ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 27.5.2016
COM(2016) 316 final
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Επίτευξη των οφελών των περιβαλλοντικών πολιτικών της ΕΕ μέσω της τακτικής επισκόπησης της εφαρμογής τους
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Επίτευξη των οφελών των περιβαλλοντικών πολιτικών της ΕΕ μέσω της τακτικής επισκόπησης της εφαρμογής τους
1.Κενά στην εφαρμογή και οι επιπτώσεις τους
Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος σχετικά με την κατάσταση του περιβάλλοντος το 2015 δηλώνει: «Η επίτευξη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων βελτιώσεων στο περιβάλλον, την ανθρώπινη υγεία και την οικονομική ευημερία στην Ευρώπη βασίζεται στην πλήρη εφαρμογή των πολιτικών και στην καλύτερη ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στις τομεακές πολιτικές που συμβάλλουν περισσότερο στις περιβαλλοντικές πιέσεις και επιπτώσεις.» Η Επιτροπή εντόπισε τις προκλήσεις και τις λύσεις, με σκοπό να καλυφθούν τα κενά εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, σε δύο ανακοινώσεις το 2008 και το 2012 αντίστοιχα.
Η φύση των κενών εφαρμογής ποικίλλει μεταξύ των διαφόρων τομέων και των κρατών μελών. Τα κενά μπορεί να παρουσιάζονται εξαιτίας των εθνικών περιβαλλοντικών κανόνων όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ· στην επίτευξη των σημαντικότερων συμφωνημένων στόχων σχετικά με την ποιότητα του αέρα, την ποιότητα των υδάτων και τη βιοποικιλότητα· στην ολοκλήρωση των απαιτούμενων υποδομών διαχείρισης αποβλήτων και λυμάτων·στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές επικοινωνούν με το κοινό· στην εκπλήρωση εγγυήσεων, όπως είναι η έγκαιρη ολοκλήρωση υποχρεωτικών περιβαλλοντικών σχεδίων, για παράδειγμα, των σχεδίων διαχείρισης αποβλήτων· και στη συμμόρφωση με ένα ευρύ σύνολο κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται στην πράξη, όπως η απαγόρευση της απόρριψης αποβλήτων.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του 2008 για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΚ, οι προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι η μη δέουσα προσοχή στις προθεσμίες και στην πληρότητα, η ανεπάρκεια γνώσεων και ευαισθητοποίησης, η ανεπάρκεια στις διοικητικές ικανότητες, οι ελλιπείς εθνικές και περιφερειακές πολιτικές και πρακτικές επιβολής και οι ελλιπείς και καθυστερημένες επενδύσεις σε αναγκαίες υποδομές για τη μείωση της ρύπανσης.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας έρευνας του 2015 σχετικά με τις εθνικές περιβαλλοντικές αρχές, για την έλλειψη προόδου στην εφαρμογή ευθύνονται κοινοί υποκείμενοι παράγοντες. Ο κύριος υποκείμενος λόγος είναι η ανεπαρκής ικανότητα των διοικήσεων που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας, των οργανώσεων που είναι υπεύθυνες για την περιβαλλοντική νομοθεσία και την επιβολή της, ενώ άλλες αιτίες είναι τα ανεπαρκή δεδομένα, στοιχεία και πληροφορίες, καθώς και η έλλειψη δεξιοτήτων σε τοπικό επίπεδο. Επίσης, επισημάνθηκε η ακαταλληλότητα των κυρώσεων και το επίπεδο των προστίμων που δεν αποτρέπει τους παραβάτες της νομοθεσίας.
Σύμφωνα με την έρευνα άλλοι παράγοντες στους οποίους οφείλεται η ελλιπής εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής είναι: η έλλειψη συντονισμού των κρατικών υπηρεσιών ώστε να εξασφαλιστεί συνοχή μεταξύ των οριζόντιων (σε κυβερνητικό επίπεδο) και των κάθετων (μεταξύ των διοικητικών επιπέδων, δηλ. σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο) προτεραιοτήτων, και η ανεπαρκής ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών στόχων σε διάφορες πολιτικές, προγράμματα και έργα.
