52013SC0112

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ που συνοδεύει το έγγραφο Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο Οικοδόμηση ενιαίας αγοράς για πράσινα προϊόντα: Διευκόλυνση της καλύτερης πληροφόρησης για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων και των οργανισμών /* SWD/2013/0112 final */


ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

που συνοδεύει το έγγραφο

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

Οικοδόμηση ενιαίας αγοράς για πράσινα προϊόντα: Διευκόλυνση της καλύτερης πληροφόρησης για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων και των οργανισμών

1.           Προσδιορισμός του προβλήματος

1.1.        Το βασικό πρόβλημα: ο πολλαπλασιασμός των μεθοδολογιών παρεμποδίζει τη λειτουργία της αγοράς πράσινων προϊόντων

Πολλές μέθοδοι είναι διαθέσιμες και χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και τη γνωστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των προϊόντων και των οργανισμών[1]. Ο αριθμός τους αυξάνεται ραγδαία, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι πρωτοβουλίες, τόσο σε εθνικό επίπεδο[2] όσο και στον ιδιωτικό τομέα[3]. Κατ’ αρχήν, οι επιχειρήσεις είναι ελεύθερες να επιλέγουν τη μεθοδολογία που θα εφαρμόσουν, αλλά συχνά υποχρεούνται να χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη μεθοδολογία είτε από κάποια εθνική αρχή είτε από τους πελάτες σε επόμενο στάδιο της αλυσίδας εφοδιασμού. Όταν μια επιχείρηση προμηθεύει διάφορες άλλες επιχειρήσεις, τότε ενδέχεται να κληθεί να παράσχει περιβαλλοντικές πληροφορίες με πολλούς τρόπους που συνεπάγονται τη χρήση πολλών μεθοδολογιών. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει φυσική συσπείρωση γύρω από μία ενιαία συγκεκριμένη μεθοδολογία.

Πολλοί παράγοντες της βιομηχανίας ζητούν την εναρμόνιση των μεθόδων εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιδόσεων των προϊόντων, προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού, να μειωθεί το κόστος και να αποτραπεί ο παρασιτισμός. Ορισμένοι συμμετέχοντες στη δημόσια διαβούλευση θεωρούν την έλλειψη συνέπειας ως ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την κοινολόγηση και τη συγκριτική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων (72,5% σύμφωνων γνωμών). Στην ερώτηση σχετικά με τα αίτια των εμποδίων, μεγάλο ποσοστό των ενδιαφερομένων ανέφερε τις πολλαπλές πρωτοβουλίες στην ΕΕ (70,8%) και τους πολλαπλούς τρόπους αναφοράς (76,3%).

1.2.        Το εύρος και η κλίμακα του προβλήματος

α)           Πρόσθετο κόστος για τις επιχειρήσεις

Η συνύπαρξη διαφορετικών μεθοδολογιών συνεπάγεται άμεση αύξηση του κόστους για όσους θέλουν να εκτιμήσουν και να γνωστοποιήσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των προϊόντων ή των οργανισμών τους. Η αύξηση του κόστους οφείλεται: 1) στην αύξηση του κόστους κατάρτισης ώστε να καταστεί δυνατή η ανταπόκριση στις απαιτήσεις των διαφόρων μεθοδολογιών· 2) στην αύξηση του κόστους που σχετίζεται με τη συλλογή διαφόρων πληροφοριών· 3) στις διαφορετικές απαιτήσεις επισήμανσης· 4) στις διαφορετικές απαιτήσεις επαλήθευσης.

β)           Μειωμένες ευκαιρίες διασυνοριακών συναλλαγών πράσινων προϊόντων

Με δεδομένη την έλλειψη κοινώς αποδεκτού ορισμού των πράσινων προϊόντων, είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί η κλίμακα των ενδοενωσιακών και εξωενωσιακών συναλλαγών τις οποίες αφορά το θέμα αυτό. Ωστόσο, από διάφορες μελέτες προκύπτει ότι το 90% των καταναλωτών αγοράζει πράσινα προϊόντα τουλάχιστον ορισμένες φορές, ορισμένα από τα οποία πιθανόν να είναι εξαγόμενα προϊόντα. Σε γενικές γραμμές, οι συναλλαγές πράσινων προϊόντων είναι σαφώς σημαντικές και η τάση αυτή αναμένεται να ενταθεί. Ωστόσο, ο πολλαπλασιασμός των μεθοδολογιών ενδέχεται να εμποδίσει αυτήν τη θετική τάση, μειώνοντας τις δυνατότητες διασυνοριακών συναλλαγών πράσινων προϊόντων, επειδή οι επιχειρήσεις διαπιστώνουν ότι οι απαιτήσεις που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές πληροφορίες για τα προϊόντα τα οποία σκοπεύουν να πωλήσουν αλλάζουν από χώρα σε χώρα. Οι εθνικές κυβερνήσεις ζητούν όλο και περισσότερο διαφορετικές περιβαλλοντικές πληροφορίες στο πλαίσιο των απαιτήσεων για τις δημόσιες συμβάσεις, την υποβολή εκθέσεων ή την επισήμανση· το ίδιο ισχύει και για τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες, παραδείγματος χάριν, για να επιτρέψει ένας έμπορος λιανικής να εκτίθεται ένα προϊόν στα καταστήματά του.

