4.9.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 291/8


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η ανάπτυξη του συστήματος διακυβέρνησης που προτείνεται στο πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030»

(διερευνητική γνωμοδότηση κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής)

(2015/C 291/02)

Εισηγητής:

Richard ADAMS

Συνεισηγήτρια:

Ulla SIRKEINEN

Στις 16 Ιανουαρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα

«Ανάπτυξη του συστήματος διακυβέρνησης που προτείνεται στο πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030»

(διερευνητική γνωμοδότηση).

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 8 Απριλίου 2015.

Κατά την 507η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2015 (συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2015), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 152 ψήφους υπέρ, 6 κατά και 5 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Το πλαίσιο της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια βασίζεται σε σημαντικές προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις ορισμένες εκ των οποίων έχουν μεταφερθεί ελλιπώς στο εσωτερικό δίκαιο και τεθεί σε εφαρμογή κατά τρόπο ατελέσφορο. Η πραγμάτωση της ενεργειακής ένωσης θα απαιτήσει πρόσθετες νομοθετικές ρυθμίσεις και, κυρίως, την αυστηρή εφαρμογή τους. Η ύπαρξη ισχυρού πλαισίου διακυβέρνησης είναι ζωτικής σημασίας. Η νομοθεσία είναι μόνο η αρχή, ενώ η διακυβέρνηση αποτελεί το κλειδί του όλου εγχειρήματος. Η εφαρμογή πολιτικής προϋποθέτει δέσμευση, συμμετοχή, δραστηριοποίηση και αγαθή προαίρεση εκ μέρους όλων των ενδιαφερόμενων φορέων. Η αποτελεσματικότερη μορφή διακυβέρνησης είναι εκείνη η οποία θεωρεί την έγκριση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό και την εφαρμογή του στόχου ως κοινό εγχείρημα, με τη συμμετοχή του συνόλου των ενδιαφερόμενων φορέων. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ διατυπώνει τις ακόλουθες συστάσεις:

Εάν το ζητούμενο είναι ο περιορισμός των δράσεων εναντίωσης της κοινωνίας σε κανονιστικές ρυθμίσεις και μέτρα πολιτικής και η ενθάρρυνση της αλλαγής στάσης και νοοτροπίας των πολιτών, τότε απαιτείται να συνδεθεί με τη διαδικασία διακυβέρνησης η πραγματοποίηση συγκροτημένου διαλόγου, με τη συμμετοχή του συνόλου των ενδιαφερόμενων φορέων.

Η ανάληψη ενός σαφώς ηγετικού πολιτικού ρόλου τόσο για την εδραίωση ενός εκτεταμένου διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερόμενων φορέων όσο και για τη συμμετοχή στον εν λόγω διάλογο, καθώς και η δραστηριοποίηση των νομοθετικών οργάνων της ΕΕ σε θέματα ενεργειακής μετάβασης (όσον αφορά, παραδείγματος χάρη, το κλίμα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ασφάλεια) θα πρέπει να διαρθρωθούν και να αναπτυχθούν ως ενδεδειγμένη και υποστηρικτική διαδικασία, εκ παραλλήλου με την ενεργειακή ένωση και με τις ευρωπαϊκές δράσεις για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της ανάπτυξης διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενεργειακή μετάβαση κατά τρόπο που να συνδυάζει τις περιβαλλοντικές πτυχές με τους κοινωνικούς προβληματισμούς.

Πρωτίστως, το εν λόγω εγχείρημα θα πρέπει να λάβει τη μορφή ανεξάρτητου και αξιόπιστου ευρωπαϊκού ενεργειακού διαλόγου ο οποίος θα καθιστά δυνατή την ισόρροπη εκπροσώπηση του συνόλου των ενδιαφερόμενων φορέων, προκειμένου να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να εκφράζουν τις απόψεις τους και να επηρεάζουν τη διαδικασία χάραξης πολιτικής επί ενεργειακών θεμάτων, συμμετέχοντας έτσι ενεργά στην ενεργειακή μετάβαση.

Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ προτρέπει σθεναρά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να εγκρίνουν, κατά την εξέταση της δέσμης μέτρων για την ενεργειακή ένωση, τα μέτρα που προτείνονται στην έκτη ενότητα της παρούσας γνωμοδότησης σχετικά με την υλοποίηση ενός ευρωπαϊκού ενεργειακού διαλόγου (ΕΕΔ), ως εφαλτήριο για την ανάληψη δράσης προς υποστήριξη της διαδικασίας διακυβέρνησης.

Ο εν λόγω διάλογος θα ενταχθεί στο πλαίσιο μιας ειδικής δομής που θα διευκολύνει τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων.

2.   Εισαγωγή

2.1.