Τα βαθύτερα αίτια των κενών εφαρμογής πρέπει να αντιμετωπιστούν με ολοκληρωμένο, συστηματικό και συντονισμένο τρόπο, για δύο τουλάχιστον λόγους.
Πρώτον, η ελλιπής εφαρμογή συνεπάγεται περιβαλλοντικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Για παράδειγμα, έχει υπολογιστεί ότι το κόστος της ζημίας που προκαλούν οι ατμοσφαιρικοί ρύποι των ευρωπαϊκών βιομηχανιών στην υγεία και το περιβάλλον υπερβαίνει τα 100 δισ. ευρώ ετησίως. Το οικονομικό κόστος από τη μη εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου υπολογίστηκε σε περίπου 50 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως το 2011, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για νομικές διαδικασίες κατά των κρατών μελών (διαδικασίες επί παραβάσει). Αυτό σημαίνει ότι κάθε μήνα δημιουργούνται περιττά έξοδα ύψους άνω των 4 δισ. ευρώ στην ΕΕ, παρά το ότι η πείρα έχει δείξει πως η συμμόρφωση είναι πολύ φθηνότερη από τη μετέπειτα αποκατάσταση του οικονομικού και περιβαλλοντικού κόστους της αδράνειας ή της καθυστερημένης ανάληψης δράσης. Η μη εφαρμογή των υφιστάμενων περιβαλλοντικών απαιτήσεων συνεπάγεται κοινωνικές και οικονομικές δαπάνες. Για παράδειγμα, η πλήρης συμμόρφωση με την πολιτική της ΕΕ για τα απόβλητα μέχρι το 2020 θα μπορούσε να δημιουργήσει 400.000 επιπλέον θέσεις εργασίας και πρόσθετο ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 42 δισ. ευρώ στις βιομηχανίες διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης
. Παρομοίως, αν εφαρμοζόταν πλήρως η νομοθεσία της ΕΕ στον τομέα των υδάτων και η κατάσταση όλων των υδατικών συστημάτων βαθμολογούνταν ως «καλή», τα συνδυασμένα ετήσια οφέλη θα ανέρχονταν σε τουλάχιστον 2,8 δισ. ευρώ.Το γεγονός ότι επικρατούν μεγάλες διαφορές εφαρμογής μεταξύ των κρατών μελών δημιουργεί επίσης εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (μη ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις).
Δεύτερον, η μη επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της ΕΕ επηρεάζει την αξιοπιστία τόσο των εθνικών αρχών όσο και της ΕΕ στα μάτια των πολιτών. Ο μεγάλος αριθμός παραβάσεων, αναφορών και καταγγελιών στον τομέα του περιβάλλοντος και οι προκλήσεις που συνεπάγεται η επεξεργασία τους αντικατοπτρίζουν το ανεπαρκές επίπεδο εφαρμογής του κεκτημένου στον τομέα του περιβάλλοντος. Αν και πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα εθνικά δικαστήρια και οι εθνικές περιβαλλοντικές αρχές, που είναι πρωτίστως αρμόδια για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας, έχουν καταβάλει προσπάθειες για την εφαρμογή και την επιβολή των περιβαλλοντικών κανόνων, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλειφθούν τα κενά εφαρμογής. Αξίζει επίσης να σημειωθεί στο πλαίσιο αυτό ότι, παρά το ότι ορισμένα κράτη μέλη και περιφέρειες έχουν να επιδείξουν εξαιρετικό ιστορικό στην εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου, άλλα υστερούν και μερικές φορές σε μεγάλο βαθμό.
2.Ανάγκη διαμόρφωσης στρατηγικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης
Παρότι η εφαρμογή αποτελεί κατά κύριο λόγο καθήκον των κρατών μελών, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, έχει τον δικό της ρόλο στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της να εποπτεύει την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαδικασίες επί παραβάσει παραμένουν σε τελική ανάλυση σημαντικό εργαλείο για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας και, εδώ και αρκετά χρόνια, έχουν αναληφθεί στοχοθετημένες δράσεις με αποδέκτη τα κράτη μέλη για την ενίσχυση της συμμόρφωσης, ιδίως σε τομείς με το χαμηλότερο ποσοστό εφαρμογής. Αυτό συνέβη, μεταξύ άλλων, στους τομείς της διαχείρισης των αποβλήτων και του νερού. Οι εν λόγω στοχοθετημένες δράσεις έχουν ζωτική σημασία και θα συνεχιστούν, αλλά θα πρέπει να ενταχθούν σε μια συστημική προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη τις διατομεακές πτυχές, να δίνει ολοκληρωμένη εικόνα των επιτευγμάτων και των προκλήσεων και να καθορίζει το μέγεθος και το φάσμα των προτεραιοτήτων που απαιτούν όχι μόνο τεχνική αλλά και πολιτική προσοχή.
