ΛΕΥΚΗ ΒΙΒΛΟΣ Προς έναν αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) /* COM/2014/0449 final */
ΛΕΥΚΗ
ΒΙΒΛΟΣ Προς
έναν αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ (Κείμενο
που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) Πίνακας
περιεχομένων 1............ Εισαγωγή. 6 2............ Επι της ουσίας έλεγχος των συγκεντρώσεων
μετά την αναμόρφωση του κανονισμού περι συγκεντρώσεων το 2004. 7 2.1......... Εκτίμηση επί της ουσίας. 7 2.2......... Περαιτέρω προώθηση της συνεργασίας και της
σύγκλισης. 10 2.3......... Συμπέρασμα. 11 3............ Απόκτηση μη ελέγχουσας μειοψηφικής
συμμετοχής. 12 3.1......... Γιατί η Επιτροπή επιθυμεί να έχει
δικαιοδοσία να εξετάζει τις μη ελέγχουσες μειοψηφικές συμμετοχές; 12 3.1.1...... Θεωρίες επιβλαβών επιπτώσεων. 13 3.1.2...... Τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ
δεν είναι ενδεχομένως κατάλληλα για την αντιμετώπιση μειοψηφικών συμμετοχών
επιζήμιων για τον ανταγωνισμό. 15 3.2......... Επιλογές πολιτικής και προτεινόμενα μέτρα
για την επανεξέταση της απόκτησης μειοψηφικών συμμετοχών 16 3.2.1...... Σχεδιασμός και επιλογές –
ποιες αρχές θα πρέπει να εφαρμόζονται στο σύστημα ελέγχου των μειοψηφικών
συμμετοχών σε επίπεδο ΕΕ; 16 3.2.2...... Το προτεινόμενο σύστημα: ένα
«στοχοθετημένο» σύστημα διαφάνειας. 17 3.2.3...... Πληροφορίες σχετικές με τη
διαδικασία. 18 3.2.4...... Πεδίο της αξιολόγησης βάσει
του κανονισμού περί συγκεντρώσεων και σχέση με το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ 19 3.3......... Συμπέρασμα σχετικά με την επανεξέταση των
μειοψηφικών συμμετοχών. 20 4............ Παραπομπές υποθέσεων. 20 4.1......... Στόχοι και κατευθυντήριες αρχές για τις
παραπομπές υποθέσεων. 20 4.2......... Τα προτεινόμενα μέτρα για την παραπομπή
υποθέσεων. 21 4.2.1...... Άρθρο 4 παράγραφος 5 του
κανονισμού περί συγκεντρώσεων: προ της κοινοποίησης παραπομπή από τα κράτη μέλη
στην Επιτροπή. 22 4.2.2...... Άρθρο 22 του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων: μετά την κοινοποίηση παραπομπή από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. 22 4.2.3...... Άρθρο 4 παράγραφος 4 του
κανονισμού περί συγκεντρώσεων: προ της κοινοποίησης παραπομπή από την Επιτροπή
σε κράτος μέλος. 24 5............ Διάφορα. 24 6............ Συμπέρασμα. 25 1. Εισαγωγή 1. Δέκα
έτη μετά τη ριζική αναθεώρηση του κανονισμού περί συγκεντρώσεων της ΕΕ[1] το
2004, η παρούσα Λευκή Βίβλος της Επιτροπής αποτιμά τον τρόπο εφαρμογής του
ουσιαστικού κριτηρίου ελέγχου της «σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού
ανταγωνισμού» (ΣΠΑΑ) και εξετάζει τους τρόπους για την περαιτέρω σύγκλιση και
συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών και ανάμεσα στα κράτη
μέλη. Υποβάλλει επίσης προτάσεις συγκεκριμένων τροποποιήσεων που αποσκοπούν
στον αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ. 2. Οι
προτάσεις αφορούν ιδίως δύο τομείς: -
το να διασφαλιστεί ότι ο κανονισμός περί
συγκεντρώσεων αντιμετωπίζει όλες τις πηγές πιθανής ζημίας σε βάρος του
ανταγωνισμού και, κατ΄επέκταση, των καταναλωτών, που προκαλούνται από τις
συγκεντρώσεις ή τις αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν και
την απόκτηση μη ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής, και -
την καλύτερη δυνατή διασφάλιση της στενής
συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού («ΕΑΑ») και
του κατάλληλου επιμερισμού καθηκόντων σε θέματα ελέγχου των συγκεντρώσεων,
ιδίως μέσω του εξορθολογισμού των κανόνων για την παραπομπή υποθέσεων
συγκέντρωσης από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή και αντιστρόφως. 3. Η
παρούσα Λευκή Βίβλος συνοδεύεται από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της
Επιτροπής, το οποίο εξετάζει αναλυτικότερα τις εκτιμήσεις στις οποίες
βασίζονται η Λευκή Βίβλος και οι προτάσεις πολιτικής της. Συνοδεύεται από
εκτίμηση επιπτώσεων η οποία αναλύει τα δυνητικά οφέλη και το κόστος των διαφόρων
επιλογών πολιτικής καθώς και από περίληψη της εν λόγω εκτίμησης επιπτώσεων. Τα
ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να υποβάλουν τις απόψεις τους μέσω δημόσιας
διαβούλευσης[2],
οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη στην παρούσα Λευκή Βίβλο και στο έγγραφο εργασίας
των υπηρεσιών της Επιτροπής. 2. Επι
της ουσίας έλεγχος των συγκεντρώσεων μετά την αναμόρφωση του κανονισμού περι
συγκεντρώσεων το 2004 4. Μετά
την έκδοση του πρώτου κανονισμού περί συγκεντρώσεων το 1989, ο έλεγχος των
συγκεντρώσεων στην ΕΕ έχει καταστεί ένας από τους κύριους πυλώνες της
νομοθεσίας της ΕΕ περί ανταγωνισμού και τα βασικά στοιχεία του έχουν πλέον
καθοριστεί με σαφήνεια. Ο αναδιατυπωμένος κανονισμός περί συγκεντρώσεων, ο
οποίος εκδόθηκε το 2004, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη λειτουργία του ελέγχου
των συγκεντρώσεων στο επίπεδο της ΕΕ με πολλούς τρόπους, ιδίως μέσω της
εισαγωγής του κριτηρίου της ΣΠΑΑ ως συναφούς κριτηρίου για την εξέταση των συγκεντρώσεων
και μέσω της βελτίωσης των δυνατοτήτων για την παραπομπή υποθέσεων συγκέντρωσης
από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή και αντιστρόφως. 5. Ο
έλεγχος των συγκεντρώσεων στην ΕΕ συμβάλλει σημαντικά στη λειτουργία της
εσωτερικής αγοράς, τόσο με την παροχή ενός εναρμονισμένου συνόλου κανόνων για
τις συγκεντρώσεις και τις αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων όσο και με τη διασφάλιση
του ότι η οικονομική συγκέντρωση στην αγορά δεν προκαλεί ζημία σε βάρος του
ανταγωνισμού και, κατ' επέκταση, των καταναλωτών. Κρίνοντας από την πρόσφατη
εμπειρία, η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και η
εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς είχαν ως αποτέλεσμα ο έλεγχος των συγκεντρώσεων
στην ΕΕ να εστιαστεί ακόμη περισσότερο στις διασυνοριακές υποθέσεις και σε
εκείνες που έχουν αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή οικονομία. 6. Η
μεγάλη πλειονότητα των συγκεντρώσεων που διερευνά η Επιτροπή δεν δημιουργεί
προβλήματα ανταγωνισμού και εγκρίνεται μετά από προκαταρκτική έρευνα στη «φάση
Ι». Σε ποσοστό χαμηλότερο του 5% των περιπτώσεων διεξάγεται διεξοδική έρευνα
της «φάσης II» με βάση τις αρχικές ανησυχίες που εγείρονται στη φάση Ι. Σε
ποσοστό 5-8% περίπου του συνόλου των κοινοποιούμενων συγκεντρώσεων, η Επιτροπή
εντοπίζει ανησυχίες ότι η συγκέντρωση ενδέχεται να παρεμποδίσει τον
αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ανησυχίες αυτές
αίρονται με διορθωτικά μέτρα που προτείνουν τα μέρη (είτε στη φάση Ι είτε στη
φάση ΙΙ). Η Επιτροπή έχει απαγορεύσει μόνο 24 συγκεντρώσεις από το 1990 και 6
από το 2004, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το 1% των άνω των 5000 συγκεντρώσεων
που κοινοποιήθηκαν. 2.1. Εκτίμηση επί της ουσίας 7. Η
σημαντικότερη μεταβολή κατά την αναμόρφωση του κανονισμού περί συγκεντρώσεων
του 2004 ήταν η εισαγωγή του ελέγχου του κριτηρίου της ΣΠΑΑ.[3] Ο
έλεγχος του κριτηρίου της ΣΠΑΑ κατέδειξε ότι η ΣΠΑΑ οφείλεται κατ' εξοχήν στη
δημιουργία ή την ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης. Ο εν λόγω έλεγχος επέτρεψε,
συνεπώς, να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται ως βάση οι προηγούμενες
αποφάσεις της Επιτροπής και η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. 8. Όπως
και κατά το παρελθόν, κατά την αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας κοινοποιηθείσας
συγκέντρωσης στον ανταγωνισμό, η Επιτροπή εξακολουθεί να εξετάζει κατά πόσον η
συγκέντρωση θα παρεμπόδιζε σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην
εσωτερική αγορά ή σε σημαντικό μέρος της. Ειδικότερα, η Επιτροπή προσπαθεί να
διαπιστώσει αν η συγκέντρωση θα δημιουργούσε ή θα ενίσχυε μια δεσπόζουσα θέση. 9. Επιπλέον,
στόχος του κριτηρίου της ΣΠΑΑ ήταν να εξαλειφθεί ένα πιθανό «κενό» εφαρμογής
της νομοθεσίας, διότι υπήρχε η αντίληψη ότι ο προηγούμενος έλεγχος δεν εντόπιζε
σαφώς τις πιθανές επιπτώσεις σε βάρος του ανταγωνισμού που προέκυπταν από τη
συγχώνευση δύο εταιρειών σε μια ολιγοπωλιακή αγορά στην οποία η συγχωνευθείσα
οντότητα δεν θα αποκτούσε δεσπόζουσα θέση.[4]
Η εισαγωγή του ελέγχου του κριτηρίου της ΣΠΑΑ εξάλειψε αυτή την αβεβαιότητα και
επέτρεψε στην Επιτροπή να ενισχύσει την οικονομική της ανάλυση των σύνθετων
συγκεντρώσεων. Για την αξιολόγηση χρησιμοποιείται ένας συνδυασμός ποιοτικών
και, εφόσον είναι διαθέσιμα, ποσοτικών/εμπειρικών στοιχείων.[5] 10. Στις
περισσότερες υποθέσεις, η Επιτροπή εξέτασε τις πιθανές επιβλαβείς επιπτώσεις
που θα είχε στον ανταγωνισμό η συγχώνευση δύο επιχειρήσεων οι οποίες
δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά, χωρίς να υπάρχει συντονισμός με άλλους
ανταγωνιστές («μη συντονισμένα αποτελέσματα»). Σε πολύ σπανιότερες περιπτώσεις,
οι έρευνες της Επιτροπής που εξέταζαν κατά πόσο η συγχώνευση θα αύξανε τον
κίνδυνο συντονισμού μεταξύ της συγχωνευθείσας οντότητας και άλλων επιχειρήσεων
(«συντονισμένα αποτελέσματα»)[6]
ή κατά πόσο η συγχώνευση μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε κάθετα[7] ή σε
στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους αγορές[8]