γ)           Έλλειψη σαφήνειας για τις επιλογές των καταναλωτών

Επί του παρόντος, οι καταναλωτές έχουν ελάχιστες πληροφορίες για το τι είναι πράγματι «πράσινο» προϊόν. Εάν οι πληροφορίες αυτές δεν παρέχονται με αξιόπιστο τρόπο, οι αποφάσεις αγοράς στρεβλώνονται και πολλοί καταναλωτές καταλήγουν να μην αγοράζουν πράσινα προϊόντα παρά τη δηλωμένη πρόθεσή τους να το πράξουν. Αυτό διαφάνηκε από έρευνα της σειράς Ευρωβαρόμετρο: ενώ το 75% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν φιλοπεριβαλλοντικά προϊόντα, μόνο το 17% είχε πραγματοποιήσει τέτοιες αγορές κατά τον μήνα πριν από την έρευνα[4].

Ο αριθμός των οικολογικών ισχυρισμών αυξάνεται, ακόμη και αν αυτοί καθίστανται πιο επιφανειακοί και ασαφείς ως προς τη χρήση της ορολογίας, γεγονός που υποσκάπτει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των καταναλωτών: το 48% των καταναλωτών δεν εμπιστεύεται τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που αναγράφονται στα προϊόντα[5]. Οι άνθρωποι τείνουν να μην εμπιστεύονται τους οικολογικούς ισχυρισμούς, τόσο εκείνους που αναγράφονται στα προϊόντα όσο και εκείνους που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ) ή σε άλλες περιβαλλοντικές εκθέσεις των επιχειρήσεων[6]. Η κατάσταση αυτή φέρει σε μειονεκτική θέση τις επιχειρήσεις που έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις για τη βελτίωση των επιδόσεών τους και για να καταστήσουν οικολογικότερα τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Επικρατεί η αντίληψη ότι οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται βάσει των ισχυρισμών τους και όχι βάσει των υποκείμενων περιβαλλοντικών επιδόσεων.

δ)           Χαμένες ευκαιρίες για την αποδοτικότητα των πόρων

Οι πιο προορατικές επιχειρήσεις έχουν κατανοήσει ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για περαιτέρω αύξηση της αποδοτικότητας κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού τους και, προκειμένου να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες αυτές, ακολουθούν όλο και περισσότερο προσεγγίσεις διαχείρισης του κύκλου ζωής[7]. Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν προσεγγίσεις κύκλου ζωής για να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των πόρων που χρησιμοποιούν μπορούν να αποκομίσουν και άλλα οφέλη, όπως η καλύτερη απόδοση των επενδύσεων, η ανάπτυξη νέων αγορών, η βελτίωση της εικόνας της επιχείρησης, η αύξηση του ποσοστού πιστών πελατών, η καλύτερη κατανόηση των κινδύνων κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού και η καλύτερη διαφοροποίηση των προϊόντων.

Η πώληση περισσότερων πράσινων προϊόντων στην αγορά και η υιοθέτηση οικολογικότερων πρακτικών από περισσότερους οργανισμούς θα συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων της εμβληματικής πρωτοβουλίας για την αποδοτική χρήση των πόρων και της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» της ΕΕ. Αν και η ίδια η υποβολή περιβαλλοντικών εκθέσεων δεν σημαίνει βελτίωση των επιδόσεων, πολλές επιχειρήσεις που μετρούν τις επιδόσεις καθορίζουν σχετικούς στόχους και δράσεις. Η χαμηλή διείσδυση των πράσινων προϊόντων στην αγορά έχει επίσης επιπτώσεις στη διείσδυση της οικοκαινοτομίας, θέτοντας σε κίνδυνο το ανταγωνιστικό προβάδισμα των οικολογικών βιομηχανιών της ΕΕ, οι οποίες εξακολουθούν να κατέχουν ηγετική θέση σε παγκόσμιο επίπεδο και αυξάνονται. Πράγματι, οι πράσινες τεχνολογίες έχουν αναγνωριστεί ως μια σημαντική πηγή ανάπτυξης στην επικαιροποίηση της ανακοίνωσης για τη βιομηχανική πολιτική[8].