Μια τέτοια στρατηγική και ολοκληρωμένη προσέγγιση, η οποία σήμερα απουσιάζει, εκτιμάται ότι θα επιτρέψει να διαγνωστούν και να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια των κενών εφαρμογής σε προγενέστερο στάδιο και μέσω μιας εταιρικής σχέσης μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής. Με βάση τη διάγνωση αυτή η Επιτροπή θα ήταν έτοιμη να στηρίξει τις προσπάθειες των κρατών μελών παρέχοντας τεχνική εμπειρογνωμοσύνη και καλύτερα στοχοθετημένη χρηματοδοτική στήριξη από τους διαθέσιμους πόρους της ΕΕ.
Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με το 7ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον, το οποίο δίνει προτεραιότητα στη βελτίωση της εφαρμογής έτσι ώστε να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι και ανταποκρίνεται επίσης στην ανάγκη να παρασχεθεί ανάλυση και υποστήριξη ειδικά προσαρμοσμένες στις ανάγκες των κρατών μελών, καθώς και να ενισχυθούν η κατανόηση και η ευαισθητοποίηση σε σχέση με τα κενά εφαρμογής
.
3.Αρχές και στόχοι της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικησ
Ο πρωταρχικός στόχος της πρωτοβουλίας επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής (Environmental Implementation Review, EIR) είναι να στηριχθεί η επίτευξη των στόχων της υφιστάμενης περιβαλλοντικής πολιτικής και νομοθεσίας και παράλληλα να διασφαλιστεί πλήρως η ίση μεταχείριση των κρατών μελών. Οι στόχοι που καθορίζονται στους υφιστάμενους συμφωνηθέντες κανόνες και πολιτικές αποτελούν το σύνολο των δεικτών αναφοράς με βάση τους οποίους παρακολουθείται η πρόοδος εφαρμογής.
Η διαδικασία (EIR) θα πρέπει να είναι συμμετοχική και χωρίς αποκλεισμούς. Τα κράτη μέλη θα κληθούν να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, όπως είναι ο ιδιωτικός τομέας, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι εκπρόσωποι των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης, έτσι ώστε να συζητηθούν τα βασικά κενά εφαρμογής και να αναζητηθούν πιθανές λύσεις.
Η διαδικασία (EIR) θα είναι ευέλικτη, καθώς αφενός, θα λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες εθνικές προκλήσεις στην αξιολόγηση της Επιτροπής και, αφετέρου, θα αναγνωρίζεται πλήρως ότι τα κράτη μέλη έχουν την ελευθερία να επιλέγουν τους τρόπους και τα μέσα εφαρμογής, υπό την προϋπόθεση ότι η δράση τους οδηγεί στην επίτευξη των κοινών στόχων που επιδιώκουν το περιβαλλοντικό κεκτημένο και πολιτικές.
