Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση) /* COM/2014/0167 final - 2014/0091 (COD) */
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ
ΕΚΘΕΣΗ 1. Πλαίσιο
της πρότασης Η ευρωπαϊκή
κοινωνία
γηράσκει. Τα
συνταξιοδοτικά
συστήματα σε
ολόκληρη την
Ευρωπαϊκή
Ένωση (ΕΕ) πρέπει
να
προσαρμοστούν
ώστε να
διασφαλιστούν
επαρκείς,
ασφαλείς και
βιώσιμες
συντάξεις. Το
θέμα δεν είναι
απλό. Η
αποτελεσματική
αντιμετώπιση
των προκλήσεων
αυτών απαιτεί
στενά
συντονισμένη
δράση από τα
κράτη μέλη. Η
προτεινόμενη
αναθεώρηση της
οδηγίας 2003/41/ΕΚ
για τις
δραστηριότητες
και την
εποπτεία των
ιδρυμάτων που
προσφέρουν
υπηρεσίες
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών (ΙΕΣΠ)[1] θα
βελτιώσει τη
διακυβέρνηση
των εν λόγω
ιδρυμάτων και
τη διαφάνειά
τους και θα
αυξήσει τη
διασυνοριακή
τους
δραστηριότητα,
ενισχύοντας με
τον τρόπο αυτό
την εσωτερική
αγορά. Από αρκετές
απόψεις η
αναθεώρηση της
οδηγίας έπρεπε
να είχε
πραγματοποιηθεί
εδώ και καιρό. Πρώτον,
απαιτούνται
υψηλότερα
πρότυπα
διακυβέρνησης,
που θα
αντικατοπτρίζουν
τις βέλτιστες
πρακτικές σε
εθνικό επίπεδο
μετά την
οικονομική και
χρηματοπιστωτική
κρίση, για την
προστασία των
μελών και των
δικαιούχων των
καθεστώτων και
για τη
διευκόλυνση
της ασφαλούς
διασυνοριακής
παροχής
συντάξεων.
Ορισμένα ΙΕΣΠ
είναι μεγάλα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα και η
πτώχευσή τους
θα μπορούσε να
έχει αντίκτυπο
στη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα,
καθώς και
σημαντικές
κοινωνικές
συνέπειες. Αυτό
έχει ιδιαίτερη
σημασία,
δεδομένου ότι
όλο και
περισσότερες
επαγγελματικές
συντάξεις
συνιστούν
καθεστώτα
καθορισμένων
εισφορών. Οι
συντάξεις των
μελών των
καθεστώτων
αυτών
κινδυνεύουν σε
περίπτωση
ενδεχόμενης
ανεπαρκούς
διαχείρισης των
κινδύνων ή
κακοδιαχείρισης[2]. Δεύτερον,
πρέπει να
μειωθούν οι
αποκλίσεις
μεταξύ
ρυθμιστικών
πλαισίων, οι
αλληλεπικαλυπτόμενες
απαιτήσεις και
οι υπερβολικά
επαχθείς
διασυνοριακές
διαδικασίες.
Οι
διαβουλεύσεις
της Επιτροπής
κατέδειξαν ότι
πρόκειται για
ένα από τα
εμπόδια στην
ανάπτυξη
διασυνοριακών
αγορών
επαγγελματικών
συντάξεων και
ότι η μείωση
των εμποδίων
αυτών θα βοηθήσει
τις
επιχειρήσεις,
συμπεριλαμβανομένων
ΜΜΕ και
πολυεθνικών
εταιρειών, να
οργανώσουν πιο
αποδοτικά τις
συντάξεις που
παρέχουν σε
ευρωπαϊκή
κλίμακα[3].
Τα διασυνοριακά
ΙΕΣΠ, όπως το
πανευρωπαϊκό
ταμείο συντάξεων
για
διακινούμενους
ερευνητές[4] ή το
σχεδιαζόμενο
διασυνοριακό
καθεστώς των
αυστριακών
εργοδοτών[5]
είναι
περιορισμένα
σήμερα. Όμως, η
αυξανόμενη πίεση
στον τομέα των
επαγγελματικών
συντάξεων είναι
πιθανό να
ενταθεί
σημαντικά λόγω
των διαρκώς
περιοριζόμενων
δημόσιων
συνταξιοδοτικών
συστημάτων και
τα
διασυνοριακά
ΙΕΣΠ έχουν τη
δυνατότητα να
καλύψουν
αυξανόμενο
μερίδιο στην
παροχή
επαγγελματικών
συντάξεων.
Πράγματι, σε
πολλά κράτη
μέλη έχει
θεσπιστεί νέα
νομοθεσία με
σκοπό να
καταστούν
ελκυστικά για
την εγκατάσταση
διασυνοριακών
ΙΕΣΠ[6].
Τρίτον,
υπάρχουν
στοιχεία για
σημαντικά κενά
στο επίπεδο
των
πληροφοριών
που παρέχονται
στα μέλη και
στους
δικαιούχους
των καθεστώτων
σε ολόκληρη
την ΕΕ. Πολλά
μέλη των
καθεστώτων δεν
γνωρίζουν ότι
τα
συνταξιοδοτικά
τους δικαιώματα
δεν είναι
εγγυημένα ή
ότι ακόμη και
τα σωρευμένα
δικαιώματα θα
μπορούσαν να
περικοπούν από
τα ΙΕΣΠ,
αντίθετα με
άλλες
οικονομικές
συμβάσεις[7].
Επίσης, συχνά
δεν γνωρίζουν
ότι οι
χρεώσεις έχουν
σημαντικές
επιπτώσεις στα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα. Η παρούσα
πρόταση
βασίζεται σε
σειρά
πρωτοβουλιών
οι οποίες
δρομολογήθηκαν
τα τελευταία
χρόνια, όπως η
Λευκή Βίβλος
για τις
συντάξεις[8] και
η Πράσινη
Βίβλος για τη
μακροπρόθεσμη
χρηματοδότηση
της ευρωπαϊκής
οικονομίας[9]. Σε
συνέχεια της
Πράσινης
Βίβλου, σκοπός
της αναθεώρησης
της οδηγίας
είναι επίσης η
ενίσχυση της ικανότητας
των ΙΕΣΠ να
επενδύουν σε
στοιχεία ενεργητικού
με
μακροπρόθεσμα
οικονομικά
χαρακτηριστικά
και η στήριξη
της
χρηματοδότησης
βιώσιμης ανάπτυξης
στην
πραγματική
οικονομία. Ο τομέας των
ΙΕΣΠ
αναπτύσσεται
σε πολλά κράτη
μέλη, όπου οι
επαγγελματικές
συντάξεις
μέχρι στιγμής
διαδραμάτιζαν
περιορισμένο
ρόλο, μεταξύ
άλλων και με τη
δημιουργία
ρυθμιστικών
πλαισίων. Η
απουσία
επικαιροποιημένου
ρυθμιστικού πλαισίου
της ΕΕ σήμερα
συνεπάγεται
τον κίνδυνο ότι
τα κράτη μέλη
θα συνεχίσουν
να αναπτύσσουν
αποκλίνουσες
λύσεις,
επιδεινώνοντας
έτσι τον
κατακερματισμό
των ρυθμίσεων.
Επιπλέον, η
υλοποίηση των
βελτιώσεων
στις επιδόσεις
των
επαγγελματικών
συντάξεων
απαιτεί πολύ
χρόνο. Η μη
άμεση λήψη
μέτρων θα έχει
ως αποτέλεσμα
την απώλεια
ευκαιριών όσον
αφορά τις
εξοικονομήσεις
κόστους και
τις αποδόσεις
των επενδύσεων,
όπως και
ακατάλληλο
χρηματοοικονομικό
προγραμματισμό
για
εκατομμύρια
Ευρωπαίους. Θα
αυξήσει επίσης
δυσανάλογα το
βάρος για τις
νεότερες
γενεές και θα
υπονομεύσει
την αλληλεγγύη
μεταξύ των
γενεών. Η παρούσα
πρόταση δεν
εξετάζει τη
θέσπιση νέων
κανόνων περί
φερεγγυότητας,
οι οποίοι, σε
κάθε περίπτωση,
δεν έχουν
σημασία για τα
καθεστώτα
καθορισμένων
εισφορών. Επιπλέον,
μελέτη
ποσοτικού
αντικτύπου[10], η
οποία
διενεργήθηκε
από την
Ευρωπαϊκή Αρχή
Ασφαλίσεων και
Επαγγελματικών
Συντάξεων
(ΕΑΑΕΣ) το 2013, έδειξε
ότι
απαιτούνται
πληρέστερα
δεδομένα σχετικά
με τις πτυχές
της
φερεγγυότητας
για τη λήψη απόφασης
επί των συγκεκριμένων
πτυχών. 1.1. Στόχοι
της πρότασης Γενικός
στόχος της
παρούσας
πρότασης είναι
η διευκόλυνση
της ανάπτυξης
της
αποταμίευσης
για επαγγελματική
συνταξιοδότηση.
Οι
ασφαλέστερες
και αποδοτικότερες
επαγγελματικές
συντάξεις θα
συμβάλουν στην
επάρκεια και
στη
βιωσιμότητα
των συντάξεων
βελτιώνοντας
τη συνεισφορά
της
επικουρικής
συνταξιοδοτικής
αποταμίευσης
στα εισοδήματα
συνταξιοδότησης.
Θα ενισχύσει
επίσης τον
ρόλο των ΙΕΣΠ
ως θεσμικών
επενδυτών στην
πραγματική
οικονομία της
ΕΕ και θα βελτιώσει
την ικανότητα
της ευρωπαϊκής
οικονομίας να
διοχετεύει
μακροπρόθεσμες
αποταμιεύσεις
σε επενδύσεις
που ενισχύουν
την ανάπτυξη. Η παρούσα
πρόταση έχει
τέσσερις
ειδικούς
στόχους: (1) την
άρση των
εναπομενόντων
εποπτικών
εμποδίων για
τα
διασυνοριακά
ΙΕΣΠ, κυρίως με
την απαίτηση
να
εφαρμόζονται
οι κανόνες του
κράτους μέλους
καταγωγής
σχετικά με τις
επενδύσεις και
τη γνωστοποίηση
πληροφοριών σε
μέλη και
δικαιούχους,
καθώς και με
την
αποσαφήνιση
των
διαδικασιών για
την άσκηση
διασυνοριακών
δραστηριοτήτων
και τον σαφή
καθορισμό του
πεδίου δράσης
των κρατών
μελών
καταγωγής και
υποδοχής· (2) τη
διασφάλιση
χρηστής
διακυβέρνησης
και
διαχείρισης
των κινδύνων· (3)
την παροχή
σαφών και
σχετικών
πληροφοριών σε
μέλη και
δικαιούχους·
και (4) την
εξασφάλιση των
αναγκαίων
εργαλείων στους
επόπτες για
την
αποτελεσματική
εποπτεία των
ΙΕΣΠ. 1.2. Συνέπεια
με άλλες
πολιτικές και
στόχους της
Ένωσης Οι στόχοι της
παρούσας
πρότασης είναι
συνεπείς με
τις πολιτικές
και τους
στόχους της
Ένωσης. Η Συνθήκη
για τη
λειτουργία της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει
τη λήψη μέτρων
για τη
διασφάλιση της
εγκαθίδρυσης
και της
λειτουργίας
της εσωτερικής
αγοράς, με
υψηλό επίπεδο
προστασίας των
καταναλωτών,
καθώς και της
ελεύθερης
παροχής
υπηρεσιών. Η παρούσα
πρόταση είναι
σύμφωνη με τη
Λευκή Βίβλο
για τις
συντάξεις.
Ταυτόχρονα,
είναι συνεπής
με τη
στρατηγική Ευρώπη
2020, η οποία ζητεί
να συμβαδίσουν
η δημοσιονομική
εξυγίανση και
η
μακροπρόθεσμη
χρηματοπιστωτική
βιωσιμότητα με
τη διαρθρωτική
μεταρρύθμιση των
συστημάτων
συνταξιοδότησης
στα κράτη μέλη[11].
Τέλος, η παρούσα
πρόταση είναι
συνεπής με
άλλες
πρωτοβουλίες στον
τομέα των
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών,
όπως η οδηγία
Φερεγγυότητα II[12], η AIFMD[13] και
η MiFID II[14].
Ως εκ τούτου,
εμπίπτει στο
πεδίο του
προγράμματος
της Επιτροπής
για έναν
ισχυρότερο
χρηματοπιστωτικό
τομέα με στόχο
τη στήριξη της
ανάπτυξης[15]. Η πρόταση
προάγει τα
ανθρώπινα
δικαιώματα
προστατεύοντας
τις
συνταξιοδοτικές
παροχές. Είναι
σύμφωνη προς
το άρθρο 25 του
Χάρτη των
Θεμελιωδών Δικαιωμάτων
της ΕΕ, το οποίο
ζητεί την
αναγνώριση και
τον σεβασμό
του δικαιώματος
των
ηλικιωμένων
προσώπων να
διάγουν αξιοπρεπή
και ανεξάρτητη
ζωή. Οι
σχεδιαζόμενες
δράσεις θα
έχουν θετικό
αντίκτυπο στην
προστασία του
καταναλωτή
βάσει του
άρθρου 38 και
στην
επιχειρηματική
ελευθερία
βάσει του
άρθρου 16, ιδίως
διασφαλίζοντας
αφενός υψηλότερο
επίπεδο
διαφάνειας των
συνταξιοδοτικών
παροχών και
ενημερωμένο
προσωπικό
χρηματοοικονομικό
και
συνταξιοδοτικό
σχεδιασμό και,
αφετέρου,
διευκολύνοντας
τις
διασυνοριακές
δραστηριότητες
των ΙΕΣΠ και
των
χρηματοδοτών
τους. Ο γενικός
στόχος
δικαιολογεί
ορισμένους
περιορισμούς
της
επιχειρηματικής
ελευθερίας
(άρθρο 16), καθώς
σκοπός της
πρότασης είναι
η διασφάλιση
της
ακεραιότητας
και της
σταθερότητας
της αγοράς. 2. Αποτελέσματα
των
διαβουλεύσεων
με τα
ενδιαφερόμενα
μέρη και
εκτίμηση
επιπτώσεων Η παρούσα πρόταση
βασίζεται σε
πολλές
δημόσιες
διαβουλεύσεις
όσον αφορά τις
απαιτήσεις για
τις ποσοτικές πτυχές,
τη
διακυβέρνηση
και τη
γνωστοποίηση
πληροφοριών.
Λαμβανομένου
υπόψη του
ειδικού
χαρακτήρα των
δραστηριοτήτων
των ΙΕΣΠ, στις
διαβουλεύσεις
συστηματικά
περιλαμβάνονταν
οι κοινωνικοί
εταίροι
(οργανώσεις εργοδοτών
και
συνδικαλιστικές
οργανώσεις).
Τον Ιούλιο του
2010, η Επιτροπή
πραγματοποίησε
διαβούλευση
σχετικά με την
Πράσινη Βίβλο
για τα
συνταξιοδοτικά
συστήματα,
στην οποία
περιέγραψε
μερικές από
τις ιδέες της
όσον αφορά την
παρούσα
αναθεώρηση[16].
Λήφθηκαν
σχεδόν 1700
απαντήσεις από
ολόκληρη την
ΕΕ,
συμπεριλαμβανομένων
350 από κράτη μέλη,
εθνικά κοινοβούλια,
επιχειρηματικές
και
συνδικαλιστικές
οργανώσεις,
εκπροσώπους
της κοινωνίας
των πολιτών
και της
βιομηχανίας[17]. Λαμβάνοντας
υπόψη τα
σχόλια και τις
παρατηρήσεις
στην Πράσινη
Βίβλο για τα
συνταξιοδοτικά
συστήματα, τον
Απρίλιο του 2011,
οι υπηρεσίες
της Επιτροπής
ζήτησαν από
την ΕΑΑΕΣ
τεχνικές
συμβουλές
σχετικά με την
τροποποίηση
της οδηγίας. Η
ΕΑΑΕΣ συνέστησε
– τηρουμένης
της αρχής της
αναλογικότητας
– να εφαρμοστεί
στα ΙΕΣΠ το
πλαίσιο
διακυβέρνησης
το οποίο
περιγράφεται
στην οδηγία
Φερεγγυότητα II.
Τη δημοσίευση
του σχεδίου
συμβουλών[18]
ακολούθησε
εκτενής
διαβούλευση[19]. Η
ΕΑΑΕΣ παρέδωσε
τις τελικές
συμβουλές της
τον Φεβρουάριο
του 2012 και η
Γενική
Διεύθυνση
Εσωτερικής
Αγοράς και
Υπηρεσιών
οργάνωσε βάσει
αυτών ανταλλαγή
απόψεων μεταξύ
ενδιαφερομένων
στη διάρκεια
δημόσιας
ακρόασης την 1η
Μαρτίου 2012. Στη
συνέχεια, οι
υπηρεσίες της
Επιτροπής
εκπόνησαν
μελέτη ποσοτικού
αντικτύπου για
τις ποσοτικές
απαιτήσεις,
καθώς και
μελέτη για τον
διοικητικό
φόρτο σχετικά
με τις πτυχές
που αφορούν τη
διακυβέρνηση
και τη γνωστοποίηση
πληροφοριών.
Και οι δύο
μελέτες
βασίζονται σε
συνεισφορές
της
βιομηχανίας
και των κοινωνικών
εταίρων. Η παρούσα
πρόταση
συνοδεύεται
από έκθεση
εκτίμησης
επιπτώσεων, η
οποία εξετάζει
μια σειρά
επιλογών
πολιτικής και
επιμέρους
επιλογών. Η
έκθεση υποβλήθηκε
πρώτη φορά
στην επιτροπή
εκτίμησης επιπτώσεων
στις 4
Σεπτεμβρίου 2013. Η
εν λόγω
επιτροπή ζήτησε
την εκ νέου
υποβολή της με
πρόσθετες
πληροφορίες
σχετικά με τις
απόψεις των
διαφόρων
ομάδων
ενδιαφερομένων,
τον ορισμό του
προβλήματος,
τις πτυχές που αφορούν
την
επικουρικότητα
και την
αναλογικότητα,
τις επιλογές
και τις
αναμενόμενες
επιπτώσεις. Η
έκθεση αναθεωρήθηκε
αναλόγως και
οι κυριότερες
αλλαγές ήταν οι
εξής: i) η
πληρέστερη
περιγραφή των
απόψεων των κρατών
μελών και των
διαφόρων
κατηγοριών
ενδιαφερομένων,
ii) η
λεπτομερέστερη
ανάλυση των
προβλημάτων
που επιχειρεί
να επιλύσει η
προτεινόμενη
δράση, iii) όσον
αφορά την
επικουρικότητα,
η
λεπτομερέστερη
περιγραφή των
στοιχείων που
συνηγορούν
υπέρ της δράσης
της ΕΕ, iv) η
διευκρίνιση
ότι δεν
προτείνεται περαιτέρω
εναρμόνιση της
εποπτικής
πληροφόρησης, v)
μια νέα
ενότητα
σχετικά με τον
αντίκτυπο της
πρωτοβουλίας
στις μικρές
και μεσαίες
επιχειρήσεις
και vi) η λεπτομερέστερη
περιγραφή των
παραδοχών που
χρησιμοποιήθηκαν
για τον
υπολογισμό των
αναμενόμενων οφελών
και του
κόστους των
διαφόρων
επιλογών. Η εκτίμηση
επιπτώσεων
υποβλήθηκε εκ
νέου στις 16 Οκτωβρίου
2013. Στις 6
Νοεμβρίου, η
επιτροπή
δήλωσε ότι δεν
μπορούσε να
εκδώσει θετική
γνώμη και
ζήτησε
ορισμένες περαιτέρω
τροποποιήσεις.
3. Νομικά
στοιχεία της
πρότασης 3.1. Νομική
βάση Η
παρούσα
πρόταση
αναδιατυπώνει
την οδηγία 2003/41/ΕΚ. Ταυτόχρονα
κωδικοποιεί
τις αμετάβλητες
διατάξεις της
και την
τροποποιεί.
Νομικές βάσεις
της οδηγίας
2003/41/ΕΚ είναι τα
πρώην άρθρα 47 παράγραφος
2, 55 και 95 ΣΕΚ (νυν
άρθρα 53, 62 και 114
παράγραφος 1 ΣΛΕΕ). Η
πρόταση
διατηρεί τις
νομικές βάσεις
της οδηγίας.
Επιδιώκει την
εγκαθίδρυση
της εσωτερικής
αγοράς μέσω
της ελεύθερης
παροχής
υπηρεσιών και
της ελευθερίας
εγκατάστασης,
ενώ ρυθμίζει
την έναρξη και
άσκηση
δραστηριοτήτων
ως ελεύθερων
επαγγελματιών
και θεσπίζει
υψηλό επίπεδο
προστασίας για
τους
καταναλωτές. Η οδηγία
2003/41/ΕΚ ρυθμίζει
θέματα όπως
τις
προϋποθέσεις
λειτουργίας
των ΙΕΣΠ,
συμπεριλαμβανομένης
κοινής
προσέγγισης για
την καταχώριση
ή την έγκρισή
τους, τους
κανόνες και
τις
διαδικασίες
που πρέπει να
τηρούνται όταν
τα ΙΕΣΠ
επιθυμούν να
παράσχουν τις
υπηρεσίες τους
σε άλλα κράτη
μέλη,
ποσοτικούς
κανόνες
φερεγγυότητας,
επενδυτικούς
κανόνες
βασισμένους
στον κανόνα
της συνετής
διαχείρισης,
απαιτήσεις για
την
αποτελεσματική
διαχείριση,
συμπεριλαμβανομένων
των απαιτήσεων
περί
ικανοτήτων και
ήθους, τη χρήση
υπηρεσιών
εσωτερικού
ελέγχου και
αναλογιστικών
υπηρεσιών, τις
απαιτήσεις διαχείρισης
των κινδύνων,
τη χρήση
θεματοφυλάκων,
τις
πληροφορίες
που πρέπει να
γνωστοποιούνται
στα μέλη και
στους
δικαιούχους
καθώς και τις
εποπτικές
εξουσίες και
τις
υποχρεώσεις
υποβολής εκθέσεων.
Η
παρούσα πρόταση
βασίζεται στα
ως άνω
στοιχεία. Όσον
αφορά τις
πληροφορίες
που πρέπει να
γνωστοποιούνται
από το ΙΕΣΠ, η
πρόταση
θεσπίζει, για
παράδειγμα,
μια πανευρωπαϊκή
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών. Όσον
αφορά την
αποτελεσματική
διαχείριση των
ΙΕΣΠ, θεσπίζει
λεπτομερέστερους
κανόνες
σχετικά με τις
ικανότητες και
το ήθος και τις
βασικές
λειτουργίες,
συμπεριλαμβανομένης
της
διαχείρισης
κινδύνων.
Σκοπός της
πρότασης είναι
επίσης η
διευκόλυνση
της διασυνοριακής
δραστηριότητας.
Οι δύο
σκοποί της
οδηγίας 2003/41/ΕΚ διατηρούνται.
Κανένας από
τους σκοπούς
δεν είναι δευτερεύων
ούτε έμμεσος
σε σχέση με τον
άλλο. Για παράδειγμα,
ο
επαγγελματισμός
της
διαχείρισης των
ΙΕΣΠ μέσω του
καθορισμού των
καθηκόντων και
των
αρμοδιοτήτων
βασικών
υπαλλήλων
διαχείρισης και
η θέσπιση μελλοντοστραφούς
αυτοαξιολόγησης
των κινδύνων
ενισχύουν την
προστασία των
καταναλωτών.
Αντιστρόφως, η
καλύτερη
ενημέρωση μέσω
της δήλωσης
συνταξιοδοτικών
παροχών
παρέχει τη
δυνατότητα σε
μέλη και
δικαιούχους να
απαιτούν
μεγαλύτερη
λογοδοσία από
τα ΙΕΣΠ. Το υψηλότερο
επίπεδο
εναρμόνισης
των ως άνω
απαιτήσεων
διευκολύνει τη
διασυνοριακή
δραστηριότητα
μειώνοντας τα
έξοδα
συναλλαγών και
παροτρύνοντας
την καινοτομία
στην αγορά. 3.2. Επικουρικότητα
και
αναλογικότητα Η ανάληψη
δράσης σε
επίπεδο ΕΕ
στον
συγκεκριμένο τομέα
προσθέτει
αξία, επειδή η
δράση από τα
κράτη μέλη
μόνα τους δεν
μπορεί: (i) να άρει
τα εμπόδια
στις διασυνοριακές
δραστηριότητες
των ΙΕΣΠ· (ii) να
διασφαλίσει
υψηλότερο
ελάχιστο
επίπεδο
προστασίας των
καταναλωτών σε
ολόκληρη την
ΕΕ· (iii) να
επιτύχει οικονομίες
κλίμακας,
διαφοροποίηση
των κινδύνων και
καινοτομία
εγγενή στη
διασυνοριακή
δραστηριότητα·
(iv) να αποτρέψει
την
καταχρηστική
επιλογή του
ευνοϊκότερου
ρυθμιστικού
καθεστώτος
μεταξύ τομέων
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών· (v) να
αποτρέψει την
καταχρηστική
επιλογή του
ευνοϊκότερου
ρυθμιστικού
καθεστώτος
μεταξύ κρατών
μελών και (vi) να
λάβει υπόψη τα συμφέροντα
των
διασυνοριακών
εργαζομένων. Βάσει της
προτεινόμενης
δράσης, τα
κράτη μέλη διατηρούν
πλήρη ευθύνη
για την
οργάνωση των
συνταξιοδοτικών
συστημάτων
τους. Η
αναθεώρηση δεν
αμφισβητεί το
συγκεκριμένο
δικαίωμα.
Επίσης, η
αναθεώρηση δεν
αφορά ζητήματα
εθνικής
κοινωνικής,
εργατικής και
φορολογικής
νομοθεσίας ή
νομοθεσίας
περί
συμβάσεων. Η πρόταση
είναι σύμφωνη
με την αρχή της
αναλογικότητας,
όπως κατοχυρώνεται
στο άρθρο 5
παράγραφος 4
της Συνθήκης
για την
Ευρωπαϊκή
Ένωση (ΣΕΕ). Οι
επιλεγείσες
πολιτικές
επιδιώκουν την
επίτευξη
ισορροπίας
μεταξύ του δημόσιου
συμφέροντος,
της προστασίας
των μελών και
των
δικαιούχων,
καθώς και του
κόστους για τα
ιδρύματα, τους
χρηματοδότες
και τους
επόπτες. Οι
επιλογές εξετάστηκαν
προσεκτικά,
εκπονήθηκαν ως
ελάχιστες προδιαγραφές
και
προσαρμόστηκαν
λαμβάνοντας υπόψη
διάφορα
επιχειρηματικά
μοντέλα. Αυτός
είναι ο λόγος
για τον οποίο,
σε γενικές
γραμμές, η
πρόταση θα
ενθαρρύνει την
παροχή
επαγγελματικών
συντάξεων. 3.3. Παραπομπές
σε άλλες
οδηγίες Η παρούσα
πρόταση αφορά
αναδιατύπωση
και παραπέμπει
στις οδηγίες
2003/41/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2010/78/ΕΕ[20], 2011/61/ΕΕ
και 2013/14/ΕΕ[21].
Η οδηγία 2003/41/ΕΚ θα
καταργηθεί με
την παρούσα
οδηγία. 3.4. Λεπτομερής
επεξήγηση της
πρότασης Καθώς η
παρούσα
πρόταση
αποτελεί
αναδιατύπωση της
οδηγίας 2003/41/ΕΚ, η
λεπτομερής
επεξήγηση που
ακολουθεί
επικεντρώνεται
μόνον στις
νέες διατάξεις
ή στις
διατάξεις οι
οποίες
πρόκειται να
τροποποιηθούν. Τίτλος I – ΓΕΝΙΚΕΣ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Το άρθρο 6
περιλαμβάνει
πλέον νέους
ή/και
αποσαφηνισμένους
ορισμούς των
όρων
«χρηματοδοτούσα
επιχείρηση», «κράτος
μέλος
καταγωγής»,
«κράτος μέλος
υποδοχής», «μεταφέρον
ίδρυμα» και
«παραλαμβάνον
ίδρυμα», «οργανωμένη
αγορά»,
«πολυμερής
μηχανισμός
διαπραγμάτευσης»,
«μηχανισμός
οργανωμένης
διαπραγμάτευσης»,
«σταθερό μέσο»
και «βασικές
λειτουργίες». Το άρθρο 9, σε
συνδυασμό με
το άρθρο 10, δεν
απαριθμεί
πλέον τις
προϋποθέσεις
λειτουργίας
χωριστά, αλλά
αναθέτει στα
κράτη μέλη την
ευθύνη να
διασφαλίζουν
ότι κάθε
ίδρυμα είναι
καταχωρισμένο
ή εγκεκριμένο
και ότι έχουν
θεσπίσει
κατάλληλους κανόνες
για τα
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα. Το άρθρο 12
τροποποιείται
με τρεις
τρόπους.
Πρώτον, ορίζει
ότι ένα ίδρυμα
ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα,
όταν διαχειρίζεται
ένα
συνταξιοδοτικό
καθεστώς που
υπόκειται στην
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία
άλλου κράτους
μέλους,
συμπεριλαμβανομένων
των περιπτώσεων
όπου το ίδρυμα
και η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
βρίσκονται στο
ίδιο κράτος
μέλος[22].
Δεύτερον η
παράγραφος 4
απαιτεί
αιτιολογημένη
απόφαση από
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής, σε
περίπτωση
απαγόρευσης της
διασυνοριακής
δραστηριότητας
από την εν λόγω
αρχή. Επιπλέον,
εάν η αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής δεν
ενημερώνει μια
αρμόδια αρχή του
κράτους μέλους
υποδοχής,
οφείλει να
αιτιολογεί την
άρνησή της.
Τρίτον, το
κράτος μέλος
υποδοχής δεν
μπορεί πλέον
να επιβάλει
πρόσθετες
απαιτήσεις
πληροφόρησης
στα ιδρύματα
που ασκούν
διασυνοριακές
δραστηριότητες.
Και τούτο
διότι η
πρόταση
καθιερώνει τυποποιημένη
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών (βλ.
άρθρα 40 έως 54). Το άρθρο 13
θεσπίζει νέους
κανόνες για τη
διασυνοριακή
μεταφορά
συνταξιοδοτικών
προγραμμάτων,
η οποία πρέπει
να υπόκειται
σε προηγούμενη
έγκριση από
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος. Εάν
η εθνική
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία
σχετικά με την
οργάνωση των
συνταξιοδοτικών
συστημάτων δεν
προβλέπει κάτι
διαφορετικό, η
μεταφορά και
οι
προϋποθέσεις
της υπόκεινται
σε προηγούμενη
έγκριση από τα
ενδιαφερόμενα
μέλη και τους
δικαιούχους ή,
εφόσον
συντρέχει
περίπτωση,
τους εκπροσώπους
τους. Το άρθρο 13
περιέχει
επίσης κανόνες
σχετικά με την
ανταλλαγή
πληροφοριών
για την
ισχύουσα
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία στο
πλαίσιο της
οποίας πρέπει
να λειτουργεί
το
συνταξιοδοτικό
πρόγραμμα. Εάν,
μετά τη
μεταφορά, το
παραλαμβάνον
ίδρυμα ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα,
εφαρμόζεται το
άρθρο 12
παράγραφοι 8
και 9. Το ίδρυμα
θα
διαχειρίζεται
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
σύμφωνα με την
κοινωνική και
εργατική νομοθεσία
του κράτους
μέλους
υποδοχής[23], με
αποτέλεσμα να
μη
μεταβάλλεται
το επίπεδο προστασίας
των μελών και
των δικαιούχων
τους οποίους
αφορά η
μεταφορά. Τίτλος II –
ΠΟΣΟΤΙΚΕΣ
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ Το άρθρο 20
για τους
επενδυτικούς
κανόνες
τροποποιείται
με τρεις
τρόπους.
Πρώτον, το
κράτος μέλος
υποδοχής δεν
μπορεί πλέον
να επιβάλει
πρόσθετους
επενδυτικούς
κανόνες στα
ιδρύματα που
ασκούν
διασυνοριακές
δραστηριότητες.
Αυτό
διευκολύνει
την οργάνωση
της
διαχείρισης
επενδύσεων,
ιδίως για τα
καθεστώτα
καθορισμένων
εισφορών. Δεν
υπονομεύει όμως
την προστασία
των μελών και
των
δικαιούχων,
διότι
συμβαδίζει με ενισχυμένους
κανόνες
διακυβέρνησης
και εποπτείας.
Δεύτερον, το
άρθρο 20
παράγραφος 6
στοιχείο α) επικαιροποιήθηκε
ώστε να
αντικατοπτρίζει
την ορολογία
που
χρησιμοποιείται
στον κανονισμό
(ΕΕ) αριθ. …/… [MiFIR].
Τρίτον, ο
αμφίσημος όρος
«επιχειρηματικά
κεφάλαια» [άρθρο
20 παράγραφος 6
στοιχείο γ)]
αντικαθίσταται
με ορολογία η
οποία απηχεί
καλύτερα την
αρχική σημασία
της
συγκεκριμένης
διάταξης, και
συγκεκριμένα
ότι τα κράτη
μέλη δεν
μπορούν να
περιορίζουν τα
ιδρύματα τα
οποία
επιθυμούν να
επενδύσουν σε
μακροπρόθεσμα
μέσα που δεν
αποτελούν
αντικείμενο
διαπραγμάτευσης
σε οργανωμένες
αγορές.
Επιπλέον, οι επενδυτικοί
κανόνες δεν
πρέπει να
περιορίζουν τις
επενδύσεις σε
στοιχεία
ενεργητικού μη
εισηγμένα στο
χρηματιστήριο,
τα οποία
χρηματοδοτούν
έργα υποδομών
χαμηλών ανθρακούχων
εκπομπών και
ανθεκτικά στην
κλιματική
αλλαγή. Δεν
προτείνεται
περαιτέρω
εναρμόνιση των
κανόνων που
αφορούν την
κατάσταση
χρηματοοικονομικής
φερεγγυότητας
του ιδρύματος. Τίτλος III –
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΟΙ
ΟΠΟΙΕΣ ΔΙΕΠΟΥΝ
ΤΙΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Για τα μικρά
ΙΕΣΠ, η πρόταση
διατηρεί τη
δυνατότητα των
κρατών μελών
να εξαιρούν τα
ιδρύματα που διαχειρίζονται
καθεστώτα στα
οποία
αθροιστικώς μετέχουν
λιγότερα από 100
μέλη συνολικά.
Για τα άλλα ΙΕΣΠ,
ειδικά μέτρα,
για παράδειγμα
σχετικά με τις
βασικές
λειτουργίες και
την αξιολόγηση
των κινδύνων,
διασφαλίζουν
ότι οι
απαιτήσεις
διακυβέρνησης
είναι
αναλογικές. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 –
Σύστημα
διακυβέρνησης Με εξαίρεση
τα άρθρα 31 και 32
(πρώην άρθρα 10
και 12), ο
συγκεκριμένος
τίτλος είναι
νέος στην
οδηγία και
θεσπίζει νέες
λεπτομερείς
απαιτήσεις
διακυβέρνησης
για τα ΙΕΣΠ. Το άρθρο 21
ορίζει ότι το
διοικητικό, το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του
ΙΕΣΠ έχει την
τελική ευθύνη
για τη
συμμόρφωση του
ΙΕΣΠ προς τις
νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις που
θεσπίζονται
βάσει της
παρούσας
οδηγίας. Οι
κανόνες
διακυβέρνησης
των ΙΕΣΠ δεν
θίγουν τον
ρόλο των
κοινωνικών
εταίρων στη
διαχείρισή
τους. Το άρθρο 22
ορίζει ότι τα
ιδρύματα
πρέπει να
διαθέτουν
αποτελεσματικό
σύστημα διακυβέρνησης,
το οποίο
εξασφαλίζει τη
χρηστή και συνετή
διαχείριση των
δραστηριοτήτων
τους. Το σύστημα
πρέπει να
είναι ανάλογο
προς τη φύση,
την κλίμακα
και την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
του ΙΕΣΠ, ώστε
να
διασφαλίζεται
ότι οι
απαιτήσεις διακυβέρνησης
δεν είναι
υπερβολικά
επαχθείς,
λόγου χάριν,
για μικρά
ιδρύματα. Το άρθρο 23
υποχρεώνει τα
ΙΕΣΠ να
διασφαλίζουν
ότι όλα τα πρόσωπα
που
διαχειρίζονται
πραγματικά το
ΙΕΣΠ ή ασκούν
βασικές
λειτουργίες
διαθέτουν
κατάλληλα επαγγελματικά
προσόντα,
γνώσεις και
πείρα, ώστε να
διασφαλίζεται
η χρηστή και
συνετή διαχείριση
του ΙΕΣΠ ή η
ορθή άσκηση
των βασικών
λειτουργιών
τους (ικανότητες)
καθώς και ότι
χαίρουν
υπόληψης και
χαρακτηρίζονται
από
ακεραιότητα (ήθος). Το άρθρο 24
ορίζει ότι τα
ιδρύματα
πρέπει να
διαθέτουν χρηστή
πολιτική
αποδοχών και η
πολιτική αυτή
πρέπει να
δημοσιοποιείται.
Το άρθρο αυτό
προτείνει επίσης
να
εξουσιοδοτηθεί
η Επιτροπή να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση
πράξη. Το άρθρο 25
καθορίζει τις
γενικές αρχές
για τις
βασικές λειτουργίες.
Τα ΙΕΣΠ
μπορούν να επιτρέπουν
σε ένα
μεμονωμένο
πρόσωπο ή μια
μεμονωμένη
οργανωτική
μονάδα να
ασκεί
περισσότερες
από μία
βασικές
λειτουργίες,
αλλά οφείλουν
να αναθέτουν
πάντοτε τη
λειτουργία της
διαχείρισης
κινδύνων σε
διαφορετικό
πρόσωπο ή
διαφορετική
οργανωτική
μονάδα από εκείνα
που ασκούν τη
λειτουργία του
εσωτερικού ελέγχου. Το άρθρο 26
ορίζει ότι τα
ΙΕΣΠ πρέπει να
διαθέτουν
αποτελεσματικό
σύστημα
διαχείρισης
κινδύνων, το
οποίο είναι
αναγκαίο για
τον
προσδιορισμό,
την παρακολούθηση,
τη διαχείριση
και την
αναφορά, σε
συνεχή βάση,
όλων των
κινδύνων,
συμπεριλαμβανομένων
εκείνων που
σχετίζονται με
τις
δραστηριότητες
που έχουν
ανατεθεί σε
τρίτους ή στη
συνέχεια
ανατίθενται εκ
νέου σε
τρίτους, στους
οποίους
εκτίθενται ή
ενδέχεται να
εκτεθούν, και
των
αλληλεξαρτήσεών
τους. Η διαχείριση
κινδύνων θα
πρέπει να
είναι ανάλογη
προς το
μέγεθος, την
εσωτερική
οργάνωση και
τη φύση, το εύρος
και την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
του ιδρύματος. Το άρθρο 27
προβλέπει
αποτελεσματική
λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου, η
οποία
αξιολογεί την
καταλληλότητα
και την
αποτελεσματικότητα
του συστήματος
εσωτερικού
ελέγχου και
άλλων
στοιχείων του
συστήματος
διακυβέρνησης,
συμπεριλαμβανομένων
των
δραστηριοτήτων
που έχουν
ανατεθεί σε
τρίτους ή στη
συνέχεια
ανατίθενται εκ
νέου σε
τρίτους. Η λειτουργία
του εσωτερικού
ελέγχου
ασκείται από
ένα
τουλάχιστον
ανεξάρτητο
πρόσωπο, εντός
ή εκτός του
ιδρύματος. Το άρθρο 28
προβλέπει
αποτελεσματική
αναλογιστική
λειτουργία για
τον συντονισμό
και την
εποπτεία του
υπολογισμού
τεχνικών
αποθεματικών,
καθώς και για
την εκτίμηση της
καταλληλότητας
των μεθόδων
και των
υποκείμενων
μοντέλων, όταν
τα μέλη και οι
δικαιούχοι δεν
φέρουν όλους
τους
κινδύνους. Το άρθρο 29
ορίζει ότι τα
ιδρύματα
πρέπει να
εκπονούν
αξιολόγηση
κινδύνων για
τις συντάξεις
τακτικά και
αμέσως σε
περίπτωση
σημαντικής
μεταβολής των
χαρακτηριστικών
κινδύνου του ιδρύματος.
Η αξιολόγηση
πρέπει να
καταδεικνύει τη
συμβατότητα
διάφορων
στοιχείων
σύμφωνα με τις εθνικές
απαιτήσεις. Η
αξιολόγηση
πρέπει να
περιλαμβάνει
νέους ή
αναδυόμενους
κινδύνους, οι
οποίοι
σχετίζονται με
την κλιματική
αλλαγή, τη
χρήση πόρων
και το περιβάλλον.
Η αξιολόγηση
των κινδύνων
για τις
συντάξεις θα
πρέπει να
είναι ανάλογη
προς το
μέγεθος, την εσωτερική
οργάνωση και
τη φύση, το
εύρος και την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
του ιδρύματος. Το άρθρο 30
προτείνει να
εξουσιοδοτηθεί
η Επιτροπή να
εκδώσει
κατ’ εξουσιοδότηση
πράξη σχετικά
με την αξιολόγηση
των κινδύνων
για τις
συντάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
2 – Εξωτερική
ανάθεση και
διαχείριση επενδύσεων Το άρθρο
33 θεσπίζει
τους κανόνες
για την
ανάθεση
δραστηριοτήτων
σε τρίτους
(εξωτερική
ανάθεση),
συμπεριλαμβανομένων
δραστηριοτήτων
που αποτελούν
αντικείμενο εκ
νέου
εξωτερικής
ανάθεσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
3 –
Θεματοφύλακας Τα άρθρα 35 έως 37
ορίζουν ότι τα
ΙΕΣΠ πρέπει να
διορίζουν έναν
μοναδικό
θεματοφύλακα
για τα
καθήκοντα της φύλαξης
των στοιχείων
ενεργητικού
και της εποπτείας,
εάν τα μέλη και
οι δικαιούχοι
φέρουν πλήρως τον
επενδυτικό
κίνδυνο. Τίτλος IV –
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΟΙ
ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ
ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΙ
ΣΕ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ
ΜΕΛΗ, ΜΕΛΗ ΚΑΙ
ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
1 – Γενικές
διατάξεις Στο παρόν
κεφάλαιο
περιγράφονται
οι
λεπτομέρειες
των πληροφοριών
που πρέπει να
παρέχονται σε
μέλη, ενδεχόμενα
μέλη και, μετά
τη
συνταξιοδότηση,
στους δικαιούχους,
με βάση το
πρώην άρθρο 11. Το άρθρο 38
περιγράφει τη
γενική αρχή
που ισχύει για
τη γνωστοποίηση
πληροφοριών. Το άρθρο 39
προσδιορίζει
τον τύπο των
πληροφοριών
που πρέπει να
παρέχονται στα
μέλη (και στους
δικαιούχους), όπως
τα δικαιώματα
και τις
υποχρεώσεις
των μερών, τους
κινδύνους και
τις
επενδυτικές
επιλογές και κατά
πόσον αυτές
ισχύουν εξ
ορισμού ή όχι.
Το ίδρυμα
πρέπει να
δημοσιεύει
τους όρους του
συγκεκριμένου
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος σε
δικτυακό τόπο. Το άρθρο 40
υποχρεώνει τα
ΙΕΣΠ να
παρέχουν στο
φυσικό πρόσωπο,
ανά
δωδεκάμηνο,
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών («ΔΣΠ»), με
τον σαφέστερο
δυνατό τρόπο,
επίσης ως βάση
για την
εισαγωγή
πληροφοριών σε
μια δυνητική
υπηρεσία
παρακολούθησης
των συντάξεων,
όπως
περιγράφεται
στη Λευκή
Βίβλο για τις
συντάξεις[24].
Στις
περιπτώσεις
που τα κράτη
μέλη ήδη
προβλέπουν
πλήρη
ενημέρωση των
ατόμων που
καλύπτει ένα ή περισσότερους
συνταξιοδοτικούς
πυλώνες, θα
διατηρήσουν
την ευελιξία
στον σχεδιασμό
των
πληροφοριακών
τους
συστημάτων για
τις συντάξεις,
εφόσον τηρούν
τις απαιτήσεις
της παρούσας
πρότασης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
2 – Δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών Τα άρθρα 40 έως 44
καθορίζουν
γενικές
διατάξεις για
τη ΔΣΠ, η οποία
προορίζεται
για ενεργά
μέλη του
συνταξιοδοτικού
προγράμματος.
Η κεντρική
ιδέα της ΔΣΠ
βασίζεται στη
γνωμοδότηση
της ΕΑΑΕΣ προς
την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή σχετικά
με την
αναθεώρηση της
οδηγίας ΙΕΣΠ,
αξιοποιεί δε
τις εθνικές
βέλτιστες
πρακτικές σε
διάφορα κράτη
μέλη και τις
διεθνείς
εργασίες που
αναπτύσσονται
από τον ΟΟΣΑ[25]. Η
ΔΣΠ
εξασφαλίζει
συγκρισιμότητα
με την πληροφόρηση
που απαιτείται
από τη
νομοθεσία σε
άλλους οικονομικούς
τομείς, όπως το
βασικό έγγραφο
για τους επενδυτές
σε επενδυτικά
κεφάλαια
ανοικτού τύπου
(ΟΣΕΚΑ), ενώ
λαμβάνει υπόψη
τις
ιδιαιτερότητες
του τομέα των
επαγγελματικών
συντάξεων.
Επιπλέον, η ΔΣΠ αφήνει
επαρκή
περιθώρια στα
κράτη μέλη για
να θεσπίσουν
πιο
συγκεκριμένες
απαιτήσεις και
ολοκληρωμένα
συστήματα που
επιτρέπουν
συγκρισιμότητα
μεταξύ των
διαφόρων
πυλώνων του
συνταξιοδοτικού
συστήματος. Η τυποποίηση
της ΔΣΠ θα
επιτρέψει την
αυτοματοποίηση
της τακτικής
κατάρτισης της
ΔΣΠ και την
ενδεχόμενη
εξωτερική
ανάθεσή της, με
αποτέλεσμα τη
διατήρηση του
κόστους σε
χαμηλό
επίπεδο, ιδίως
για τα
μικρότερα
ιδρύματα. Τα άρθρα 46 έως 53
προσδιορίζουν
τα συστατικά
στοιχεία της
ΔΣΠ, τα οποία
πρέπει να
διαβάζονται σε
συνδυασμό με
το άρθρο 45. Τα
συστατικά
στοιχεία είναι
τα ακόλουθα: ·
προσωπικά
στοιχεία του
μέλους· ·
ταυτότητα
του ιδρύματος· ·
εγγυήσεις· ·
υπόλοιπο,
εισφορές και
έξοδα· ·
προβλέψεις
για τη σύνταξη· ·
επενδυτικό
προφίλ· ·
επιδόσεις
κατά το
παρελθόν· και ·
συμπληρωματικές
πληροφορίες. Το άρθρο 54
προτείνει να
εξουσιοδοτηθεί
η Επιτροπή να
εκδώσει
κατ’ εξουσιοδότηση
πράξη σχετικά
με τη ΔΣΠ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
3 – Άλλες
πληροφορίες
και έγγραφα
που πρέπει να
παρέχονται Το παρόν
κεφάλαιο αφορά
τις
πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχουν τα
ΙΕΣΠ σε μέλη
και
δικαιούχους σε
διαφορετικά
συνταξιοδοτικά
στάδια, π.χ.
ακριβώς πριν
από την ένταξη
στο καθεστώς,
ακριβώς πριν
από τη
συνταξιοδότηση
ή κατά τη
διάρκεια της
φάσης
πληρωμής. Το άρθρο 55
θεσπίζει
συγκεκριμένους
κανόνες για
την παροχή πληροφοριών
από τα ΙΕΣΠ σε
ενδεχόμενα
μέλη προτού
ενταχθούν στο
συνταξιοδοτικό
καθεστώς του
ΙΕΣΠ. Το άρθρο 56
καθορίζει τις
πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται στα
μέλη πριν από
τη
συνταξιοδότηση.
Αυτές πρέπει
να παρέχονται
επιπλέον της
ΔΣΠ,
τουλάχιστον
δύο έτη πριν
από τη
συνταξιοδότηση,
ανεξάρτητα από
το κατά πόσον
αυτή είναι
προκαθορισμένη
ή μη. Το άρθρο 57
περιγράφει
αναλυτικά τις
πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται
στους
δικαιούχους
κατά τη φάση
πληρωμής.
Αυτές οι
πληροφορίες
προς τους
δικαιούχους
πρέπει να
αντικαθιστούν
τη ΔΣΠ. Το άρθρο 58
προσδιορίζει
τις
πληροφορίες
που παρέχονται
κατόπιν
αιτήσεως μελών
και
δικαιούχων. Τίτλος V –
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
1 – Γενικοί
κανόνες περί
προληπτικής
εποπτείας Το άρθρο 59
ορίζει την
προστασία των
μελών και των
δικαιούχων του
καθεστώτος ως
κύριο σκοπό
της
προληπτικής εποπτείας. Το άρθρο 60
ορίζει τους
τομείς οι οποίοι
πρέπει να
θεωρούνται ότι
υπόκεινται σε
προληπτική
εποπτεία στο
πλαίσιο της
παρούσας
οδηγίας. Το
άρθρο αυτό
αίρει την
ανασφάλεια
δικαίου για τα
ΙΕΣΠ, η οποία
οφείλεται στις
διαφορές στο
πεδίο εφαρμογής
της νομοθεσίας
περί
προληπτικής
εποπτείας των
κρατών μελών. Το άρθρο 61
περιγράφει τις
γενικές αρχές
της
προληπτικής εποπτείας.
Για
παράδειγμα,
προβλέπει ότι
η αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής
είναι αποκλειστικά
υπεύθυνη για
την προληπτική
εποπτεία όλων των
εγκεκριμένων ή
καταχωρισμένων
στη δικαιοδοσία
της ΙΕΣΠ.
Επιπλέον, το
άρθρο θεσπίζει
την αρχή ότι η
εποπτεία των
ΙΕΣΠ πρέπει να
είναι μελλοντοστραφής
και βασισμένη
στους
κινδύνους,
καθώς και
έγκαιρη και
αναλογική. Το άρθρο 63
θεσπίζει τη
διαδικασία
εποπτικής
εξέτασης, με στόχο
τον
προσδιορισμό
των ΙΕΣΠ με
χρηματοοικονομικά,
οργανωτικά ή
άλλα χαρακτηριστικά,
τα οποία
ενδέχεται να
συνεπάγονται
προφίλ
υψηλότερου
κινδύνου. Το άρθρο 64
διασφαλίζει
ότι όλες οι
νέες
απαιτήσεις οι
οποίες
θεσπίζονται με
την παρούσα
πρόταση
αντικατοπτρίζονται
στην εξουσία που
παρέχεται στις
αρμόδιες αρχές
σε σχέση με την παροχή
πληροφοριών. Το άρθρο 65
προβλέπει ότι
οι αρμόδιες
αρχές πρέπει
να εκτελούν τα
καθήκοντά τους
με διαφάνεια
και λογοδοσία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
2 –
Επαγγελματικό
απόρρητο και
ανταλλαγή
πληροφοριών Τα άρθρα 66 έως 71
προβλέπουν και
καθορίζουν τις
προϋποθέσεις
για την
ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ
αρμόδιων αρχών
και αρχών και
οργάνων, η
οποία
συμβάλλει στην
ενίσχυση της
σταθερότητας
του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος. ΤΙΤΛΟΣ VI –
ΤΕΛΙΚΕΣ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Τα άρθρα 73 έως 81
θεσπίζουν
υποχρεώσεις
συνεργασίας
και υποβολής
εκθέσεων,
καθώς και
προϋποθέσεις
για την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα.
Προβλέπουν την
αξιολόγηση και
την
επανεξέταση
της οδηγίας, την
τροποποίηση
της οδηγίας
2009/138/ΕΚ
Φερεγγυότητα
ΙΙ, την προθεσμία
εφαρμογής της
οδηγίας, τις
καταργούμενες
διατάξεις και
τους αποδέκτες
της οδηγίας. 4. Δημοσιονομικές
επιπτώσεις Οι ειδικές
δημοσιονομικές
επιπτώσεις
αξιολογούνται
στο νομοθετικό
δημοσιονομικό
δελτίο και σχετίζονται
με καθήκοντα
τα οποία
ανατίθενται στην
ΕΑΑΕΣ. ê 2003/41/ΕΚ
2014/0091 (COD) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τις
δραστηριότητες
και την
εποπτεία των
ιδρυμάτων που
προσφέρουν
υπηρεσίες
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών (αναδιατύπωση) (Κείμενο
που
παρουσιάζει
ενδιαφέρον για
τον ΕΟΧ) ΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΚΑΙ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας
υπόψη: Έχοντας
υπόψη τη Σσυνθήκη για την
ίδρυση της
Ευρωπαϊκής
Κοινότηταςγια τη
λειτουργία της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης,
και ιδίως το
άρθρο 5347 παράγραφος
2, το άρθρο 6255 και το
άρθρο 11495
παράγραφος 1, Έχοντας
υπόψη την πρόταση
της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, ò νέο Κατόπιν
διαβίβασης του
σχεδίου
νομοθετικής
πράξης στα
εθνικά
κοινοβούλια, ê 2003/41/ΕΚ Έχοντας
υπόψη τη
γνώμη της
Ευρωπαϊκής
Οικονομικής
και Κοινωνικής
Επιτροπής, ò νέο Μετά
από
διαβούλευση με
τον Ευρωπαίο
Επόπτη Προστασίας
Δεδομένων, ê 2003/41/ΕΚ
Αποφασίζοντας
σύμφωνα με τη συνήθη
νομοθετική διαδικασία του
άρθρου 251 της
συνθήκης (3), Εκτιμώντας
τα ακόλουθα: ò νέο (1) Η
οδηγία 2003/41/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[26] έχει
τροποποιηθεί
επανειλημμένα
και ουσιωδώς[27]. Με την
ευκαιρία νέων
τροποποιήσεων,
είναι σκόπιμη,
για λόγους
σαφήνειας, η
αναδιατύπωση
της εν λόγω
οδηγίας. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 1 Μια γνήσια
εσωτερική
αγορά για τις
χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες
είναι
ουσιώδους
σημασίας για
την οικονομική
ανάπτυξη και
τη δημιουργία
θέσεων απασχόλησης
στην
Κοινότητα. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 2
(προσαρμοσμένο) ð νέο (2) Έχουν
γίνει ήδη σημαντικά
βήματα προς την
κατεύθυνση της
εσωτερικής αγοράς,Η εσωτερική
αγορά γεγονός που
επιτρέπει ð θα
πρέπει να
επιτρέπει ï στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να
ασκούν
δραστηριότητες
σε άλλα κράτη
μέλη και να
εξασφαλίζει υψηλό
επίπεδο
προστασίας ð στα
μέλη και τους
δικαιούχους
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων ï στους
καταναλωτές
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 3
(προσαρμοσμένο) Η
ανακοίνωση της
Επιτροπής
«Εφαρμογή του
πλαισίου για
τις
χρηματοπιστωτικές
αγορές:
πρόγραμμα δράσης»
εντοπίζει
σειρά μέτρων
που είναι
απαραίτητα για
την ολοκλήρωση
της εσωτερικής
αγοράς
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών, το
δε Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο κατά
τη σύνοδό του στη
Λισσαβώνα στις
23 και 24 Μαρτίου 2000
ζήτησε να
εφαρμοστεί
αυτό το
πρόγραμμα
δράσης μέχρι
το 2005. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 4
(προσαρμοσμένο) Στο
πρόγραμμα
δράσης για τις
χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες
τονίζεται ότι
η κατάρτιση
οδηγίας για την
εποπτεία των
ιδρυμάτων
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης
συνιστά
επείγουσα
προτεραιότητα,
δεδομένου ότι
τα ιδρύματα
αυτά είναι
μεγάλα χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα, τα
οποία, αν και
έχουν να
διαδραματίσουν
κεντρικό ρόλο
στην
ολοκλήρωση,
αποτελεσματικότητα
και ρευστότητα
των
χρηματοπιστωτικών
αγορών, δεν
καλύπτονται
από κανένα
συνεκτικό
κοινοτικό νομοθετικό
πλαίσιο, το
οποίο θα τους
παρείχε τη δυνατότητα
να επωφελούνται
πλήρως των
πλεονεκτημάτων
της εσωτερικής
αγοράς. ò νέο (3) Η
οδηγία 2003/41/ΕΚ
αποτέλεσε ένα
πρώτο
νομοθετικό βήμα
προς την
κατεύθυνση
μιας
εσωτερικής
αγοράς επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών,
οργανωμένης σε
ευρωπαϊκή
κλίμακα. Μια
πραγματική
εσωτερική
αγορά
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
παραμένει
καθοριστικής
σημασίας για
την οικονομική
ανάπτυξη και
τη δημιουργία
θέσεων
απασχόλησης
στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, καθώς
και για την
αντιμετώπιση
της πρόκλησης
της γήρανσης
της ευρωπαϊκής
κοινωνίας. Η
οδηγία, η οποία
χρονολογείται
από το 2003, δεν
τροποποιήθηκε
ουσιαστικά
προς την κατεύθυνση
της θέσπισης
ενός σύγχρονου
συστήματος διακυβέρνησης
βασισμένου
στον κίνδυνο
επίσης για τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 5
(προσαρμοσμένο) ð νέο (4) ð Απαιτείται
η λήψη μέτρων
για την
περαιτέρω
ανάπτυξη της
επικουρικής
ιδιωτικής
συνταξιοδοτικής
αποταμίευσης,
όπως είναι οι
επαγγελματικές
συντάξεις.
Αυτό είναι
σημαντικό,
επειδή τα
συστήματα
κοινωνικής
ασφάλισης
υφίστανται
ολοένα και
μεγαλύτερες
πιέσεις, γεγονός
το οποίο
σημαίνει ότι
οι πολίτες θα
βασίζονται
ολοένα και
περισσότερο
στο μέλλον σε
επαγγελματικές
συνταξιοδοτικές
παροχές για τη
συμπλήρωσή
τους. ï Από
τη στιγμή που
τα συστήματα
κοινωνικής
ασφάλισης
υφίστανται
συνεχώς
πιέσεις οι
επαγγελματικές
συνταξιοδοτικές
παροχές θα
αποτελούν στο
μέλλον όλο και
περισσότερο το
συμπλήρωμά
τους. Για το
λόγο αυτό οΟι
επαγγελματικές
συνταξιοδοτικές
παροχές θα
πρέπει να
αναπτυχθούν,
χωρίς ωστόσο
να τίθεται υπό
αμφισβήτηση η
σημασία των
δημόσιων
συνταξιοδοτικών
συστημάτων
κοινωνικής
ασφάλισης όσον
αφορά την
ασφάλεια, τη
βιωσιμότητα
και την
αποτελεσματικότητα
της κοινωνικής
προστασίας, η
οποία θα
πρέπει να διασφαλίζει
ένα αποδεκτό
βιοτικό
επίπεδο κατά
το γήρας και να
αποτελεί
συνεπώς το
επίκεντρο του
στόχου της
ενίσχυσης του
ευρωπαϊκού
κοινωνικού
προτύπου. ò νέο (5) Η
παρούσα οδηγία
σέβεται τα
θεμελιώδη
δικαιώματα και
τηρεί τις
αρχές που
αναγνωρίζονται
στον Χάρτη των
Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, και
ιδίως το
δικαίωμα
προστασίας των
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα, την
επιχειρηματική
ελευθερία και
το δικαίωμα σε
υψηλό επίπεδο
προστασίας του
καταναλωτή,
διασφαλίζοντας
ειδικότερα
υψηλότερο
επίπεδο
διαφάνειας των
συνταξιοδοτικών
παροχών και
ενημερωμένο
προσωπικό
χρηματοοικονομικό
και
συνταξιοδοτικό
προγραμματισμό
και διευκολύνοντας
τη
διασυνοριακή
δραστηριότητα
των ιδρυμάτων
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών και
των
επιχειρήσεων.
Η παρούσα
οδηγία θα
πρέπει να
εφαρμόζεται
σύμφωνα με τα
εν λόγω
δικαιώματα και
αρχές. (6) Παρά
την έναρξη
ισχύος της
οδηγίας 2003/41/ΕΚ
εξακολουθούν
να υφίστανται
σημαντικά
εποπτικά
εμπόδια, τα
οποία
καθιστούν πιο
δαπανηρή για
τα ιδρύματα τη
διασυνοριακή
διαχείριση
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων.
Επιπλέον, το
υφιστάμενο
ελάχιστο
επίπεδο
προστασίας
μελών και
δικαιούχων
πρέπει να
αυξηθεί. Αυτό
αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη
σημασία καθώς
έχει αυξηθεί
σημαντικά ο
αριθμός των
Ευρωπαίων που
βασίζονται σε
καθεστώτα τα
οποία μεταθέτουν
τους κινδύνους
μακροζωίας και
αγοράς από το
ίδρυμα ή την
επιχείρηση που
προσφέρει το επαγγελματικό
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
(«χρηματοδοτούσα
επιχείρηση»)
στο φυσικό
πρόσωπο.
Επιπλέον, το
υφιστάμενο
ελάχιστο
επίπεδο
παροχής
πληροφοριών σε
μέλη και δικαιούχους
πρέπει να
αυξηθεί. Οι
εξελίξεις αυτές
επιβάλλουν την
τροποποίηση
της οδηγίας. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 7 (7) Οι
θεσπιζόμενοι
με την παρούσα
οδηγία κανόνες
εποπτείας
αποσκοπούν
εξίσου να
διασφαλίσουν
ένα υψηλό
επίπεδο ασφάλειας
για τους
μελλοντικούς
συνταξιούχους,
μέσω της
επιβολής
αυστηρών
προτύπων
εποπτείας, και
να καταστήσουν
εφικτή την
αποτελεσματική
διαχείριση των
καθεστώτωνσυστημάτων
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 8 (8) Ιδρύματα
εντελώς
ξεχωριστά από
οποιαδήποτε
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση τα
οποία ασκούν
δραστηριότητες
βάσει της
αρχής της
κεφαλαιοποίησης,
με μοναδικό
στόχο την
προσφορά
συνταξιοδοτικών
παροχών, θα
πρέπει να
είναι ελεύθερα
να παρέχουν
υπηρεσίες και
να προβαίνουν
σε επενδύσεις,
τηρουμένων
απλώς
συντονισμένων κανόνων
εποπτείας,
ανεξάρτητα από
το αν πρόκειται
για ιδρύματα
που θεωρούνται
νομικές
οντότητες. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 9 (9) Σύμφωνα
με την αρχή της
επικουρικότητας,
τα κράτη μέλη
θα πρέπει να
παραμένουν
πλήρως
υπεύθυνα για
την οργάνωση
των ιδίων
συστημάτων
συνταξιοδότησης
καθώς και για
τη λήψη
απόφασης
σχετικά με το
ρόλο εκάστου
των τριών
«πυλώνων» του
συνταξιοδοτικού
συστήματος στα
επί μέρους
κράτη μέλη. Στα
πλαίσια του δεύτερου
πυλώνα, θα
πρέπει επίσης
να παραμένουν
πλήρως
υπεύθυνα για
το ρόλο και τις
λειτουργίες
των διαφόρων
ιδρυμάτων που
προσφέρουν
επαγγελματικές
συνταξιοδοτικές
παροχές, όπως
τα ταμεία
συντάξεων
ολόκληρου του
οικονομικού
κλάδου, τα
ταμεία
συντάξεων των
επιχειρήσεων και
οι
επιχειρήσεις
ασφάλειας
ζωής. Η παρούσα
οδηγία δεν
αποσκοπεί να
αμφισβητήσει
την εν λόγω αρχή. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 10 (10) Οι
εθνικοί
κανόνες
σχετικά με τη
συμμετοχή των
ελεύθερων
επαγγελματιών
σε ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
διαφέρουν. Σε
ορισμένα κράτη
μέλη, τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
μπορούν να
λειτουργούν
βάσει συμφωνιών
με
επαγγελματικές
ενώσεις ή
ομάδες, των
οποίων τα μέλη
ενεργούν ως
ελεύθεροι
επαγγελματίες,
ή απευθείας με
ελεύθερους
επαγγελματίες
και μισθωτούς.
Σε ορισμένα
κράτη μέλη,
ένας ελεύθερος
επαγγελματίας
μπορεί επίσης
να γίνει μέλος
ιδρύματος,
εφόσον ενεργεί
ως εργοδότης ή
παρέχει τις επαγγελματικές
του υπηρεσίες σε
μια
επιχείρηση. Σε
ορισμένα κράτη
μέλη, οι
ελεύθεροι
επαγγελματίες
δεν μπορούν να
ενταχθούν σε
ίδρυμα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών εάν δεν
πληρούν
ορισμένες
προϋποθέσεις,
συμπεριλαμβανομένων
των
επιβαλλόμενων
από το
κοινωνικό και εργατικό
δίκαιο. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 11 (11) Θα
πρέπει να
αποκλειστούν
από το πεδίο
εφαρμογής της
παρούσας
οδηγίας τα
ιδρύματα που
διαχειρίζονται
καθεστώτα
κοινωνικής
ασφάλισης, τα
οποία έχουν
ήδη
συντονισθεί σε
κοινοτικόενωσιακό επίπεδο. Θα
πρέπει πάντως
να ληφθεί
υπόψη η ιδιαιτερότητα
των ιδρυμάτων
τα οποία
διαχειρίζονται,
σε ένα και το
αυτό κράτος
μέλος, τόσο
καθεστώτα
κοινωνικής
ασφάλισης όσο
και
επαγγελματικά
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 12 (12) Τα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα που
καλύπτονται ήδη
από κοινοτικόενωσιακό νομοθετικό
πλαίσιο θα
πρέπει γενικά
να εξαιρούνται
από το πεδίο
εφαρμογής της
παρούσας
οδηγίας. Δεδομένου
όμως ότι τα
ιδρύματα αυτά
μπορούν επίσης
να παρέχουν σε
ορισμένες
περιπτώσεις
υπηρεσίες
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης,
είναι σημαντικό
να
εξασφαλιστεί
ότι η παρούσα
οδηγία δεν θα
δημιουργεί
στρεβλώσεις
του
ανταγωνισμού.
Τέτοιες στρεβλώσεις
μπορούν να
αποφευχθούν με
την εφαρμογή
των απαιτήσεων
εποπτείας της
παρούσας οδηγίας
στις υπηρεσίες
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης
που παρέχουν
οι επιχειρήσεις
ασφάλειας
ζωής. Η
Επιτροπή θα
πρέπει να
ελέγχει επίσης
προσεκτικά την
κατάσταση στις
αγορές
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών και να
αξιολογεί τη
δυνατότητα
επέκτασης της
προαιρετικής
εφαρμογής της
παρούσας
οδηγίας σε άλλα
ρυθμιζόμενα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 13 (13) Όταν
αποσκοπούν
στην
εξασφάλιση
οικονομικής ασφάλειας
μετά τη
συνταξιοδότηση,
οι εισφορές
που καταβάλλουν
τα ιδρύματα τα
οποία
προσφέρουν
υπηρεσίες
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών πρέπει
να μεριμνούν
γενικώς για
την καταβολή
ισόβιας
σύνταξης. Θα
πρέπει επίσης
να είναι δυνατές
οι εισφορές
για προσωρινή
περίοδο ή η καταβολή
ενός εφάπαξ
ποσού. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 14 (14) Είναι
σημαντικό να
εξασφαλίζεται
ότι οι
ηλικιωμένοι
και τα άτομα με
ειδικές ανάγκες
δεν θα
αντιμετωπίζουν
τον κίνδυνο
της φτώχειας
αλλά θα
απολαμβάνουν
αξιοπρεπείς
συνθήκες διαβίωσης.
Η δέουσα
κάλυψη των
βιομετρικών
κινδύνων στο
πλαίσιο των
συνταξιοδοτικών
ρυθμίσεων αποτελεί
σημαντική πτυχή
της
καταπολέμησης
της φτώχειας
και της ανασφάλειας
μεταξύ των
ηλικιωμένων.
Κατά τον
καθορισμό ενός
συνταξιοδοτικού
πλαισίου, οι
εργοδότες και
οι
εργαζόμενοι, ή
οι αντίστοιχοι
εκπρόσωποί τους,
εξετάζουν τη
δυνατότητα να
περιλαμβάνεται
στο πλαίσιο
αυτό η κάλυψη
του κινδύνου
μακροζωίας και
των κινδύνων
της
ανικανότητας
απασχόλησης,
καθώς και
πρόβλεψη για
επιζώντα
προστατευόμενα
άτομα. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 15 (15) Το να
δοθεί στα
κράτη μέλη η
δυνατότητα να
εξαιρέσουν από
το πεδίο εφαρμογής
της εθνικής
εκτελεστικής
νομοθεσίας τα
ιδρύματα που
διαχειρίζονται
καθεστώτα στα
οποία
αθροιστικώς
μετέχουν
λιγότερα από 100
μέλη εν συνόλω
μπορεί να
διευκολύνει
την εποπτεία
σε ορισμένα
κράτη μέλη,
χωρίς να
επηρεάσει την
εύρυθμη λειτουργία
της εσωτερικής
αγοράς στον εν
λόγω τομέα.
Αυτό, ωστόσο, δεν
θα πρέπει να
θίγει το
δικαίωμα των
ιδρυμάτων να
ορίζουν, για τη
διαχείριση του
χαρτοφυλακίου
επενδύσεών
τους και τη
φύλαξη των
στοιχείων του
ενεργητικού
τους, δεόντως
εγκεκριμένους
διαχειριστές
επενδύσεων και
θεματοφύλακες
εγκατεστημένους
σε άλλο κράτος
μέλος. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 16 (16) Ιδρύματα
όπως τα «Unterstützungskassen» στη
Γερμανία, τα
μέλη των οποίων
δεν έχουν
νόμιμα
δικαιώματα σε
ορισμένο ποσό και
τα συμφέροντά
τους προστατεύονται
από
υποχρεωτική εκ
του νόμου
ασφάλιση κατά
της
αφερεγγυότητας,
θα πρέπει να
εξαιρεθούν από
το πεδίο
εφαρμογής της
οδηγίας. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 17 (17) Προκειμένου
να
προστατευθούν
τα μέλη και οι
δικαιούχοι, τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών θα πρέπει
να περιορίσουν
τις
δραστηριότητές
τους στις
δραστηριότητες
που
αναφέρονται
στην παρούσα οδηγία
και στις
πράξεις που
απορρέουν από
αυτές. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 18 (18) Σε
περίπτωση πτώχευσης
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης,
το μέλος κινδυνεύει
να στερηθεί
τόσο την
εργασία του
όσο και τα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα που
έχει συγκεντρώσει.
Προέχει
συνεπώς να
ληφθεί μέριμνα
ώστε να
υπάρχει σαφής
διαχωρισμός
μεταξύ αυτής
της επιχείρησης
και του ιδρύματος
καθώς και να
προβλέπονται
ελάχιστοι εποπτικοί
κανόνες για
την προστασία
των μελών. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 19 (19) Τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
λειτουργούν
και
εποπτεύονται
με τρόπους που
διαφέρουν αισθητά
από ένα κράτος
μέλος σε άλλο.
Σε ορισμένα
κράτη μέλη η
εποπτεία
μπορεί να
αφορά όχι
μόνον το ίδιο
το ίδρυμα, αλλά
και τους
φορείς ή τις
εταιρίες που
είναι
εξουσιοδοτημένες
να το
διαχειρίζονται.
Τα κράτη μέλη
θα πρέπει να
είναι σε θέση
να λαμβάνουν
υπόψη αυτή την
ιδιαιτερότητα
στο μέτρο που
πληρούνται
πραγματικά
όλες οι
απαιτήσεις που
ορίζονται στην
παρούσα
οδηγία. Τα
κράτη μέλη θα
πρέπει να μπορούν
επίσης να
επιτρέπουν σε
ασφαλιστικούς
και άλλους
χρηματοπιστωτικούς
φορείς να
διαχειρίζονται
ιδρύματα επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 20 (20) Δεδομένου
ότι τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
παρέχουν
χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες και
αναλαμβάνουν
μεγάλη ευθύνη
όσον αφορά τη
χορήγηση
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών, θα
πρέπει να
ανταποκρίνονται
σε ορισμένα
ελάχιστα
εποπτικά πρότυπα
όσον αφορά τις
δραστηριότητες
και τους όρους
λειτουργίας
τους. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 21 (21) Ο
τεράστιος
αριθμός
ιδρυμάτων σε
ορισμένα κράτη
μέλη επιβάλλει
να εξευρεθεί
μια ρεαλιστική
λύση σχετικά
με την εκ των
προτέρων
έγκριση των ιδρυμάτων.
Εάν, πάντως, ένα
ίδρυμα
επιθυμεί να
διαχειρίζεται
ένα καθεστώςσύστημα σε άλλο
κράτος μέλος,
θα πρέπει να
απαιτείται να
λάβει
προηγουμένως
την έγκριση
της αρμόδιας
αρχής του
κράτους μέλους
καταγωγής. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 36
(προσαρμοσμένο) ð νέο (22) Με
την επιφύλαξη
της εθνικής
κοινωνικής και
εργατικής
νομοθεσίας
σχετικά με την
οργάνωση των
συνταξιοδοτικών
συστημάτων,
συμπεριλαμβανομένης
της
υποχρεωτικής
ασφάλισης και
των συνεπειών
των συλλογικών
συμβάσεων
εργασίας, τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
έχουν τη δυνατότητα
να παρέχουν
τις υπηρεσίες
τους σε άλλα κράτη
μέλη ð μετά τη
λήψη της
έγκρισης από
την αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής του
ιδρύματος ï. Θα πρέπει να τους επιτρέπεται στα
ιδρύματα να
δέχονται
χρηματοδότηση
από
χρηματοδοτούσες
επιχειρήσεις
εγκατεστημένες
σε ð οποιοδήποτε
κράτος μέλος ï άλλα
κράτη μέλη και να
διαχειρίζονται
καθεστώτασυστήματα
συνταξιοδότησης
με μέλη σε
περισσότερα
του ενός κράτη
μέλη. Αυτό θα
μπορούσε να
οδηγήσει τα εν
λόγω ιδρύματα
σε σημαντικές
οικονομίες
κλίμακας, στη
βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας
του κλάδου
στην ΈνωσηΚοινότητα και στη
διευκόλυνση
της
κινητικότητας
του εργατικού
δυναμικού. Τούτο
προϋποθέτει
την αμοιβαία
αναγνώριση των
εποπτικών
προτύπων. Την
εποπτεία για
την ορθή επιβολή
αυτών των
εποπτικών
προτύπων θα
πρέπει να αναλαμβάνει
η αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής,
εκτός εάν
προβλέπεται
διαφορετικά. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 37 ð νέο (23) Το
δικαίωμα ενός
ιδρύματος
κράτους μέλους
να διαχειρίζεται
καθεστώς
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης
που έχει
θεσπιστεί σε
άλλο κράτος
μέλος θα
πρέπει να
ασκείται
τηρουμένων στο
ακέραιο των
διατάξεων της
ισχύουσας κοινωνικής
και εργατικής
νομοθεσίας του
κράτους μέλους
υποδοχής,
εφόσον
σχετίζεται με
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα, για
παράδειγμα με
τον καθορισμό
και την
καταβολή συνταξιοδοτικών
παροχών και με
τους όρους για
τη δυνατότητα
μεταφοράς
συνταξιοδοτικών
δικαιωμάτων. ð Θα
πρέπει να
αποσαφηνιστεί
το πεδίο
εφαρμογής των
εποπτικών
κανόνων ώστε
να
διασφαλίζεται
ασφάλεια
δικαίου για
τις
διασυνοριακές
δραστηριότητες
των ιδρυμάτων. ï ò νέο (24) Τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
είναι σε θέση
να μεταφέρουν
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα σε
άλλα ιδρύματα
σε άλλα κράτη
μέλη της
Ένωσης, ώστε να
διευκολύνεται
η οργάνωση των
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών σε
ενωσιακή
κλίμακα, υπό
την επιφύλαξη
μόνον της
έγκρισης από
την αρμόδια
αρχή στο
κράτος μέλος
καταγωγής του
ιδρύματος που
παραλαμβάνει
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς («παραλαμβάνον
ίδρυμα»). Εάν η
εθνική
κοινωνική και
εργατική νομοθεσία
περί
συνταξιοδοτικών
συστημάτων δεν
προβλέπει
διαφορετικά, η
μεταφορά και
οι προϋποθέσεις
της θα πρέπει
να υπόκεινται
σε προηγούμενη
έγκριση των
ενδιαφερόμενων
μελών και
δικαιούχων ή,
εφόσον
συντρέχει
περίπτωση, των
εκπροσώπων
τους. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 26 (25) Ο
συνετός
υπολογισμός
των τεχνικών
αποθεματικών
είναι βασική
προϋπόθεση για
να
εξασφαλίζεται
η εκπλήρωση
των
υποχρεώσεων
πληρωμής των
συντάξεων.
Είναι, συνεπώς,
απαραίτητο τα
τεχνικά
αποθεματικά να
υπολογίζονται
βάσει αναγνωρισμένων
αναλογιστικών
μεθόδων και να
πιστοποιούνται
από
ειδικευμένα
προς τούτο
άτομα. Τα μέγιστα
επιτόκια
πρέπει να
επιλέγονται με
σύνεση,
σύμφωνα με
τους σχετικούς
εθνικούς
κανόνες. Το ελάχιστο
ποσό των
τεχνικών
αποθεματικών
θα πρέπει να
επαρκεί αφενός
ώστε να
συνεχίσουν να
καταβάλλονται
οι οφειλόμενες
προς τους
δικαιούχους
παροχές, και να
αντικατοπτρίζει
αφετέρου τις
δεσμεύσεις που
απορρέουν από
τα σωρευμένα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα των
μελών. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 27 (26) Οι
κίνδυνοι που
καλύπτονται
από τα
ιδρύματα διαφέρουν
αισθητά από το
ένα κράτος
μέλος στο άλλο.
Τα κράτη μέλη
καταγωγής θα
πρέπει, κατά
συνέπεια, να έχουν
τη δυνατότητα
να εφαρμόζουν
στον υπολογισμό
των τεχνικών
αποθεματικών
πρόσθετους και
αναλυτικότερους
κανόνες από
αυτούς που
ορίζονται στην
παρούσα οδηγία. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 28 (27) Η
κατοχή
κατάλληλων και
επαρκών
στοιχείων
ενεργητικού
για την κάλυψη
των τεχνικών
αποθεματικών προστατεύει
τα συμφέροντα
των μελών και
των δικαιούχων
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος
στην περίπτωση
που η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
καταστεί αφερέγγυα.
Σε περίπτωση
διασυνοριακής
δραστηριότητας
ιδιαίτερα, η
αμοιβαία
αναγνώριση των
αρχών εποπτείας
που
εφαρμόζονται
στα κράτη μέλη
προϋποθέτει
ότι τα τεχνικά
αποθεματικά θα
καλύπτονται
πλήρως ανά
πάσα στιγμή. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 29 (28) Εάν
το ίδρυμα δεν
λειτουργεί σε
διασυνοριακή
βάση, τα κράτη
μέλη θα πρέπει
να έχουν τη
δυνατότητα να
επιτρέπουν τη
μερική
χρηματοδότηση,
υπό την προϋπόθεση
ότι έχουν
καταρτίσει
κατάλληλο
σχέδιο για την
αποκατάσταση
της πλήρους
χρηματοδότησης
και υπό την
επιφύλαξη των
απαιτήσεων της
οδηγίας 80/987/ΕΟΚ
του
Συμβουλίου,
της 20ής
Οκτωβρίου 1980,
περί
προσεγγίσεως
των νομοθεσιών
των κρατών
μελών σχετικά
με την προστασία
των μισθωτών
σε περίπτωση
αφερεγγυότητας
του εργοδότη[28]. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 30 (29) Σε
πολλές
περιπτώσεις, η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση και
όχι το ίδιο το
ίδρυμα θα
μπορούσε είτε
να καλύπτει
τους
βιομετρικούς
κινδύνους είτε
να εγγυάται
ορισμένες
παροχές ή
επενδυτικές
αποδόσεις.
Ωστόσο, σε
ορισμένες
περιπτώσεις,
το ίδιο το
ίδρυμα παρέχει
την εν λόγω
κάλυψη ή τις εν
λόγω εγγυήσεις
και οι
χρηματοδοτούσες
επιχειρήσεις περιορίζονται
γενικά στις
υποχρεώσεις
καταβολής των
αναγκαίων
εισφορών. Υπό
αυτές τις
συνθήκες, τα
προσφερόμενα
προϊόντα
εξομοιούνται
προς αυτά των
επιχειρήσεων
ασφάλειας ζωής
και τα σχετικά
ιδρύματα θα
πρέπει να
κατέχουν
τουλάχιστον
τους ίδιους
συμπληρωματικούς
ιδίους πόρους
όπως οι
επιχειρήσεις
για τις
ασφάλειες ζωής. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 31 (30) Τα
ιδρύματα είναι
εξαιρετικά
μακροπρόθεσμοι
επενδυτές. Η
εξαγορά των
στοιχείων του
ενεργητικού που
έχουν στην
κατοχή τους
μπορεί γενικά
να έχει ως
σκοπό μόνο την
προσφορά
συνταξιοδοτικών
παροχών. Εξάλλου,
για να
προστατευθούν
επαρκώς τα
δικαιώματα των
μελών και των
δικαιούχων, τα
ιδρύματα θα πρέπει
να είναι σε
θέση να
επιλέξουν
κατανομή των στοιχείων
του
ενεργητικού
τους ανάλογη
με τη συγκεκριμένη
φύση και
διάρκεια των
στοιχείων του
παθητικού.
Τούτο
προϋποθέτει
αποτελεσματική
εποπτεία και
προσέγγιση των
επενδυτικών
κανόνων,
προκειμένου τα
ιδρύματα να
διαθέτουν
επαρκές
περιθώριο
ελιγμών για να
αποφασίζουν ως
προς την
ασφαλέστερη
και αποτελεσματικότερη
επενδυτική
πολιτική και
να υποχρεούνται
να κινούνται
συνετά.
Συνεπώς, η
τήρηση του
κανόνα της
συνετής
διαχείρισης
επιβάλλει μια
επενδυτική
πολιτική που
να
ανταποκρίνεται
στη δομή της
συμμετοχής στην
ασφάλιση των
ασφαλισμένων
του εκάστοτε
ιδρύματος
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 6
(προσαρμοσμένο) (31) Η παρούσα
οδηγία
αποτελεί,
συνεπώς, ένα
πρώτο βήμα
προς την
κατεύθυνση
μιας
εσωτερικής
αγοράς επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών,
οργανωμένης σε
ευρωπαϊκή
κλίμακα.
Με τη θέσπιση
του «κανόνα της
συνετής
διαχείρισης»
ως βασικής
αρχής για τις
επενδύσεις
κεφαλαίου,
καθώς και με τη
διευκόλυνση
μιας διασυνοριακής
δραστηριότητας
των ιδρυμάτων,
ενθαρρύνεται ο
αναπροσανατολισμός
της
αποταμίευσης προς
τον τομέα των
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών, και
προάγεται κατ'
αυτόν τον
τρόπο η
οικονομική και
κοινωνική
πρόοδος. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 32
(προσαρμοσμένο) (32) Οι
εποπτικές
μέθοδοι και
πρακτικές
διαφέρουν μεταξύ
κρατών μελών.
Για το λόγο
αυτό,
ενδείκνυται να
δοθεί στα
κράτη μέλη κάποια
διακριτική
ευχέρεια
σχετικά με
τους συγκεκριμένους
επενδυτικούς
κανόνες που
επιθυμούν να επιβάλλουν
στα
εγκατεστημένα
στην
επικράτειά τους
ιδρύματα.
Ωστόσο, οι
κανόνες αυτοί
δεν Ö θα Õ πρέπει
να
παρεμποδίζουν
την αρχή της ελεύθερης
κυκλοφορίας
κεφαλαίων,
εκτός εάν
συντρέχουν
λόγοι
εποπτείας. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 33
(προσαρμοσμένο) ð νέο (33) Ως
εξαιρετικά
μακροπρόθεσμοι
επενδυτές με
χαμηλό κίνδυνο
ρευστότητας,
τα ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών είναι
σε θέση να
επενδύουν σε
μη ευχερώς
ρευστοποιήσιμαρευστά στοιχεία
ενεργητικού,
όπως οι
μετοχές, καθώς
και ð σε μέσα
με
μακροπρόθεσμα
οικονομικά
χαρακτηριστικά
τα οποία δεν
αποτελούν
αντικείμενο
διαπραγμάτευσης
σε οργανωμένες
αγορές,
πολυμερείς
μηχανισμούς
διαπραγμάτευσης
ή μηχανισμούς
οργανωμένης
διαπραγμάτευσης ï στις
αγορές
επιχειρηματικών
κεφαλαίων εντός
συνετών ορίων.
Μπορούν,
επίσης, να
επωφελούνται
των
δυνατοτήτων
διαφοροποίησης
σε διεθνές
επίπεδο. Για το
λόγο αυτό, οι
επενδύσεις σε
μετοχές, αγορές
επιχειρηματικών
κεφαλαίων και Ö σε Õ νομίσματα
διαφορετικά
από αυτά των
στοιχείων του
παθητικού τους
ð και σε
μέσα με
μακροπρόθεσμα
οικονομικά
χαρακτηριστικά
τα οποία δεν
αποτελούν
αντικείμενο
διαπραγμάτευσης
σε οργανωμένες
αγορές,
πολυμερείς μηχανισμούς
διαπραγμάτευσης
ή μηχανισμούς
οργανωμένης
διαπραγμάτευσης ï δεν θα πρέπει
να περιορίζονται,
εκτός εάν
συντρέχουν
λόγοι εποπτείας. ò νέο (34) Ο
ορισμός των
μέσων με
μακροπρόθεσμα
οικονομικά χαρακτηριστικά
είναι ευρύς. Τα
μέσα αυτά
είναι μη
κινητές αξίες
και, επομένως,
δεν έχουν
πρόσβαση στη
ρευστότητα της
δευτερογενούς
αγοράς.
Απαιτούν συχνά
ορισμένου
χρόνου
δεσμεύσεις που
περιορίζουν
την
εμπορευσιμότητά
τους. Τα εν λόγω
μέσα θα πρέπει
να θεωρείται
ότι περιλαμβάνουν
συμμετοχές,
χρεωστικούς
τίτλους μη
εισηγμένων στο
χρηματιστήριο
επιχειρήσεων
και δάνεια που
παρέχονται σε
αυτές. Στις μη
εισηγμένες στο
χρηματιστήριο
επιχειρήσεις
συγκαταλέγονται
έργα υποδομών,
μη εισηγμένες
εταιρείες οι
οποίες
επιδιώκουν
ανάπτυξη, ακίνητα
ή άλλα
στοιχεία
ενεργητικού τα
οποία μπορεί
να είναι
κατάλληλα για
σκοπούς
μακροπρόθεσμων
επενδύσεων. Τα
έργα υποδομών
χαμηλών
ανθρακούχων
εκπομπών και τα
ανθεκτικά στην
κλιματική
αλλαγή έργα
υποδομών είναι
συχνά μη
εισηγμένα στο
χρηματιστήριο
περιουσιακά
στοιχεία και
βασίζονται σε
μακροπρόθεσμες
πιστώσεις για
τη
χρηματοδότηση
των έργων. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 34
(προσαρμοσμένο) Εντούτοις,
εάν το ίδρυμα
λειτουργεί σε
διασυνοριακή
βάση, οι
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους υποδοχής
μπορούν να του
ζητήσουν να
εφαρμόσει όρια
για τις
επενδύσεις σε
μετοχές και
παρεμφερή περιουσιακά
στοιχεία που
δεν γίνονται
δεκτά προς
διαπραγμάτευση
σε οργανωμένη
αγορά, σε
μετοχές και
άλλους τίτλους
εκδιδόμενους
από την ίδια
επιχείρηση ή
σε στοιχεία
ενεργητικού
που
εκφράζονται σε
νομίσματα
διαφορετικά
από εκείνα του
παθητικού, υπό
τον όρο ότι οι
κανόνες αυτοί
ισχύουν επίσης
για ιδρύματα
εγκατεστημένα
στο κράτος
μέλος
υποδοχής. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 35
(προσαρμοσμένο) Οι
περιορισμοί ως
προς την
ελεύθερη
επιλογή εγκεκριμένων
διαχειριστών
στοιχείων
ενεργητικού και
θεματοφυλάκων
εκ μέρους ιδρυμάτων
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
περιορίζουν
τον
ανταγωνισμό
στην εσωτερική
αγορά και θα
πρέπει,
συνεπώς, να
καταργηθούν. ò νέο (35) Θα
πρέπει να
επιτρέπεται
στα ιδρύματα
να επενδύουν
σε άλλα κράτη
μέλη σύμφωνα
με τους
κανόνες των
κρατών μελών
καταγωγής
τους, με σκοπό
τη μείωση του
κόστους της
διασυνοριακής
δραστηριότητας.
Επομένως, δεν
θα πρέπει να
επιτρέπεται
στα κράτη μέλη
υποδοχής να
επιβάλλουν
πρόσθετες
επενδυτικές
απαιτήσεις σε
ιδρύματα
εγκατεστημένα
σε άλλα κράτη
μέλη. (36) Μερικοί
κίνδυνοι δεν
είναι δυνατόν
να μειωθούν μέσω
ποσοτικών
απαιτήσεων οι
οποίες
αντικατοπτρίζονται
στα τεχνικά
αποθεματικά
και στις
απαιτήσεις
χρηματοδότησης,
αλλά μπορούν
να αντιμετωπιστούν
κατάλληλα
μόνον μέσω
απαιτήσεων
διακυβέρνησης.
Επομένως, η διασφάλιση
αποτελεσματικού
συστήματος
διακυβέρνησης
είναι
ουσιώδους
σημασίας για
την κατάλληλη
διαχείριση των
κινδύνων. Τα
συστήματα αυτά
θα πρέπει να
είναι ανάλογα
προς τη φύση,
την κλίμακα και
την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων. (37) Πολιτικές
αποδοχών οι
οποίες
ενθαρρύνουν
συμπεριφορά
υπερβολικής ανάληψης
κινδύνων
μπορούν να
υπονομεύσουν
τη χρηστή και
αποτελεσματική
διαχείριση
κινδύνων των
ιδρυμάτων. Οι
αρχές και οι
απαιτήσεις
γνωστοποίησης
για τις
πολιτικές
αποδοχών, οι
οποίες εφαρμόζονται
σε άλλους τύπους
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων στην
Ένωση, θα πρέπει
να
εφαρμόζονται
επίσης στα
ιδρύματα, λαμβάνοντας,
ωστόσο, υπόψη,
την ιδιαίτερη
δομή διακυβέρνησης
των ιδρυμάτων
σε σύγκριση με
άλλους τύπους
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων και
την αναγκαιότητα
συνεκτίμησης
του μεγέθους,
της φύσης, του
εύρους και της
πολυπλοκότητας
των
δραστηριοτήτων
των ιδρυμάτων. (38) Ως
βασική
λειτουργία
νοείται η
διοικητική
ικανότητα
ανάληψης
συγκεκριμένων
καθηκόντων
διακυβέρνησης.
Τα ιδρύματα θα
πρέπει να
διαθέτουν
επαρκή
ικανότητα ώστε
να έχουν
λειτουργία
διαχείρισης
κινδύνων, λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου και,
όπου συντρέχει
περίπτωση,
αναλογιστική
λειτουργία. Ο
προσδιορισμός
μιας
συγκεκριμένης
βασικής
λειτουργίας
δεν εμποδίζει
το ίδρυμα να
αποφασίζει
ελεύθερα τον
τρόπο
οργάνωσης αυτής
της βασικής
λειτουργίας
στην πράξη,
εκτός εάν ορίζεται
άλλως στην
παρούσα
οδηγία. Τούτο
δεν θα πρέπει
να συνεπάγεται
υπερβολικά
επαχθείς απαιτήσεις,
διότι πρέπει
να λαμβάνονται
υπόψη ο χαρακτήρας,
η κλίμακα και η
πολυπλοκότητα
των δραστηριοτήτων
του ιδρύματος. (39) Όλα
τα πρόσωπα που
αναλαμβάνουν
βασικές
λειτουργίες θα
πρέπει να
πληρούν τις
προϋποθέσεις
ικανότητας και
ήθους. Ωστόσο,
μόνο τα
πρόσωπα που
ασκούν βασικές
λειτουργίες θα
πρέπει να
υπόκεινται σε απαιτήσεις
κοινοποίησης
προς την
αρμόδια αρχή. (40) Επιπλέον,
με εξαίρεση τη
λειτουργία
εσωτερικού ελέγχου,
σε μικρότερα
και λιγότερο
πολύπλοκα ιδρύματα,
θα πρέπει να
επιτρέπεται σε
ένα μεμονωμένο
πρόσωπο ή μια
οργανωτική
ομάδα να ασκεί
περισσότερες
από μία
βασικές
λειτουργίες.
Ωστόσο, το πρόσωπο
ή η μονάδα που
ασκεί μια
βασική
λειτουργία θα
πρέπει να είναι
διαφορετικό
από εκείνο που
ασκεί παρόμοια
βασική
λειτουργία στη
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση, αν
και η αρμόδια
αρχή θα πρέπει
να εξουσιοδοτείται
να εγκρίνει
εξαίρεση,
λαμβάνοντας
υπόψη το μέγεθος,
τη φύση, το
εύρος και την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
των ιδρυμάτων. (41) Είναι
ουσιαστικής
σημασίας να
βελτιώσουν τα
ιδρύματα τη
διαχείριση των
κινδύνων, ώστε
τα δυνητικά
τρωτά σημεία
που αφορούν τη
βιωσιμότητα
του συνταξιοδοτικού
καθεστώτος να
γίνονται ορθά
κατανοητά και
να συζητούνται
με τις
αρμόδιες αρχές.
Στο πλαίσιο
των οικείων
συστημάτων
διαχείρισης
κινδύνων, τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
εκπονούν αξιολόγηση
των κινδύνων
των
δραστηριοτήτων
τους σε σχέση
με τις
συντάξεις. Η εν
λόγω
αξιολόγηση κινδύνων
θα πρέπει να
τίθεται επίσης
στη διάθεση
των αρμόδιων
αρχών. Στην
αξιολόγηση, τα
ιδρύματα θα
πρέπει να παρέχουν,
μεταξύ άλλων,
ποσοτική
περιγραφή των
βασικών
στοιχείων που
καθορίζουν τη
χρηματοδοτική
θέση τους
σύμφωνα με την
εθνική
νομοθεσία, την
αποτελεσματικότητα
του συστήματος
διαχείρισης
των κινδύνων
και την
ικανότητα
συμμόρφωσης
προς τις
απαιτήσεις για
τα τεχνικά
αποθεματικά. Η
αξιολόγηση των
κινδύνων θα
πρέπει να
περιλαμβάνει
νέους ή
αναδυόμενους
κινδύνους,
όπως κινδύνους
οι οποίοι
σχετίζονται με
την κλιματική
αλλαγή, τη
χρήση πόρων ή
το περιβάλλον. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 22 (42) Κάθε
κράτος μέλος
θα πρέπει να
απαιτεί από
όλα τα ιδρύματα
τα οποία είναι
εγκατεστημένα
στο έδαφός του
να συντάσσουν
ετήσιους
λογαριασμούς
και ετήσιες
εκθέσεις,
λαμβάνοντας
υπόψη όλα τα
συνταξιοδοτικά
καθεστώτασυστήματα που
διαχειρίζονται
τα ιδρύματα
και, ει δυνατόν,
τους ετήσιους
λογαριασμούς
και τις
ετήσιες εκθέσεις
για κάθε
συνταξιοδοτικό
καθεστώςσύστημα. Οι ετήσιοι
λογαριασμοί
και η ετήσια
έκθεση που απεικονίζουν
πιστά τα
στοιχεία του
ενεργητικού
και του παθητικού
του ιδρύματος
και την
χρηματοοικονομική
του κατάσταση,
λαμβάνοντας
υπόψη κάθε
συνταξιοδοτικό
καθεστώςσύστημα το οποίο
διαχειρίζεται
το ίδρυμα, και
εγκρίνονται
δεόντως από
άτομο με
σχετική άδεια,
αποτελούν
ουσιώδη πηγή
πληροφόρησης
για τα μέλη και τους
δικαιούχους
του καθεστώτοςπρογράμματος και τις
αρμόδιες
αρχές.
Ειδικότερα
επιτρέπουν, ιδίως,
στις αρμόδιες
αρχές να
ελέγχουν την
οικονομική
ευρωστία ενός
ιδρύματος και
να εκτιμούν
κατά πόσον
είναι σε θέση
να
ανταποκριθεί
στις
συμβατικές του
υποχρεώσεις. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 24 (43) Η
επενδυτική
πολιτική ενός
ιδρύματος
συνιστά αποφασιστικό
παράγοντα τόσο
για την
ασφάλεια όσο και
για τη
δυνατότητα
κάλυψης των
επαγγελματικών
συντάξεων.
Είναι, συνεπώς,
απαραίτητο τα
ιδρύματα να
καταρτίζουν
και,
τουλάχιστον
ανά τριετία, να
αναθεωρούν τις
κατευθύνσεις
τους όσον
αφορά την
επενδυτική
πολιτική. Η
επενδυτική
πολιτική
πρέπει να γνωστοποιείται
στις αρμόδιες
αρχές και,
εφόσον το ζητήσουν,
στα μέλη και
τους
δικαιούχους
κάθε
συνταξιοδοτικού
καθεστώτοςσυστήματος. ò νέο (44) Θα
πρέπει να
επιτρέπεται
στα ιδρύματα
να αναθέτουν
τη διαχείρισή
τους, πλήρως ή
μερικώς, σε
άλλες οντότητες
οι οποίες θα
δραστηριοποιούνται
για λογαριασμό
τους. Τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
παραμένουν
πλήρως υπεύθυνα
για την
εκπλήρωση όλων
των
υποχρεώσεών
τους οι οποίες
απορρέουν από
την παρούσα
οδηγία όταν αναθέτουν
εξωτερικά
βασικές
λειτουργίες ή
οποιεσδήποτε
άλλες
δραστηριότητες. (45) Τα
καθήκοντα
φύλαξης και
εποπτείας οι
οποίες
σχετίζονται με
τα στοιχεία
ενεργητικού
των ιδρυμάτων
θα πρέπει να
ενισχυθούν με
την
αποσαφήνιση
του ρόλου και
των καθηκόντων
του θεματοφύλακα.
Μόνον ιδρύματα
τα οποία
διαχειρίζονται
καθεστώτα στα
οποία τα μέλη
και οι
δικαιούχοι
φέρουν όλους τους
κινδύνους θα
πρέπει να
υποχρεούνται
να διορίζουν
θεματοφύλακα. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 23
(προσαρμοσμένο) Η
κατάλληλη
πληροφόρηση
των μελών και
των δικαιούχων
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος
είναι κεφαλαιώδους
σημασίας. Αυτό
είναι
ιδιαίτερα
σημαντικό για
τις αιτήσεις
πληροφόρησης
σχετικά με την
οικονομική
ευρωστία του
ιδρύματος,
τους
συμβατικούς
κανόνες, τις
παροχές και την
πραγματική
χρηματοδότηση
των σωρευμένων
συνταξιοδοτικών
δικαιωμάτων
καθώς και την
επενδυτική
πολιτική και
τη διαχείριση
των κινδύνων
και του
κόστους. ò νέο (46) Τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
παρέχουν
σαφείς και
επαρκείς
πληροφορίες σε
υποψήφια μέλη,
μέλη και
δικαιούχους
προς
υποστήριξη των
αποφάσεων που
αυτοί
λαμβάνουν
σχετικά με τη
συνταξιοδότησή
τους και να
διασφαλίζουν
υψηλό επίπεδο
διαφάνειας στο
σύνολο των
διάφορων
φάσεων ενός
καθεστώτος, οι οποίες
περιλαμβάνουν
τη φάση προ της
ένταξης, τη συμμετοχή
(συμπεριλαμβανομένης
της φάσης προ
της
συνταξιοδότησης)
και τη φάση
μετά τη
συνταξιοδότηση.
Ειδικότερα, θα
πρέπει να
παρέχονται
πληροφορίες
σχετικά με τα
σωρευμένα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα, τα
προβλεπόμενα
επίπεδα
συνταξιοδοτικών
παροχών, τους κινδύνους
και τις
εγγυήσεις
καθώς και τα
έξοδα. Εάν τα
μέλη φέρουν
επενδυτικό
κίνδυνο,
πρόσθετες πληροφορίες
σχετικά με το
επενδυτικό
προφίλ, τυχόν
διαθέσιμες επιλογές
και τις
προηγούμενες
επιδόσεις
είναι επίσης
καθοριστικής
σημασίας. (47) Προτού
ενταχθούν σε
ένα καθεστώς,
τα υποψήφια μέλη
θα πρέπει να
λαμβάνουν όλες
τις
απαραίτητες πληροφορίες
προκειμένου να
προβούν σε
επιλογή μετά
γνώσεως των
πραγμάτων,
όπως δυνατότητες
εξαίρεσης,
εισφορές,
έξοδα και
επενδυτικές
επιλογές, όπου
συντρέχει
περίπτωση. (48) Για
τα μέλη του
ιδρύματος τα
οποία δεν
έχουν συνταξιοδοτηθεί
ακόμη, τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
καταρτίζουν
τυποποιημένη
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών, η
οποία περιέχει
βασικές
προσωπικές και
γενικές
πληροφορίες
σχετικά με το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς. Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών θα
πρέπει να έχει
τυποποιημένη
μορφή, ώστε να
διευκολύνεται
η κατανόηση
των
συνταξιοδοτικών
δικαιωμάτων
διαχρονικά και
μεταξύ καθεστώτων
και να
εξυπηρετείται
η κινητικότητα
του εργατικού
δυναμικού. (49) Τα
ιδρύματα
πρέπει να
ενημερώνουν τα
μέλη εγκαίρως
πριν από τη
συνταξιοδότησή
τους σχετικά
με τις
επιλογές
πληρωμής. Εάν η
συνταξιοδοτική
παροχή δεν
καταβάλλεται
ως ισόβια
ετήσια πρόσοδος,
τα μέλη που
πλησιάζουν τη
συνταξιοδότηση
θα πρέπει να
λαμβάνουν
πληροφορίες
σχετικά με τα
διαθέσιμα
προϊόντα
καταβολής των
παροχών, ώστε
να διευκολύνεται
ο
χρηματοοικονομικός
προγραμματισμός
της
συνταξιοδότησης. (50) Κατά
τη φάση
καταβολής των
συνταξιοδοτικών
παροχών, οι
δικαιούχοι θα
πρέπει να
συνεχίζουν να
λαμβάνουν
πληροφορίες
σχετικά με τις
παροχές και τις
αντίστοιχες
επιλογές
πληρωμής που
διαθέτουν. Αυτό
έχει ιδιαίτερη
σημασία όταν
οι δικαιούχοι
φέρουν σημαντικό
επίπεδο
επενδυτικού
κινδύνου κατά
τη φάση
πληρωμής. (51) Η
αρμόδια αρχή
θα πρέπει να
ασκεί τις
εξουσίες της
έχοντας ως
πρωταρχικό
στόχο την
προστασία των
μελών και των
δικαιούχων. (52) Το
εύρος της
προληπτικής
εποπτείας
διαφέρει μεταξύ
κρατών μελών.
Αυτό μπορεί να
δημιουργεί
προβλήματα
όταν ένα
ίδρυμα πρέπει
να
συμμορφώνεται
προς την
εποπτική
νομοθεσία του
κράτους μέλους
καταγωγής του
και να
συμμορφώνεται
ταυτόχρονα
προς την
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία του
κράτους μέλους
υποδοχής του. Η
αποσαφήνιση
των τομέων που
θεωρούνται ότι
εμπίπτουν στην
προληπτική
εποπτεία για
τους σκοπούς
της παρούσας
οδηγίας
μειώνει την
ανασφάλεια
δικαίου και τα
σχετικά έξοδα
συναλλαγών. (53) Η
εσωτερική
αγορά για τα
ιδρύματα
απαιτεί αμοιβαία
αναγνώριση των
εποπτικών προτύπων.
Η τήρηση των εν
λόγω προτύπων
από το ίδρυμα
θα πρέπει να
επιβλέπεται
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής του
ιδρύματος. Τα
κράτη μέλη θα
πρέπει να
παρέχουν στις
αρμόδιες αρχές
τις αναγκαίες
εξουσίες για
τη χρήση
προληπτικών ή
διορθωτικών
μέτρων, εάν τα
ιδρύματα
παραβιάζουν
οποιαδήποτε
από τις
απαιτήσεις της
παρούσας
οδηγίας. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 25
(προσαρμοσμένο) Για
να εκπληρώσουν
την εκ του
νόμου αποστολή
τους, οι
αρμόδιες αρχές
θα πρέπει να
έχουν τα κατάλληλα
δικαιώματα
πληροφόρησης
και εξουσίες παρέμβασης
έναντι των
ιδρυμάτων και
των ατόμων που
ασκούν
πραγματικά τη
διαχείρισή
τους. Όταν το ίδρυμα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών έχει
αναθέσει
ορισμένες
σημαντικές
δραστηριότητες
σε άλλες
επιχειρήσεις
(outsourcing), όπως τη
διαχείριση των
επενδύσεων,
τις τεχνολογίες
των
πληροφοριών ή
τη λογιστική,
θα πρέπει να
είναι δυνατόν
τα εν λόγω
δικαιώματα
πληροφόρησης
και οι εν λόγω
εξουσίες
παρέμβασης να
επεκτείνονται
στις
προαναφερόμενες
(outsourced) δραστηριότητες,
προκειμένου να
ελέγχεται κατά
πόσον οι τελευταίες
ασκούνται
σύμφωνα με
τους κανόνες
εποπτείας. ò νέο (54) Για
την
αποτελεσματική
εποπτεία των
εξωτερικά ανατιθέμενων
δραστηριοτήτων,
συμπεριλαμβανομένων
όλων των
δραστηριοτήτων
που στη
συνέχεια
αποτελούν
αντικείμενο εκ
νέου εξωτερικής
ανάθεσης,
είναι
απαραίτητο οι
αρμόδιες αρχές
να διαθέτουν
πρόσβαση σε
όλα τα σχετικά
δεδομένα τα
οποία κατέχουν
οι πάροχοι
υπηρεσιών
στους οποίους
έχουν ανατεθεί
δραστηριότητες,
ανεξάρτητα από
το κατά πόσον
οι τελευταίοι
είναι ρυθμιζόμενες
ή μη ρυθμιζόμενες
οντότητες,
καθώς και να
έχουν το
δικαίωμα διενέργειας
επιτόπιων
ελέγχων. Για να
λαμβάνονται υπόψη
οι εξελίξεις
της αγοράς και
να
εξασφαλίζεται
η συνεχής
τήρηση των
προϋποθέσεων
για την εξωτερική
ανάθεση, τα
ιδρύματα θα
πρέπει να
ενημερώνουν
τις αρμόδιες
αρχές πριν από
την εξωτερική
ανάθεση
κρίσιμων ή
σημαντικών
δραστηριοτήτων. (55) Θα
πρέπει να
προβλεφθεί η
ανταλλαγή
πληροφοριών μεταξύ
των αρμόδιων
αρχών, των
λοιπών αρχών
και των
οργάνων στα
οποία έχει ανατεθεί
η ενίσχυση της
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας
και ο
τερματισμός
των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων. Ως
εκ τούτου,
είναι αναγκαίο
να προσδιορισθούν
οι όροι υπό
τους οποίους
θα επιτρέπονται
οι ως άνω
ανταλλαγές
πληροφοριών.
Περαιτέρω, οσάκις
προβλέπεται ότι
οι πληροφορίες
δεν
αποκαλύπτονται
χωρίς τη ρητή
συγκατάθεση
των αρμόδιων
αρχών, οι αρχές
αυτές θα
πρέπει να
μπορούν,
εφόσον
ενδείκνυται,
να εξαρτούν τη
συγκατάθεσή
τους από την
τήρηση αυστηρών
προϋποθέσεων. (56) Η
οδηγία 95/46/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[29]
διέπει την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
που
πραγματοποιείται
στα κράτη μέλη
στο πλαίσιο
της παρούσας
οδηγίας και
υπό την
επίβλεψη των
αρμοδίων
αρχών. Ο
κανονισμός (ΕΚ)
αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[30]
διέπει την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
που
πραγματοποιείται
από τις
ευρωπαϊκές
εποπτικές
αρχές στο
πλαίσιο της
παρούσας οδηγίας
και υπό την
επίβλεψη του
Ευρωπαϊκού
Επόπτη Προστασίας
Δεδομένων.
Κάθε
επεξεργασία
δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα που
διενεργείται
στο πλαίσιο
της παρούσας
οδηγίας, όπως η
ανταλλαγή ή η
διαβίβαση δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα από
τις αρμόδιες αρχές,
θα πρέπει να
γίνεται
σύμφωνα με
τους εθνικούς
κανόνες
εφαρμογής της
οδηγίας 95/46/ΕΚ
και κάθε ανταλλαγή
ή διαβίβαση
πληροφοριών
από τις
ευρωπαϊκές
εποπτικές
αρχές θα
πρέπει να
γίνεται
σύμφωνα με τον
κανονισμό (ΕΚ)
αριθ. 45/2001. (57) Για
τη διασφάλιση
της ομαλής
λειτουργίας
της οργανωμένης
σε ευρωπαϊκή
κλίμακα
εσωτερικής
αγοράς για τις
επαγγελματικές
συνταξιοδοτικές
παροχές, η
Επιτροπή θα
πρέπει,
κατόπιν διαβούλευσης
με την ΕΑΑΕΣ, να
εξετάσει την
εφαρμογή της
παρούσας
οδηγίας και να
εκπονήσει
σχετική έκθεση,
την οποία θα
πρέπει να
υποβάλει στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο
Συμβούλιο
τέσσερα έτη
μετά την
έναρξη ισχύος
της παρούσας
οδηγίας. Στην
έκθεση θα πρέπει
να
αξιολογούνται
ειδικότερα η
εφαρμογή των
κανόνων
σχετικά με τον
υπολογισμό των
τεχνικών αποθεματικών,
η
χρηματοδότηση
των τεχνικών
αποθεματικών,
τα ρυθμιστικά
ίδια κεφάλαια,
τα περιθώρια φερεγγυότητας,
οι επενδυτικοί
κανόνες και
κάθε άλλη
πτυχή σχετικά
με την
κατάσταση
χρηματοοικονομικής
φερεγγυότητας
του ιδρύματος. (58) Για
να
εξασφαλιστεί ο
θεμιτός
ανταγωνισμός
μεταξύ
ιδρυμάτων, η
μεταβατική
περίοδος για
να μπορέσουν
οι
ασφαλιστικές
επιχειρήσεις
οι οποίες
υπάγονται στην
οδηγία 2009/138/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[31]
να ασκήσουν τη
δραστηριότητα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών βάσει
των κανόνων
που αναφέρονται
στο άρθρο 4 της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ θα
πρέπει να παραταθεί
έως την 31η
Δεκεμβρίου 2022.
Επομένως, η
οδηγία 2009/138/ΕΚ θα
πρέπει να τροποποιηθεί
αναλόγως. (59) Για
να
εξειδικευθούν
οι απαιτήσεις
που προβλέπονται
στην παρούσα
οδηγία, θα
πρέπει να
ανατεθεί στην
Επιτροπή η
εξουσία
έκδοσης
πράξεων
σύμφωνα με το
άρθρο 290 ΣΛΕΕ, σε
ό,τι αφορά την
αποσαφήνιση
της πολιτικής
αποδοχών, την
αξιολόγηση των
κινδύνων για
τις συντάξεις
και τη δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών. Είναι
ιδιαίτερα
σημαντικό να
προβαίνει η
Επιτροπή στις κατάλληλες
διαβουλεύσεις,
κατά τις
προπαρασκευαστικές
εργασίες της,
μεταξύ άλλων
και σε επίπεδο
εμπειρογνωμόνων.
Η Επιτροπή,
κατά την
προετοιμασία
και τη σύνταξη
κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων, θα
πρέπει να
εξασφαλίζει
την
ταυτόχρονη,
έγκαιρη και
κατάλληλη διαβίβαση
των σχετικών
εγγράφων στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο
Συμβούλιο. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 38
(προσαρμοσμένο) Όταν
ένα ίδρυμα
ασκεί χωριστή
διαχείριση (ring-fenced),
οι διατάξεις
της παρούσας
οδηγίας
εφαρμόζονται
μεμονωμένα
έναντι του
ιδρύματος
αυτού. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 39
(προσαρμοσμένο) Είναι
σημαντικό να
προβλεφθεί η
συνεργασία
μεταξύ των
αρμοδίων αρχών
των κρατών
μελών για
λόγους
επιτήρησης
καθώς και η
συνεργασία
μεταξύ των αρχών
αυτών και της
Επιτροπής για
άλλους
σκοπούς. Προκειμένου
να
αντεπεξέλθουν
στα καθήκοντά
τους και να
συμβάλλουν
στην
ουσιαστική και
έγκαιρη
εφαρμογή της
οδηγίας αυτής,
οι αρμόδιες
αρχές παρέχουν
η μια στην άλλη
τις αναγκαίες
πληροφορίες
προκειμένου να
εφαρμοστούν οι
διατάξεις της
οδηγίας. Η
Επιτροπή
εξεδήλωσε την
πρόθεσή της να
συγκροτήσει
μια επιτροπή
επιβλεπόντων
προκειμένου να
ενθαρρύνει τη
συνεργασία,
συντονισμό και
ανταλλαγή
απόψεων μεταξύ
των αρμοδίων
εθνικών αρχών
και να
προωθήσει την
συνεπή
εφαρμογή της
οδηγίας. ê 2003/41/ΕΚ
αιτιολογική
σκέψη 40 (60) Δεδομένου ότι
οι στόχοι της
προβλεπόμενης
δράσης, δηλαδή
η θέσπιση ενός ενωσιακούκοινοτικού
νομοθετικού
πλαισίου που
να καλύπτει τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών, είναι
αδύνατον να
επιτευχθούν
επαρκώς από τα
κράτη μέλη και
δύνανται
συνεπώς, λόγω
των διαστάσεων
και των
αποτελεσμάτων
της δράσης, να
επιτευχθούν
καλύτερα σε ενωσιακόκοινοτικό
επίπεδο η ΈνωσηΚοινότητα
δύναται να
λάβει μέτρα
σύμφωνα με την
αρχή της επικουρικότητας,
όπως
διατυπώνεται
στο άρθρο 5 της συνθήκης
για
την Ευρωπαϊκή
Ένωση. Σύμφωνα με
την αρχή της
αναλογικότητας
του ιδίου
άρθρου, η παρούσα
οδηγία δεν
υπερβαίνει τα
αναγκαία μέτρα
για το σκοπό
αυτό., ò νέο (61) Σύμφωνα
με την κοινή
πολιτική
δήλωση των
κρατών μελών
και της
Επιτροπής της
28ης
Σεπτεμβρίου 2011
σχετικά με τα επεξηγηματικά
έγγραφα[32], τα
κράτη μέλη
έχουν αναλάβει
να συνοδεύουν,
σε δικαιολογημένες
περιπτώσεις,
την
κοινοποίηση
των μέτρων που
λαμβάνουν για
τη μεταφορά
στο εθνικό δίκαιο
με ένα ή
περισσότερα
έγγραφα τα
οποία επεξηγούν
τη σχέση
μεταξύ των
επιμέρους στοιχείων
μιας οδηγίας
και των
αντίστοιχων
μερών των πράξεων
μεταφοράς στο
εθνικό δίκαιο.
Όσον αφορά την
παρούσα
οδηγία, ο
νομοθέτης
θεωρεί
δικαιολογημένη
τη διαβίβαση
τέτοιων
εγγράφων. (62) Η υποχρέωση
μεταφοράς της
παρούσας
οδηγίας στο
εθνικό δίκαιο
θα πρέπει να
περιοριστεί
στις διατάξεις
που συνιστούν
τροποποιήσεις
ουσίας των
προϋπαρχουσών
οδηγιών. Η υποχρέωση
μεταφοράς στο
εθνικό δίκαιο
των διατάξεων
που δεν
τροποποιούνται
απορρέει από
τις προϋπάρχουσες
οδηγίες. (63) Η παρούσα
οδηγία δεν θα
πρέπει να
θίγει τις
υποχρεώσεις
των κρατών
μελών σχετικά
με τις προθεσμίες
μεταφοράς στο
εθνικό δίκαιο
και εφαρμογής
των οδηγιών
που
εμφαίνονται
στο παράρτημα I μέρος
B, ê 2003/41/ΕΚ ΕΞΕΔΩΣΑΝ
ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ
ΟΔΗΓΙΑ: ò νέο Τίτλος I ΓΕΝΙΚΕΣ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
1 Αντικείμενο Η
παρούσα οδηγία
θεσπίζει
κανόνες για
την ανάληψη
και άσκηση
δραστηριοτήτων
των ιδρυμάτων
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. Άρθρο
2 Πεδίο
εφαρμογής 1. Η
παρούσα οδηγία
εφαρμόζεται
στα ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. Αν,
βάσει της ισχύουσας
εθνικής
νομοθεσίας, τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών δεν
διαθέτουν
νομική
προσωπικότητα,
τα κράτη μέλη
εφαρμόζουν την
οδηγία είτε
στα ιδρύματα
αυτά είτε, με
την επιφύλαξη
της παραγράφου
2, στους
εξουσιοδοτημένους
φορείς που τα
διαχειρίζονται
και ενεργούν
για λογαριασμό
τους. 2. Η
παρούσα οδηγία
δεν
εφαρμόζεται: ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) α) σε
ιδρύματα που
διαχειρίζονται
συστήματα
κοινωνικής
ασφάλισης τα
οποία εμπίπτουν
στον
κανονισμόστους
κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ.
1408/71[33]883/2004[34] και τον
κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72[35]987/2009 Ö του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου Õ [36]· ê 2011/61/ΕΕ
άρθρο 62 σημ. 1 β) σε ιδρύματα
που εμπίπτουν
στις οδηγίες 73/239/ΕΟΚ[37], 85/611/ΕΟΚ[38], 93/22/ΕΟΚ[39], 2000/12/ΕΚ[40] 2002/83/ΕΚ[41]
και 2004/39/ΕΚ[42],
2009/65/ΕΚ[43], 2009/138/ΕΚ,
2011/61/ΕΕ[44] και
2013/36/ΕΕ[45]· ê 2003/41/ΕΚ γ) σε
ιδρύματα που
λειτουργούν σε
διανεμητική
βάση· δ) σε
ιδρύματα όπου
οι υπάλληλοι
των
χρηματοδοτουσών
επιχειρήσεων
δεν έχουν εκ
του νόμου
δικαιώματα στα
οφέλη και όπου
η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
μπορεί να αποδεσμεύσει
σε οιαδήποτε
στιγμή τα
στοιχεία του ενεργητικού
και να μην
ανταποκριθεί
κατ' ανάγκη στις
υποχρεώσεις
της προς
καταβολή των
συνταξιοδοτικών
οφελών· ε) στις
επιχειρήσεις
οι οποίες, για
την καταβολή των
συντάξεων
στους
υπαλλήλους
τους,
προσφεύγουν στη
σύσταση
αποθεματικών
στον
ισολογισμό. Άρθρο
3 Εφαρμογή
σε ιδρύματα
που
διαχειρίζονται
συστήματα
κοινωνικής
ασφάλισης Ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών που
διαχειρίζονται
επίσης
συστήματα
υποχρεωτικής
συνταξιοδότησης
συνδεόμενα με
την εργασία, τα
οποία
θεωρούνται ως
συστήματα
κοινωνικής ασφάλισης
που εμπίπτουν
στους
κανονισμούς (ΕΟΚ)
αριθ. 1408/71883/2004 και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72987/2009,
διέπονται από
την παρούσα
οδηγία όσον
αφορά τις μη
υποχρεωτικές
δραστηριότητές
τους στον
τομέα της
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης.
Στην περίπτωση
αυτή, η
διαχείριση
όλων των
υποχρεώσεων
και των
αντίστοιχων
στοιχείων του
ενεργητικού θα
γίνεται
χωριστά και
δεν θα είναι
δυνατή η
μεταφορά στα
συστήματα
υποχρεωτικής
συνταξιοδότησης
τα οποία
θεωρούνται ως
συστήματα
κοινωνικής
ασφάλισης, ή
αντιστρόφως. Άρθρο
4 Προαιρετική
εφαρμογή σε
ιδρύματα που
διέπονται από
την οδηγία 2002/83/ΕΚ2009/138/ΕΚ ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) Τα κράτη
μέλη καταγωγής
μπορούν να
επιλέξουν να εφαρμόζουν
τις διατάξεις
των άρθρων 9
έως 16 και 18 έως 20 Ö 9 έως
15, των άρθρων 20 έως
24 παράγραφος 2, των
άρθρων 25 έως 29, των
άρθρων 31 έως 53 και
των άρθρων 55 έως
71 Õ της
παρούσας
οδηγίας στις
δραστηριότητες
παροχής
επαγγελματικών
συντάξεων των ασφαλιστικών
επιχειρήσεων Ö του
κλάδου ζωής Õ που
διέπονται από
την οδηγία 2002/83/ΕΚ 2009/138/ΕΚ.
Στην περίπτωση
αυτή, ο
διαχωρισμός, η
διαχείριση και
η οργάνωση
όλων των
στοιχείων του
ενεργητικού
και των
υποχρεώσεων
που
αντιστοιχούν
στις ανωτέρω
δραστηριότητες
πραγματοποιούνται
χωριστά από
τις υπόλοιπες
δραστηριότητες
των ασφαλιστικών
επιχειρήσεων Ö του
κλάδου ζωής Õ,
χωρίς καμία
δυνατότητα
μεταφοράς. Στην
περίπτωση
αυτή, και μόνο
όσον αφορά τις
δραστηριότητες
στον τομέα των
επαγγελματικών
συντάξεων, οι
ασφαλιστικές
επιχειρήσεις Ö του
κλάδου ζωής Õ δεν
υπάγονται στα
άρθρα 20 έως
26, 31 και 36 Ö 76 έως
86, στο άρθρο 132, στο
άρθρο 134
παράγραφος 2, στο
άρθρο 173, στο
άρθρο 185
παράγραφος 5, στο
άρθρο 185
παράγραφοι 7 και
8 και στο άρθρο 209 Õ της
οδηγίας 2002/83/ΕΚ 2009/138/ΕΚ. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
διασφαλίζει
ότι, είτε οι
αρμόδιες
αρχές, είτε οι
υπεύθυνες για
την εποπτεία
των
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων Ö του
κλάδου ζωής Õ
αρχές που
καλύπτονται
από την οδηγία 2002/83/ΕΚ2009/138/ΕΚ εξετάζουν,
στο πλαίσιο
του εποπτικού
τους έργου, τον
αυστηρό
διαχωρισμό των
δραστηριοτήτων
των σχετικών
με την παροχή
επαγγελματικών
συντάξεων. Άρθρο
5 Μικρά
συνταξιοδοτικά
ιδρύματα και καθεστώτασυστήματα εκ του νόμου Με
εξαίρεση το άρθρο 19 Ö τα
άρθρα 34 έως 37 Õ , τα
κράτη μέλη
μπορούν να
επιλέξουν να
μην εφαρμόσουν
την παρούσα
οδηγία, εν όλω ή
εν μέρει, σε
οποιοδήποτε
ίδρυμα
εγκατεστημένο
στις
επικράτειές τους
το οποίο
διαχειρίζεται
συνταξιοδοτικά
καθεστώτασυστήματα που έχουν συνολικά
λιγότερα από 100
μέλη. Με την
επιφύλαξη του
άρθρου 2
παράγραφος 2, τα
ιδρύματα αυτά θα
πρέπει, Ö έχουν, Õ ωστόσο,
να
έχουν το
δικαίωμα να
εφαρμόζουν την
παρούσα οδηγία
σε εθελοντική
βάση. Το άρθρο 20 12 μπορεί
να εφαρμόζεται
μόνον εάν
ισχύουν όλες
οι άλλες
διατάξεις της
παρούσας
οδηγίας. Τα κράτη μέλη
μπορούν να μην εφαρμόσουν
τα άρθρα 9 έως 17 Ö 1 έως
8, το άρθρο 12, το
άρθρο 20 και τα
άρθρα 34 έως 37 Õ στα
ιδρύματα στα
οποία η παροχή
επαγγελματικών
συνταξιοδοτήσεων
έχει θεσπιστεί
εκ του νόμου,
και τυγχάνει
της εγγύησης
δημόσιας αρχής.
Το άρθρο 20 12 μπορεί
να εφαρμόζεται
μόνον εάν
ισχύουν όλες
οι άλλες
διατάξεις της
παρούσας
οδηγίας. ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
6 Ορισμοί Για τους
σκοπούς της
παρούσας
οδηγίας
νοούνται ως: α)
«ίδρυμα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών», ή
«ίδρυμα»: το
ίδρυμα το
οποίο
λειτουργεί,
ανεξαρτήτως
της νομικής
του μορφής, σε
κεφαλαιοποιητική
βάση και
ιδρύεται,
ξεχωριστά από
οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα
επιχείρηση ή
επαγγελματική
ένωση, με στόχο
να χορηγεί συνταξιοδοτικές
παροχές στο
πλαίσιο μιας
επαγγελματικής
δραστηριότητας
με βάση
συμφωνία ή
σύμβαση η
οποία έχει
συναφθεί: –
μεμονωμένα
ή συλλογικά
μεταξύ
εργοδότη(-ών)
και εργαζομένου(-ων)
ή των
αντίστοιχων
εκπροσώπων
τους, ή –
με
ελεύθερους
επαγγελματίες,
κατά τη
νομοθεσία του
κράτους μέλους
καταγωγής και
του κράτους
μέλους
υποδοχής και το
οποίο
αναπτύσσει
δραστηριότητες
που συνδέονται
άμεσα με τον
ανωτέρω στόχο· β)
«συνταξιοδοτικό
καθεστώςσύστημα»: η σύμβαση, η συμφωνία,
το έγγραφο
καταπιστεύματος
(trust deed) και οι κανόνες
διά των οποίων
καθορίζεται
ποιες συνταξιοδοτικές
παροχές
χορηγούνται
και υπό ποιους
όρους· ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο γ)
«χρηματοδοτούσα
επιχείρηση»:
οποιαδήποτε
επιχείρηση, ή
άλλος φορέας,
ανεξαρτήτως του
εάν
περιλαμβάνει ή
απαρτίζεται
από ένα ή περισσότερα
νομικά ή
φυσικά πρόσωπα
ενεργούντα υπό
την ιδιότητα
εργοδότη ή
ελευθέρου
επαγγελματία ή
οποιουδήποτε
συνδυασμού
αυτών και που
καταβάλλει
εισφορές σε ίδρυμα
για παροχή
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης ð , η οποία,
βάσει της
εθνικής
νομοθεσίας,
υποχρεούται εκ
του νόμου ή
δεσμεύεται
εθελοντικά να
προσφέρει ένα
συνταξιοδοτικό
καθεστώς· ï ê 2003/41/ΕΚ δ)
«συνταξιοδοτικές
παροχές»: οι
παροχές υπό
μορφήν
πληρωμών που
καταβάλλοναι
είτε εφ' όρου
ζωής είτε για
προσωρινό
χρονικό
διάστημα, ή ως
εφάπαξ ποσό,
που
καταβάλλονται
με γνώμονα ή
αναμένοντας τη
συνταξιοδότηση
ή, εφόσον είναι
συμπληρωματικές
των εν λόγω
συνταξιοδοτικών
παροχών και
παρέχονται επικουρικά,
υπό μορφήν
πληρωμών σε
περίπτωση θανάτου,
αναπηρίας, ή
παύσης της
απασχόλησης, ή
υπό μορφήν
καταβολής
ενισχύσεων ή
παροχής
υπηρεσιών σε
περίπτωση
ασθενείας,
ένδειας ή
θανάτου.
Προκειμένου να
διευκολύνεται
η οικονομική
ασφάλεια κατά
τη σύνταξη, οι
παροχές αυτές
λαμβάνουν
συνήθως τη
μορφή πληρωμών
εφ' όρου ζωής.
Είναι ωστόσο
δυνατόν να
καταβληθούν
πληρωμές για
προσωρινό
χρονικό
διάστημα ή ως εφάπαξ
ποσόν· ε) «μέλη»:
τα άτομα των
οποίων οι
επαγγελματικές
δραστηριότητες
στοιχειοθετούν
ή πρόκειται να
στοιχειοθετήσουν
δικαίωμα σε
συνταξιοδοτικές
παροχές
σύμφωνα με τις
προβλέψεις
συνταξιοδοτικού
καθεστώτοςσυστήματος· στ)
«δικαιούχοι»: τα
άτομα τα οποία
εισπράττουν
συνταξιοδοτικές
παροχές· ζ)
«αρμόδιες αρχές»:
οι εθνικές
αρχές που
έχουν ορισθεί
να ασκούν τα
καθήκοντα που
προβλέπονται
στην παρούσα
οδηγία· η)
«βιομετρικοί
κίνδυνοι»: οι
κίνδυνοι που
συνδέονται με
θάνατο,
ανικανότητα
και μακροζωία· ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο θ)
«κράτος μέλος
καταγωγής»: το
κράτος μέλος ð στο
οποίο έχει
εγκριθεί ή
καταχωριστεί
το ίδρυμα και
στο οποίο
βρίσκεται το
κύριο
διοικητικό του
κατάστημα. Ο
τόπος του
κύριου
διοικητικού
καταστήματος
παραπέμπει
στον τόπο στον
οποίο
λαμβάνονται οι
κύριες
στρατηγικές
αποφάσεις από
το όργανο
λήψης
αποφάσεων του
ιδρύματος· ï στο
οποίο το
ίδρυμα έχει
την έδρα του ή
το κύριο διοικητικό
του κατάστημα
ή, εφόσον δεν
έχει έδρα, το κύριο
διοικητικό του
κατάστημα· ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο ι)
«κράτος μέλος
υποδοχής»: το
κράτος μέλος
του οποίου η
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία
σχετικά με τις
επαγγελματικές
συντάξεις
διέπει τις
σχέσεις μεταξύ
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης
και μελών ð ή
δικαιούχων ï·. ò νέο ια)
«μεταφέρον
ίδρυμα»: ίδρυμα
το οποίο
μεταφέρει το
σύνολο ή μέρος
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος σε
ίδρυμα άλλου
κράτους
μέλους· ιβ)
«παραλαμβάνον
ίδρυμα»: το
ίδρυμα που
παραλαμβάνει
το σύνολο ή
μέρος
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος από
ίδρυμα άλλου
κράτους
μέλους· ιγ)
«οργανωμένη
αγορά»:
πολυμερές
σύστημα στην
Ένωση κατά την
έννοια του
άρθρου 2
παράγραφος 1
σημείο 5 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. …/… [MiFIR]· ιδ)
«πολυμερής
μηχανισμός
διαπραγμάτευσης»:
πολυμερές
σύστημα στην
Ένωση κατά την
έννοια του
άρθρου 2
παράγραφος 1
σημείο 6 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. …/… [MiFIR]· ιε)
«μηχανισμός
οργανωμένης
διαπραγμάτευσης»:
σύστημα ή
μηχανισμός
στην Ένωση που
αναφέρεται στο
άρθρο 2
παράγραφος 1
σημείο 7 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. …/… [MiFIR]· ιστ)
«σταθερό μέσο»:
μέσο το οποίο
παρέχει σε
μέλος ή δικαιούχο
τη δυνατότητα
να αποθηκεύει
πληροφορίες
απευθυνόμενες
προσωπικά στο
συγκεκριμένο μέλος
ή στον
συγκεκριμένο
δικαιούχο,
κατά τρόπο ώστε
να μπορεί να
ανατρέξει σε αυτές
μελλοντικά επί
χρονικό
διάστημα
επαρκές για
τους σκοπούς
που
εξυπηρετούν οι
πληροφορίες, και
το οποίο
επιτρέπει την
ακριβή
αναπαραγωγή
των αποθηκευμένων
πληροφοριών· ιζ)
«βασική
λειτουργία»:
στο πλαίσιο
ενός συστήματος
διακυβέρνησης,
η εσωτερική
ικανότητα
ανάληψης
πρακτικών
καθηκόντων·
ένα σύστημα
διακυβέρνησης
περιλαμβάνει
τη λειτουργία
διαχείρισης
κινδύνων, τη
λειτουργία
εσωτερικού ελέγχου,
και στις
περιπτώσεις
που το ίδρυμα
αναλαμβάνει
οικονομικές
δεσμεύσεις ή
συνιστά
τεχνικά αποθεματικά,
και την αναλογιστική
λειτουργία. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο Άρθρο
7 Δραστηριότητες
των ιδρυμάτων Κάθε
κράτος μέλος
απαιτεί Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα
που βρίσκονται
στην
επικράτειά του τους
να περιορίζουν
τις δραστηριότητές
τους σε αυτές
που συνδέονται
με συνταξιοδοτικές
παροχές και
στις
δραστηριότητες
που απορρέουν
από αυτές. Όταν,
βάσει του
άρθρου 4, μια
ασφαλιστική
επιχείρηση ð του
κλάδου ζωής ï
διαχειρίζεται
τις σχετικές
με την παροχή επαγγελματικών
συνταξιοδοτήσεων
δραστηριότητές
της μέσω
ξεχωριστής
παρουσίασης
και διαχείρισης
του
ενεργητικού
και του
παθητικού, η
δραστηριότητα
αυτή πρέπει να
περιορίζεται
στις πράξεις
τις σχετικές
με τις
συνταξιοδοτικές
παροχές και σε δραστηριότητες
που σχετίζονται
άμεσα με αυτές. Άρθρο
8 Νομικός
διαχωρισμός
μεταξύ
χρηματοδοτουσών
επιχειρήσεων
και ιδρυμάτων
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών Κάθε
κράτος μέλος
εξασφαλίζει Τα
κράτη μέλη
εξασφαλίζουν το νομικό
διαχωρισμό
μεταξύ μιας
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης
και ενός
ιδρύματος
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών, ώστε,
σε περίπτωση
πτώχευσης της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης,
να διαφυλάσσονται
τα περιουσιακά
στοιχεία του
ιδρύματος προς
το συμφέρον
των μελών και
των
δικαιούχων. Άρθρο
9 Προϋποθέσεις
για τη
λειτουργία ð Καταχώριση
ή έγκριση ï 1.
Κάθε κράτος
μέλος
εξασφαλίζειΤα
κράτη μέλη
εξασφαλίζουν, για κάθε
ίδρυμα
εγκατεστημένο
στην
επικράτειά τουτους, ότι: ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 1 στοιχείο
α)
(προσαρμοσμένο) α)
το ίδρυμα
είναι
καταχωρισμένο
σε εθνικό
μητρώο από την
αρμόδια αρχή ή
εγκεκριμένο Ö από
αυτή Õ σε
περίπτωση
διασυνοριακής
δραστηριότητας,
κατά το άρθρο 1220,
αναγράφονται
στο μητρώο
επίσης τα
κράτη μέλη στα
οποία
λειτουργεί το
ίδρυμα· οι
πληροφορίες
αυτές
κοινοποιούνται
στην Ευρωπαϊκή
Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή
Αρχή
Ασφαλίσεων και
Επαγγελματικών
Συντάξεων (στο
εξής «ΕΑΑΕΣ»), η
οποία
συγκροτήθηκε
με τον
κανονισμό (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[46] και η οποία
τις δημοσιεύει
στον ιστότοπό
της,. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) β) το ίδρυμα
διοικείται
πράγματι από
πρόσωπα έντιμα,
τα οποία είτε
διαθέτουν τα
ίδια τα
κατάλληλα επαγγελματικά
προσόντα και
εμπειρία, είτε
προσλαμβάνουν
συμβούλους με
τα κατάλληλα
επαγγελματικά
προσόντα και
εμπειρία· ò νέο Άρθρο 10 Κανόνες
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων ê 2003/41/ΕΚ (γ) Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν,
σε σχέση με
κάθε ίδρυμα
εγκατεστημένο
στην επικράτειά
τους, ότι
εφαρμόζονται
καταλλήλως
θεσπισμένοι
κανόνες σχετικά
με τη
λειτουργία
κάθε
καθεστώτος
συνταξιοδότησης
το οποίο
διαχειρίζεται
το ίδρυμα και τα
μέλη έχουν
επαρκώς
ενημερωθεί για
τους κανόνες
αυτούς·. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) δ) όλα τα
τεχνικά
αποθεματικά
υπολογίζονται
και πιστοποιούνται
από αναλογιστή
ή, εάν όχι από
αναλογιστή,
από άλλο
ειδικό στον εν
λόγω τομέα,
παραδείγματος
χάριν ελεγκτή,
σύμφωνα με την
εθνική νομοθεσία,
επί τη βάσει
αναλογιστικών
μεθόδων
αναγνωρισμένων
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής· ò νέο Άρθρο 11 Δέσμευση
τακτικής
χρηματοδότησης
και πρόσθετες
παροχές ê 2003/41/ΕΚ ε)1. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν,
σε σχέση με
κάθε ίδρυμα
εγκατεστημένο
στην
επικράτειά
τους, ότι, εάν
η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
εγγυάται την
πληρωμή
συνταξιοδοτικών
παροχών, είναι
δεσμευμένη ως
προς την
τακτική
χρηματοδότηση·. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) στ)
τα μέλη είναι
επαρκώς
πληροφορημένα
ως προς τους
όρους του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος και
ιδιαίτερα όσον
αφορά: i) τα
δικαιώματα και
τις
υποχρεώσεις
των συμμετεχόντων
στο
συνταξιοδοτικό
καθεστώς, ii) τους
οικονομικούς,
τεχνικούς και
άλλους κινδύνους
που συνδέονται
με το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς, iii) τη φύση
και την
κατανομή αυτών
των κινδύνων. ê 2003/41/ΕΚ 2. Σύμφωνα
με την αρχή της
επικουρικότητας,
και λαμβάνοντας
υπόψη τον όγκο
των παροχών
των εθνικών συστημάτων
ασφάλισης, τα
κράτη μέλη
δύνανται να μεριμνούν
ώστε να
προσφέρεται ως
παροχή στα
μέλη η επιλογή
για την κάλυψη
των κινδύνων
που συνδέονται
με μακροζωία
και
επαγγελματική
αναπηρία,
παροχή για επιζώντα
εξαρτώμενα
μέλη και
παροχή
εγγύησης για
την επιστροφή
των
καταβληθεισών
συνεισφορών,
εάν έτσι
συμφωνήσουν οι
εργοδότες και
οι εργαζόμενοι
ή οι
αντίστοιχοι
εκπρόσωποί
τους. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 3.
Κάθε κράτος
μέλος μπορεί
να εξαρτά και
από άλλους
περιορισμούς
τη λειτουργία
ενός ιδρύματος
εγκατεστημένου
στην
επικράτειά του
προκειμένου να
εξασφαλίζει
την κατάλληλη
προστασία των
συμφερόντων
των μελών και
των
δικαιούχων. ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 1
στοιχείο α)
(προσαρμοσμένο) 5. Σε
περίπτωση
διασυνοριακής
δραστηριότητας
όπως ορίζεται
στο άρθρο 20, οι
όροι
λειτουργίας
ιδρύματος
εγκρίνονται
προηγουμένως
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής.
Όποτε χορηγούν
αυτή την
έγκριση, τα
κράτη μέλη
ενημερώνουν
αμέσως την
ΕΑΑΕΣ. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο Άρθρο
2012 Διασυνοριακές
δραστηριότητες
ð και
διαδικασίες ï 1. Με την
επιφύλαξη της
εθνικής
κοινωνικής και
εργατικής
νομοθεσίας σε
θέματα
οργάνωσης των
συνταξιοδοτικών
συστημάτων,
συμπεριλαμβανομένης
της
υποχρεωτικής
συμμετοχής σε
αυτά, αλλά και
των αποτελεσμάτων
των συλλογικών
διαπραγματεύσεων,
τα κράτη μέλη
επιτρέπουν
στις
επιχειρήσεις
της
επικράτειάς
τους να
χρηματοδοτούν
ιδρύματα ð τα
οποία
προτίθενται να
ασκήσουν ή
ασκούν διασυνοριακή
δραστηριότητα ï επαγγελματικής
συνταξιοδότησης
των οποίων η άδεια
έχει εκδοθεί
σε άλλα κράτη
μέλη. Επιτρέπουν
επίσης σε τέτοια ιδρύματα ð εγκεκριμένα
στην
επικράτειά
τους ï των
οποίων η άδεια
έχει εκδοθεί
στις
επικράτειές τους ð να
ασκούν
διασυνοριακή
δραστηριότητα ï να
δέχονται ð αποδεχόμενα ï χρηματοδότηση
από
επιχειρήσεις άλλων
κρατών μελών
ð οποιουδήποτε
κράτους
μέλους ï. 2. Ίδρυμα
το οποίο ð προτίθεται ï επιθυμεί
ð να
ασκήσει
διασυνοριακή
δραστηριότητα
και ï να δεχθεί
χρηματοδότηση
από
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση η οποία
εδρεύει στην
επικράτεια
ενός άλλου
κράτους μέλους
χρειάζεται
προηγούμενη
έγκριση από
την αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους καταγωγής,
όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 9
παράγραφος 5.
Πρέπει όμως να
γνωστοποιεί
την πρόθεσήεπιθυμία του να δεχθεί
χρηματοδότηση
από
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση άλλου
κράτους μέλους
στις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής
όπου το ίδρυμα
έχει εγκριθεί. 3. Τα κράτη
μέλη απαιτούν
από τα
ιδρύματα που
είναι ð εγκεκριμένα
ή
καταχωρισμένα ï εγκατεστημένα
στην
επικράτειά
τους και
προτίθενται να
χρηματοδοτηθούν
ð λάβουν
χρηματοδότηση ï από
επιχείρηση
εγκατεστημένη
στην
επικράτεια άλλου
κράτους μέλους
να παρέχουν
τις ακόλουθες
πληροφορίες
όταν προβαίνουν
στη
γνωστοποίηση
σύμφωνα με την
παράγραφο 2: α) το
κράτος μέλος ή
τα κράτη μέλη
υποδοχής· β) την
επωνυμία ð και τον
τόπο
εγκατάστασης
της διοίκησης ï της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης· γ) τα
κύρια
χαρακτηριστικά
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος που
θα
διαχειριστεί
το ίδρυμα για
λογαριασμό της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο 4. Όταν η
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής
ειδοποιηθεί,
σύμφωνα με την
παράγραφο 2, και
εφόσον δεν υπάρχουν
λόγοι
αμφιβολίας για
το αν ð έχει
εκδώσει
απόφαση περί
του ότι ï η διοικητική
ή η οικονομική
κατάσταση του
ιδρύματος ή η
φήμη και τα
επαγγελματικά
προσόντα ή η
πείρα των
διαχειριστών
του ð δεν ï είναι
συμβατά με τις Ö σκοπούμενες Õ
πράξεις των
οποίων
προτείνεται η
διενέργεια στο
κράτος
υποδοχής, θα
πρέπει, εντός
τριμήνου αφ'
ότου λάβει
όλες τις πληροφορίες
της παραγράφου
3, να τις
ανακοινώνει στις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
υποδοχής και
να ενημερώνει
αρμοδίως το
ίδρυμα. ò νέο Η
απόφαση που
αναφέρεται στο
πρώτο εδάφιο
πρέπει να
είναι
αιτιολογημένη. Εάν
η αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής αρνηθεί
να ανακοινώσει
τις
πληροφορίες
που αναφέρονται
στο πρώτο
εδάφιο στις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
υποδοχής,
γνωστοποιεί
τους λόγους της
άρνησής της
στο
ενδιαφερόμενο
ίδρυμα εντός
τριών μηνών από
τη λήψη όλων
των
πληροφοριών
που
αναφέρονται στην
παράγραφο 3.
Κατά της
άρνησης αυτής
ή της παράλειψης
ενέργειας
υπάρχει
δικαίωμα
προσφυγής ενώπιον
των
δικαστηρίων
του κράτους
μέλους καταγωγής. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο 5. Πριν το
ίδρυμα αρχίσει
να διαχειρίζεται
ð ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα ï
συνταξιοδοτικό
καθεστώς για
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση σε
άλλο κράτος
μέλος, οι
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
υποδοχής,
εντός δύοð ενός ï μηνών
μήνα από τη λήψη
των
πληροφοριών
της παραγράφου
3, ενημερώνουν
τις αρμόδιες
αρχές του
κράτους
καταγωγής, εάν
ενδείκνυται, για τις
διατάξεις της
κοινωνικής και
εργατικής
νομοθεσίας
σχετικά με την
επαγγελματική
σύνταξη, οι
οποίες πρέπει
να τηρούνται κατά
τη διαχείριση
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος που
χρηματοδοτείται
από επιχείρηση
στο κράτος
υποδοχής και κάθε
διάταξη
εφαρμοστέα
σύμφωνα με το
άρθρο 18 παράγραφος
7 και με την
παράγραφο 7 του
παρόντος
άρθρου. Οι
αρμόδιες αρχές
του κράτους
καταγωγής
ανακοινώνουν
τις
πληροφορίες
στο ίδρυμα. 6. Μόλις το
ίδρυμα λάβει
την ανακοίνωση
βάσει της παραγράφου
5, ή αν παρέλθει
άπρακτη η
προθεσμία διαβίβασης
της ανακοίνωσης
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
καταγωγής, το
ίδρυμα μπορεί
να αρχίσει να ð ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα ï
διαχειρίζεται
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς που χρηματοδοτείται
από επιχείρηση
στο κράτος
υποδοχής,
σύμφωνα με την
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία του
κράτους αυτού
σχετικά με τις
επαγγελματικές
συντάξεις και κάθε
διάταξη
εφαρμοστέα
σύμφωνα με το
άρθρο 18 παράγραφος
7 και με την
παράγραφο 7 του
παρόντος άρθρου. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 7.
Ειδικότερα,
ίδρυμα που
χρηματοδοτείται
από επιχείρηση
εγκατεστημένη
στην
επικράτεια
άλλου κράτους
μέλους
υπόκεινται
επίσης, για τα
αντίστοιχα
μέλη, στις απαιτήσεις
παροχής
πληροφοριών
που επιβάλλουν
οι αρμόδιες
αρχές των
κρατών μελών
υποδοχής σε ιδρύματα
εγκατεστημένα
στο εν λόγω
κράτος μέλος
κατ' άρθρο 11. ê 2003/41/ΕΚ ð νέο 87.
Οι αρμόδιες
αρχές του
κράτους
υποδοχής
ενημερώνουν
τις αρμόδιες
αρχές του
κράτους
καταγωγής για κάθε
σημαντική
μεταβολή των
διατάξεων της
εργατικής και
κοινωνικής
νομοθεσίας του
κράτους μέλους
υποδοχής σχετικά
με τα καθεστώτασυστήματα
επαγγελματικής
σύνταξης, η
οποία μπορεί
να επηρεάσει
τα
χαρακτηριστικά
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτοςσυστήματος, κατά το μέρος
εκείνο που
αφορά τη ð διασυνοριακή
δραστηριότητα ï λειτουργία
του
συνταξιοδοτικού
συστήματος που
χρηματοδοτείται
από επιχείρηση
στο κράτος
υποδοχής και
κάθε διάταξη
εφαρμοστέα
σύμφωνα με το
άρθρο 18
παράγραφος 7
και με την
παράγραφο 7 του
παρόντος
άρθρου. 98.
Τα ιδρύματα
υπόκεινται σε
συνεχή έλεγχο
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
υποδοχής όσον
αφορά τη
συμμόρφωση των
δραστηριοτήτων
τους με τις
απαιτήσεις της
εργατικής και
κοινωνικής
νομοθεσίας του
κράτους υποδοχής
σχετικά με τις
επαγγελματικές
συντάξεις, όπως
αναφέρεται στην
παράγραφο 5,
καθώς και με
τις απαιτήσεις
παροχής
πληροφοριών
της παραγράφου
7. Εφόσον κατά
τον έλεγχο
αυτό προκύψουν
παρατυπίες, η
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
υποδοχής ενημερώνει
πάραυτα την
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής. Η
τελευταία αυτή
λαμβάνει, σε
συντονισμό με
την αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
υποδοχής, τα
απαραίτητα
μέτρα
προκειμένου το
ίδρυμα να
παύσει την
παράβαση της
κοινωνικής και
εργατικής
νομοθεσίας. ê 2003/41/ΕΚ 109.
Εάν, παρά την εκ
μέρους της
αρμόδιας αρχής
του κράτους
καταγωγής λήψη
των μέτρων ή
ελλείψει
κατάλληλων
μέτρων στο
κράτος
καταγωγής, το
ίδρυμα εξακολουθεί
να παραβιάζει
τις
εφαρμοστέες
διατάξεις της
κοινωνικής και
εργατικής
νομοθεσίας του
κράτους
υποδοχής
σχετικά με τα
καθεστώτα
επαγγελματικών
συντάξεων, οι
αρμόδιες αρχές
του κράτους
αυτού
δύνανται, αφού
ενημερώσουν
τις αρμόδιες
αρχές του
κράτους καταγωγής,
να λάβουν τα
κατάλληλα
μέτρα
προκειμένου να
προληφθούν ή
να κολασθούν
περαιτέρω
παραβάσεις και
δύνανται, εάν
είναι απολύτως
αναγκαίο, να απαγορεύσουν
στο ίδρυμα να
λειτουργεί στο
κράτος μέλος
υποδοχής για
λογαριασμό της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης. ò νέο 10. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι ίδρυμα το
οποίο ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα
δεν υπόκειται σε
οποιεσδήποτε
απαιτήσεις
όσον αφορά την
παροχή
πληροφοριών σε
μέλη και
δικαιούχους οι
οποίες
επιβάλλονται
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
υποδοχής σε
σχέση με τα
μέλη τα οποία
αφορά η
συγκεκριμένη
διασυνοριακή
δραστηριότητα. Άρθρο 13 Διασυνοριακές
μεταφορές
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων 1. Τα
κράτη μέλη
επιτρέπουν σε
ιδρύματα
εγκεκριμένα ή
καταχωρισμένα
στην
επικράτειά
τους να μεταφέρουν
το σύνολο ή
μέρος των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων
τους σε
παραλαμβάνοντα
ιδρύματα
εγκεκριμένα ή
καταχωρισμένα
σε άλλα κράτη
μέλη. 2. Η
μεταφορά του
συνόλου ή
μέρους ενός
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος μεταξύ
μεταφέροντος
και
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος, τα
οποία είναι
εγκεκριμένα ή
καταχωρισμένα
σε διαφορετικά
κράτη μέλη,
υπόκειται σε
προηγούμενη
έγκριση από
την αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος. Η
αίτηση
έγκρισης της
μεταφοράς
υποβάλλεται
από το
παραλαμβάνον
ίδρυμα. 3.
Εάν η εθνική
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία σχετικά
με την
οργάνωση των
συνταξιοδοτικών
συστημάτων δεν
ορίζει άλλως, η
μεταφορά και
οι προϋποθέσεις
της υπόκεινται
σε προηγούμενη
έγκριση των
ενδιαφερόμενων
μελών και
δικαιούχων ή,
εφόσον
συντρέχει περίπτωση,
των εκπροσώπων
τους. Σε κάθε
περίπτωση, οι πληροφορίες
σχετικά με
τους όρους της
μεταφοράς τίθενται
στη διάθεση
των
ενδιαφερόμενων
μελών και
δικαιούχων ή,
εφόσον
συντρέχει
περίπτωση, των
εκπροσώπων
τους τουλάχιστον
τέσσερις μήνες
πριν από
υποβολή της αίτησης
που αναφέρεται
στην παράγραφο
2. 4. Η
αίτηση που
αναφέρεται
στην παράγραφο
2 περιλαμβάνει
τα ακόλουθα
στοιχεία: α) την
έγγραφη
συμφωνία
μεταξύ του
μεταφέροντος
ιδρύματος και
του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος,
στην οποία
περιγράφονται
οι όροι της
μεταφοράς,
συμπεριλαμβανομένων
των βασικών
χαρακτηριστικών
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος και
της περιγραφής
των
μεταφερόμενων
στοιχείων
ενεργητικού
και, όπου
συντρέχει
περίπτωση, των
αντίστοιχων
υποχρεώσεων· β) την
επωνυμία και
την έδρα του
μεταφέροντος
ιδρύματος· γ) τον τόπο
στον οποίο
βρίσκεται η
διοίκηση της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης
και την
επωνυμία της χρηματοδοτούσας
επιχείρησης· δ) το
κράτος μέλος
υποδοχής ή τα
κράτη μέλη
υποδοχής, εάν
είναι
περισσότερα. 5.
Εάν η αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος
λάβει την
αίτηση που
αναφέρεται
στην παράγραφο
2 και δεν έχει
εκδώσει
απόφαση ότι η
διοικητική
δομή ή η
οικονομική κατάσταση
του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος ή η
φήμη ή τα
επαγγελματικά
προσόντα ή η
πείρα των
διαχειριστών
του δεν
συμβιβάζονται
με τις πράξεις
των οποίων
προτείνεται η
διενέργεια στο
κράτος μέλος
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος,
οφείλει, εντός
τριμήνου από
τη λήψη όλων
των
πληροφοριών
που
αναφέρονται
στην παράγραφο
4, να
ανακοινώσει
την απόφασή
της περί έγκρισης
της μεταφοράς
στο
παραλαμβάνον
ίδρυμα και στην
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής του
μεταφέροντος
ιδρύματος. Η
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους καταγωγής
του
μεταφέροντος
ιδρύματος
ενημερώνει το
μεταφέρον
ίδρυμα για την
εν λόγω
απόφαση. Οι
αποφάσεις που
αναφέρονται
στο πρώτο
εδάφιο πρέπει
να είναι
αιτιολογημένες.
Εάν η αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος
αρνηθεί να
ανακοινώσει
τις
πληροφορίες
που
αναφέρονται στο
πρώτο εδάφιο
στις αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
καταγωγής του
μεταφέροντος
ιδρύματος, γνωστοποιεί
τους λόγους
της άρνησής
της στο
ενδιαφερόμενο
ίδρυμα εντός
τριών μηνών
από τη λήψη
όλων των
πληροφοριών που
αναφέρονται
στην παράγραφο
4. Η εν λόγω
άρνηση ή η
παράλειψη
ενέργειας
παρέχει στο
παραλαμβάνον
ίδρυμα το
δικαίωμα
προσφυγής
ενώπιον των
δικαστηρίων
του κράτους
μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος. 6. Η
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους καταγωγής
του
μεταφέροντος
ιδρύματος
ενημερώνει,
εντός ενός
μηνός από τη
λήψη των
πληροφοριών
που αναφέρονται
στην παράγραφο
5, την αρμόδια
αρχή του κράτους
μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος για
τις απαιτήσεις
της κοινωνικής
και εργατικής
νομοθεσίας
στον τομέα των
επαγγελματικών
συντάξεων του
κράτους μέλους
υποδοχής βάσει
των οποίων
πρέπει να λειτουργεί
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς. Η
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος
ανακοινώνει
τις εν λόγω
πληροφορίες
στο παραλαμβάνον
ίδρυμα. 7.
Μόλις
παραλάβει την
ανακοίνωση που
αναφέρεται στην
παράγραφο 6 ή
εάν παρέλθει
άπρακτη η
προβλεπόμενη
στην παράγραφο
6 προθεσμία
διαβίβασης της
ανακοίνωσης
από την
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής του
παραλαμβάνοντος
ιδρύματος, το παραλαμβάνον
ίδρυμα μπορεί
να αρχίσει να
διαχειρίζεται
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις της
κοινωνικής και
εργατικής νομοθεσίας
σχετικά με τις
επαγγελματικές
συντάξεις του
κράτους μέλους
υποδοχής. 8.
Εάν το
παραλαμβάνον
ίδρυμα ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα,
εφαρμόζεται το
άρθρο 12 παράγραφοι
8 και 9. Τίτλος ΙΙ ΠΟΣΟΤΙΚΕΣ
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ê 2003/41/ΕΚ
Άρθρο
1514 Τεχνικά
αποθεματικά 1. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
πρέπει να
μεριμνά ώστε
τα ιδρύματα τα
οποία
διαχειρίζονται
επαγγελματικά
συνταξιοδοτικά
καθεστώτασυστήματα να διαθέτουν,
ανά πάσα
στιγμή, για το
σύνολο των συνταξιοδοτικών
καθεστώτωνσυστημάτων τους, τα
προσήκοντα
ποσά των
υποχρεώσεων
που αντιστοιχούν
στις
οικονομικές
υποχρεώσεις
τις απορρέουσες
από το
χαρτοφυλάκιο
συμβάσεων
συνταξιοδότησης. 2. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
εξασφαλίζει
επίσης ότι τα
ιδρύματα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών, όταν
παρέχουν
κάλυψη κατά
των βιομετρικών
κινδύνων ή/και εγγυώνται
είτε την
απόδοση των
επενδύσεων
είτε ένα
συγκεκριμένο
ύψος παροχών,
θα συνιστούν
τεχνικά
αποθεματικά
επαρκή για την
πλήρη κάλυψη
αυτών των
καθεστώτων. 3. Ο
υπολογισμός
των εν λόγω
τεχνικών
αποθεματικών
πραγματοποιείται
κάθε χρόνο.
Ωστόσο, το
κράτος μέλος
καταγωγής
μπορεί να
επιτρέπει
υπολογισμό ανά
τριετία, εάν το
ίδρυμα
πιστοποιήσει
στα μέλη ή/και στην αρμόδια
αρχή με
βεβαίωση ή
έκθεση την
αναπροσαρμογή
του
αποθεματικού
κατά το
μεσοδιάστημα. Η
βεβαίωση ή
έκθεση θα
αντανακλά την
αναπροσαρμοσμένη
εξέλιξη των
τεχνικών
αποθεματικών
και τις μεταβολές
των
καλυπτόμενων
κινδύνων. 4. Ο
υπολογισμός
των τεχνικών
αποθεματικών
διενεργείται
και
βεβαιώνεται
από αναλογιστή
ή αν
αυτό είναι
αδύνατο,
από άλλον
ειδικό στο
αντικείμενο
αυτό,
συμπεριλαμβανομένου
και ελεγκτή
σύμφωνα με την
εθνική νομοθεσία,
επί τη βάσει
αναλογιστικών
μεθόδων αναγνωρισμένων
από την
αρμόδια αρχή
του κράτους καταγωγής,
σύμφωνα με τις
ακόλουθες
αρχές: α) το
ελάχιστο ποσό
των τεχνικών
αποθεματικών
υπολογίζεται
με επαρκώς
συνετή
αναλογιστική
αποτίμηση,
λαμβανομένων
υπόψη όλων των
υποχρεώσεων παροχών
και εισφορών
σύμφωνα με
τους
συνταξιοδοτικούς
διακανονισμούς
του ιδρύματος.
Το ποσό αυτό
πρέπει αφενός
να επαρκεί για
να
εξακολουθήσουν
να
καταβάλλονται
οι ήδη καταβαλλόμενες
συντάξεις και
λοιπές
παροχές, αφετέρου
δε να
αντικατοπτρίζει
τις
υποχρεώσεις
τις απορρέουσες
από τα σωρευμένααυξημένα δικαιώματα
των μελών επί
των
συνταξιοδοτικών
παροχών. Οι
οικονομικές
και
αναλογιστικές
υποθέσεις που
επιλέγονται
για την
εκτίμηση των
υποχρεώσεων θα
πρέπει επίσης
να επιλέγονται
με σύνεση, λαμβάνοντας
υπόψη, ει
δυνατόν,
σημαντικό
περιθώριο
ανεπιθύμητων
αποκλίσεων, β) τα
μέγιστα
χρησιμοποιούμενα
επιτόκια
επιλέγονται
επίσης με
σύνεση και
ορίζονται
σύμφωνα με τους
οικείους
κανόνες του
κράτους
καταγωγής. Για
τον καθορισμό
των επιτοκίων
λαμβάνονται
υπόψη: i) η
απόδοση των
αντίστοιχων
στοιχείων του
ενεργητικού
του ιδρύματος,
καθώς επίσης
και οι
μελλοντικές
αποδόσεις των
επενδύσεων
ή/και ii) οι
αποδόσεις των
αγορών για
υψηλής
ποιότητας ή κρατικά
ομόλογα· γ) οι
βιομετρικοί
πίνακες που
χρησιμοποιούνται
για τον
υπολογισμό των
τεχνικών
αποθεματικών
βασίζονται
επίσης σε
συνετές αρχές,
καθόσον αφορά
τα βασικά
χαρακτηριστικά
των προς
συνταξιοδότηση
προσώπων αλλά
και των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων,
ιδιαίτερα τις
αναμενόμενες
αλλαγές στους
σχετικούς
κινδύνους· δ) η
μέθοδος και η
βάση
υπολογισμού
των τεχνικών
αποθεματικών
πρέπει γενικά
να είναι σταθερή
από το ένα
οικονομικό
έτος στο άλλο.
Είναι, όμως,
δυνατόν να
δικαιολογούνται
αλλαγές λόγω
μεταβολής των
νομικών,
δημογραφικών ή
οικονομικών
δεδομένων, επί
των οποίων
βασίστηκαν οι
υποθέσεις εργασίας. 5. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
μπορεί να
επιβάλει πρόσθετες
και
λεπτομερέστερες
απαιτήσεις
καθ' όσον αφορά
τον υπολογισμό
των τεχνικών
αποθεματικών,
προκειμένου να
εξασφαλισθούν
αρκούντως τα
συμφέροντα των
μελών και των
δικαιούχων. 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 4 6. Για
την περαιτέρω
εναρμόνιση των
κανόνων
υπολογισμού
των τεχνικών
αποθεματικών
που μπορούν να
αιτιολογηθούν
— ειδικότερα τα
επιτόκια και
άλλες υποθέσεις
εργασίας που
επηρεάζουν το
επίπεδο των τεχνικών
αποθεματικών—
η Επιτροπή,
βάσει γνωμάτευσης
της ΕΑΑΕΣ, εκδίδει
κάθε διετία, ή
οσάκις της
ζητηθεί από
κράτος μέλος,
έκθεση επί της
κατάστασης των
διασυνοριακών
δραστηριοτήτων. ê 2003/41/ΕΚ Η
Επιτροπή
προτείνει κάθε
απαραίτητο
μέτρο για την
αποτροπή
πιθανών
στρεβλώσεων
που προκαλούν
τα διαφορετικά
επίπεδα
επιτοκίων και
για την
προστασία του
συμφέροντος
των δικαιούχων
και των μελών
οποιουδήποτε
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) Άρθρο
1615 Χρηματοδότηση
των τεχνικών
αποθεματικών 1. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
απαιτεί απ' όλα
τα ιδρύματα να
έχουν ανά πάσα
στιγμή περιουσιακά
στοιχεία
κατάλληλα και
επαρκή για την
κάλυψη των
τεχνικών
αποθεματικών
που
απαιτούνται για
το σύνολο των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων τους. 2. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
μπορεί να
επιτρέψει για
μικρό χρονικό
διάστημα σε
κάποιο ίδρυμα
να έχει περιουσιακά
στοιχεία
ανεπαρκή προς
κάλυψη των
τεχνικών
αποθεματικών.
Σ' αυτή την
περίπτωση, οι
αρμόδιες αρχές
απαιτούν από
το ίδρυμα να
καταρτίσει
συγκεκριμένο
και ρεαλιστικό
σχέδιο
ανάκαμψης,
ώστε να εξασφαλίσει
εκ νέου τις
προϋποθέσεις
της παραγράφου
1. Το σχέδιο αυτό
πρέπει να
πληροί τους
ακόλουθους
όρους: α) το
ίδρυμα
καταρτίζει
συγκεκριμένο
και ρεαλιστικό
σχέδιο,
προκειμένου να
επαναφέρει τα
περιουσιακά
στοιχεία στο
απαιτούμενο
ύψος, ώστε να
καλύψει πλήρως
και εγκαίρως
τα τεχνικά του
αποθεματικά.
Το σχέδιο ανακοινώνεται
στα μέλη ή,
εφόσον είναι
δυνατόν, στους
εκπροσώπους
τους και/ή
υποβάλλεται
προς έγκριση
στις αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
καταγωγής· β) στην
κατάρτιση του
σχεδίου
λαμβάνεται
υπόψη η κατάσταση
του
συγκεκριμένου
ιδρύματος και
δη η διάρθρωση
των στοιχείων
ενεργητικού
και παθητικού,
ένα διάγραμμα
των κινδύνων,
ένα σχέδιο
ρευστότητας,
ένα διάγραμμα
της ηλικίας
των μελών που
είναι δικαιούχοι
συνταξιοδοτικών
παροχών, τα υπό
έναρξη συνταξιοδοτικά
καθεστώτα,
καθώς και
εκείνα για τα
οποία το
σύστημα
χρηματοδότησης
μεταβάλλεται
από μηδενικό ή
μερικό σε
ολικό· γ) εάν
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
τερματισθεί κατά
το προαναφερθέν
στην παρούσα
παράγραφο διάστημα Ö που
αναφέρεται
στην πρώτη φράση
της παρούσας
παραγράφου Õ, το
ίδρυμα
ενημερώνει τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής. Το
ίδρυμα εισάγει
μια διαδικασία
μεταβίβασης
των στοιχείων
του ενεργητικού
και των
αντίστοιχων
στοιχείων του
παθητικού σε
άλλο
χρηματοπιστωτικό
ίδρυμα ή
ανάλογο φορέα.
Η εν λόγω
διαδικασία κοινοποιείται
στις αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
καταγωγής και
μια γενική
περιγραφή της
διαδικασίας
τίθεται στη
διάθεση των
μελών ή, εφόσον
είναι δυνατόν,
των
αντιπροσώπων
τους
τηρουμένης της
εμπιστευτικότητας. 3. Εάν
ασκείται
διασυνοριακή
δραστηριότητα
βάσει του
άρθρου 1220,
τα τεχνικά
αποθεματικά
τυγχάνουν ανά
πάσα στιγμή
πλήρους
χρηματοδότησης
για το σύνολο
των λειτουργούντων
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων.
Εάν δεν πληρούνται
αυτές οι
προϋποθέσεις,
οι αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
καταγωγής
επεμβαίνουν
βάσει του
άρθρου 6214.
Προκειμένου να
εξασφαλισθεί η
τήρηση της
απαίτησης
αυτής, το
κράτος μέλος
καταγωγής
μπορεί να απαιτήσει
χωριστή
παρουσίαση και
διαχείριση των
στοιχείων του
ενεργητικού
και του
παθητικού. Άρθρο
1716 Ρυθμιστικά
ίδια κεφάλαια 1. Το
κράτος μέλος
καταγωγής
εξασφαλίζει
ότι τα ιδρύματα,
τα οποία στο
πλαίσιο
κάποιων
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων
αναλαμβάνουν
τα ίδια, αντί
της χρηματοδοτούσας
επιχείρησης,
την ευθύνη για
την κάλυψη
βιομετρικών
κινδύνων ή
εγγυώνται
ορισμένη
απόδοση των
επενδύσεων ή
ορισμένο ύψος
παροχών, έχουν
πάντοτε, πέραν
των τεχνικών
αποθεματικών,
συμπληρωματικά
περιουσιακά
στοιχεία προς
κάλυψη των
πρόσθετων
κινδύνων. Το
ύψος των
συμπληρωματικών
αυτών
στοιχείων είναι
ανάλογο με τον
κίνδυνο και με
το ύψος των
βασικών
στοιχείων του
ενεργητικού
που
αντιστοιχεί
στο πλήρες
φάσμα των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων του
ιδρύματος. Το
ενεργητικό
αυτό δεν
προορίζεται
για την κάλυψη του
προβλέψιμου
παθητικού,
αλλά αποτελεί
κεφάλαιο
ασφαλείας για
την κάλυψη των
αποκλίσεων
μεταξύ των
προβλεπομένων
και των
πραγματικών
δαπανών και
κερδών. ê 2009/138/ΕΚ
άρθρο 303 παρ. 1
(προσαρμοσμένο) 2. Για τον
υπολογισμό του
ελάχιστου
ύψους πρόσθετων
πάγιων
στοιχείων,
εφαρμόζονται
οι κανόνες που καθορίζονται
στα άρθρα 17α έως 17δ17, 18 και 19. 2003/41/ΕΚ 3. Η
παράγραφος 1
δεν εμποδίζει,
εντούτοις, τα
κράτη μέλη να
απαιτήσουν από
τα ιδρύματα
της επικράτειάς
τους να
διατηρούν
ρυθμιστικά
ίδια κεφάλαια
ή να θεσπίσουν
αναλυτικότερες
ρυθμίσεις,
αρκεί να δικαιολογούνται
από άποψη
συνετής
διαχείρισης. ê 2009/138/ΕΚ
άρθρο 303 παρ. 2
(προσαρμοσμένο) Άρθρο
17α 17 Διαθέσιμο
περιθώριο
φερεγγυότητας 1. Κάθε
κράτος μέλος
απαιτεί Τα κράτη
μέλη απαιτούν
από τα
ιδρύματα που
αναφέρονται
στο άρθρο 1716
παράγραφος 1 και
έχουν την έδρα
τους στην
επικράτειά τουςτου να διαθέτουν
σε διαρκή βάση
επαρκές
περιθώριο φερεγγυότητας
για το σύνολο
των
δραστηριοτήτων
τους,
τουλάχιστον
ίσο προς τις
απαιτήσεις της
παρούσας
οδηγίας. 2. Το
διαθέσιμο
περιθώριο
φερεγγυότητας
αποτελείται
από τα
περιουσιακά
στοιχεία του
ιδρύματος μετά
την αφαίρεση
κάθε
προβλεπτής
υποχρέωσης και
κάθε άυλου
περιουσιακού
στοιχείου,
συμπεριλαμβανομένων: α) του
καταβληθέντος
τμήματος του
μετοχικού κεφαλαίου,
ή, στην
περίπτωση
ιδρυμάτων που
έχουν τη μορφή
αλληλασφαλιστικής
επιχείρησης, του
πραγματικού
αρχικού
κεφαλαίουτο
πραγματικό
αρχικό
κεφάλαιο
συν τυχόν
λογαριασμούς
μελών της
αλληλασφαλιστικής
επιχείρησης
που πληρούν τα
ακόλουθα
κριτήρια: (i) το
καταστατικό
ορίζει ότι από
τους
λογαριασμούς
αυτούς μπορούν
να γίνονται
πληρωμές στα
μέλη της
αλληλασφαλιστικής
επιχείρησης
μόνον εφόσον
αυτό δεν προκαλεί
πτώση του
διαθέσιμου
περιθωρίου
φερεγγυότητας
κάτω από το
απαιτούμενο
επίπεδο ή εάν,
μετά τη
διάλυση της
επιχείρησης,
έχουν
εξοφληθεί όλα
τα άλλα χρέη της
επιχείρησης, (ii) το
καταστατικό
ορίζει ότι,
όσον αφορά
οιαδήποτε πληρωμή
που αναφέρεται
στο σημείο i)
για άλλους λόγους
εκτός από την
ατομική
καταγγελία της
ιδιότητας του
μέλους της
αλληλασφαλιστικής
επιχείρησης,
οι αρμόδιες
αρχές
ειδοποιούνται
τουλάχιστον
ένα μήνα πριν
και μπορούν
μέσα στο
διάστημα αυτό
να
απαγορεύσουν
την πληρωμή,
και (iii) οι
σχετικές
καταστατικές
διατάξεις
μπορούν να τροποποιηθούν
μόνον αφού οι
αρμόδιες αρχές
δηλώσουν ότι
δεν έχουν
αντιρρήσεις
για την
τροποποίηση,
υπό την
επιφύλαξη των
κριτηρίων που
απαριθμούνται
στις περιπτώσεις
(i) και (ii)· β) των
αποθεματικών
(εκ του νόμου
επιβαλλόμενων
ή ελεύθερων)
που δεν
αντιστοιχούν
σε
ανειλημμένες υποχρεώσεις· γ) της
μεταφοράς του
κέρδους ή της
ζημίας, μετά
την αφαίρεση
των πληρωτέων
μερισμάτων,
και δ)
εφόσον το
επιτρέπει το
εθνικό δίκαιο,
των αποθεματοποιημένων
κερδών που
εμφανίζονται
στον ισολογισμό,
τα οποία
μπορούν να
χρησιμοποιηθούν
για την κάλυψη
ενδεχομένων
ζημιών και που
δεν έχουν διατεθεί
προς διανομή
στα μέλη και
τους δικαιούχους. Το
διαθέσιμο
περιθώριο
φερεγγυότητας
μειώνεται κατά
το ποσό των
ιδίων μετοχών
που κατέχει
άμεσα το
ίδρυμα. 3. Τα κράτη
μέλη μπορούν
να προβλέπουν
ότι το διαθέσιμο
περιθώριοαποθεματικό
φερεγγυότητας
μπορεί επίσης
να συνίσταται
σε: α) προνομιούχεςπροτιμησιακές σωρευτικές
μετοχές και
δάνεια
μειωμένης
εξασφάλισης
μέχρι ποσοστού
50 % του
μικρότερου
ποσού μεταξύ
του διαθέσιμου
περιθωρίου
φερεγγυότητας
και του
απαιτούμενου
περιθωρίου
φερεγγυότητας,
25 %, κατ’ ανώτατο
όριο, του
οποίου
περιλαμβάνει
δάνεια μειωμένης
εξασφάλισης
καθορισμένης
λήξης, ή προνομιούχεςπροτιμησιακές σωρευτικές
μετοχές με
καθορισμένη
διάρκεια, εφόσον
υπάρχουν
δεσμευτικές
συμφωνίες
βάσει των οποίων,
σε περίπτωση
πτώχευσης ή
εκκαθάρισης
του ιδρύματος,
τα δάνεια
μειωμένης
εξασφάλισης ή
οι προνομιούχεςπροτιμησιακές μετοχές
κατατάσσονται
μετά τις
απαιτήσεις
όλων των άλλων
πιστωτών και
δεν
εξοφλούνται
παρά μόνο μετά
την εξόφληση
όλων των άλλων
εκκρεμούντων
τη στιγμή
εκείνη χρεών· β)
τίτλους
αόριστης
διάρκειας και
άλλους
τίτλους,
συμπεριλαμβανομένων
των σωρευτικών
προνομιούχωνπροτιμησιακών μετοχών
εκτός από
αυτές που
αναφέρονται
στο στοιχείο α),
μέχρι ποσοστού
50 % του
μικρότερου
ποσού μεταξύ
του διαθέσιμου
περιθωρίου
φερεγγυότητας
ή του
απαιτούμενου
περιθωρίου
φερεγγυότητας
για το σύνολο
των τίτλων
αυτών και των
δανείων
μειωμένης
εξασφάλισης που
αναφέρονται
στο
στοιχείο α),
εφόσον πληρούν
τις ακόλουθες
προϋποθέσεις: (i) δεν
μπορούν να
ρευστοποιηθούν
με πρωτοβουλία
του κομιστή ή
χωρίς
προηγούμενη
συγκατάθεση
της αρμόδιας
αρχής. (ii) η
σύμβαση έκδοσης
των χρεογράφων
παρέχει στο
ίδρυμα τη
δυνατότητα να
αναβάλει την
καταβολή των
τόκων του
δανείου, (iii) οι
απαιτήσεις του
δανειστή
έναντι του
ιδρύματος
κατατάσσονται
εξ ολοκλήρου
μετά τις
απαιτήσεις
όλων των άλλων
πιστωτών που
δεν έχουν
μειωμένη εξασφάλιση, (iv) τα
έγγραφα τα
σχετικά με την
έκδοση των
κινητών αξιών
προβλέπουν τη
δυνατότητα
κάλυψης των
ζημιών με το
χρέος και τους
μη
καταβληθέντες
τόκους, επιτρέποντας
συγχρόνως τη
συνέχιση των
δραστηριοτήτων
του ιδρύματος,
και (v)
λαμβάνονται
υπόψη μόνον τα
ποσά τα οποία
έχουν πράγματι
καταβληθεί. Για
τους σκοπούς
του στοιχείου
α), τα δάνεια
μειωμένης
εξασφάλισης
πληρούν επίσης
τις ακόλουθες
προϋποθέσεις: (i)
λαμβάνονται
υπόψη μόνον τα
ποσά τα οποία
έχουν πράγματι
καταβληθεί· (ii) για
δάνεια με
καθορισμένη
λήξη, η αρχική
διάρκεια είναι
τουλάχιστον πενταετής.
Ένα έτος το
αργότερο πριν
από τη λήξη, το ίδρυμα
υποβάλλει προς
έγκριση στις
αρμόδιες αρχές
σχέδιο στο
οποίο
προσδιορίζεται
πώς θα διατηρηθεί
ή θα αυξηθεί το
διαθέσιμο
περιθώριο
φερεγγυότητας
στο απαιτούμενο
επίπεδο κατά
τη λήξη, εκτός
εάν το ποσό
μέχρι το οποίο
το δάνειο
μπορεί να
συμπεριληφθεί
στα συστατικά
μέρη του
διαθέσιμου
περιθωρίου φερεγγυότητας
μειώνεται
σταδιακά κατά
τα τελευταία
πέντε
τουλάχιστον
έτη προ της
λήξης. Οι αρμόδιες
αρχές μπορούν
να επιτρέπουν
την προ της
λήξης εξόφληση
αυτών των
δανείων,
εφόσον
υποβάλλεται
σχετικό αίτημα
από το ίδρυμα
έκδοσης και το
διαθέσιμο
περιθώριο φερεγγυότητάς
του δεν
μειώνεται κάτω
από το απαιτούμενο
επίπεδο· (iii) τα
δάνεια μη
καθορισμένης
λήξης εξοφλούνται
μόνο με
πενταετή
προειδοποίηση,
εκτός εάν δεν
θεωρούνται
πλέον
συστατικό
μέρος του
διαθέσιμου
περιθωρίου
φερεγγυότητας,
ή εάν για την
πρόωρη
εξόφλησή τους
απαιτείται
συγκεκριμένα
να συμφωνήσουν
προηγουμένως
οι αρμόδιες
αρχές. Στην τελευταία
αυτή περίπτωση,
το ίδρυμα
ενημερώνει τις
αρμόδιες αρχές
τουλάχιστον
έξι μήνες πριν
από την
προτεινόμενη
ημερομηνία
εξόφλησης,
υποδεικνύοντας
το διαθέσιμο
και το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
τόσο πριν όσο
και μετά την
εξόφληση αυτή.
Οι αρμόδιες
αρχές επιτρέπουν
την εξόφληση
μόνο εάν το
διαθέσιμο
περιθώριο φερεγγυότητας
του ιδρύματος
δεν κινδυνεύει
να υποχωρήσει
κάτω από το
απαιτούμενο
επίπεδο· (iv) στη
σύμβαση
δανείου δεν
επιτρέπεται να
συμπεριλαμβάνονται
ρήτρες που να
ορίζουν ότι, σε
ορισμένες
περιπτώσεις, εκτός
από την
εκκαθάριση του
πιστωτικού
ιδρύματος, η
οφειλή
καθίσταται
απαιτητή πριν
καταστεί ληξιπρόθεσμη,
και (v) η
δανειακή
σύμβαση μπορεί
να
τροποποιηθεί
μόνον αφού οι
αρμόδιες αρχές
δηλώσουν ότι
δεν αντιτίθενται
στην
τροποποίηση
της. 4. Κατόπιν
αιτιολογημένης
αίτησης του
ιδρύματος προς
την αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής και
μετά τη συγκατάθεση
αυτής της
αρμόδιας
αρχής, το
διαθέσιμο περιθώριο
φερεγγυότητας
μπορεί επίσης
να αποτελείται
από: α) στην
περίπτωση που
δεν
χρησιμοποιείται
η μέθοδος Zillmer, ή
στην περίπτωση
που
χρησιμοποιείται
μεν αλλά δεν
φτάνει την
επιβάρυνση
προσκτήσεως
που περιλαμβάνεται
μέσα στο
ασφάλιστρο, τη
διαφορά μεταξύ
του
μαθηματικού
αποθεματικού
που δεν έχει
υπολογισθεί με
τη μέθοδο Zillmer ή
έχει μερικώς
υπολογισθεί με
τη μέθοδο αυτή,
και ενός
μαθηματικού
αποθεματικού
που έχει
υπολογισθεί
κατά τη μέθοδο
Zillmer με συντελεστή
ίσο προς την
επιβάρυνση
προσκτήσεως η
οποία περιλαμβάνεται
στο
ασφάλιστρο· β) τα
καθαρά
λανθάνοντα
αποθεματικά
που προκύπτουν
από την
εκτίμηση των στοιχείων
του
ενεργητικού,
στο μέτρο που
τα καθαρά αυτά
λανθάνοντα
αποθεματικά
δεν είναι
εξαιρετικού
χαρακτήρα· γ) από
το ήμισυ του μη
καταβληθέντος
μετοχικού ή αρχικού
κεφαλαίου,
εφόσον το
καταβληθέν
τμήμα ισούται
με το 25 % του
μετοχικού ή
αρχικού κεφαλαίου,
μέχρι ποσοστού
50 % του
μικρότερου
ποσού μεταξύ
του διαθέσιμου
περιθωρίου
φερεγγυότητας
και του
απαιτούμενου
περιθωρίου
φερεγγυότητας. Το ποσό
που αναφέρεται
στο
στοιχείο α), σε
καμία περίπτωση,
δεν μπορεί να
υπερβαίνει το
3,5 % του αθροίσματος
των διαφορών
μεταξύ των
κεφαλαίων του
κλάδου ζωής
και των
μαθηματικών
αποθεματικών
για το σύνολο
των ασφαλιστηρίων
συμβολαίων στα
οποία είναι
δυνατή η
εφαρμογή της
μεθόδου Zillmer· η
διαφορά αυτή
μειώνεται κατά
το ποσό των μη
αποσβεσθέντων
εξόδων προσκτήσεως
που έχουν
εγγραφεί στο
ενεργητικό. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 5. Η
Επιτροπή
μπορεί να
θεσπίζει
εκτελεστικά
μέτρα σε σχέση
με τις
παραγράφους 2
έως 4
προκειμένου να
λαμβάνονται
υπόψη οι
εξελίξεις που
δικαιολογούν
την τεχνική
προσαρμογή των
επιλέξιμων
στοιχείων για
το διαθέσιμο
περιθώριο φερεγγυότητας. Τα μέτρα
αυτά, τα οποία
έχουν ως
αντικείμενο
την τροποποίηση
μη ουσιωδών
στοιχείων της
παρούσας οδηγίας,
με τη
συμπλήρωσή
της,
θεσπίζονται
σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία
παραπέμπει το
άρθρο 21β. ê 2009/138/ΕΚ
άρθρο 303 παρ. 2
(προσαρμοσμένο) Άρθρο
17β18 Απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας 1. Υπό την
επιφύλαξη του
άρθρου 17γ, Τοτο απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
καθορίζεται
όπως
αναφέρεται
στις παραγράφους 2
έως 6, σύμφωνα με
τις
αναληφθείσες
υποχρεώσεις. 2. Το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
πρέπει να
είναι ίσο προς
το άθροισμα
των ακόλουθων
δύο στοιχείων: α)
Πρώτο
αποτέλεσμα: το 4 %
των
μαθηματικών
αποθεματικών,
τα οποία αφορούν
τις εργασίες
πρωτασφαλίσεως
και τις
αποδοχές
αντασφαλίσεως
άνευ
αφαιρέσεως των
αντασφαλιστικών
εκχωρήσεων, πολλαπλασιάζεται
επί τον
αριθμητικό
λόγο, για την τελευταία
εταιρική
χρήση, των
συνολικών
μαθηματικών
αποθεματικών
μετά την
αφαίρεση των
αντασφαλιστικών
εκχωρήσεων,
προς το
μαθηματικό
ποσό των
ακαθαρίστων
αποθεματικών.
Ο λόγος αυτός
δεν μπορεί σε
καμία περίπτωση
να είναι
μικρότερος από
85 %. β)
Δεύτερο
αποτέλεσμα: για τα
ασφαλιστήρια
συμβόλαια τα
κεφάλαια κινδύνου
των οποίων δεν
είναι
αρνητικά, το 0,3 %
των κεφαλαίων
που έχουν
αναληφθεί από
το ίδρυμα
πολλαπλασιάζεται
επί τον λόγο,
για την
τελευταία
εταιρική χρήση,
του συνολικού
κεφαλαίου
κινδύνου που
παραμένει εις
βάρος του
ιδρύματος μετά
τις
αντασφαλιστικές
εκχωρήσεις και
αντεκχωρήσεις,
προς το συνολικό
κεφάλαιο αντασφάλισης
ακαθάριστου
κινδύνου χωρίς
την αφαίρεση
της
αντασφάλισης·
ο λόγος αυτός,
σε καμία περίπτωση,
δεν μπορεί να
είναι
μικρότερος του
50 %· για
τις πρόσκαιρες
ασφαλίσεις
θανάτου
ανώτατης διάρκειας
τριών ετών, ο
λόγος αυτός
είναι 0,1 %· για τις
ασφαλίσεις
διάρκειας
μεγαλύτερης
των τριών και
μικρότερης των
πέντε ετών, ο
λόγος αυτός
είναι 0,15 %. 3. Για τις
πρόσθετες
ασφαλίσεις
στις οποίες
αναφέρεται το
άρθρο 2
παράγραφος 3
στοιχείο α)
περίπτωση iii) της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβούλιου
της
25ης Νοεμβρίου 2009
σχετικά με την
ανάληψη και την
άσκηση
δραστηριοτήτων
ασφάλισης και
αντασφάλισης
(Φερεγγυότητα II) το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
είναι ίσο με το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
για τα
ιδρύματα, που
καθορίζεται
στο άρθρο 17δ19. 4. Για τις
εργασίες
κεφαλαιοποιήσεως
στις οποίες αναφέρεται
το άρθρο 2
παράγραφος 3
στοιχείο β) περίπτωση
ii) της οδηγίας
2009/138/ΕΚ το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
είναι ίσο με το
4 % των
μαθηματικών αποθεματικώναποθεμάτων που
υπολογίζονται
σύμφωνα με την
παράγραφο 2(α). 5. Για τις
εργασίες στις
οποίες
αναφέρεται το
άρθρο 2
παράγραφος 3
στοιχείο β)
περίπτωση i) της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας είναι
ίσο με το 1 % των
στοιχείων
ενεργητικού
τους. 6. Για τις
εργασίες στις
οποίες
αναφέρεται το
άρθρο 2
παράγραφος 3
στοιχείο α)
περιπτώσεις i)
και ii) της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε
συνάρτηση με
επενδυτικά
κεφάλαια, για
τις πράξεις
στις οποίες
αναφέρεται το
άρθρο 2
παράγραφος 3
στοιχείο β) iii), iv)
και v) της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
είναι ίσο με το
άθροισμα των
εξής: α)
εφόσον το
ίδρυμα
αναλαμβάνει
τον επενδυτικό
κίνδυνο,
ποσοστό 4 % των
τεχνικών
αποθεματικών,
υπολογιζόμενο
σύμφωνα με την
παράγραφο 2
στοιχείο α)· β) εφόσον
το ίδρυμα δεν
αναλαμβάνει
τον επενδυτικό
κίνδυνο αλλά
το ποσό που
προορίζεται να
καλύψει τα έξοδα
διαχείρισης
καθορίζεται
για περίοδο
μεγαλύτερη των
πέντε ετών,
ποσοστό 1 % των
τεχνικών αποθεματικών,
υπολογιζόμενο
με την
παράγραφο 2
στοιχείο α)· γ) εφόσον
το ίδρυμα δεν
αναλαμβάνει
τον επενδυτικό
κίνδυνο αλλά
το ποσό που
προορίζεται να
καλύψει τα
έξοδα
διαχείρισης
δεν
καθορίζεται
για περίοδο μεγαλύτερη
των πέντε ετών,
ποσό ισοδύναμο
προς το 25 % των
καθαρών
διοικητικών
εξόδων της
τελευταίας εταιρικής
χρήσης που
αφορούν τις
εργασίες
αυτές· δ)
εφόσον το
ίδρυμαη
επιχείρηση
ασφάλισης ζωής καλύπτει τον
κίνδυνο
θανάτου,
ποσοστό 0,3 % των
κεφαλαίων
κινδύνου,
υπολογιζόμενο
σύμφωνα με την
παράγραφο 2
στοιχείο β). 2009/138/ΕΚ άρθρο
303 παράγραφος 2 Άρθρο 17γ Ταμείο
εγγύησης 1.
Τα κράτη μέλη
μπορούν να
προβλέπουν ότι
το ένα τρίτο
του
απαιτούμενου
περιθωρίου
φερεγγυότητας,
όπως ορίζεται
στο άρθρο 16α,
συνιστά το
κεφάλαιο εγγύησης.
Το κεφάλαιο
αυτό
αποτελείται
από τα στοιχεία
που
απαριθμούνται
στο άρθρο 17α
παράγραφοι 2
και 3 και, με τη
συγκατάθεση
της αρμόδιας
αρχής του
κράτους μέλους
καταγωγής, στο
άρθρο 17α παράγραφος 4
στοιχείο β). 2.
Το κεφάλαιο
εγγυήσεων δεν
είναι
μικρότερο από 3
εκατ. EUR. Κάθε
κράτος μέλος
μπορεί να
προβλέπει τη
μείωση κατά 25 %
του ελάχιστου
κεφαλαίου
εγγύησης για
τις
επιχειρήσεις
αλληλασφάλισης
και τις
επιχειρήσεις
αλληλασφαλιστικής
μορφής. 2009/138/ΕΚ
άρθρο 303 παρ. 2
(προσαρμοσμένο) Άρθρο
17δ19 Απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
για το σκοπό
του άρθρου 17β18
παράγραφος 3 1. Το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
καθορίζεται με
βάση είτε το
ετήσιο ποσό
των
ασφαλίστρων
και των εισφορών,
είτε τη μέση
επιβάρυνση από
αποζημιώσεις
των τριών
τελευταίων
εταιρικών
χρήσεων. 2. Το ύψος
του
απαιτούμενου
περιθωρίου
φερεγγυότητας
είναι ίσο προς
το μεγαλύτερο
από τα δύο
αποτελέσματα
που
καθορίζονται
στις
παραγράφους 3
και 4. 3. Για τη
βάση
υπολογισμού
των
ασφαλίστρων
επιλέγεται το
μεγαλύτερο
μεταξύ του
ποσού των
δεδουλευμένων
ασφαλίστρων ή
εισφορών που
υπολογίζονται κατωτέρω,
και του ποσού
των ακαθάριστων
εισπραχθέντων
ασφαλίστρων ή
εισφορών. Αθροίζονται
τα ασφάλιστρα
ή οι εισφορές
(συμπεριλαμβανομένων
των
παρεπόμενων
δικαιωμάτων)
που κατεβλήθησαν
για
πρωτασφαλίσεις
κατά την
τελευταία
εταιρική
χρήση. Στο
σύνολο αυτό,
προστίθεται το
ποσό των
αντασφάλιστρων
που έγιναν
δεκτά κατά την
τελευταία
εταιρική χρήση. Από το
άθροισμα αυτό
αφαιρείται το
συνολικό ποσό των
ασφαλίστρων
και εισφορών
που ακυρώθηκαν
κατά την
τελευταία
εταιρική
χρήση, όπως
επίσης και το
συνολικό ποσό
των φόρων και
τελών που
αναλογούν στα
ασφάλιστρα και
εισφορές που
περιέχονται
στο ως άνω άθροισμα. Το κατ’
αυτόν τον
τρόπο
υπολογιζόμενο
ποσό διαιρείται
σε δύο μέρη, από
τα οποία το
πρώτο μπορεί
να ανέρχεται
μέχρι 50 εκατ. EUR,
ενώ το δεύτερο
περιλαμβάνει
το επιπλέον
ποσό: Το 18 % του
πρώτου μέρους
και το 16 % του
δεύτερου,
αθροίζονται. Το κατ’
αυτόν τον
τρόπο
υπολογιζόμενο
ποσό πολλαπλασιάζεται
επί το πηλίκο
που προκύπτει
από την κατά τα
τελευταία τρία
οικονομικά έτη
υφιστάμενη σχέση
μεταξύ του
ποσού των σε
βάρος του
ιδρύματος παραμενουσών
απαιτήσεων
μετά από
αφαίρεση των
ανακτήσιμων
ποσών στο πλαίσιο
της
αντασφάλισης
και του
ακαθάριστου ποσού
των
απαιτήσεων· ο
λόγος αυτός σε
καμία περίπτωση
δεν μπορεί να
είναι
μικρότερος από
50 %. 4. Η βάση
των απαιτήσεων
υπολογίζεται
ως εξής: Αθροίζονται
τα ποσά των
απαιτήσεων
(χωρίς
αφαίρεση των
σε βάρος των εκδοχέων
ή αντεκδοχέων
απαιτήσεων)
που καταβάλλονται
για τις
πρωτασφαλίσεις
κατά τις
περιόδους που
αναφέρονται
στην
παράγραφο 1. Στο
άθροισμα αυτό,
προστίθεται το
ποσό των
απαιτήσεων που
έχει
καταβληθεί
λόγω αποδοχής
αντασφαλίσεων
ή
αντεκχωρήσεων
κατά τη διάρκεια
των ιδίων
αυτών περιόδων
και το ποσό των
προβλέψεων για
εκκρεμούσες
απαιτήσεις,
που πραγματοποιούνται
στο τέλος της
τελευταίας
εταιρικής
χρήσεως, τόσο
για τις
πρωτασφαλίσεις
όσο και για τις
αποδοχές αντασφαλίσεων. Από το
άθροισμα αυτό
αφαιρείται το
ποσό των εισπράξεων
που
πραγματοποιούνται
κατά τη
διάρκεια των
περιόδων που
προσδιορίζονται
στην
παράγραφο 1. Από το
εναπομένον
αυτό ποσό,
αφαιρείται το
ποσό των
προβλέψεων για
εκκρεμούσες
απαιτήσεις,
που πραγματοποιούνται
κατά την
έναρξη της
δεύτερης εταιρικής
χρήσης που
προηγείται της
τελευταίας κλεισθείσης
εταιρικής
χρήσης, τόσο
για τις
πρωτασφαλίσεις
όσο και τις
αναληφθείσες
αντασφαλίσεις. Το ένα
τρίτο των
ποσών που
προκύπτουν από
τον υπολογισμό
διαιρείται σε
δύο μέρη, από τα
οποία το πρώτο
μπορεί να
ανέρχεται
μέχρι 35
εκατομμύρια ΕUR,
ενώ το δεύτερο
περιλαμβάνει
το επιπλέον
ποσό: το 26 % του
πρώτου μέρους
και το 23 % του
δεύτερου,
αθροίζονται. Το κατ’
αυτόν τον
τρόπο
υπολογιζόμενο
ποσό πολλαπλασιάζεται
επί το πηλίκο
που προκύπτει
από την κατά τα
τελευταία τρία
οικονομικά έτη
υφιστάμενη σχέση
μεταξύ του
ποσού των σε
βάρος του
ιδρύματος παραμενουσών
απαιτήσεων μετά
από αφαίρεση
των
ανακτήσιμων
ποσών στο
πλαίσιο της
αντασφάλισης
και του
ακαθάριστου
ποσού των απαιτήσεων·
ο λόγος αυτός
σε καμία
περίπτωση δεν μπορεί
να είναι
μικρότερος από
50 %. 5. Εάν το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας,
όπως αυτό
υπολογίζεται
στις
παραγράφους 2
έως 4, είναι
κατώτερο από
το απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας
του
προηγούμενου
έτους, το
απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας λαμβάνεται
τουλάχιστον
ίσο προς το
απαιτούμενο περιθώριο
φερεγγυότητας
του
προηγούμενου
έτους
πολλαπλασιαζόμενο
επί τον
αριθμητικό
λόγο του ποσού
των τεχνικών
προβλέψεων για
τις
αποζημιώσεις
που
εκκρεμούσαν κατά
τη λήξη της
τελευταίας
εταιρικής
χρήσης, προς το
ποσό των
τεχνικών
προβλέψεων για
τις αποζημιώσεις
που
εκκρεμούσαν
κατά την
έναρξη της
τελευταίας
εταιρικής χρήσης.
Στους
υπολογισμούς
αυτούς, οι
τεχνικές προβλέψεις
υπολογίζονται
χωρίς τις
τυχόν αντασφαλίσεις,
αλλά ο
αριθμητικός
λόγος σε καμία
περίπτωση δεν
μπορεί να
είναι
μεγαλύτερος
από 1. ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
1820 Επενδυτικοί
κανόνες 1. Τα κράτη
μέλη απαιτούν
από τα
ιδρύματα τα
εγκατεστημένα
στις
επικράτειές
τους να
επενδύουν
σύμφωνα με τον «κανόνα
της συνετής
διαχείρισης»
και ιδιαίτερα
σύμφωνα με
τους
ακόλουθους
κανόνες: α) τα
στοιχεία του
ενεργητικού
επενδύονται με
γνώμονα την
καλύτερη
δυνατή εξυπηρέτηση
των
συμφερόντων
των μελών και
των δικαιούχων.
Σε περίπτωση
πιθανής
σύγκρουσης
συμφερόντων,
το ίδρυμα ή ο
φορέας που
χειρίζεται το
χαρτοφυλάκιό
του
εξασφαλίζει
ότι η επένδυση
γίνεται
αποκλειστικά
προς το
συμφέρον των
μελών και των
δικαιούχων· β) τα
στοιχεία του
ενεργητικού
επενδύονται
κατά τρόπο που
να εγγυάται
την ασφάλεια,
ποιότητα,
ρευστότητα και
κερδοφορία του
χαρτοφυλακίου
στο σύνολό του. Το
ενεργητικό που
προορίζεται
για την κάλυψη
των τεχνικών
αποθεματικών
επενδύεται
επίσης κατά τρόπο
προσιδιάζοντα
στη φύση και τη
διάρκεια των
προσδοκώμενων
συνταξιοδοτικών
παροχών· γ) το
ενεργητικό
επενδύεται
πρωτίστως σε
οργανωμένες
αγορές. Το
τμήμα που
επενδύεται σε
στοιχεία μη
εισηγμένα προς
διαπραγμάτευση
σε οργανωμένες
χρηματοοικονομικές
αγορές πρέπει
οπωσδήποτε να
παραμένει σε
συνετά
επίπεδα· δ)
επένδυση σε
παράγωγα μέσα
είναι δυνατή
όταν συμβάλλουν
στη μείωση των
επενδυτικών
κινδύνων ή διευκολύνουν
την
αποτελεσματική
διαχείριση του
χαρτοφυλακίου.
Η αποτίμηση
των παραγώγων
γίνεται με
σύνεση, λαμβάνοντας
υπόψη το
αντίστοιχο
τμήμα του
ενεργητικού, και
περιλαμβάνονται
στην αποτίμηση
του ενεργητικού
του ιδρύματος.
Ομοίως, το
ίδρυμα πρέπει
να αποφεύγει
την υπερβολική
έκθεση στους
κινδύνους του
ενός και
μοναδικού
αντισυμβαλλομένου
καθώς και
άλλων πράξεων με
αντικείμενο
παράγωγα μέσα· ε) τα
στοιχεία του
ενεργητικού
είναι
προσηκόντως διαφοροποιημένα,
ώστε να
αποφεύγεται η
υπέρμετρη
εξάρτηση από
κάποιο
συγκεκριμένο
επενδυτικό στοιχείο
τους ή κάποιο
συγκεκριμένο
εκδότη ή όμιλο
επιχειρήσεων
αλλά και η
συσσώρευση
κινδύνων στο
χαρτοφυλάκιο
συνολικά. Οι
επενδύσεις σε
στοιχεία
εκδοθέντα από
τον αυτό εκδότη
ή από εκδότες
ανήκοντες στον
ίδιο όμιλο δεν
πρέπει να
εκθέτουν το
ίδρυμα σε
υπέρμετρη συγκέντρωση
συσσώρευση κινδύνων· στ) η
επένδυση στη
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση δεν
πρέπει να
υπερβαίνει το
5 % του συνόλου του
χαρτοφυλακίου
και όταν η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
ανήκει σε
όμιλο, η
επένδυση στις
επιχειρήσεις
που ανήκουν
στον ίδιο
όμιλο με τη
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση δεν
πρέπει να
υπερβαίνει το
10 % του χαρτοφυλακίου. Εάν το
ίδρυμα
χρηματοδοτείται
από
περισσότερες της
μιας επιχειρήσειςεπιχειρήσεων, η επένδυση
στις
επιχειρήσεις
αυτές γίνεται
με σύνεση,
λαμβανομένης
υπόψη της
ανάγκης για
προσήκουσα
διαφοροποίηση. Τα κράτη
μέλη δύνανται
να μην
εφαρμόζουν τις
απαιτήσεις των
στοιχείων ε)
και στ) στην
επένδυση σε
κρατικά
ομόλογα. ê 2013/14/ΕΕ
άρθρο 1 1α2.
Λαμβάνοντας
υπόψη τη φύση,
την κλίμακα
και την πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
των υπό
εποπτεία
ιδρυμάτων, τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι αρμόδιες
αρχές ελέγχουν
την επάρκεια
των
διαδικασιών
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας που
εφαρμόζουν τα
ιδρύματα αυτά,
αξιολογούν τη
χρησιμοποίηση
αναφορών σε
αξιολογήσεις
πιστοληπτικής
ικανότητας που
εκδίδονται
σύμφωνα με το
άρθρο 3 παράγραφος
1 στοιχείο β) του
κανονισμού (ΕΚ)
αριθ. 1060/2009 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου, της 16ης
Σεπτεμβρίου 2009,
για τους
οργανισμούς
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας[47], στο πλαίσιο
των
επενδυτικών
πολιτικών τους
και, οσάκις
ενδείκνυται,
ενθαρρύνουν
την άμβλυνση
του αντίκτυπου
των αναφορών
αυτών, προκειμένου
να μειωθεί η
αποκλειστική
και
μηχανιστική στήριξη
σε τέτοιες
αξιολογήσεις
πιστοληπτικής
ικανότητας. 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 23.
Το κράτος
καταγωγής
απαγορεύει στο
ίδρυμα να δανείζεται
ή να ενεργεί ως
εγγυητής υπέρ
τρίτων. Είναι,
όμως, δυνατόν
να του επιτρέψει
κάποιες
δανειοληπτικές
πράξεις μόνο για
λόγους
ρευστότητας
και σε
προσωρινή
βάση. 34.
Τα κράτη μέλη
δεν απαιτούν
από τα
ιδρύματα της
επικράτειάς
τους να
επενδύουν σε
συγκεκριμένες
κατηγορίες
περιουσιακών
στοιχείων. 45.
Με την
επιφύλαξη του
άρθρου 1232, τα κράτη μέλη
δεν εξαρτούν
τις
επενδυτικές
αποφάσεις των
ιδρυμάτων της
επικράτειάς
τους ή τις αποφάσεις
των υπεύθυνων
για τις
επενδύσεις από
κάποια
προηγούμενη
έγκριση ή
συστηματική
γνωστοποίηση. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο 56.
Τηρουμένων των
παραγράφων 1
έως 45,
τα κράτη μέλη
δικαιούνται,
για τα
ιδρύματα της
επικράτειάς
τους, να
θεσπίζουν
αναλυτικότερες
ρυθμίσεις,
όπως
ποσοτικούς
κανόνες, αρκεί
να δικαιολογούνται
από άποψη
συνετής
διαχείρισης,
ώστε να
καθίσταται
εμφανές το
πλήρες φάσμα
των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων των
εν λόγω
ιδρυμάτων. Ειδικότερα,
τα κράτη μέλη
μπορούν να
εφαρμόζουν διατάξεις
περί
επενδύσεων
ανάλογες προς
αυτές της
οδηγίας 2002/83/ΕΚ. Τα κράτη
μέλη δεν
δύνανται να
εμποδίζουν τα
ιδρύματα: α) να
επενδύουν
μέχρι 70 % του
ενεργητικού
που καλύπτει
τα τεχνικά
αποθεματικά ή
του συνολικού
χαρτοφυλακίου
για
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα στα
οποία τα μέλη
φέρουν τον
κίνδυνο
επενδύσεων σε
μετοχές,
διαπραγματεύσιμα
αξιόγραφα
εξομοιούμενα
προς μετοχές
και σε εταιρικά
ομόλογα
εισηγμένα προς
διαπραγμάτευση
σε οργανωμένες
αγορές, ð ή μέσω
πολυμερών
οργανισμών
διαπραγμάτευσης
ή μηχανισμών
οργανωμένης
διαπραγμάτευσης, ï καθώς και να
αποφασίζουν
για το μερίδιο
των εν λόγω
αξιογράφων στο
επενδυτικό
τους
χαρτοφυλάκιο. Εφόσον
δικαιολογείται
από πλευράς
συνετής διαχείρισης,
τα κράτη μέλη
δύνανται
εντούτοις να
επιβάλουν
χαμηλότερο
όριο στα
ιδρύματα που
καταβάλλουν
συνταξιοδοτικές
παροχές με
εγγύηση
μακροπρόθεσμων
επιτοκίων,
φέρουν τον
επενδυτικό
κίνδυνο και
παρέχουν εαυτόν
ως εγγυητή· β) να
επενδύουν
μέχρι 30 % του
ενεργητικού
που καλύπτει
τα τεχνικά
αποθεματικά σε
στοιχεία
ενεργητικού
εκπεφρασμένα
σε νομίσματα
διαφορετικά
από εκείνα στα
οποία είναι
εκπεφρασμένες
οι υποχρεώσεις
τους· γ) να
επενδύουν σε επιχειρηματικά
κεφάλαια ð μέσα τα
οποία έχουν
μακροπρόθεσμα
οικονομικά χαρακτηριστικά
και δεν
αποτελούν
αντικείμενο
διαπραγμάτευσης
σε οργανωμένες
αγορές,
πολυμερείς
μηχανισμούς
διαπραγμάτευσης
ή μηχανισμούς
οργανωμένης
διαπραγμάτευσης ï. 67. Η
παράγραφος 56
δεν αίρει το
δικαίωμα των
κρατών μελών
να απαιτούν
την εφαρμογή στα
ιδρύματα της
επικράτειάς
τους ð που
είναι
εγκεκριμένα ή
καταχωρισμένα
στην
επικράτειά
τους ï αυστηρότερων
επενδυτικών
κανόνων σε
ατομική βάση,
αρκεί να
δικαιολογούνται
από πλευράς
συνετής διαχείρισης,
ιδίως ενόψει
των
υποχρεώσεων
τις οποίες
έχει αναλάβει
το ίδρυμα. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 7. Εάν
ασκείται
διασυνοριακή
δραστηριότητα
κατά τα
οριζόμενα στο
άρθρο 20, οι
αρμόδιες αρχές
κάθε κράτους
μέλους
υποδοχής
δύνανται να
απαιτούν την
εφαρμογή των
κανόνων του
δευτέρου
εδαφίου έναντι
του ιδρύματος
του κράτους
καταγωγής. Σε
τέτοια περίπτωση,
οι κανόνες
αυτοί
εφαρμόζονται
μόνο στο τμήμα
του
ενεργητικού
του ιδρύματος
που
αντιστοιχεί
στις δραστηριότητες
οι οποίες
πραγματοποιούνται
στο
συγκεκριμένο
κράτος μέλος
υποδοχής.
Επιπλέον, εφαρμόζονται
μόνο εφόσον οι
ίδιοι ή
αυστηρότεροι κανόνες
εφαρμοσθούν
και στα
ιδρύματα του
κράτους
υποδοχής. Οι
κανόνες του
πρώτου εδαφίου
έχουν ως εξής: α) το ίδρυμα
δεν επενδύει
άνω του 30 % του εν
λόγω τμήματος
του
ενεργητικού σε
μετοχές, άλλα
αξιόγραφα εξομοιούμενα
προς μετοχές
και χρεόγραφα
μη εισηγμένα
προς διαπραγμάτευση
σε οργανωμένη
αγορά, ή το
ίδρυμα
επενδύει
τουλάχιστον 70 %
του εν λόγω
τμήματος του
ενεργητικού σε
μετοχές, άλλα
αξιόγραφα
εξομοιούμενα
προς μετοχές
και χρεόγραφα
εισηγμένα προς
διαπραγμάτευση
σε οργανωμένη
αγορά· β) το ίδρυμα
δεν επενδύει
άνω του 5 % του εν
λόγω τμήματος
του
ενεργητικού σε
μετοχές και
άλλα αξιόγραφα
εξομοιούμενα
προς μετοχές, ομολογίες,
χρεόγραφα και
άλλα μέσα της
χρηματαγοράς
και της
κεφαλαιαγοράς
εκδιδόμενα από
την ίδια επιχείρηση
και άνω του 10 %
του εν λόγω
τμήματος του ενεργητικού
σε μετοχές και
άλλα αξιόγραφα
εξομοιούμενα
προς μετοχές,
ομόλογα,
χρεόγραφα και
άλλα μέσα της
χρηματαγοράς
και της
κεφαλαιαγοράς
εκδιδόμενα από
επιχειρήσεις
που ανήκουν σε
έναν και μόνο όμιλο. γ) το ίδρυμα
δεν επενδύει
άνω του 30 % του εν
λόγω τμήματος
του
ενεργητικού σε
επενδυτικά
προϊόντα εκπεφρασμένα
σε νομίσματα
διαφορετικά
από αυτά των υποχρεώσεων. Προκειμένου
το κράτος
μέλος
καταγωγής να
συμμορφωθεί με
αυτές τις
απαιτήσεις,
μπορεί να
απαιτήσει το
διαχωρισμό των
στοιχείων του
ενεργητικού. ò νέο 8. Οι
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
υποδοχής ιδρύματος
που ασκεί
διασυνοριακή
δραστηριότητα βάσει
του άρθρου 12 δεν
θεσπίζουν
επενδυτικούς
κανόνες
επιπλέον
εκείνων που
προβλέπονται
στις παραγράφους
1 έως 6 για το
μέρος των
στοιχείων ενεργητικού
που καλύπτουν
τεχνικά
αποθεματικά
για διασυνοριακή
δραστηριότητα. Τίτλος
ΙΙΙ ΟΡΟΙ ΠΟΥ
ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΙΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Σύστημα
διακυβέρνησης Τμήμα 1 Γενικές
διατάξεις Άρθρο
21 Ευθύνη
του
διοικητικού,
διαχειριστικού
ή εποπτικού
οργάνου 1. Τα
κράτη μέλη
μεριμνούν ώστε
το διοικητικό,
το διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος να έχει
την τελική
ευθύνη βάσει
του εθνικού
δικαίου για τη
συμμόρφωση του
οικείου
ιδρύματος προς
τις νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις που
θεσπίζονται
δυνάμει της
παρούσας
οδηγίας. 2. Η
παρούσα οδηγία
δεν θίγει τον
ρόλο των
κοινωνικών
εταίρων στη
διαχείριση των
ιδρυμάτων. Άρθρο
22 Γενικές
απαιτήσεις
διακυβέρνησης 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
όλα τα
ιδρύματα να
διαθέτουν
αποτελεσματικό
σύστημα διακυβέρνησης
που να
προβλέπει τη
χρηστή και
συνετή
διαχείριση των
δραστηριοτήτων
τους. Το
σύστημα αυτό
περιλαμβάνει
κατάλληλη
διαφανή
οργανωτική
δομή, με σαφή
κατανομή και
ορθό
διαχωρισμό
αρμοδιοτήτων,
καθώς και
αποτελεσματικό
σύστημα διασφάλισης
της διαβίβασης
πληροφοριών.
Το σύστημα
διακυβέρνησης
υπόκειται σε
τακτική
εσωτερική
επανεξέταση. 2. Το
σύστημα
διακυβέρνησης
που αναφέρεται
στην παράγραφο
1 είναι ανάλογο
προς τη φύση,
την κλίμακα και
την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
του ιδρύματος. 3. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι το
διοικητικό, το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος
υιοθετεί γραπτώς
τεκμηριωμένες
πολιτικές σε
σχέση με τη διαχείριση
κινδύνων, τον
εσωτερικό
έλεγχο, και όπου
συντρέχει
περίπτωση,
τους
αναλογιστές
και τις εξωτερικές
αναθέσεις, και
ότι το
συγκεκριμένο
όργανο
διασφαλίζει
την εφαρμογή
των εν λόγω
πολιτικών. Οι
πολιτικές
επανεξετάζονται
σε ετήσια βάση
και προσαρμόζονται
λαμβάνοντας
υπόψη
οποιαδήποτε
σημαντική αλλαγή
στο οικείο
σύστημα ή στον
οικείο τομέα. 4. Τα
κράτη μέλη διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα
διαθέτουν
αποτελεσματικό
σύστημα
εσωτερικού
ελέγχου. Το εν
λόγω σύστημα
περιλαμβάνει
διοικητικές
και λογιστικές
διαδικασίες,
πλαίσιο
εσωτερικού
ελέγχου και
κατάλληλες
ρυθμίσεις
υποβολής
εκθέσεων σε
όλα τα επίπεδα
του ιδρύματος. 5. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα λαμβάνουν
εύλογα μέτρα
προκειμένου να
εξασφαλίζουν τη
συνέχεια και
την
κανονικότητα
της άσκησης
των δραστηριοτήτων
τους,
συμπεριλαμβανομένης
της κατάρτισης
σχεδίων
έκτακτης
ανάγκης. Για
τον σκοπό αυτό,
το ίδρυμα
χρησιμοποιεί
κατάλληλα και
αναλογικά
συστήματα,
πόρους και
διαδικασίες. 6. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
διαθέτουν
τουλάχιστον
δύο πρόσωπα τα
οποία ασκούν
πραγματικά τη
διοίκηση του
ιδρύματος. Άρθρο
23 Απαιτήσεις
για διαχείριση
βάσει
ικανοτήτων και
ήθους 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
διασφαλίζουν
ότι όλα τα
πρόσωπα τα
οποία ασκούν
πραγματικά τη
διοίκηση του
ιδρύματος ή
ασκούν άλλες
βασικές
λειτουργίες
πληρούν τις
ακόλουθες
προϋποθέσεις
κατά την
εκτέλεση των
καθηκόντων
τους: α) τα
επαγγελματικά
προσόντα, οι
γνώσεις και η
πείρα τους
τους
επιτρέπουν να
ασκούν χρηστή
και συνετή διαχείριση
του ιδρύματος
και να
εκτελούν ορθά
τις βασικές
λειτουργίες
τους (απαίτηση
για ικανότητες)·
και β) χαίρουν
υπόληψης και
χαρακτηρίζονται
από ακεραιότητα
(απαίτηση για
ήθος). 2. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
την ύπαρξη
αποτελεσματικών
διαδικασιών
και τακτικών
ελέγχων, οι οποίοι
επιτρέπουν
στις αρμόδιες
αρχές να
αξιολογούν
κατά πόσον τα
πρόσωπα που
διοικούν
πραγματικά το
ίδρυμα ή
ασκούν άλλες
βασικές λειτουργίες
πληρούν τις
προϋποθέσεις
της παραγράφου
1. 3.
Εάν ένα κράτος
μέλος απαιτεί
από τους
υπηκόους του
αποδείξεις
εντιμότητας,
αποδείξεις μη
προηγούμενης
πτώχευσης ή
αμφότερες, το
συγκεκριμένο
κράτος μέλος
δέχεται ως
επαρκή
απόδειξη για
τους υπηκόους
άλλων κρατών
μελών την
προσκόμιση
αποσπάσματος
ποινικού
μητρώου του
άλλου κράτους
μέλους ή,
απουσία ποινικού
μητρώου στο
άλλο κράτος
μέλος,
ισοδύναμου
εγγράφου που
εκδίδεται από
αρμόδια
δικαστική ή διοικητική
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής ή του
κράτους μέλους
του οποίου
υπήκοος είναι
ο
ενδιαφερόμενος,
από το οποίο
προκύπτει ότι
πληρούνται οι
απαιτήσεις αυτές. 4.
Εάν το κράτος
μέλος
καταγωγής ή το
κράτος μέλος του
οποίου υπήκοος
είναι ο
ενδιαφερόμενος
δεν χορηγεί
ισοδύναμο
έγγραφο, όπως
αναφέρεται
στην παράγραφο
3, ο υπήκοος του
άλλου κράτους
μέλους
δικαιούται να
προσκομίσει
αντ’ αυτού
ένορκη
βεβαίωση. Ωστόσο,
στα κράτη μέλη
στα οποία δεν
προβλέπονται
ένορκες
βεβαιώσεις, ο
υπήκοος του
οικείου άλλου κράτους
μέλους
δικαιούται να
προσκομίσει
υπεύθυνη
δήλωσή του ενώπιον
αρμόδιας
δικαστικής ή
διοικητικής
αρχής στο
κράτος μέλος
καταγωγής ή
προέλευσής του
ή ενώπιον
συμβολαιογράφου
σε ένα από τα εν
λόγω κράτη
μέλη. Η εν
λόγω αρχή ή ο
συμβολαιογράφος
εκδίδει πιστοποιητικό
που βεβαιώνει
τη γνησιότητα
της ένορκης βεβαίωσης
ή της
υπεύθυνης
δήλωσης. 5. Οι
αποδείξεις μη
προηγούμενης
πτώχευσης, οι
οποίες
αναφέρονται
στην παράγραφο
3, μπορούν να
παρασχεθούν με
τη μορφή
δήλωσης του
υπηκόου του
οικείου άλλου
κράτους μέλους
ενώπιον
αρμόδιου
δικαστικού,
επαγγελματικού
ή εμπορικού
φορέα στο
συγκεκριμένο
άλλο κράτος
μέλος. 6. Τα
έγγραφα και
πιστοποιητικά
που
αναφέρονται στις
παραγράφους 3, 4
και 5 δεν φέρουν,
κατά την
υποβολή τους,
ημερομηνία
παλαιότερη των
τριών μηνών. 7. Τα
κράτη μέλη
ορίζουν τις
αρμόδιες αρχές
και τους
αρμόδιους φορείς
για την έκδοση
των εγγράφων
που αναφέρονται
στις
παραγράφους 3, 4
και 5 και
ενημερώνουν
αμέσως σχετικά
τα άλλα κράτη
μέλη και την
Επιτροπή. Τα
κράτη μέλη
ενημερώνουν
επίσης τα άλλα
κράτη μέλη και
την Επιτροπή
για τις αρχές
και τους
φορείς στους
οποίους πρέπει
να
υποβάλλονται
τα έγγραφα που
αναφέρονται
στις
παραγράφους 3
έως 5, ως
δικαιολογητικά
της αίτησης
για την άσκηση
στην
επικράτεια του
συγκεκριμένου
κράτους μέλους
των
δραστηριοτήτων
που
αναφέρονται
στο άρθρο 12. Άρθρο
24 Πολιτική
αποδοχών 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
διαθέτουν
χρηστή
πολιτική
αποδοχών για
τα πρόσωπα που
διοικούν
πραγματικά το
ίδρυμα, κατά
τρόπο
κατάλληλο για
το μέγεθος και
την εσωτερική
οργάνωσή τους,
καθώς και για
τη φύση, το
εύρος και την
πολυπλοκότητα
των δραστηριοτήτων
τους. 2. Τα
ιδρύματα
δημοσιοποιούν
τακτικά
σχετικές πληροφορίες
για την
πολιτική
αποδοχών,
εκτός εάν προβλέπεται
άλλως στις
νομοθετικές,
κανονιστικές και
διοικητικές
διατάξεις
μεταφοράς στο
εθνικό δίκαιο
της οδηγίας
95/46/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[48]. 3.
Ανατίθεται
στην Επιτροπή
η αρμοδιότητα
έκδοσης κατ’
εξουσιοδότηση
πράξης σύμφωνα
με το άρθρο 77, όσον
αφορά: α) τα
απαιτούμενα
στοιχεία των
πολιτικών για
τις αποδοχές
που πρέπει να
εφαρμόζουν τα
ιδρύματα με βάση
τις ακόλουθες
αρχές: –
η
πολιτική
αποδοχών
καθορίζεται,
εφαρμόζεται και
διατηρείται
σύμφωνα με τις
δραστηριότητες
και τη
στρατηγική
διαχείρισης
κινδύνων του
ιδρύματος, το
προφίλ
κινδύνου, τους
στόχους, τις
πρακτικές
διαχείρισης
κινδύνων και
τα
μακροπρόθεσμα
συμφέροντα και
τις επιδόσεις
του ιδρύματος
στο σύνολό του· –
η
πολιτική
αποδοχών
ενσωματώνει
αναλογικά μέτρα
με στόχο την
αποφυγή
συγκρούσεων
συμφερόντων· –
η
πολιτική
αποδοχών
προάγει τη
χρηστή και
αποτελεσματική
διαχείριση
κινδύνων και
δεν ενθαρρύνει
ανάληψη
κινδύνων σε
βαθμό που
υπερβαίνει τα
όρια ανοχής
του κινδύνου
του ιδρύματος· –
η
πολιτική
αποδοχών
εφαρμόζεται
στο ίδρυμα και
στα πρόσωπα
που εκτελούν
τις βασικές
λειτουργίες του
ιδρύματος ή
οποιεσδήποτε
άλλες
δραστηριότητες,
συμπεριλαμβανομένων
των βασικών
λειτουργιών ή
άλλων
δραστηριοτήτων
που έχουν
ανατεθεί σε
τρίτους και
στη συνέχεια
ανατίθενται εκ
νέου σε τρίτους·
–
η
πολιτική
αποδοχών
περιέχει
ειδικές
διατάξεις όσον
αφορά τα
καθήκοντα και
τις επιδόσεις
του διοικητικού,
του
διαχειριστικού
και του
εποπτικού οργάνου
του ιδρύματος,
των προσώπων
που διοικούν
πραγματικά το
ίδρυμα, των
προσώπων που
ασκούν βασικές
λειτουργίες
και άλλων
κατηγοριών
υπαλλήλων των
οποίων οι
επαγγελματικές
δραστηριότητες
έχουν ουσιώδη
αντίκτυπο στα
χαρακτηριστικά
κινδύνου του ιδρύματος· –
το
διοικητικό, το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του ιδρύματος
καθορίζει τις
γενικές αρχές
της πολιτικής
αποδοχών για
τις κατηγορίες
υπαλλήλων, των
οποίων οι
επαγγελματικές
δραστηριότητες
έχουν αντίκτυπο
στα
χαρακτηριστικά
κινδύνου του
ιδρύματος, και
είναι υπεύθυνο
για τον έλεγχο
της εφαρμογής
της· –
το
διοικητικό, το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος
είναι υπεύθυνο
για την
εφαρμογή της
πολιτικής
αποδοχών, η
οποία στηρίζει
τη χρηστή,
συνετή και
αποτελεσματική
διαχείριση του
ιδρύματος· –
υφίσταται
σαφής, διάφανη
και
αποτελεσματική
διακυβέρνηση
όσον αφορά τις
αποδοχές και
την εποπτεία
τους. β) την
κατάλληλη
συχνότητα,
τους ειδικούς
όρους και το
περιεχόμενο
της
δημοσιοποίησης
της πολιτικής
αποδοχών. Τμήμα 2 Λειτουργίες Άρθρο
25 Γενικές
διατάξεις 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
διαθέτουν λειτουργία
διαχείρισης
κινδύνων,
λειτουργία εσωτερικού
ελέγχου και,
όπου συντρέχει
περίπτωση, αναλογιστική
λειτουργία. Οι
δίαυλοι
αναφοράς που συνδέονται
με κάθε βασική
λειτουργία
διασφαλίζουν
την ικανότητα
της εν λόγω
λειτουργίας να
ασκεί τα
καθήκοντά της αποτελεσματικά,
με
αντικειμενικό,
δίκαιο και ανεξάρτητο
τρόπο. 2. Τα
ιδρύματα
μπορούν να
επιτρέπουν σε
ένα μεμονωμένο
πρόσωπο ή μια
μεμονωμένη
οργανωτική
μονάδα να
ασκούν
περισσότερες
από μία
βασικές
λειτουργίες.
Ωστόσο, η
λειτουργία
διαχείρισης
κινδύνων ανατίθεται
σε διαφορετικό
πρόσωπο ή
διαφορετική οργανωτική
μονάδα από
εκείνη που
ασκεί τη
λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου. 3. Με
την επιφύλαξη
του ρόλου των
κοινωνικών
εταίρων στη
γενικότερη
διαχείριση των
ιδρυμάτων, το
πρόσωπο ή η
οργανωτική
μονάδα που
ασκεί μια
βασική
λειτουργία
είναι
διαφορετικό
από εκείνο που
ασκεί παρόμοια
βασική
λειτουργία στη
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση.
Βάσει
αιτιολογημένης
αίτησης του
ιδρύματος, η
αρμόδια αρχή
μπορεί να εγκρίνει
εξαίρεση από
τον περιορισμό
αυτό,
λαμβάνοντας
υπόψη το μέγεθος,
τη φύση, το
εύρος και την
πολυπλοκότητα
των δραστηριοτήτων
του ιδρύματος. 4. Το
πρόσωπο που
ασκεί μια
βασική
λειτουργία
αναφέρει
πάραυτα κάθε
σημαντικό
πρόβλημα στον
τομέα αρμοδιότητας
του ιδίου στο
διοικητικό,
στο
διαχειριστικό
ή στο εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος. 5.
Τυχόν
διαπιστώσεις
και συστάσεις
της λειτουργίας
διαχείρισης
κινδύνων, της
λειτουργίας
εσωτερικού
ελέγχου και,
όπου συντρέχει
περίπτωση, της
αναλογιστικής
λειτουργίας
αναφέρονται
στο διοικητικό,
στο
διαχειριστικό
ή στο εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος, το
οποίο
καθορίζει τα
μέτρα τα οποία πρέπει
να ληφθούν. 6. Η
λειτουργία
διαχείρισης
κινδύνων, η
λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου και,
όπου συντρέχει
περίπτωση, η
αναλογιστική
λειτουργία,
ενημερώνουν
την αρμόδια
αρχή του
ιδρύματος, εάν
το διοικητικό,
το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του ιδρύματος
δεν λαμβάνει
κατάλληλα και
έγκαιρα διορθωτικά
μέτρα: α) όταν
το πρόσωπο ή η
οργανωτική
μονάδα που
ασκεί τη
βασική
λειτουργία
έχει εντοπίσει
ενδεχόμενο κίνδυνο
μη συμμόρφωσης
του ιδρύματος
προς ουσιωδώς
σημαντική
κανονιστική
απαίτηση και
τον έχει αναφέρει
στο
διοικητικό,
στο
διαχειριστικό
ή στο εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος· β) όταν
το πρόσωπο ή η
οργανωτική
μονάδα που
ασκεί τη
βασική
λειτουργία
έχει παρατηρήσει
ουσιωδώς
σημαντική
παράβαση της
νομοθεσίας ή
των κανονισμών
που
εφαρμόζονται
στο ίδρυμα και
στις
δραστηριότητές
του στο
πλαίσιο της
βασικής
λειτουργίας
που ασκεί το εν
λόγω πρόσωπο ή
η οργανωτική
μονάδα και την
έχει αναφέρει
στο διοικητικό,
στο διαχειριστικό
ή στο εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος. 7. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
την έννομη
προστασία των
προσώπων που
ενημερώνουν
την αρμόδια
αρχή σύμφωνα
με την
παράγραφο 6. Άρθρο
26 Σύστημα
και λειτουργία
διαχείρισης
κινδύνων 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από τα
ιδρύματα να
διαθέτουν
αποτελεσματικό
σύστημα
διαχείρισης
κινδύνων, το
οποίο
περιλαμβάνει
στρατηγικές,
διεργασίες και
διαδικασίες
αναφοράς που
απαιτούνται
για τον
προσδιορισμό,
τη μέτρηση, την
παρακολούθηση,
τη διαχείριση
και την
αναφορά, σε
συνεχή βάση,
των κινδύνων,
σε ατομικό και
σε συνολικό
επίπεδο, στους
οποίους είναι
ή θα μπορούσε
να είναι
εκτεθειμένα,
και των
αλληλεξαρτήσεών
τους. Το
σύστημα
διαχείρισης
κινδύνων είναι
καλά ενσωματωμένο
στην
οργανωτική
δομή και στις
διαδικασίες
λήψης
αποφάσεων του
ιδρύματος. 2. Το
σύστημα
διαχείρισης
κινδύνων
καλύπτει καταλλήλως,
ανάλογα με το
μέγεθος, την
εσωτερική
οργάνωση και
τη φύση, το
εύρος και την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
τους,
κινδύνους οι
οποίοι μπορούν
να εμφανιστούν
στα ιδρύματα ή
σε
επιχειρήσεις στις
οποίες έχουν
ανατεθεί
καθήκοντα ή
δραστηριότητες,
τουλάχιστον
στους
ακόλουθους
τομείς: α) ανάληψη
ασφαλιστικού
κινδύνου και
σύσταση προβλέψεων· β) διαχείριση
ενεργητικού –
παθητικού· γ) επενδύσεις,
ιδίως θέσεις
σε παράγωγα
και παρόμοιες
υποχρεώσεις· δ) διαχείριση
κινδύνων
ρευστότητας
και συγκέντρωσης· ε) διαχείριση
λειτουργικού
κινδύνου· στ) ασφάλιση
και άλλες
τεχνικές
μείωσης του
κινδύνου. 3.
Εάν, σύμφωνα με
τους όρους του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος, τα
μέλη και οι
δικαιούχοι
φέρουν κινδύνους,
το σύστημα
διαχείρισης
κινδύνων
λαμβάνει
επίσης υπόψη τους
εν λόγω
κινδύνους από
την άποψη των
μελών και των
δικαιούχων. 4. Τα
ιδρύματα
προβλέπουν
λειτουργία
διαχείρισης κινδύνων
δομημένη με
τρόπο ώστε να
διευκολύνεται
η εφαρμογή του
συστήματος
διαχείρισης
κινδύνων. Άρθρο
27 Λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
διαθέτουν
αποτελεσματική
λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου. Η
λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου
αξιολογεί την
καταλληλότητα
και την
αποτελεσματικότητα
του συστήματος
εσωτερικού
ελέγχου και
άλλων
στοιχείων του
συστήματος διακυβέρνησης
που
προβλέπεται
στα άρθρα 21 έως 24,
συμπεριλαμβανομένων
των
δραστηριοτήτων
που ανατίθενται
εξωτερικά. 2. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
ορίζουν
τουλάχιστον
ένα ανεξάρτητο
πρόσωπο, εντός
ή εκτός του
ιδρύματος,
υπεύθυνο για
τη λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου. Με
εξαίρεση τη
διενέργεια και
τη βεβαίωση
του
υπολογισμού
που αναφέρεται
στο άρθρο 14
παράγραφος 4, το
εν λόγω
πρόσωπο δεν
αναλαμβάνει
αρμοδιότητα
για βασικές
λειτουργίες
διαφορετικές από
τις
προβλεπόμενες
στο παρόν
άρθρο. 3. Οι
διαπιστώσεις
και οι
συστάσεις της
λειτουργίας
εσωτερικού
ελέγχου
αναφέρονται
στο διοικητικό,
στο
διαχειριστικό
ή στο εποπτικό
όργανο του ιδρύματος.
Το διοικητικό,
το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος
καθορίζει τα
μέτρα τα οποία
πρέπει να
ληφθούν σε
σχέση με τις εν
λόγω
διαπιστώσεις
και συστάσεις
και
διασφαλίζει
την υλοποίηση
των μέτρων. Άρθρο
28 Αναλογιστική
λειτουργία 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα
στα οποία τα
μέλη και οι
δικαιούχοι δεν
φέρουν όλους
τους κινδύνους
να διαθέτουν
αποτελεσματική
αναλογιστική
λειτουργία η
οποία: α) συντονίζει
και εποπτεύει
τον υπολογισμό
των τεχνικών
αποθεματικών· β) αξιολογεί
την
καταλληλότητα
των μεθόδων
και των υποκείμενων
μοντέλων που
χρησιμοποιούνται
για τον
υπολογισμό των
τεχνικών
αποθεματικών,
καθώς και των
παραδοχών που
γίνονται για
τον σκοπό αυτό· γ) αξιολογεί
την επάρκεια
και ποιότητα
των στοιχείων
που
χρησιμοποιούνται
για τον
υπολογισμό των
τεχνικών
αποθεματικών· δ) συγκρίνει
τις βέλτιστες
εκτιμήσεις με
τις εμπειρικές
παρατηρήσεις· ε) ενημερώνει
το διοικητικό,
το
διαχειριστικό
ή το εποπτικό
όργανο του
ιδρύματος
σχετικά με την
αξιοπιστία και
καταλληλότητα
του
υπολογισμού
των τεχνικών
αποθεματικών· στ) εκφράζει
γνώμη σχετικά
με τη συνολική
πολιτική ανάληψης
ασφαλιστικών
κινδύνων,
εφόσον το
ίδρυμα διαθέτει
τέτοια
πολιτική· ζ) εκφράζει
γνώμη σχετικά
με την
καταλληλότητα
των ασφαλιστικών
συμφωνιών,
εφόσον το
ίδρυμα διαθέτει
τέτοιες
συμφωνίες· και η) συμβάλλει
στην
αποτελεσματική
εφαρμογή του
συστήματος διαχείρισης
κινδύνων. 2. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
ορίζουν
τουλάχιστον
ένα ανεξάρτητο
πρόσωπο, εντός
ή εκτός του
ιδρύματος,
υπεύθυνο για
την
αναλογιστική λειτουργία. Τμήμα 3 Έγγραφα
σχετικά με τη
διακυβέρνηση Άρθρο
29 Αξιολόγηση
κινδύνου για τις
συντάξεις 1. Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
διενεργούν,
κατά τρόπο
κατάλληλο για
το μέγεθος και
την εσωτερική
οργάνωσή τους,
καθώς και για
τη φύση, το εύρος
και την
πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
τους, στο
πλαίσιο του
συστήματος
διαχείρισης
των κινδύνων
που διαθέτουν,
ιδία εκτίμηση
κινδύνων και
να εκπονούν
αξιολόγηση των
κινδύνων για τις
συντάξεις ώστε
να
τεκμηριώνουν
την εν λόγω εκτίμηση. Η
αξιολόγηση των
κινδύνων για
τις συντάξεις
διενεργείται
τακτικά και
αμέσως μετά
από κάθε
σημαντική αλλαγή
στα
χαρακτηριστικά
κινδύνου του
ιδρύματος ή
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος. 2. Η
αξιολόγηση των
κινδύνων για
τις συντάξεις,
η οποία
αναφέρεται
στην παράγραφο
1, αφορά: α) την
αποτελεσματικότητα
του συστήματος
διαχείρισης
των κινδύνων· β) τις
συνολικές
χρηματοδοτικές
ανάγκες του
ιδρύματος· γ) την
ικανότητα
συμμόρφωσης
προς τις
απαιτήσεις που
αφορούν τα
τεχνικά
αποθεματικά
βάσει του άρθρου
14· δ) την
ποιοτική
αξιολόγηση του
περιθωρίου
ανεπιθύμητων
αποκλίσεων στο
πλαίσιο του
υπολογισμού των
τεχνικών αποθεματικών
σύμφωνα με το
εθνικό δίκαιο· ε) την
περιγραφή των
συνταξιοδοτικών
παροχών ή της συσσώρευσης
κεφαλαίου· στ) την
ποιοτική
αξιολόγηση της
χρηματοδοτικής
στήριξης στην
οποία μπορεί
να έχει
πρόσβαση το
ίδρυμα· ζ) την
ποιοτική
αξιολόγηση των
επιχειρησιακών
κινδύνων για
όλα τα
καθεστώτα που
διαχειρίζεται
το ίδρυμα· η) την
ποιοτική
αξιολόγηση των
νέων ή
αναδυόμενων κινδύνων
που
σχετίζονται με
την κλιματική
αλλαγή, τη
χρήση πόρων
και το
περιβάλλον. 3.
Για τους
σκοπούς της
παραγράφου 2, τα
ιδρύματα διαθέτουν
μεθόδους
προσδιορισμού
και
αξιολόγησης
των κινδύνων
στους οποίους
εκτίθενται ή
μπορεί να
εκτεθούν
βραχυπρόθεσμα
και
μακροπρόθεσμα.
Οι μέθοδοι αυτές
είναι ανάλογες
προς τη φύση,
την κλίμακα και
την
πολυπλοκότητα
των κινδύνων
που είναι
εγγενείς στις
δραστηριότητες
του ιδρύματος.
Οι μέθοδοι
περιγράφονται
στην
αξιολόγηση. 4. Η
αξιολόγηση των
κινδύνων για
τις συντάξεις
αποτελεί
αναπόσπαστο
μέρος της
επιχειρησιακής
στρατηγικής
και λαμβάνεται
υπόψη στις
στρατηγικές αποφάσεις
του ιδρύματος. Άρθρο
30 Κατ’ εξουσιοδότηση
πράξη για την
αξιολόγηση
κινδύνων για
τις συντάξεις Ανατίθεται
στην Επιτροπή
η αρμοδιότητα
έκδοσης κατ’
εξουσιοδότηση
πράξης σύμφωνα
με το άρθρο 77, όσον
αφορά: α) τα στοιχεία
τα οποία αφορά
η παράγραφος 2
του άρθρου 29· β) τις
μεθόδους που
αναφέρονται
στην παράγραφο
3 του άρθρου 29,
λαμβανομένου
υπόψη του
προσδιορισμού
και της
αξιολόγησης
των κινδύνων
στους οποίους
εκτίθενται ή
μπορεί να
εκτεθούν
βραχυπρόθεσμα
και
μακροπρόθεσμα·
και γ) τη
συχνότητα της
αξιολόγησης
των κινδύνων
για τις
συντάξεις
λαμβανομένων
υπόψη των
απαιτήσεων της
παραγράφου 1
του άρθρου 29. Η
κατ’ εξουσιοδότηση
πράξη δεν
επιβάλλει
απαιτήσεις
πρόσθετης
χρηματοδότησης
πέραν εκείνων
που
προβλέπονται
στην παρούσα
οδηγία. ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
1031 Ετήσιοι
λογαριασμοί
και ετήσιες
εκθέσεις Κάθε
κράτος μέλος
απαιτεί Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
όλα τα
ιδρύματα που
είναι
εγκατεστημένα
στην επικράτειά
τουτους να
καταρτίζουν
ετήσιους
λογαριασμούς
και ετήσιες
εκθέσεις,
λαμβάνοντας
υπόψη κάθε
συνταξιοδοτικό
καθεστώςσύστημα που διαχειρίζεται
το ίδρυμα και,
όπου είναι
εφαρμοστέο,
ετήσιους
λογαριασμούς
και ετήσιες
εκθέσεις για
κάθε ένα
συνταξιοδοτικό
καθεστώςσύστημα. Οι εν λόγω
λογαριασμοί
και εκθέσεις
πρέπει να παρουσιάζουν
πραγματική και
ακριβή εικόνα
των στοιχείων
ενεργητικού
και παθητικού
και της
χρηματοοικονομικής
θέσης του
ιδρύματος. Οι
ετήσιοι
λογαριασμοί
και οι
πληροφορίες που
περιέχονται
στις εκθέσεις
πρέπει να
είναι συνεπείς,
περιεκτικοί
και ακριβείς,
και να
εγκρίνονται
δεόντως από
εξουσιοδοτημένα
άτομα, σύμφωνα
με την εθνική
νομοθεσία. Άρθρο
1232 Δήλωση
των αρχών
επενδυτικής
πολιτικής Κάθε
κράτος μέλος
διασφαλίζει Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν ότι κάθε
ίδρυμα που
είναι
εγκατεστημένο
στην επικράτειά
τουτους καταρτίζει,
και
επανεξετάζει
τουλάχιστον
ανά τριετία,
γραπτή δήλωση
των αρχών επενδυτικής
πολιτικής. Η
δήλωση
αναθεωρείται
αμέσως μετά
από οιαδήποτε
σημαντική
αλλαγή της επενδυτικής
πολιτικής. Τα
κράτη μέλη
μεριμνούν ώστε
η δήλωση να
περιέχει,
τουλάχιστον,
θέματα όπως οι μέθοδοι
μέτρησης του
επενδυτικού
κινδύνου, οι εφαρμοζόμενες
τεχνικές
διαχείρισης
του κινδύνου
και η
στρατηγική
κατανομή των
στοιχείων του
ενεργητικού
όσον αφορά τη
φύση και τη
διάρκεια των
συνταξιοδοτικών
υποχρεώσεων. ò νέο ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Εξωτερική
ανάθεση και
διαχείριση
επενδύσεων Άρθρο
33 Εξωτερική
ανάθεση ê 2003/41/ΕΚ
άρθρο 9 παρ. 4 1 Κάθε κράτος
μέλος μπορεί Τα
κράτη μέλη
μπορούν να
επιτρέψειεπιτρέψουν ή να απαιτήσειαπαιτήσουν από ιδρύματα
εγκατεστημένα
στην
επικράτειά τουτους να αναθέσουν
τη διαχείρισή
τους, εν όλω ή εν
μέρει, σε άλλες
οντότητες
ενεργούσες για
λογαριασμό
τους. ò νέο 2. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα παραμένουν
υπεύθυνα για
τη συμμόρφωση
προς τις υποχρεώσεις
τους που
απορρέουν από
την παρούσα
οδηγία όταν
αναθέτουν
εξωτερικά
βασικές
λειτουργίες ή οποιεσδήποτε
άλλες
δραστηριότητες. 3. Η
εξωτερική
ανάθεση
βασικών
λειτουργιών ή
άλλων
δραστηριοτήτων
δεν
πραγματοποιείται
κατά τρόπο που
να οδηγεί σε
οποιαδήποτε
από τις
κατωτέρω καταστάσεις: α) μείωση
της ποιότητας
του συστήματος
διακυβέρνησης
του οικείου
ιδρύματος· β) αδικαιολόγητη
αύξηση του
επιχειρησιακού
κινδύνου· γ) μείωση
της ικανότητας
των αρμόδιων
αρχών να παρακολουθούν
τη συμμόρφωση
του ιδρύματος
προς τις υποχρεώσεις
του· δ) υπονόμευση
της συνεχούς
και
ικανοποιητικής
παροχής
υπηρεσιών στα
μέλη και στους
δικαιούχους. 4. Το
ίδρυμα
διασφαλίζει
την ορθή
λειτουργία των
εξωτερικά
ανατιθέμενων
δραστηριοτήτων
μέσω της διαδικασίας
επιλογής του
παρόχου
υπηρεσιών και της
συνεχούς
παρακολούθησης
των
δραστηριοτήτων. 5. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα που
αναθέτουν
εξωτερικά
βασικές
λειτουργίες ή
οποιεσδήποτε
άλλες
δραστηριότητες
συνάπτουν τουλάχιστον
έγγραφη
συμφωνία με
τον πάροχο
υπηρεσιών. Η
συμφωνία είναι
νομικά
εκτελεστή και
προσδιορίζει
σαφώς τα
δικαιώματα και
τις
υποχρεώσεις του
ιδρύματος και
του παρόχου
υπηρεσιών. 6. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα ενημερώνουν
εγκαίρως τις
αρμόδιες αρχές
πριν από κάθε
εξωτερική
ανάθεση
βασικών
λειτουργιών ή
οποιωνδήποτε
άλλων
δραστηριοτήτων,
καθώς και
σχετικά με
κάθε
επακόλουθη
σημαντική
εξέλιξη που αφορά
τις βασικές
λειτουργίες ή
άλλες
δραστηριότητες. 7. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές
διαθέτουν τις
αναγκαίες
εξουσίες ώστε
να ζητούν ανά
πάσα στιγμή
από τα
ιδρύματα
πληροφορίες
σχετικά με τις
εξωτερικά
ανατιθέμενες
βασικές λειτουργίες
ή οποιεσδήποτε
άλλες
δραστηριότητες. 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) Άρθρο
1934 Ö Διαχείριση
επενδύσεων Õ Διαχειριστής
και
θεματοφύλακας ê 2011/61/ΕΕ
άρθρο 62 παρ. 2
(προσαρμοσμένο) 1. Τα κράτη μέλη
δεν
περιορίζουν το
δικαίωμα των
ιδρυμάτων να
ορίζουν για τη
διαχείριση του
επενδυτικού
τους
χαρτοφυλακίου,
επενδυτικούς
διαχειριστές
εγκατεστημένους
σε άλλο κράτος
μέλος και
έχοντες τη
νενομισμένη
άδεια σύμφωνα
με τις
οδηγίες 85/611/ΕΟΚτην
οδηγία 2004/39/ΕΚ, Ö και
τις οδηγίες Õ 2009/65/ΕΚ, 93/22/ΕΟΚ, 2000/12/ΕΚ2009/138/ΕΚ, 2002/83/ΕΚ,
και 2011/61/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ,
καθώς και με
τις οδηγίες
τις
αναφερόμενες
στο άρθρο 2
παράγραφος 1
της παρούσας
οδηγίας. ò νέο ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Θεματοφύλακας Άρθρο
35 Διορισμός
θεματοφύλακα 1.
Για κάθε
επαγγελματικό
συνταξιοδοτικό
καθεστώς στο
οποίο τα μέλη
και οι
δικαιούχοι
φέρουν πλήρως
τον επενδυτικό
κίνδυνο, το
κράτος μέλος
καταγωγής
απαιτεί από το
ίδρυμα να
διορίζει έναν
και μόνο θεματοφύλακα
για τη φύλαξη
των στοιχείων
ενεργητικού
και την άσκηση
εποπτικών
καθηκόντων
σύμφωνα με τα
άρθρα 36 και 37. 2.
Για τα
επαγγελματικά
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα στα
οποία τα μέλη
και οι
δικαιούχοι δεν
φέρουν πλήρως
τον επενδυτικό
κίνδυνο, το
κράτος μέλος
καταγωγής
μπορεί να
απαιτεί από το
ίδρυμα να διορίζει
θεματοφύλακα
για τη φύλαξη
των στοιχείων
ενεργητικού ή
για τη φύλαξη
των στοιχείων
ενεργητικού
και την άσκηση
εποπτικών
καθηκόντων
σύμφωνα με τα
άρθρα 36 και 37. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο 3. Τα κράτη
μέλη δεν
περιορίζουν το
δικαίωμα των
ιδρυμάτων να
διορίζουν για
την προστασία
των στοιχείων
του
ενεργητικού
τους θεματοφύλακες
εγκατεστημένους
σε άλλο κράτος
μέλος και
έχοντες τη
δέουσα άδεια
σύμφωνα με τις
οδηγίες 93/22/ΕΟΚ 2004/39/ΕΚ ή 2000/12/ΕΚ 2013/36/ΕΕ, ή
έχοντες άδεια
θεματοφύλακα
κατά την
έννοια της οδηγίας
85/611/ΕΟΚ 2009/65/ΕΚ. Η
διάταξη που
αναφέρεται
στην παρούσα
παράγραφο δεν
εμποδίζει το
κράτος μέλος
καταγωγής να
καταστήσει
υποχρεωτικό
τον διορισμό
θεματοφύλακα. 4. Κάθε κράτος
μέλος λαμβάνει
Τα
κράτη μέλη
λαμβάνουν τα
απαραίτητα
μέτρα ώστε να
είναι σε θέση Ö οι
αρμόδιες αρχές Õ
σύμφωνα με την
εθνική τουτους
νομοθεσία, να απαγορεύσειαπαγορεύσουν δυνάμει του
άρθρου 1462 την ελεύθερη
διάθεση των
στοιχείων του
ενεργητικού
που κατέχει
διαχειριστής ή
θεματοφύλακας
εντός της επικράτειάς
τουςτου, κατόπιν
αιτήσεως του
κράτους
καταγωγής του
ιδρύματος. ò νέο 5. Ο
θεματοφύλακας
διορίζεται
τουλάχιστον με
έγγραφη
σύμβαση. Η σύμβαση
προβλέπει τη
διαβίβαση των
πληροφοριών
που είναι
απαραίτητες
ώστε ο
θεματοφύλακας
να ασκεί τα
καθήκοντά του
για το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς του
οποίου
διορίζεται
θεματοφύλακας,
όπως περιγράφονται
στην παρούσα
οδηγία και σε
άλλες σχετικές
νομοθετικές, κανονιστικές
ή διοικητικές
διατάξεις. 6.
Κατά την
εκτέλεση των
καθηκόντων που
προβλέπονται
στα άρθρα 36 και 37,
το ίδρυμα και ο
θεματοφύλακας ενεργούν
με εντιμότητα,
αμεροληψία,
επαγγελματισμό,
ανεξαρτησία
και με γνώμονα
το συμφέρον
των μελών και
των δικαιούχων
του
καθεστώτος. 7. Ο
θεματοφύλακας
οφείλει να μην
ασκεί
δραστηριότητες
σε σχέση με το
ίδρυμα οι
οποίες
ενδέχεται να
δημιουργούν
συγκρούσεις
συμφερόντων
μεταξύ του
ιδρύματος, των
μελών και των
δικαιούχων του
καθεστώτος και
του ιδίου,
εκτός εάν ο
θεματοφύλακας
έχει
διαχωρίσει
λειτουργικά
και ιεραρχικά
την άσκηση των
καθηκόντων του
θεματοφύλακα από
τα λοιπά
δυνητικά
συγκρουόμενα
καθήκοντά του, οι
δε δυνητικές
συγκρούσεις
συμφερόντων
προσδιορίζονται,
αποτελούν
αντικείμενο
διαχείρισης, παρακολουθούνται
και γνωστοποιούνται
δεόντως στα
μέλη και στους
δικαιούχους
του
καθεστώτος. 8.
Εάν δεν
διοριστεί
θεματοφύλακας,
τα ιδρύματα λαμβάνουν
μέτρα για τη
πρόληψη και
την επίλυση
κάθε
σύγκρουσης
συμφερόντων η
οποία
ανακύπτει κατά
την άσκηση των
καθηκόντων που
διαφορετικά
ασκούνται από
θεματοφύλακα
και από
διαχειριστή
στοιχείων
ενεργητικού. Άρθρο
36 Φύλαξη
στοιχείων
ενεργητικού
και ευθύνη του
θεματοφύλακα 1.
Εάν τα
στοιχεία
ενεργητικού
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος
αποτελούμενου
από
χρηματοπιστωτικά
μέσα, τα οποία
μπορούν να
αποτελέσουν
αντικείμενο
παρακαταθήκης,
ανατίθενται
για φύλαξη σε
θεματοφύλακα,
ο θεματοφύλακας
φυλάσσει όλα
τα
χρηματοπιστωτικά
μέσα τα οποία
μπορούν να
καταχωριστούν
σε λογαριασμό
χρηματοπιστωτικών
μέσων – ο οποίος
ανοίγεται στα
βιβλία του
θεματοφύλακα –
και όλα τα
χρηματοπιστωτικά
μέσα τα οποία
μπορούν να αποτελέσουν
αντικείμενο
υλικής
παράδοσης στον
θεματοφύλακα. Για
τον σκοπό αυτό,
ο
θεματοφύλακας
διασφαλίζει ότι
τα
χρηματοπιστωτικά
μέσα τα οποία
μπορούν να καταχωριστούν
σε λογαριασμό
χρηματοπιστωτικών
μέσων ο οποίος
ανοίγεται στα
βιβλία του
θεματοφύλακα
είναι
καταχωρισμένα
στα βιβλία του
θεματοφύλακα
σε
διαχωρισμένους
λογαριασμούς,
σύμφωνα με
τους κανόνες
που
προβλέπονται
στην οδηγία 2004/39/ΕΚ,
ανοιγμένους
στο όνομα του
ιδρύματος,
ώστε να μπορούν
να
αναγνωρίζονται
σαφώς και ανά
πάσα στιγμή ως
ανήκοντες στο
ίδρυμα ή στα
μέλη και στους
δικαιούχους
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος. 2.
Εάν τα
στοιχεία
ενεργητικού
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος
αποτελούνται
από άλλα
στοιχεία
ενεργητικού
εκτός των
αναφερομένων στην
παράγραφο 1, ο
θεματοφύλακας
επαληθεύει ότι
το ίδρυμα ή τα
μέλη και οι
δικαιούχοι
είναι οι κύριοι
των στοιχείων
ενεργητικού
και τηρεί
αρχείο των
στοιχείων
ενεργητικού
τους. Η
επαλήθευση
διενεργείται
βάσει
πληροφοριών ή
εγγράφων που
παρέχει το
ίδρυμα και, εάν
υπάρχουν,
βάσει
εξωτερικών
αποδεικτικών
στοιχείων. Ο
θεματοφύλακας
τηρεί το
αρχείο του
ενημερωμένο. 3. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι ο
θεματοφύλακας ευθύνεται
έναντι του
ιδρύματος ή
των μελών και
των δικαιούχων
του καθεστώτος
για κάθε ζημία
που υφίστανται
λόγω
αδικαιολόγητης
παράλειψης
εκτέλεσης των
υποχρεώσεών
του ή
πλημμελούς
εκτέλεσης αυτών. 4. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι η ευθύνη
του θεματοφύλακα,
όπως
προβλέπεται
στην παράγραφο
3, δεν επηρεάζεται
από το γεγονός
ότι ανέθεσε σε
τρίτο το
σύνολο ή μέρος
των στοιχείων
ενεργητικού τη
φύλαξη των οποίων
ανέλαβε. 5.
Εάν δεν
διοριστεί
θεματοφύλακας
για τη φύλαξη των
στοιχείων
ενεργητικού,
τα ιδρύματα
οφείλουν τουλάχιστον: α) να
διασφαλίζουν
ότι τα
χρηματοπιστωτικά
μέσα φυλάσσονται
και
προστατεύονται
κατάλληλα· β) να
τηρούν αρχεία
τα οποία
επιτρέπουν στο
ίδρυμα να
αναγνωρίζει
ανά πάσα
στιγμή και
αμέσως όλα τα στοιχεία
ενεργητικού· γ) να
λαμβάνουν τα
αναγκαία μέτρα
για την
αποφυγή συγκρούσεων
συμφερόντων ή
ασυμβιβάστων· δ) να
ενημερώνουν
την αρμόδια
αρχή, κατόπιν
αιτήσεώς της,
σχετικά με τον
τρόπο τήρησης
των στοιχείων
ενεργητικού. Άρθρο
37 Καθήκοντα
εποπτείας 1. Ο
θεματοφύλακας
ο οποίος
διορίζεται για
την άσκηση
εποπτείας
ασκεί,
επιπλέον των
καθηκόντων που
αναφέρονται
στο άρθρο 36
παράγραφοι 1
και 2, τα ακόλουθα
καθήκοντα: α) εκτελεί
οδηγίες του
ιδρύματος,
εκτός εάν
συγκρούονται
με την εθνική
νομοθεσία ή με
τους κανόνες του
ιδρύματος· β) διασφαλίζει
ότι, σε
συναλλαγές οι
οποίες αφορούν
τα στοιχεία
ενεργητικού
ενός ιδρύματος
ή ενός συνταξιοδοτικού
καθεστώτος, το
αντάλλαγμα
αποδίδεται στο
ίδρυμα εντός
των συνήθων
προθεσμιών· γ) διασφαλίζει
ότι το
εισόδημα που
παράγουν τα
στοιχεία
ενεργητικού
διατίθεται
σύμφωνα με
τους κανόνες
του ιδρύματος. 2.
Κατά
παρέκκλιση της
παραγράφου 1, το
κράτος μέλος καταγωγής
του ιδρύματος
μπορεί να
ορίσει άλλα
καθήκοντα
εποπτείας που
πρέπει να
ασκεί ο
θεματοφύλακας. 3.
Εάν δεν
διοριστεί
θεματοφύλακας
για την άσκηση καθηκόντων
εποπτείας, το
ίδρυμα θέτει
σε εφαρμογή
διαδικασίες οι
οποίες
διασφαλίζουν
ότι τα καθήκοντα
που
διαφορετικά υπόκεινται
στην εποπτεία
των
θεματοφυλάκων
ασκούνται
δεόντως εντός
του ιδρύματος. Τίτλος IV ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ
ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΥΠΟΨΗΦΙΑ
ΜΕΛΗ, ΜΕΛΗ ΚΑΙ
ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Γενικές
διατάξεις 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) Άρθρο 11 Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται στα
μέλη και τους
δικαιούχους ò νέο Άρθρο 38 Αρχές ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 1. Αναλόγως
της φύσεως του
συνταξιοδοτικού
συστήματος, κάθε
κράτος μέλος
εξασφαλίζει τα κράτη μέλη
εξασφαλίζουν ότι
όλα τα ιδρύματα
που είναι
εγκατεστημένα
στην επικράτειά
τουςτου παρέχουν Ö στα
υποψήφια μέλη,
στα μέλη και
στους
δικαιούχους Õ τουλάχιστον
τις
πληροφορίες
που
παρατίθενται στο
παρόν άρθρο Ö στα
άρθρα 39 έως 53 και
στα άρθρα 55 έως 58. Õ ò νέο 2. Οι
πληροφορίες
πληρούν όλες
τις ακόλουθες
απαιτήσεις: α) επικαιροποιούνται
τακτικά· β) είναι
συνταγμένες με
σαφήνεια, σε
σαφή,
περιεκτική και
κατανοητή
γλώσσα,
αποφεύγοντας
τη χρήση εξειδικευμένης
ορολογίας και
τεχνικών όρων
όταν αντ’ αυτών
μπορούν να χρησιμοποιηθούν
λέξεις της
καθομιλουμένης· γ) δεν
είναι
παραπλανητικές
και
διασφαλίζεται
συνεκτικότητα
στο λεξιλόγιο
και στο
περιεχόμενο· δ) παρουσιάζονται
κατά τρόπο
ευανάγνωστο,
με χαρακτήρες
αναγνώσιμου
μεγέθους. Δεν
χρησιμοποιούνται
χρώματα όταν
αυτά ενδέχεται
να
δυσχεραίνουν
την κατανόηση
των πληροφοριών,
εάν η δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών είναι
τυπωμένη ή
φωτοτυπημένη
χωρίς χρώματα. Άρθρο
39 Όροι του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος ê 2003/41/ΕΚ
άρθρο 9
στοιχείο στ)
(προσαρμοσμένο) 1. Κάθε
κράτος μέλος
εξασφαλίζειΤα
κράτη μέλη
εξασφαλίζουν, για κάθε
ίδρυμα
εγκατεστημένο
στην
επικράτειά τουςτου, ότι: στ) τα
μέλη είναι
επαρκώς
πληροφορημένα
ως προς τους
όρους του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος και
ιδιαίτερα όσον
αφορά: i) α) τα
δικαιώματα και
τις
υποχρεώσεις
των συμμετεχόντων
στο
συνταξιοδοτικό
καθεστώς, ii) β) τους
οικονομικούς,
τεχνικούς και
άλλους κινδύνους
που συνδέονται
με το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς, iii) γ) τη
φύση και την
κατανομή αυτών
των κινδύνων. ò νέο 2.
Για τα
καθεστώτα των
οποίων τα μέλη
φέρουν επενδυτικό
κίνδυνο και τα
οποία
προσφέρουν
περισσότερες
από μία
επιλογές με
διαφορετικά
επενδυτικά προφίλ,
τα μέλη
ενημερώνονται
για τους όρους
που αφορούν το
εύρος των
διαθέσιμων
επενδυτικών
επιλογών, την
εξ ορισμού
επενδυτική επιλογή
και, όπου
συντρέχει
περίπτωση, τον
κανόνα του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος να
κατανέμει ένα
συγκεκριμένο
μέλος σε μια
επενδυτική
επιλογή, επιπλέον
των
πληροφοριών
που
απαριθμούνται
στην παράγραφο
1 στοιχεία α), β)
και γ). 2003/41/ΕΚ
άρθρο 11 παρ. 2 3. Τα μέλη
και οι
δικαιούχοι
ή/και, όπου συντρέχει
περίπτωση είναι
δυνατόν,
οι εκπρόσωποί
τους λαμβάνουν: α) κατόπιν
αιτήματος,
τους ετήσιους
λογαριασμούς και
εκθέσεις που
αναφέρονται
στο άρθρο 10·
όταν ένα
ίδρυμα είναι
υπεύθυνο για
περισσότερα
του ενός συνταξιοδοτικά
συστήματα,
τους
λογαριασμούς
και την έκθεση
για κάθε
ξεχωριστό
σύστημα· β)
οποιαδήποτε
πληροφορία
σχετική με
αλλαγές των κανόνων
του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτοςσυστήματος εντός
ευλόγου
χρονικού
διαστήματος. ò νέο 4. Τα
ιδρύματα
δημοσιεύουν
τους όρους του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος σε
δικτυακό τόπο
της επιλογής
τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών Άρθρο
40 Συχνότητα
και μεταβολές (1)
Τα
κράτη μέλη
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
συντάσσουν
έγγραφο το
οποίο περιέχει
βασικές πληροφορίες
για κάθε μέλος
(«δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών»). (2)
Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
πληροφορίες που
περιέχονται
στη δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
επικαιροποιούνται
και
αποστέλλονται
σε κάθε μέλος
τουλάχιστον
μία φορά ανά
δώδεκα μήνες
και χωρίς χρέωση. (3)
Κάθε
ουσιώδης
μεταβολή στις
πληροφορίες
που περιέχονται
στη δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών σε σύγκριση
με το
προηγούμενο
έτος εξηγείται
σαφώς σε
συνοδευτική
επιστολή. Άρθρο
41 Δυνατότητα
κατανόησης και
γλώσσα 1. Οι
παρεχόμενες
πληροφορίες
στη δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών είναι
κατανοητές
χωρίς παραπομπή
σε άλλα
έγγραφα. 2. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι η δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
διατίθεται σε
επίσημη γλώσσα
του κράτους
μέλους του
οποίου η κοινωνική
και εργατική
νομοθεσία στον
τομέα των επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων
εφαρμόζεται
στη σχέση
μεταξύ της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης ή
του ιδρύματος,
αφενός, και των
μελών ή δικαιούχων,
αφετέρου. Άρθρο
42 Έκταση Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
συντάσσεται με
χαρακτήρες
ευανάγνωστου
μεγέθους και,
όταν
εκτυπώνεται,
δεν εκτείνεται
σε περισσότερες
από δύο
σελίδες
διαστάσεων A4. Άρθρο
43 Μέσο Τα
κράτη μέλη
μπορούν να
επιτρέπουν στα
ιδρύματα να
παρέχουν τη
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών σε
σταθερό μέσο ή
μέσω δικτυακού
τόπου. Έντυπο
αντίγραφο παρέχεται
στα μέλη και
στους
δικαιούχους
κατόπιν αιτήσεως
και χωρίς
χρέωση,
επιπλέον του
παρεχόμενου με
οποιοδήποτε
ηλεκτρονικό
μέσο. Άρθρο
44 Ευθύνη 1. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα δεν υπέχουν
αστική ευθύνη
απλώς και
μόνον λόγω της
δήλωσης συνταξιοδοτικών
παροχών ή
μετάφρασης
αυτής, εκτός εάν
αυτή είναι
παραπλανητική,
ανακριβής ή
ανακόλουθη με
το αντίστοιχο
μέρος του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος. 2. Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
περιέχει σαφή
συναφή
προειδοποίηση. Άρθρο
45 Τίτλος 1. Ο
τίτλος της
δήλωσης
συνταξιοδοτικών
παροχών περιέχει
τις λέξεις
«Δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών». 2. Αμέσως
μετά τον τίτλο
παρατίθεται
σύντομη δήλωση
στην οποία
εξηγείται ο
σκοπός της
δήλωσης συνταξιοδοτικών
παροχών. 3. Η
ακριβής
ημερομηνία
στην οποία
αναφέρονται οι
πληροφορίες
που
περιέχονται
στη δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
αναγράφεται σε
εμφανή θέση. Άρθρο
46 Προσωπικά
στοιχεία Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
αναφέρει τα προσωπικά
στοιχεία του
μέλους, καθώς
και τη νόμιμη
ηλικία
συνταξιοδότησης,
όπου συντρέχει
περίπτωση. Άρθρο
47 Προσδιορισμός
του ιδρύματος Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
προσδιορίζει το
ίδρυμα και
παρέχει
πληροφορίες
σχετικά με: (1)
την
επωνυμία και
τη διεύθυνση
του ιδρύματος· (2)
τα
κράτη μέλη στα
οποία το
ίδρυμα είναι
εγκεκριμένο ή
καταχωρισμένο
και το όνομα
της αρμόδιας
αρχής· (3)
την
επωνυμία της
χρηματοδοτούσας
επιχείρησης. Άρθρο
48 Εγγυήσεις 1. Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
περιέχει μια από
τις ακόλουθες
ενδείξεις όσον
αφορά τις
εγγυήσεις στο
πλαίσιο του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος: α) πλήρης
εγγύηση, εάν το
ίδρυμα ή η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
εγγυώνται
συγκεκριμένο
επίπεδο παροχών· β) καμία
εγγύηση, εάν το
μέλος φέρει
πλήρως τον κίνδυνο· γ) μερική
εγγύηση, σε
κάθε άλλη
περίπτωση. 2.
Εάν παρέχεται
εγγύηση,
εξηγούνται εν
συντομία τα
ακόλουθα: α) το είδος
της εγγύησης, β) το
τρέχον επίπεδο
χρηματοδότησης
των σωρευμένων
ατομικών
δικαιωμάτων
του μέλους, γ) οι
μηχανισμοί
προστασίας των
σωρευμένων
ατομικών
δικαιωμάτων, δ) οι
μηχανισμοί
μείωσης των
παροχών, εάν
αυτοί
προβλέπονται
στην εθνική
νομοθεσία. Άρθρο
49 Υπόλοιπο,
εισφορές και
έξοδα 1. Σε
σχέση με το
υπόλοιπο, τις
εισφορές και
τα έξοδα, η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
αναφέρει τα ακόλουθα
ποσά,
εκπεφρασμένα
στο συναφές
για το συνταξιοδοτικό
καθεστώς
νόμισμα: α) το
σύνολο των
εξόδων που
αφαιρέθηκαν
από τις ακαθάριστες
εισφορές που
κατέβαλε η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση,
εφόσον
συντρέχει
περίπτωση, ή το
μέλος κατά
τους
τελευταίους
δώδεκα μήνες ή,
εάν το μέλος
εντάχθηκε στο
καθεστώς πριν
από λιγότερο από
δώδεκα μήνες,
το σύνολο των
εξόδων που
αφαιρέθηκαν
από τις
εισφορές του
αφότου
εντάχθηκε στο
καθεστώς· β) το
σύνολο των
εισφορών που
κατέβαλε το
μέλος κατά
τους
τελευταίους
δώδεκα μήνες ή,
εάν το μέλος εντάχθηκε
στο καθεστώς
πριν από
λιγότερο από
δώδεκα μήνες,
το σύνολο των
εισφορών του
αφότου
εντάχθηκε στο
καθεστώς· γ) το
σύνολο των
εισφορών που
κατέβαλε η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
κατά τους
τελευταίους
δώδεκα μήνες ή,
εάν το μέλος
εντάχθηκε στο
καθεστώς πριν από
λιγότερο από
δώδεκα μήνες,
το σύνολο των εισφορών
που κατέβαλε η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
αφότου
εντάχθηκε το
μέλος στο
καθεστώς· δ) το
υπόλοιπο κατά
την ημερομηνία
της δήλωσης συνταξιοδοτικών
παροχών
υπολογισμένο
σύμφωνα με έναν
από τους δύο
ακόλουθους
τρόπους,
ανάλογα με τη
φύση του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος: i) για
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα τα
οποία δεν προβλέπουν
επίπεδο στόχου
για τις
παροχές, το
συνολικό ποσό
του
συσσωρευθέντος
από το μέλος
κεφαλαίου,
εκπεφρασμένο
επίσης ως
μηνιαία
πρόσοδος, ii) για
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα τα
οποία προβλέπουν
επίπεδο στόχου
για τις
παροχές, τα
σωρευμένα ατομικά
δικαιώματα ανά
μήνα· ε) άλλες
εισφορές ή
έξοδα τα οποία
αφορούν το
μέλος, όπως
μεταβίβαση
σωρευμένου
κεφαλαίου· στ) τα
αναφερόμενα
στο στοιχείο α)
έξοδα, όπως
αναλύονται στα
ακόλουθα
επιμέρους
ποσά, εκπεφρασμένα
στο συναφές
για το
χρηματοδοτικό
καθεστώς
νόμισμα: i)
διοικητικά
έξοδα του
ιδρύματος, ii)
έξοδα φύλαξης
στοιχείων
ενεργητικού, iii)
έξοδα τα οποία
σχετίζονται με
συναλλαγές του
χαρτοφυλακίου, iv)
λοιπά έξοδα. 2.
Τα «λοιπά έξοδα»
που αναφέρονται
στην παράγραφο
1 στοιχείο στ)
σημείο iv)
εξηγούνται εν
συντομία εάν
αντιπροσωπεύουν
ποσοστό 20% και άνω
των συνολικών
χρεώσεων. Άρθρο
50 Συνταξιοδοτικές
προβλέψεις 1.
Εάν το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
προβλέπει
επίπεδο στόχου
για τις
παροχές, η
δήλωση συνταξιοδοτικών
παροχών
αναφέρει τα
ακόλουθα τρία
ποσά σχετικά
με τις
συνταξιοδοτικές
προβλέψεις, εκπεφρασμένα
στο συναφές
για το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
νόμισμα: α) το
επίπεδο στόχου
των παροχών
ανά μήνα στην
ηλικία
συνταξιοδότησης
σύμφωνα με τις
παραδοχές βέλτιστων
εκτιμήσεων· β) το
επίπεδο στόχου
των παροχών
ανά μήνα δύο
έτη πριν από
την ηλικία
συνταξιοδότησης
σύμφωνα με τις παραδοχές
βέλτιστων
εκτιμήσεων· γ) το
επίπεδο στόχου
των παροχών
ανά μήνα δύο
έτη μετά την
ηλικία
συνταξιοδότησης
σύμφωνα με τις
παραδοχές
βέλτιστων
εκτιμήσεων. 2. Οι
παραδοχές που
αναφέρονται
στην παράγραφο
1 λαμβάνουν
υπόψη τους
μελλοντικούς
μισθούς. 3.
Εάν το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς δεν
προβλέπει επίπεδο
στόχου για τις
παροχές, η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
αναφέρει τα
ακόλουθα ποσά σχετικά
με τις
συνταξιοδοτικές
προβλέψεις,
εκπεφρασμένα
στο συναφές
για το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
νόμισμα: α) το
αναμενόμενο
ύψος του
συσσωρευθέντος
κεφαλαίου έως
δύο έτη πριν
από την ηλικία
συνταξιοδότησης
σύμφωνα με τις
παραδοχές
βέλτιστων
εκτιμήσεων οι
οποίες είναι
συναφείς για
το καθεστώς· β) το
αναμενόμενο
ύψος του
συσσωρευθέντος
κεφαλαίου έως
την ηλικία
συνταξιοδότησης
σύμφωνα με τις παραδοχές
βέλτιστων
εκτιμήσεων οι
οποίες είναι συναφείς
για το
καθεστώς· γ) το
αναμενόμενο
ύψος του
συσσωρευθέντος
κεφαλαίου έως
δύο έτη μετά
την ηλικία
συνταξιοδότησης
σύμφωνα με τις
παραδοχές
βέλτιστων
εκτιμήσεων οι
οποίες είναι
συναφείς για
το καθεστώς· δ) τα
ποσά που
αναφέρονται
στα στοιχεία α)
έως γ) εκπεφρασμένα
ως μηνιαία
παροχή. 4. Οι
αναφερόμενες
στην παράγραφο
3 παραδοχές
λαμβάνουν
υπόψη τους
ακόλουθους
παράγοντες: α) το ετήσιο
ποσοστό
ονομαστικών
αποδόσεων των
επενδύσεων· β) το ετήσιο
ποσοστό
πληθωρισμού· γ) τους
μελλοντικούς
μισθούς. 5.
Για τον
υπολογισμό των
προβλέψεων που
αναφέρονται
στις
παραγράφους 1
και 3, τα ποσοστά
εισφορών
θεωρούνται ότι
παραμένουν σταθερά. Άρθρο
51 Επενδυτικό
προφίλ 1.
Για τα
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα στα
οποία τα μέλη
φέρουν
επενδυτικό
κίνδυνο και
στα οποία τα
μέλη μπορούν
να επιλέξουν
μεταξύ
διαφορετικών
επενδυτικών
επιλογών, η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
αναφέρει τα
επενδυτικά
προφίλ
παρέχοντας
κατάλογο των
διαθέσιμων επενδυτικών
επιλογών και
σύντομη
περιγραφή κάθε
επιλογής. Η
τρέχουσα
επενδυτική
επιλογή του
μέλους επισημαίνεται
εμφανώς. Όταν
υπάρχουν
περισσότερες
από πέντε
διαφορετικές
επενδυτικές
επιλογές με
διαφορετικούς
επενδυτικούς
στόχους, το
ίδρυμα
περιορίζει τη
σύντομη
περιγραφή κάθε
επιλογής σε
πέντε
αντιπροσωπευτικές
επιλογές,
συμπεριλαμβανομένων
των επιλογών
που ενέχουν
τον μεγαλύτερο
και τον
μικρότερο
κίνδυνο. 2.
Για τα συνταξιοδοτικά
καθεστώτα στα
οποία τα μέλη
φέρουν
επενδυτικό
κίνδυνο και
στα οποία μία
επενδυτική
επιλογή
επιβάλλεται
στο μέλος μέσω
ειδικού κανόνα
ο οποίος
προσδιορίζεται
στο
συνταξιοδοτικό
καθεστώς,
παρέχονται οι
ακόλουθες
πρόσθετες πληροφορίες: α) κανόνες
βασισμένοι
στην
πραγματική
ηλικία· β) κανόνες
βασισμένοι στη
στοχευόμενη
ηλικία συνταξιοδότησης
του μέλους· γ) άλλοι
κανόνες. 3.
Για τα
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα στα
οποία τα μέλη
φέρουν
επενδυτικό
κίνδυνο, η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
περιέχει πληροφορίες
σχετικά με τα
χαρακτηριστικά
κινδύνου και
απόδοσης, με
παρουσίαση
ενός σύνθετου
γραφικού δείκτη
των
χαρακτηριστικών
κινδύνου και
απόδοσης του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος ή,
εάν συντρέχει
περίπτωση,
κάθε
επενδυτικής
επιλογής,
συνοδευόμενη
από τα ακόλουθα: α) επεξήγηση
του δείκτη και
των κύριων
περιορισμών
του· β)
επεξήγηση των
κινδύνων που
είναι ουσιωδώς
συναφείς και
οι οποίοι δεν
αποτυπώνονται
κατάλληλα στον
σύνθετο
γραφικό
δείκτη. Ο
υπολογισμός
του σύνθετου
δείκτη
τεκμηριώνεται
δεόντως και τα
ιδρύματα
διαθέτουν την
εν λόγω
τεκμηρίωση στα
μέλη κατόπιν
αιτήσεώς τους. 4. Η
επεξήγηση που
αναφέρεται
στην παράγραφο
3 στοιχείο α)
περιλαμβάνει
τα ακόλουθα: α) σύντομη
εξήγηση των
λόγων για τους
οποίους το συνταξιοδοτικό
καθεστώς ή η
επενδυτική
επιλογή εντάσσεται
σε
συγκεκριμένη
κατηγορία· β) δήλωση
ότι τα
ιστορικά
δεδομένα, όπως
αυτά που χρησιμοποιούνται
για τον
υπολογισμό του
σύνθετου
γραφικού
δείκτη, δεν
αποτελούν
αξιόπιστη
ένδειξη των
μελλοντικών
χαρακτηριστικών
κινδύνου του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος ή
της επενδυτικής
επιλογής· γ) δήλωση
ότι δεν είναι
βέβαιο ότι η
απεικονιζόμενη
κατηγορία
κινδύνου και
απόδοσης θα
παραμείνει
αμετάβλητη και
ότι η
κατηγορία στην
οποία εντάσσονται
το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς ή η
επενδυτική
επιλογή μπορεί
να αλλάξει με
την πάροδο του
χρόνου· δ) δήλωση
ότι η κατώτατη
κατηγορία δεν
συνεπάγεται
επένδυση χωρίς
κινδύνους. 5. Ο
σύνθετος
γραφικός
δείκτης και οι
επεξηγήσεις που
αναφέρονται
στην παράγραφο
3
καταρτίζονται
σύμφωνα με την
εσωτερική
διαδικασία για
τον προσδιορισμό,
τη μέτρηση και
την
παρακολούθηση
των κινδύνων
που έχει θεσπίσει
το ίδρυμα, όπως
προβλέπεται
στην παρούσα
οδηγία, καθώς
και με τους
επενδυτικούς
στόχους και την
επενδυτική
πολιτική που
περιγράφονται
στη δήλωση
επενδυτικών
αρχών. Άρθρο
52 Προηγούμενες
επιδόσεις 1. Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
περιέχει τις
ακόλουθες
πληροφορίες
σχετικά με τις
προηγούμενες
επιδόσεις: α)
πληροφορίες
σχετικά με τις
προηγούμενες
επιδόσεις του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος στο
σύνολό του ή,
όπου συντρέχει
περίπτωση, της
επενδυτικής επιλογής
του μέλους, οι
οποίες
παρουσιάζονται
σε διάγραμμα το
οποίο καλύπτει
τις εν λόγω
επιδόσεις για
όσα έτη
υπάρχουν
διαθέσιμες
πληροφορίες
και κατά μέγιστο
για τα
τελευταία δέκα
έτη· β) το
διάγραμμα το
οποίο
συμπληρώνεται
από δηλώσεις
οι οποίες
εμφανίζονται
ευκρινώς και: i)
προειδοποιούν
για την
περιορισμένη
αξία του ως γνώμονα
για τις
μελλοντικές
επιδόσεις· ii)
υποδεικνύουν
τα έξοδα που
έχουν
περιληφθεί ή
δεν έχουν
περιληφθεί
στον
υπολογισμό
προηγούμενων
επιδόσεων· iii)
δηλώνουν το
νόμισμα στο
οποίο έχουν
υπολογιστεί οι
προηγούμενες
επιδόσεις. 2.
Εάν υπάρξει
ουσιώδης
μεταβολή στους
στόχους και
στην
επενδυτική
πολιτική του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος
κατά την
περίοδο που
εμφανίζεται
στο διάγραμμα
της παραγράφου
1,
παρουσιάζονται
οι προηγούμενες
επιδόσεις του
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος
πριν από την εν
λόγω ουσιώδη
μεταβολή. Η
περίοδος πριν
από την
ουσιώδη μεταβολή
υποδεικνύεται
στο διάγραμμα
και επισημαίνεται
με σαφή
προειδοποίηση
ότι η επίδοση
επιτεύχθηκε
υπό συνθήκες
οι οποίες δεν
ισχύουν πλέον. 3.
Εάν ένα μέλος
αλλάξει
επενδυτική
επιλογή,
παρουσιάζονται
οι προηγούμενες
επιδόσεις της
συγκεκριμένης
επενδυτικής
επιλογής. Άρθρο
53 Συμπληρωματικές
πληροφορίες Η
δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών
περιέχει τις ακόλουθες
συμπληρωματικές
πληροφορίες: α) από
πού και πώς
μπορούν να
αντληθούν
περαιτέρω
πληροφορίες
σχετικά με το
ίδρυμα ή το
συνταξιοδοτικό
καθεστώς,
συμπεριλαμβανομένων
δικτυακών
τόπων και
σχετικών
νομικών
πράξεων
γενικής φύσης· β) από
πού και πώς
μπορούν να
αντληθούν
περαιτέρω πληροφορίες
σχετικά με τις
ρυθμίσεις μεταφοράς
των
συνταξιοδοτικών
δικαιωμάτων σε
άλλο ίδρυμα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών σε
περίπτωση
παύσης της
σχέσης
εργασίας· γ) πληροφορίες
σχετικά με τις
παραδοχές που
χρησιμοποιήθηκαν
για τα ποσά τα
οποία είναι
εκπεφρασμένα
σε ετήσιες
προσόδους,
ιδίως όσον
αφορά τον
συντελεστή της
ετήσιας προσόδου,
τον τύπο του
παρόχου και τη
διάρκεια της
ετήσιας
προσόδου, εάν
το μέλος
ζητήσει τις
συγκεκριμένες
πληροφορίες· δ) από
πού και πώς
μπορεί να
αποκτηθεί
πρόσβαση σε πρόσθετες
πληροφορίες
σχετικά με την
ατομική
κατάσταση του
μέλους,
συμπεριλαμβανομένων
του επιπέδου
στόχου των
συνταξιοδοτικών
παροχών,
εφόσον
συντρέχει
περίπτωση, και
του επιπέδου των
παροχών σε
περίπτωση
παύσης της
απασχόλησης. Άρθρο
54 Κατ’
εξουσιοδότηση
πράξη σχετικά
με τη δήλωση
συνταξιοδοτικών
παροχών Ανατίθεται
στην Επιτροπή
η αρμοδιότητα
έκδοσης κατ’
εξουσιοδότηση
πράξης σύμφωνα
με το άρθρο 77, με την
οποία
εξειδικεύονται:
α) το
περιεχόμενο
της δήλωσης
συνταξιοδοτικών
παροχών, στο
οποίο
περιλαμβάνονται:
i) ο
τρόπος
εξήγησης των
ουσιωδών
μεταβολών που
αναφέρεται στο
άρθρο 40
παράγραφος 3· ii) το
μέγεθος των
χαρακτήρων που
αναφέρεται στο
άρθρο 42· iii) η
διατύπωση της
προειδοποίησης
σχετικά με την
ευθύνη που
αναφέρεται στο
άρθρο 44· iv) η
διατύπωση της
δήλωσης που
αναφέρεται στο
άρθρο 45
παράγραφος 2· v) τα
προσωπικά
στοιχεία που
πρέπει να
αναφέρονται κατά
το άρθρο 46· vi) η
μέθοδος
εξήγησης των
στοιχείων που
περιέχονται
στο άρθρο 48
παράγραφος 2
στοιχεία α), β), γ)
και δ)· vii) η
μέθοδος
υπολογισμού
των ποσών που
αναφέρονται στο
άρθρο 49
παράγραφος 1
στοιχεία α), β), γ),
δ), ε) και στ)· viii) η
μέθοδος
υπολογισμού
των ποσών που
αναφέρονται στο
άρθρο 50
παράγραφοι 1
και 3,
λαμβανομένης
υπόψη της
προϋπόθεσης
που ορίζεται
στο άρθρο 50
παράγραφος 5· ix) οι
παραδοχές που
πρέπει να
χρησιμοποιούνται
κατά το άρθρο 50
παράγραφοι 2
και 4· x) ο
αριθμός των
επενδυτικών
επιλογών που
πρέπει να εμφανίζονται
και η μέθοδος
επιλογής
αυτών, όταν ο
αριθμός των
επιλογών
υπερβαίνει τις
πέντε, η μέθοδος
περιγραφής των
επιλογών που
εμφανίζονται,
ο τρόπος επισήμανσης
της τρέχουσας
επενδυτικής
επιλογής, που αναφέρονται
στο άρθρο 51
παράγραφος 1· xi) η
μέθοδος
περιγραφής των
πρόσθετων
πληροφοριών που
αναφέρονται
στο άρθρο 51
παράγραφος 2· xii) η
μέθοδος
δημιουργίας
και
παρουσίασης
του σύνθετου
γραφικού
δείκτη και των
επεξηγήσεων
που
αναφέρονται
στο άρθρο 51
παράγραφος 3,
λαμβανομένων
υπόψη των όρων
που καθορίζονται
στο άρθρο 51
παράγραφος 4· xiii) η
μέθοδος
παραγωγής των
πληροφοριών
σχετικά με τις
προηγούμενες
επιδόσεις που
αναφέρονται
στο άρθρο 52
παράγραφος 1
στοιχείο α)
και οι μέθοδοι
κατάρτισης της
δήλωσης και
του
διαγράμματος
που
αναφέρονται
στο άρθρο 52 παράγραφος 1
στοιχείο β)· xiv) η
μέθοδος
σύγκρισης
διαφορετικών
επενδυτικών επιλογών
σε
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα που
αναφέρεται στο
άρθρο 52
παράγραφος 1
στοιχείο α)· xv) η
μέθοδος
παρουσίασης
της ουσιώδους
μεταβολής που
αναφέρεται στο
άρθρο 52
παράγραφος 2· xvi) η
μέθοδος
αναφοράς των
συμπληρωματικών
πληροφοριών
που
αναφέρονται
στο άρθρο 53. β) η
μορφή, η
διάταξη, η δομή
και η
αλληλουχία της
δήλωσης
συνταξιοδοτικών
παροχών, που
περιλαμβάνει
τις
πληροφορίες που
αναφέρονται
στα άρθρα 44
παράγραφος 2
έως 53, λαμβανομένων
παραλλήλως
υπόψη των όρων
που καθορίζονται
στο άρθρο 41
παράγραφος 1
και στο άρθρο 42. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Λοιπές
πληροφορίες
και έγγραφα
που πρέπει να
παρέχονται Άρθρο
55 Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται στα
υποψήφια μέλη Το
ίδρυμα
διασφαλίζει
ότι τα υποψήφια
μέλη
ενημερώνονται
για όλα τα
χαρακτηριστικά
του καθεστώτος
και τις
επενδυτικές
επιλογές,
συμπεριλαμβανομένων
πληροφοριών
σχετικά με
τους τρόπους
με τους
οποίους
λαμβάνονται
υπόψη στην
επενδυτική
προσέγγιση
περιβαλλοντικά,
κλιματικά,
κοινωνικά
ζητήματα,
καθώς και
ζητήματα
εταιρικής διακυβέρνησης. Άρθρο
56 Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται στα
μέλη κατά την
προσυνταξιοδοτική
φάση Επιπλέον
της δήλωσης
συνταξιοδοτικών
παροχών, τα
ιδρύματα παρέχουν
σε κάθε μέλος,
τουλάχιστον
δύο έτη πριν
από την
προβλεπόμενη
από το
καθεστώς
ηλικία
συνταξιοδότησης,
ή κατόπιν
αιτήσεως του
μέλους, τις
ακόλουθες
πληροφορίες: α) πληροφορίες
σχετικά με τις
επιλογές στη
διάθεση των
μελών για τη
λήψη του
συνταξιοδοτικού
εισοδήματός
τους,
συμπεριλαμβανομένων
πληροφοριών
σχετικά με τα
πλεονεκτήματα
και τα
μειονεκτήματα
των εν λόγω
επιλογών, κατά
τρόπο που τους
βοηθά να
επιλέξουν την
επιλογή η
οποία είναι
καταλληλότερη
για τις περιστάσεις
τους· β) εάν
η
συνταξιοδοτική
παροχή του
καθεστώτος δεν
καταβάλλεται
ως ισόβια
ετήσια
πρόσοδος,
πληροφορίες
σχετικά με τα
διαθέσιμα
προϊόντα
καταβολής παροχών,
συμπεριλαμβανομένων
των
πλεονεκτημάτων
και των
μειονεκτημάτων
τους, καθώς και
τους κύριους
παράγοντες που
πρέπει να
εξετάζουν τα
μέλη όταν
αποφασίζουν να
αγοράσουν ένα
προϊόν καταβολής
παροχών. Άρθρο
57 Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται
στους δικαιούχους
κατά τη φάση
πληρωμής 1. Τα
ιδρύματα
παρέχουν στους
δικαιούχους
πληροφορίες
σχετικά με τις
οφειλόμενες
παροχές και
τις
αντίστοιχες επιλογές
καταβολής. 2.
Όταν οι
δικαιούχοι
φέρουν
σημαντικό
βαθμό επενδυτικού
κινδύνου κατά
τη φάση
πληρωμής, τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
δικαιούχοι
λαμβάνουν κατάλληλες
πληροφορίες. Άρθρο
58 Πρόσθετες
πληροφορίες
που παρέχονται
κατόπιν
αιτήσεως σε μέλη
και
δικαιούχους 1.
Κατόπιν
αιτήσεως
μέλους ή
δικαιούχου ή
των εκπροσώπων
τους, το ίδρυμα
παρέχει τις
ακόλουθες πρόσθετες
πληροφορίες: α) τους
ετήσιους
λογαριασμούς
και τις
ετήσιες εκθέσεις
που
αναφέρονται
στο άρθρο 31 ή, εάν
ένα ίδρυμα
είναι υπεύθυνο
για περισσότερα
του ενός
συνταξιοδοτικά
καθεστώτα, τους
λογαριασμούς
και τις
εκθέσεις που
αφορούν το συγκεκριμένο
συνταξιοδοτικό
καθεστώς του· ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) 3. Η β) τη δήλωση
των αρχών
επενδυτικής
πολιτικής, κατ'
άρθρο 1232,
κοινοποιείται
στα μέλη και
τους
δικαιούχους
ή/και, όπου
είναι
εφαρμοστέο,
στους
εκπροσώπους
τους κατόπιν
αιτήματος. ò νέο γ)
πληροφορίες
σχετικά με τις
παραδοχές που
χρησιμοποιούνται
για την κατάρτιση
των προβλέψεων
του άρθρου 50· δ)
πληροφορίες
σχετικά με τον
κατά παραδοχή
δεκτό
συντελεστή
ετήσιας
προσόδου, τον
τύπο παρόχου
και τη
διάρκεια της
ετήσιας
προσόδου κατά
το άρθρο 53 στοιχείο
γ). ê 2003/41/ΕΚ ð νέο 4 2. ð Κατόπιν
αιτήσεως
μέλους, ï Κάθε
μέλος ð το
ίδρυμα παρέχει
επίσης ï λαμβάνει
επίσης,
κατόπιν
αιτήματος, αναλυτικές
και
ουσιαστικές
πληροφορίες
σχετικά με: α) το
επιδιωκόμενο
επίπεδο
συνταξιοδοτικών
παροχών,
εφόσον
εφαρμόζεται· β) το
επίπεδο των
παροχών σε
περίπτωση
τερματισμού
της
απασχόλησης.· γ) το φάσμα
των
επενδυτικών
επιλογών, εάν
υπάρχουν, και
το υφιστάμενο
χαρτοφυλάκιο
επενδύσεων,
όταν το μέλος
επωμίζεται τον
επενδυτικό
κίνδυνο, καθώς
και ενημέρωση
για τον
κίνδυνο και
τις δαπάνες
που συνδέονται
με τις
επενδύσεις· δ) τις
λεπτομέρειες
μεταφοράς των
ασφαλιστικών δικαιωμάτων
σε άλλο ίδρυμα
επαγγελματικής
συνταξιοδότησης
σε περίπτωση λήξεως
της σχέσεως
εργασίας. Τα μέλη
λαμβάνουν κάθε
χρόνο
συνοπτικές
πληροφορίες
σχετικά με την
κατάσταση του
ιδρύματος καθώς
και την
τρέχουσα
κατάσταση όσον
αφορά τη
χρηματοδότηση
των
δεδουλευμένων
ατομικών
δικαιωμάτων. 5. Κάθε
δικαιούχος
λαμβάνει, κατά
τη
συνταξιοδότηση
ή όταν
καθίστανται
ληξιπρόθεσμες
άλλες παροχές,
τις αναγκαίες
πληροφορίες
για τις
οφειλόμενες
παροχές και
τις
αντίστοιχες
επιλογές για
την καταβολή
τους. ò νέο Τίτλος V ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ Κεφάλαιο 1 Γενικοί
κανόνες περί προληπτικής
εποπτείας Άρθρο
59 Κύριος
σκοπός της
προληπτικής
εποπτείας 1.
Κύριος σκοπός
της
προληπτικής
εποπτείας
είναι η
προστασία των
μελών και των
δικαιούχων. 2. Με
την επιφύλαξη
του κύριου
σκοπού της
προληπτικής
εποπτείας,
όπως
καθορίζεται
στην παράγραφο
1, τα κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές,
κατά την
άσκηση των
γενικών
καθηκόντων
τους, εξετάζουν
προσεκτικά τον
ενδεχόμενο
αντίκτυπο των
αποφάσεών τους
στη
σταθερότητα
των αντίστοιχων
χρηματοοικονομικών
συστημάτων
στην Ένωση, ιδίως
σε καταστάσεις
έκτακτης
ανάγκης,
λαμβάνοντας
υπόψη τις πληροφορίες
που διαθέτουν
τη
συγκεκριμένη
χρονική στιγμή. Άρθρο 60 Πεδίο
εφαρμογής της
προληπτικής
εποπτείας Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι τα
ιδρύματα επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών
υπόκεινται σε
προληπτική
εποπτεία, στην
οποία
περιλαμβάνονται
και τα εξής: α) οι
προϋποθέσεις
λειτουργίας· β) τα
τεχνικά
αποθεματικά· γ) η
χρηματοδότηση
των τεχνικών
αποθεματικών· δ) τα
ρυθμιστικά
ίδια κεφάλαια· ε) το
διαθέσιμο
περιθώριο
φερεγγυότητας· στ)
το απαιτούμενο
περιθώριο
φερεγγυότητας· ζ) οι
επενδυτικοί
κανόνες· η) η
διαχείριση
επενδύσεων· θ) οι
όροι που
διέπουν τις
δραστηριότητες·
και ι) οι
πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται
στις αρμόδιες
αρχές. Άρθρο
61 Γενικές
αρχές
προληπτικής
εποπτείας 1. Οι
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής
είναι
υπεύθυνες για
την προληπτική
εποπτεία
ιδρυμάτων
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. 2. Τα κράτη
μέλη
διασφαλίζουν
ότι η εποπτεία
βασίζεται σε
προβλεπτική
προσέγγιση,
επικεντρωμένη
στους
κινδύνους. 3. Η
εποπτεία των
ιδρυμάτων
περιλαμβάνει
κατάλληλο
συνδυασμό
δραστηριοτήτων
εκτός των
χώρων του
ιδρύματος και
επιτόπιων
ελέγχων. 4. Οι
εποπτικές
εξουσίες
ασκούνται σε
εύθετο χρόνο
και σύμφωνα με
την αρχή της
αναλογικότητας. 5. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές
εξετάζουν
δεόντως τον
δυνητικό
αντίκτυπο των
ενεργειών τους
στη
σταθερότητα
των
χρηματοπιστωτικών
συστημάτων
στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, ιδίως σε
καταστάσεις
έκτακτης
ανάγκης. ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
1462 Εξουσίες
παρέμβασης και
καθήκοντα των
αρμόδιων αρχών 1. Οι
αρμόδιες αρχές
απαιτούν από
κάθε ίδρυμα
εγκατεστημένο
στην
επικράτειά
τους να έχει
υγιείς διοικητικές
και λογιστικές
διαδικασίες
και κατάλληλους
εσωτερικούς
μηχανισμούς
ελέγχου. 2. Οι
αρμόδιες αρχές
έχουν την
εξουσία να
λαμβάνουν
οποιαδήποτε
μέτρα,
συμπεριλαμβανομένων,
ει δυνατόν,
μέτρων διοικητικής
ή οικονομικής
φύσεως, τα
οποία είναι
αναγκαία και
κατάλληλα,
είτε έναντι
οποιουδήποτε
ιδρύματος
εγκατεστημένου
στην
επικράτειά
τους είτε κατά
των προσώπων
που διοικούν
το ίδρυμα,
προκειμένου να
αποφευχθεί ή
να αρθεί
οποιαδήποτε
δυσλειτουργία
επιζήμια για
τα συμφέροντα
των μελών και
των δικαιούχων. ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 3 ð νέο 3.
Οποιαδήποτε
απόφαση
απαγόρευσης ð ή
περιορισμού ï των
δραστηριοτήτων
ενός ιδρύματος
πρέπει να περιλαμβάνει
ένα λεπτομερές
σκεπτικό και
να
κοινοποιείται
στο συγκεκριμένο
ίδρυμα. Πρέπει
επίσης να
κοινοποιείται
στην ΕΑΑΕΣ. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ΜπορούνÖ 4. Οι
αρμόδιες αρχές
μπορούν Õ,
επίσης, να
περιορίσουν ή
να
απαγορεύσουν
την ελεύθερη
διάθεση των
στοιχείων
ενεργητικού
του ιδρύματος,
όταν ιδίως: α) το
ίδρυμα δεν
έχει συστήσει
επαρκή τεχνικά
αποθεματικά
όσον αφορά το
σύνολο της
επιχειρηματικής
δραστηριότητας
ή δεν διαθέτει
επαρκή πάγια
στοιχεία για
να καλύψει τα
τεχνικά
αποθεματικά· β) το
ίδρυμα δεν
κατέχει τα
ρυθμιστικά
ίδια κεφάλαια. 5. Για να
διαφυλάξουν τα
συμφέροντα των
μελών και των
δικαιούχων, οι
αρμόδιες αρχές
μπορούν να
μεταβιβάσουν
ολικώς ή πλήρως
τις εκ της
νομοθεσίας του
κράτους μέλους
καταγωγής
εξουσίες των
διοικούντων
ίδρυμα εγκατεστημένο
στις
επικράτειές
τους, σε ειδικό
αντιπρόσωπο
κατάλληλο να
τις ασκήσει. 64.
Οι αρμόδιες
αρχές μπορούν
να
απαγορεύσουν ή
να περιορίσουν
τις
δραστηριότητες
ενός ιδρύματος
εγκατεστημένου
στις
επικράτειές
τους, ιδίως εάν: α) το ίδρυμα
δεν
προστατεύει
επαρκώς τα
συμφέροντα των
μελών και των
δικαιούχων Ö του
καθεστώτος Õ· β) το ίδρυμα
δεν πληροί
πλέον τους
όρους
λειτουργίας· γ) το ίδρυμα
αθετεί σοβαρά
τις
υποχρεώσεις
που υπέχει δυνάμει
των
εφαρμοστέων
κανόνων· δ) σε
περίπτωση
διασυνοριακής
δραστηριότητας,
το ίδρυμα δεν
τηρεί τις
απαιτήσεις
όσον αφορά την
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία του
κράτους μέλους
υποδοχής στον
τομέα των
επαγγελματικών
συντάξεων. 7.5.
Τα κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αποφάσεις που λαμβάνονται
σε σχέση με
κάποιο ίδρυμα
κατ' εφαρμογήν
των
νομοθετικών,
κανονιστικών
και διοικητικών
διατάξεων που
θεσπίζονται
δυνάμει της
παρούσας
οδηγίας,
υπόκεινται σε
προσφυγή ενώπιον
των
δικαστηρίων. ò νέο Άρθρο
63 Διαδικασία
εποπτικής
εξέτασης 1. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές
εξετάζουν τις
στρατηγικές,
τις διεργασίες
και τις
διαδικασίες
υποβολής
εκθέσεων που
καθιερώνονται
από τα
ιδρύματα,
προκειμένου να
συμμορφωθούν
προς τις
νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις που
θεσπίζονται
δυνάμει της
παρούσας
οδηγίας. Η
εξέταση
λαμβάνει υπόψη
τις
περιστάσεις
στις οποίες
λειτουργούν τα
ιδρύματα και,
όπου συντρέχει
περίπτωση,
τους τρίτους
που εκτελούν
με εξωτερική
ανάθεση
βασικές
λειτουργίες ή
άλλες
δραστηριότητες
για λογαριασμό
τους. Η εξέταση
συνίσταται στα
ακόλουθα: α)
αξιολόγηση των
ποιοτικών
απαιτήσεων που
σχετίζονται με
το σύστημα
διακυβέρνησης· β)
αξιολόγηση των
κινδύνων που
αντιμετωπίζει
το ίδρυμα· γ)
αξιολόγηση της
ικανότητας του
ιδρύματος να
αξιολογεί τους
εν λόγω
κινδύνους. 2. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές
διαθέτουν
εργαλεία
παρακολούθησης,
συμπεριλαμβανομένης
της
προσομοίωσης
ακραίων
καταστάσεων,
τα οποία τους
επιτρέπουν να
εντοπίζουν την
επιδείνωση των
χρηματοοικονομικών
συνθηκών σε
ένα ίδρυμα και
να παρακολουθούν
τον τρόπο
θεραπείας μιας
επιδείνωσης. 3. Οι
αρμόδιες αρχές
διαθέτουν τις
αναγκαίες εξουσίες
προκειμένου να
απαιτούν από
τα ιδρύματα να
αποκαθιστούν
τις αδυναμίες
ή τις
ελλείψεις που
εντοπίζονται
κατά τη διαδικασία
εποπτικής
εξέτασης. 4. Οι
αρμόδιες αρχές
καθορίζουν την
ελάχιστη συχνότητα
και το
αντικείμενο
της εξέτασης
της παραγράφου
1, λαμβάνοντας
υπόψη τη φύση,
την κλίμακα
και την
πολυπλοκότητα
των δραστηριοτήτων
του οικείου
ιδρύματος. ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
1364 Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται
στις αρμόδιες
αρχές 1. Κάθε κράτος
μέλος
διασφαλίζει Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν ότι οι
αρμόδιες αρχές
διαθέτουν, για
κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο
στην επικράτειά
τουςτου, τις
αναγκαίες
εξουσίες και
μέσα
προκειμένου
να: α)
απαιτούν από
το ίδρυμα, τα
μέλη του
διοικητικού συμβουλίου
και άλλα
διευθυντικά
στελέχη ή
άτομα επιφορτισμένα
με τον έλεγχο,
πληροφορίες
για όλα τα
θέματα που
έχουν σχέση με
τις δραστηριότητές
τους ή
οποιοδήποτε
σχετικό
έγγραφο· ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο β) εποπτεύουν
τις σχέσεις
μεταξύ του
ιδρύματος και άλλων
επιχειρήσεων ή
μεταξύ
ιδρυμάτων, όταν
τα ιδρύματα
εκχωρούν Ö βασικές Õ λειτουργίεςαρμοδιότητες Ö ή
οποιεσδήποτε
άλλες
δραστηριότητες Õ σε αυτές
τις άλλες
επιχειρήσεις ή
ιδρύματα (εξωτερική
ανάθεσηoutsourcing ð και
κάθε
επακόλουθη εκ
νέου εξωτερική
ανάθεση ï), πουνα επηρεάζουν
τη
χρηματοοικονομική
κατάσταση του ιδρύματος
ή πουνα έχουν
ιδιαίτερη
σημασία για
την
αποτελεσματικότητα
της εποπτείας· γ) λαμβάνουν
τακτικά ð τα
ακόλουθα
έγγραφα: την αξιολόγηση
κινδύνων για
τις
συντάξεις, ï τη δήλωση των
αρχών της
επενδυτικής
πολιτικής, ð έγγραφα
που σχετίζονται
με το σύστημα
διακυβέρνησης ï, τους
ετήσιους
λογαριασμούς
και την ετήσια
έκθεση, ð έγγραφα
ενημέρωσης που
παρέχονται σε
μέλη και δικαιούχους, ï καθώς και όλα
τα Ö άλλα Õ έγγραφα
που είναι
απαραίτητα για
την εποπτεία. Σ' αυτά
θα μπορούν να
συγκαταλέγονται
τα ακόλουθα: ò νέο δ)
καθορίζουν τα
έγγραφα που
είναι αναγκαία
για τους
σκοπούς της
εποπτείας, στα
οποία
συμπεριλαμβάνονται: ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο i)
εσωτερικές
ενδιάμεσες
εκθέσεις, ii)
αναλογιστικές
αποτιμήσεις
και
λεπτομερείς
υποθέσεις
εργασίας, iii)
μελέτες για τα
πάγια —
υποχρεώσεις, iv)
αποδείξεις για
τη συνοχή των
αρχών της
επενδυτικής
πολιτικής, v)
αποδείξεις ότι
οι εισφορές
καταβλήθηκαν
βάσει του
προγράμματος, vi)
εκθέσεις των
προσώπων που
είναι αρμόδια
για τον έλεγχο
των ετήσιων
λογαριασμών,
κατ' άρθρο 1031· δ)ε) προβαίνουν
σε επιτόπιους
ελέγχους στις
εγκαταστάσεις
του ιδρύματος
και εφόσον
είναι
απαραίτητο να
ελέγχουν τις
εκχωρηθείσες
σε τρίτους ð δραστηριότητες
και όλες τις
δραστηριότητες
που στη
συνέχεια
ανατίθενται εκ
νέου σε
τρίτους ï αρμοδιότητες προκειμένου
να
διαπιστώσουν
αν οι σχετικές
εργασίες
ασκούνται
σύμφωνα με
τους
εποπτικούς
κανόνες. ò νέο στ)
ζητούν ανά
πάσα στιγμή
πληροφορίες
από τα ιδρύματα
σχετικά με τις
εξωτερικά
ανατιθέμενες
δραστηριότητες
και όλες τις
δραστηριότητες
που στη
συνέχεια
αποτελούν
αντικείμενο εκ
νέου
εξωτερικής
ανάθεσης. ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 2
στοιχείο β) 2. Η ΕΑΑΕΣ
δύναται να
καταρτίζει
σχέδια
εκτελεστικών
τεχνικών
προτύπων για
τους τύπους
και τους μορφοτύπους
των εγγράφων
που
απαριθμούνται
στην παράγραφο
1 στοιχείο γ)δ),
περιπτώσεις i)
έως vi). Εκχωρείται
στην Επιτροπή
η εξουσία να
εγκρίνει τα
εκτελεστικά
τεχνικά
πρότυπα στα
οποία αναφέρεται
το πρώτο
εδάφιο σύμφωνα
με τη
διαδικασία που
ορίζει το
άρθρο 15 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010. ò νέο Άρθρο 65 Διαφάνεια
και λογοδοσία 1. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές
ασκούν τα
καθήκοντα που
προβλέπονται
στα άρθρα 60, 61, 62, 63
και 64 με
διαφάνεια και
λογοδοσία,
λαμβάνοντας δεόντως
υπόψη την
προστασία των
εμπιστευτικών
πληροφοριών. 2. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
τη
δημοσιοποίηση
των ακόλουθων
πληροφοριών: α) των
κειμένων των
νομοθετικών,
κανονιστικών
και
διοικητικών
διατάξεων και
των γενικών
οδηγιών στον
τομέα της
νομοθεσίας
περί
επαγγελματικών
συντάξεων,
καθώς και των
πληροφοριών
σχετικά με το
κατά πόσον τα
κράτη μέλη
επιλέγουν να
εφαρμόσουν την
παρούσα οδηγία
σύμφωνα με τα
άρθρα 4 και 5· β) των
πληροφοριών
σχετικά με τη
διαδικασία
εποπτικής
εξέτασης, η
οποία
προβλέπεται
στο άρθρο 63· γ) των
συγκεντρωτικών
στατιστικών
δεδομένων που
αφορούν
βασικές πτυχές
της εφαρμογής
του πλαισίου
προληπτικής εποπτείας· δ) δήλωσης ότι
ο κύριος
στόχος της
προληπτικής εποπτείας
είναι η
προστασία των
μελών και των
δικαιούχων και
των
πληροφοριών
σχετικά με τα
κύρια καθήκοντα
και
δραστηριότητες
της εποπτείας· ε) των κανόνων
σχετικά με τις
διοικητικές
κυρώσεις οι
οποίες
επιβάλλονται
σε περίπτωση
παραβάσεων των
εθνικών
διατάξεων που
θεσπίζονται
δυνάμει της
παρούσας
οδηγίας. 3. Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι
προβλέπονται
και εφαρμόζονται
διαφανείς
διαδικασίες
όσον αφορά τον διορισμό
και την παύση
των μελών των
διοικητικών και
διαχειριστικών
οργάνων των
αρμοδίων αρχών
τους. Κεφάλαιο 2 Επαγγελματικό
απόρρητο και
ανταλλαγή
πληροφοριών Άρθρο
66 Επαγγελματικό
απόρρητο 1. Τα
κράτη μέλη
θεσπίζουν
κανόνες ώστε
να
διασφαλίζεται
ότι όλα τα
πρόσωπα που
εργάζονται ή
εργάστηκαν για
τις αρμόδιες
αρχές, καθώς
και οι
ελεγκτές και
οι εμπειρογνώμονες
που ενεργούν
εξ ονόματος
των εν λόγω αρχών,
δεσμεύονται
από την
υποχρέωση
τήρησης του επαγγελματικού
απορρήτου. Με
την επιφύλαξη
περιπτώσεων οι
οποίες
υπάγονται στο
ποινικό
δίκαιο, τα ως
άνω πρόσωπα
δεν δημοσιοποιούν
εμπιστευτικές
πληροφορίες οι
οποίες περιήλθαν
σε γνώση τους
κατά την
άσκηση των
καθηκόντων
τους σε κανένα
πρόσωπο ή αρχή,
παρά μόνον σε συνοπτική
ή γενική μορφή
η οποία δεν
επιτρέπει την
αναγνώριση των
επιμέρους
ιδρυμάτων. 2.
Κατά
παρέκκλιση της
παραγράφου 1,
εάν ένα
συνταξιοδοτικό
καθεστώς
μεταφερθεί σε
άλλο ίδρυμα ή
άλλη οντότητα,
οι
εμπιστευτικές
πληροφορίες
που δεν αφορούν
τρίτους που συμμετέχουν
στις
προσπάθειες
διάσωσης της
εν λόγω
απιχείρησης
μπορούν να
δημοσιοποιηθούν
στο πλαίσιο
αστικών ή
εμπορικών
δικαστικών
διαδικασιών. Άρθρο
67 Χρησιμοποίηση
εμπιστευτικών
πληροφοριών Τα
κράτη μέλη
διασφαλίζουν
ότι οι
αρμόδιες αρχές
οι οποίες λαμβάνουν
εμπιστευτικές
πληροφορίες
βάσει της παρούσας
οδηγίας τις
χρησιμοποιούν
μόνον στο
πλαίσιο της
άσκησης των
καθηκόντων
τους και για
τους ακόλουθους
σκοπούς: α) τον
έλεγχο της
τήρησης των
προϋποθέσεων
που διέπουν
την παροχή
επαγγελματικών
συντάξεων από
τα ιδρύματα
πριν από την
έναρξη των
δραστηριοτήτων
τους· β) τη
διευκόλυνση
της
παρακολούθησης
των δραστηριοτήτων
των ιδρυμάτων,
συμπεριλαμβανομένης
της παρακολούθησης
των τεχνικών
αποθεματικών,
της φερεγγυότητας,
του συστήματος
διακυβέρνησης
και των πληροφοριών
που παρέχονται
στα μέλη και
στους δικαιούχους· γ) την
επιβολή
διορθωτικών
μέτρων,
συμπεριλαμβανομένων
κυρώσεων· δ) την
άσκηση
προσφυγών κατ’
αποφάσεων των
αρμόδιων αρχών
οι οποίες
λαμβάνονται
σύμφωνα με τις
διατάξεις
μεταφοράς της
παρούσας
οδηγίας στο
εθνικό δίκαιο· ε) σε
δικαστικές
διαδικασίες
σχετικά με τις
διατάξεις
μεταφοράς της
παρούσας
οδηγίας στο
εθνικό δίκαιο. Άρθρο
68 Ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ αρχών 1. Το
άρθρο 66 δεν
εμποδίζει τα
ακόλουθα: α) την
ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ
αρμόδιων αρχών
του ίδιου
κράτους μέλους
κατά την
εκτέλεση των εποπτικών
καθηκόντων
τους· β) την
ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ
αρμόδιων αρχών
διαφόρων
κρατών μελών
κατά την
εκτέλεση των
εποπτικών
καθηκόντων
τους· γ) την
ανταλλαγή
πληροφοριών,
κατά την
εκτέλεση των εποπτικών
καθηκόντων
τους, μεταξύ
των αρμόδιων
αρχών και των
ακόλουθων
αρχών, οργάνων
ή προσώπων που
βρίσκονται στο
ίδιο κράτος
μέλος: i)
αρχών
υπεύθυνων για
την εποπτεία
οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού
τομέα και
άλλων
χρηματοπιστωτικών
οργανισμών,
καθώς και αρχών
υπεύθυνων για
την εποπτεία
των
χρηματοπιστωτικών
αγορών· ii)
αρχών ή
οργάνων
επιφορτισμένων
με τη
διατήρηση της
σταθερότητας
του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος στα
κράτη μέλη
μέσω της
χρήσης
μακροπροληπτικών
κανόνων· iii)
οργάνων που
συμμετέχουν
στον τερματισμό
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος και
σε άλλες παρεμφερείς
διαδικασίες· iv)
οργάνων ή
αρχών
εξυγίανσης που
αποσκοπούν
στην προστασία
της
σταθερότητας
του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος· v)
προσώπων
υπεύθυνων για
τη διενέργεια
νόμιμων ελέγχων
των
λογαριασμών ιδρυμάτων,
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων
και άλλων χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων· δ) τη
γνωστοποίηση
σε όργανα τα
οποία
διαχειρίζονται
τον τερματισμό
συνταξιοδοτικού
καθεστώτος των
αναγκαίων
πληροφοριών
για την άσκηση
των καθηκόντων
τους. 2. Οι
πληροφορίες
που περιέρχονται
στις αρχές, στα
όργανα και στα
πρόσωπα που
αναφέρονται
στην παράγραφο
1 υπόκεινται
στους κανόνες
περί
επαγγελματικού
απορρήτου του
άρθρου 66. 3. Το
άρθρο 66 δεν
εμποδίζει τα
κράτη μέλη να
επιτρέπουν την
ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
και οιουδήποτε
εκ των κάτωθι: α) των
αρχών που
είναι
υπεύθυνες για
την εποπτεία
των οργάνων
που
συμμετέχουν
στον
τερματισμό
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων και
σε άλλες
παρεμφερείς διαδικασίες· β) των
αρχών που
είναι
υπεύθυνες για
την εποπτεία
των προσώπων
τα οποία είναι
επιφορτισμένα
με τη
διενέργεια νόμιμων
ελέγχων των
λογαριασμών
ιδρυμάτων,
πιστωτικών
ιδρυμάτων,
εταιρειών
επενδύσεων,
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων
και άλλων
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων· γ) των
ανεξάρτητων
αναλογιστών
ιδρυμάτων οι
οποίοι ασκούν
νόμιμη
εποπτεία των
εν λόγω
ιδρυμάτων,
καθώς και των
οργάνων που
είναι υπεύθυνα
για την
εποπτεία των
αναλογιστών. Άρθρο 69 Διαβίβαση
πληροφοριών σε
κεντρικές
τράπεζες, νομισματικές
αρχές,
ευρωπαϊκές
εποπτικές
αρχές και στην
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
Συστημικών
Κινδύνων 1. Το
άρθρο 66 δεν
εμποδίζει μια
αρμόδια αρχή
να διαβιβάζει
πληροφορίες
στις ακόλουθες
οντότητες για τους
σκοπούς της
άσκησης των
αντίστοιχων
καθηκόντων
τους: α) κεντρικές
τράπεζες και
άλλα όργανα με
παρόμοια
αποστολή, όταν
ενεργούν με
την ιδιότητα
νομισματικής
αρχής· β) όπου
συντρέχει
περίπτωση,
άλλες δημόσιες
αρχές
υπεύθυνες για
την εποπτεία
των συστημάτων
πληρωμών· γ) την
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
Συστημικών
Κινδύνων, την
ΕΑΑΕΣ, την
Ευρωπαϊκή Αρχή
Τραπεζών και
την Ευρωπαϊκή
Αρχή Κινητών
Αξιών και Αγορών. 2. Τα
άρθρα 68 έως 71 δεν
εμποδίζουν τις
αρχές ή τα
όργανα της
παραγράφου 1
στοιχεία α), β)
και γ) να
κοινοποιούν
στις αρμόδιες
αρχές τις
πληροφορίες
που αυτές ενδεχομένως
χρειάζονται
για τους
σκοπούς του άρθρου
67. 3. Οι
πληροφορίες
που
λαμβάνονται σύμφωνα
με τις
παραγράφους 1
και 2 υπάγονται
σε απαιτήσεις
επαγγελματικού
απορρήτου
τουλάχιστον ισοδύναμες
με εκείνες που
προβλέπονται
στην παρούσα
οδηγία. Άρθρο 70 Γνωστοποίηση
πληροφοριών σε
δημόσιες αρχές
υπεύθυνες για
τη
χρηματοπιστωτική
νομοθεσία 1. Τα άρθρα
66 παράγραφος 1, 67
και 71
παράγραφος 1
δεν εμποδίζουν
τα κράτη μέλη
να επιτρέπουν
τη
γνωστοποίηση
εμπιστευτικών
πληροφοριών σε
άλλες
υπηρεσίες της κεντρικής
διοίκησής
τους, οι οποίες
είναι υπεύθυνες
για την
επιβολή
νομοθεσίας
σχετικής με
την εποπτεία
ιδρυμάτων,
πιστωτικών
ιδρυμάτων,
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων,
επενδυτικών
υπηρεσιών,
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων
και σε
επιθεωρητές
που ενεργούν
για λογαριασμό
των εν λόγω
υπηρεσιών. Η
γνωστοποίηση
πραγματοποιείται
μόνον εάν είναι
αναγκαία για
λόγους προληπτικού
ελέγχου, καθώς
και πρόληψης
της πτώχευσης και
εξυγίανσης υπό
πτώχευση
ιδρυμάτων. Με
την επιφύλαξη
της παραγράφου
2 του παρόντος
άρθρου, τα πρόσωπα
που έχουν
πρόσβαση στις
πληροφορίες
οφείλουν να
τηρούν
απαιτήσεις
επαγγελματικού
απορρήτου
τουλάχιστον
ισοδύναμες με
τις
προβλεπόμενες
στην παρούσα
οδηγία. Ωστόσο,
τα κράτη μέλη
προβλέπουν ότι
οι πληροφορίες
που
λαμβάνονται
βάσει του
άρθρου 68, καθώς
και οι
πληροφορίες
που
συγκεντρώνονται
μέσω επιτόπιων
ελέγχων,
μπορούν να
γνωστοποιούνται
μόνον με τη
ρητή συγκατάθεση
της αρμόδιας
αρχής από την
οποία προέρχονται
ή της αρμόδιας
αρχής του
κράτους μέλους
στο οποίο
διενεργήθηκε ο
επιτόπιος
έλεγχος. 2. Τα
κράτη μέλη
μπορούν να
επιτρέπουν τη
γνωστοποίηση
εμπιστευτικών
πληροφοριών
που αφορούν
την προληπτική
εποπτεία
ιδρυμάτων προς
κοινοβουλευτικές
εξεταστικές επιτροπές
ή ελεγκτικά
συνέδρια στο
κράτος μέλος τους
και προς άλλες
επιφορτισμένες
με έρευνες οντότητες
στο κράτος
μέλος τους,
εφόσον
πληρούνται σωρευτικά
οι ακόλουθες
προϋποθέσεις: α) οι
οντότητες
έχουν αρμοδιότητα
βάσει του
εθνικού
δικαίου να
ερευνούν ή να ελέγχουν
τις ενέργειες
των αρχών που
είναι υπεύθυνες
για την
εποπτεία των
ιδρυμάτων ή
για τη θέσπιση
της νομοθεσίας
που διέπει την
εν λόγω
εποπτεία· β) οι
πληροφορίες
είναι απολύτως
αναγκαίες για
την εκτέλεση
της
αρμοδιότητας
που αναφέρεται
στο στοιχείο α)· γ) τα πρόσωπα
που έχουν
πρόσβαση στις
πληροφορίες
οφείλουν να
τηρούν
απαιτήσεις
επαγγελματικού
απορρήτου
βάσει του
εθνικού
δικαίου
τουλάχιστον ισοδύναμες
με εκείνες που
προβλέπονται
στην παρούσα
οδηγία· δ) εάν
προέρχονται
από άλλο
κράτος μέλος,
οι πληροφορίες
γνωστοποιούνται
με τη ρητή
συγκατάθεση των
αρμόδιων αρχών
από τις οποίες
προέρχονται
και μόνο για
τους σκοπούς
για τους
οποίους οι εν
λόγω αρχές
έδωσαν τη
συγκατάθεσή
τους. Άρθρο 71 Προϋποθέσεις
ανταλλαγής
πληροφοριών 1.
Για την
ανταλλαγή
πληροφοριών
βάσει του
άρθρου 68, τη
διαβίβαση
πληροφοριών
βάσει του
άρθρου 69 και τη
γνωστοποίηση
πληροφοριών
βάσει του
άρθρου 70, τα κράτη
μέλη απαιτούν
να πληρούνται
τουλάχιστον οι
ακόλουθες
προϋποθέσεις: α) η ανταλλαγή,
η διαβίβαση ή η
γνωστοποίηση
των πληροφοριών
γίνεται με
σκοπό τη
διενέργεια της
επίβλεψης ή νόμιμης
εποπτείας· β) οι
λαμβανόμενες
πληροφορίες
υπόκεινται
στην υποχρέωση
τήρησης του
επαγγελματικού
απορρήτου που
προβλέπεται
στο άρθρο 66· γ) εάν οι πληροφορίες
προέρχονται
από άλλο
κράτος μέλος,
δεν γνωστοποιούνται
χωρίς τη ρητή
συγκατάθεση
της αρμόδιας
αρχής από την
οποία
προέρχονται
και, όπου συντρέχει
περίπτωση,
μόνο για τους
σκοπούς για
τους οποίους η
εν λόγω αρχή
έδωσε τη
συγκατάθεσή
της. 2. Το
άρθρο 67 δεν
εμποδίζει τα
κράτη μέλη να
επιτρέπουν, με
στόχο την
ενίσχυση της
σταθερότητας
και της
ακεραιότητας
του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος,
την ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
και των αρχών ή
των οργάνων
που είναι
υπεύθυνα για τον
εντοπισμό και
τη διερεύνηση
παραβάσεων του
δικαίου των
εταιρειών που
εφαρμόζεται
στις
χρηματοδοτούσες
επιχειρήσεις. Τα
κράτη μέλη που
εφαρμόζουν το
πρώτο εδάφιο
απαιτούν τη
συνδρομή των
ακόλουθων
τουλάχιστον
προϋποθέσεων: α) οι
πληροφορίες
πρέπει να
προορίζονται για
τον εντοπισμό
και τη
διερεύνηση
παραβάσεων, όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 70
παράγραφος 2
στοιχείο α)· β) οι
λαμβανόμενες
πληροφορίες
πρέπει να
διέπονται από
την υποχρέωση
τήρησης του
επαγγελματικού
απορρήτου που
προβλέπεται
στο άρθρο 66· γ) εάν οι
πληροφορίες
προέρχονται
από άλλο
κράτος μέλος,
δεν γνωστοποιούνται
χωρίς τη ρητή
συγκατάθεση
της αρμόδιας
αρχής από την
οποία
προέρχονται
και, όπου συντρέχει
περίπτωση,
μόνο για τους
σκοπούς για
τους οποίους η
εν λόγω αρχή
έδωσε τη
συγκατάθεσή
της. 3.
Εάν σε ένα κράτος
μέλος οι αρχές
ή τα όργανα που
αναφέρονται στο
πρώτο εδάφιο
της παραγράφου
2 ασκούν τα
καθήκοντα
εντοπισμού ή
διερεύνησης
παραβάσεων
χρησιμοποιώντας
τις υπηρεσίες
προσώπων
εντεταλμένων
για τον σκοπό
αυτό, λόγω
ειδικών
προσόντων, που
δεν ανήκουν
στον δημόσιο
τομέα,
εφαρμόζεται η
δυνατότητα
ανταλλαγής
πληροφοριών
που
προβλέπεται
στο άρθρο 70 παράγραφος
2. Άρθρο 72 Εθνικές
διατάξεις
προληπτικής
φύσεως ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 5
(προσαρμοσμένο) 11. 1. Τα κράτη
μέλη
υποβάλλουν
έκθεση στην ΕΑΑΕΣ
σχετικά με τις
εθνικές τους
διατάξεις προληπτικής
φύσεως που
αφορούν τα καθεστώτασυστήματα
επαγγελματικών
συντάξεων τα
οποία δεν
εμπίπτουν στην
αναφορά της
παραγράφου 1του
άρθρου 12
παράγραφος 1 στην εθνική
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία. 2. Τα κράτη
μέλη
ενημερώνουν
τις
πληροφορίες
αυτές τακτικά
και
τουλάχιστον κάθεανά διετία, η δε
ΕΑΑΕΣ τις
δημοσιοποιεί
μέσω του ιστοτόπου
της. Για τη
διασφάλιση
ομοιόμορφων
συνθηκών
εφαρμογής της
παρούσας
παραγράφου, η
ΕΑΑΕΣ
καταρτίζει σχέδια
εκτελεστικών
τεχνικών προτύπων
για τις
ακολουθητέες
διαδικασίες
και για τους
μορφοτύπους
και τα
υποδείγματα
που πρέπει οι
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών να
χρησιμοποιούν
όταν
διαβιβάζουν
και
ενημερώνουν
τις σχετικές
πληροφορίες
προς την ΕΑΑΕΣ.
Η ΕΑΑΕΣ
υποβάλλει στην
Επιτροπή τα εν
λόγω σχέδια
εκτελεστικών
τεχνικών
προτύπων το
αργότερο έως
την
1η Ιανουαρίου 2014. Εκχωρείται
στην Επιτροπή
η εξουσία να
εγκρίνει τα
εκτελεστικά
τεχνικά
πρότυπα στα
οποία αναφέρεται
το τρίτο
εδάφιο σύμφωνα
με τη
διαδικασία του
άρθρου 15 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) Άρθρο
21β Διαδικασία
επιτροπής 1. Η
Επιτροπή
επικουρείται
από την
ευρωπαϊκή επιτροπή
ασφαλίσεων και
επαγγελματικών
συντάξεων που
ιδρύθηκε από
την απόφαση
2004/9/ΕΚ της
Επιτροπής[49]. ò νέο Τίτλος VI ΤΕΛΙΚΕΣ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
2173 ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 6
στοιχείο α) Συνεργασία
μεταξύ των
κρατών μελών,
της ΕΑΑΕΣ και
της Επιτροπής ê 2003/41/ΕΚ 1. Τα κράτη
μέλη
εξασφαλίζουν,
δεόντως, την
ομοιόμορφη
εφαρμογή της
παρούσας οδηγίας
ανταλλάσσοντας
τακτικά
πληροφορίες
και εμπειρίες,
με σκοπό ιδίως
την ανάπτυξη
επιτυχών πρακτικών
σ' αυτόν τον
τομέα, αλλά και
στενότερη συνεργασία,
προλαμβάνοντας
έτσι
στρεβλώσεις
του ανταγωνισμού
και δημιουργώντας
τις συνθήκες
απρόσκοπτης
συμμετοχής
μελών
διασυνοριακώς. 2. Η
Επιτροπή και
οι αρμόδιες
αρχές των
κρατών μελών
συνεργάζονται
στενά
προκειμένου να
διευκολύνουν
την εποπτεία
των πράξεων
των ιδρυμάτων
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών. ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 6
στοιχείο β) 2α3.
Οι αρμόδιες
αρχές
συνεργάζονται
με την ΕΑΑΕΣ για
τους σκοπούς
της παρούσας
οδηγίας,
σύμφωνα με τον
κανονισμό (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010. Οι
αρμόδιες αρχές
παρέχουν χωρίς
καθυστέρηση στην
ΕΑΑΕΣ όλες τις
πληροφορίες
που της είναι
αναγκαίες για
να επιτελέσει το
έργο της βάσει
της παρούσας
οδηγίας και
βάσει του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010, σύμφωνα
με το άρθρο 35 του
εν λόγω
κανονισμού. ê 2010/78/ΕΕ
άρθρο 4 παρ. 6
στοιχείο γ) 34.
Κάθε κράτος
μέλος
ενημερώνει την
Επιτροπή και
την ΕΑΑΕΣ για
οποιαδήποτε
τυχόν μείζονα
δυσκολία
προκληθεί από
την εφαρμογή
της παρούσας
οδηγίας. Η
Επιτροπή, η
ΕΑΑΕΣ και οι
αρμόδιες αρχές
του ενδιαφερομένου
κράτους μέλους
εξετάζουν το
ταχύτερο τις
δυσκολίες
αυτές
προκειμένου να
εξεύρουν την
κατάλληλη
λύση. ò νέο Άρθρο 74 Επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα Όσον
αφορά την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα στο
πλαίσιο της
παρούσας
οδηγίας, τα ιδρύματα
και οι
αρμόδιες αρχές
εκτελούν τα
καθήκοντά τους
για τους
σκοπούς της
παρούσας
οδηγίας σύμφωνα
με την εθνική
νομοθεσία
εφαρμογής της
οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Όσον αφορά την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα από
την ΕΑΑΕΣ στο
πλαίσιο της
παρούσας
οδηγίας, η
ΕΑΑΕΣ
συμμορφώνεται
προς τις διατάξεις
του κανονισμού
(ΕΚ) αριθ. 45/2001. Άρθρο 75 Αναθεώρηση
και
επανεξέταση ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) ð νέο 4. Τέσσερα έτη
από την έναρξη
ισχύος της
παρούσας οδηγίας,
η Επιτροπή δημοσιεύει ð επανεξετάζει
την παρούσα οδηγία
και υποβάλλει ï έκθεση με
αντικείμενο
την
ανασκόπηση: ð σχετικά
με την
εφαρμογή και
την
αποτελεσματικότητά
της στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο Συμβούλιο. ï α) της
εφαρμογής του
άρθρου 18 και της
προόδου στην
αναπροσαρμογή
των εθνικών
συστημάτων
εποπτείας και β) της
εφαρμογής του
άρθρου 19
παράγραφος 2
δεύτερο εδάφιο
και ειδικότερα
της κατάστασης
που επικρατεί
στα κράτη μέλη
σχετικά με τη
χρήση
θεματοφυλάκων
και του ρόλου
που
διαδραματίζουν
όπου απαιτείται. 5. Οι αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
υποδοχής δύναται
να ζητήσουν
από τις
αρμόδιες αρχές
του κράτους
μέλους
καταγωγής να
αποφασίσουν
σχετικά με τον
διαχωρισμό των
στοιχείων του
ενεργητικού και
του παθητικού
του ιδρύματος,
όπως
προβλέπεται στο
άρθρο 16
παράγραφος 3
και στο άρθρο 18
παράγραφος 7. ê 2009/138/ΕΚ
άρθρο 303 παρ. 3
(προσαρμοσμένο) Άρθρο 21α Αναθεώρηση
του ύψους του
κεφαλαίου
εγγυήσεων 1. Το
ποσό που
καθορίζεται σε
ευρώ στο
άρθρο 17γ παράγραφος 2
αναθεωρείται
κάθε έτος,
αρχής γενομένης
στις
31 Οκτωβρίου 2012
ώστε να
λαμβάνονται υπόψη
οι μεταβολές
του
εναρμονισμένου
δείκτη τιμών
καταναλωτή που
περιλαμβάνει
όλα τα κράτη
μέλη και
δημοσιεύεται
από την Eurostat. Το
ποσό
προσαρμόζεται
αυτομάτως, με
αύξηση του βασικού
ποσού σε ευρώ
κατά το
ποσοστό
μεταβολής του
εν λόγω δείκτη
για την περίοδο
μεταξύ
31 Δεκεμβρίου 2009
και της
ημερομηνίας
αναθεώρησης
και
στρογγυλοποιείται
σε ανώτερο πολλαπλάσιο
των 100000EUR. Εάν,
μετά την
τελευταία
αναπροσαρμογή,
η μεταβολή
είναι
μικρότερη του
5 %, δεν πραγματοποιείται
νέα
αναπροσαρμογή. 2. Η
Επιτροπή
ενημερώνει
ετησίως το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο
σχετικά με την
αναθεώρηση και
το
προσαρμοσμένο
ποσό που
αναφέρονται στην
παράγραφο 1. ê 2003/41/ΕΚ
(προσαρμοσμένο) Άρθρο 22 Εφαρμογή 1. Τα
κράτη μέλη
θεσπίζουν τις
αναγκαίες
νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις προκειμένου
να
συμμορφωθούν
με την παρούσα
οδηγία το
αργότερο στις 23
Σεπτεμβρίου 2005.
Ενημερώνουν
αμέσως την
Επιτροπή
σχετικά. Όταν
τα κράτη μέλη
θεσπίζουν τις
ανωτέρω
διατάξεις,
αυτές
περιέχουν
αναφορά στην παρούσα
οδηγία ή
συνοδεύονται
από την
αναφορά αυτή
κατά την
επίσημη έκδοσή
τους. Ο τρόπος
της αναφοράς
αποφασίζεται
από τα κράτη
μέλη. 2. Τα
κράτη μέλη
κοινοποιούν
στην Επιτροπή
το κείμενο των
βασικών διατάξεων
εσωτερικού
δικαίου που
θεσπίζουν στον
τομέα που
διέπεται από
την παρούσα
οδηγία. 3. Τα
κράτη μέλη
δύνανται να
αναβάλουν
μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου
2010 την εφαρμογή
του άρθρου 17
παράγραφοι 1 και
2 στα ιδρύματα
που είναι
εγκατεστημένα
στην επικράτειά
τους, τα οποία
κατά την
ημερομηνία της
παραγράφου 1 του
παρόντος
άρθρου δεν
διαθέτουν το
ελάχιστο επίπεδο
ρυθμιστικών
ιδίων
κεφαλαίων,
σύμφωνα με το
άρθρο 17
παράγραφοι 1
και 2. Ωστόσο, τα
ιδρύματα που
επιθυμούν να
διαχειριστούν
συνταξιοδοτικά
συστήματα σε
διασυνοριακή
βάση, κατά την
έννοια του
άρθρου 20, δεν δύνανται
να προβούν στη
διαχείριση
αυτή μέχρι να συμμορφωθούν
με τους
κανόνες της
παρούσας
οδηγίας. 4. Τα
κράτη μέλη
δύνανται να
αναβάλουν
μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου
2010 την εφαρμογή
του άρθρου 18
παράγραφος 1
στοιχείο στ)
στα ιδρύματα
που είναι
εγκατεστημένα
στην
επικράτειά
τους. Ωστόσο, τα
ιδρύματα που
επιθυμούν να
διαχειριστούν
συνταξιοδοτικά
συστήματα σε
διασυνοριακή
βάση, κατά την
έννοια του
άρθρου 20, δεν
δύνανται να
προβούν στη
διαχείριση αυτή
μέχρι να
συμμορφωθούν
με τους
κανόνες της
παρούσας οδηγίας. Άρθρο 23 Έναρξη
της ισχύος Η
παρούσα οδηγία
αρχίζει να
ισχύει την
ημέρα της δημοσίευσής
της στην Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. ò νέο Άρθρο 76 Τροποποίηση
της οδηγίας 2009/138/ΕΚ Στην
οδηγία 2009/138/EΚ
παρεμβάλλεται
το ακόλουθο
άρθρο 306α: «Άρθρο
306α Εάν,
κατά την
έναρξη ισχύος
της παρούσας
οδηγίας, τα
κράτη μέλη
καταγωγής
εφάρμοζαν τις
διατάξεις που
αναφέρονται
στο άρθρο 4 της
οδηγίας ..../../ΕΕ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[50],
τα εν λόγω
κράτη μέλη
καταγωγής
μπορούν να
εξακολουθήσουν
να εφαρμόζουν
τις
νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις τις
οποίες είχαν
θεσπίσει με
σκοπό τη
συμμόρφωσή
τους προς τα άρθρα
1 έως 19, τα άρθρα 27
έως 30, τα άρθρα 32 έως
35 και τα άρθρα 37
έως 67 της
οδηγίας 2002/83/ΕΚ,
όπως ισχύουν
στις 31
Δεκεμβρίου 2015,
για μεταβατική
περίοδο η οποία
λήγει την 31η
Δεκεμβρίου 2022. Εάν
το κράτος
μέλος
καταγωγής
εξακολουθεί να
εφαρμόζει τις
εν λόγω
νομοθετικές,
κανονιστικές
και διοικητικές
διατάξεις, οι
ασφαλιστικές
επιχειρήσεις
στο εν λόγω
κράτος μέλος
υπολογίζουν
τις κεφαλαιακές
απαιτήσεις
φερεγγυότητας
ως το άθροισμα
των εξής: α)
των θεωρητικών
κεφαλαιακών
απαιτήσεων
φερεγγυότητας
σε σχέση με την
ασφαλιστική
τους δραστηριότητα,
υπολογιζόμενων
χωρίς τη
δραστηριότητα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών βάσει
του άρθρου 4 της
οδηγίας .../../ΕΕ, β)
του περιθωρίου
φερεγγυότητας
σε σχέση με τη
δραστηριότητα
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών,
υπολογιζόμενου
σύμφωνα με τις
νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις που
έχουν
θεσπιστεί για
τη συμμόρφωση
προς το άρθρο 28
της οδηγίας
2002/83/ΕΚ. Η
Επιτροπή
υποβάλλει, έως
την 31η
Δεκεμβρίου 2017,
έκθεση στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο
Συμβούλιο σχετικά
με το κατά
πόσον η περίοδος
που αναφέρεται
στο πρώτο
εδάφιο πρέπει
να παραταθεί.» Άρθρο 77 Άσκηση
της
εξουσιοδότησης 1. Η
εξουσία
έκδοσης κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων ανατίθεται
στην Επιτροπή
υπό τους όρους
του παρόντος
άρθρου. 2. Η
εξουσιοδότηση
που αναφέρεται
στο άρθρο 24
παράγραφος 3,
στο άρθρο 30 και
στο άρθρο 54
μπορεί να
ανακληθεί ανά
πάσα στιγμή
από το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο ή
το Συμβούλιο. Η
απόφαση
ανάκλησης
επιφέρει τη λήξη
της
εξουσιοδότησης
που
προσδιορίζεται
σε αυτήν.
Αρχίζει να
ισχύει την
επομένη της
δημοσίευσης
της απόφασης
στην Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
ή σε
μεταγενέστερη
ημερομηνία που
καθορίζεται σε
αυτήν. Δεν
θίγει το κύρος
των ήδη εν
ισχύι κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων. 3. Η
Επιτροπή,
μόλις εκδώσει
κατ’
εξουσιοδότηση
πράξη, την
κοινοποιεί
ταυτοχρόνως στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο
Συμβούλιο. 4. Η
κατ’
εξουσιοδότηση
πράξη που
εκδίδεται
δυνάμει του
άρθρου 24
παράγραφος 3,
του άρθρου 30 και
του άρθρου 54,
τίθεται σε
ισχύ μόνον
εφόσον δεν
έχει διατυπωθεί
αντίρρηση είτε
από το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο είτε
από το
Συμβούλιο
εντός τριών
μηνών από την
κοινοποίηση
της εν λόγω
πράξης στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο ή
εάν, πριν λήξει
η περίοδος αυτή,
το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο ενημερώσουν
αμφότερα την
Επιτροπή ότι
δεν προτίθενται
να προβάλουν
αντιρρήσεις. Η
περίοδος αυτή
παρατείνεται
κατά τρεις
μήνες με
πρωτοβουλία
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου ή
του
Συμβουλίου. Άρθρο
78 Μεταφορά στο
εθνικό δίκαιο 1. Τα
κράτη μέλη
θέτουν σε ισχύ
τις αναγκαίες
νομοθετικές,
κανονιστικές
και
διοικητικές
διατάξεις για
να
συμμορφωθούν
προς το άρθρο 6
στοιχείο γ) και
στοιχεία θ) έως
ιστ), το άρθρο 12
παράγραφος 4
δεύτερο και
τρίτο εδάφιο,
το άρθρο 12
παράγραφος 10, το
άρθρο 13, το άρθρο
20 παράγραφοι 6
και 8, τα άρθρα 21
έως 30, το άρθρο 33, το
άρθρο 35
παράγραφοι 1
και 2, το άρθρο 35
παράγραφοι 4
έως 7, τα άρθρα 36
έως 38, το άρθρο 39
παράγραφοι 1
και 3, τα άρθρα 40
έως 53, τα άρθρα 55
έως 57, το άρθρο 58
παράγραφος 1, τα
άρθρα 59 έως 61, το
άρθρο 63, το άρθρο
64 παράγραφος 1
στοιχεία β) έως
δ) και στοιχείο
στ), τα άρθρα 65
έως 71 της
παρούσας
οδηγίας το
αργότερο την 31η
Δεκεμβρίου 2016.
Ανακοινώνουν
αμέσως στην
Επιτροπή το
κείμενο των εν
λόγω
διατάξεων. Όταν τα
κράτη
μέλη θεσπίζουν
τις εν λόγω
διατάξεις,
αυτές περιέχουν
αναφορά στην
παρούσα οδηγία
ή συνοδεύονται
από την
αναφορά αυτή
κατά την
επίσημη
δημοσίευσή τους.
Οι εν λόγω
διατάξεις
περιλαμβάνουν
επίσης δήλωση
που
διευκρινίζει
ότι οι
αναφορές στις
οδηγίες που
καταργούνται
από την
παρούσα
οδηγία, οι
οποίες
περιέχονται
στις ισχύουσες
νομοθετικές,
κανονιστικές
και διοικητικές
διατάξεις,
θεωρούνται ότι
γίνονται στην
παρούσα
οδηγία. Ο
τρόπος
πραγματοποίησης
αυτής της
αναφοράς και η
διατύπωση
αυτής της
δήλωσης
καθορίζονται
από τα κράτη
μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν
στην Επιτροπή
το κείμενο των
ουσιωδών
διατάξεων εσωτερικού
δικαίου τις
οποίες
θεσπίζουν στον
τομέα που
διέπεται από
την παρούσα
οδηγία. Άρθρο
79
Κατάργηση Η οδηγία 2003/41/ΕΚ,
όπως
τροποποιήθηκε
με τις οδηγίες
που
απαριθμούνται
στο παράρτημα
Ι μέρος A,
καταργείται
από την 1η
Ιανουαρίου 2017, με
την επιφύλαξη
των
υποχρεώσεων
των κρατών
μελών όσον
αφορά τις
προθεσμίες
μεταφοράς στο
εθνικό δίκαιο
και εφαρμογής
των οδηγιών
που
απαριθμούνται
στο παράρτημα
Ι μέρος B. Οι αναφορές
στην
καταργούμενη
οδηγία 2003/41/ΕΚ
θεωρούνται ότι
γίνονται στην
παρούσα οδηγία
σύμφωνα με τον
πίνακα
αντιστοιχίας
του
παραρτήματος
ΙΙ. Άρθρο 80 Έναρξη
ισχύος Η παρούσα
οδηγία αρχίζει
να ισχύει την
εικοστή ημέρα
από τη
δημοσίευσή της
στην Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Τα
άρθρα 1 έως 5, το
άρθρο 6
στοιχεία α), β), δ)
έως η) και ι), τα
άρθρα 7 έως 11, το
άρθρο 12
παράγραφοι 1
έως 9, τα άρθρα 14
έως 19, το άρθρο 20
παράγραφοι 1
έως 5 και
παράγραφος 7, τα άρθρα
31 και 32, το άρθρο 34,
το άρθρο 35
παράγραφοι 2
και 3, το άρθρο 39
παράγραφοι 1
και 3, το άρθρο 58
παράγραφος 2, το
άρθρο 62, το άρθρο
64 παράγραφος 1
στοιχεία α) και
ε) και το άρθρο 64
παράγραφος 2
εφαρμόζονται
από την 1η
Ιανουαρίου 2017. ê 2003/41/ΕΚ Άρθρο
2481 Αποδέκτες Η
παρούσα οδηγία
απευθύνεται
στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο Για
το Συμβούλιο Ο
Πρόεδρος Ο
Πρόεδρος ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ
ΔΕΛΤΙΟ 1. ΠΛΑΙΣΙΟ
ΤΗΣ
ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 1.1. Τίτλος
της
πρότασης/πρωτοβουλίας Οδηγία του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
για τις
δραστηριότητες
και την
εποπτεία των
ιδρυμάτων που
προσφέρουν
υπηρεσίες
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών (ΙΕΣΠ2)
(αναδιατύπωση). 1.2. Σχετικοί
τομείς
πολιτικής στη
δομή ΔΒΔ/ΠΒΔ[51] Χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες και
κεφαλαιαγορές 1.3. Χαρακτήρας
της
πρότασης/πρωτοβουλίας Η
πρόταση/πρωτοβουλία
αφορά την επέκταση
υφιστάμενης
δράσης
(αναθεώρηση
της οδηγίας
2003/41/ΕΚ). 1.4. Στόχος(οι) 1.4.1. Ο (Οι)
πολυετής(-είς)
στρατηγικός(-οί)
στόχος(-οι) της Επιτροπής
τον(τους)
οποίο(-ους)
αφορά η
πρόταση/πρωτοβουλία
Αύξηση
της ασφάλειας
και της
αποδοτικότητας
των χρηματοπιστωτικών
αγορών·
ενίσχυση της
εσωτερικής
αγοράς
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών. 1.4.2. Ειδικός(οί)
στόχος(οι) και
δραστηριότητα(ες)
ΔΒΔ/ΠΒΔ Ειδικός
στόχος αριθ. Σχετική(ές)
δραστηριότητα(ες)
ΔΒΔ/ΠΒΔ Χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες και
κεφαλαιαγορές Βελτίωση
της
διακυβέρνησης
και της
διαφάνειας των
ιδρυμάτων επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών· διευκόλυνση
των
διασυνοριακών
δραστηριοτήτων
των ΙΕΣΠ. 1.4.3. Αναμενόμενο(α)
αποτέλεσμα(τα)
και επιπτώσεις Στόχος
της πρότασης, η
οποία
τροποποιεί την
οδηγία του 2003 για
τα ΙΕΣΠ, είναι η
θέσπιση
λεπτομερών
κανόνων σχετικά
με τη
διακυβέρνηση
των ΙΕΣΠ, τις
εξουσίες άσκησης
εποπτείας επί
των ΙΕΣΠ, τις
πληροφορίες που
πρέπει να
παρέχουν τα
ΙΕΣΠ στις
εποπτικές
αρχές, τις
πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχουν τα
ΙΕΣΠ στα μέλη
και στους
δικαιούχους,
τις επενδύσεις
των ΙΕΣΠ, τους
θεματοφύλακες
των ΙΕΣΠ, τη
διασυνοριακή
μεταφορά ΙΕΣΠ
και τη
διασυνοριακή
δραστηριότητα
των ΙΕΣΠ. 1.4.4. Δείκτες
αποτελεσμάτων
και επιπτώσεων
Οι
δείκτες, όπως
περιγράφονται
στην ενότητα 6
της έκθεσης
εκτίμησης
επιπτώσεων,
περιλαμβάνουν
μειωμένα έξοδα
για τους
εργοδότες,
ευρύτερη
γεωγραφική
κάλυψη για τα
ΙΕΣΠ,
μεγαλύτερη
διασυνοριακή
δραστηριότητα
των ΙΕΣΠ,
λιγότερες
πτωχεύσεις
ΙΕΣΠ. 1.5. Αιτιολόγηση
της
πρότασης/πρωτοβουλίας
1.5.1. Βραχυπρόθεσμη
ή μακροπρόθεσμη
κάλυψη αναγκών
1.5.2. Προστιθέμενη
αξία της
παρέμβασης της
ΕΕ 1) Η
ύπαρξη ενός
μωσαϊκού
κανονιστικών
ρυθμίσεων μπορεί
να οδηγήσει σε
αύξηση των
διοικητικών
δαπανών και
καταχρηστική
επιλογή του
ευνοϊκότερου ρυθμιστικού
καθεστώτος. 2) Εν
απουσία ανάληψης
δράσης σε
επίπεδο ΕΕ, η
διασυνοριακή
δραστηριότητα
των ΙΕΣΠ θα
παραμείνει
πιθανώς στο
τρέχον χαμηλό
επίπεδο. 3) Η
ύπαρξη
εύρωστου
κανονιστικού
πλαισίου για
τα ΙΕΣΠ σε
επίπεδο ΕΕ
μπορεί να
ενισχύσει την
ανάπτυξη των
ΙΕΣΠ σε κράτη
μέλη στα οποία
είναι σχεδόν
ανύπαρκτα επί
του παρόντος,
βελτιώνοντας με
τον τρόπο αυτό
τις
συνταξιοδοτικές
παροχές και παρέχοντας
μια πηγή
αποταμίευσης
για μακροπρόθεσμη
επένδυση. 4) Η
βελτίωση των
διατάξεων για
τη
διακυβέρνηση
και τους
θεματοφύλακες
αναμένεται να
συμβάλει στη μείωση
του ποσοστού
πτωχεύσεων των
ΙΕΣΠ. 5) Η
βελτίωση και η
εναρμόνιση των
διατάξεων περί
διαφάνειας
μπορεί να
είναι
επωφελείς για
τα μέλη και
τους
δικαιούχους
των
συνταξιοδοτικών
καθεστώτων και
καθιστούν τα
ΙΕΣΠ καλύτερα
συγκρίσιμα σε
διασυνοριακό
επίπεδο. 1.5.3. Διδάγματα
που
αποκομίστηκαν
από ανάλογες
εμπειρίες του
παρελθόντος Η
οδηγία του 2003 για
τα ΙΕΣΠ, η οποία
ισχύει εδώ και
δέκα χρόνια,
έχει σημαντικά
κενά, τα οποία
είχαν ως αποτέλεσμα
την ανάπτυξη
αποκλινουσών
εποπτικών πρακτικών
μεταξύ κρατών
μελών όσον
αφορά τη
διακυβέρνηση
και τη
διαφάνεια των
ΙΕΣΠ. Οι
αποκλίσεις
αυτές
αποθαρρύνουν
τη διασυνοριακή
κινητικότητα
των
εργαζομένων,
εμποδίζουν τη
συγκρισιμότητα
των ΙΕΣΠ και
αποτελούν εμπόδια
στις
διασυνοριακές
μεταφορές και
στη διασυνοριακή
παροχή υπηρεσιών
από τα ΙΕΣΠ. 1.5.4. Συμβατότητα
και ενδεχόμενη
συνέργεια με
άλλα κατάλληλα
μέσα Η
επανεξέταση
της οδηγίας
του 2003 για τα
ΙΕΣΠ ανακοινώθηκε
στη Λευκή
Βίβλο της 16ης
Φεβρουαρίου 2012
με τίτλο
«Ατζέντα για
επαρκείς,
ασφαλείς και
βιώσιμες συντάξεις»
και αποτελεί
συνεκτική
δέσμη μέτρων
με τις λοιπές πρωτοβουλίες
και δράσεις οι
οποίες
περιγράφονται
στην εν λόγω
Λευκή Βίβλο
για τη
βελτίωση των
συνταξιοδοτικών
παροχών στην
ΕΕ. 1.6. Διάρκεια
και
δημοσιονομικές
επιπτώσεις της
δράσης Πρόταση/πρωτοβουλία
απεριόριστης
διάρκειας 1.7. Προβλεπόμενος(οι)
τρόπος(οι)
διαχείρισης[52] Από
τον
προϋπολογισμό
του 2014 ¨ Άμεση
διαχείριση από την
Επιτροπή ¨ από
τις υπηρεσίες
της,
συμπεριλαμβανομένου
του προσωπικού
της στις
αντιπροσωπείες
της Ένωσης· ¨ από
τους
εκτελεστικούς
οργανισμούς· ¨ Επιμερισμένη
διαχείριση με τα κράτη
μέλη· ¨ Έμμεση
διαχείριση με ανάθεση
εκτελεστικών
καθηκόντων σε: ¨
τρίτες χώρες ή
οργανισμούς
που αυτές
έχουν ορίσει· ¨
διεθνείς
οργανισμούς
και τις
οργανώσεις
τους (να
προσδιοριστούν)· ¨ την
ΕΤΕ και το Ευρωπαϊκό
Ταμείο
Επενδύσεων· ü
οργανισμούς
που
αναφέρονται
στα άρθρα 208 και 209
του δημοσιονομικού
κανονισμού· ¨
οργανισμούς
δημοσίου
δικαίου· ¨
οργανισμούς
που διέπονται
από ιδιωτικό
δίκαιο με
αποστολή
δημόσιας
υπηρεσίας στον
βαθμό που προσφέρουν
επαρκείς
οικονομικές
εγγυήσεις· ¨
οργανισμούς
που διέπονται
από το
ιδιωτικό δίκαιο
κράτους μέλους
στους οποίους
έχει ανατεθεί
η εκτέλεση
σύμπραξης
δημόσιου και
ιδιωτικού
τομέα και που
προσφέρουν
επαρκείς
οικονομικές
εγγυήσεις· ¨
πρόσωπα
επιφορτισμένα
με την εκτέλεση
συγκεκριμένων
δράσεων στην
ΚΕΠΠΑ δυνάμει
του τίτλου V της
ΣΕΕ, που
προσδιορίζονται
στην αντίστοιχη
βασική πράξη. Παρατηρήσεις Η ΕΑΑΕΣ
είναι
ρυθμιστικός
οργανισμός που
ενεργεί υπό
την εποπτεία
της Επιτροπής. 2. ΜΕΤΡΑ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 2.1. Διατάξεις
στον τομέα της
παρακολούθησης
και της
υποβολής
εκθέσεων Σύμφωνα
με τις ήδη
υφιστάμενες
ρυθμίσεις, η
ΕΑΑΕΣ εκπονεί
τακτικά
εκθέσεις
σχετικά με τη
δραστηριότητά
της
(συμπεριλαμβανομένων
των εσωτερικών
εκθέσεων προς
τα ανώτατα
διοικητικά
στελέχη, των εκθέσεων
του συμβουλίου
διοίκησης, των
εξαμηνιαίων
εκθέσεων δραστηριοτήτων
προς το
συμβούλιο
εποπτών και
της εκπόνησης
της ετήσιας
έκθεσης) και
υποβάλλεται σε
ελέγχους από
το Ελεγκτικό
Συνέδριο και
την Υπηρεσία
Εσωτερικού
Ελέγχου
σχετικά με τη
χρήση των πόρων
της. Η παρακολούθηση
και η υποβολή
εκθέσεων των
παρουσών προτεινόμενων
δράσεων θα
είναι σύμφωνες
προς τις ίδιες
ήδη
υφιστάμενες
απαιτήσεις. 2.2. Σύστημα
διαχείρισης
και ελέγχου 2.2.1. Κίνδυνος(οι)
που έχει(ουν)
εντοπιστεί Δεν
εντοπίστηκαν
κίνδυνοι. 2.2.2. Πληροφορίες
σχετικά με το
σύστημα
εσωτερικού
ελέγχου που έχει
καθοριστεί Εφαρμόζονται
ήδη συστήματα
διαχείρισης
και ελέγχου,
όπως
προβλέπεται
στον κανονισμό
ΕΑΑΕΣ. Η ΕΑΑΕΣ
συνεργάζεται
στενά με την
Υπηρεσία
Εσωτερικού
Ελέγχου της
Επιτροπής ώστε
να
διασφαλίζεται
η τήρηση των
κατάλληλων
προτύπων σε
όλους τους
τομείς
εσωτερικού
ελέγχου. Οι
ρυθμίσεις
αυτές θα ισχύουν
επίσης σε
σχέση με τον
ρόλο της ΕΑΑΕΣ
σύμφωνα με την
παρούσα
πρόταση.
Ετήσιες
εκθέσεις
εσωτερικού
ελέγχου
διαβιβάζονται
στην Επιτροπή,
στο Κοινοβούλιο
και στο
Συμβούλιο. 2.2.3. Εκτιμώμενο
κόστος και
όφελος των
ελέγχων και
αξιολόγηση του
εκτιμώμενου
επιπέδου
κινδύνου σφάλματος Δεν
προβλέπονται
πρόσθετα
έξοδα. Το
αναμενόμενο επίπεδο
κινδύνου
σφάλματος
είναι χαμηλό. 2.3. Μέτρα
για την
πρόληψη
περιπτώσεων
απάτης και
παρατυπίας Για
τους σκοπούς
της
καταπολέμησης
της απάτης, της
διαφθοράς και
άλλων
παράνομων
δραστηριοτήτων,
εφαρμόζονται
στην ΕΑΑΕΣ
άνευ
περιορισμών οι
διατάξεις του
κανονισμού (ΕΚ)
αριθ. 1073/1999 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 25ης Μαΐου 1999,
σχετικά με τις
έρευνες που
πραγματοποιούνται
από την
Ευρωπαϊκή
Υπηρεσία
Καταπολέμησης
της Απάτης (OLAF). Η
ΕΑΑΕΣ
προσχώρησε στη
διοργανική
συμφωνία της 25ης
Μαΐου 1999 μεταξύ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου,
του Συμβουλίου
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και της
Επιτροπής των
Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων σχετικά
με τις
εσωτερικές
έρευνες που
πραγματοποιούνται
από την
Ευρωπαϊκή
Υπηρεσία
Καταπολέμησης της
Απάτης (OLAF) και
θέσπισε
κατάλληλες
διατάξεις οι οποίες
εφαρμόζονται
στο σύνολο του
προσωπικού της
ΕΑΑΕΣ. Η ΕΑΑΕΣ
επεξεργάζεται
επί του
παρόντος
ειδική στρατηγική
για την
καταπολέμηση
της απάτης και
το συνακόλουθο
σχέδιο δράσης.
Η στρατηγική
και το σχέδιο
δράσης θα
τεθούν σε
εφαρμογή το 2014.
Οι ενισχυμένες
δράσεις της
ΕΑΑΕΣ στον
τομέα της
καταπολέμησης της
απάτης θα
είναι σύμφωνες
προς τους
κανόνες και
τις κατευθύνσεις
που προβλέπει
ο
δημοσιονομικός
κανονισμός
(μέτρα για την
καταπολέμηση
της απάτης στο
πλαίσιο
χρηστής
δημοσιονομικής
διαχείρισης),
τις πολιτικές
της OLAF για την
πρόληψη της
απάτης, τις διατάξεις
της
στρατηγικής
της Επιτροπής
για την
καταπολέμηση
της απάτης (COM(2011)376),
καθώς και τις
διατάξεις της
κοινής
προσέγγισης
έναντι των
αποκεντρωμένων
οργανισμών της
ΕΕ (Ιούλιος 2012)
και του
σχετικού χάρτη
πορείας. 3. ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
3.1. Τομέας(είς)
του πολυετούς
δημοσιονομικού
πλαισίου και
γραμμή(ές)
δαπανών του
προϋπολογισμού
που επηρεάζονται
Υφιστάμενες
γραμμές του
προϋπολογισμού
Σύμφωνα
με τη σειρά των τομέων
του πολυετούς
δημοσιονομικού
πλαισίου και των
γραμμών του
προϋπολογισμού. Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Γραμμή του προϋπολογισμού || Είδος δαπάνης || Συμμετοχή Αριθμός […]Τομέας 1α Έξυπνη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη – Οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή ………………………………………...……….] || ΔΠ/ΜΔΠ ([53]) || χωρών ΕΖΕΣ[54] || υποψηφίων για ένταξη χωρών[55] || τρίτων χωρών || κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού || 12.0303 (τομέας προϋπολογισμού 1α) Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων [ΕΑΑΕΣ – Επιχορήγηση βάσει των τίτλων 1 και 2 (Δαπάνες προσωπικού και διοικητικές δαπάνες)] || ΜΔΠ || ΝΑΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ Νέες γραμμές
του
προϋπολογισμού,
των οποίων
έχει ζητηθεί η
δημιουργία Σύμφωνα
με τη σειρά των
τομέων του
πολυετούς
δημοσιονομικού
πλαισίου και
των γραμμών
του
προϋπολογισμού. 3.2. Εκτιμώμενες
επιπτώσεις
στις δαπάνες Δεν θα
χρειαστεί
κανένας νέος
πόρος. Οι
επιχειρησιακές
πιστώσεις οι
οποίες είναι
απαραίτητες
για την
υλοποίηση της
παρούσας
πρωτοβουλίας
θα καλυφθούν
με ανακατανομή
εντός της
συνεισφοράς
που χορηγείται
στην ΕΑΑΕΣ
κατά την
ετήσια
διαδικασία του
προϋπολογισμού,
σύμφωνα με τον
δημοσιονομικό
προγραμματισμό
που
προβλέπεται
στην ανακοίνωση
της Επιτροπής
με τίτλο
«Προγραμματισμός
των ανθρώπινων
και
χρηματοδοτικών
πόρων για τους
αποκεντρωμένους
οργανισμούς
την περίοδο 2014-2020» (COM
(2013)519 final). 3.2.1. Συνοπτική
παρουσίαση των
εκτιμώμενων
επιπτώσεων
στις δαπάνες Σε εκατ.
ευρώ (με τρία
δεκαδικά
ψηφία) Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αριθμός || […][Τομέας……………...……………………………………………………………….] ΓΔ: MARKT || || || Έτος 2015[56] || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ Επιχειρησιακές πιστώσεις 12,0303 || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1) || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Πληρωμές || (2) || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων Αριθμός γραμμής του προϋπολογισμού || || (3) || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων για τη ΓΔ MARKT || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =1+1α +3 || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Πληρωμές || =2+2α+3 || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (4) || || || || || || || Πληρωμές || (5) || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων || (6) || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ <….> του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =4+6 || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Πληρωμές || =4+6 || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Αν η
πρόταση/πρωτοβουλία
επηρεάζει
περισσότερους
του ενός
τομείς: ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (4) || || || || || || || Πληρωμές || (5) || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων || (a) (6) || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 4 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (Ποσό αναφοράς) || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =4+6 || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Πληρωμές || =4+6 || 0,185 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 0,370 || 2,035 Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || 5 || «Διοικητικές δαπάνες» Σε εκατ.
ευρώ (με τρία δεκαδικά
ψηφία) || || || Έτος Ν || Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6) || ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ: <…….> || Ανθρώπινοι πόροι || || || || || || || || Άλλες διοικητικές δαπάνες || || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ <….> || Πιστώσεις || || || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων για τον ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || (Σύνολο πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών) || || || || || || || || Σε εκατ.
ευρώ (με 3
δεκαδικά
ψηφία) || || || Έτος Ν[57] || Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6) || ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αναλήψεις υποχρεώσεων || || || || || || || || Πληρωμές || || || || || || || || 3.2.2. Εκτιμώμενες
επιπτώσεις
στις
επιχειρησιακές
πιστώσεις Η
πρόταση/πρωτοβουλία
συνεπάγεται τη
χρησιμοποίηση
επιχειρησιακών
πιστώσεων,
όπως εξηγείται
κατωτέρω: Τα
διάφορα
καθήκοντα τα
οποία
ανατίθενται
άμεσα στην
ΕΑΑΕΣ και τα
οποία
προκύπτουν από
τη νομοθετική
πρόταση είναι
τα ακόλουθα:
παροχή
γνωμοδοτήσεων
στην Επιτροπή
σχετικά με την
κατάρτιση των
κατ’ εξουσιοδότηση
πράξεων και
την αξιολόγηση
της εφαρμογής
της οδηγίας,
στο πλαίσιο
της προετοιμασίας
για την έκθεση
αξιολόγησης
της Επιτροπής.
Επιπλέον, η
ΕΑΑΕΣ θα
πρέπει να
παρακολουθεί
την εφαρμογή
της οδηγίας
και να
λαμβάνει μέτρα
ώστε να
διασφαλίζεται η
ορθή εφαρμογή
της, σύμφωνα με
το άρθρο 17 του
ιδρυτικού
κανονισμού της
(κανονισμός (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου),
και να
επιλύονται οι
διαφορές
μεταξύ εθνικών
εποπτικών
αρχών όσον
αφορά θέματα
εφαρμογής
(άρθρο 19 του κανονισμού
ΕΑΑΕΣ).
Ειδικότερα, η
ΕΑΑΕΣ μπορεί
να κληθεί να
επιλύει
διαφορές
μεταξύ εποπτών
κράτους μέλους
καταγωγής και
υποδοχής στο
πλαίσιο της διασυνοριακής
μεταφοράς
ΙΕΣΠ. Μπορεί
επίσης να καταρτίζει
κατευθυντήριες
γραμμές και
συστάσεις,
σύμφωνα με το
άρθρο 16 του
κανονισμού
ΕΑΑΕΣ.
Επιπλέον,
λαμβάνοντας
υπόψη την
επικέντρωση
της πρότασης
σε θέματα διακυβέρνησης
και υποβολής
εκθέσεων,
προβλέπεται
ότι θα
απαιτηθεί η
σύσταση ομάδας
εμπειρογνωμόνων
εθνικών εποπτικών
αρχών σε
θέματα
διακυβέρνησης
και υποβολής
εκθέσεων, την
οποία θα
συντονίζει και
θα διαχειρίζεται
η ΕΑΑΕΣ. Οι
συνολικές
απαιτήσεις
προσωπικού για
όλα τα ανωτέρω
καθήκοντα
εκτιμώνται σε 7
θέσεις ετήσιου
ΙΠΑ. Τέσσερις
εξ αυτών
προορίζονται
για την προετοιμασία
των ως άνω
γνωμοδοτήσεων
προς την Επιτροπή,
μία για τη
διαχείριση και
τον συντονισμό
νέας ομάδας
εργασίας με
αντικείμενο τη
διακυβέρνηση
και τη
διαφάνεια και
δύο για την
παρακολούθηση
της εφαρμογής
και την
επίλυση
διαφορών
μεταξύ εθνικών
αρχών. Αυτές
πρέπει να
είναι όλες
θέσεις
απασχόλησης του
οργανογράμματος,
δεδομένης της
δυσκολίας πρόσληψης
συμβασιούχων
υπαλλήλων για
τέτοια εξειδικευμένα
καθήκοντα και
των
αυξανόμενων
δυσκολιών των
εθνικών αρχών
να παρέχουν
αποσπασμένους
εθνικούς
εμπειρογνώμονες. 3.2.3. Εκτιμώμενες
επιπτώσεις
στις πιστώσεις
διοικητικού
χαρακτήρα 3.2.3.1. Συνοπτική
παρουσίαση ü Η
πρόταση/πρωτοβουλία
δεν
συνεπάγεται τη
χρησιμοποίηση
πιστώσεων
διοικητικού
χαρακτήρα. 3.2.3.2.
Εκτιμώμενες
ανάγκες σε
ανθρώπινους
πόρους ü Η
πρόταση/πρωτοβουλία
δεν
συνεπάγεται τη
χρησιμοποίηση ανθρώπινων
πόρων. Παρατήρηση: Δεν θα
χρειαστούν
επιπλέον
ανθρώπινοι και
διοικητικοί
πόροι στη ΓΔ MARKT,
ως αποτέλεσμα
της πρότασης. Οι
πόροι που
χρησιμοποιούνται
επί του
παρόντος για
την τήρηση της
οδηγίας 2003/41/ΕΚ θα
εξακολουθήσουν
να
χρησιμοποιούνται
γι’ αυτόν τον
σκοπό. 3.2.4. Συμβατότητα
με το ισχύον
πολυετές
δημοσιονομικό
πλαίσιο ü Η
πρόταση/πρωτοβουλία
είναι συμβατή
με το ισχύον πολυετές
δημοσιονομικό
πλαίσιο. ¨ Η
πρόταση/πρωτοβουλία
απαιτεί
αναπρογραμματισμό
του σχετικού
τομέα του
πολυετούς δημοσιονομικού
πλαισίου. Να
εξηγηθεί ο
απαιτούμενος
αναπρογραμματισμός,
με
προσδιορισμό
των σχετικών
γραμμών του
προϋπολογισμού
και των
αντίστοιχων
ποσών. ¨ Η
πρόταση/πρωτοβουλία
απαιτεί τη
χρησιμοποίηση του
μέσου
ευελιξίας ή
την αναθεώρηση
του πολυετούς
δημοσιονομικού
πλαισίου[58]. Να
εξηγηθεί η
ανάγκη, με
προσδιορισμό
των σχετικών
τομέων και
γραμμών του
προϋπολογισμού,
καθώς και των
αντίστοιχων
ποσών. Παρατήρηση: Η
ανακοίνωση της
Επιτροπής της
10ης Ιουλίου 2013 με τίτλο
«Προγραμματισμός
των ανθρώπινων
και χρηματοδοτικών
πόρων για τους
αποκεντρωμένους
οργανισμούς
την περίοδο 2014-2020»
[COM(2013) 519] καθορίζει
τα σχέδια πόρων
της Επιτροπής
για τους
αποκεντρωμένους
οργανισμούς,
συμπεριλαμβανομένης
της ΕΑΑΕΣ, κατά
την περίοδο
του επόμενου
πολυετούς
δημοσιονομικού
πλαισίου. Έως
το 2014, η ΕΑΑΕΣ
κατατάσσεται
στους οργανισμούς
σε «εναρκτήρια
φάση
λειτουργίας»
στην ανακοίνωση.
Στην ενότητα 5.1.2
της
ανακοίνωσης
αναφέρεται ότι
ο συνολικός
αριθμός θέσεων
της ΕΑΑΕΣ
αναμένεται να
αυξηθεί από 80 το
2013 σε 112 το 2020. Ο
διακανονισμός
της αρμόδιας
για τον
προϋπολογισμό
αρχής για την
ΕΑΑΕΣ το 2014
προβλέπει 87
θέσεις
οργανογράμματος.
Αναμένεται ότι
η παρούσα
νομοθετική
πρόταση θα
τεθεί σε ισχύ
το 2015 και ότι οι 7
θέσεις
οργανογράμματος,
οι οποίες
προβλέπονται
στο παρόν
νομοθετικό
δημοσιονομικό
δελτίο, θα
καλυφθούν με
προσλήψεις σε
διάφορες
χρονικές
στιγμές κατά
το 2015 και θα
περιληφθούν
στις πρόσθετες
θέσεις οι
οποίες έχουν
ήδη προβλεφθεί
για την
περίοδο 2014-2017. 3.2.5. Συμμετοχή
τρίτων μερών
στη
χρηματοδότηση Η
πρόταση/πρωτοβουλία
προβλέπει τη
συγχρηματοδότηση
που εκτιμάται
παρακάτω: Πιστώσεις
σε εκατ. ευρώ (με 3
δεκαδικά
ψηφία) || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || Σύνολο Εθνικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών || 0,277 || 0,554 || 0,554 || 0,554 || 0,554 || 0,554 || 3,049 ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων || 0,277 || 0,554 || 0,554 || 0,554 || 0,554 || 0,554 || 3,049
* Οι εκτιμήσεις
αυτές
βασίζονται σε
μέσο κόστος 132.000 ευρώ
ετησίως για
έναν υπάλληλο AD.
Εκτιμάται ότι
οι 7 σχετικές
θέσεις θα
καλυφθούν με
προσλήψεις σε
διαφορετικές
χρονικές
στιγμές το 2015,
επομένως το
συνολικό
κόστος είναι
το ήμισυ του
κόστους ενός
πλήρους έτους
για 7
υπαλλήλους με
καθεστώς
πλήρους
απασχόλησης.
Ποσά βασισμένα
στον τρέχοντα
μηχανισμό
χρηματοδότησης
που
προβλέπεται στον
κανονισμό
ΕΑΑΕΣ (κράτη
μέλη 60% -
Κοινότητα 40%). 3.3. Εκτιμώμενες
επιπτώσεις στα
έσοδα ü Η
πρόταση/πρωτοβουλία
δεν έχει
δημοσιονομικές
επιπτώσεις στα
έσοδα. ¨ Η
πρόταση/πρωτοβουλία
έχει τις
δημοσιονομικές
επιπτώσεις που
περιγράφονται
κατωτέρω: ¨ στους
ιδίους πόρους ¨ στα
διάφορα έσοδα Σε εκατ.
ευρώ (με 3
δεκαδικά
ψηφία) Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού: || Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος || Αντίκτυπος της πρότασης/πρωτοβουλίας[59] (b) Έτος Ν || (c) Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6) Άρθρο …………. || || || || || || || || Για τα
διάφορα έσοδα
«για ειδικό
προορισμό», να
προσδιοριστεί(ούν)
η(οι) γραμμή(ές)
δαπανών του
προϋπολογισμού
που
επηρεάζονται. Να
προσδιοριστεί
η μέθοδος
υπολογισμού
του αντικτύπου
στα έσοδα. Προτεινόμενο
οργανόγραμμα Ομάδα καθηκόντων και βαθμός || Έκτακτες θέσεις AD16 || AD15 || AD14 || AD13 || AD12 || AD11 || AD10 || 1 AD9 || 1 AD8 || 1 AD7 || 2 AD6 || 1 AD5 || 1 || Σύνολο AD || 7 [1] ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ.
10. [2] Καθεστώτα
στα οποία προκαθορίζεται
το επίπεδο των
εισφορών και
όχι η τελική
παροχή. Τα
μεμονωμένα
μέλη φέρουν
τους κινδύνους
επένδυσης και
μακροζωίας και
συχνά
λαμβάνουν αποφάσεις
για τον τρόπο
μετριασμού των
εν λόγω κινδύνων. [3] Βλ. π.χ.
απαντήσεις
στην ερώτηση 5
της Πράσινης
Βίβλου της
Επιτροπής
σχετικά με τις
συντάξεις
(http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=700&langId=en&consultId=3&visib=0&furtherConsult=yes)·
μελέτη των Hewitt Associates
(2010), «Feasibility Study for Creating an EU Pension Fund for Researchers
Prepared for the European Commission Research Directorate-General»· Centre for
European Economic Research, Expert Survey on the future of DC pension plans in
Europe, 2009, σσ. 128. [4] Από το 2010 η
Επιτροπή
συνεργάζεται
με εκπροσώπους
εργοδοτών των
ερευνητών για
τη σύσταση
ενός ΙΕΣΠ
πολλαπλών
χωρών και
πολλαπλών
εργοδοτών.
Σκοπός του
πανευρωπαϊκού
ταμείου
συντάξεων για
τους ερευνητές
είναι η διασφάλιση
επαρκών και
βιώσιμων
επαγγελματικών
συντάξεων για
διακινούμενους
και μη
διακινούμενους
ερευνητές στον
ΕΟΧ. [5] Βλ., για
παράδειγμα,
την ερώτηση
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
προς την
Επιτροπή (E-002485-13),
της 4ης Μαρτίου
2013, σχετικά με το
σχέδιο
εγκατάστασης
διασυνοριακού
ΙΕΣΠ στις Κάτω
Χώρες για μέλη
και
δικαιούχους στην
Αυστρία. [6] Ως
παραδείγματα
μπορούν να
αναφερθούν το
SEPCAV (Société d’épargne-pension à capital variable) και
το ASSEP (Association d’épargne-pension) του
Λουξεμβούργου,
το OFP (Organization for Financing Pensions) του
Βελγίου ή το PPI (Premium
Pension Institutions) των Κάτω
Χωρών. [7] Για παράδειγμα,
η ολλανδική
κεντρική
τράπεζα
ανέφερε ότι,
από την έναρξη
της κρίσης, 68
ΙΕΣΠ
αναγκάστηκαν
να περικόψουν
σωρευμένα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα τον
Απρίλιο του 2013.
Το γεγονός
αυτό επηρέασε
300.000 άτομα (DNB, 2013, Five years in the pensions
sector: curtailment and indexation in perspective
-Πέντε έτη στον
τομέα των
συντάξεων:
περικοπή και
τιμαριθμική
αναπροσαρμογή
σε προοπτική).
Στο Ηνωμένο
Βασίλειο, τα
ΙΕΣΠ που
πτωχεύουν αναλαμβάνονται
από το ταμείο
προστασίας των
συντάξεων (Pension Protection Fund),
αλλά στην
περίπτωση αυτή
τα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα
μειώνονται
κατά 10%. [8] COM (2012) 55 final της 16.2.2012. [9] COM (2013) 150 final της 25.3.2013. [10] ΕΑΑΕΣ, «Report on QIS on IORPs»
(Έκθεση
σχετικά με τη
μελέτη
ποσοτικού
αντικτύπου για
τα ΙΕΣΠ), 4.7.2013 [11] COM(2010) 2020 τελικό
της 3.3.2010. [12] ΕΕ L 335 της 17.12.2009,
σ. 1. [13] Οδηγία για
τους
διαχειριστές
οργανισμών
εναλλακτικών
επενδύσεων (ΕΕ L
174 της 1.7.2011, σ. 1). [14] Οδηγία για
τις αγορές
χρηματοπιστωτικών
μέσων. [15] COM(2010) 301 τελικό
της 2.6.2010. [16] COM(2010) 365 τελικό
της 7.7.2010. [17] Σύνοψη της
διαβούλευσης
διατίθεται στη
διεύθυνση: http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=333&langId=en. [18] EIOPA-CP-11/001, 08.07.2011. [19] Οι
απαντήσεις
στις
διαβουλεύσεις
σχετικά με τις συμβουλές
της ΕΑΑΕΣ
διατίθενται
στη διεύθυνση:
https://eiopa.europa.eu/consultations/consultation-papers/2011-closed-consultations. [20] ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ.
120. [21] ΕΕ L 145 της 31.5.2013, σ.
1. [22] Για παράδειγμα,
το ίδρυμα και η
χρηματοδοτούσα
επιχείρηση
βρίσκονται στο
κράτος μέλος Α
και η
κοινωνική και
εργατική
νομοθεσία που
εφαρμόζεται
στο συνταξιοδοτικό
καθεστώς είναι
η νομοθεσία
του κράτους
μέλους B. [23] Το κράτος
μέλος
καταγωγής πριν
από την
μεταφορά γίνεται
το κράτος
μέλος υποδοχής
μετά τη
μεταφορά. [24] Η
πρωτοβουλία
αριθ. 17 αναφέρει
ότι «[η] Επιτροπή
θα προωθήσει
την ανάπτυξη
υπηρεσιών
παρακολούθησης
των συντάξεων
που θα
επιτρέπουν στα
άτομα να παρακολουθούν
τα
συνταξιοδοτικά
δικαιώματα που
έχουν αποκτήσει
σε διάφορες
θέσεις
εργασίας. Η
Επιτροπή, στο πλαίσιο
της
αναθεώρησης
της οδηγίας
ΙΕΣΠ και της πρότασης
οδηγίας για τη
δυνατότητα
μεταφοράς, θα εξετάσει
τον τρόπο
διασφάλισης
της παροχής
των απαιτούμενων
πληροφοριών
για την
παρακολούθηση
των συντάξεων
και θα
υποστηρίξει
ένα πιλοτικό
πρόγραμμα για
τη διασυνοριακή
παρακολούθηση.» [25] ΟΟΣΑ: Roadmap for the good design of
defined contribution pension plans (οδικός
χάρτης για τον
καλό σχεδιασμό
των
συνταξιοδοτικών
προγραμμάτων
καθορισμένων
εισφορών),
Ιούνιος 2012. [26] Οδηγία
2003/41/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της
3ης Ιουνίου 2003,
για τις
δραστηριότητες
και την
εποπτεία των
ιδρυμάτων που
προσφέρουν
υπηρεσίες
επαγγελματικών
συνταξιοδοτικών
παροχών (ΕΕ L 235
της 23.9.2003, σ. 10). [27] Βλ.
παράρτημα Ι
μέρος Α. [28] ΕΕ L 283 της 28.10.1980, σ.
23. [29] Οδηγία
95/46/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 24ης
Οκτωβρίου 1995, για
την προστασία
των φυσικών
προσώπων
έναντι της
επεξεργασίας
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα και
για την
ελεύθερη κυκλοφορία
των δεδομένων
αυτών (ΕΕ L 281 της
23.11.1995, σ. 31). [30] Κανονισμός
(ΕΚ) αριθ. 45/2001 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 18ης
Δεκεμβρίου 2000,
σχετικά με την
προστασία των
φυσικών
προσώπων
έναντι της
επεξεργασίας
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα από
τα όργανα και
τους οργανισμούς
της Κοινότητας
και σχετικά με
την ελεύθερη
κυκλοφορία των
δεδομένων
αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001,
σ. 1). [31] Οδηγία
2009/138/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 25ης
Νοεμβρίου 2009,
σχετικά με την
ανάληψη και
την άσκηση
δραστηριοτήτων
ασφάλισης και
αντασφάλισης
(Φερεγγυότητα II)
(ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1). [32] ΕΕ C 369
της 17.12.2011, σ. 14. [33] Κανονισμός
(ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του
Συμβουλίου,
της 14ης Ιουνίου
1971, περί
εφαρμογής των
συστημάτων
κοινωνικής
ασφαλίσεως
στους
μισθωτούς,
στους μη
μισθωτούς και
στα μέλη των
οικογενειών
τους που
διακινούνται
εντός της
Κοινότητας (ΕΕ L
149 της 5.7.1971, σ. 2)·
κανονισμός
όπως
τροποποιήθηκε
τελευταία από
τον κανονισμό
(ΕΚ) αριθ. 1386/2001 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου (ΕΕ L
187 της 10.7.2001, σ. 1). [34] Κανονισμός
(ΕΚ) αριθ. 883/2004 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 29ης
Απριλίου 2004, για
το συντονισμό
των συστημάτων
κοινωνικής
ασφάλειας (ΕΕ L 166
της 30.4.2004, σ. 1). [35] Κανονισμός
(ΕΟΚ) αριθ. 574/02 του
Συμβουλίου,
της 21ης Μαρτίου
1972, περί του
τρόπου
εφαρμογής του
κανονισμού (ΕΟΚ)
αριθ. 1408/71 περί
εφαρμογής των
συστημάτων
κοινωνικής
ασφαλίσεως
στους
μισθωτούς και
τις οικογένειές
τους που
διακινούνται
εντός της Κοινότητας
(ΕΕ L 74 της 27.3.1972, σ. 1)·
κανονισμός
όπως τροποποιήθηκε
τελευταία από
τον κανονισμό
(ΕΚ) αριθ. 410/2002 της Επιτροπής
(ΕΕ L 62 της 5.3.2002, σ. 17). [36] Κανονισμός
(EΚ) αριθ. 987/2009 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 16ης Σεπτεμβρίου
2009, για καθορισμό
της
διαδικασίας
εφαρμογής του
κανονισμού (ΕΚ)
αριθ. 883/2004 για τον
συντονισμό των
συστημάτων
κοινωνικής
ασφάλειας (ΕΕ L 284
της 30.10.2009, σ. 1). [37] Πρώτη
οδηγία 73/239/ΕΟΚ
του
Συμβουλίου,
της 24ης Ιουλίου 1973,
περί συντονισμού
των
νομοθετικών,
κανονιστικών
και διοικητικών
διατάξεων που
αφορούν την
ανάληψη
δραστηριότητος
πρωτασφαλίσεως,
εκτός της
ασφαλίσεως
ζωής, και την
άσκηση αυτής
(ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 3).
Οδηγία όπως
τροποποιήθηκε
τελευταία με
την οδηγία 2002/13/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου (ΕΕ L 77
της 20.3.2002, σ. 17). [38] Οδηγία
85/611/ΕΟΚ του
Συμβουλίου,
της 20ής
Δεκεμβρίου 1985, για
το συντονισμό
των
νομοθετικών,
κανονιστικών και
διοικητικών
διατάξεων
σχετικά με
ορισμένους οργανισμούς
συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375 της
31.12.1985, σ. 3). Οδηγία
όπως
τροποποιήθηκε
τελευταία με
την οδηγία 2001/108/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
(ΕΕ L 41 της 13.2.2002, σ. 35). [39] Οδηγία
93/22/ΕΟΚ του
Συμβουλίου,
της 10ης Μαΐου 1993,
σχετικά με τις
επενδυτικές
υπηρεσίες στον
τομέα των
κινητών αξιών
(ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27).
Οδηγία όπως
τροποποιήθηκε
τελευταία με
την οδηγία 2000/64/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου (ΕΕ L
290 της 17.11.2000, σ. 27). [40] Οδηγία
2000/12/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 20ής Μαρτίου
2000, σχετικά με
την ανάληψη
και την άσκηση
δραστηριότητας
πιστωτικών ιδρυμάτων
(ΕΕ L 126 της 26.5.2000, σ. 1).
Οδηγία όπως
τροποποιήθηκε
με την οδηγία
2000/28/ΕΚ (ΕΕ L 275 της 27.10.2000, σ.
37). [41] Οδηγία
2002/83/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 5ης
Νοεμβρίου 2002,
σχετικά με την
ασφάλιση ζωής
(ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1). [42] Οδηγία
2004/39/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 21ης Απριλίου 2004,
για τις αγορές
χρηματοπιστωτικών
μέσων, για την
τροποποίηση
των οδηγιών
85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ
του Συμβουλίου
και της
οδηγίας 2000/12/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου και
για την κατάργηση
της οδηγίας
93/22/ΕΟΚ του
Συμβουλίου (ΕΕ L
145 της 30.4.2004, σ. 1). [43] Οδηγία
2009/65/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 13ης Ιουλίου
2009, για τον
συντονισμό των
νομοθετικών,
κανονιστικών
και
διοικητικών διατάξεων
σχετικά με
ορισμένους
οργανισμούς
συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της
17.11.2009, σ. 32). [44] Οδηγία
2011/61/ΕΕ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
της 8ης Ιουνίου
2011 σχετικά με
τους διαχειριστές
οργανισμών
εναλλακτικών
επενδύσεων και
για την
τροποποίηση
των οδηγιών 2003/41/ΕΚ
και 2009/65/ΕΚ και των
κανονισμών (ΕΚ)
αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της
1.7.2011, σ. 1). [45] Οδηγία
2013/36/ΕΕ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 26ης Ιουνίου
2013, σχετικά με
την πρόσβαση
στη
δραστηριότητα
πιστωτικών
ιδρυμάτων και
την προληπτική
εποπτεία
πιστωτικών
ιδρυμάτων και
επιχειρήσεων
επενδύσεων,
για την
τροποποίηση
της οδηγίας
2002/87/ΕΚ και για την
κατάργηση των
οδηγιών 2006/48/ΕΚ
και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της
27.6.2013, σ. 338). [46] ΕΕ L 331 της
15.12.2010, σ. 48. [47] Κανονισμός
(ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 16ης
Σεπτεμβρίου 2009,
για τους
οργανισμούς
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας (ΕΕ L
302 της 17.11.2009, σ. 1). [48] Οδηγία
95/46/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 24ης
Οκτωβρίου 1995, για
την προστασία
των φυσικών
προσώπων
έναντι της
επεξεργασίας
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα και
για την ελεύθερη
κυκλοφορία των
δεδομένων
αυτών (ΕΕ L 281 της
23.11.1995, σ. 31). [49] ΕΕ L
3 της 7.1.2004, σ. 34. [50] ΕΕ [51] ΔΒΔ:
διαχείριση
βάσει
δραστηριοτήτων
— ΠΒΔ: προϋπολογισμός
βάσει
δραστηριοτήτων. [52] Οι
λεπτομέρειες
σχετικά με
τους τρόπους
διαχείρισης,
καθώς και οι
παραπομπές
στον
δημοσιονομικό κανονισμό
είναι
διαθέσιμες
στον δικτυακό
τόπο BudgWeb: http://www.cc.cec/budg/man/budgmanag/budgmanag_en.html [53] ΔΠ =
διαχωριζόμενες
πιστώσεις·/ ΜΔΠ =
μη διαχωριζόμενες
πιστώσεις. [54] ΕΖΕΣ:
Ευρωπαϊκή Ζώνη
Ελεύθερων
Συναλλαγών. [55] Υποψήφιες
για ένταξη
χώρες και,
εφόσον ισχύει,
δυνάμει
υποψήφιες για
ένταξη χώρες
των Δυτικών
Βαλκανίων. [56] Οι
εκτιμήσεις
αυτές
βασίζονται σε
μέσο κόστος 132.000 ευρώ
ετησίως για
έναν υπάλληλο AD.
Εκτιμάται ότι
οι 7 σχετικές
θέσεις θα
καλυφθούν με
προσλήψεις σε
διαφορετικές
χρονικές στιγμές
το 2015, επομένως
το συνολικό
κόστος είναι
το ήμισυ του
κόστους ενός
πλήρους έτους
για 7 υπαλλήλους
με καθεστώς
πλήρους
απασχόλησης.
Ποσά βασισμένα
στον τρέχοντα
μηχανισμό
χρηματοδότησης
που προβλέπεται
στον κανονισμό
ΕΑΑΕΣ (κράτη
μέλη 60% - Κοινότητα
40%). [57] Το έτος N
είναι το έτος
έναρξης
εφαρμογής της
πρότασης/πρωτοβουλίας. [58] Βλ. σημεία 19
και 24 της
διοργανικής
συμφωνίας (για
την περίοδο 2007-2013). [59] Όσον αφορά
τους
παραδοσιακούς
ιδίους πόρους
(δασμούς,
εισφορές
ζάχαρης), τα
αναγραφόμενα
ποσά πρέπει να
είναι καθαρά
ποσά, δηλ. τα
ακαθάριστα
ποσά μετά την
αφαίρεση του 25%
για έξοδα
είσπραξης. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ι Μέρος Α Καταργούμενη
οδηγία με
κατάλογο των
διαδοχικών τροποποιήσεών
της
(κατά το άρθρο 79) Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 10) || || || Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1) Οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 331 της 15.12.2010, σ. 120), Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1), Οδηγία 2013/14/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 31.5.2013, σ. 1), || Μόνο το άρθρο 303 Μόνο το άρθρο 4 Μόνο το άρθρο 62 Μόνο το άρθρο 1 Μέρος
B Κατάλογος
καταληκτικών
ημερομηνιών
μεταφοράς στο
εθνικό δίκαιο
και εφαρμογής
(κατά το άρθρο 79) Οδηγία || Προθεσμία μεταφοράς || Ημερομηνία εφαρμογής 2003/41/ΕΚ 2009/138/ΕΚ 2010/78/ΕΕ 2011/61/ΕΕ 2013/14/ΕΕ || 23.9.2005 31.3.2015 31.12.2011 22.7.2013 21.12.2014 || 23.9.2005 1.1.2016 31.12.2011 22.7.2013 21.12.2014 _____________ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΙΙ Οδηγία 2003/41/ΕΚ || Παρούσα Οδηγία Άρθρο 1 Άρθρο 2 Άρθρο 3 Άρθρο 4 Άρθρο 5 Άρθρο 6 στοιχεία α) και β) Άρθρο 6 στοιχείο γ) Άρθρο 6 στοιχεία δ) έως η) Άρθρο 6 στοιχείο θ) Άρθρο 6 στοιχείο ι) Άρθρο 7 Άρθρο 8 Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο δ) Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο ε) Άρθρο 9 παράγραφος 2 Άρθρο 9 παράγραφος 3 Άρθρο 9 παράγραφος 5 Άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 9 Άρθρο 20 παράγραφος 10 Άρθρο 15 παράγραφοι 1 έως 5 Άρθρο 15 παράγραφος 6 Άρθρο 16 Άρθρο 17 Άρθρο 17α παράγραφοι 1 έως 4 Άρθρο 17α παράγραφος 5 Άρθρο 17β Άρθρο 17γ Άρθρο 17δ Άρθρο 18 παράγραφος 1 Άρθρο 18 παράγραφος 1α Άρθρο 18 παράγραφοι 2 έως 4 Άρθρο 18 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο Άρθρο 18 παράγραφος 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο Άρθρο 18 παράγραφος 6 Άρθρο 18 παράγραφος 7 Άρθρο 10 Άρθρο 12 Άρθρο 9 παράγραφος 4 Άρθρο 19 παράγραφος 1 Άρθρο 19 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο Άρθρο 19 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο Άρθρο 19 παράγραφος 3 Άρθρο 11 παράγραφος 1 Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο στ) Άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο α) Άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο β) Άρθρο 11 παράγραφος 3 Άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β) Άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχεία γ) και δ) Άρθρο 14 παράγραφος 1 Άρθρο 14 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο Άρθρο 14 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο Άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο Άρθρο 14 παράγραφος 3 Άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο Άρθρο 14 παράγραφος 5 Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α) Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως δ) Άρθρο 13 παράγραφος 2 Άρθρο 20 παράγραφος 11 πρώτο εδάφιο Άρθρο 20 παράγραφος 11 δεύτερο εδάφιο Άρθρο 20 παράγραφος 11 τρίτο και τέταρτο εδάφιο Άρθρο 21 παράγραφοι 1 και 2 Άρθρο 21 παράγραφος 2α Άρθρο 21 παράγραφος 3 Άρθρο 21α Άρθρο 21β Άρθρο 22 Άρθρο 23 Άρθρο 24 || Άρθρο 1 Άρθρο 2 Άρθρο 3 Άρθρο 4 Άρθρο 5 Άρθρο 6 στοιχεία α) και β) Άρθρο 6 στοιχείο γ) Άρθρο 6 στοιχεία δ) έως η) Άρθρο 6 στοιχείο θ) Άρθρο 6 στοιχεία ι) έως ιστ) Άρθρο 7 Άρθρο 8 Άρθρο 9 Άρθρο 10 Άρθρο 11 παράγραφος 1 Άρθρο 11 παράγραφος 2 Άρθρο 12 παράγραφοι 1 έως 8 Άρθρο 12 παράγραφος 9 Άρθρο 12 παράγραφος 10 Άρθρο 13 Άρθρο 14 παράγραφοι 1 έως 5 Άρθρο 15 Άρθρο 16 Άρθρο 17 παράγραφοι 1 έως 4 Άρθρο 18 Άρθρο 19 Άρθρο 20 παράγραφος 1 Άρθρο 20 παράγραφος 2 Άρθρο 20 παράγραφοι 3 έως 5 Άρθρο 20 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο Άρθρο 20 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο Άρθρο 20 παράγραφος 7 Άρθρο 20 παράγραφος 8 Άρθρο 21 Άρθρο 22 Άρθρο 23 Άρθρο 24 Άρθρο 25 Άρθρο 26 Άρθρο 27 Άρθρο 28 Άρθρο 29 Άρθρο 30 Άρθρο 31 Άρθρο 32 Άρθρο 33 παράγραφος 1 Άρθρο 33 παράγραφοι 2 έως 7 Άρθρο 34 Άρθρο 35 παράγραφοι 1 και 2 Άρθρο 35 παράγραφος 3 Άρθρο 35 παράγραφος 4 Άρθρο 35 παράγραφοι 5 έως 8 Άρθρο 36 Άρθρο 37 Άρθρο 38 παράγραφος 1 Άρθρο 38 παράγραφος 2 Άρθρο 39 παράγραφος 1 Άρθρο 39 παράγραφος 2 Άρθρο 39 παράγραφος 3 Άρθρο 39 παράγραφος 4 Άρθρο 40 Άρθρο 41 Άρθρο 42 Άρθρο 43 Άρθρο 44 Άρθρο 45 Άρθρο 46 Άρθρο 47 Άρθρο 48 Άρθρο 49 Άρθρο 50 Άρθρο 51 Άρθρο 52 Άρθρο 53 Άρθρο 54 Άρθρο 55 Άρθρο 56 Άρθρο 57 Άρθρο 58 παράγραφος 1 Άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) Άρθρο 59 Άρθρο 60 Άρθρο 61 Άρθρο 62 παράγραφος 1 Άρθρο 62 παράγραφος 2 Άρθρο 62 παράγραφος 3 Άρθρο 62 παράγραφος 4 Άρθρο 62 παράγραφος 5 Άρθρο 62 παράγραφος 6 Άρθρο 62 παράγραφος 7 Άρθρο 63 Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο α) Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως στ) Άρθρο 64 παράγραφος 2 Άρθρο 65 Άρθρο 66 Άρθρο 67 Άρθρο 68 Άρθρο 69 Άρθρο 70 Άρθρο 71 Άρθρο 72 παράγραφος 1 Άρθρο 72 παράγραφος 2 Άρθρο 73 παράγραφοι 1 και 2 Άρθρο 73 παράγραφος 3 Άρθρο 73 παράγραφος 4 Άρθρο 74 Άρθρο 75 Άρθρο 76 Άρθρο 77 Άρθρο 78 Άρθρο 79 Άρθρο 80 Άρθρο 81 _____________