2.           Ανάλυση της επικουρικότητας

Ο πολλαπλασιασμός των μεθοδολογιών, οι σχετικές δυσκολίες και η αύξηση του κόστους απαιτούν την ανάληψη συντονισμένης δράσης από την ΕΕ, διότι επηρεάζουν άμεσα την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Εάν η ΕΕ αποφασίσει να παρέμβει σε μεταγενέστερο στάδιο, οι επιχειρήσεις θα έχουν ήδη αναγκαστεί να συμμορφωθούν με πολυάριθμες μεθοδολογίες και θα έχουν επωμιστεί το κόστος συμμόρφωσης· οι εθνικές διοικήσεις θα έχουν ήδη διαμορφώσει τις δομές εφαρμογής των πολιτικών τους – έξοδα τα οποία θα μπορούσαν να αποφευχθούν με την ανάληψη δράσης από την ΕΕ νωρίτερα. Επομένως, δικαιολογείται σήμερα η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ.

Η ΕΕ βρίσκεται σε ιδανική θέση για να προωθήσει την εναρμόνιση των μεθοδολογιών σε όλη την ενιαία αγορά, βασιζόμενη στις εμπειρίες των κρατών μελών και των ιδιωτικών πρωτοβουλιών στον τομέα αυτό και με διάλογο με τους ενδιαφερομένους. Η ΕΕ μπορεί να προσδώσει σημαντική προστιθέμενη αξία, δεδομένου ότι ο περαιτέρω συντονισμός θα επέφερε σημαντική εξοικονόμηση κόστους για τις εθνικές κυβερνήσεις και τον ιδιωτικό τομέα[9].

2.1.        Το ανεφάρμοστο της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης

Ελλείψει κανόνων σε επίπεδο ΕΕ, οι ιδιωτικοί οικονομικοί παράγοντες και οι δημόσιες αρχές έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν το σύστημα της προτίμησής τους για τον υπολογισμό και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων. Ωστόσο, στην περίπτωση των κρατών μελών, η ρυθμιστική ευελιξία περιορίζεται από την απαίτηση οι τεχνικές ρυθμίσεις να μην καταρτίζονται, θεσπίζονται ή εφαρμόζονται με σκοπό ή με αποτέλεσμα τη δημιουργία περιττών εμποδίων στο εμπόριο. Στην περίπτωση των εθνικών ρυθμίσεων, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης είναι συχνά ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, η αρχή αυτή δεν φαίνεται χρήσιμη στο συγκεκριμένο πλαίσιο, επειδή επί του παρόντος ορισμένα κράτη μέλη δεν διαθέτουν καν μεθόδους για τον υπολογισμό και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων, ενώ οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη διαφέρουν ως προς το πεδίο εφαρμογής, τη φιλοδοξία και τους κανόνες. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι δυνατόν σήμερα να θεσπιστεί ισοδυναμία μεταξύ τους.

Επιπλέον, η αμοιβαία αναγνώριση δεν θα εξαλείψει άλλα, μη τεχνικά εμπόδια στις ενδοενωσιακές συναλλαγές: ακόμη και αν και δεν υφίστανται νομικές απαιτήσεις, οι εξαγωγείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν τις μεθόδους γνωστοποίησης με τις οποίες είναι εξοικειωμένοι οι καταναλωτές στην αλλοδαπή αγορά προκειμένου να μην βρεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι των τοπικών παραγωγών.

3.           Στόχοι

Ο γενικός στόχος της δράσης της ΕΕ είναι η βελτίωση της διαθεσιμότητας αξιόπιστων πληροφοριών σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων και των οργανισμών.

3.1.        Ειδικοί στόχοι

Προώθηση της χρήσης μιας κοινής μεθοδολογίας για την εκτίμηση και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των προϊόντων και των οργανισμών.

3.2.        Επιχειρησιακοί στόχοι

Ο ανωτέρω ειδικός στόχος αναλύεται σε επιμέρους επιχειρησιακούς στόχους ως εξής:

Πίνακας 1 – Επιχειρησιακοί στόχοι

Ειδικός στόχος || Επιχειρησιακοί στόχοι

Προώθηση της χρήσης μιας κοινής μεθοδολογίας για την εκτίμηση και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των προϊόντων και των οργανισμών || 1. Δρομολόγηση δύο μεθόδων που είναι σχετικά απλές στη χρήση τους αλλά και ισχυρές: μία για τη μέτρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των προϊόντων και μία για τη μέτρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των οργανισμών

2. Ενθάρρυνση της υιοθέτησης των μεθόδων στα κράτη μέλη και από τους ιδιωτικούς παράγοντες

3. Καθορισμός ειδικών κανόνων περιβαλλοντικού αποτυπώματος για προϊόντα και κλάδους ανά κατηγορία, μέσω ανοικτής και διαφανούς διαδικασίας με τη συμμετοχή διαφόρων ενδιαφερομένων