Η πρωτοβουλία αυτή θα συνάδει με τις υπάρχουσες εργασίες εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής. Τα αποτελέσματα θα βασίζονται στις πληροφορίες και τα στοιχεία που έχουν ήδη συγκεντρωθεί από την Επιτροπή (συμπεριλαμβανομένης της Eurostat και του Κοινού Κέντρου Ερευνών), τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, κ.λπ., και επίσημες εθνικές πηγές. Παρομοίως, τα πορίσματα από τους διάφορους ελέγχους καταλληλότητας που εκτελεί η Επιτροπή σχετικά με την υφιστάμενη περιβαλλοντική νομοθεσία, μεταξύ άλλων στον τομέα της υποβολής εκθέσεων για το περιβάλλον, και οι εκτιμήσεις των επιπτώσεων για μελλοντικές νομοθετικές προτάσεις θα τροφοδοτήσουν τη διαδικασία.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διεξάγει την επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής με τους ακόλουθους στόχους:
παροχή τεκμηριωμένης και συνθετικής εικόνας της κατάστασης σε κάθε κράτος μέλος όσον αφορά τα σημαντικότερα κενά στην εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής, με βάση ένα σύνολο δεικτών αξιολόγησης που απηχούν τους υπάρχοντες συμφωνημένους στόχους πολιτικής και τις βασικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στην περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ·
δυνατότητα διεξαγωγής ενός διαρθρωμένου διαλόγου με τα κράτη μέλη σχετικά με τα επιτεύγματα και τις προκλήσεις για την αντιμετώπιση των κενών εφαρμογής και για τις ενέργειες που πρέπει να αναληφθούν·
παροχή προσαρμοσμένης υποστήριξης στα κράτη μέλη, έτσι ώστε να βελτιώσουν την εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου και των πολιτικών της ΕΕ·
ενίσχυση της νοοτροπίας συμμόρφωσης της ΕΕ στον τομέα των περιβαλλοντικών πολιτικών·
εξασφάλιση τεκμηριωμένης βάσης για τη διεξαγωγή πολιτικών συζητήσεων και τη λήψη αποφάσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ όσον αφορά τις οριζόντιες προκλήσεις, τις ευκαιρίες και τις πιθανές λύσεις με σκοπό την περαιτέρω μείωση των κενών εφαρμογής· εντοπισμός και γνωστοποίηση βέλτιστων πρακτικών και κοινών προβλημάτων, αξιοποίηση της εμπειρίας που έχει συσσωρευτεί σε όλη την ΕΕ, καθώς και ανάπτυξη συνεργασίας με όλο το φάσμα των ενδιαφερομένων μερών σε δράσεις για την αντιμετώπιση των κενών σε επίπεδο εφαρμογής.
4.Ο κύκλος επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικησ
Σε πρώτη φάση θα καταρτίζονται ανά διετία ειδικές ανά χώρα εκθέσεις οι οποίες θα επικεντρώνονται σε βασικά θέματα στον τομέα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής σε κάθε κράτος μέλος. Το πρώτο μέρος θα αφορά θεματικούς τομείς, όπως η κυκλική οικονομία, η αποδοτικότητα των πόρων και η διαχείριση των αποβλήτων· η βιοποικιλότητα, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, η προστασία του εδάφους, οι πράσινες υποδομές και η εκτίμηση του φυσικού κεφαλαίου· η ποιότητα του αέρα, η ποιότητα και η διαχείριση των υδάτων, τα χημικά προϊόντα και η αειφορία των πόλεων. Το δεύτερο μέρος θα καλύπτει τη δημιουργία ενός ευνοϊκού πλαισίου και τα μέσα εφαρμογής, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ποιότητα της διοικητικής ικανότητας, η διασφάλιση της συμμόρφωσης, η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και σε μηχανισμούς έννομης προστασίας, η πρόσβαση σε πληροφορίες, γνώσεις και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το περιβάλλον· η περιβαλλοντική φορολογία, η σταδιακή κατάργηση των επιζήμιων για το περιβάλλον επιδοτήσεων, οι πράσινες δημόσιες συμβάσεις και επενδύσεις.
Οι εν λόγω εκθέσεις θα επισημαίνουν τις βασικές προκλήσεις και επιτυχίες κάθε κράτους μέλους στην εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου της ΕΕ και των πολιτικών της και θα προτείνουν πιθανές λύσεις. Οι εκθέσεις θα έχουν ως βάση τους και θα κατευθύνουν περαιτέρω την υπάρχουσα θεματική διμερή συνεργασία για την εφαρμογή και την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής πολιτικής σε άλλους τομείς πολιτικής που πραγματοποιεί η Επιτροπή με κάθε κράτος μέλος. Θα καθορίσουν το πλαίσιο για τον εν λόγω διμερή διάλογο ανά χώρα και τις τομεακές δράσεις προαγωγής της συμμόρφωσης μεταξύ της Επιτροπής και του εκάστοτε κράτους μέλους. Η Επιτροπή θα προβεί σε διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη πριν από την οριστικοποίηση των εκθέσεων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ακρίβειά τους. Κατόπιν έγκρισής τους από την Επιτροπή, οι εκθέσεις ανά χώρα θα δημοσιοποιούνται.
Σε δεύτερη φάση, η οποία θα βασίζεται στα προαναφερθέντα, θα δημιουργηθεί το πλαίσιο για να συζητώνται σε υψηλόβαθμο επίπεδο τα σημαντικά κενά εφαρμογής που παρατηρούνται από κοινού σε πολλά κράτη μέλη. Τα βασικά πορίσματα από τις 28 ειδικές ανά χώρα εκθέσεις θα συνοψίζονται σε συνοδευτικό έγγραφο που θα δημοσιεύεται μαζί με τις εκθέσεις. Ανάλογα με τη σημασία των πορισμάτων, η Επιτροπή θα εκπονεί ειδικά θεματικά έγγραφα για να διερευνούν περαιτέρω, σε συνεργασία με το Συμβούλιο, ορισμένα θέματα που αφορούν πολλά κράτη μέλη και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και προσπάθειας. Τα εν λόγω θεματικά έγγραφα θα υποβάλλονται στο Συμβούλιο για ανταλλαγή απόψεων όσον αφορά τις προσεγγίσεις, τις εμπειρίες και τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί για τα θέματα αυτά, ιδίως στις περιπτώσεις που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις για το περιβάλλον και την ανταγωνιστικότητα.
Η Επιτροπή θα ενημερώνει επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα βασικά οριζόντια πορίσματά της, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον εποπτικό της ρόλο με βάση τις Συνθήκες. Επίσης, θα διατηρεί επαφή με την Επιτροπή των Περιφερειών αναφορικά με τα εν λόγω σημαντικότερα οριζόντια πορίσματα, έτσι ώστε οι τοπικοί και οι περιφερειακοί εκπρόσωποι να συμμετέχουν στην ευαισθητοποίηση για συγκεκριμένες δράσεις. Τα πορίσματα των διαλόγων αυτών θα τροφοδοτούν την παρακολούθηση από την Επιτροπή κάθε κύκλου της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής.
Από τον δεύτερο κύκλο και μετά, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί ως προς την εφαρμογή, ιδίως στο πλαίσιο της παρακολούθησης των συμπερασμάτων του προηγούμενου κύκλου.
5.Αναμενόμενα οφέλη
Η επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής έχει ως στόχο να συμβάλει στην αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής και νομοθεσίας συμπληρώνοντας τους μηχανισμούς επιβολής. Ένα σαφές πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι δίνει τη δυνατότητα να τεθούν κρίσιμα ζητήματα και να προκύψουν ενδεχομένως διαρθρωτικές λύσεις κατά τρόπο προληπτικό και διαφανή, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και πριν από τη λήξη των προθεσμιών συμμόρφωσης και προτού ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί επιβολής. Η γνώση της συστημικής δράσης και της αποτελεσματικότητας των κρατών μελών στην αντιμετώπιση των βασικών αιτίων των κενών σε επίπεδο εφαρμογής διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό της προσέγγισης της Επιτροπής ως προς την επιβολή της νομοθεσίας. Η καλύτερη εφαρμογή αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην περιβαλλοντική νομοθεσία της Ένωσης, ενισχύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και δημιουργεί ίσους όρους ανταγωνισμού για τους οικονομικούς παίκτες που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, η βελτίωση της νομοθεσίας εξαρτάται από τη βελτίωση της εφαρμογής: όσο περισσότερο οι ισχύοντες κανόνες επιτυγχάνουν τους στόχους για τους οποίους θεσπίστηκαν, τόσο λιγότερο είναι απαραίτητη μια νέα κανονιστική παρέμβαση που να αναθεωρεί τους υφιστάμενους κανόνες ή να θεσπίζει πρόσθετες απαιτήσεις.