θα οδηγούσε στον αποκλεισμό ανταγωνιστών από την αγορά («κάθετα αποτελέσματα»
και «διαγώνιες επιπτώσεις», αντίστοιχα). 11. Από το
2004, η Επιτροπή έκανε χρήση του κριτηρίου της ΣΠΑΑ κατά τη διερεύνηση
σημαντικού αριθμό υποθέσεων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Western
Digital/Hitachi, η Επιτροπή εξέτασε προταθείσα εξαγορά στην αγορά οδηγών
σκληρού δίσκου (HDD). Η εξαγορά θα μείωνε τον αριθμό των ανταγωνιστών που
δραστηριοποιούνται στη μεν βιομηχανία οδηγών σκληρού δίσκου από 4 σε 3, στη δε
αγορά οδηγών σκληρού δίσκου 3,5 ιντσών από 3 σε 2. Αναλύοντας τα ποσοτικά και
ποιοτικά στοιχεία από κοινού, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις
δεδομένες περιστάσεις, ο αποκλεισμός της Hitachi από την αγορά θα εμπόδιζε
σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό.[9] 12. Για να
βελτιωθεί η διαφάνεια και η προβλεψιμότητα των αναλύσεων της Επιτροπής στις
υποθέσεις συγκεντρώσεων βάσει του νέου κριτηρίου, η Επιτροπή δημοσίευσε δύο
σύνολα κατευθυντήριων γραμμών που παρέχουν ένα ασφαλές οικονομικό πλαίσιο για
την αξιολόγηση τόσο των οριζόντιων[10]
όσο και των μη οριζόντιων συγκεντρώσεων[11]
(δηλ. κάθετων συγκεντρώσεων και συγκεντρώσεων εταιριών ετερογενών
δραστηριοτήτων («κατευθυντήριες γραμμές»).[12] 13. Επίσης,
οι κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 29
του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, ότι οι συγκεντρώσεις μπορεί να επιφέρουν
βελτίωση της αποτελεσματικότητας που αντισταθμίζει τη ζημία την οποία προκαλεί
η συγκέντρωση στον ανταγωνισμό και, κατ' επέκταση, στους καταναλωτές. Εάν τα
μέρη της συγκέντρωσης επικαλεστούν βελτίωση της αποτελεσματικότητας, η Επιτροπή
θα τη λάβει υπόψη, εφόσον αυτή μπορεί να επαληθευτεί, συνδέεται με τη
συγκέντρωση και μπορεί να ωφελήσει τους καταναλωτές. Ενδεικτικά, στην υπόθεση UPS/TNT
Express, οι ανησυχίες για τον ανταγωνισμό μειώθηκαν για ορισμένα (αλλά όχι
για όλα τα) κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, και για λόγους αποτελεσματικότητας.[13] Στην
υπόθεση Nynas/Harburg, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας στήριξε το
συμπέρασμα ότι η συγκέντρωση ήταν επωφελής για τους καταναλωτές, δεδομένου του
εναλλακτικού σεναρίου ότι η εξαγορασθείσα μονάδα θα μπορούσε να κλείσει.[14] 14. Την
τελευταία δεκαετία φάνηκε επίσης ότι η εξέταση των συγκεντρώσεων μπορεί να
συμβάλει στην ενίσχυση της καινοτομίας, εφόσον ο ανταγωνισμός αποφέρει καλύτερα
αποτελέσματα στις αγορές. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο μέσω της μείωσης των
τιμών ή της αύξησης της παραγωγής, αλλά και μέσω της βελτίωσης της ποιότητας
των προϊόντων, της ποικιλίας και της καινοτομίας Στην υπόθεση Intel/McAfee[15],
παραδείγματος χάριν, τα διορθωτικά μέτρα συνέβαλαν στη διατήρηση της
καινοτομίας στον τομέα του λογισμικού ασφαλείας και εγγυώνται τον μη αποκλεισμό
των ανταγωνιστών. 15. Το
2008, η Επιτροπή ανέπτυξε περαιτέρω την πρακτική της στον τομέα των διορθωτικών
μέτρων με την αναθεώρηση της ανακοίνωσης περί διορθωτικών μέτρων.[16] Η
ανακοίνωση περί διορθωτικών μέτρων παρέχει σαφείς οδηγίες για τον σχεδιασμό και
την εφαρμογή μέτρων εκποίησης (όπως η πώληση θυγατρικής ή μονάδας παραγωγής σε
έναν ανταγωνιστή), εστιάζοντας στην αποτελεσματικότητα του διορθωτικού μέτρου. 2.2. Περαιτέρω προώθηση της συνεργασίας και της σύγκλισης 16. Ο
κανονισμός περί συγκεντρώσεων σημείωσε πραγματική επιτυχία όσον αφορά τη
θέσπιση ενιαίου ελέγχου των συγχωνεύσεων με ενωσιακή διάσταση. Ωστόσο, τα κράτη
μέλη διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο όσον αφορά την εφαρμογή της
νομοθεσίας στον τομέα των συγκεντρώσεων στην ΕΕ. Ένα πραγματικά λειτουργικό
σύστημα για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων σε όλη την ΕΕ απαιτεί αποτελεσματικό
καταμερισμό εργασίας, συνεργασία και σύγκλιση μεταξύ της Επιτροπής και των 27
κρατών μελών που ασκούν τον έλεγχο των συγκεντρώσεων. 17. Το
2009, μετά από δημόσια διαβούλευση, η Επιτροπή υπέβαλε έκθεση προς το Συμβούλιο
που περιείχε περιορισμένη αποτίμηση της κατάστασης, η οποία αφορούσε κυρίως την
κατανομή των υποθέσεων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών («έκθεση του
2009»).[17] Κατά τη δημόσια διαβούλευση, οι
ενδιαφερόμενοι φορείς δήλωσαν ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των κανόνων και
πρακτικών όσον αφορά τις συγκεντρώσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να
αυξάνουν τη διοικητική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και να συνεπάγονται
αναποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων,
αντιφατικά αποτελέσματα και δυσμενείς επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά. 18. Μολονότι
οι ΕΑΑ συνήθως εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία
της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») σε συνδυασμό με τις εθνικές νομοθεσίες τους, ο
έλεγχος των συγκεντρώσεων σε εθνικό επίπεδο υπάγεται αποκλειστικά στο εθνικό
δίκαιο. Ο κανονισμός περί συγκεντρώσεων της ΕΕ αποτελεί πρότυπο για πολλά
εθνικά νομικά συστήματα σε αυτόν τον τομέα, γεγονός που επέφερε σύγκλιση των
βασικών νομοθετικών ρυθμίσεων μεταξύ των χωρών, ιδίως όσον αφορά το εφαρμοστέο
ουσιαστικό κριτήριο ελέγχου.[18]
Επιπλέον, έχει επιτευχθεί περαιτέρω σύγκλιση σε ζητήματα ουσίας και
δικαιοδοσίας μέσω της αυξημένης συνεργασίας μεταξύ των ΕΑΑ και της Επιτροπής,
τόσο σε μεμονωμένες περιπτώσεις όσο και μέσω της ομάδας εργασίας για τις
συγκεντρώσεις που συστάθηκε το 2010.[19]
19. Παρά
την εν λόγω πρόοδο, υπάρχουν ακόμη περιθώρια για μεγαλύτερη συνεργασία και
σύγκλιση, ιδίως για την ανάπτυξη ουσιαστικών ελέγχων για τα έγγραφα οδηγιών
(όπως οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την αξιολόγηση των οριζόντιων
και μη οριζόντιων συγκεντρώσεων), καθώς και για την εφαρμογή τους και τον τρόπο
ερμηνείας τους από τις αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια που ασκούν τον
δικαστικό έλεγχο. Ένα σημαντικό στοιχείο απόκλισης είναι το ότι ορισμένες
εθνικές νομοθεσίες εξακολουθούν να επιτρέπουν στην κυβέρνηση να ανατρέπει
αποφάσεις της ΕAΑ βασιζόμενες σε
κριτήρια ανταγωνισμού και να εγκρίνουν μια επιζήμια για τον ανταγωνισμό συγκέντρωση
βάσει άλλων κριτηρίων δημοσίου συμφέροντος.[20]
Συχνά, υπάρχουν επίσης διαφορές όσον αφορά τα διορθωτικά μέτρα και τις
διαδικασίες, όπως τα χρονικά πλαίσια για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων και οι
κανόνες για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. 20. Η
μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ της Επιτροπής και των ΕΑΑ και ανάμεσα στις ΕΑΑ είναι
σημαντική για τη δημιουργία συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού και την αποτροπή
αντιφατικών αποτελεσμάτων.[21]
Σύμφωνα με τις προτάσεις που υπέβαλαν ορισμένες ΕΑΑ, αυτό μπορεί να επιτευχθεί
με την αυξημένη συνεργασία και την ανταλλαγή εμπειριών, κάνοντας χρήση όλων των
διαθέσιμων μέσων και φόρουμ, όπως η ομάδα εργασίας για τον έλεγχο των
συγκεντρώσεων, και με την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ΕΑΑ σε
μεμονωμένες περιπτώσεις. 21. Οι ΕΑΑ
μπορούν να αποφεύγουν τα αντιφατικά αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση, με την
παραπομπή υποθέσεων στην Επιτροπή. Οι προτάσεις μεταρρύθμισης του συστήματος
παραπομπών στην Επιτροπή μετά την κοινοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 22 του
κανονισμού περί συγκεντρώσεων, που εξετάζεται κατωτέρω στο τμήμα 4.2.2,
προτείνουν τη δημιουργία ενός συστήματος που θα βασίζεται σε μια έγκαιρη
ενημερωτική κοινοποίηση. Ένα τέτοιο σύστημα θα διευκόλυνε την πρακτική
συνεργασία μεταξύ των ΕΑΑ σε διασυνοριακές υποθέσεις και υποθέσεις που
υπάγονται στη δικαιοδοσία περισσότερων χωρών. 22. Εκτός
από την επιτυχή «ήπια σύγκλιση» που έχει ήδη επιτευχθεί, η οποία θα πρέπει να
διατηρηθεί και να ενισχυθεί, όπως αναλύεται ανωτέρω, η Επιτροπή και οι ΕΑΑ θα
πρέπει να εξετάσουν δυνατότητα μετάβασης σε ένα σύστημα όπου το κάθε μέρος θα
εφαρμόζει τις ίδιες ουσιαστικές διατάξεις του δικαίου της ΕΕ, παρόμοιο με το
ισχύον πλαίσιο για την εφαρμογή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας.[22] Για
τον σκοπό αυτό απαιτείται, ωστόσο, μια πιο φιλόδοξη αναμόρφωση του ισχύοντος
νομικού πλαισίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2.3. Συμπέρασμα 23. Από
την ανωτέρω επισκόπηση συνάγεται ότι ο έλεγχος των συγκεντρώσεων έχει ενισχυθεί
στο επίπεδο της ΕΕ με τις αναμορφώσεις του κανονισμού περί συγκεντρώσεων του
2004, ιδίως με τη θέσπιση του ουσιαστικού κριτηρίου ελέγχου. Μακροπρόθεσμα, το
σύστημα του κανονισμού περί συγκεντρώσεων θα πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω σε
έναν πραγματικό «ευρωπαϊκό χώρο ελέγχου των συγκεντρώσεων», στον οποίο θα
εφαρμόζεται ένα ενιαίο σύνολο κανόνων για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων από την
Επιτροπή και τις ΕΑΑ. Πιο άμεσα, ωστόσο, υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι για τη
βελτίωση του κανονισμού περί συγκεντρώσεων με πιο περιορισμένες τροποποιήσεις.