4.           Επιλογές πολιτικής

4.1.        Επιλογή 1. Βασικό σενάριο – καμία αλλαγή πολιτικής

Αν δεν παρέμβει η ΕΕ, θα συνεχιστεί ο πολλαπλασιασμός των ιδιωτικών και δημόσιων πρωτοβουλιών. Αν και αναμένεται να σημειωθεί ως ένα βαθμό αυθόρμητη προσέγγιση των μεθόδων σε ευρύτερα καλυπτόμενους τομείς, όπως τα αέρια θερμοκηπίου, οι επιχειρήσεις θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται αντιμέτωπες με αγορές που επιβάλλουν διαφορετικές απαιτήσεις. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ιδιαίτερα μεγάλο βάρος για τις ΜΜΕ. Λόγω της σύγχυσης που προκαλεί το εύρος των διαθέσιμων πληροφοριών, οι καταναλωτές του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα καθώς και οι επιχειρήσεις θα εξακολουθήσουν να δυσπιστούν προς τους οικολογικούς ισχυρισμούς σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις.

4.2.        Επιλογή 2. Ένα νέο υποχρεωτικό πλαίσιο πολιτικής για τα προϊόντα

Ένα νέο νομικό πλαίσιο της ΕΕ για αειφόρα προϊόντα θα αντικαταστήσει και θα ενοποιήσει τα υφιστάμενα μέσα πολιτικής σχετικά με τα προϊόντα, τα οποία περιλαμβάνονται στο σχέδιο δράσης του 2008 για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική (SCP/SIP) (όπως, παραδείγματος χάριν, για τον οικολογικό σχεδιασμό και το οικολογικό σήμα). Στην πράξη, το νέο αυτό πλαίσιο θα ενίσχυε τη συνέπεια μεταξύ των απαιτήσεων που αφορούν τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων, μέσω της χρησιμοποίησης κοινών στοιχείων για τη βελτίωση του συντονισμού όσον αφορά τον καθορισμό προτύπων[10], της δημιουργίας ενιαίας, βελτιστοποιημένης (και λιγότερο δαπανηρής) διαδικασίας «καθορισμού κριτηρίων» για τις ίδιες κατηγορίες προϊόντων[11] και της εφαρμογής ενιαίας διαδικασίας για την επεξεργασία και την έγκριση των απαιτήσεων για τις ίδιες κατηγορίες προϊόντων, καθώς και ομοιογενών μεθόδων δοκιμών και επαλήθευσης.

4.3.        Επιλογή 3. Ένα υποχρεωτικό πλαίσιο πληροφόρησης σχετικά με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα οργανισμών (ΟΕF)

Στο πλαίσιο της επιλογής αυτής, η χρήση της μεθόδου ΟΕF θα είναι υποχρεωτική για τους μεγάλους οργανισμούς σε τομείς προτεραιότητας για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων/πληροφόρησης[12]. Με σκοπό την προώθηση της συνεχούς βελτίωσης, η απαίτηση αυτή θα συνδυάζεται με την παροχή κινήτρων για τη χρήση και τη συγκριτική αξιολόγηση. Σε συνεργασία με τους ενδιαφερομένους, η Επιτροπή θα καταρτίσει συν τω χρόνω κανόνες περιβαλλοντικού αποτυπώματος οργανισμών ανά κλάδο (OEFSR)[13], για τη βελτίωση της συνέπειας των περιβαλλοντικών πληροφοριών που γνωστοποιούν, καθώς και, σε κάποιο βαθμό, της συγκρισιμότητας των συνολικών περιβαλλοντικών επιδόσεών τους. Με τον τρόπο αυτό, οι οργανισμοί θα έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν πληροφορίες βασισμένες στο OEF με σκοπό τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών τους επιδόσεων και την παρουσίαση της προόδου που σημειώνουν με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, για να συμμετέχουν σε συγκριτικές αξιολογήσεις ή σε κλαδικούς πίνακες κατάταξης, οι οργανισμοί θα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις βάσει των καθιερωμένων κλαδικών κανόνων (των ειδικών κατά κλάδο OEFSR).

4.4.        Επιλογή 4. Ενσωμάτωση των μεθοδολογιών για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των προϊόντων (PEF) και των οργανισμών (ΟΕF) στα σχετικά μέσα πολιτικής

Στο πλαίσιο της επιλογής αυτής, οι μέθοδοι PEF και OEF ενσωματώνονται σε υφιστάμενα προαιρετικά και υποχρεωτικά μέσα πολιτικής ανάλογα με την περίπτωση και την τεχνική εφικτότητα[14]. Για παράδειγμα, το PEF και το OEF θα χρησιμοποιηθούν αμέσως σε μέσα όπως το οικολογικό σήμα, οι πράσινες δημόσιες συμβάσεις και το EMAS για τη στήριξη της διαδικασίας εκπόνησης κριτηρίων[15] και τη δημιουργία τομεακών εγγράφων αναφοράς[16] για τον προσδιορισμό των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των βασικών δεικτών επιδόσεων κύκλου ζωής. Στο πλαίσιο αυτής της επιλογής, θα είναι επίσης απαραίτητο να καθιερωθεί ένα σύνολο κινήτρων, τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, που θα ανταμείβουν τις επιχειρήσεις και θα ενισχύουν τη θετική επίδραση στη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων[17].

