15.1.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 12/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η ευπάθεια των καταναλωτών στις επιχειρηματικές πρακτικές στην ενιαία αγορά»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2015/C 012/01)

εισηγητής:

ο κ. Bernardo Hernández Bataller

Στις 22 Ιανουαρίου 2014, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

Η ευπάθεια των καταναλωτών στις επιχειρηματικές πρακτικές στην ενιαία αγορά

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.

Κατά την 502η σύνοδο ολομέλειας, της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 2014 (συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 2014) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 92 ψήφους υπέρ, 37 κατά και 5 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Τόσο η σταδιακή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης της μεσαίας τάξης, του σημαντικότερου δηλαδή τμήματος των καταναλωτών και γενικότερα της αγοράς της κατανάλωσης, όσο και η οικονομική δυσπραγία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) και η δυσκολία τους να επιβιώσουν — δεδομένων των ισχνών κερδών των επιχειρήσεων σήμερα — έχουν προκαλέσει τη μεταβολή πολλών συναλλακτικών ηθών στην αγορά.

1.2

Μία από τις συνέπειες αυτών των στρεβλώσεων που προκαλούν οι αθέμιτες πρακτικές στην αγορά είναι η επιφυλακτικότητα πολλών καταναλωτών εξαιτίας της οικονομικής τους κατάστασης· μια επιφυλακτικότητα που χαρακτηρίζεται από την αδυναμία λήψης αυτόνομων αποφάσεων και τη δυσκολία προάσπισης των σχετικών δικαιωμάτων τους. Οι καταναλωτές αυτοί χρήζουν επίσης προστασίας από αυτές τις πολιτικές, για να μην βρεθούν αποκλεισμένοι.

1.3

Συν τοις άλλοις, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης παρατηρείται μια γενική και συνεχής τάση βαθμιαίας αποδυνάμωσης των εν δυνάμει καταναλωτών, με αποτέλεσμα να αναμένεται ότι θα διευρυνθεί περαιτέρω αυτό το χάσμα στην κατανάλωση. Μέχρι σήμερα, οι δημόσιες αρχές δεν έχουν προτείνει κάποιο συστημικό μέτρο για την αποτροπή αυτής της διολίσθησης των καταναλωτών και για την προστασία τους.

1.4

Εξάλλου, η διόρθωση αυτών των ανισορροπιών θα βελτίωνε τη θέση των παραγωγών και των ΜΜΕ, στο μέτρο που το καθεστώς διαφάνειας και ελεύθερου ανταγωνισμού θα τους απήλλασσε από ένα μέρος της πίεσης που υφίστανται (φθίνουσα ζήτηση, εξοντωτικές τιμές κάτω του κόστους κ.λπ.), η οποία επιτείνει τη δυσλειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

1.5

Πρέπει να ληφθούν μέτρα πρόληψης, προστασίας, μετριασμού και αποκατάστασης, τα οποία, με την επιφύλαξη των προτάσεων που περιλαμβάνονται στη γνωμοδότηση, θα συνίστανται τουλάχιστον στα εξής:

A.

Από την πλευρά των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, πρέπει να ληφθούν μέτρα με στόχο:

1)

να ληφθεί μέριμνα για την καλύτερη εφαρμογή των κανόνων της ενιαίας αγοράς και δη όσων αφορούν την ασφάλεια των προϊόντων και την εποπτεία της αγοράς, την οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και τον κανονισμό για τη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τις αρχές προστασίας του καταναλωτή·

2)

να στηριχθούν, να συμπληρωθούν και να παρακολουθούνται οι πολιτικές των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών·

3)

να παρακολουθούνται τα νέα εμπόδια που ανακύπτουν και τα οποία δυσχεραίνουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (π.χ. οι ασκούμενες οικονομικές πιέσεις στη σύναψη συμβολαίων με τους καταναλωτές) με τη λήψη μέτρων υπέρ της ορθής απαλοιφής τους.

B.

Από την πλευρά των κρατών μελών πρέπει:

1)

να επιδοτηθούν καταλλήλως οι ενώσεις καταναλωτών, έτσι ώστε να μπορούν να επιτελούν το καθήκον της προστασίας των δικαιωμάτων όλων των καταναλωτών. Πρέπει να εξεταστεί η λύση της σύστασης ενός ταμείου, χρηματοδοτούμενου από τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις σε θέματα κατανάλωσης, με σκοπό την εκπόνηση και εφαρμογή πολιτικών προστασίας των καταναλωτών και ιδίως τη λήψη μέτρων γενικού συμφέροντος και υπέρ του συνόλου των καταναλωτών. Πριν συσταθεί και τεθεί σε λειτουργία το εν λόγω ταμείο — σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία κάθε κράτους μέλους —, θα ήταν σκόπιμο να πραγματοποιηθεί σχετική μελέτη βάσει των εμπειριών από κράτη μέλη, στα οποία υφίστανται ήδη τέτοια ταμεία·

2)