Πρώτον, η Επιτροπή εξετάζει τη δυνατότητα να υπαγάγει τις αποκτήσεις μη
ελέγχουσας μειοψηφίας στο πεδίο του ελέγχου των συγκεντρώσεων από την ΕΕ.
Δεύτερον, υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω εξορθολογισμό του συστήματος
παραπομπής υποθέσεων με βάση την πείρα της Επιτροπής από τη μεταρρύθμιση του
2004.[23] 3. Απόκτηση
μη ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής 3.1. Γιατί η Επιτροπή επιθυμεί να έχει δικαιοδοσία να εξετάζει τις μη
ελέγχουσες μειοψηφικές συμμετοχές; 24. Η
αποτελεσματική και αποδοτική πολιτική ανταγωνισμού απαιτεί κατάλληλα και καλά
σχεδιασμένα μέσα για την αντιμετώπιση όλων των πηγών ζημίας σε βάρος του
ανταγωνισμού και, κατ' επέκταση, των καταναλωτών. Με βάση τα ισχύοντα, ο
κανονισμός περί συγκεντρώσεων εφαρμόζεται μόνο στις «συγκεντρώσεις». Αυτές
ορίζονται ως απόκτηση του ελέγχου από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις
σε μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις ή τμήματα επιχειρήσεων. 25. Επί
του παρόντος, όταν η απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής δεν συνδέεται με την
απόκτηση ελέγχου, η Επιτροπή δεν μπορεί να τη διερευνήσει ή να παρέμβει για να
την αποτρέψει. Η Επιτροπή μπορεί να παρεμβαίνει μόνο κατά προϋπάρχουσας μειοψηφικής
συμμετοχής την οποία κατέχει ένα από τα μέρη της συγκέντρωσης κατά τον χρόνο
απόκτησης του ελέγχου. Ενδεικτικά, η Επιτροπή μπορεί να παρέμβει εάν η
επιχείρηση στην οποία ένας μέτοχος κατέχει μειοψηφική συμμετοχή είναι
ανταγωνίστρια της άλλης συγχωνευόμενης επιχείρησης. Εάν η μειοψηφική συμμετοχή
αποκτηθεί μετά την έρευνα της Επιτροπής, ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει
δικαιοδοσία να εξετάσει πιθανά προβλήματα ανταγωνισμού που προκύπτουν από
αυτήν, παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα ανταγωνισμού που προκύπτουν από τη
μειοψηφική συμμετοχή ενδέχεται να είναι παρόμοια με εκείνα που προκύπτουν κατά
την απόκτηση του ελέγχου. 26. Από
την πείρα της Επιτροπής, των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και τρίτων χωρών,
καθώς και από την οικονομική έρευνα συνάγεται ότι η απόκτηση μη ελέγχουσας
μειοψηφικής συμμετοχής μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να βλάψει τον
ανταγωνισμό και, συνεπώς, τους καταναλωτές. 27. Στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αυστρία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επί του
παρόντος δικαιοδοσία να ελέγχουν την απόκτηση μειοψηφικών συμμετοχών.[24] Και
στα τρία κράτη μέλη, οι ΕΑΑ έχουν παρέμβει κατά τέτοιων εξαγορών οι οποίες
δημιουργούν προβλήματα ανταγωνισμού. Πολλές δικαιοδοτικές αρχές χωρών εκτός ΕΕ,
όπως ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία, έχουν επίσης δικαιοδοσία
να εξετάζουν παρόμοιους διαρθρωτικούς δεσμούς στο πλαίσιο των αντίστοιχων
κανόνων τους για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων. 3.1.1. Θεωρίες επιβλαβών επιπτώσεων 28. Κατά
την απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής μπορεί να ανακύψουν διάφορα είδη ανησυχιών
σε θέματα ανταγωνισμού. Οι ανησυχίες αυτές βασίζονται σε παρόμοιες θεωρίες περί
επιβλαβών επιπτώσεων με εκείνες που αφορούν τις αποκτήσεις ελέγχου και, γενικά,
απαιτούν η εκάστοτε πράξη να αυξάνει σημαντικά την ισχύ στην αγορά.[25] 29. Η
απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής σε έναν ανταγωνιστή μπορεί να οδηγήσει σε μη
συντονισμένα αποτελέσματα σε βάρος του ανταγωνισμού, διότι η μειοψηφική
συμμετοχή μπορεί να αυξήσει τα κίνητρα και την ικανότητα του αγοραστή να
αυξήσει μονομερώς τις τιμές ή να περιορίσει την παραγωγή του. Εάν μια
επιχείρηση έχει οικονομικό συμφέρον στα κέρδη του ανταγωνιστή της, μπορεί να
«εσωτερικεύσει» την αύξηση αυτών των κερδών που είναι αποτέλεσμα της μείωσης
της δικής της παραγωγής ή της αύξησης των δικών της τιμών. Αυτή η αρνητική επίπτωση
σε βάρος του ανταγωνισμού μπορεί να συμβεί, εάν η μειοψηφική συμμετοχή είναι
παθητική (δεν της παρέχει καμία δυνατότητα επιρροής των αποφάσεων της
επιχείρησης-στόχου) ή ενεργητική (της παρέχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις
αποφάσεις της επιχείρησης-στόχου). 30. Η
απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής μπορεί επίσης να δημιουργήσει προβλήματα
ανταγωνισμού, όταν ο αποκτών χρησιμοποιεί τη θέση του για να περιορίσει τις
ανταγωνιστικές στρατηγικές που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση-στόχος,
αποδυναμώνοντας με τον τρόπο αυτό την ανταγωνιστική ισχύ της. Η Επιτροπή και τα
κράτη μέλη έχουν διαπιστώσει ότι τα προβλήματα ανταγωνισμού είναι μάλλον
σοβαρότερα όταν μια μειοψηφική συμμετοχή παρέχει σχετική δυνατότητα επιρροής
στις αποφάσεις της εταιρίας-στόχου, όπως στις κατωτέρω περιπτωσιολογικές
μελέτες. 31. Η
υπόθεση Siemens/VA κατέδειξε τόσο τη θεωρία περί επιβλαβών επιπτώσεων
βάσει των «οικονομικών κινήτρων» όσο και τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν μια
επιχείρηση κατέχει επιρροή και δικαιώματα ψήφου σε έναν ανταγωνιστή.[26] Στην
περίπτωση αυτή, η Siemens κατείχε ήδη μειοψηφική συμμετοχή στην SMS Demag,
ανταγωνιστή μίας από τις θυγατρικές της VA Tech. Η Επιτροπή έκρινε ότι η
συγκέντρωση θα προκαλούσε μείωση του ανταγωνισμού στην αγορά μεταλλικών
κατασκευών, λόγω του συνδυασμού των οικονομικών κινήτρων και των δικαιωμάτων
ενημέρωσης που απορρέουν από τη μειοψηφική συμμετοχή της στην SMS Demag.[27] 32. Ένα
άλλο παράδειγμα μειοψηφικής συμμετοχής που παρέχει στον αποκτώντα επιρροή στην
εταιρεία-στόχο είναι όταν ο αποκτών είναι σε θέση να ασκήσει επιρροή στο
αποτέλεσμα των ειδικών αποφάσεων. Οι αποφάσεις αυτές μπορεί να είναι αναγκαίες
για την έγκριση σημαντικών επενδύσεων, την άντληση κεφαλαίων, την αλλαγή
προϊόντος ή του γεωγραφικού πεδίου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τη
συμμετοχή σε συγχωνεύσεις και εξαγορές. 33. Αυτή η
θεωρία των επιβλαβών επιπτώσεων αποτελούσε τον πυρήνα της έρευνας του Ηνωμένου
Βασιλείου στην υπόθεση Ryanair/Aer Lingus. Στην υπόθεση Ryanair/Aer
Lingus I, η Ryanair είχε ήδη αποκτήσει σημαντική μειοψηφική συμμετοχή στην
ανταγωνίστριά της, την Aer Lingus, όταν κοινοποίησε στην Επιτροπή την πρότασή
της να αποκτήσει τον έλεγχο της εταιρείας, το 2006. Η Επιτροπή απαγόρευσε την
εξαγορά λόγω σοβαρών ανησυχιών ότι αυτή θα έβλαπτε τον ανταγωνισμό με τη δημιουργία
ή την ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης της Ryanair σε διάφορα δρομολόγια.[28]
Ωστόσο, δεν είχε δικαιοδοσία να ελέγξει τη μειοψηφική συμμετοχή της Ryanair
στην Aer Lingus, η οποία ελέγχθηκε από την επιτροπή ανταγωνισμού του Ηνωμένου
Βασιλείου.[29] 34. Αυτή η
θεωρία των επιβλαβών επιπτώσεων αποτέλεσε επίσης το κεντρικό στοιχείο στην
υπόθεση Toshiba/Westinghouse[30],
στην οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η πράξη θα μπορούσε να προκαλέσει την
εξάλειψη του ανταγωνισμού στην αγορά στοιχείων πυρηνικού καυσίμου. Κατά την έκδοση
της απόφασής της, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Toshiba θα μπορούσε να
χρησιμοποιήσει τη μειοψηφική συμμετοχή της και δικαιώματα αρνησικυρίας στη GNF,
ανταγωνιστή της Westinghouse, ώστε να την εμποδίσει να επεκταθεί σε τομείς
στους οποίους θα ανταγωνιζόταν την Toshiba/Westinghouse. 35. Οι
μειοψηφικές συμμετοχές σε ανταγωνιστές μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε
συντονισμένα αποτελέσματα σε βάρος του ανταγωνισμού, επηρεάζοντας την
παραγωγική ικανότητα των συμμετεχόντων στην αγορά και να αποτελούν κίνητρο για
σιωπηρό ή ρητό συντονισμό, με στόχο την επίτευξη υπερανταγωνιστικών κερδών[31] Η
απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής ενδέχεται να ενισχύσει τη διαφάνεια, διότι
παρέχει στον αποκτώντα προνομιακή εικόνα των εμπορικών δραστηριοτήτων της
επιχείρησης-στόχου. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί επίσης να αυξήσει την αξιοπιστία
και την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενων απειλών αντιποίνων σε περίπτωση που η
εταιρεία-στόχος αποκλίνει από την αθέμιτη σύμπραξη.[32] 36. Τέλος,
μη οριζόντιες αποκτήσεις μειοψηφικών συμμετοχών που παρέχουν επίσης σημαντική