4.5.        Επιλογή 5. Σύσταση για την εφαρμογή του PEF και του ΟΕF σε εθελοντική βάση

Η Επιτροπή θα απευθύνει σύσταση στα κράτη μέλη, ώστε κάθε φορά που ένα κράτος μέλος προτίθεται να θεσπίσει ένα εθελοντικό σύστημα ή απαιτήσεις σχετικά με τη μέτρηση, την επαλήθευση, την αναφορά, τη συγκριτική αξιολόγηση και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των προϊόντων και των οργανισμών, να εφαρμόζει τις μεθόδους PEF και ΟΕF, αντίστοιχα[18].

Η σύσταση θα απευθύνεται επίσης στις επιχειρήσεις. Θα συνιστάται να χρησιμοποιούν τις μεθόδους PEF και OEF για τον υπολογισμό του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των προϊόντων ή του συνολικού αποτυπώματος της επιχείρησης. Επίσης, θα ενθαρρύνει τη χρηματοπιστωτική κοινότητα (επενδυτές, ασφαλιστικές εταιρείες και τράπεζες) να χρησιμοποιεί πληροφορίες για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις βασισμένες στο OEF και/ή στους OEFSR κατά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων.

5.           Εκτίμηση των επιπτώσεων και σύγκριση των επιλογών

Για τους σκοπούς της εκτίμησης και της σύγκρισης καθώς και για τη δημιουργία ομάδων αλληλοαναιρούμενων επιλογών, οι επιλογές πολιτικής που παρουσιάστηκαν ανωτέρω ομαδοποιούνται ανάλογα με τη συνάφειά τους με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις προϊόντων ή οργανισμών. Λεπτομερής ανάλυση των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων της κάθε επιλογής περιλαμβάνεται στην έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων.

5.1.        Σύγκριση των επιλογών πολιτικής που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων

Πίνακας 2 – Σύγκριση των επιπτώσεων των επιλογών που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων

Επιλογή πολιτικής Κατηγορία επιπτώσεων || 2. Νέο υποχρεωτικό πλαίσιο πολιτικής για τα προϊόντα || 4. Ενσωμάτωση του PEF και του ΟΕF στα σχετικά μέσα πολιτικής || 5. Σύσταση για την εφαρμογή του PEF και του ΟΕF σε εθελοντική βάση

Λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ανταγωνισμός || +++ || ++ || ++

Ανταγωνιστικότητα, εμπόριο και ροές επενδύσεων || ++ || ++ || +

Έξοδα λειτουργίας και διαχείριση επιχείρησης || - || 0 || +

Επιπτώσεις στις ΜΜΕ || - || 0 || +

Διοικητική επιβάρυνση των επιχειρήσεων || + || 0 || 0

Επιβάρυνση των δημόσιων διοικήσεων και δυνατότητες απλούστευσης || - || + || +

Καινοτομία και έρευνα || ++ || ++ || ++

Καταναλωτές και νοικοκυριά || + || + || +

Συνολικές οικονομικές επιπτώσεις || 0 || 0 || +

Απασχόληση και αγορές εργασίας || ++ || ++ || ++

Κοινωνική ένταξη και προστασία συγκεκριμένων ομάδων || + || 0 || 0

Δημόσια υγεία || + || + || +

Συνολικές κοινωνικές επιπτώσεις || + || + || +

Συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις || +++ || ++ || ++

5.2.        Σύγκριση των επιλογών πολιτικής που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των οργανισμών

Πίνακας 3 – Σύγκριση των επιπτώσεων των επιλογών που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των οργανισμών

Επιλογή πολιτικής Κατηγορία επιπτώσεων || 3. Υποχρεωτικό πλαίσιο αναφοράς σχετικά με το ΟΕF || 4. Ενσωμάτωση του PEF και του ΟΕF στα σχετικά μέσα πολιτικής || 5. Σύσταση για την εφαρμογή του PEF και του ΟΕF σε εθελοντική βάση

Λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ανταγωνισμός || +++ || ++ || ++