να ληφθούν μέτρα — υπό τα εθνικά συστήματα κοινωνικής προστασίας — προς αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού των καταναλωτών και εν γένει των πολιτών, που υπερβαίνει το 30 % των δεικτών πολυδιάστατης φτώχειας, ιδίως όσον αφορά την παροχή απαραίτητων βασικών υπηρεσιών και την πρόσβαση σε αυτές. Προς τούτο, το κάθε κράτος μέλος πρέπει να συμβάλει ανάλογα με τις ανάγκες του, καταρτίζοντας και εφαρμόζοντας ένα «σχέδιο διάσωσης των πολιτών», που θα συμβάλει στην αναθέρμανση της οικογενειακής οικονομίας και θα ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

1.6

Πρέπει όλες οι ενωσιακές πολιτικές να είναι σύμφυτες με το συμφέρον των καταναλωτών. Συνεπώς, πρέπει μέρος των συναφών ενωσιακών προγραμμάτων να αποβλέπει ειδικά στην υποστήριξη των ενώσεων προστασίας του καταναλωτή μέσω μέτρων γενικής εμβέλειας και με σκοπό την ενσωμάτωση των καταναλωτών που είναι οικονομικά αδύναμοι λόγω αναπάντεχων περιστάσεων.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η διάρκεια και η οξύτητα της τρέχουσας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, καθώς και τα μέτρα που έλαβαν ουκ ολίγες κυβερνήσεις κρατών μελών της ΕΕ είχαν παρενέργειες στην προσφορά και στη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών σχετικές με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης που υπέστη η πλειονότητα των καταναλωτών, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό του κοινωνικού συνόλου.

2.2

Οι περικοπές των μισθών οδήγησαν στην τροποποίηση των καταναλωτικών ηθών των πολιτών, στην προσπάθεια των τελευταίων να προσαρμόσουν τα οικονομικά του νοικοκυριού στις νέες οικονομικές τους δυνατότητες.

2.3

Η απώλεια πηγών εισοδήματος — ακόμα και αν συνυπολογιστεί σε ορισμένες περιπτώσεις η αρωγή των οικογενειακών δικτύων — και η αυξανόμενη αποκεφαλαιοποίηση πολλαπλασίασαν τους οικονομικά αδύναμους καταναλωτές που είναι αντιμέτωποι με το φάσμα του κοινωνικού αποκλεισμού, κυρίως δε όσον αφορά ορισμένα βασικά προϊόντα, υπηρεσίες και λοιπές παροχές, οδηγώντας τους σε μια κατάσταση, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συγκυριακή αδυναμία.

2.4

Επίσης, η υποβάθμιση τμήματος των καταναλωτών στις κατηγορίες με τη μειωμένη αγοραστική δύναμη, σε συνδυασμό με τον οικονομικό αποκλεισμό και την ανεργία, περιόρισαν περαιτέρω την ευκολία πρόσβασης στις συμβατικές αγορές αγαθών και υπηρεσιών και οδήγησαν στην ανάδειξη εναλλακτικών πεδίων και δικτύων εμπορίας, τα οποία ενίοτε προκαλούν τη δυσλειτουργία της αγοράς.

2.5

Για στατιστικούς λόγους είναι σημαντικό να γίνεται χρήση του δείκτη πολυδιάστατης φτώχειας (στα αγγλικά MPI) (1) για τη στάθμιση και τη λήψη αποφάσεων κατά του κοινωνικού αποκλεισμού. Με τον εν λόγω δείκτη εξετάζονται διάφορες βασικές παράμετροι, όπως η εκπαίδευση, η υγεία και οι συνθήκες διαβίωσης, βάσει 10 επιμέρους δεικτών (σχετικών με την ποιότητα ζωής και την κοινωνική ευημερία)· βάσει αυτών, φτωχοί θεωρούνται όσοι υφίστανται ελλείψεις τουλάχιστον στο 30 % των εξεταζόμενων δεικτών. Συνεπώς, είναι σημαντικό να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη μέτρα με στόχο να μην ξεπερνιέται το όριο αυτό.

2.6

Επιπροσθέτως, η οικονομική δυσπραγία των καταναλωτών εξαιτίας της κρίσης τούς αποστερεί από ορισμένα απαραίτητα μέσα για τη χρήση του ηλεκτρονικού εμπορίου, με αποτέλεσμα να έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε πιο συμφέρουσες αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι, το ψηφιακό χάσμα προκαλεί συνακόλουθα διεύρυνση του κοινωνικού, καθότι δυσχεραίνεται η προστασία των καταναλωτών από κινδύνους σχετικούς με την οικονομική κρίση και την πολυπλοκότητα των ψηφιακών αγορών.

2.7

Συν τοις άλλοις, οι λόγω κρίσης οικονομικά ασθενείς καταναλωτές έχουν ελλιπή ενημέρωση και προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων κατά τις συναλλαγές τους σε τμήματα της αγοράς που μοιάζουν να απευθύνονται ολοένα και περισσότερο σε αυτούς.

2.8

Τέλος, ο περιορισμός των μέσων που θέτει στη διάθεση του καταναλωτή το κράτος, λόγω των πολιτικών λιτότητας που ακολουθούνται τα τελευταία χρόνια, πλήττει σοβαρά ιδίως την αποτελεσματικότητα του ελέγχου και της εποπτείας της αγοράς. Επίσης, όπως έχει ήδη επισημάνει η ΕΟΚΕ (2), η ΕΕ έχει προβεί σε μείωση για την περίοδο 2014-2020 των κονδυλίων υπέρ του πολυετούς προγράμματος για τους καταναλωτές (3).