Η δημιουργία μιας Ενεργειακής Ένωσης στην ΕΕ και η σημασία των συνομιλιών με θέμα τη συμφωνία για το κλίμα που θα πραγματοποιηθούν στο Παρίσι στα τέλη του 2015 προϋποθέτουν μηχανισμούς αποτελεσματικής διακυβέρνησης για την ενεργειακή μετάβαση. Έπειτα από την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προέβη στην έγκρισή της και συγχρόνως συμφώνησε με την ανάπτυξη ενός αξιόπιστου και διαφανούς συστήματος διακυβέρνησης προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ. Στο πλαίσιο για το 2030 προτείνεται ένα νέο πλαίσιο διακυβέρνησης βασισμένο σε εθνικά σχέδια για ασφαλή, βιώσιμη και ανταγωνιστική ενέργεια, καθώς και ένα σύνολο βασικών δεικτών για τη διαπίστωση της προόδου με την πάροδο του χρόνου. Το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει να καταστήσει δυνατή την επίτευξη των στόχων για το 2030 και να διευκολύνει τη συνοχή σε επίπεδο ΕΕ, παρέχοντας συγχρόνως ευελιξία σε εθνικό επίπεδο. Μια στιβαρή διαδικασία διακυβέρνησης θα μπορούσε επίσης να προσφέρει ένα ενθαρρυντικό πρότυπο και παράδειγμα στο πλαίσιο των παγκόσμιων διαπραγματεύσεων για το κλίμα.

2.2.

Η ανάγκη αποτελεσματικής διακυβέρνησης δεν θα τονιστεί ποτέ αρκετά. Η αδυναμία τήρησης των προθεσμιών της τρίτης δέσμης μέτρων για την ενέργεια, η οποία αποσκοπεί στην ολοκλήρωση μιας ισχυρής ενιαίας αγοράς ενέργειας στην ΕΕ, μπορεί να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην ύπαρξη τρωτών σημείων από πλευράς διακυβέρνησης. Τα εθνικά συμφέροντα έχουν υπερισχύσει όποτε δεν ευθυγραμμίζονται με απαιτήσεις για την ενίσχυση της ΕΕ στο σύνολό της. Το φαινόμενο αυτό χρήζει διευθέτησης μέσω μιας νέας διαδικασίας διακυβέρνησης.

2.3.

Αρχικά κρίνεται σκόπιμο να καθοριστούν εθνικοί στόχοι και προτείνεται μια επαναληπτική διαδικασία, τόσο για την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων σε εσωτερικό επίπεδο όσο και για τον συντονισμό τους σε ένα συνεκτικό πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης το οποίο να πληροί τους συμφωνηθέντες στόχους της ΕΕ. Τα προβλεπόμενα στάδια είναι τρία:

1)

Η Επιτροπή θα διαμορφώσει κατευθυντήριες γραμμές για τη διακυβέρνηση και τα εθνικά σχέδια.

2)

Τα κράτη μέλη θα υποβάλουν τα εθνικά τους σχέδια βάσει επαναληπτικής διαδικασίας με την Επιτροπή και κατόπιν διαβούλευσης με τις γειτονικές χώρες.

3)

Στη συνέχεια η Επιτροπή θα προβεί σε αξιολόγηση της επάρκειας των εθνικών σχεδίων για την επίτευξη των τεθέντων στόχων, με δυνατότητα διορθωτικών προσαρμογών κατόπιν διαπραγματεύσεων, στο πλαίσιο μιας συνεχούς διαδικασίας έως την επίτευξη του προσδοκώμενου αποτελέσματος. Μια θεσμοθετημένη δομή διακυβέρνησης θα παραμείνει σε εφεδρεία ως εναλλακτική δυνατότητα σε περίπτωση μη ευόδωσης της εθελοντικής προσέγγισης.

2.4.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία σε θέματα διαμόρφωσης και υλοποίησης δομών διακυβέρνησης, εμπειρία η οποία αφορά αυτό το σύνολο θεμάτων πολιτικής. Στην παρούσα γνωμοδότηση επικροτείται η προσέγγιση που εκτέθηκε ανωτέρω, αλλά θεωρείται αναγκαίο να επιδιωχθεί με σθένος και αποφασιστικότητα, με την επιβολή σύντομων προθεσμιών για την επαναληπτική διαδικασία και επί τη βάσει οξυδερκούς και θαρραλέας ανάλυσης για την κατάρτιση των ετήσιων εκθέσεων. Όπως επισημαίνεται στη γνωμοδότησή της με θέμα «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030» (1), η ΕΟΚΕ τονίζει ιδιαίτερα την έκκληση που απηύθυνε στα κράτη μέλη προκειμένου να ανταποκριθούν θετικά σε μια αποτελεσματική και δυναμική διαδικασία διακυβέρνησης και να καθορίσουν, από κοινού με την Επιτροπή, τον τρόπο υλοποίησής της.

2.5.

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει να προαχθεί και να ενισχυθεί με την απόκτηση και την αξιοποίηση της ευρείας υποστήριξης των ενδιαφερόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων —εργοδοτών και συνδικαλιστικών οργανώσεων— με τη βοήθεια ενός συγκροτημένου ευρωπαϊκού ενεργειακού διαλόγου.

3.   Η φύση της διαδικασίας διακυβέρνησης

3.1.

Η διαδικασία διακυβέρνησης οφείλει να συνάδει με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί. Το νομικό πλαίσιο καθορίζει τους στόχους και τις μεθόδους επίτευξής τους και οφείλει να διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και συνέχεια των διαφόρων πολιτικών, ιδίως όσον αφορά τις επενδύσεις, την κατάρτιση και τις θέσεις εργασίας· επιπλέον, θα πρέπει να παρέχει αντίστοιχους ενδεδειγμένους δείκτες. Η διαδικασία διακυβέρνησης, η οποία θα πρέπει να είναι εκτενής και να περιλαμβάνει το σύνολο της νομοθεσίας στον τομέα της ενέργειας, απαιτείται να είναι σε θέση να επιλύει ζητήματα τα οποία, αφενός, είναι πολυσύνθετα και, αφετέρου, αποτελούν αντικείμενο διιστάμενων απόψεων και συγκρουόμενων συμφερόντων. Η διακυβέρνηση θα πρέπει να υποστηρίζει και να συμπληρώνει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, εξασφαλίζοντας συγχρόνως ευελιξία για την αντιμετώπιση πιθανών ραγδαίων εξελίξεων. Στην ουσία, η διακυβέρνηση θα πρέπει επίσης να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αντιλήψεις, στις τεχνολογικές και γεωπολιτικές παραμέτρους, καθώς και στις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά.

3.2.

Το σύστημα διακυβέρνησης οφείλει εξάλλου να διευκολύνει την αδιάλειπτη, ισόρροπη και αντιπροσωπευτική έκφραση απόψεων, προτιμήσεων, αντιλήψεων και αξιών, καθιστώντας δυνατή τη διαρκή συνθεώρησή τους κατά τη λήψη αποφάσεων και τη βελτιστοποίηση των πολιτικών. Η διακυβέρνηση απαιτείται να διευκολύνει την προσαρμοστικότητα, ασφαλώς όχι μέσω συχνών αλλαγών, αλλά διά της πρόβλεψης των πεδίων στα οποία υφίσταται διάσταση απόψεων και διά της προώθησης ενός συνεκτικού και δυναμικού περιβάλλοντος χωρίς αποκλεισμούς.

3.3.

Οι εν λόγω απαιτήσεις έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και ο αυξανόμενος σκεπτικισμός σχετικά με την ικανότητα της ΕΕ να φέρει εις πέρας μια δίκαιη και αποτελεσματική ενεργειακή μετάβαση πρέπει να τύχει αντιμετώπισης. Κατά συνέπεια, αυτή καθ’ εαυτήν η διαδικασία διακυβέρνησης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός σαφούς πλαισίου, αποδεκτού από τους συμμετέχοντες. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι μια συμβατική διαδικασία διακυβέρνησης δεν θα είναι σε θέση να υλοποιήσει τους προαναφερθέντες στόχους χωρίς τη συμμετοχή και τη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται στο όραμα για την ενεργειακή ένωση: «Όραμά μας είναι μια ενεργειακή ένωση η οποία θέτει τους πολίτες στο επίκεντρό της, στην οποία οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη για την ενεργειακή μετάβαση» (2). Ως εκ τούτου, η διαμόρφωση ενός αξιόπιστου και διαφανούς μηχανισμού υλοποίησης των ενεργειακών και κλιματικών στόχων και η ενεργειακή ένωση θα πρέπει να συμβαδίσουν με μια διαδικασία βασισμένη στον πολυεπίπεδο διάλογο και επικεντρωμένη στην ενημέρωση και στη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων. Πρόκειται για ζήτημα θεμελιώδους σημασίας διότι, για να είναι δίκαιη η ενεργειακή μετάβαση, πρέπει να συνυπολογιστούν οι μεταβολές στον κόσμο της εργασίας και να αποτραπούν τυχόν δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις.

3.4.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ διακυβέρνηση δεν σημαίνει αύξηση της γραφειοκρατίας, αλλά υιοθέτηση μιας σθεναρής —βάσει αρχών και «πολιτικοκεντρικής»— προσέγγισης εστιασμένης στην επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων της ΕΕ. Η διακυβέρνηση θα πρέπει να διαπερνά όλα τα επίπεδα και να ωφελείται από τη συνεκτίμηση εξειδικευμένων και καθημερινών γνώσεων. Η ΕΕ εδράζεται στις αξίες της ειρήνης, της δημοκρατίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της πολυφωνίας, της ανοχής και της αλληλεγγύης. Οι αρχές αυτές, οι οποίες απαιτείται να μετουσιωθούν σε σαφείς αρχές δεοντολογίας, αποτελούν θεμέλιο λίθο για την αξιολόγηση των κρίσιμων θεμάτων που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση και μπορούν να χρησιμεύσουν ως οικουμενική βάση για την επίτευξη συμφωνίας. Η πρόκληση έγκειται εν προκειμένω στη μετουσίωση των εν λόγω αρχών σε μια εφαρμοστέα και αποτελεσματική διαδικασία, με παράλληλη συνεκτίμηση των προσδοκιών των πολιτών.

3.5.

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι οι βασικές κοινωνικές αξίες που συνδέονται με την παραγωγή και την κατανάλωση ενέργειας απαιτούν μεγαλύτερη έμφαση κατά την παρούσα διαδικασία διακυβέρνησης. Όταν οι πολίτες έχουν την αίσθηση ότι οι αξίες και οι απόψεις τους τυγχάνουν αναγνώρισης και αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε ένα φόρουμ το οποίο αντανακλά μια πλήρως ευρωπαϊκή προοπτική, τότε η αίσθηση αυτή μπορεί να αποφέρει σημαντικά πρόσθετα οφέλη, να συμβάλει στη μεγιστοποίηση της συνοχής των πολιτικών και στην τόνωση της εμπιστοσύνης και, συγχρόνως, να λειτουργήσει προστατευτικά έναντι απρόβλεπτων αλλαγών πολιτικής. Ο διάλογος θα μπορούσε να φέρει στο φως τους παράγοντες βάσει των οποίων λαμβάνονται οι αποφάσεις από την εκάστοτε χώρα σχετικά με την ενεργειακή μετάβαση. Οι εν λόγω αποφάσεις συχνά εκπορεύονται από τις αξιακές εκτιμήσεις του κοινωνικού συνόλου —παραδείγματος χάρη, όσον αφορά το περιβάλλον— πέραν και υπεράνω των τεχνικών και οικονομικών παραμέτρων. Υπό αυτές τις συνθήκες, και δεδομένου κυρίως ότι οι απόψεις σχετικά με την ενέργεια θα διαφέρουν σε εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και προσωπικό επίπεδο, η επίκληση μιας συνεκτικής —κοινής ή ευρωπαϊκής— προοπτικής μπορεί να υπερκεράσει την τάση επικράτησης προσωπικών, τοπικών, βραχυπρόθεσμων ή εθνικών συμφερόντων.

3.6.

Ειδικότερα, ο πολυεπίπεδος διάλογος συνεπάγεται τη μεταλαμπάδευση των εν λόγω αρχών σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, καθώς και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου εντός του οποίου αυτές θα μπορούν να συζητούνται και τα τιθέμενα ζητήματα να επιλύονται, ει δυνατόν, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο γειτονικών χωρών. Δεν πρόκειται για διαδικασία λήψης αποφάσεων, παρ’ ότι οι φορείς λήψης αποφάσεων οφείλουν να τείνουν ευήκοα ώτα και να είναι ανοικτοί σε κάθε συνεισφορά, πράγμα το οποίο θα πρέπει να γίνει κατανοητό και από τους συμμετέχοντες.

4.   Ο πολυεπίπεδος διάλογος ως ζωτική συνιστώσα της διακυβέρνησης

4.1.

Οι ενωσιακές και οι εθνικές ενεργειακές πολιτικές έχουν άμεση και σημαντική επίδραση στη ζωή των πολιτών. Ωστόσο, πολλές φορές το περιεχόμενο και το σκεπτικό των πολιτικών αυτών δεν είναι κατανοητά στο ευρύ κοινό και υπάρχει περίπτωση να παρερμηνευθούν από την κοινωνία των πολιτών. Το γεγονός αυτό έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη χλιαρή υποστήριξη της κοινής γνώμης ή την ύπαρξη εσφαλμένων εντυπώσεων σχετικά με βασικές πτυχές της μελλοντικής ανάπτυξης της ΕΕ. Έπονται διάφορες δυσμενείς συνέπειες και σημειώνονται παραλείψεις όσον αφορά την ενημέρωση και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών τόσο στην εθνική όσο και στην ενωσιακή ενεργειακή πολιτική, με επακόλουθο μια γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης και τη διαμόρφωση πολιτικών οι οποίες δεν οδηγούν πάντοτε στην επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων.

4.2.

Για να εξασφαλισθεί εν προκειμένω μια διαδικασία χωρίς αποκλεισμούς, απαιτείται η συμμετοχή των πολιτών, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, των εθνικών και των τοπικών αρχών, καθώς και των πάσης μορφής ενεργειακών οργανισμών σε έναν διάλογο με στόχο την υποστήριξη του προτεινόμενου μηχανισμού διακυβέρνησης. Αυτό θα συνδυάζει περιφερειακές, εθνικές και ευρωπαϊκές προοπτικές με μέλημα να προσδοθεί επιχειρησιακή προστιθέμενη αξία στη διαδικασία χάραξης και εφαρμογής των πολιτικών: εν προκειμένω, απαιτείται η ανάληψη δράσεων σε εθνικό/περιφερειακό επίπεδο, αλλά με παράλληλη συνεκτίμηση της ευρύτερης (ευρωπαϊκής) εικόνας.

4.3.

Αυτή η διαδικασία διαλόγου θα επικεντρωθεί στην ενέργεια ως ένα κρίσιμο συστατικό για την επίτευξη μιας δίκαιης και βιώσιμης μετάβασης και στη διαμόρφωση μιας πολιτικής φιλικής προς το κλίμα. Επίσης, οφείλει να αναγνωρίσει τις ανάγκες των μειονεκτούντων ομάδων και το ευρύ φάσμα κοινωνικών και περιβαλλοντικών ανησυχιών που συνδέονται με την ενέργεια. Ο ευρωπαϊκός ενεργειακός διάλογος (ΕΕΔ), συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων για το κλίμα, θα διαμορφώσει μια εθελοντική προσέγγιση και μια συμφωνία —που ορίζονται ως κοινωνικό συμβόλαιο για την ενέργεια— οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους φορείς λήψης αποφάσεων ως ενδεδειγμένο από κοινωνική άποψη ουσιώδες πλαίσιο. Κατά την εφαρμογή των πρακτικών μέτρων εκ μέρους των ενδιαφερόμενων φορέων και των πολιτών βασικό γνώρισμα θα είναι η διεξαγωγή αδιάλειπτου διαλόγου. Βραχυπρόθεσμα, τόσο για λόγους αποτελεσματικότητας όσο και με σκοπό την αναγκαία συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της διαδικασίας διακυβέρνησης, ο ΕΕΔ θα πρέπει να επικεντρωθεί σε πρωτοβουλίες πολιτικής που εμπεριέχουν ζητήματα ευρείας αποδοχής και οικείωσης.

4.4.

Μια τέτοια διαδικασία θα καθιστούσε επίσης δυνατή τη μεγιστοποίηση της συνοχής των πολιτικών και την εδραίωση των γνώσεων σε συγκεκριμένους τομείς —όπως, παραδείγματος χάρη, οι ειδικές ανάγκες των νησιών και οι ενεργειακές σχέσεις με τρίτες χώρες.

5.   Στενή σύνδεση με τη διαδικασία διακυβέρνησης

5.1.

Γενικώς, το πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια ορίζεται ως στοχοθετημένο· αυτό συνεπάγεται την επαναδιαμόρφωση του ενεργειακού μείγματος και των στρατηγικών ενεργειακής απόδοσης εκ μέρους των κρατών μελών κατά τρόπο ο οποίος να διαφυλάσσει την εθνική τους κυριαρχία, παραμένοντας συγχρόνως συμπληρωματικός προς την προσέγγιση των γειτονικών τους χωρών και συγκλίνων με τους συμφωνηθέντες στόχους σε επίπεδο ΕΕ. Το περίγραμμα της δομής διακυβέρνησης (βλέπε σημείο 2.3) συνίσταται σε ένα γενικό πλαίσιο κατευθυντήριων γραμμών που προτείνεται από την Επιτροπή, σε συνδυασμό με την πραγματοποίηση περιφερειακών συζητήσεων, την υποβολή, την αξιολόγηση και την αναθεώρηση των εθνικών προγραμμάτων, καθώς και με τη συνεχή προσαρμογή τους έως ότου υπάρξει ικανοποιητική κατάληξη.

5.2.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σθεναρά τη συγκεκριμένη προσέγγιση διότι θεωρεί ότι ανταποκρίνεται στην επιτακτική ανάγκη που συνιστά η παροχή ασφαλέστερης, ανταγωνιστικότερης και οικολογικότερης ενέργειας για όλους στην Ευρώπη. Η δομή διακυβέρνησης θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση των απαιτήσεων όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων και στη μείωση των σχετικών γραφειοκρατικών διαδικασιών. Επιπλέον, κρίνεται ενδεδειγμένη η δέουσα συνεκτίμηση των αξιοσημείωτων και αυξανόμενων περιφερειακών και διασυνοριακών χαρακτηριστικών των ενεργειακών δραστηριοτήτων. Εντούτοις, η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης θα απαιτήσει συμπαγή πολιτική βούληση, η οποία πρέπει να εκπορεύεται από τη σύγκλιση των απόψεων των πολιτών και στα 28 κράτη μέλη.

5.3.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σκόπιμο να διαδραματίσει ο ΕΕΔ ενεργό ρόλο πρωτίστως στη διαμόρφωση όλων των σταδίων της συγκεκριμένης διαδικασίας και εν συνεχεία στην εφαρμογή και στην υποστήριξή της εκ μέρους των ενδιαφερόμενων φορέων, αμέσως μόλις επιτευχθεί σχετική συμφωνία. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο όσον αφορά την καθιέρωση, μέσω ενός ισχυρού ηγετικού ρόλου, του ΕΕΔ ως παράλληλης διαδικασίας, ειδικότερα εφόσον τα εθνικά σχέδια αναμένεται να έχουν συμφωνηθεί και υλοποιηθεί πριν από το 2020. Η ΕΟΚΕ είχε παλαιότερα συστήσει τη συμπερίληψη του ενεργειακού διαλόγου στην ανακοίνωση με θέμα την ενεργειακή ένωση και θεωρεί ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η σύστασή της όντως εισακούστηκε: «τη δρομολόγηση διαλόγου για την ενέργεια με τους ενδιαφερομένους, με στόχο την τεκμηρίωση της χάραξης πολιτικής και την ενεργό συμμετοχή στη διαχείριση της ενεργειακής μετάβασης» (3). Διαπιστώνει πάντως ότι εξακολουθεί να μην έχει αναγνωριστεί ένα ειδικό σημείο δράσης σχετικό με τη διακυβέρνηση, το οποίο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη συναίνεση για τη δημιουργία των υποστηρικτικών δομών του ΕΕΔ, και προτρέπει σθεναρά το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να διευθετήσουν το εν λόγω ζήτημα προβαίνοντας στην έγκριση των μέτρων που προτείνονται στην έκτη ενότητα της παρούσας γνωμοδότησης σχετικά με τον διάλογο.

5.4.

Μια διαδικασία διακυβέρνησης βασίζεται στην αλληλεξάρτηση μεταξύ της εκάστοτε πολιτικής και της εφαρμογής της. Στην περίπτωση της ενέργειας, οφείλει να διευκολύνει την εξεύρεση λύσεων για το ευρύ φάσμα παραχωρήσεων και συμβιβασμών που θα απαιτηθούν υπό πραγματικές συνθήκες. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο προτεινόμενος ευρωπαϊκός ενεργειακός διάλογος λειτουργεί ως βασικό λιπαντικό στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Η ενεργειακή μετάβαση εμπεριέχει κίνηση, αλλαγή και, αναπόφευκτα, πρόκληση κάποιων τριβών. Ο ΕΕΔ είναι σε θέση να μειώσει τις τριβές αυτές τόσο μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων σε όλα τα επίπεδα όσο και μεταξύ των κρατών μελών.

5.5.

Ο ευρωπαϊκός ενεργειακός διάλογος (ΕΕΔ) θα αποτελέσει υποστηρικτική διαδικασία της υλοποίησης των ενεργειακών στόχων της Ένωσης, παρέχοντας στο σύνολο των ενδιαφερομένων φορέων τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να εκφράζουν τις απόψεις τους και να επηρεάζουν τη διαδικασία χάραξης πολιτικής επί ενεργειακών θεμάτων. Ο ΕΕΔ θα συμβάλει στη βελτίωση της κατανόησης των απαιτούμενων συμβιβασμών, της οικείωσης του εν λόγω οράματος, καθώς και της συμβολής στην προσπάθεια εξεύρεσης και αποδοχής ενδεδειγμένων λύσεων και, εν κατακλείδι, στην αλλαγή στάσης προς υποστήριξη των μέτρων πολιτικής στα οποία εδράζεται η ενεργειακή ένωση. Ένας εκτεταμένος ΕΕΔ θα καταστήσει δυνατή την αποτελεσματικότερη γνωστοποίηση των εθνικών ενεργειακών προτιμήσεων και τη δέουσα συνεκτίμησή τους σε επίπεδο ΕΕ και θα αποδειχθεί συγχρόνως επωφελής για τους φορείς λήψης αποφάσεων.

Ο ΕΕΔ θα διασφαλίσει:

την καλύτερη κατανόηση της διαδικασίας χάραξης πολιτικής και υλοποίησης της ενεργειακής ένωσης, συμβάλλοντας στην προβολή, στην αποδοχή και στην επιτυχία της εν λόγω βασικής προτεραιότητας της Επιτροπής·

την απόκτηση εμπεριστατωμένης γνώμης από τους πολίτες, παρέχοντας μεγαλύτερη πολιτική βεβαιότητα και τεκμηριώνοντας την ύπαρξη μιας διαδικασίας ανοικτής, στοχοθετημένης και προσανατολισμένης στα αποτελέσματα. Η εν λόγω εμπεριστατωμένη γνώμη θα αποτελέσει απόρροια έμπρακτου συνδυασμού της συζήτησης σχετικά με τον πανευρωπαϊκό διαδραστικό ΕΕΔ και των καθημερινών γνώσεων·

τη βελτίωση της κατανόησης, εκ μέρους των ενεργειακών χρηστών, του ρόλου τους και των μέτρων που έχουν στη διάθεσή τους για την ενίσχυση της ενεργειακής τους οικονομίας, με συνακόλουθη ενδυνάμωση της συμμετοχής των καταναλωτών ως βάσης για την ανάπτυξη μιας ανανεωμένης και θετικής σχέσης με τους προμηθευτές ενέργειας·

την καθιέρωση ενός «ουδέτερου βήματος συζήτησης», ενισχύοντας περαιτέρω την εμπιστοσύνη και τη νομιμότητα μέσω της διαμόρφωσης και της διευκόλυνσης των συζητήσεων, αντί της διατύπωσης κάποιου προκαθορισμένου συμπεράσματος.

6.   Δυνητική πορεία υλοποίησης

6.1.

Όπως και στην περίπτωση της επίσημης διαδικασίας διακυβέρνησης, ο ΕΕΔ θα χρειαστεί —παρά τον πανευρωπαϊκό του χαρακτήρα— να εδραιωθεί σε κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος· αυτό σημαίνει να αναγνωριστούν οι ήδη υφιστάμενες εθνικές πρωτοβουλίες στο πεδίο του ενεργειακού διαλόγου, αλλά και να συμπεριληφθούν οι στόχοι του πλαισίου για το κλίμα και την ενέργεια μεταξύ των επιδιώξεων. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ήδη υφίστανται εθνικοί ενεργειακοί διάλογοι, η ενσωμάτωσή τους στον ΕΕΔ θα ήταν αμοιβαία επωφελής και θα εξασφάλιζε έναν συγκροτημένο αλλά πιο ευέλικτο μηχανισμό, ο οποίος θα παρείχε στήριξη προς την Επιτροπή για την επανεξέταση των συνιστωσών του εκάστοτε εθνικού σχεδίου, καθώς και για την επικέντρωση στην ενημέρωση των καταναλωτών, βοηθώντας τους προμηθευτές ενέργειας να δραστηριοποιηθούν και να επιδιώξουν την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, εξασφαλίζοντας συγχρόνως έναν δίαυλο έκφρασης των πολυάριθμων ανησυχιών των διαφόρων ομάδων σχετικά με την ασφάλεια, την οικονομική προσιτότητα και τη βιωσιμότητα του ενεργειακού εφοδιασμού. Εν συντομία, θεωρούνται αναγκαία τα ακόλουθα στάδια:

Ο ΕΕΔ θα απαιτήσει σημαντικούς χρηματοδοτικούς πόρους. Ο μηχανισμός που θα τεθεί σε εφαρμογή για την —υπό ανεξάρτητες και αμερόληπτες συνθήκες— δημιουργία ενός χρηματοδοτικού αποθέματος θα περιλαμβάνει πόρους οι οποίοι θα προέλθουν ως επί το πλείστον από τους ενδιαφερόμενους φορείς κατά μήκος ολόκληρης της αλυσίδας παραγωγής και εφοδιασμού ενέργειας, με κατάλληλη συμπληρωματική ενίσχυση εκ μέρους της ΕΕ και των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Σε γενικές γραμμές, ο ΕΕΔ θα αποτελέσει έναν εξαιρετικά συμφέροντα τρόπο για την ενθάρρυνση της συμμετοχής των παντός είδους καταναλωτών τόσο στην ενεργειακή διαφοροποίηση όσο και στην αναγνώριση και στην ενδυνάμωση της συμβολής των παραγωγών-καταναλωτών («prosumers»).

Ενώ η Επιτροπή θα πρέπει να προσφέρει σαφή καθοδήγηση όσον αφορά τη δομή των εθνικών σχεδίων, τη δυνατότητα επικαιροποιήσεων/αναθεωρήσεων, την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων και τη δυνατότητα υλοποίησης των εθνικών σχεδίων, ο ΕΕΣ —κατόπιν διαβουλεύσεων με την Επιτροπή και με το σύνολο των βασικών ενδιαφερόμενων φορέων— θα συμβάλει στη διαμόρφωση κατευθυντήριων γραμμών για την εδραίωση εθνικών ενεργειακών διαλόγων.

Θα συσταθεί ένα εντελώς ανεξάρτητο συντονιστικό όργανο του ΕΕΔ με στόχο να ενθαρρυνθεί η ανάληψη δράσης και η υλοποίηση σε κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος. Το εν λόγω όργανο θα πρέπει να συνεισφέρει, μεταξύ άλλων, στην εκ μέρους της Επιτροπής αναγκαία επανεξέταση του περιεχομένου και των φιλοδοξιών των εθνικών σχεδίων, καθώς και της υλοποίησής τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να προβληθεί περαιτέρω η συμβολή των ενδιαφερομένων φορέων στη διαδικασία χάραξης πολιτικής.

Η καθιέρωση μιας δωδεκάμηνης εθνικής διαδικασίας εστιασμένης στην εξασφάλιση της δέσμευσης και της υποστήριξης των ενδιαφερόμενων φορέων σε κάθε κράτος μέλος θα συμβάλει στην κατάρτιση ενός προγράμματος συμμετοχής και διαλόγου με πρώτιστη επικέντρωση στο εκάστοτε εθνικό σχέδιο. Η εν λόγω διαδικασία θα πρέπει επίσης να ασχοληθεί με τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας και της σταθερότητας των εθνικών σχεδίων.

Θα πραγματοποιηθεί επανεξέταση των εθνικών σχεδίων και θα διεξαχθούν περιφερειακές συνομιλίες με τις εθνικές ομάδες ενεργειακού διαλόγου των γειτονικών χωρών. Τα εθνικά σχέδια των κρατών μελών θα πρέπει να περιλαμβάνουν περιγραφή της διαδικασίας διαβουλεύσεων με τα γειτονικά κράτη μέλη —στο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, του ΕΕΔ— και των συνακόλουθων πεδίων περιφερειακής συνεργασίας.

Εν συνεχεία θα πραγματοποιηθούν συζητήσεις σε επίπεδο ΕΕ μεταξύ όλων των ομάδων ενεργειακού διαλόγου. Οι εν λόγω συζητήσεις, οι οποίες θα εμπίπτουν στο πλαίσιο του ανεξάρτητου συντονιστικού οργάνου, θα πρέπει να έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα έναντι των οργάνων της ΕΕ και να βελτιώνουν τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας των πολιτικών τόσο της ΕΕ όσο και των κρατών μελών.

Προβλέπεται να γίνει πλήρης χρήση των διαθέσιμων επιγραμμικών εργαλείων, όπως π.χ. εκείνων που αναπτύσσονται από τη ΓΔ CONNECT προς υποστήριξη της εξέλιξης διαφόρων πολιτικών μέσω της συμμετοχής και της ανάληψης δεσμεύσεων.

6.2.

Μια λεπτομερέστερη περιγραφή του ΕΕΔ υιοθετήθηκε από την ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της με θέμα «Ανάγκες και μέθοδοι ενεργού συμμετοχής των πολιτών στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής» (4). Ο ΕΕΔ προβλέπεται ως μόνιμος «διάλογος» και περιγράφεται πληρέστερα ως αυτόνομη διαδικασία, με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων και τη χρήση των βέλτιστων πρακτικών δραστηριοποίησης για την ανάληψη αξιόπιστου και συνεχούς ρόλου στην υλοποίηση της ενεργειακής μετάβασης. Η ΕΟΚΕ είναι πλήρως προσηλωμένη στην εν λόγω πρωτοβουλία και προτίθεται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο για την ενεργό υποστήριξή της, από κοινού με άλλους ενδιαφερόμενους φορείς.

7.   Τελικές παρατηρήσεις

7.1.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη δήλωση της Επιτροπής (5) σύμφωνα με την οποία η δομή διακυβέρνησης θα πρέπει να διαμορφωθεί με συνεκτίμηση των απόψεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των κρατών μελών και των ενδιαφερόμενων φορέων. Η ένθερμη υποστήριξη και αποδοχή εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών διευκολύνει την πορεία προς την επίτευξη απαιτητικών στόχων. Χάρη στη συνεκτίμηση των συνθηκών ζωής των πολιτών και των ανησυχιών τους, η υιοθέτηση μια διαδικασίας διακυβέρνησης υποστηριζόμενης από τον ΕΕΔ θα συμβάλει στην προσαρμογή της ενεργειακής ένωσης σύμφωνα με τις προσδοκίες των πολιτών. Η εν λόγω διαδικασία θα εξασφαλίσει την κατανόηση των ενεργειακών προκλήσεων και διακυβευμάτων και θα βελτιώσει τη δυνατότητα αποδοχής και το κλίμα εμπιστοσύνης αποδεικνύοντας, αν μη τι άλλο, ότι είναι δυνατό να ακούγονται οι απόψεις των ενδιαφερόμενων φορέων και να εξασφαλίζεται η συμμετοχή τους.

7.2.

Επιπλέον, θα περιοριστεί σημαντικά το μακροπρόθεσμο πολιτικό κόστος διότι θα υιοθετηθεί μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς συμμετέχουν στον σχεδιασμό της ενεργειακής μετάβασης που επιθυμεί η πλειονότητα των πολιτών, μιας μετάβασης ρεαλιστικής και προσανατολισμένης στο μέλλον. Πρόκειται για ζήτημα το οποίο επηρεάζει τους πάντες και μπορεί να τους ωθήσει σε θετική αναθεώρηση της άποψης που έχουν για την ΕΕ και τις διαδικασίες της, καθώς και σε αναγνώριση της προστιθέμενης αξίας της ΕΕ και της ανοικτής διακυβέρνησης.

Βρυξέλλες, 23 Απριλίου 2015.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  ΕΕ C 424 της 26.11.2014, σ. 39.

(2)  COM(2015) 80 final.

(3)  COM(2015) 80 final, σ. 22.

(4)  ΕΕ C 161 της 6.6.2013, σ. 1.

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής με θέμα «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030» [COM(2014) 15 final].