Ανταγωνιστικότητα, εμπόριο και ροές επενδύσεων || ++ || ++ || +

Έξοδα λειτουργίας και διαχείριση επιχείρησης || - || 0 || +

Επιπτώσεις στις ΜΜΕ || - || 0 || +

Διοικητική επιβάρυνση των επιχειρήσεων || - || 0 || 0

Επιβάρυνση των δημόσιων διοικήσεων και δυνατότητες απλούστευσης || - || + || +

Καινοτομία και έρευνα || ++ || ++ || ++

Καταναλωτές και νοικοκυριά || 0 || + || +

Συνολικές οικονομικές επιπτώσεις || 0 || 0 || +

Απασχόληση και αγορές εργασίας || ++ || ++ || ++

Κοινωνική ένταξη και προστασία συγκεκριμένων ομάδων || 0 || 0 || 0

Δημόσια υγεία || + || + || +

Συνολικές κοινωνικές επιπτώσεις || + || + || +

Συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις || +++ || ++ || ++

5.3.        Σύγκριση των επιλογών ως προς την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή

Το σύστημα βαθμολόγησης που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση στους πίνακες 2 και 3 βοηθά στην αξιολόγηση των σχετικών πλεονεκτημάτων των εναλλακτικών επιλογών σε κάθε κατηγορία επιπτώσεων που εξετάστηκε, αλλά δεν προσδιορίζει τη σχετική βαρύτητα της κάθε κατηγορίας επιπτώσεων. Ως εκ τούτου, η ανάλυση συμπληρώνεται με σύγκριση των επιλογών από πλευράς αποτελεσματικότητας, αποδοτικότητας και συνοχής[19]. Από τη σύγκριση αυτή προκύπτει ότι, αν και οι υποχρεωτικές επιλογές (2 και 3) συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων και παρουσιάζουν επίσης τις μεγαλύτερες δυνατότητες βελτίωσης του περιβάλλοντος, οι εν λόγω επιλογές συνδέονται επίσης με τις υψηλότερες αρχικές δαπάνες για τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές, γεγονός που τις καθιστά λιγότερο ελκυστικές στην παρούσα χρονική συγκυρία της οικονομικής κρίσης. Η πείρα που αποκτήθηκε από τη θέσπιση νομοθεσίας στην ΕΕ δείχνει ότι το κόστος προσαρμογής και συναλλαγών για τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση είναι λιγότερο σημαντικό, όταν η εθελοντική εφαρμογή μιας νομοθετικής πράξης προηγείται της θέσπισής της. Βάσει της ανάλυσης που πραγματοποιείται στην παρούσα έκθεση, αυτό φαίνεται να ισχύει επίσης για την επιλογή 2 και την επιλογή 3, οι οποίες θα μπορούσαν να καταστούν πιο αποτελεσματικές έναντι του κόστους έπειτα από την πιλοτική εφαρμογή του PEF και του ΟΕF, όπως προτείνεται στην επιλογή 5. Η επιλογή 1 θα συνέβαλε οριακά μόνο στην επίτευξη των στόχων και δεν θα επέφερε βελτιώσεις όσον αφορά το περιβάλλον και την αποδοτικότητα των πόρων. Το αποτέλεσμα της επιλογής 4 ποικίλλει ανάλογα με το μέσο πολιτικής στο οποίο ενσωματώνονται το PEF και το OEF.

5.4.        Η προτιμώμενη επιλογή

Προτιμάται η επιλογή 5 «Σύσταση για την εφαρμογή του PEF και του ΟΕF σε εθελοντική βάση» για τους ακόλουθους λόγους:

· Έχει θετικά αποτελέσματα για όλες τις σημαντικές πτυχές σε σύγκριση με το βασικό σενάριο και, συνολικά, βαθμολογείται καλύτερα από τις εναλλακτικές επιλογές.

· Η εθελοντική εφαρμογή επιτρέπει τη σταδιακή περαιτέρω ανάπτυξη της μεθοδολογίας PEF και OEF στο πλαίσιο μιας πιλοτικής διαδικασίας, στην οποία θα συμμετέχουν τα κράτη μέλη και ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερομένων, με προοπτική την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού κατά τα επόμενα έτη (π.χ. μέσω της υποχρεωτικής εφαρμογής ή της ευρείας υιοθέτησης).

· Επιτρέπει την αξιοποίηση σημαντικών δυνατοτήτων αποδοτικότητας, τόσο από οικονομική όσο και από περιβαλλοντική σκοπιά.

· Αν και αποφέρουν ορισμένα σημαντικά οφέλη και στους τρεις πυλώνες, οι επιλογές 2 και 3 θα συνεπάγονταν υψηλότερο κόστος στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των μεθοδολογιών. Επιπλέον, υπάρχει κίνδυνος η συμμετοχή των ενδιαφερομένων να είναι χαμηλότερη, γεγονός που θα επηρέαζε την αποδοχή και την αποτελεσματικότητα του μέσου.