3.   Συναλλακτικά ήθη που ενδέχεται να πλήττουν την προστασία των καταναλωτών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης

3.1

Εξαιτίας των ποικίλων χαρακτηριστικών και του αντικτύπου των διαφόρων συναλλακτικών ηθών που επικρατούν στην αγορά, οι οικονομικά ασθενέστεροι — λόγω της οικονομικής κρίσης — καταναλωτές δυσκολεύονται ακόμα περισσότερο να ικανοποιήσουν τις πιο βασικές τους ανάγκες.

3.2

Η ικανοποίηση των προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών και των χρηστών δεν μπορεί να τεθεί σε διαπραγμάτευση με τους παρόχους των αγαθών και υπηρεσιών· πρέπει να προστατεύονται οι καταναλωτές έναντι οποιουδήποτε σχετικού κινδύνου και πρέπει να απαγορεύεται — κατ’ εφαρμογή της αρχής της πρόληψης (υπό την έννοια της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 2000) — η εμπορία όσων προϊόντων, αγαθών και υπηρεσιών θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα ή την ψυχική τους υγεία ή πλήττουν τα έννομα οικονομικά τους συμφέροντα, με την επιφύλαξη της γενικής υποχρέωσης ασφάλειας, η οποία ισχύει για οποιοδήποτε προϊόν απευθύνεται στους καταναλωτές ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που χρησιμοποιούνται από τους καταναλωτές κατά την παροχή υπηρεσίας.

3.3

Οι βασικές ανάγκες της διατροφής ενός καταναλωτή, όχι μόνο δεν μπορούν να ικανοποιηθούν καταλλήλως σε περιπτώσεις οικονομικής δυσπραγίας, αλλά ενδέχεται να μεταβληθούν δραστικά από την προσφορά φθηνότερων και άρα λιγότερο θρεπτικών ειδών διατροφής.

3.4

Εξάλλου, το ίδιο ισχύει και για τις συνθήκες συντήρησης και πώλησης των ευπαθών προϊόντων με ημερομηνία λήξης.

3.5

Συν τοις άλλοις, υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες — για λόγους μείωσης της τιμής — πωλούνται προϊόντα ή παρέχονται υπηρεσίες, που δεν πληρούν τις προδιαγραφές εμπορίας τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μη διάθεση τέτοιων προϊόντων, με την ενεργό παρέμβαση και την επαγρύπνηση των αρχών κάθε κράτους μέλους. Όπως έχει ήδη υποδείξει η ΕΟΚΕ (4), πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να εγκριθεί η αναθεώρηση της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων και εν συνεχεία να τεθεί αμέσως σε ισχύ.

3.6

Υπό αυτήν την έννοια, πρέπει επίσης να εξεταστεί η εσκεμμένη χρήση παραπλανητικών όρων και ονομασιών ως προς τα χαρακτηριστικά του προϊόντος με το προκάλυμμα της ειδικής προσφοράς ή της έκπτωσης στην τιμή. Όσον αφορά την παραπλανητική διαφήμιση, τόσο ως προς τις εκστρατείες προώθησης προϊόντων με υποτιθέμενο ηθικό χαρακτήρα που ωθούν τον καταναλωτή να αγοράσει το προϊόν με την ψευδαίσθηση της πράξης αλληλεγγύης, όσο και στην περίπτωση των παραπλανητικών επισημάνσεων σχετικά με το περιβάλλον, είναι συχνά δύσκολο να επαληθευτεί το αληθές των εν λόγω ισχυρισμών.

3.7

Επίσης, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εμπορία προϊόντων γενικής ονομασίας με «ιδιωτική ετικέτα» έτσι ώστε να εφαρμόζονται ομοίως οι ισχύουσες προδιαγραφές και οι απαιτήσεις εμπορίας.

3.8

Ομοίως, στον διατροφικό τομέα ιδιαίτερη ανησυχία γεννά η διάδοση εναλλακτικών δικτύων εμπορίας που δεν υπόκεινται στον σχετικό διοικητικό έλεγχο. Τέτοια περίπτωση είναι αυτή της λεγόμενης «διατροφικής απάτης» (5), η οποία συνίσταται στην παραποίηση βασικών προϊόντων, στην παράνομη εμπορία ειδών διατροφής, στην εκ νέου διάθεση προϊόντων που έχουν κριθεί ακατάλληλα προς ανθρώπινη κατανάλωση κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και για την εμπορία χωρίς συνταγογραφία φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία δεν είναι ΜΥΣΥΦΑ (6) και παρασκευάζονται χωρίς εγγυήσεις, συνιστώντας απομίμηση του αυθεντικού και εγκεκριμένου φαρμακευτικού προϊόντος, καθώς και σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία.

3.9

Από την άλλη πλευρά, ορισμένα προϊόντα είναι κατασκευασμένα σύμφωνα με την αρχή της προγραμματισμένης απαρχαίωσης· τούτο σημαίνει ότι έχουν εσκεμμένα μικρότερη διάρκεια ζωής, με συνέπεια να καθίσταται υποχρεωτική η αγορά νέου, σε αντίθεση με τα κριτήρια της βιωσιμότητας και των αποδοτικών δαπανών του καταναλωτή, όπως αναλύεται και στη σχετική γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (7).