επιρροή μπορεί να εγείρουν ανησυχίες ανταγωνισμού, για τον αποκλεισμό
ανταγωνιστών από την πρόσβαση σε εισροές. Για ορισμένες μειοψηφικές συμμετοχές,
αυξάνονται ακόμη περισσότερο οι πιθανότητες αποκλεισμού ανταγωνιστών σε σχέση
με την απόκτηση ελέγχου, επειδή ο αποκτών τη μειοψηφική συμμετοχή ενσωματώνει
μόνο ένα μέρος και όχι το σύνολο των κερδών που χάνει η εταιρεία-στόχος ως
επακόλουθο της στρατηγικής αποκλεισμού. 37. Ο
αποκλεισμός από την πρόσβαση σε εισροές ήταν πρόβλημα που εξετάστηκε στην υπόθεση
IPIC/MAN Ferrostaal.[33]
Η εξαγορά της MAN Ferrostaal από την International Petroleum Investment Company
(«IPIC») εγκρίθηκε υπό προϋποθέσεις από την Επιτροπή το 2009. Η Επιτροπή
διαπίστωσε ότι η πράξη δημιουργούσε κίνδυνο αποκλεισμού του μοναδικού στον
κόσμο παραγωγού μελαμίνης μη αποκλειστικής τεχνολογίας. Η τεχνολογία αποτελούσε
ιδιοκτησία της Eurotecnica, εταιρείας της οποίας το 30% των μετοχών κατείχε η
MAN Ferrostaal. Δεδομένου ότι IPIC κατείχε ήδη τον έλεγχο της AMI, ενός από
τους δύο σημαντικότερους παραγωγούς μελαμίνης παγκοσμίως, συμφώνησε να
μεταβιβάσει τη μειοψηφική συμμετοχή της στην Eurotecnica, ώστε να
ελαχιστοποιηθεί κάθε κίνδυνος αποκλεισμού των ανταγωνιστών της AMI. 38. Επιπλέον,
κατά τη δημόσια διαβούλευση και τις πρόσφατες αναφορές σε μέσα μαζικής
ενημέρωσης, ανέκυψε ζήτημα απόκτησης και άλλων μειοψηφικών συμμετοχών τόσο σε
επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, στις οποίες η συμμετοχή αποκτήθηκε
σε ανταγωνιστή ή σε κάθετα συνδεδεμένη εταιρεία.[34] 3.1.2. Τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ δεν είναι ενδεχομένως κατάλληλα για την
αντιμετώπιση μειοψηφικών συμμετοχών επιζήμιων για τον ανταγωνισμό. 39. Η
Επιτροπή εξέτασε κατά πόσο θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τους κανόνες
ανταγωνισμού για τις περιοριστικές συμφωνίες και την κατάχρηση δεσπόζουσας
θέσης που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ αντίστοιχα, για να
παρεμβαίνει κατά των αποκτήσεων μειοψηφικών συμμετοχών που είναι επιβλαβείς για
τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, οι χρήσεις του άρθρου 101 και του άρθρου 102
ως προς αυτό είναι περιορισμένες. 40. Όσον
αφορά το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ, δεν είναι σαφές κατά πόσον η απόκτηση
μειοψηφικής συμμετοχής θα συνιστούσε «συμφωνία» που έχει ως αντικείμενο ή ως
αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Ενδεικτικά, στην περίπτωση μιας
σειράς αγορών μετοχών μέσω του χρηματιστηρίου, μπορεί να είναι δύσκολο να
υποστηριχθεί ότι οι διάφορες συμφωνίες αγοράς πληρούν τα κριτήρια του άρθρου
101 της ΣΛΕΕ. Το ίδιο ισχύει πιθανώς με το καταστατικό μιας εταιρείας, σκοπός
του οποίου είναι γενικά ο καθορισμός της εταιρικής διακυβέρνησης της εταιρείας
και της σχέσης της με τους μετόχους της Για να παρέμβει η Επιτροπή κάνοντας
χρήση του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, θα έπρεπε ο αποκτών τη μειοψηφική συμμετοχή να
κατέχει δεσπόζουσα θέση και η απόκτηση θα έπρεπε να συνιστά κατάχρηση. Οι
περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να παρέμβει για να αποτρέψει
επιβλαβείς επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, που προκύπτουν από την απόκτηση
μειοψηφικών συμμετοχών, είναι, συνεπώς, πολύ περιορισμένες.[35] 41. Επιπλέον, όπως εξηγείται
ανωτέρω, οι θεωρίες περί επιβλαβών επιπτώσεων που είναι αποτέλεσμα αποκτήσεων
μειοψηφικών συμμετοχών είναι παρόμοιες με αυτές που προκύπτουν από αποκτήσεις
του ελέγχου αφορούν, δηλαδή οριζόντια, μη οριζόντια και κάθετα αποτελέσματα. 3.2. Επιλογές πολιτικής και προτεινόμενα μέτρα για την επανεξέταση της
απόκτησης μειοψηφικών συμμετοχών 3.2.1. Σχεδιασμός
και επιλογές – ποιες αρχές θα πρέπει να εφαρμόζονται στο σύστημα ελέγχου των
μειοψηφικών συμμετοχών σε επίπεδο ΕΕ; 42. Ένα σύστημα ελέγχου των αποκτήσεων μη ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής
θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες τρεις αρχές: θα
πρέπει να εντοπίζει τις δυνητικά επιζήμιες για τον ανταγωνισμό αποκτήσεις μη
ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής· θα
πρέπει να αποφεύγει κάθε περιττή διοικητική επιβάρυνση για τις εταιρείες, την
Επιτροπή και τις ΕΑΑ· θα
πρέπει να αντιστοιχεί στα ισχύοντα σήμερα καθεστώτα ελέγχου των συγκεντρώσεων
τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο.[36] 43. Το
έγγραφο διαβούλευσης προτείνει τρεις διαδικαστικές επιλογές για τον έλεγχο των
μειοψηφικών συμμετοχών:
Ένα σύστημα κοινοποίησης που θα επεκτείνει το ισχύον
σύστημα του εκ των προτέρων ελέγχου των συγκεντρώσεων στις αποκτήσεις μη
ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Ένα σύστημα διαφάνειας το οποίο θα απαιτεί από τα μέρη να υποβάλουν ενημερωτική ανακοίνωση με την
οποία κοινοποιούν στην Επιτροπή την απόκτηση μη ελέγχουσας μειοψηφικής
συμμετοχής. Η ενημερωτική ανακοίνωση θα
επέτρεπε στην Επιτροπή να αποφασίσει αν θα διερευνήσει διεξοδικότερα την πράξη,
θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να εξετάσουν μια αίτηση παραπομπής και στους
δυνητικούς καταγγέλλοντες να εκδηλωθούν.
Ένα σύστημα αυτοαξιολόγησης, που δεν θα απαιτεί από τα
μέρη να κοινοποιούν τις αποκτήσεις μη ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής πριν από
την ολοκλήρωσή της. Η Επιτροπή θα μπορούσε,
ωστόσο, να κινήσει έρευνα για τις δυνητικά προβληματικές αποκτήσεις μειοψηφικής
συμμετοχής βάσει των δικών της πληροφοριών για την αγορά ή καταγγελιών. 44. Το
πεδίο της δικαιοδοσίας της Επιτροπής
συνδέεται άμεσα με το ποια διαδικασία είναι κατάλληλη και επαρκής.
Ενδεικτικά, εάν η Επιτροπή έχει δικαιοδοσία σε όλες τις αποκτήσεις μειοψηφικών
συμμετοχών που υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο κατώτατο όριο, ένα σύστημα
κοινοποίησης προ της συγκέντρωσης θα δημιουργούσε σοβαρή επιβάρυνση στις
επιχειρήσεις, διότι θα κάλυπτε και τις μη προβληματικές πράξεις. Το να
αποκτήσει η Επιτροπή δικαιοδοσία για όλες τις αποκτήσεις μειοψηφικών συμμετοχών
που υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο κατώτατο όριο θα ήταν ενδεχομένως σκοπιμότερο
στο πλαίσιο ενός συστήματος αυτοαξιολόγησης, κατά το οποίο η Επιτροπή είναι
ελεύθερη να διερευνά πράξεις αυτεπαγγέλτως Από την άλλη πλευρά, η διοικητική
επιβάρυνση που επιβάλλεται από ένα σύστημα κοινοποίησης ή διαφάνειας θα ήταν
πολύ μικρότερη, αν η δικαιοδοσία της Επιτροπής περιοριζόταν μόνο σε δυνητικά
προβληματικές πράξεις. Αυτή η σχέση μεταξύ του σχεδιασμού του διαδικαστικού
συστήματος και του πεδίου της δικαιοδοσίας προέκυπτε συχνά στις απαντήσεις στο
πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης. 3.2.2. Το προτεινόμενο σύστημα: ένα «στοχοθετημένο»
σύστημα διαφάνειας 45. Βάσει των ανωτέρω, ένα εναλλακτικό «στοχοθετημένο» σύστημα διαφάνειας
μπορεί να είναι το πλέον κατάλληλο για την αντιμετώπιση της απόκτησης
μειοψηφικών συμμετοχών. Η Επιτροπή πιστεύει ότι αυτό το σύστημα θα πρέπει να
είναι σύμφωνο με τις τρεις προαναφερόμενες αρχές. Θα στόχευε εξαρχής στις
δυνητικά προβληματικές πράξεις μέσω του εντοπισμού των πράξεων οι οποίες
δημιουργούν «ανταγωνιστικά σημαντικό δεσμό», και θα εξασφάλιζε τον
αποτελεσματικό έλεγχο των εντοπιζόμενων πράξεων από την Επιτροπή, ακόμη και
χωρίς να είναι αναγκαία η υποχρέωση πλήρους κοινοποίησης. 46. Λαμβάνοντας
υπόψη τις ανωτέρω θεωρίες περί επιβλαβών επιπτώσεων, ένας «ανταγωνιστικά
σημαντικός δεσμός» θα προέκυπτε όταν υφίσταται εκ πρώτης όψεως ανταγωνιστική
σχέση μεταξύ των δραστηριοτήτων του αποκτώντος τη συμμετοχή και της
εταιρείας-στόχου, είτε διότι δραστηριοποιούνται στις ίδιες αγορές ή τομείς είτε
διότι δραστηριοποιούνται σε κάθετα συνδεδεμένες αγορές. Κατ' αρχήν, το σύστημα
θα ενεργοποιούνταν μόνο όταν οι μειοψηφικές συμμετοχές και τα συνδεδεμένα με
αυτές δικαιώματα παρέχουν στον αποκτώντα τη δυνατότητα να επηρεάζει ουσιαστικά
την εμπορική πολιτική της εταιρείας-στόχου και, κατ' επέκταση, τη συμπεριφορά
της στην αγορά ή να του παρέχει πρόσβαση σε εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες.
Ωστόσο, με την υπέρβαση ενός συγκεκριμένου επιπέδου, η συμμετοχή καθαυτή θα
μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των οικονομικών κινήτρων του
αποκτώντος, έτσι ώστε αυτός να προσαρμόσει τη δική του συμπεριφορά στην αγορά,
ανεξάρτητα από το αν αυτός αποκτά ουσιαστική επιρροή στην εταιρεία-στόχο. Μόνον
οι αποκτήσεις «ανταγωνιστικά σημαντικού δεσμού» θα απαιτούσαν την υποβολή
ενημερωτικής κοινοποίησης στην Επιτροπή. 47. Για να
παρασχεθεί στα μέρη ασφάλεια δικαίου, μόνο μια πράξη η οποία πληροί σωρευτικά
τα κατωτέρω κριτήρια θα εμπίπτει στον ορισμό του «ανταγωνιστικά σημαντικού
δεσμού»: -
απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής σε ανταγωνιστή ή
σε κάθετα συνδεδεμένη εταιρεία (δηλ. θα πρέπει να υπάρχει μια ανταγωνιστική
σχέση μεταξύ του αγοραστή και της εταιρείας-στόχου), και -
σημαντικός ανταγωνιστικός δεσμός· ο δεσμός σχέση
θα θεωρείται σημαντικός, εάν η αποκτώμενη συμμετοχή κυμαίνεται (1) περίπου στο
20%[37]
ή (2) μεταξύ 5% και περίπου 20%, αλλά συνοδεύεται και από άλλους παράγοντες,
όπως τα δικαιώματα που παραχωρούνται στη συμφωνία μετόχων η οποία παρέχει στον
αγοραστή μια «de-facto» μειοψηφία αρνησικυρίας[38],
θέση στο διοικητικό συμβούλιο ή πρόσβαση σε εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες της
εταιρείας-στόχου. 48. Τα μέρη θα πρέπει να αξιολογούν τα ίδια κατά πόσο
μια συναλλαγή δημιουργεί «ανταγωνιστικά σημαντικό δεσμό» και, σε αυτή την
περίπτωση, να υποβάλλουν ενημερωτική κοινοποίηση. Σε
περίπτωση υποβολής ενημερωτικής κοινοποίησης, η Επιτροπή θα αποφάσιζε αν θα
διερευνούσε τη συναλλαγή και τα κράτη μέλη θα αποφάσιζαν αν θα υποβάλουν αίτηση
παραπομπής. 3.2.3. Πληροφορίες σχετικές με τη διαδικασία 49. Στο
πλαίσιο του συστήματος στοχευμένης διαφάνειας, μια επιχείρηση θα όφειλε να υποβάλει ενημερωτική ανακοίνωση στην
Επιτροπή, εάν σκοπεύει να αποκτήσει μειοψηφική συμμετοχή που χαρακτηρίζεται ως
«ανταγωνιστικά σημαντικός δεσμός». Η ενημερωτική κοινοποίηση θα πρέπει να
περιέχει πληροφορίες σχετικά με τα μέρη, τον κύκλο εργασιών τους, περιγραφή της
πράξης, το ποσοστό συμμετοχής πριν και μετά την πράξη, τυχόν δικαιώματα που
συνοδεύουν τη μειοψηφική συμμετοχή και ορισμένες περιορισμένες πληροφορίες για
το μερίδιο αγοράς. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η Επιτροπή θα αποφασίζει κατά πόσο
είναι αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση της πράξης και τα κράτη μέλη θα εξέταζαν
αν θα ζητούσαν παραπομπή με βάση αυτή την ενημερωτική κοινοποίηση. Τα
μέρη θα έπρεπε να υποβάλουν πλήρη κοινοποίηση, εάν η Επιτροπή αποφάσιζε να κινήσει
έρευνα και η Επιτροπή θα εξέδιδε απόφαση μόνο σε περίπτωση που θα κινούσε
διαδικασία έρευνας. Για λόγους ασφάλειας
δικαίου, τα μέρη θα πρέπει επίσης να μπορούν να υποβάλουν πλήρη κοινοποίηση σε
εθελοντική βάση. 50. Η Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να εξετάσει το
ενδεχόμενο να προτείνει περίοδο αναμονής, αφού υποβληθεί ενημερωτική
κοινοποίηση, κατά τη διάρκεια της οποίας τα μέρη δεν θα μπορούσαν να περατώσουν
την πράξη και κατά τη διάρκεια της οποίας τα κράτη μέλη θα έπρεπε να
αποφασίσουν αν θα ζητήσουν την παραπομπή της υπόθεσης. Η διάρκεια της εν λόγω
περιόδου αναμονής θα μπορούσε να είναι π.χ. 15 εργάσιμες ημέρες. Αυτό θα
μπορούσε επίσης να εναρμονιστεί με την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 9,
για την υποβολή από τα κράτη μέλη αίτησης παραπομπής μετά από πλήρη
κοινοποίηση. Ένα τέτοιο σύστημα θα εξασφάλιζε ότι πράξεις
που παραπέμπονται στα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί και μπορούν να
εξεταστούν από τα κράτη μέλη με τη συνήθη διαδικασία τους, εφόσον θα μπορούσαν
να προβλέψουν υποχρέωση διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης και δεν θα ήταν
ενδεχομένως σε θέση να χειριστούν πράξεις που έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Γενικότερα,
το σύστημα παραπομπής υποθέσεων πρέπει να εξασφαλίζει ότι θα διατηρηθεί το
υφιστάμενο επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα εθνικά καθεστώτα ελέγχου των
συγκεντρώσεων τα οποία ήδη επιλαμβάνονται των περιπτώσεων απόκτησης μη
ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής και ότι θα αποφεύγονται κενά στην επιβολή της
νομοθεσίας. 51. Η Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να διερευνήσει
ελεύθερα μια πράξη, ανεξάρτητα αν αυτή έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή, εντός
περιορισμένου διαστήματος από την ενημερωτική κοινοποίηση. Το εν λόγω χρονικό
διάστημα θα μπορούσε να είναι 4 έως 6 μήνες και θα επέτρεπε στην επιχειρηματική
κοινότητα να υποβάλει καταγγελίες. Επίσης, θα μείωνε τον κίνδυνο να κινήσει η
Επιτροπή έρευνα για προληπτικούς λόγους κατά την αρχική περίοδο αναμονής. 52. Σε περίπτωση
που η Επιτροπή κινήσει έρευνα για μια πράξη η οποία είχε ήδη (πλήρως ή εν
μέρει) υλοποιηθεί, θα έπρεπε να έχει την εξουσία να λάβει προσωρινά μέτρα για
να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της απόφασης βάσει των άρθρων 6 και 8 του
κανονισμού περί συγκεντρώσεων. Η εξουσία αυτή θα μπορούσε να λάβει τη μορφή
εντολής διατήρησης χωριστών στοιχείων του ενεργητικού ("hold
separate").[39]
3.2.4. Πεδίο της αξιολόγησης βάσει του κανονισμού περί συγκεντρώσεων και σχέση
με το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ 53. Κάθε
συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ του αποκτώντος τη μειοψηφική συμμετοχή και της
εταιρείας-στόχου εξακολουθεί να υπόκειται σε αξιολόγηση βάσει των άρθρων 101
και 102 της ΣΛΕΕ, εκτός εάν συνιστά «παρεπόμενο περιορισμό». Μόνο οι
παρεπόμενοι περιορισμοί, δηλ. «οι περιορισμοί που συνδέονται άμεσα και είναι
αναγκαίοι για την υλοποίηση» της απόκτησης της συμμετοχής,[40]
θεωρείται ότι καλύπτονται από την απόφαση έγκρισης και, ως εκ τούτου, δεν
εμπίπτουν στο άρθρο 101 και στο άρθρο 102 της ΣΛΕΕ. 54. Ωστόσο,
σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική για την απόκτηση ελέγχου, οι συμφωνίες μεταξύ
του αποκτώντος τη μειοψηφική συμμετοχή και της εταιρείας-στόχου θα λαμβάνονταν
υπόψη κατά την ουσιαστική αξιολόγηση μιας πράξης βάσει των κανόνων για τις
συγκεντρώσεις. Και αυτό διότι είναι συναφείς με τις σημερινές και τις
μελλοντικές συνθήκες της αγοράς (π.χ. ύπαρξη μακροπρόθεσμων συμβάσεων), τις
οποίες η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη στο πλαίσιο της ουσιαστικής αξιολόγησης.[41] 3.3. Συμπέρασμα σχετικά με την επανεξέταση των μειοψηφικών συμμετοχών 55. Η
Επιτροπή δεν διαθέτει επί του παρόντος τα κατάλληλα εργαλεία για τον χειρισμό
των επιζήμιων για τον ανταγωνισμό αποκτήσεων μειοψηφικών συμμετοχών. Ένα
στοχευμένο σύστημα διαφάνειας φαίνεται να είναι κατάλληλο για τον εντοπισμό
αυτών των πράξεων και την πρόληψη της ζημίας σε βάρος των καταναλωτών που
απορρέουν από αυτές και θα ήταν σύμφωνο με τις τρεις αρχές που περιγράφονται στο
σημείο 42. 56. Πρώτον,
οι δυνητικά επιβλαβείς πράξεις θα περιέρχονταν πιθανώς σε γνώση της Επιτροπής
και των κρατών μελών, ενώ δεν θα γίνονταν αντιληπτές οι αβλαβείς πράξεις, όπως
αυτές που συνάπτονται μόνο για επενδυτικούς σκοπούς 57. Δεύτερον,
το στοχευμένο σύστημα διαφάνειας θα περιόριζε τη διοικητική επιβάρυνση για τις
επιχειρήσεις, διότι η Επιτροπή θα έπρεπε να ενημερώνεται μόνο για έναν
περιορισμένο αριθμό υποθέσεων, και συγκεκριμένα για εκείνες που δημιουργούν
έναν «ανταγωνιστικά σημαντικό δεσμό». Τα μέρη θα όφειλαν να υποβάλλουν στην
Επιτροπή μόνο ένα περιορισμένο όγκο πληροφοριών σχετικά με τις εν λόγω πράξεις,
με ενημερωτική κοινοποίηση, μετά την οποία η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφασίσει
αν θα ζητήσει πλήρη κοινοποίηση. 58. Τέλος,
το στοχευμένο σύστημα διαφάνειας θα ανταποκρινόταν στα καθεστώτα ελέγχου των
συγκεντρώσεων που ισχύουν σήμερα σε ενωσιακό και σε εθνικό επίπεδο. Η
ενημερωτική κοινοποίηση θα αποστέλλεται στα κράτη μέλη για να ενημερώνονται
σχετικά με τις αποκτήσεις μειοψηφικής συμμετοχής, ώστε να έχουν τη δυνατότητα
να ζητούν παραπομπή σε εκείνο το στάδιο. Αντίθετα, ένα σύστημα αυτοαξιολόγησης
θα συμβιβαζόταν δυσκολότερα με τα καθεστώτα του κράτους μέλους, διότι θα υπήρχε
αβεβαιότητα για το αν η Επιτροπή θα διερευνήσει ή όχι μια πράξη. 4. Παραπομπές υποθέσεων 4.1. Στόχοι και κατευθυντήριες αρχές για τις παραπομπές υποθέσεων 59. Ο
κανονισμός περί συγκεντρώσεων έχει θεσπίσει ένα σύστημα «ενιαίου ελέγχου»,
βάσει του οποίου οι συγκεντρώσεις με ενωσιακή διάσταση (όπως ορίζεται από τα
όρια κύκλου εργασιών που θεσπίζονται στο άρθρο 1) εξετάζονται αποκλειστικά
από την Επιτροπή, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τις πολλαπλές διαδικασίες
εξέτασης στο επίπεδο των κρατών μελών. Ενώ τα όρια κύκλου εργασιών χρησιμεύουν
ως «σαφώς καθορισμένο κριτήριο» για το κατά πόσον μια συγκέντρωση ενδέχεται να
έχει ευρωπαϊκή ή διασυνοριακή διάσταση, ο κανονισμός περί συγκεντρώσεων
προβλέπει επίσης την παραπομπή υποθέσεων από την Επιτροπή σε ένα ή περισσότερα
κράτη μέλη της ΕΕ και το αντίστροφο. Ο μηχανισμός αυτός, που κατέστη
αποτελεσματικότερος με τη μεταρρύθμιση του 2004, επιτρέπει την επανεξέταση μιας
υπόθεσης από την αρμοδιότερη αρχή, εάν αυτή δεν έχει ήδη ανατεθεί στην εν λόγω
αρχή με την εφαρμογή του κριτηρίου των ορίων κύκλου εργασιών τόσο πριν όσο και
μετά την κοινοποίηση της πράξης στην αρμόδια αρχή. 60. Η
προαναφερθείσα έκθεση του 2009 προς το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι,
συνολικά, τα όρια κύκλου εργασιών και οι κανόνες παραπομπής υποθέσεων που
καθορίζονται στον κανονισμό περί συγκεντρώσεων λειτούργησαν ικανοποιητικά.
Υπάρχει, ωστόσο, περιθώριο για βελτίωση, δεδομένου ότι ένας μεγάλος αριθμός
υποθέσεων εξακολουθούσε να υπόκειται σε επανεξέταση σε τρία ή περισσότερα κράτη
μέλη (240 περιπτώσεις το 2007). 61. Το
σύστημα της παραπομπής υποθέσεων θα μπορούσε να ενισχυθεί για να εξυπηρετείται
καλύτερα ο σκοπός της παρέκκλισης από τα αποτελέσματα του ελέγχου των ορίων του
κύκλου εργασιών, όταν αυτό είναι αναγκαίο. Υπάρχουν ιδίως περιθώρια για
βελτίωση όσον αφορά τις παραπομπές από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, τόσο πριν
όσο και μετά από την κοινοποίηση. 62. Πράγματι,
η πείρα έχει δείξει ότι η τρέχουσα διαδικασία παραπομπής από το κράτος μέλος
στην Επιτροπή προ της κοινοποίησης από τα κοινοποιούντα μέρη, σύμφωνα με το
άρθρο 4 παράγραφος 5, τείνει να είναι περίπλοκη και χρονοβόρα.[42] Αυτό
οφείλεται στο γεγονός ότι απαιτείται καταρχήν η υποβολή «αιτιολογημένης
αναφοράς» για την αίτηση παραπομπής της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό και στη
συνέχεια η κοινοποίηση, όταν εγκριθεί η αίτηση. Για τον λόγο αυτό, τα μέρη
μπορεί να έχουν επιλέξει να μην υποβάλουν αίτηση παραπομπής σε ορισμένες
υποθέσεις που θα ήταν πρόσφορες για παραπομπή στην Επιτροπή. Η Επιτροπή
προτείνει, συνεπώς, την απλούστευση της διαδικασίας παραπομπών βάσει του
άρθρου 4 παράγραφος 5 με την κατάργηση της υφιστάμενης διαδικασίας
των δύο σταδίων. 63. Επιπλέον,
οι υφιστάμενοι κανόνες παραπομπής, μετά την κοινοποίηση, από τα κράτη μέλη στην
Επιτροπή βάσει του άρθρου 22 παρέχουν στην Επιτροπή δικαιοδοσία μόνο για
τα κράτη μέλη που έχουν υποβάλει ή συνυποβάλει αίτηση παραπομπής. Σε ορισμένες
περιπτώσεις, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διενέργεια παράλληλων ερευνών από την
Επιτροπή και τις ΕΑΑ, σε αντίθεση με την αρχή του ενιαίου ελέγχου.[43] Η
Επιτροπή προτείνει, συνεπώς, να απλουστευθεί η διαδικασία παραπομπών βάσει του
άρθρου 22, έτσι ώστε να της παρασχεθεί δικαιοδοσία σε κλίμακα ΕΟΧ για τις
υποθέσεις που παραπέμπονται σε αυτήν και για την καλύτερη εφαρμογή της αρχής
του ενιαίου ελέγχου. 4.2. Τα προτεινόμενα μέτρα για την παραπομπή υποθέσεων 64. Σκοπός
των προτεινόμενων τροποποιήσεων του συστήματος παραπομπής υποθέσεων είναι να
διευκολυνθούν οι παραπομπές, ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του
συστήματος συνολικά, χωρίς ριζική μεταρρύθμιση των στοιχείων του συστήματος. 4.2.1. Άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων: προ της κοινοποίησης παραπομπή από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή 65. Δεδομένου του μικρού αριθμού των αιτήσεων βάσει
του άρθρου 4 παράγραφος 5 στις οποίες ένα κράτος μέλος αντέταξε βέτο από το 2004 έως
σήμερα[44],
η Επιτροπή προτείνει την κατάργηση της υφιστάμενης διαδικασίας των δύο σταδίων
(υποβολή αιτιολογημένων αναφορών και συνακόλουθη κοινοποίηση). Η αλλαγή αυτή θα
επιτάχυνε τις παραπομπές βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 5 και θα τις
καθιστούσε περισσότερο αποτελεσματικές, με παράλληλη διατήρηση της δυνατότητας
των κρατών μελών να αποτρέψουν μια αίτηση στη σπάνια περίπτωση που θα το
έκριναν αναγκαίο. 66. Ως εκ
τούτου, τα μέρη θα κοινοποιούν μια πράξη απευθείας στην Επιτροπή. Η Επιτροπή θα
διαβιβάζει εν συνεχεία την κοινοποίηση στα κράτη μέλη άμεσα, παρέχοντας στα
κράτη μέλη που είναι εκ πρώτης όψεως αρμόδια να εξετάσουν την πράξη βάσει του
εθνικού δικαίου τους τη δυνατότητα να αντιταχθούν στην αίτηση παραπομπής εντός
15 εργάσιμων ημερών. Εάν το αρμόδιο κράτος μέλος δεν αντιταχθεί στην αίτηση, η
Επιτροπή θα έχει δικαιοδοσία να επανεξετάσει την πράξη συνολικά. 67. Στην
περίπτωση που τουλάχιστον ένα αρμόδιο κράτος μέλος αντιταχθεί στη δικαιοδοσία
της Επιτροπής, η Επιτροπή θα αποποιηθεί εξ ολοκλήρου τη δικαιοδοσία και τα
κράτη μέλη θα διατηρήσουν τη δικαιοδοσία τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η
Επιτροπή δεν θα διαθέτει καμία διακριτική ευχέρεια και θα εκδίδει απόφαση που
θα δηλώνει ότι δεν είναι πλέον αρμόδια. Σε αυτή την περίπτωση, τα μέρη της
συγκέντρωσης θα μπορούν να καθορίσουν σε ποια κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλουν
κοινοποίηση. 68. Για να
διευκολυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής,
η Επιτροπή προτείνει να αποστέλλονται στα κράτη μέλη τα αρχικά ενημερωτικά
έγγραφα των μερών ή η αίτηση ανάθεσης της υπόθεσης, προκειμένου να ειδοποιούνται
για την πράξη κατά τη διάρκεια των επαφών πριν από την κοινοποίηση. 4.2.2. Άρθρο 22 του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων: μετά την κοινοποίηση παραπομπή από τα κράτη
μέλη στην Επιτροπή 1.
Η διαδικασία βάσει του άρθρου 22 προτείνεται
να τροποποιηθεί ως εξής: -
Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη που είναι αρμόδια να
εξετάσουν μια πράξη βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας μπορούν να ζητήσουν την
παραπομπή της υπόθεσης στην Επιτροπή εντός 15 εργάσιμων ημερών από την
ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε αυτά (ή κατά την οποία λαμβάνουν γνώση
της πράξης).[45]
-
Η Επιτροπή θα μπορεί να αποφασίζει αν θα δεχτεί ή
όχι την αίτηση παραπομπής. Παραδείγματος χάριν, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει
να μην αποδεχθεί την αίτηση, εάν η πράξη δεν έχει διασυνοριακές επιπτώσεις,
σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να κάνει δεκτή την αίτηση παραπομπής,
θα έχει δικαιοδοσία για το σύνολο του ΕΟΧ. -
Ωστόσο, εάν ένα ή περισσότερα αρμόδια κράτη μέλη
αντιταχθούν στην παραπομπή, η Επιτροπή θα αποποιηθεί τη δικαιοδοσία της για το
σύνολο του ΕΟΧ και τα κράτη μέλη θα διατηρήσουν τη δικαιοδοσία τους. Το κράτος
μέλος δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την αντίθεσή του στην παραπομπή. 70. Για να είναι η ανωτέρω πρόταση εφαρμόσιμη, πρέπει να αντιμετωπιστούν
δύο ζητήματα. Πρώτον, θα μπορούσε να προκύψει πρόβλημα χρονοδιαγράμματος, εάν η
αίτηση παραπομπής υποβαλλόταν αφού προηγουμένως ένα άλλο κράτος μέλος έχει ήδη
εγκρίνει την πράξη στο έδαφός του. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή δεν θα ήταν
πλέον σε θέση να ασκήσει δικαιοδοσία στο σύνολο του ΕΟΧ. Δεύτερον, άλλα κράτη
μέλη ενδέχεται να μη διαθέτουν επαρκή στοιχεία για να διαπιστώσουν αν είναι
αρμόδια και θα είχαν το δικαίωμα να αντιταχθούν στην παραπομπή ή, εάν ήταν
αρμόδια, να προβούν σε τεκμηριωμένη επιλογή να αντιταχθούν ή όχι στην παραπομπή,
εφόσον ενδέχεται να μην έχουν ακόμη λάβει κοινοποίηση. 71. Για να
αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο, η Επιτροπή
προτείνει οι ΕΑΑ να αποστέλλουν έγκαιρα ενημερωτικές κοινοποιήσεις για
υποθέσεις πολλαπλής δικαιοδοσίας ή διασυνοριακές υποθέσεις ή για υποθέσεις που
αφορούν αγορές οι οποίες είναι εκ πρώτης όψεως ευρύτερες από την εθνική αγορά,
το συντομότερο δυνατόν, αφότου το κράτος μέλος παραλάβει την κοινοποίηση ή
περιέλθει σε γνώση του η πράξη με άλλον τρόπο. Η ΕΑΑ θα ανέφερε στην εν λόγω
ανακοίνωση αν σκέφτεται να υποβάλει αίτηση παραπομπής. Στην περίπτωση αυτή, η
προκήρυξη θα ενεργοποιούσε την αναστολή των εθνικών προθεσμιών όλων των κρατών
μελών τα οποία διερευνούν επίσης την υπόθεση. Εναλλακτικά, εάν η ίδια η
Επιτροπή πιστεύει ότι θα ήταν η πλέον αρμόδια αρχή, θα καλούσε το κράτος μέλος
να ζητήσει παραπομπή δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 5 και η
πρόσκληση αυτή θα είχε επίσης ως αποτέλεσμα την αναστολή όλων των εθνικών
προθεσμιών. 72. Μια
τέτοια διαδικαστική λύση εκτιμάται ότι θα μειώσει τον κίνδυνο υποβολής αίτησης
παραπομπής μιας υπόθεσης στην Επιτροπή από μια ΕΑΑ, ενώ μια άλλη ΕΑΑ έχει ήδη
εκδώσει απόφαση έγκρισης της πράξης. Ωστόσο, στην απίθανη περίπτωση που ένα
κράτος μέλος έχει εκδώσει απόφαση έγκρισης πριν από την υποβολή αίτησης
παραπομπής, η απόφαση έγκρισης θα παραμείνει σε ισχύ και η υπόθεση θα
παραπεμφθεί μόνο από τα υπόλοιπα κράτη μέλη. 73. Η
κυκλοφορία μιας τέτοιας ενημερωτικής ανακοίνωσης θα διευκόλυνε επίσης τη
συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ όλων των αρμοδίων φορέων που συμμετέχουν
στη διαδικασία επανεξέτασης και θα ενίσχυε τη σύγκλιση, ακόμη και αν δεν
υποβληθεί αίτηση παραπομπής στην Επιτροπή. 4.2.3. Άρθρο
4 παράγραφος 4 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων: προ της
κοινοποίησης παραπομπή από την Επιτροπή σε κράτος μέλος 74. Η
Επιτροπή προτείνει την αποσαφήνιση των ουσιαστικών ορίων για τις προ της
κοινοποίησης παραπομπές από την Επιτροπή σε ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το
άρθρο 4 παράγραφος 4. 75. Για να
ενθαρρυνθεί η χρήση της εν λόγω διάταξης, η Επιτροπή προτείνει την προσαρμογή
του προβλεπόμενου στο άρθρο 4 παράγραφος 4 ουσιαστικού κριτηρίου ελέγχου, έτσι
ώστε να μην υποχρεούνται πλέον τα μέρη να ισχυρίζονται ότι η πράξη ενδέχεται να
«επηρεάσει σημαντικά τον ανταγωνισμό σε μια αγορά» για να είναι δυνατή η
παραπομπή μιας υπόθεσης Θα ήταν αρκετό να αποδειχθεί ότι ο βασικός αντίκτυπος
της πράξης ενδέχεται να εκδηλωθεί σε διακριτή αγορά στο εν λόγω κράτος μέλος. Η
κατάργηση του «στοιχείου της αυτοενοχοποίησης» μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του
αριθμού των αιτήσεων βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 4. 5. Διάφορα 76. Τέλος,
η Επιτροπή πιστεύει ότι υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση και
απλούστευση και ορισμένων ακόμη διατάξεων του κανονισμού περί συγκεντρώσεων,
ιδίως με σκοπό την απλούστευση των διαδικασιών. Στο πλαίσιο του ελέγχου των
συγκεντρώσεων, η Επιτροπή επεδίωκε πάντοτε να περιορίζεται στο ελάχιστο η
διοικητική επιβάρυνση των εταιρειών. Τον Δεκέμβριο του 2013, η Επιτροπή έκανε
ένα σημαντικό βήμα προς την αποτελεσματικότερη ενίσχυση του ελέγχου των
συγκεντρώσεων στην ΕΕ, χωρίς τροποποίηση του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, με
τη θέσπιση δέσμης μέτρων απλούστευσης.[46]
Αυτή η δέσμη μέτρων οδήγησε στην υπαγωγή πολύ περισσότερων υποθέσεων
συγκεντρώσεων στην αποκαλούμενη απλουστευμένη διαδικασία για μη προβληματικές
συγχωνεύσεις και στον εξορθολογισμό όλων των καθορισθέντων εντύπων για τις
κοινοποιήσεις των συγκεντρώσεων στην Επιτροπή, με αποτέλεσμα να υπάρξει
ουσιαστική καθαρή μείωση των απαιτήσεων ενημέρωσης. 77. Για
τον περαιτέρω εξορθολογισμό και την απλούστευση των διαδικασιών της ΕΕ για τις
συγκεντρώσεις, πέραν του επιπέδου που επιτεύχθηκε το 2013 με τη δέσμη μέτρων
απλούστευσης, και για να βελτιωθούν ορισμένες διατάξεις του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων, απαιτείται τροποποίηση του ίδιου του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων. Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει
την παρούσα Λευκή Βίβλο εξετάζει διεξοδικά αυτές τις προτάσεις, αλλά αξίζει να
επισημανθούν εδώ δύο σημεία: -
Ο κανονισμός περί συγκεντρώσεων θα μπορούσε να
τροποποιηθεί κατά τρόπο ώστε η δημιουργία μιας λειτουργικά αυτόνομης κοινής
επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί εξ ολοκλήρου εκτός του ΕΟΧ
(και που δεν θα είχε καμία επίπτωση στις αγορές εντός του ΕΟΧ) να μην εμπίπτει
στο πεδίο εφαρμογής του. Συνεπώς, η δημιουργία των εν λόγω κοινών επιχειρήσεων
δεν θα έπρεπε να κοινοποιείται στην Επιτροπή, ακόμη και αν τηρούνται τα όρια
του κύκλου εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 1. -
Για την περαιτέρω απλούστευση των διαδικασιών
στον τομέα των συγκεντρώσεων, η Επιτροπή θα μπορούσε να εξουσιοδοτηθεί να
εξαιρεί από την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης ορισμένες κατηγορίες
πράξεων που συνήθως δεν δημιουργούν προβλήματα ανταγωνισμού (π.χ. οι πράξεις
που δεν συνεπάγονται οριζόντιες ή κάθετες σχέσεις μεταξύ των συγχωνευόμενων
επιχειρήσεων και οι οποίες επί του παρόντος εξετάζονται με απλουστευμένη
διαδικασία). Οι περιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να υπόκεινται σε διαδικασία
παρόμοια με το προαναφερθέν «σύστημα στοχευμένης διαφάνειας» για τον χειρισμό
των αποκτήσεων μη ελέγχουσας μειοψηφικής συμμετοχής. 6. Συμπέρασμα 78. Συνολικά,
ο αναθεωρημένος κανονισμός περί συγκεντρώσεων, που εκδόθηκε το 2004, παρέχει
ένα καλό πλαίσιο για την αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού και,
συνεπώς, των καταναλωτών από τις επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό επιπτώσεις των
συγχωνεύσεων και εξαγορών στην εσωτερική αγορά. Το πλαίσιο παρέχει αυτή την
προστασία επιτρέποντας την ταχεία έγκριση της μεγάλης πλειονότητας των πράξεων
που δεν δημιουργούν προβλήματα ανταγωνισμού. Η εισαγωγή του κριτηρίου της ΣΠΑΑ
το 2004 έδωσε επίσης τη δυνατότητα στην Επιτροπή να ελέγχει τα μη συντονισμένα
αποτελέσματα πράξεων, όταν η συγχωνευθείσα οντότητα δεν θα αποκτούσε δεσπόζουσα
θέση. Τέλος, οι βελτιώσεις του συστήματος παραπομπής υποθέσεων συνέβαλαν
σημαντικά στο να ανατίθενται οι υποθέσεις στην πλέον αρμόδια αρχή. 79. Ωστόσο,
όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης του ελέγχου των
συγκεντρώσεων στην ΕΕ.[47]
Ειδικότερα, η παρούσα Λευκή Βίβλος προτείνει να επεκταθεί η δικαιοδοσία της
Επιτροπής ώστε να περιλάβει την εξέταση των δυνητικά επιβλαβών για τον
ανταγωνισμό αποτελεσμάτων που απορρέουν από αποκτήσεις μη ελέγχουσας
μειοψηφικής συμμετοχής με τη χρήση ενός στοχευμένου και μη παρεμβατικού
συστήματος διαφάνειας, και να καταστεί αποτελεσματικότερο και αποδοτικότερο το
σύστημα παραπομπής υποθέσεων με τον εξορθολογισμό της διαδικασίας του
άρθρου 4 παράγραφος 5 και την τροποποίηση του άρθρου 22, ώστε να
ενισχυθεί η τήρηση της αρχής του ενιαίου ελέγχου. Η
Επιτροπή σάς καλεί να υποβάλετε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την παρούσα
Λευκή Βίβλο. Ιδιαίτερα η Επιτροπή σας καλεί να υποβάλετε τις παρατηρήσεις σας
σχετικά με τις προτάσεις που διατυπώνονται και τα ζητήματα που τίθενται στη
Λευκή Βίβλο και στο έγγραφο των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει τη Λευκή
Βίβλο. Οι παρατηρήσεις μπορούν να αποστέλλονται έως την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου
είτε με ηλ. ταχυδρομείο στην ηλ. διεύθυνση: comp-merger-registry@ec.europa.eu είτε
ταχυδρομικά στη διεύθυνση: European Commission
Directorate-General for Competition, Unit A-2
White Paper "Towards more effective EU merger control"
B-1049 Brussel/Bruxelles. Αποτελεί
πάγια πρακτική της ΓΔ Ανταγωνισμού να δημοσιεύει απαντήσεις που έλαβε στο πλαίσιο
δημόσιας διαβούλευσης. Ωστόσο, είναι δυνατόν να ζητήσετε η απάντησή σας, ή
τμήμα αυτής, να παραμείνει εμπιστευτική. Στην περίπτωση αυτή, παρακαλούμε να δηλώσετε
σαφώς στην πρώτη σελίδα της απάντησής σας ότι δεν πρέπει να δημοσιευθεί και,
συγχρόνως, να αποστείλετε στη ΓΔ Ανταγωνισμού, προς δημοσίευση, μία μη
εμπιστευτική εκδοχή της απάντησής σας. [1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής
Ιανουαρίου 2004, σχετικά με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων,
ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1. Ο
ισχύων κανονισμός περί συγκεντρώσεων είναι αποτέλεσμα αναδιατύπωσης του αρχικού
κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4064/89
του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων
μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395
της 30.12.1989, σ. 1). [2] Βλ. έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής "Towards more effective EU merger control", SWD (2013) 239 final (Προς έναν αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ)
(εφεξής «έγγραφο διαβούλευσης) και τις υποβληθείσες παρατηρήσεις που διατίθενται
στη διεύθυνση:
http://ec.europa.eu/competition/consultations/2013_merger_control. [3] Βλ. άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων. [4] Βλ. άρθρο 4 παράγραφο 25 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων. [5] Σε πολλές πρόσφατες υποθέσεις χρησιμοποιήθηκε ένα σύνολο
εξειδικευμένων οικονομικών αναλύσεων για να εκτιμηθεί η ύπαρξη ΣΠΑΑ, όπως οι
υποθέσεις: COMP/M.6570 – UPS/TNT Express, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2013·
– Universal Music Group/EMI Music, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2012· COMP/M.6471 – Outokumpu/Inoxum, απόφαση της
7ης Νοεμβρίου 2012· COMP/M.6663 – Ryanair/Aer Lingus, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2013. [6] Ενδεικτικά, υπόθεση COMP/M.4980 — ABF/GBI Business, απόφαση
της Επιτροπής της 23ης Σεπτεμβρίου 2008. [7] Όπως στην υπόθεση COMP/M.4942 – Nokia/NAVTEQ, απόφαση της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 2008 ή COMP/M.4854 – Tom Tom/TeleAtlas, απόφαση
της 14ης Μαΐου 2008. [8] Ενδεικτικά, υπόθεση COMP/M.5984– Intel/McAfee, απόφαση της Επιτροπής της 26ης Ιανουαρίου 2011. [9] COMP/M.6203 – Western Digital/Hitachi, απόφαση της Επιτροπής της 23ης
Νοεμβρίου 2011. αιτιολογική σκέψη 1038. [10] Κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση των οριζόντιων
συγκεντρώσεων σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου για τον έλεγχο των
συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ C 31 της 5.2.2004, σ. 5). [11] Βλ. κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την
αξιολόγηση των μη οριζόντιων συγκεντρώσεων σύμφωνα με τον κανονισμό του
Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ C 265 της 18.10.2008, σ. 6). [12] Στις κατευθυντήριες γραμμές, ως σημεία αναφοράς για την
επανεξέταση της ουσιαστικής νομιμότητας της ανάλυσης της Επιτροπής για τις
συγκεντρώσεις, παραπέμπουν επίσης και αποφάσεις των Δικαστηρίων της ΕΕ, βλ.
ενδεικτικά υπόθεση T-282/06 Sun Chemical κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-2149 [13] COMP/M.6570 – UPS/TNT Express, απόφαση της Επιτροπής της 30ής
Ιανουαρίου 2013. [14] COMP/M.6360 – Nynas/Harburg, απόφαση της
Επιτροπής της 2ας Σεπτεμβρίου 2013. [15] Υπόθεση COMP/M.5984– Intel/McAfee, απόφαση της
Επιτροπής της 26ης Ιανουαρίου 2011. [16] Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα
που είναι αποδεκτά βάσει του κανονισμού (EΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής (ΕΕ C 267 της 22.10.2008, σ. 1). [17] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, Έκθεση για τη
λειτουργία του κανονισμού 139/2004, της 18ης Ιουνίου 2009, COM (2009) 281 final, η οποία συνοδεύεται από το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της
Επιτροπής SEC (2009) 808 final/2. [18] Ενδεικτικά, το 2013 η Γερμανία αντικατέστησε το
προηγούμενο κριτήριο της δεσπόζουσας θέσης με το κριτήριο της ΣΠΑΑ, όπως
ορίζεται στο άρθρο 2
παράγραφοι 2 και 3 του
κανονισμού περί συγκεντρώσεων. [19] Βλ. EU Merger Working Group, Best Practices on Cooperation between EU National Competition Authorities in Merger Review (Ομάδα εργασίας
της ΕΕ για τις συγκεντρώσεις, Βέλτιστες πρακτικές για τη συνεργασία μεταξύ των
εθνικών αρχών ανταγωνισμού της ΕΕ για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων) της 8ης
Νοεμβρίου 2011. [20] Μολονότι οι παρεμβάσεις αυτές είναι σπάνιες σε γενικές
γραμμές, υπάρχει ένα τέτοιο καθεστώς σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Γαλλία, η
Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. [21] Βλ. αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων
της ΕΕ που δίνει έμφαση στη συνεργασία και αναφέρεται στο θέμα των παραπομπών
και των αρμοδιοτήτων. [22] Μάριο Μόντι, Μια νέα στρατηγική για την ενιαία αγορά -
στην υπηρεσία της ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας, Έκθεση προς τον πρόεδρο
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, José Manuel Barroso, της 9ης Μαΐου 2010. Βλ. επίσης πιο πρόσφατα: Autorité de
la concurrence, Rapport au Ministre de l’Economie et des Finances. Pour un contrôle plus simple, cohérent et stratégique en Europe, της 16ης Δεκεμβρίου 2013. [23] Η παρούσα ανασκόπηση γίνεται με την επιφύλαξη περαιτέρω
βελτιώσεων του κανονισμού περί συγκεντρώσεων. [24] Βλ. παράρτημα Ι του εγγράφου διαβούλευσης. [25] Βλ. σημείο 8 των κατευθυντήριων γραμμών για τις οριζόντιες
συγκεντρώσεις και σημείο 10 των κατευθυντήριων γραμμών για τις μη οριζόντιες
συγκεντρώσεις [26] COMP/M.3653 – Siemens/VA Tech, απόφαση της Επιτροπής της 13ης
Ιουλίου 2005. [27] http://ec.europa.eu/competition/mergers/cases/decisions/m3653_20050713_20600_en.pdf. [28] Υπόθεση COMP/M.4439 – Ryanair/Aer Lingus I, απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 2007, που επικυρώθηκε από το
Γενικό Δικαστήριο στην υπόθεση T-411/07,
Aer Lingus κατά
Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. II-3691.
Βλ. επίσης υπόθεση COMP/M.6663 – Ryanair/Aer Lingus III, απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2013, με την οποία η
Επιτροπή κήρυξε ένα άλλο σχέδιο απόκτησης ελέγχου από τη Ryanair στην Aer Lingus ασυμβίβαστο με
την εσωτερική αγορά. [29] Τελική έκθεση της 28ης Αυγούστου 2013, http://www.competition-commission.org.uk/assets/competition commission/docs/2012/ryanair-aer-lingus/130828_ryanair_final_report.pdf. Η Ryanair προσέβαλε την απόφαση, αλλά το Competition Appeal Tribunal απέρριψε την
προσφυγή της στις 7 Μαρτίου 2014. [30] COMP/M.4153 – Toshiba/Westinghouse, απόφαση
της Επιτροπής της 19ης Σεπτεμβρίου 2006. [31] Βλ., ενδεικτικά, υπόθεση COMP. M. 1673 - VEBA/VIAG, απόφαση της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2000. [32] Βλ. επίσης παράρτημα 1 του εγγράφου διαβούλευσης. [33] COMP/M.5406 – IPIC/MAN Ferrostaal, απόφαση της Επιτροπής της 13ης
Μαρτίου 2009. [34] Βλ., ενδεικτικά, τις μειοψηφικές συμμετοχές που απέκτησαν
πρόσφατα η Telefónica στην Telecom Italia, η Air France στην Alitalia, η Intel στην ASML, παρασκευαστή συστημάτων λιθογραφίας για
τον κλάδο των ημιαγωγών, η Marine Harvest στη Grieg Seafood ή η VW στη Suzuki. Όσον αφορά τις μειοψηφικές συμμετοχές σε κάθετα συνδεδεμένες
εταιρείες, ενδεικτικά αναφέρονται οι μειοψηφικές συμμετοχές κατά 10% της Nestlé στη Givaudan (η οποία πωλήθηκε πρόσφατα) ή η συμμετοχή κατά 15% της BMW στην SGL Carbon (επιπλέον του
29% των μετοχών της οικογένειας Quandt/Klatten που κατέχει
μεγάλο μερίδιο στην κατασκευάστρια αυτοκινήτων BMW). Προφανώς, αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι μειοψηφικές συμμετοχές
μεταξύ ανταγωνιστών και κάθετα συνδεδεμένων εταιρειών υπάρχουν πράγματι, αλλά
αναφέρονται εδώ με την επιφύλαξη του κατά πόσο έχουν δημιουργήσει προβλήματα
ανταγωνισμού. [35] Βλ. επίσης υπόθεση T-411/07 Aer Lingus κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010,
σ. II-3691, ιδίως σκέψη 104, και
υπόθεση 6/72 Continental Can κατά Επιτροπής,
Συλλογή 1973, σ. 216. [36] Βλ. άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού περί
συγκεντρώσεων. Προτείνεται η εφαρμογή των ίδιων κατώτατων ορίων κύκλου εργασιών
που ισχύουν σήμερα για τις αποκτήσεις ελέγχου και την απόκτηση μη ελέγχουσας
μειοψηφικής συμμετοχής. Το σύστημα παραπομπής θα ισχύει επίσης και στην
απόκτηση μειοψηφικών συμμετοχών για να επιτρέπει την ανάθεση των υποθέσεων στην
πλέον αρμόδια αρχή. [37] Η OFT
(βρετανική αρχή ανταγωνισμού) έχει ορίσει κατώτατο όριο 15% με την υπέρβαση του
οποίου μπορεί να εξετάζει κάθε υπόθεση (βλ. OFT , «Mergers- Jurisdictional and procedural guidance», σκέψη
3.20). Αυτό μπορεί επίσης να χρησιμεύσει ως σαφές όριο με την υπέρβαση του
οποίου μια συμμετοχή θα μπορούσε να θεωρηθεί «ανταγωνιστικά σημαντικός δεσμός».
[38] Η βρετανική υπόθεση BSkyB/ITV (2007) αποτελεί
ενδεικτικό παράδειγμα μιας de facto μειοψηφικής συμμετοχής αρνησικυρίας. Μια
συμμετοχή 17,9% κρίθηκε επαρκής για να παράσχει στη BSkyB σημαντική επιρροή στην ITV, από την άποψη ότι της επέτρεπε να επηρεάζει τη λήψη στρατηγικών
αποφάσεων της ITV. Η υπόθεση
εγκρίθηκε υπό την προϋπόθεση της εκποίησης τμήματος της συμμετοχής της ώστε να
φτάσει στο 7,5%. [39] Η υποχρέωση "hold separate" θα
απαιτούσε τη διατήρηση χωριστών στοιχείων του ενεργητικού, τον διορισμό ειδικού
διαχειριστή χωριστών στοιχείων του ενεργητικού κ.λπ. Θα ακολουθούσε πρακτική
παρόμοια με αυτή που εφαρμόζεται επί του παρόντος για τις δεσμεύσεις εκποίησης
κατά τις περιόδους εκποίησης ή τους όρους και τις υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 3 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων. [40] Με την επέκταση
στις μειοψηφικές συμμετοχές του άρθρου 6 παράγραφος 1
στοιχείο β) εδάφιο 2, του
άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και του άρθρου 8 παράγραφος 2 εδάφιο 3 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων. [41] Βλ., ενδεικτικά, υπόθεση COMP/M.6541 - Glencore/Xstrata, αιτιολογική σκέψη 26. [42] Βλ., ενδεικτικά, παράγραφο 19 της έκθεσης του 2009. [43] Ενδεικτικά, απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2010
στην υπόθεση COMP/M.5828 – Procter & Gamble/Sara Lee. [44] Μόνο για 6 από τις 261
αιτήσεις βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 5 που
υποβλήθηκαν από το 2004 έως σήμερα ασκήθηκε το δικαίωμα βέτο από κράτος μέλος. [45] Σε αντίθεση με το ισχύον σύστημα, μόνο τα κράτη μέλη που
είναι αρμόδια να εξετάσουν την πράξη βάσει του εθνικού τους δικαίου θα
μπορούσαν να ζητήσουν την παραπομπή υπόθεσης. [46] Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1269/2013 της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2013, (ΕΕ L 336 της 14.12.2013, σ. 1) και Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά
με απλοποιημένη διαδικασία για την εξέταση ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του
κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004
του Συμβουλίου (ΕΕ C 366 της
14.12.2013, σ. 5· διορθωτικό:
ΕΕ C 11 της 15.01.2014, σ. 6). [47] Το πεδίο που έχει επιλεγεί για την παρούσα Λευκή Βίβλο
τελεί υπό την επιφύλαξη πρόσθετων αξιολογήσεων άλλων σημαντικών πτυχών του
ελέγχου των συγκεντρώσεων στην ΕΕ από την Επιτροπή. Η Επιτροπή θα εξετάσει τα
κατάλληλα θέματα για την εκ των υστέρων αξιολόγηση ορισμένων πρακτικών της για
τον έλεγχο των συγκεντρώσεων.