· Γενικά, όλα οι ενδιαφερόμενοι ήταν υπέρ της καθιέρωσης ενός προαιρετικού συστήματος βασισμένου σε μεθοδολογία PEF, εκτός από τις ΜΚΟ (50% διαφωνίας). Διίστανται οι γνώμες των ενδιαφερομένων όσον αφορά την ενσωμάτωση της μεθοδολογίας PEF στις κανονιστικές πράξεις και στα μέτρα πολιτικής της ΕΕ σχετικά με τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή, ενώ η πλειονότητα των ενδιαφερομένων τάσσεται κατά ενός νέου υποχρεωτικού μέτρου (60% διαφωνίας).

· Η επιλογή 5 κατέβαλε τη δεύτερη θέση όσον αφορά τη συμφωνία των ενδιαφερομένων (41% έντονης συμφωνίας ή συμφωνίας). Οι περισσότεροι διαφωνούν με τις επιλογές πολιτικής που προβλέπουν τη θέσπιση υποχρεωτικών μέσων σε τομείς προτεραιότητας (43%) ή σε όλους τους τομείς (52,8%), καθώς και με την ενσωμάτωση του ΟΕF στα υφιστάμενα υποχρεωτικά μέσα (44%).

6.           Παρακολούθηση και αξιολόγηση

Η ανάλυση επιπτώσεων περιγράφει μια σειρά ειδικών, μετρήσιμων, εφικτών, συναφών και χρονικά προσδιορισμένων δεικτών όσον αφορά την υιοθέτηση και την εφαρμογή της προτιμώμενης επιλογής, ανά στόχο. Οι δείκτες αυτοί παρουσιάζονται λεπτομερώς στην έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων.

Η συνολική επανεξέταση των πολιτικών που εγκαινιάζονται με την πρωτοβουλία πολιτικής που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας εκτίμησης επιπτώσεων προβλέπεται έως το 2015, παράλληλα με την επανεξέταση ορισμένων βασικών μέσων πολιτικής στον τομέα της βιώσιμης κατανάλωσης και παραγωγής.

[1]               Βλ. κατάλογο των σημαντικότερων (ποικίλων) πρωτοβουλιών για την εκτίμηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των προϊόντων και των οργανισμών στα παραρτήματα 17, 18 και 19.

[2]               Π.χ. η Γαλλία αξιολογεί επί του παρόντος ένα πιλοτικό πρόγραμμα σχετικά με την οικολογική σήμανση των προϊόντων. Από το 2008 ιδιωτικές επιχειρήσεις κλήθηκαν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα για την επίδειξη και δοκιμή ενός συγκεκριμένου παραδείγματος πολυκριτηριακής οικολογικής σήμανσης. Από την προκαταρκτική αξιολόγηση των γεωργικών προϊόντων διατροφής προκύπτει ότι το 75% των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στο πιλοτικό πρόγραμμα σκοπεύουν να συνεχίσουν την οικολογική σήμανση και περίπου το 64% τάσσονται υπέρ μιας εναρμονισμένης προσέγγισης της ΕΕ. (http://www.developpement-durable.gouv.fr/IMG/pdf/LPS125.pdf). Άλλες πρωτοβουλίες υπάρχουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ελβετία, διεθνώς στην Ιαπωνία, στην Αυστραλία και στον Καναδά. Βλ. παράρτημα 19 για αναλυτικότερες πληροφορίες.

[3]               Π.χ. Sustainability Consortium, Envifood Protocol, GHG Product Protocol, διάφορα σήματα και πρότυπα (αποτύπωμα άνθρακα, ανάλυση κύκλου ζωής (ΑΚΖ), αποτύπωμα νερού)· Carbon Disclosure Project, δείκτες αειφορίας, Global Reporting Initiative κ.λπ. Βλ. παραρτήματα 18 και 19 για αναλυτικότερες πληροφορίες.

[4]               Ευρωβαρόμετρο Attitudes of European citizens towards the environment (Στάση των ευρωπαίων πολιτών έναντι του περιβάλλοντος), 2008.

[5]               Έκτακτο Ευρωβαρόμετρο 332 (Flash Eurobarometer 332).

[6]               Η δεύτερη έρευνα της σειράς Ευρωβαρόμετρο σχετικά με τη στάση των ευρωπαίων πολιτών έναντι του περιβάλλοντος (Attitudes of European citizens towards environment - 2011) έδειξε ότι μειώθηκε ο αριθμός των ερωτηθέντων που θεωρούν ότι η επισήμανση των προϊόντων επιτρέπει την αναγνώριση των φιλοπεριβαλλοντικών προϊόντων (47% έναντι 52% το 2008).

[7]               Κατάλογος των μελετών που υποστηρίζουν τη δήλωση αυτή παρατίθεται στο παράρτημα 21.

[8]               COM(2012) 582 τελικό, Μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή βιομηχανία για την ανάπτυξη και την οικονομική ανάκαμψη - Επικαιροποίηση της ανακοίνωσης για τη βιομηχανική πολιτική.