3.10

Γενικά, η προσφορά προϊόντων μη τυποποιημένης εμπορίας (συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου) γεννά στους οικονομικά πιο αδύναμους καταναλωτές μια αβεβαιότητα όσον αφορά την ικανότητα διαφοροποίησής τους. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, με την εν λόγω μορφή εμπορίας επιδιώκεται η αυτοτέλεια της ζήτησης από αυτή τη μερίδα καταναλωτών μέσω παραπλανητικών μηνυμάτων ως προς την τιμή, τις ευκολίες πληρωμής, τις εικονικές εκπτώσεις στην τιμή (ενίοτε μέσω των λεγόμενων «δυναμικών τιμών» (8), οι οποίες θα έπρεπε να απαγορευτούν ρητώς), τα κουπόνια ή τις δωροεπιταγές, που, όχι σπάνια, προτρέπουν στην αγορά, βάσει της ασύμμετρης θέσης όσων παρεμβάλλονται στην εμπορική συναλλαγή. Εξάλλου, αρκετά συχνά, σε ιστοτόπους με συγκρίσεις τιμών δεν διευκρινίζεται η ιδιότητα του εμπόρου-διαχειριστή τους, ούτε αν πρόκειται για πληρωμένες καταχωρίσεις προϊόντων ή υπηρεσιών.

3.11

Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων των νέων τεχνολογιών παρέχει την ευκαιρία στους οικονομικά αδύναμους καταναλωτές να διευρύνουν το φάσμα με τις διαθέσιμες προσφορές προϊόντων και να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, χαμηλώνοντας έτσι το κόστος διανομής που δεν αφορά άμεσα το εκάστοτε προϊόν.

3.12

Γενικά, μια εμπορική συναλλαγή που συνοδεύεται από περιορισμούς στις εγγυήσεις που δικαιούται ο καταναλωτής ως αντιστάθμισμα της μειωμένης τιμής του προσφερόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας συνεπάγεται μικρότερη κατοχύρωση των οικονομικών του συμφερόντων και δικαιωμάτων. Συνέπεια αυτού είναι η αύξηση της ευπάθειας που ευνοεί την εκδήλωση αρνητικών αναδράσεων που μπορούν με τη σειρά τους να προξενήσουν νέα προβλήματα στον οικονομικά αδύναμο καταναλωτή.

3.13

Ιδιαίτερο αντίκτυπο στην υγεία των ευρισκόμενων σε οικονομική στενότητα καταναλωτών έχει ολοένα και περισσότερο το φαινόμενο της ενεργειακής πενίας σε όσες περιοχές της ΕΕ οι κλιματολογικές συνθήκες έχουν σημαντική επίδραση. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να εξετάζεται η εφαρμογή του μέτρου της «χειμερινής ανάπαυλας» ή οποιουδήποτε άλλου μπορεί να ληφθεί από τους ενεργειακούς παρόχους σε περιπτώσεις κινδύνου εξαιτίας της διακοπής της παροχής λόγω αδυναμίας — και δη αναπάντεχης — του συνδρομητή να πληρώσει τον λογαριασμό.

3.14

Επίσης, στα ανωτέρω πρέπει να προστεθούν οι επιζήμιες μέθοδοι που ακολουθούν ορισμένες εταιρείες, προκαλώντας ενίοτε μη αναστρέψιμες ζημίες στα ήδη επιβαρυμένα οικονομικά ορισμένων νοικοκυριών. Αυτές οι μέθοδοι αφορούν ιδίως καταθέσεις, λογαριασμούς ταμιευτηρίου και χρηματοπιστωτικά προϊόντα που διατίθενται με ανακριβή ενημέρωση και χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις, όπως π.χ. στην περίπτωση των καταναλωτικών δανείων με ιδιαίτερα υψηλό ετήσιο επιτόκιο. Τούτο συνιστά για πολλούς καταναλωτές την «κρίση της κρίσης» ή την εξανέμιση των ελπίδων τους για το μέλλον λόγω της υπερχρέωσης του νοικοκυριού ή, ακόμα και της απόλυτης χρεωκοπίας όλης της οικογένειας.

3.15

Οι περιπτώσεις που περιγράφονται στο προηγούμενο σημείο κατ’ επέκταση αφορούν και πιο ειδικά πεδία όπως η κρίση των ενυπόθηκων δανείων, τα «υποτιμημένα ασφαλιστήρια» κ.λπ. που αυξάνουν και παρατείνουν την επισφάλεια όσων καταναλωτών βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η καταχρηστική είσπραξη προμηθειών, που συχνά συνδέεται με την απουσία διαφάνειας στις τραπεζικές συναλλαγές, και η οποία οδηγεί ακόμη και σε εξαπάτηση όχι μόνο των μικροεπενδυτών, αλλά και των ιδιωτών επενδυτών, σε σχέση με συναλλαγές αξιών στις οποίες εισάγονται από τα ίδια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή από άλλα, που δραστηριοποιούνται στον κλάδο χωρίς όμως να έχουν άδεια λειτουργίας.

3.16

Όσον αφορά τις συναλλαγές πέραν των εθνικών συνόρων, η ανόμοια μεταφορά και εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ με θέμα τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων (9) ενέχει τον κίνδυνο περιορισμού της εμβέλειάς της, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται η μέγιστη ασφάλεια δικαίου στις επιχειρήσεις. Η καλύτερη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας θα ενίσχυε την προστασία των καταναλωτών. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να μεριμνήσει για την ορθή εφαρμογή της σε όλα τα κράτη μέλη και προς τούτο θα ήταν σκόπιμη η ταχεία έγκριση ορισμένων κατευθυντήριων γραμμών εν είδει διευκρινίσεων του περιεχομένου της οδηγίας, σύμφωνα με την πρακτική της αποτελεσματικότητα.

3.17

Όσον αφορά τις αθέμιτες εμπορικές μεθόδους, πρέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβλέπει τα μέτρα που οφείλουν να θεσπίσουν τα κράτη μέλη για περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις της οδηγίας. Τα πρόστιμα που θα πρέπει να επιβάλλονται — κατά γενικό κανόνα — δεν πρέπει να είναι μικρότερα από τα κέρδη που αποκομίζει κάποιος εφαρμόζοντας μια μέθοδο που θεωρείται αθέμιτη ή παραπλανητική. Επίσης, οι διαδικασίες — συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών — πρέπει να είναι κατάλληλες και αποτελεσματικές για την εκπλήρωση των σκοπών της οδηγίας.

3.18

Στο μέλλον, και για λόγους μεγαλύτερης συνέπειας του ενωσιακού Δικαίου, θα πρέπει να αναθεωρηθούν ταυτόχρονα και συγχρονισμένα η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και η οδηγία για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση, όπως άλλωστε έχει ήδη εισηγηθεί η ΕΟΚΕ (10).

3.19

Ουσιαστικά, το ζητούμενο είναι να αποφευχθεί η μετατροπή μιας ενιαίας αγοράς σε διπολική, η λιγότερο προσφιλής πλευρά της οποίας θα υπάρχει για τους μη έχοντες και όσους χρήζουν μεγαλύτερης βοήθειας. Ιδίως όσον αφορά αυτούς τους ασθενέστερους οικονομικά καταναλωτές, πρέπει τα συναλλακτικά ήθη να διέπονται από αυστηρές αρχές. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των καταναλωτών ως προς την πρόσβαση στα βασικά προϊόντα, υπηρεσίες και λοιπές παροχές σε επαρκείς ποσότητες και με συνεχή ροή, έτσι ώστε να μπορούν να διαβιούν με αξιοπρέπεια και γι’ αυτό οφείλουν να μεριμνούν οι αρμόδιες δημόσιες αρχές.

4.   Προτάσεις θεσμικής δράσης για την καταπολέμηση της αναπάντεχης οικονομικής αδυναμίας των καταναλωτών

4.1

Η ΕΟΚΕ καλεί τις καθ’ ύλην αρμόδιες αρχές να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα αφ’ ενός μεν για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης σε βασικά προϊόντα και υπηρεσίες, αφ’ ετέρου δε για τη ρητή και ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων όσων καταναλωτών και χρηστών έχουν πληγεί περισσότερο από την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, λόγω αναπάντεχων περιστάσεων. Το ζητούμενο είναι να αποφευχθεί η κοινωνική περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων και προς τούτο, όπως έχει ήδη εισηγηθεί η ΕΟΚΕ, πρέπει να εφαρμοστούν μέτρα όπως η ρύθμιση της υπερχρέωσης των νοικοκυριών (11), έτσι ώστε να μετριαστεί η υψηλή πίεση που δέχονται τα οικονομικά ορισμένης μερίδας του πληθυσμού.

4.2

Συν τοις άλλοις, η ειδική προάσπιση των δικαιωμάτων των — για αναπάντεχους λόγους — οικονομικά αδύναμων καταναλωτών, και δη η μέριμνα για την πρόσβασή τους κατά τρόπο αξιοπρεπή στην αγορά βασικών προϊόντων και υπηρεσιών, πρέπει να αποτελέσει πρωταρχικό μέλημα των δημόσιων πολιτικών στην ΕΕ για την προστασία του καταναλωτή και την εφαρμογή της συναφούς νομοθεσίας.

4.3

Τα διάφορα αυτά μέτρα μπορούν να διακριθούν σε τέσσερις κατηγορίες: α) πρόληψης, β) προστασίας, γ) μετριασμού και δ) αποκατάστασης.

4.4

Η εκπόνηση ενός σχεδίου δράσης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον μέτρα με γνώμονα αυτές τις κατηγορίες.

4.5

Πρωτίστως, πρέπει να συσταθεί ένα ταμείο, χρηματοδοτούμενο από τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις σε θέματα κατανάλωσης, με σκοπό την υποστήριξη πολιτικών προστασίας των καταναλωτών και ιδίως μέτρων γενικού συμφέροντος υπέρ του συνόλου του πληθυσμού, μέσω του μηχανισμού των συλλογικών αγωγών. Τα μέτρα αυτά θα λαμβάνουν οι ενώσεις καταναλωτών, οι δημόσιες αρχές και λοιποί καθ’ ύλην αρμόδιοι φορείς, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.

4.6

Σε περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων που θέτουν σε κίνδυνο ή βλάπτουν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, πρέπει να ενισχυθεί η δικαιοδοσία των αρμόδιων αρχών να επιβάλλουν κυρώσεις, με δυνατότητα ακόμη και να αποφασίζουν την κατάσχεση ή/και δήμευση των χρησιμοποιούμενων εργαλείων και αγαθών, καθώς και την αναστολή της λειτουργίας της επιχείρησης, σε πλήρη συμμόρφωση με τις εγγυήσεις που παρέχει το κράτος δικαίου.

4.7

Τα μέτρα προληπτικού χαρακτήρα είναι αυτά που θα στοχεύουν στους διάφορους εξωτερικούς παράγοντες που προκαλούν την αύξηση του αριθμού των — για λόγους αναπάντεχους και πάντως συναφείς με την κρίση — οικονομικά αδύναμων καταναλωτών, καθώς και στην εκδήλωση φαινομένων και μεθόδων που ενδέχεται να επηρεάσουν κατά τρόπο διαφοροποιημένο τη συγκεκριμένη μερίδα καταναλωτών.

4.8

Συμπληρωματικά προς τους εξωτερικούς παράγοντες, πρέπει να ληφθούν αυστηρά μέτρα τόσο για την ενίσχυση της θέσης των εκπροσώπων των καταναλωτών στον οικονομικό και κοινωνικό διάλογο, όσο και για την ενθάρρυνσή τους να λάβουν μέρος, μεταξύ άλλων, σε συνεργατικά εγχειρήματα, αγορές από κοινού ή αγορές βάσει της συνεργατικής οικονομίας.

4.9

Ομοίως, ένα βασικό μέτρο προληπτικού χαρακτήρα είναι η σύσταση παρατηρητηρίου, το οποίο θα παρακολουθεί τις στρατηγικές πολιτικές που υιοθετούνται στους κρίσιμους κλάδους — όπως είναι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τα οπτικοακουστικά μέσα, τα καύσιμα, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, τα ολιγοπώλια της ενέργειας, η στέγαση κ.λπ.— και οι οποίες ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν κίνδυνο στον οποίο είναι πιο ευάλωτοι οι πλέον αδύναμοι καταναλωτές.

4.10

Εν τέλει, το ζητούμενο είναι να γίνουν ενέργειες συνδεδεμένες με τον κόσμο της οικονομίας, των χρηματοοικονομικών και της εργασίας, καθώς και με πεδία συναφή με τον αρνητικό αντίκτυπο που έχουν ενίοτε οι νέες τεχνολογίες στην πρόσβαση των ατόμων στις αγορές υλικών αγαθών και υπηρεσιών και με γνώμονα την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών και των χρηστών. Σε αυτό το εγχείρημα πρέπει να συμπεριληφθούν και όσες διαφημιστικές δραστηριότητες και εκστρατείες προώθησης προϊόντων μπορούν να προκαλέσουν αποφάσεις δυσμενείς για την κατάσταση αυτών των ατόμων ή να διαστρεβλώσουν τα κριτήρια βάσει των οποίων πραγματοποιούν τις αγορές τους.

4.11

Τα δε προστατευτικά μέτρα θα αποσκοπούν στην ενίσχυση των μηχανισμών άμυνας των ευρισκόμενων σε μειονεκτική ή εξαρτημένη θέση καταναλωτών και χρηστών, και δη όταν πρόκειται για τη δυνατότητα παροχής τεχνικής και νομικής προστασίας, καθώς και για την αποζημίωση ή αποκατάσταση προκληθείσας ζημίας με γνώμονα την ειδική κατάσταση των — για αναπάντεχους λόγους — οικονομικά αδύναμων καταναλωτών.

4.12

Πρέπει να συσφιχθεί η συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τις αρμόδιες εθνικές αρχές και να αναλυθεί εις βάθος το πεδίο εφαρμογής με την προσθήκη παρόμοιων μηχανισμών επαλήθευσης. Επίσης, πρέπει να υπάρξει περαιτέρω εναρμόνιση των κυρώσεων, της αποτελεσματικότητας και των μηχανισμών λειτουργίας του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών. Επιπλέον, πρέπει οι καταναλωτές να μπορούν να επιλέγουν ασφαλή προϊόντα και υπηρεσίες, στοιχείο που προϋποθέτει την αποτελεσματική εποπτεία των αγορών. Γι’ αυτόν τον λόγο, η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι θα εγκριθεί η αναθεώρηση της σχετικής με την ασφάλεια των προϊόντων νομοθεσίας.

4.13

Όσον αφορά τα μέτρα μετριασμού, αυτά αφορούν παρεμβάσεις υπέρ όσων καταναλωτών έχουν ήδη περιέλθει σε άσχημη οικονομική κατάσταση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Σκοπός των λόγω μέτρων είναι η αρωγή των πληγέντων έτσι ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αυτές τις καταστάσεις, στο μέτρο που θα μπορούν να ικανοποιούν στο μέλλον τις βασικές τους ανάγκες με όρους αξιοπρεπούς διαβίωσης.

4.14

Τόσο σε αυτή την κατηγορία μέτρων όσο και στα μέτρα αποκατάστασης που μπορούν να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη είναι σημαντικό να εξεταστεί η λύση της συνδρομής εκ μέρους των οικογενειακών και κοινωνικών δικτύων· από την πλευρά τους, τα δίκτυα αυτά πρέπει να υποστηρίζονται θεσμικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες έτσι ώστε να μπορούν να επιτελούν αυτή τη λειτουργία. Στη σύσταση αυτών των ταμείων αλληλεγγύης θα μπορούσαν να συντελέσουν και πόροι από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, προς αποφυγή φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού, μέσω της εκπλήρωσης των σκοπών τους.

4.15

Στα μέτρα αποκατάστασης συμπεριλαμβάνονται όλα όσα προωθούν εναλλακτικές λύσεις για την απεμπλοκή του ατόμου από το οικονομικό τέλμα κατά τρόπο πραγματικά βιώσιμο. Επί του προκειμένου, συνιστάται η κατάρτιση και εφαρμογή ενός «σχεδίου διάσωσης των πολιτών», που θα συμβάλει στην αναθέρμανση της οικογενειακής οικονομίας μέσω της ανάκτησης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, θα αντισταθμίζει τις απώλειες και περικοπές που υπέστησαν κατά την οικονομική κρίση και θα αντιστοιχεί κατά ισότιμο τρόπο στα μέτρα που προβλέφθηκαν για τη διάσωση των τραπεζών, από τα οποία επωφελήθηκαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τούτο είναι περισσότερο σύμφωνο με το σημείο 5 των κατευθυντήριων γραμμών που εξέδωσε το 1999 ο ΟΗΕ για την προστασία του καταναλωτή: «Οι πολιτικές προαγωγής της βιώσιμης κατανάλωσης πρέπει να αποσκοπούν στην απαλοιφή της φτώχειας, στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των μελών της κοινωνίας και στον περιορισμό των ανισοτήτων, τόσο σε εθνική όσο και σε διακρατική κλίμακα».

4.16

Επίσης το άρθρο 34 παράγραφος 3 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και για λόγους καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, παρέχει τη δυνατότητα στην ΕΕ και στα κράτη μέλη να εγκαθιδρύουν μηχανισμούς που θα εγγυώνται μια αξιοπρεπή διαβίωση σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους.

4.17

Τέλος, θα ήταν ενδιαφέρουσα η διεξαγωγή ερευνών και μελετών με θέμα τα αίτια που προκαλούν τη δημιουργία και τη διάδοση της οικονομικής δυσπραγίας των καταναλωτών.

4.18

Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να παρακωλύσουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς περιλαμβάνονται οι οικονομικές πιέσεις που ασκούνται εις βάρος του καταναλωτή κατά την εμπορική συναλλαγή, εξαιτίας της άνισης και εξαρτημένης θέσης στην οποία βρίσκεται. Αυτή η θέση ενδέχεται να επηρεάσει τη θέλησή του και να αποτελέσει ελάττωμα βουλήσεως κατά την αποδοχή της συναλλαγής. Σε αυτές τις περιπτώσεις επιβάλλονται στους καταναλωτές είτε συμβάσεις, τις οποίες δεν θα είχαν κανονικά υπογράψει ή αποδεχθεί, είτε δυσανάλογες ρήτρες, τις οποίες επίσης δεν θα είχαν κάνει δεκτές οικειοθελώς.

4.19

Η ΕΟΚΕ οφείλει να αναλύσει τόσο αυτό το ελάττωμα που επηρεάζει την αποδοχή της σύμβασης από την πλευρά του καταναλωτή, όσο και τη στρέβλωση που προκαλεί στον ανταγωνισμό η δυσλειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Τα δε υπόλοιπα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να αποδώσουν στο εν λόγω ζήτημα τη δέουσα σημασία, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή φαινομένων άσκησης οικονομικών πιέσεων στις εμπορικές συναλλαγές όσων καταναλωτών βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική θέση.

Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 2014

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Henri MALOSSE


(1)  Στατιστικός δείκτης που δημιούργησαν το 2010 ο ΟΗΕ και το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με σκοπό τον υπολογισμό της φύσης και της έντασης της φτώχειας.

(2)  ΕΕ L 181 της 21.6.2012, σ. 89.

(3)  ΕΕ L 84 της 20.3.2014, σ. 42.

(4)  ΕΕ C 271 της 19.9.2013, σ. 86.

(5)  Τη δράση αυτών των δικτύων ερευνά η μονάδα Διακίνησης Παράνομων Προϊόντων της Ιντερπόλ (επιχείρηση Opson).

(6)  Μη υποχρεωτικώς συνταγογραφούμενα φάρμακα.

(7)  ΕΕ C 67 της 6.3.2009, σελ. 23.

(8)  Μέσο προώθησης προϊόντων που συνίσταται σε ένα ελαστικό σύστημα καθορισμού τιμών — αναλόγως με την προσφορά και τη ζήτηση — σε δεδομένη χρονική στιγμή και το οποίο δίνει την ψευδαίσθηση στον καταναλωτή ότι πρόκειται για έκπτωση.

(9)  ΕΕ L 149 της 11.06.2005, σ. 22.

(10)  ΕΕ C 271 της 19.09.2013, σ. 61.

(11)  ΕΕ C 311 της 19.9.2013, σ. 38.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδοτηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Οι ακόλουθες τροπολογίες συγκέντρωσε άνω του ενός τετάρτου των ψήφων, αλλά απορρίφθηκαν κατά τη συζήτηση (Άρθρο 54(3) του Εσωτερικού Κανονισμού):

α)   Σημείο 1.3

Να τροποποιηθεί ως εξής:

Συν τοις άλλοις, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης παρατηρείται μια γενική και συνεχής τάση βαθμιαίας αποδυνάμωσης της οικονομικής κατάστασης των εν δυνάμει καταναλωτών, με αποτέλεσμα να αναμένεται ότι θα διευρυνθεί περαιτέρω αυτό το χάσμα στην κατανάλωση. Μέχρι σήμερα, οι δημόσιες αρχές δεν έχουν προτείνει κάποιο συστημικό μέτρο για την αποτροπή αυτής της διολίσθησης των καταναλωτών και για την προστασία τους.

Αιτιολογία

Πρέπει να εξηγηθεί τι αποδυναμώνεται.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Υπέρ:

49

Κατά:

86

Αποχές:

3

β)   Σημείο 3.5

Να τροποποιηθεί ως εξής:

Συν τοις άλλοις, υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες — για λόγους μείωσης της τιμής — πωλούνται καταχρηστικά προϊόντα ή παρέχονται υπηρεσίες, που δεν πληρούν τις προδιαγραφές εμπορίας τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μη διάθεση τέτοιων προϊόντων παράνομα, με την ενεργό παρέμβαση και την επαγρύπνηση των αρχών κάθε κράτους μέλους. Όπως έχει ήδη υποδείξει η ΕΟΚΕ  (1) , πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να εγκριθεί η αναθεώρηση της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων και εν συνεχεία να τεθεί αμέσως σε ισχύ.

Αιτιολογία

Αγαθά/υπηρεσίες που δεν πληρούν τις προδιαγραφές εμπορίας τους δεν μπορούν να πωληθούν, κατά συνέπεια κάθε διάθεση τέτοιων αγαθών/υπηρεσιών είναι παράνομη.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Υπέρ:

42

Κατά:

77

Αποχές:

14

Τα ακόλουθα σημεία της γνωμοδότησης του τμήματος τροποποιήθηκαν κατά την έγκριση των αντίστοιχων τροπολογιών στη σύνοδο ολομέλειας, αλλά συγκέντρωσαν περισσότερο από το ένα τέταρτο των ψήφων (άρθρο 54, παράγραφος 4, του ΕΚ):

γ)   Νέο σημείο 4.9

Ομοίως, ένα βασικό μέτρο προληπτικού χαρακτήρα είναι η σύσταση παρατηρητηρίου, το οποίο θα παρακολουθεί τις στρατηγικές πολιτικές που υιοθετούνται στους κρίσιμους κλάδους — όπως είναι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τα οπτικοακουστικά μέσα, τα καύσιμα, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, τα ολιγοπώλια της ενέργειας, η στέγαση κ.λπ. — και οι οποίες ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν κίνδυνο στον οποίο είναι πιο ευάλωτοι οι πλέον αδύναμοι καταναλωτές.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Υπέρ:

60

Κατά:

58

Αποχές:

9

δ)   Σημείο 4.14 (νέο σημείο 4.15)

Στα μέτρα αποκατάστασης συμπεριλαμβάνονται όλα όσα προωθούν εναλλακτικές λύσεις για την απεμπλοκή του ατόμου από το οικονομικό τέλμα κατά τρόπο πραγματικά βιώσιμο. Επί του προκειμένου, συνιστάται η κατάρτιση και εφαρμογή ενός «σχεδίου διάσωσης των πολιτών», που θα συμβάλει στην αναθέρμανση της οικογενειακής οικονομίας μέσω της ανάκτησης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, θα αντισταθμίζει τις απώλειες και περικοπές που υπέστησαν κατά την οικονομική κρίση και θα αντιστοιχεί κατά ισότιμο τρόπο στα μέτρα που προβλέφθηκαν για τη διάσωση των τραπεζών, από τα οποία επωφελήθηκαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τούτο είναι περισσότερο σύμφωνο με το σημείο 5 των κατευθυντήριων γραμμών που εξέδωσε το 1999 ο ΟΗΕ για την προστασία του καταναλωτή: «Οι πολιτικές προαγωγής της βιώσιμης κατανάλωσης πρέπει να αποσκοπούν στην απαλοιφή της φτώχειας, στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των μελών της κοινωνίας και στον περιορισμό των ανισοτήτων, τόσο σε εθνική όσο και σε διακρατική κλίμακα».

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Υπέρ:

66

Κατά:

63

Αποχές:

11


(1)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα την εποπτεία της αγοράς προϊόντων (ΕΕ C 271 της 19.9.2013, σ. 86).