Τα κράτη μέλη θα έχουν την ευκαιρία να ανταλλάσσουν ορθές πρακτικές και να λαμβάνουν γνώση και εμπειρογνωμοσύνη από τα άλλα για να επιλύσουν τις περιβαλλοντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Κοινά περιβαλλοντικά ζητήματα θα επισημαίνονται σαφώς και θα αντιμετωπίζονται ενδεχομένως συλλογικά κατά περίπτωση. Σε γενικές γραμμές, η βελτίωση της κατανόησης αυξάνει την αποδοχή και την υποστήριξη για τα αποτελέσματα της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής. Μια ολοκληρωμένη εικόνα των προσπαθειών που καταβάλλει κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει την αποκόμιση αμοιβαίων διδαγμάτων (μεταξύ ομοτίμων). Αυτό αναμένεται επίσης να συμβάλει σε μια καλύτερα στοχοθετημένη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ, στην ενθάρρυνση υψηλότερων ποσοστών απορρόφησης και στην ανάδειξη των πραγματικών αναγκών και προτεραιοτήτων στο πλαίσιο έξυπνων επενδυτικών πολιτικών. Επιπλέον, οι επιτυχίες που έχουν σημειώσει τα κράτη μέλη στην επίλυση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν, καθώς και οι δαπάνες ή τα οφέλη των απαραίτητων μέτρων θα καταστούν περισσότερο ορατές στο κοινό και στα ενδιαφερόμενα μέρη.
Η Επιτροπή θα αποκτήσει τη δυνατότητα να εντοπίζει πιθανές συστημικές λύσεις σε προβλήματα εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής, να αυξήσει σε προγενέστερο στάδιο την ευαισθητοποίηση και να ενισχύσει την προληπτική διάσταση που σχετίζεται με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Έτσι, τα κράτη μέλη θα μπορούν να προβλέπουν καλύτερα τα ζητήματα που απαιτούν διορθωτικές ενέργειες, σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου συμφέροντος που κατοχυρώνονται στο άρθρο 191 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ. Η διαδικασία επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής θα δώσει επίσης μια πληρέστερη εικόνα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι εθνικές αρχές κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Η εικόνα αυτή είναι επίσης χρήσιμη κατά την επανεξέταση της υφιστάμενης ή την εισήγηση νέας νομοθεσίας στον τομέα του περιβάλλοντος. Η πρωτοβουλία αυτή θα βελτιώσει τη χρήση των ήδη υφιστάμενων δεδομένων στην Επιτροπή, καθώς για την υλοποίησή της απαιτείται η συλλογή και η αξιολόγηση των διαθέσιμων πληροφοριών με πιο στοχευμένο, ειδικά ανά χώρα τρόπο. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της πρωτοβουλίας κανονιστικής παρακολούθησης αναμένεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη διάθεση καλύτερων περιβαλλοντικών δεδομένων στο μέλλον. Τέλος, θα παράσχει μια διατομεακή επισκόπηση των κυριότερων προκλήσεων όσον αφορά την εφαρμογή.
6.Σχέσεις με άλλες πρωτοβουλίες
Σκοπός της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής είναι να συνδυαστεί με ένα ευρύτερο σύνολο δραστηριοτήτων και πρωτοβουλιών σχετικά με την εφαρμογή της πολιτικής. Καλύπτει ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών θεμάτων, ορισμένα εκ των οποίων παράγουν ειδικές ανά χώρα γνώσεις που είναι χρήσιμες για τη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και θα προωθήσει έναν εκτενέστερο διάλογο και ανταλλαγή πρακτικών για συγκεκριμένα περιβαλλοντικά θέματα που συνδέονται με το πρόγραμμα για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Επιπλέον, η επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής θα συμβάλλει στη βελτίωση των γνώσεων σχετικά με την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης ως μια από τις αιτίες των κενών περιβαλλοντικής εφαρμογής, σύμφωνα και με την ευρύτερη ανάλυση της διοικητικής ποιότητας στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο.
Σύμφωνα με το θεματολόγιο για τη βελτίωση της νομοθεσίας
, η εν λόγω πρωτοβουλία τονίζει τη σημασία εφαρμογής των υφιστάμενων νομικών και πολιτικών δεσμεύσεων. Η ΕΕ διαθέτει ένα καλά αναπτυγμένο πλαίσιο περιβαλλοντικής πολιτικής που περιλαμβάνει πολυάριθμες οδηγίες και άλλους στόχους ήπιας πολιτικής, η υλοποίηση των οποίων παρακολουθείται σε γενικές γραμμές σε τομεακή βάση. Η επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής έχει ως στόχο να εξετάζει τα κυριότερα ζητήματα εφαρμογής σε κάθε κράτος μέλος σε όλους τους τομείς του περιβάλλοντος, με συστημικό τρόπο, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη συνοχή των πολιτικών. Η επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής θα συμβάλει επίσης στη βελτίωση της νομοθεσίας παρέχοντας στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν στην πράξη τα ισχύοντα μέσα, προκειμένου να προετοιμαστεί η λήψη τυχόν διορθωτικών μέτρων.
Η διαδικασία επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής συνδέεται με τον εν εξελίξει έλεγχο καταλληλότητας των περιβαλλοντικών εκθέσεων, που αποσκοπεί στην επίτευξη μιας πιο συνεκτικής και συντονισμένης προσέγγισης στην υποβολή εκθέσεων για την εφαρμογή και τη συμμόρφωση. Ο στόχος αυτός θα ωφελήσει σημαντικά την επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες ως προς το επίπεδο εφαρμογής και την «απόσταση από τον στόχο» ως έναυσμα για τη διεξαγωγή διαλόγου και την ανάληψη δράσης με τα κράτη μέλη. Αναμένεται επίσης να στηρίξει την προορατική προσέγγιση της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής παρέχοντας στοιχεία που θα επισημαίνουν τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης στο μέλλον, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην εξεύρεση έγκαιρης λύσης. Η ευαισθητοποίηση του κοινού μέσω της πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, η συμμετοχή των πολιτών και η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι ουσιαστικής σημασίας για την εφαρμογή. Το ίδιο ισχύει και για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης δηλαδή η συνδυασμένη δράση των αρχών στην πρόληψη των παραβάσεων, με την προώθηση της συμμόρφωσης και της συνεργασίας με τις επιχειρήσεις, τον εντοπισμό των παραβάσεων μέσω επιθεωρήσεων και άλλων μορφών παρακολούθησης της συμμόρφωσης και την αντιμετώπισή τους μέσω της επιβολής. Το πεδίο εφαρμογής της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής θα καλύψει τα θέματα αυτά, εξασφαλίζοντας έτσι απόλυτη συνοχή.
7.Συμπεράσματα και προοπτικές
Η παρούσα ανακοίνωση καθορίζει τη διαδικασία που καταδεικνύει την ανανεωμένη δέσμευση της Επιτροπής για την καλύτερη εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής και νομοθεσίας. Στόχος της είναι να καταβληθούν προσπάθειες με μεγαλύτερη διαφάνεια και χωρίς αποκλεισμούς ώστε οι υπάρχουσες πολιτικές και περιβαλλοντικοί κανόνες να εκπληρώνουν σημαντικούς κοινωνικούς στόχους πιο αποτελεσματικά και σε στενό συντονισμό με άλλους συναφείς τομείς πολιτικής.
Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα δημοσιεύει τις ανά χώρα εκθέσεις οι οποίες θα βελτιωθούν σταδιακά. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιτύχει μόνη της. Η διαδικασία αυτή απαιτεί την από κοινού δέσμευση των αρμόδιων οργάνων της ΕΕ, των κρατών μελών και άλλων φορέων. Η κατάρτιση διετών ανά χώρα εκθέσεων δεν συνεπάγεται καμία πρόσθετη επιβάρυνση για τα κράτη μέλη και δεν θα υπάρξουν νέες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων. Η προστιθέμενη αξία αυτής της διαδικασίας και τα αναμενόμενα οφέλη που αναφέρθηκαν παραπάνω θα εξαρτηθούν σε τελική ανάλυση από τη συνέχεια που θα δίνουν οι εθνικές αρχές. Προκειμένου να διευκολύνει τη συνέχεια αυτή, η Επιτροπή θα συνεχίσει τις εργασίες της σε τεχνικό επίπεδο στις διάφορες ομάδες εργασίας για τομεακά ζητήματα σχετικά με το νερό, τα απόβλητα, τον αέρα, τη φύση ή τις βιομηχανικές εκπομπές.