[9]               Αξίζει να σημειωθεί ότι τα συστήματα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας παραπέμπουν ήδη σε σημαντικό βαθμό σε εξελίξεις στην ΕΕ και ότι η Ιταλία προβλέπει επίσης τη στενή σύνδεση με αυτές. Τα κράτη μέλη φαίνεται να ζητούν την εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ της καθοδήγησης/στήριξης σχετικά με την εκτίμηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Βλ. επίσης συμπεράσματα του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2010, στα οποία καλείται η Επιτροπή «να αναπτύξει μια κοινή μέθοδο για την ποσοτική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των προϊόντων καθόλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους».

[10]             Τα κριτήρια για τα μέσα πολιτικής της ΕΕ για τα προϊόντα καθορίζονται συνήθως με βάση τεχνικά στοιχεία και στοιχεία της αγοράς, τα οποία συλλέγονται μέσω ειδικών προπαρασκευαστικών μελετών. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι μονοσήμαντα για το σύνολο των μέσων πολιτικής της ΕΕ που αφορούν τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή, οι παραδοχές σχετικά με τις περιβαλλοντικές και οικονομικές/ανταγωνιστικές επιδράσεις των νέων κριτηρίων είναι ίδιες και μπορεί να προκύψει μεγαλύτερος βαθμός ομοιογένειας.

[11]             Εάν τα κριτήρια καθορίζονται ως αποτέλεσμα μιας ενιαίας διαδικασίας για διάφορες «χρήσεις», λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών στόχων των μέσων πολιτικής της ΕΕ για τα προϊόντα, μπορεί να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη συνέπεια (π.χ.: κατά τον καθορισμό των κατώτατων ορίων για το οικολογικό σήμα και το σήμα ενεργειακής απόδοσης).

[12]             Από το 2010 το Κοινό Κέντρο Ερευνών της ΕΕ εκπονεί μεθόδους για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα προϊόντος (PEF) και για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα οργανισμού (ΟΕF) (γενικές μέθοδοι). Και οι δύο αυτές μέθοδοι βασίζονται στην ΑΚΖ και επιτρέπουν την ταυτοποίηση και τον ποσοτικό προσδιορισμό των σημαντικότερων περιβαλλοντικών επιπτώσεων των προϊόντων (αγαθά και υπηρεσίες) ή ενός χαρτοφυλακίου προϊόντων και υπηρεσιών (οργανισμός). Βασίζονται σε υπάρχουσες προσεγγίσεις και διεθνή πρότυπα, αν και η χρήση της ΑΚΖ για την εκτίμηση σε επίπεδο οργανισμών αποτελεί μια σχετικά νέα προσέγγιση. Βλ. παράρτημα 9 για πληρέστερη περιγραφή των χαρακτηριστικών του PEF και του ΟΕF.

[13]             Οι κανόνες περιβαλλοντικού αποτυπώματος οργανισμών ανά κλάδο είναι ένα σύνολο ειδικά προσαρμοσμένων μεθοδολογικών προδιαγραφών και οδηγιών που ισχύουν για έναν συγκεκριμένο κλάδο. Βλ. παράρτημα 9.

[14]             Η επιλογή της ενσωμάτωσης και η τεχνική εφικτότητα θα πρέπει να αξιολογηθούν λεπτομερώς κατά περίπτωση. Βλ. παράρτημα 9 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις μεθοδολογικές εξελίξεις που είναι απαραίτητες για την πλήρη εφαρμογή του PEF και του OEF σε υφιστάμενα μέσα πολιτικής.

[15]             Http://ec.europa.eu/environment/ecolabel/products-groups-and-criteria.html

[16]             Http://susproc.jrc.ec.europa.eu/δραστηριότητες/emas/index.html

[17]             Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα κίνητρα, βλ. παράρτημα 20 και παράρτημα 14.

[18]             Π.χ. στην περίπτωση εθνικού συστήματος ή εθνικών απαιτήσεων που σχετίζονται με την υποβολή μη οικονομικών στοιχείων ή την προώθηση της χρήσης δεικτών περιβαλλοντικών επιδόσεων σε εκτιμήσεις επενδυτικού κινδύνου, η μεθοδολογία αναφοράς θα είναι το ΟΕF, σε συνδυασμό με τους OEFSR.

[19]             Η αποτελεσματικότητα ορίζεται ως ο βαθμός στον οποίο οι επιλογές επιτυγχάνουν τους στόχους. Η αποδοτικότητα ορίζεται ως ο βαθμός στον οποίο οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Η συνοχή ορίζεται ως ο βαθμός στον οποίο οι επιλογές είναι συνεπείς με τους γενικούς στόχους της πολιτικής της ΕΕ και ο βαθμός στον οποίο ενδέχεται να περιορίσουν τις αντισταθμίσεις στον οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα. Βλ. πίνακα 6 στην έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων.