφοράς που ισχύουν για τη Βουλγαρία.
Στην έκθεση του ΜΣΕ του Ιανουαρίου 2017
, η Επιτροπή παρουσίασε μια επισκόπηση των επιτευγμάτων και των προκλήσεων που εκκρεμούν και προσδιόρισε τα βασικά εναπομείναντα βήματα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων του ΜΣΕ. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή υπέβαλε δέκα επτά βασικές συστάσεις οι οποίες, αν εφαρμοστούν, θα οδηγήσουν στην ολοκλήρωση της διαδικασίας του ΜΣΕ. Οι συστάσεις που διατυπώθηκαν τον Ιανουάριο του 2017 μπορούν, συνεπώς, να θεωρηθούν επαρκείς για τον τερματισμό του ΜΣΕ – εκτός εάν οι εξελίξεις οδηγήσουν σαφώς σε αντιστροφή της πορείας της προόδου. Στην έκθεση υπογραμμίστηκε ότι η ταχύτητα της διαδικασίας θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα η Βουλγαρία θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις συστάσεις με μη αναστρέψιμο τρόπο.
Επομένως, κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας του ΜΣΕ, η παρούσα έκθεση παρουσιάζει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσον αφορά την υλοποίηση των συστάσεων που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ιανουαρίου του 2017. Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, είναι το αποτέλεσμα ενδελεχούς διαδικασίας ανάλυσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που βασίζεται στη στενή συνεργασία με τις βουλγαρικές αρχές, καθώς και στη συμβολή της κοινωνίας των πολιτών και άλλων ενδιαφερομένων μερών, συμπεριλαμβανομένων και άλλων κρατών μελών.
Στην ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης του Σεπτεμβρίου του 2017, ο Πρόεδρος Juncker τόνισε τη σημασία του κράτους δικαίου και της ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος
· μια επιτακτική ανάγκη για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και όχι μόνο εκείνα που συμμετέχουν στον ΜΣΕ.
Με βάση την ανάλυση της προόδου στη Βουλγαρία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του ΜΣΕ από το 2007 και μετά και της προόδου που έχει επιτευχθεί από την έκθεση του Ιανουαρίου 2017, η Επιτροπή εξακολουθεί να είναι της γνώμης ότι, με συνεχιζόμενη πολιτική καθοδήγηση και αποφασιστικότητα προκειμένου να προωθηθεί η μεταρρύθμιση, αναμένεται ότι η Βουλγαρία θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υπόλοιπες εκκρεμείς συστάσεις του ΜΣΕ στο εγγύς μέλλον. Η ανάλυση υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η αντιμετώπιση των προκλήσεων που απομένουν σε πνεύμα καλής συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων.
Η Επιτροπή προτίθεται να αξιολογήσει την πρόοδο προς το τέλος του 2018 και είναι έτοιμη να παράσχει περαιτέρω συνδρομή για να συμβάλει στην ενίσχυση του μη αναστρέψιμου της προόδου και, συνεπώς, στην περάτωση του μηχανισμού.
2.
ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση του Ιανουαρίου 2017, η πολιτική αστάθεια με την πάροδο των ετών έχει επηρεάσει την ικανότητα για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων. Τον Μάιο σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση
. Μόλις ανέλαβε καθήκοντα η νέα κυβέρνηση, οι διάφορες πτυχές των εργασιών που είχαν δρομολογηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση το 2016 αναζωογονήθηκαν, επιτρέποντας να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις με κάποιο βαθμό συνέχειας στη χάραξη πολιτικής, συνεχίζοντας το έργο της προηγούμενης κυβέρνησης. Η νέα κυβέρνηση έδειξε αποφασιστικότητα να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο προωθώντας γρήγορα τις νομοθετικές πρωτοβουλίες, με στόχο την ολοκλήρωση μιας σειράς σημαντικών μεταρρυθμίσεων πριν από το τέλος του έτους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μεμονωμένοι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα της νομοθεσίας ή τη συμμετοχή τους στη διαδικασία
. Σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες εξακολουθούν να είναι στο στάδιο της προπαρασκευής ή της μελέτης και θα είναι σημαντικό αυτές να επισπευσθούν σε πνεύμα ευρείας δημόσιας συζήτησης και διαβούλευσης με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή πιστεύει ότι οι χωρίς αποκλεισμούς νομοθετικές διαδικασίες που βασίζονται στις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας έχουν ζωτική σημασία για τη βιωσιμότητα των μεταρρυθμίσεων.
Εν τω μεταξύ, τα πρόσφατα γεγονότα στην Εθνοσυνέλευση προσέλκυσαν και πάλι την προσοχή στον αντίκτυπο που θα είχε μια απρόβλεπτη νομοθετική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τον Ιούλιο, μια δέσμη σχεδίων προτάσεων για τροποποιήσεις του νόμου περί δικαστικού συστήματος εντάχθηκε στην ημερήσια διάταξη της Εθνοσυνέλευσης από βουλευτές, χωρίς συζήτηση ή δημόσια διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς. Τα σχέδια τροποποιήσεων δέχθηκαν εκτεταμένες επικρίσεις, καθώς θεωρήθηκαν από πολλά μέλη του δικαστικού σώματος και της κοινωνίας των πολιτών ως ευθεία επίθεση στη δικαστική ανεξαρτησία. Αν και οι πιο σημαντικές τροπολογίες αποσύρθηκαν πριν από την τελική ψηφοφορία
, ορισμένες τροπολογίες που εγκρίθηκαν επικρίθηκαν επειδή θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ανεξαρτησία των δικαστών και θεωρούνται από ορισμένους παρατηρητές ως δυνητικά αντισυνταγματικές
. Πρόσθετα σχέδια τροποποιήσεων του νόμου περί δικαστικού συστήματος προτάθηκαν με τον ίδιο τρόπο στις αρχές Οκτωβρίου, από μεμονωμένους βουλευτές χωρίς δημόσιο διάλογο ή διαβούλευση των ενδιαφερομένων μερών, και πάλι δέχθηκαν επικρίσεις των παρατηρητών, επειδή ανατρέπουν βασικά στοιχεία των μεταρρυθμίσεων του 2016
. Η Βουλγαρία θα πρέπει να διασφαλίσει τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα και την αξιοπιστία της διαδικασίας δικαστικής μεταρρύθμισης με τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των θεσμών, που είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχή υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Ενώ είναι σαφής η ανάγκη να επιταχυνθεί ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην παράκαμψη των διαδικασιών διαβούλευσης, που ενδέχεται να δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας και απουσίας ενδιαφέροντος για την επιτυχία τους.
Στο δικαστικό σώμα, το νεοεκλεγέν Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ) έχει μια ευκαιρία να αντιμετωπίσει το εν γένει αρνητικό κλίμα συζήτησης που επικρατούσε εντός του δικαστικού σώματος στο πλαίσιο του προηγούμενου ΑΔΣ, όπου οι εμφανείς διχασμοί και οι αμοιβαίες υποψίες εμπόδιζαν την αμερόληπτη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις επέφεραν αναμφισβήτητες βελτιώσεις, και κυρίως τη δημιουργία χωριστών τμημάτων εντός του ΑΔΣ για τους δικαστές και τους εισαγγελείς. Ωστόσο, οι αμφιβολίες που εξακολουθούν να υπάρχουν σε σχέση με ενδεχόμενη ανάρμοστη άσκηση επιρροής στους δικαστές μέσω του ΑΔΣ θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εντύπωση μιας ανεξάρτητης διαδικασίας λήψης αποφάσεων εντός του εν λόγω βασικού θεσμικού οργάνου
. Δεδομένης αυτής της πρόκλησης, θα είναι ως εκ τούτου σημαντικό για τη νέα σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να δημιουργήσει ένα κλίμα διαφάνειας και ανοικτής συζήτησης επί σημαντικών αποφάσεων, ούτως ώστε να επανέλθει η εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστικών και του ευρύτερου κοινού, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης.
3.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΜΣΕ, ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΣΕ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017
3.1
Πρώτος στόχος αναφοράς: Δικαστική ανεξαρτησία
Σύσταση 1: Να διασφαλιστεί η διαφάνεια των εκλογών του μελλοντικού ΑΔΣ, με δημόσια ακρόαση στην Εθνοσυνέλευση πριν από την εκλογή των μελών της κοινοβουλευτικής ποσόστωσης, και να δοθεί στην κοινωνία των πολιτών η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τους υποψηφίους.
Σύσταση 2: Να δημιουργηθεί ιστορικό καλών επιδόσεων όσον αφορά τους αξιοκρατικούς και διαφανείς διορισμούς σε δικαστικές θέσεις στα υψηλά κλιμάκια, συμπεριλαμβανομένου του επικείμενου διορισμού νέου προέδρου του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου.
Σύσταση 3: Να βελτιωθεί στην πράξη η λειτουργία της Επιθεώρησης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (ISJC) και η συνέχεια που δίδεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο στα πορίσματα της Επιθεώρησης, ιδίως όσον αφορά θέματα ακεραιότητας, και να εξεταστεί το ενδεχόμενο να ζητηθεί εξωτερική βοήθεια, για παράδειγμα από την Υπηρεσία Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων και/ή το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Η πλέον σημαντική φετινή εξέλιξη όσον αφορά το δικαστικό σώμα ήταν η εκλογή νέου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ), το οποίο ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 3 Οκτωβρίου. Οι εκλογές για τη δικαστική ποσόστωση ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο, σύμφωνα με την αρχή «ένας δικαστής-μία ψήφος», την οποία είχε ήδη επισημάνει η Επιτροπή, και, παρά την έκφραση ορισμένων ανησυχιών κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η διαδικασία σε γενικές γραμμές θεωρήθηκε δίκαιη. Αυτή ήταν μια σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με την εκλογή του προηγούμενου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου το φθινόπωρο του 2012. Η εκλογή της κοινοβουλευτικής ποσόστωσης ολοκληρώθηκε από την Εθνοσυνέλευση στις 20 Σεπτεμβρίου και οι επιτυχόντες υποψήφιοι εξελέγησαν με ποσοστό πολύ υψηλότερο από την απαιτούμενη πλειοψηφία δύο τρίτων. Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών διατυπώθηκαν επικρίσεις ότι το αποτέλεσμα ήταν προκαθορισμένο μέσω συμφωνιών μεταξύ των κυριότερων πολιτικών κομμάτων και, λόγω της επιφανειακής συζήτησης, δεν αντικατόπτριζε ανοικτή συνεκτίμηση των σχετικών πλεονεκτημάτων των υποψηφίων. Μια ιδιαίτερη επίκριση που εκφράστηκε ήταν ότι η προηγούμενη δημόσια ακρόαση στην επιτροπή νομικών υποθέσεων δεν παρείχε τον χρόνο που ήταν αναγκαίος για να συζητηθούν κρίσιμα ζητήματα που είχαν τεθεί από την κοινωνία των πολιτών, αν και αυτά είχαν παραληφθεί και είχαν καταστεί διαθέσιμα για το κοινό στον δικτυακό τόπο της Εθνοσυνέλευσης. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, οι εκλογές για το νέο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κατέδειξαν τα πλεονεκτήματα του νέου νομοθετικού πλαισίου που θεσπίστηκε το 2016. Τώρα εναπόκειται στη νέα σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να αποδείξει την ανεξαρτησία του στην πράξη μέσω ενός ιστορικού αμερόληπτης λήψης αποφάσεων με πνεύμα επαγγελματισμού σε βασικούς τομείς.
Μια σημαντική αρμοδιότητα του ΑΔΣ είναι οι διορισμοί στις θέσεις στα υψηλά κλιμάκια του δικαστικού σώματος. Θα είναι σημαντικό να διαπιστωθεί ότι οι εν λόγω αποφάσεις λαμβάνονται αξιοκρατικά και με διαφάνεια. Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση το 2017 ήταν ο διορισμός του νέου Προέδρου του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου. Μολονότι η απόφαση αυτή θα μπορούσε να έχει ληφθεί από τη νέα σύνθεση του ΑΔΣ, το απερχόμενο ΑΔΣ αποφάσισε να εκλέξει τον προτεινόμενο υποψήφιό του στις 11 Σεπτεμβρίου και να παρουσιάσει τον υποψήφιό του για επικύρωση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
. Εν τω μεταξύ, ο Πρόεδρος επέστρεψε την υποψηφιότητα με την αιτιολογία ότι θα ήταν πιο νόμιμη εάν η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί από το νέο προσεχές ΑΔΣ. Αυτό επέτρεψε στη νέα σύνθεση του ΑΔΣ να επανεξετάσει την πρόταση υποψηφιότητας κατά τη συνεδρίασή του στις 19 Οκτωβρίου, οπότε ο επιλεγείς υποψήφιος επικυρώθηκε με δεύτερη ψηφοφορία με ευρεία πλειοψηφία.
Το άλλο κύριο θεσμικό όργανο που συγκροτήθηκε βάσει του Συντάγματος για την προστασία της ανεξαρτησίας του δικαστικού συστήματος είναι η Επιθεώρηση. Συνταγματικές τροποποιήσεις που θεσπίστηκαν το 2015 έδωσαν στην Επιθεώρηση μεγαλύτερες εξουσίες σε βασικούς τομείς όπως η ακεραιότητα, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων και τα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία των δικαστών, και έναν πιο κεντρικό ρόλο στην προετοιμασία της πειθαρχικής διαδικασίας. Μολονότι το ΑΔΣ εξακολουθεί να είναι αρμόδιο για τις τελικές αποφάσεις σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες, οι εξουσίες αυτές είναι αναπόφευκτα ευαίσθητες – οι πειθαρχικές αποφάσεις του ΑΔΣ έχουν οδηγήσει σε αντιπαραθέσεις στο παρελθόν – και, ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η έκθεση του Ιανουαρίου του 2017 συνέστησε στις βουλγαρικές αρχές να προσφύγουν σε εξωτερική εμπειρογνωμοσύνη ώστε να βελτιωθεί η πρακτική λειτουργία του νέου συστήματος επιθεωρήσεων και πειθαρχικών διαδικασιών. Τον Οκτώβριο, η Επιτροπή της Βενετίας ενέκρινε γνωμοδότηση για τη Βουλγαρία, η οποία περιέχει σημαντικά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω αξιολόγηση στο πλαίσιο της εν λόγω επανεξέτασης.
Με βάση την ανάλυση των συστάσεων 1, 2 και 3, συνολικά, η Βουλγαρία έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο σχετικά με τον πρώτο στόχο αναφοράς. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία από τις συστάσεις 2 και 3 εξακολουθούν να εκκρεμούν και θα απαιτηθεί περαιτέρω παρακολούθηση κατά τους προσεχείς μήνες.
3.2
Δεύτερος στόχος αναφοράς: Νομικό πλαίσιο
Σύσταση 4: Να εγκριθούν τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Ποινικού Κώδικα με στόχο τη βελτίωση του νομικού πλαισίου για τη δίωξη της διαφθοράς υψηλού επιπέδου και των σοβαρών μορφών οργανωμένου εγκλήματος.
Όσον αφορά τις ποινικές διαδικασίες, τον Ιούλιο εγκρίθηκε από την Εθνοσυνέλευση μια δέσμη τροποποιήσεων του κώδικα ποινικής δικονομίας. Οι προτάσεις αυτές αποσκοπούν να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις σε ποινικές διαδικασίες, ιδίως με τον περιορισμό της δυνατότητας των δικαστηρίων να αναπέμπουν τις υποθέσεις στην Εισαγγελία για τυπικούς λόγους. Ενώ πολλές από τις αλλαγές συνάδουν με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν ήδη το φθινόπωρο του 2016, εκφράστηκαν ανησυχίες ότι η τελική δέσμη προωθείται στην Εθνοσυνέλευση χωρίς αρκετό χρόνο για ευρύτερη συζήτηση εντός του δικαστικού σώματος, έτσι ώστε ορισμένες πιθανές ανησυχίες δεν καλύπτονται. Μία συνέπεια αυτών των τροποποιήσεων που θεσπίστηκαν προσφάτως ήταν η μεταβίβαση της δικαιοδοσίας για υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν υψηλόβαθμους λειτουργούς – μεταξύ των οποίων και υπουργούς, βουλευτές και δικαστές – στο Ειδικό Δικαστήριο για το οργανωμένο έγκλημα. Η πολύ σύντομη προθεσμία που έχει οριστεί για την υλοποίηση αυτής της αλλαγής προκάλεσε οργανωτικά προβλήματα. Όπως σημειώνεται στην έκθεση του Ιανουαρίου, είναι αναγκαίο οι αλλαγές αυτού του είδους να προετοιμάζονται προσεκτικά και να συνοδεύονται από τη δέουσα ανάλυση των αναγκών σε πόρους και των πιθανών νομικών επιπτώσεων των αλλαγών. Επιπλέον, ο τροποποιημένος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας συνοδευόταν από συγκεκριμένες τροποποιήσεις του νόμου για το δικαστικό σύστημα που προβλέπουν μια νέα δυνατότητα για την καθαίρεση δικαστών, κάτι που έχει επισημανθεί ως πρόβλημα και από την Επιτροπή της Βενετίας. Γενικότερα, ο αντίκτυπος των σχετικά πρόσφατων αλλαγών αναμένεται ότι θα γίνει αισθητός στο ιστορικό επιδόσεων σε διάφορες υποθέσεις καθώς θα εφαρμόζονται στην πράξη οι διάφορες διατάξεις.
Μια σειρά πρόσθετων τομέων για ενδεχόμενες νομοθετικές τροποποιήσεις της ποινικής δικονομίας και του ποινικού κώδικα είναι υπό εξέταση σε ομάδες εργασίας που υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, οι οποίες επωφελούνται από τεχνική συνεισφορά από την Εισαγγελία και άλλες πηγές, για την αντιμετώπιση ζητημάτων που επισημάνθηκαν στο πλαίσιο του τρίτου και του τέταρτου στόχου αναφοράς. Τα υπό εξέταση ζητήματα εντοπίστηκαν από εμπειρογνώμονες και από τις βουλγαρικές αρχές ως συναφή για την πιο αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη σοβαρών αδικημάτων που συνδέονται με τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα. Ωστόσο, προκειμένου να ενισχυθεί η απαραίτητη εμπιστοσύνη του ευρύτερου κοινού στη διαδικασία αυτή, καθώς και η αποδοχή των προτεινόμενων αλλαγών από το δικαστικό σώμα, είναι ζωτικής σημασίας οι θεμελιώδεις αλλαγές της ποινικής νομοθεσίας να πραγματοποιούνται με διαφάνεια, μετά από δημόσια συζήτηση στο πλαίσιο των δικαστικών επαγγελμάτων και μετά από διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών. Όχι μόνο το περιεχόμενο των τροποποιήσεων της νομοθεσίας, αλλά και η διαδικασία που χρησιμοποιείται για την προετοιμασία και έγκρισή τους, έχουν επιπτώσεις στη βιωσιμότητα της προόδου.
Συνολικά, η Βουλγαρία έχει λάβει συγκεκριμένα μέτρα για να εφαρμόσει τη σύσταση 4 με σκοπό την επίτευξη των στόχων του δεύτερου στόχου αναφοράς. Ορισμένες τροποποιήσεις του κώδικα ποινικής δικονομίας έχουν ήδη εγκριθεί και περαιτέρω νομοθετικές προτάσεις βρίσκονται υπό εκπόνηση σε σχέση με τον τρίτο και τον τέταρτο στόχο αναφοράς. Η επιτυχής εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων θα απαιτήσει προσεκτική προετοιμασία και παρακολούθηση, εκτός από τη δημόσια συζήτηση και διαβούλευση με τους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς στον χώρο της δικαιοσύνης και την κοινωνία των πολιτών.
3.3
Τρίτος στόχος αναφοράς: Συνέχιση της μεταρρύθμισης του δικαστικού συστήματος
Σύσταση 5: Να δημοσιευθεί έκθεση για δημόσια διαβούλευση στην οποία θα αναφέρεται λεπτομερώς η επιτευχθείσα πρόοδος όσον αφορά την υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής για τη δικαστική μεταρρύθμιση και θα καθορίζονται τα εναπομένοντα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Να καθιερωθεί μηχανισμός για συνεχή δημοσίευση εκθέσεων προόδου για το εναπομένον διάστημα υλοποίησης της στρατηγικής.
Σύσταση 6: Να αντιμετωπιστεί η κατάσταση του φόρτου εργασίας στα δικαστήρια με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση βάσει των νέων προτύπων φόρτου εργασίας, και να εγκριθεί χάρτης πορείας για τη μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη παράλληλα με την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης.
Σύσταση 7: Να καταρτιστεί χάρτης πορείας για την εφαρμογή των συστάσεων της έκθεσης της Υπηρεσίας Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων σχετικά με τη μεταρρύθμιση της εισαγγελικής αρχής και τις αλληλεπιδράσεις της με άλλα θεσμικά όργανα, και επίσης να δημιουργηθεί μηχανισμός για τη γνωστοποίηση της προόδου στο ευρύτερο κοινό.
Σύσταση 8: Να καταρτιστεί χάρτης πορείας για την εφαρμογή των συστάσεων της μελέτης [σχετικά με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ], καθώς και μηχανισμός για τη γνωστοποίηση της προόδου στο ευρύτερο κοινό.
Τέσσερις συστάσεις στην έκθεση του Ιανουαρίου 2017 αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της δημόσιας λογοδοσίας και της συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Ο στόχος ήταν η προώθηση της ευρύτερης συμμετοχής της κοινωνίας στη μεταρρυθμιστική διαδικασία και, ως εκ τούτου, στην εξασφάλιση ενός ισχυρότερου στοιχείου μη αναστρεψιμότητας, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης. Ενώ η επιτυχής εφαρμογή της στρατηγικής για τη δικαστική μεταρρύθμιση, τελικά, πρέπει να στηρίζεται στη συμμετοχή πολλών χωριστών θεσμικών οργάνων, τόσο εντός όσο και εκτός του δικαστικού σώματος, η κυβέρνηση και το ΑΔΣ έχουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή, καθώς και στη διαμόρφωση ενός πλαισίου για τη δημόσια συζήτηση και τις διοργανικές διαβουλεύσεις. Έχουν ληφθεί ορισμένα μέτρα από τη βουλγαρική κυβέρνηση, με τη δέσμευση να δημοσιεύει τακτικές εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο στο πλαίσιο της στρατηγικής. Αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση δημόσιας συζήτησης, καθώς και διαλόγου με το ΑΔΣ και το δικαστικό σύστημα εν γένει, σχετικά με τα συγκεκριμένα μέτρα και τους ειδικούς στόχους που πρέπει να επιδιωχθούν προκειμένου να επιτευχθούν οι γενικοί στρατηγικοί στόχοι που καθορίζονται στη στρατηγική του 2014 κατά την εναπομένουσα περίοδο έως το 2020. Αναμένεται η επίσπευση της διαδικασίας αυτής σε συνεργασία με το νεοεκλεγέν ΑΔΣ κατά τους προσεχείς μήνες.
Η μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη και η καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος ηλεκτρονικής δικαιοσύνης ήταν στην ημερήσια διάταξη επί αρκετά έτη, ενώ το προηγούμενο ΑΔΣ είχε προβεί σε σημαντικές προπαρασκευαστικές εργασίες και είναι σε εξέλιξη περαιτέρω ανάλυση στο πλαίσιο ενός έργου που στηρίζεται με κονδύλια της ΕΕ. Εξακολουθεί να φαίνεται ότι πρόκειται για πιο μακροπρόθεσμο έργο, που θα πρέπει να αναπτυχθεί από το νέο ΑΔΣ και επίσης θα απαιτήσει ευρύτερη πολιτική στήριξη. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία μπορούν να προχωρήσουν ταχύτερα. Ειδικότερα, ο Γενικός Εισαγγελέας έχει ήδη παρουσιάσει συγκεκριμένο μοντέλο για την ενοποίηση των τοπικών εισαγγελιών εντός των 28 περιφερειών, πράγμα που δεν απαιτεί αναγκαστικά την παράλληλη ενοποίηση των τοπικών δικαστηρίων. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες του φόρτου εργασίας μεταξύ των δικαστηρίων, καθώς ιδίως τα μεγαλύτερα δικαστήρια στην πρωτεύουσα έχουν υψηλότερο φόρτο εργασίας σε σχέση με το μέσο όρο. Το ζήτημα αυτό αποτελεί αναπόφευκτα ένα από τα σημαντικά θέματα της ημερήσιας διάταξης για το νέο ΑΔΣ κατά την ανάληψη των καθηκόντων του. Εκτός από τη διάθεση επιπλέον προσωπικού στα δικαστήρια με υπερβολικό φόρτο εργασίας, μια άλλη πιθανή προσέγγιση συνίσταται στην επανεξέταση της δικαιοδοσίας για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων. Η κυβέρνηση διερευνά συγκεκριμένες δυνατότητες προς αυτή την κατεύθυνση. Οι αλλαγές αυτές απαιτούν φυσικά κατάλληλες διαβουλεύσεις και συζητήσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως δεδομένου του αντικτύπου όσον αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Σημαντικά πεδία για περαιτέρω πιθανές μεταρρυθμίσεις έχουν επισημανθεί κατά το παρελθόν έτος σε μια ανάλυση της βουλγαρικής εισαγγελίας, η οποία διενεργήθηκε με τη βοήθεια της υπηρεσίας στήριξης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Επιτροπής (SRSS) με μια ομάδα ανώτερων εισαγγελέων από τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι βουλγαρικές αρχές – με την Εισαγγελία επικεφαλής και με την υποστήριξη του Υπουργείου Δικαιοσύνης – έχουν καταρτίσει έναν χάρτη πορείας που περιέχει ορισμένες δράσεις για να δοθεί συνέχεια στην εν λόγω ανάλυση. Δεδομένης της πολυπλοκότητας του ζητήματος, πολλές από τις προβλεπόμενες δράσεις του χάρτη πορείας δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα και αποφάσεις σχετικά με περαιτέρω ενέργειες. Θα φανεί από τις εξελίξεις αν μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση μεταξύ των διαφόρων εμπλεκόμενων θεσμικών φορέων σχετικά με τις αλλαγές που είναι απαραίτητες προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η διεξοδική συνέχεια στις συστάσεις που διατυπώνονται στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων.
Σε χωριστή πρωτοβουλία το 2016, η Εισαγγελία πραγματοποίησε η ίδια ανάλυση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) σχετικά με την αναποτελεσματικότητα των ποινικών ερευνών στη Βουλγαρία. Οι ενέργειες για να δοθεί συνέχεια στην εν λόγω ανάλυση προχωρούν επίσης στο πλαίσιο του χάρτη πορείας που έχει καταρτιστεί από την εισαγγελία και ο οποίος βρίσκεται στο στάδιο της υλοποίησης.
Συνολικά, η Βουλγαρία άρχισε να λαμβάνει μέτρα για την εφαρμογή των τεσσάρων συστάσεων στο πλαίσιο του τρίτου στόχου αναφοράς. Ωστόσο, οι εν λόγω πρωτοβουλίες δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και πρέπει να μετασχηματιστούν σε ένα σαφές σχέδιο δράσεων που πρέπει να αναληφθούν σε βασικούς τομείς.
3.4
Τέταρτος στόχος αναφοράς: Διαφθορά στα υψηλά κλιμάκια
Σύσταση 9: Να θεσπιστεί νέο νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς, σύμφωνα με τις προθέσεις που παρατίθενται στη στρατηγική κατά της διαφθοράς, και να διασφαλιστεί η εφαρμογή του. Να συσταθεί αποτελεσματική αρχή καταπολέμησης της διαφθοράς.
Σύσταση 10: Να θεσπιστεί και να υλοποιηθεί μια μεταρρύθμιση του νόμου περί δημόσιας διοίκησης για την ενίσχυση των εσωτερικών επιθεωρήσεων στη δημόσια διοίκηση.
Σύσταση 11: Με βάση την ανάλυση παλαιών υποθέσεων, να καταρτιστεί χάρτης πορείας μεταξύ όλων των σχετικών θεσμικών οργάνων προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες στη διερεύνηση και δίωξη υποθέσεων διαφθοράς υψηλού επιπέδου, καθώς και μηχανισμός για τη γνωστοποίηση της προόδου στο ευρύτερο κοινό.
Σύσταση 12: Να καθιερωθεί μηχανισμός για τη δημοσιοποίηση εκθέσεων προόδου σε υποθέσεις [διαφθοράς] που αφορούν υψηλά κλιμάκια της δημόσιας διοίκησης. Να υποβάλλονται εκθέσεις από τη Γενική Εισαγγελία - με παράλληλο σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας - σχετικά με έρευνες και απαγγελίες κατηγοριών. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο και το Υπουργείο Δικαιοσύνης να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις καταδίκες και την εκτέλεση των ποινών.
Η καταπολέμηση της διαφθοράς επισημάνθηκε στην έκθεση του ΜΣΕ του Ιανουαρίου ως ο τομέας όπου έχει σημειωθεί η μικρότερη πρόοδος στη Βουλγαρία κατά τη διάρκεια των δέκα ετών του ΜΣΕ, μεταξύ άλλων όσον αφορά την υλοποίηση της στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς που εγκρίθηκε το 2015 και τις σχετικές προσπάθειες για την έγκριση συνολικής μεταρρύθμισης του νομοθετικού πλαισίου και τη δημιουργία ενιαίου οργανισμού καταπολέμησης της διαφθοράς. Η νέα κυβέρνηση υπέβαλε αναθεωρημένο σχέδιο στην Εθνοσυνέλευση στις 4 Οκτωβρίου με δεδηλωμένο στόχο να εξασφαλίσει την έγκριση της σημαντικής αυτής νομοθετικής μεταρρύθμισης μέχρι το τέλος του έτους. Όταν εγκριθεί ο νόμος, θα πρέπει να ιδρυθεί και να αρχίσει να λειτουργεί το νέο θεσμικό όργανο. Ένα βασικό σημείο θα είναι ο διορισμός της ηγεσίας του νέου αυτού θεσμικού οργάνου με ανοιχτή και διαφανή διαδικασία, πράγμα που θα εξασφαλίσει για το νέο θεσμικό όργανο ευρεία εμπιστοσύνη στην ευρύτερη κοινωνία, καθώς και μεταξύ των δημόσιων λειτουργών.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς του 2015 αφορά τη λειτουργία των εσωτερικών επιθεωρήσεων της κρατικής διοίκησης. Αυτές οι σημαντικές δομές είναι υπεύθυνες για τον εσωτερικό έλεγχο των ορθών διοικητικών πρακτικών αλλά έχουν λειτουργήσει μέχρι σήμερα χωρίς σαφές νομικό πλαίσιο και κοινά πρότυπα λειτουργίας. Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος των επιθεωρήσεων, σχέδιο τροποποιήσεων του νόμου περί δημόσιας διοίκησης παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2017 και εγκρίθηκε από την Εθνοσυνέλευση στις 12 Οκτωβρίου. Ο νέος νόμος πρέπει τώρα να υλοποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο σε οργανωτικό επίπεδο.
Εκτός από αυτές τις μεταρρυθμίσεις βασικών θεσμικών δομών, η Βουλγαρία πρέπει επίσης να καθιερώσει ένα ιστορικό επιδόσεων όσον αφορά την αποτελεσματική διερεύνηση, εντοπισμό και δίωξη της διαφθοράς. Πολλές από τις προκλήσεις που έχουν επισημανθεί στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου στόχου αναφοράς έχουν ιδιαίτερη σημασία επίσης εν προκειμένω. Ωστόσο, προκειμένου να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στις προκλήσεις που συνδέονται με υποθέσεις διαφθοράς στα υψηλά κλιμάκια, η Εισαγγελία διενήργησε ανάλυση ενός δείγματος υποθέσεων που είχαν διεκπεραιωθεί από το 2013, προκειμένου να εντοπίσει τυχόν διδάγματα που πρέπει να αντληθούν και μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να καταστούν οι λόγω έρευνες και διαδικασίες πιο αποδοτικές στο μέλλον. Με βάση την ανάλυση αυτή, καταρτίστηκε χάρτης πορείας ο οποίος προωθείται από τα αρμόδια θεσμικά όργανα. Θα υπάρχει τακτική υποβολή εκθέσεων στο Εθνικό Συμβούλιο για τις Πολιτικές Καταπολέμησης της Διαφθοράς, που συστάθηκε στο πλαίσιο της προηγούμενης κυβέρνησης με σκοπό τη συγκέντρωση των διάφορων θεσμικών φορέων που ασχολούνται με την πολιτική κατά της διαφθοράς και προεδρεύεται από έναν εθνικό συντονιστή για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Όσο για τους άλλους οδικούς χάρτες που αναφέρονται στον τρίτο στόχο αναφοράς ανωτέρω, πολλά από τα προτεινόμενα μέτρα περιορίζονται μόνο σε μια γενική διατύπωση και δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε συγκεκριμένες δράσεις.
Τέλος, ένα σημαντικό στοιχείο στο οποίο στηρίζεται μια αξιόπιστη στρατηγική για τη διερεύνηση και δίωξη της διαφθοράς στα υψηλά κλιμάκια είναι η ύπαρξη ενός συνεκτικού πλαισίου για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με την πρόοδο. Σε συνέχεια της σύστασης που περιλαμβάνεται στην έκθεση του Ιανουαρίου 2017, το βουλγαρικό Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο θέσπισε έναν μηχανισμό για την παρακολούθηση και την υποβολή αναφορών σχετικά με υποθέσεις διαφθοράς κατά τη διάρκεια της πορείας τους μέσω του δικαστικού συστήματος. Αυτό συμπληρώνει τις ανακοινώσεις εκ μέρους της εισαγγελίας σχετικά με τις διωκτικές ενέργειες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Συνολικά, η Βουλγαρία έχει λάβει μέτρα για να ανταποκριθεί στις τέσσερις συστάσεις της έκθεσης του Ιανουαρίου στο πλαίσιο του τέταρτου στόχου αναφοράς. Ωστόσο, απομένουν ακόμη πολλές σημαντικές πρωτοβουλίες που πρέπει να εγκριθούν και να τεθούν σε εφαρμογή. Άλλες βρίσκονται σε αρχικό στάδιο υλοποίησης, χωρίς να έχουν οριστεί σαφώς συγκεκριμένες δράσεις.
3.5
Πέμπτος στόχος αναφοράς: Διαφθορά εν γένει, μεταξύ άλλων και στο τοπικό επίπεδο και στα σύνορα
Σύσταση 13: Να διενεργηθεί εξωτερική επανεξέταση των εκ των προτέρων ελέγχων των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων και της παρακολούθησής τους, καθώς και των εκ των υστέρων ελέγχων, μεταξύ άλλων και σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων ή διαφθοράς που αποκαλύφθηκαν και διορθωτικών μέτρων που ελήφθησαν, για την αντιμετώπιση των εντοπισμένων αδυναμιών.
Σύσταση 14: Να εφαρμοστούν μέτρα βάσει κινδύνου για την καταπολέμηση της διαφθοράς στα χαμηλά κλιμάκια σε τομείς υψηλού κινδύνου εντός της δημόσιας διοίκησης, λαμβάνοντας ως παράδειγμα τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών. Να συνεχιστούν οι προσπάθειες στο Υπουργείο Εσωτερικών.
Σύσταση 15: Να καθιερωθεί μηχανισμός για τη δημοσιοποίηση εκθέσεων σχετικά με την υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής για την πάταξη της διαφθοράς που να καλύπτει το εναπομένον διάστημα υλοποίησης της στρατηγικής.
Η έκθεση του Ιανουαρίου 2017 αναγνώρισε την πρόοδο στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων και συνέστησε στη Βουλγαρία να προβεί σε εξωτερική αξιολόγηση της λειτουργίας του νέου συστήματος εκ των προτέρων ελέγχων και της παρακολούθησής τους. Ανταποκρινόμενες στη σύσταση αυτή, οι βουλγαρικές αρχές φέρονται να προβλέπουν την ανάθεση σε εξωτερικό ανάδοχο που θα διενεργήσει την εν λόγω επανεξέταση το 2018.
Ένας άλλος τομέας εργασιών στο πλαίσιο της στρατηγικής εστιάζει στην καθιέρωση σχεδίων για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με στοχευμένα και πρακτικά μέτρα για την πρόληψη της διαφθοράς σε διάφορους τομείς υψηλού κινδύνου. Το Εθνικό Συμβούλιο για τις πολιτικές καταπολέμησης της διαφθοράς αποφάσισε τον Ιούλιο να αρχίσει επανεξέταση των υφιστάμενων τομεακών σχεδίων καταπολέμησης της διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση, με σκοπό να προσδιοριστούν δυνατότητες για περαιτέρω συντονισμένη δράση στον εν λόγω τομέα. Η επανεξέταση αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του έτους και στη συνέχεια θα πρέπει να υπάρξει παρακολούθηση στις διάφορες τομεακές διοικήσεις. Πρόκειται για έναν τομέα όπου χρειάζεται συνεχής και αποφασιστική δράση εκ μέρους των διοικητικών στελεχών, των επιθεωρήσεων και άλλων παραγόντων σε όλη την κρατική διοίκηση.
Η τελευταία σύσταση στο πλαίσιο αυτού του στόχου αναφοράς αποσκοπεί να εξασφαλίσει συνεχιζόμενο δημόσιο διάλογο και ιδιαίτερη προσοχή στο πολιτικό επίπεδο όσον αφορά την υλοποίηση και την περαιτέρω ανάπτυξη της στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, μέσω ενός μηχανισμού δημοσιοποίησης. Οι βουλγαρικές αρχές έχουν αποφασίσει να διατηρήσουν το Εθνικό Συμβούλιο για την πολιτική καταπολέμησης της διαφθοράς και να του αναθέσουν την τακτική αξιολόγηση της προόδου και την σχετική ενημέρωση του κοινού.
Συνολικά, η Βουλγαρία έχει λάβει μέτρα για να ανταποκριθεί στις τρεις συστάσεις της έκθεσης του Ιανουαρίου στο πλαίσιο του πέμπτου στόχου αναφοράς. Με βάση τα μέτρα που έχουν ληφθεί, οι αναγκαίες δράσεις πρέπει να αναληφθούν το 2018.
3.6
Έκτος στόχος αναφοράς: Οργανωμένο έγκλημα
Σύσταση 16: Να καθιερωθεί μηχανισμός για τη δημοσιοποίηση εκθέσεων προόδου σε υποθέσεις [οργανωμένου εγκλήματος] υψηλού επιπέδου που ανήκουν στον δημόσιο τομέα. Να υποβάλλονται εκθέσεις από τη Γενική Εισαγγελία - με παράλληλο σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας - σχετικά με έρευνες και απαγγελίες κατηγοριών. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο και το Υπουργείο Δικαιοσύνης να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις καταδίκες και την εκτέλεση των ποινών.
Σύσταση 17: Να εγκριθούν οι αναγκαίες τροπολογίες του νόμου περί δήμευσης περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος και να διασφαλιστεί η συνέχιση της ανεξάρτητης και αποτελεσματικής λειτουργίας της επιτροπής δήμευσης παράνομων περιουσιακών στοιχείων.
Η έκθεση του Ιανουαρίου 2017 αναγνώρισε ότι κατά τα τελευταία δέκα χρόνια έχει επέλθει ευρεία μεταβολή του εγκληματικού περιβάλλοντος, ενώ το οργανωμένο έγκλημα καθίσταται όλο και λιγότερο βίαιο και αποτελεί μικρότερη απειλή για τη σταθερότητα της κοινωνίας σε σχέση με το παρελθόν και, ως εκ τούτου, η γενική εικόνα που παρουσιάζει η Βουλγαρία καθίσταται όλο και περισσότερο όμοια με την κατάσταση σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, σημειώθηκε ότι τα ειδικευμένα θεσμικά όργανα τα οποία δημιουργήθηκαν το 2012 άρχισαν να διαθέτουν ένα συνεκτικό ιστορικό αποτελεσμάτων όσον αφορά την επιβολή οριστικών καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος και τη δήμευση παράνομα αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων.
Η έκθεση περιέχει, ωστόσο, ορισμένες βασικές τελικές συστάσεις με στόχο την περαιτέρω εδραίωση της θετικής αυτής τάσης. Πρώτον, προτείνεται να καθιερωθεί ένα σύστημα υποβολής αναφορών για τις σοβαρές υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος που θα επιτρέπει στο κοινό και τα μέσα ενημέρωσης να παρακολουθούν την πρόοδο στις εν λόγω υποθέσεις. Η σύσταση αυτή είναι ανάλογη με την παρόμοια σύσταση σχετικά με υποθέσεις διαφθοράς σε υψηλά κλιμάκια και τα μέτρα που λαμβάνονται αφορούν και τις δύο συστάσεις. Όπως σημειώνεται ανωτέρω, η έκθεση του Ιανουαρίου 2017 αναγνώρισε το ιστορικό αποτελεσμάτων του Ειδικού Δικαστηρίου και της Εισαγγελίας για το οργανωμένο έγκλημα. Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι πρόσφατες τροποποιήσεις του νόμου περί ποινικής δικονομίας προβλέπουν σημαντικές οργανωτικές αλλαγές, καθώς η δικαιοδοσία για υποθέσεις υψηλού επιπέδου μεταβιβάζεται στο Ειδικό Δικαστήριο. Η Βουλγαρία θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι εν λόγω αλλαγές θα ενισχύσουν την πρόοδο που έχει ήδη επιτευχθεί στον τομέα αυτόν.
Δεύτερον, προτείνεται να εγκριθούν τροποποιήσεις του νόμου για τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων για να αντιμετωπιστούν ορισμένες προκλήσεις που έχουν εντοπιστεί από την Επιτροπή για τη δήμευση παράνομων περιουσιακών στοιχείων (CIAF). Ανταποκρινόμενες στη σύσταση αυτή, οι βουλγαρικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι η νομοθεσία έχει τροποποιηθεί. Η Επιτροπή επισημαίνει, ωστόσο, ότι η νέα νομοθεσία για την καταπολέμηση της διαφθοράς που βρίσκεται επί του παρόντος υπό εξέταση στην Εθνοσυνέλευση περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την δήμευση παράνομων περιουσιακών στοιχείων και προβλέπει νέο θεσμικό πλαίσιο. Όπως σημειώνεται στην έκθεση του Ιανουαρίου 2017, θα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι αλλαγές αυτές δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την πρόοδο που έχει ήδη σημειωθεί στον τομέα αυτόν και την ικανότητα των θεσμικών οργάνων να διατηρήσουν τη θετική τάση που έχει παρατηρηθεί έως τώρα.
Συνολικά, η Βουλγαρία έλαβε μέτρα για την υλοποίηση των συστάσεων 16 και 17 στο πλαίσιο του έκτου στόχου αναφοράς. Ωστόσο, οι βουλγαρικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι πρόσφατες αποφάσεις σχετικά με τις οργανωτικές και νομικές αλλαγές πραγματοποιούνται κατά τρόπο ώστε να εδραιωθεί η πρόοδος που έχει επιτευχθεί.
4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Κατά τη διάρκεια των εννέα μηνών από την έκθεση του Ιανουαρίου 2017, στην οποία καθορίζονται οι βασικές συστάσεις για την εκπλήρωση όλων των στόχων αναφοράς του ΜΣΕ, σημειώθηκαν περαιτέρω θετικές εξελίξεις. Ενώ η πολιτική αβεβαιότητα προκάλεσε ορισμένες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στις αρχές του έτους, από τον Μάιο και εξής η διαδικασία μεταρρύθμισης έλαβε νέα ώθηση, έστω και εάν τα τελικά αποτελέσματα δεν έχουν φανεί, ιδίως σε τομείς που απαιτούν νομοθετική μεταρρύθμιση και κυβερνητική δράση, όπως η καταπολέμηση της διαφθοράς. Στον δικαστικό τομέα σημειώθηκαν επίσης σημαντικές εξελίξεις εφέτος, ιδίως με την εκλογή νέου ΑΔΣ, ο αντίκτυπος των οποίων αναμένεται να αρχίσει να γίνεται αισθητός κατά το επόμενο έτος.
Η παρούσα έκθεση σημειώνει ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος σχετικά με τις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση του Ιανουαρίου 2017, ιδίως τη σύσταση 1, όπου στο εξής εναπόκειται στη νέα σύνθεση του ΑΔΣ να επιδείξει αποτελέσματα, καθώς και τις συστάσεις 16 και 17, όπου η προοδευτική τάση θα πρέπει να διατηρηθεί. Επίσης, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος σχετικά με τη σύσταση 4, αλλά πολλά παραμένουν ακόμα προς υλοποίηση. Αν και η Επιτροπή δεν έχει ακόμη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οποιοσδήποτε από τους στόχους αναφοράς έχει εκπληρωθεί ικανοποιητικά σε αυτό το στάδιο, εξακολουθεί να είναι της γνώμης ότι με συνεχή πολιτική καθοδήγηση και αποφασιστικότητα να προχωρήσει η μεταρρύθμιση, η Βουλγαρία αναμένεται ότι θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υπόλοιπες εκκρεμείς συστάσεις του ΜΣΕ στο εγγύς μέλλον.
Η Επιτροπή καλεί τη Βουλγαρία να υλοποιήσει τις αναγκαίες δράσεις και να εκπληρώσει όλες τις συστάσεις, και θα αξιολογήσει την πρόοδο εκ νέου προς το τέλος του 2018.