52013DC0790

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Έκθεση για το Μηχανισμό Επαγρύπνισης 2014 (καταρτίστηκε σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών) /* COM/2013/0790 final - 2013/ () */


Η Έκθεση για τον Μηχανισμό Επαγρύπνησης (ΕΜΕ) αποτελεί το σημείο εκκίνησης του ετήσιου κύκλου της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών (ΔΜΑ), στόχος της οποίας είναι ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση των ανισορροπιών που εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία των οικονομιών της ΕΕ και θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Η ΕΜΕ εντοπίζει τα κράτη μέλη για τα οποία απαιτείται περαιτέρω ανάλυση (με τη μορφή εμπεριστατωμένης επισκόπησης) προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο υφίσταται ανισορροπία που απαιτεί τη λήψη μέτρων πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΜΕ είναι ο μηχανισμός αρχικού ελέγχου, βάσει ενός πίνακα αποτελεσμάτων δεικτών με ενδεικτικά όρια που συνοδεύεται από μια σειρά συμπληρωματικών δεικτών. Η ΕΜΕ δεν αποτελεί αυτόματη διαδικασία και το γεγονός ότι κάποιος δείκτης ενός κράτους μέλους υπερβαίνει τα ενδεικτικά όρια δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι απαιτείται η κατάρτιση εμπεριστατωμένης επισκόπησης, δεδομένου ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την συνολική οικονομική εικόνα.

Μόνο βάσει των εμπεριστατωμένων επισκοπήσεων μπορεί η Επιτροπή να συμπεράνει κατά πόσο υφίστανται ανισορροπίες, και ενδεχομένως υπερβολικές ανισορροπίες, και να διατυπώσει κατάλληλες συστάσεις πολιτικής. Οι εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις θα δημοσιευτούν την άνοιξη του 2014 και θα χρησιμοποιηθούν στην ανάλυση στην οποία θα στηριχθούν οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου».

1.         Συνοπτική παρουσίαση

Οι οικονομίες της ΕΕ εξακολουθούν να σημειώνουν πρόοδο όσον αφορά τη διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών. Οι ανισορροπίες αυτές, και ιδίως η υπερβολική διαθεσιμότητα πιστώσεων, τα μεγάλα και επίμονα ελλείμματα και πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η μείωση της ανταγωνιστικότητας και η συσσώρευση χρεών, συνέβαλαν στην κρίση. Τα τελευταία έτη, σημειώθηκε πρόοδος σε αρκετούς τομείς. Ειδικότερα, σε αρκετά κράτη μέλη παρατηρήθηκε μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων και σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος, χάρη στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις πιέσεις της αγοράς.

Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω πρόοδος για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών. Η διόρθωση των ανισορροπιών, οι οποίες είχαν συσσωρευτεί επί μία δεκαετία και συντέλεσαν στην επιδείνωση της κρίσης, απαιτεί χρόνο και οι αναγκαίες πολιτικές θα πρέπει να συμβάλουν στη διαρθρωτική αλλαγή των οικονομιών. Μέχρι στιγμής υπήρξε ελάχιστη πρόοδος στη μείωση των υπερβολικών ελλειμμάτων του ιδιωτικού τομέα, παρόλο που οι πιστωτικές ροές ήταν πολύ περιορισμένες ή και αρνητικές σε πολλές χώρες· η βελτίωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης (ΚΔΕΘ) των πλέον χρεωμένων χωρών ήταν πολύ αργή Επιπλέον, ακόμη μικρότερη ήταν η βελτίωση στα κράτη μέλη με υψηλά πλεονάσματα, πράγμα που υποδηλώνει αναποτελεσματικά επίπεδα αποταμίευσης και επενδύσεων· όπως έχει συστήσει η Επιτροπή, η ενίσχυση της συμβολής της εγχώριας ζήτησης των χωρών αυτών στην ανάπτυξη θα εξομάλυνε τη συνολική προσαρμογή στη ζώνη του ευρώ. Σε αρκετές χώρες στις οποίες οι ανισορροπίες απαιτούν επείγουσα προσαρμογή παρατηρήθηκε σοβαρή επιδείνωση της απασχόλησης και της κοινωνικής κατάστασης, με αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας που οδηγούν σε μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών.

Η παρούσα έκθεση αποτελεί τον τρίτο γύρο εφαρμογής της διαδικασίας για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες (ΔΜΑ)[1]. Η διαδικασία αυτή αποσκοπεί στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των ανισορροπιών που εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία των οικονομιών των κρατών μελών, της ζώνης του ευρώ ή της ΕΕ ως σύνολο. Η εφαρμογή της ΔΜΑ αποτελεί μέρος του «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου» και αποσκοπεί στην εξασφάλιση της συνοχής με τα άλλα εργαλεία οικονομικής εποπτείας. Με αυτόν τον τρόπο, έχουν δοθεί κατάλληλες συστάσεις στα κράτη μέλη. Η ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης (ΕΕΑ)[2] η οποία εκδίδεται ταυτόχρονα με την παρούσα έκθεση, εξετάζει αναλυτικότερα τη συσχέτιση μεταξύ της διόρθωσης των μακροοικονομικών ανισορροπιών στο πλαίσιο της ΔΜΑ και των επειγουσών προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε, όπως η εξασφάλιση βιώσιμων δημοσιονομικών πολιτικών, η αποκατάσταση των δανειακών ροών, η προώθηση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας, η καταπολέμηση της ανεργίας και των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης και ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. Τις προσεχείς ημέρες, η Επιτροπή θα εκδώσει επίσης γνώμες για τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ (εκτός εκείνων που υπόκεινται σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής), καθώς και για τον δημοσιονομικό προσανατολισμό της ζώνης του ευρώ. Επίσης, η Επιτροπή θα διαβιβάσει στο Συμβούλιο προτάσεις γνωμών σχετικά με τα προγράμματα οικονομικής συνεργασίας αρκετών κρατών μελών.

Στην έκθεση για τον μηχανισμό επαγρύπνησης (ΕΜΕ) εντοπίζονται τα κράτη μέλη στα οποία μπορεί να εμφανιστούν ανισορροπίες, και για τα οποία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί περαιτέρω ανάλυση πριν οριστικοποιηθεί το συμπέρασμα για την ύπαρξη ή τη συνέχιση ανισορροπιών και τη φύση τους. Ως προς αυτό, η ΕΜΕ αποτελεί έναν πρώτο μηχανισμό ελέγχου, βάσει δεικτών ενός πίνακα αποτελεσμάτων με ενδεικτικά όρια, σε συνδυασμό με μια σειρά συμπληρωματικών δεικτών, στην αρχή του ετήσιου κύκλου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών. Σύμφωνα με την ανακοίνωση «Ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της οικονομικής και νομισματικής ένωσης»,[3] η έκθεση αυτή περιλαμβάνει για πρώτη φορά μια σειρά κοινωνικών δεικτών οι οποίοι είναι χρήσιμοι για την ερμηνεία του πίνακα αποτελεσμάτων. Λεπτομερέστερη ανάλυση πραγματοποιείται στις επακόλουθες εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις. Βάσει των εμπεριστατωμένων επισκοπήσεων, η Επιτροπή θα καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχετικά με την ύπαρξη ή μη ανισορροπιών και υπερβολικών ελλειμμάτων και θα προτείνει κατάλληλες συστάσεις πολιτικής.

Η παρούσα έκθεση δείχνει ότι είναι απαραίτητο να αναλυθεί διεξοδικότερα η συσσώρευση και η αποδόμηση των ανισορροπιών, και των κινδύνων που συνδέονται με αυτές, σε 16 κράτη μέλη. Για ορισμένες χώρες οι εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις θα αναλύσουν τα πορίσματα του προηγούμενου κύκλου της ΔΜΑ,[4] ενώ για άλλες, θα είναι η πρώτη φορά που η Επιτροπή καταρτίζει εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Τα διάφορα κράτη μέλη για τα οποία η Επιτροπή σκοπεύει να προβεί σε εμπεριστατωμένη επισκόπηση αντιμετωπίζουν διαφορετικές προκλήσεις και δυνητικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας μετάδοσης των επιπτώσεων στους εταίρους τους.

· Για την Ισπανία και τη Σλοβενία, οι εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις θα εξετάσουν κατά πόσον οι υπερβολικές ανισορροπίες εξακολουθούν να υφίστανται ή αποδομούνται και τη συμβολή των διαρθρωτικών πολιτικών που εφαρμόζονται από τα εν λόγω κράτη μέλη για τη διόρθωση αυτών των ανισορροπιών·

· Για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ουγγαρία, κράτη μέλη με ανισορροπίες, για τα οποία η Επιτροπή υπέδειξε την αναγκαιότητα θέσπισης αποφασιστικών μέτρων πολιτικής, στις αντίστοιχες εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις θα αξιολογείται κατά πόσο οι ανισορροπίες εξακολουθούν να υφίστανται.

· Για τα άλλα κράτη μέλη που είχαν στο παρελθόν αντιμετωπίσει ανισορροπίες (Βέλγιο, Βουλγαρία, Δανία, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Φινλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο), με τις εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις θα μπορέσει να εκτιμηθεί σε ποια κράτη μέλη εξακολουθούν να υφίστανται ανισορροπίες και σε ποια έχουν διορθωθεί. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, δεδομένου ότι οι ανισορροπίες εντοπίζονται μετά τη λεπτομερή ανάλυση που έγινε στις προηγούμενες εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις, το συμπέρασμα ότι μια ανισορροπία έχει διορθωθεί θα πρέπει να συναχθεί μετά τη δέουσα εξέταση όλων των σχετικών παραγόντων σε άλλη εμπεριστατωμένη επισκόπηση, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγεί στην περάτωση της ΔΜΑ για ορισμένα κράτη μέλη.

· Εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις θα καταρτιστούν επίσης για τη Γερμανία και το Λουξεμβούργο προκειμένου να εξεταστεί καλύτερα η εξωτερική θέση τους και να αναλυθούν οι εσωτερικές εξελίξεις, ώστε να εκτιμηθεί κατά πόσο κάποια από τις χώρες αυτές αντιμετωπίζει ανισορροπίες·

· Τέλος, εμπεριστατωμένη ανάλυση απαιτείται επίσης για την Κροατία, νέο κράτος μέλος της ΕΕ, δεδομένης της ανάγκης να γίνουν κατανοητά η φύση και οι δυνητικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την εξωτερική θέση, τις εμπορικές επιδόσεις και την ανταγωνιστικότητά της, καθώς και οι εσωτερικές της εξελίξεις.

Για τα κράτη μέλη που υπόκεινται σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής και λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή, η εποπτεία των ανισορροπιών τους και η παρακολούθηση των διορθωτικών μέτρων θα λάβει χώρα στο πλαίσιο των προγραμμάτων τους. Αυτό αφορά την Ιρλανδία, την Ελλάδα, την Κύπρο, την Πορτογαλία και τη Ρουμανία και η κατάσταση της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της ΔΜΑ θα επανεκτιμηθεί μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας και σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 1176/2011,[5] η Επιτροπή καλεί το Συμβούλιο και την Ευρωομάδα να συζητήσουν την παρούσα έκθεση. Η Επιτροπή αναμένει επίσης τα σχόλια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και άλλων σχετικών ενδιαφερόμενων μερών. Λαμβάνοντας υπόψη τις συζητήσεις εντός του Συμβουλίου και της Ευρωομάδας, η Επιτροπή θα προβεί σε εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις για τα σχετικά κράτη μέλη. Αυτές αναμένεται να δημοσιευτούν την άνοιξη του 2014, πριν από την προετοιμασία των εθνικών προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων και τη δέσμη των ανά χώρα συστάσεων στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου»..

2.         Πρόοδος στην διόρθωση των ανισορροπιών

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, τα περισσότερα κράτη μέλη σημείωσαν πρόοδο όσον αφορά τη διόρθωση των ανισορροπιών τους Αυτό αφορά όχι μόνο τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τους κύριους δείκτες ανταγωνιστικότητας, αλλά επίσης και τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς, τους ισολογισμούς του ιδιωτικού τομέα και τους χρηματοπιστωτικούς τομείς. Ωστόσο, οι πιέσεις για απομόχλευση που ασκήθηκαν στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα πολλών κρατών μελών εξακολουθούν να δρουν ανασταλτικά στην οικονομική δραστηριότητα· η εγχώρια ζήτηση σε αρκετές οικονομίες υποχωρεί λόγω της ανάγκης αύξησης της αποταμίευσης των νοικοκυριών και, σε ορισμένες περιπτώσεις λόγω των μισθολογικών εξελίξεων, καθώς των πιέσεων που ασκούνται στις επιχειρήσεις για τη μείωση του χρέους. Επιπλέον, το χαμηλό επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας λόγω της κρίσης οδήγησε σε αύξηση των ποσοστών ανεργίας και σε επιδείνωση πολλών κοινωνικών δεικτών.

Η διόρθωση των ανισορροπιών συμβάλλει στη βελτίωση των βασικών οικονομικών μεγεθών και σε σταδιακή ανάκαμψη. Συγχρόνως, η βαθμιαία εξομάλυνση των οικονομικών συνθηκών συντελεί στον μετριασμό των μακροοικονομικών κινδύνων που συνδέονται με τις ανισορροπίες. Οι προοπτικές ανάπτυξης[6] είναι τώρα ευνοϊκότερες σε σχέση με το προηγούμενο έτος και η πρόοδος στη διόρθωση των εξωτερικών και εσωτερικών ανισορροπιών θα ανοίξει τον δρόμο για την ανάπτυξη και τη σύγκλιση. Τους τελευταίους μήνες, οι εξελίξεις στον οικονομικό τομέα ήταν ενθαρρυντικές. Μετά από αρκετά τρίμηνα συρρίκνωσης, το ΑΕΠ αυξήθηκε το δεύτερο τρίμηνο κατά 0,03% τόσο στη ζώνη του ευρώ όσο και στην ΕΕ. Για το δεύτερο ήμισυ του έτους, οι βασικοί δείκτες δείχνουν ότι η πορεία αυτή θα συνεχιστεί, αν και με συγκρατημένο ρυθμό. Η σταδιακή ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης και η άνοδος των εξαγωγών, υποβοηθούμενη από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, επιβεβαιώνει επίσης τις προοπτικές επιτάχυνσης της ανάκαμψης το επόμενο έτος. Σε ό,τι αφορά τους διάφορους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΔΜΑ, μπορούν να διατυπωθούν οι εξής γενικές παρατηρήσεις:

· Παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη πρόοδος στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των κρατών μελών που είχαν μεγάλα ελλείμματα (Διάγραμμα 1). Αυτό συνέβη ιδίως στην περίπτωση των κρατών μελών που εφάρμοζαν πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής συνοδευόμενο από χρηματοδοτική στήριξη (EL, IE, CY, PT και RO) καθώς και σε BG, EE, ES, LT, LV, SI και SK, δηλαδή στα κράτη μέλη τα οποία, μόλις λίγα χρόνια πριν είχαν εμφανίσει τα μεγαλύτερα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και ήταν αντιμέτωπα με δυσβάσταχτες εξελίξεις. Μετά από αισθητή βελτίωση των εξωτερικών τους λογαριασμών, που ήταν αποτέλεσμα της συρρίκνωσης των εισαγωγών, λόγω της μείωσης της εγχώριας ζήτησης και της αλλαγής του τρόπου δαπάνης, παρατηρήθηκαν ευνοϊκά αποτελέσματα σε επίπεδο εξαγωγών. Η βελτίωση της εξωτερικής θέσης των κρατών μελών που είχαν μεγάλα ελλείμματα περιλαμβάνει κυκλικές και μη κυκλικές συνιστώσες. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι οι βελτιώσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών περιλαμβάνουν σημαντική μη κυκλική συνιστώσα, λόγω τόσο της αύξησης των εξαγωγών και όσο και των απωλειών εισοδήματος και, συνεπώς, της μείωσης των εισαγωγών, που δεν αναμένεται να εκλείψουν με την εδραίωση της ανάκαμψης[7]. Στην τελευταία επικαιροποίηση του πίνακα αποτελεσμάτων ο δείκτης για έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (τριετής μέσος όρος για την περίοδο 2010-2) εξακολουθεί να υπερβαίνει το όριο του 4% του ΑΕΠ στην PL, καθώς και σε EL, CY, PT και RO. Ωστόσο, το 2013, σε ES, PT, SK και SI αναμένεται να υπάρξει πλεόνασμα, ενώ μόνο οι CY και RO είχαν έλλειμμα ίσο ή μεγαλύτερο του 4% του ΑΕΠ το 2012. Από τις χώρες που εμφάνισαν επιδείνωση της εξωτερικής θέσης τους τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα αξιοσημείωτες είναι οι περιπτώσεις της FR και του UK, που εμφανίζουν πλέον από τα μεγαλύτερα ελλείμματα στην ΕΕ, παρόλο που τα ελλείμματά τους είναι χαμηλότερα από το προβλεπόμενο όριο.

Διάγραμμα 1: Ελλείμματα (-) και πλεονάσματα (+) του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών 2008, 2012 και 2014 (προβλέψεις)  (% του ΑΕΠ)

Πηγή: Eurostat, υπηρεσίες της Επιτροπής.

· Ωστόσο, η εξωτερική βιωσιμότητα των περισσότερο ευάλωτων οικονομιών δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί πλήρως (Διάγραμμα 2). Τα περισσότερα κράτη μέλη εμφανίζουν αρνητική ΚΔΕΘ. Εντός της ζώνης του ευρώ, αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της ES και της EE, καθώς και των τεσσάρων χωρών που υπόκεινται σε πρόγραμμα, ήτοι PT, EL, IE και CY, καθώς και για BG, HR, HU, LV εκτός της ζώνης του ευρώ: κάθε μία από αυτές τις χώρες έχει αρνητική ΚΔΕΘ άνω του 50% του ΑΕΠ, και σε ορισμένες περιπτώσεις (IE, EL, PT και HU) σε ποσοστό μεγαλύτερο από το ετήσιο ΑΕΠ. Ειδικότερα, η ΚΔΕΘ της CY παρουσίασε πολύ ταχεία επιδείνωση τα τελευταία έτη. Οι ΚΔΕΘ των CZ, LT, PL, SK και SI, και επίσης της RO είναι αρνητικές, σε μεγαλύτερο βαθμό από το ενδεικτικό όριο, αλλά σταθερές. Σε όλα αυτά τα κράτη μέλη (με εξαίρεση την EL και την CY) το 2013 τα αποτελέσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τους ήταν υψηλότερα εκείνων που σταθεροποιούν τις εξωτερικές τους υποχρεώσεις σε μεσοπρόθεσμη βάση. Ωστόσο, απαιτούνται μικρότερα ελλείμματα ή ακόμη και πλεονάσματα για παρατεταμένη περίοδο και πιο δυναμική οικονομική δραστηριότητα για τη μείωση των ΚΔΕΘ σε ασφαλέστερα επίπεδα[8]. Επιπλέον, σε ορισμένες χώρες η βελτίωση των δεικτών ΚΔΕΘ δεν έχει ακόμη εκφραστεί σε πραγματικά δεδομένα λόγω της πολύ χαμηλής ονομαστικής ανάπτυξης. Οι μεγάλες αρνητικές ΚΔΕΘ καθιστούν τους όρους χρηματοδότησης των χωρών αυτών ευαίσθητους στις μεταβολές των οικονομικών προοπτικών και στη νευρικότητα των αγορών. Οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις αρνητικές ΚΔΕΘ, περιλαμβανομένου του αντίκτυπου στην οικονομική δραστηριότητα και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη σύνθεση των υποχρεώσεων· από την άποψη αυτή, οι χώρες με μεγάλα αποθέματα εισερχόμενων άμεσων ξένων επενδύσεων (ιδίως BG, CZ, EE, SK, LT, LV και IE) είναι σε καλύτερη θέση από εκείνες με αρνητικές ΚΔΕΘ που αντανακλούν κυρίως το εξωτερικό χρέος[9].

Διάγραμμα 2: Καθαρές διεθνείς επενδυτικές θέσεις 2008, 2012 και 2014 (προβλέψεις) (% του ΑΕΠ)

Σημείωση: στις προβλέψεις για το 2014 δεν προβλέπονται κέρδη/ζημίες αποτίμησης.

Πηγή: Eurostat, υπηρεσίες της Επιτροπής.

· Για ορισμένα κράτη μέλη, τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένουν πολύ υψηλά, και πολύ πάνω από το ενδεικτικό όριο του 6% του ΑΕΠ (Διάγραμμα 1 και Πλαίσιο 1). Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των DE, LU και NL και, σε μικρότερο βαθμό, της SE. Οι διαθέσιμες προβλέψεις δείχνουν ότι τα πλεονάσματα αυτά δεν θα μειωθούν αισθητά στο άμεσο μέλλον. Παρόλο που διαρθρωτικά χαρακτηριστικά δικαιολογούν τα επίμονα πλεονάσματα σε κάθε μία από αυτές τις χώρες, τα επίπεδα που καταγράφηκαν τα πρόσφατα χρόνια και που προβλέπονται για το 2014 είναι πρωτοφανή και υπερβαίνουν τις περισσότερες εκτιμήσεις που θα δικαιολογούσαν τα βασικά μεγέθη στα οποία στηρίζονται[10]. Δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα στη Γερμανία επλήγη σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στους περισσότερους εταίρους, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι το κυκλικά προσαρμοσμένο πλεόνασμά της υπερβαίνει τα πραγματικά στοιχεία, αλλά αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση των Κάτω Χωρών. Τα πλεονάσματα είναι αποτέλεσμα ισχυρής ανταγωνιστικότητας και ειδίκευσης σε τομείς για τους οποίους η παγκόσμια ζήτηση είναι εντονότερη – που αποτελούν αναμφίβολα ευνοϊκές εξελίξεις – αλλά αντανακλούν επίσης υποτονική εγχώρια ζήτηση, η οποία δείχνει με τη σειρά της διαρθρωτικά εμπόδια για εγχώριας προέλευσης ανάπτυξη[11]. Μια αύξηση των επενδύσεων και μείωση των συνολικών αποταμιεύσεων θα βελτίωνε την κατάσταση των χωρών αυτών, θα συνέβαλλε στη διατηρησιμότητα της ανάπτυξής τους, χωρίς να ζημιώνει την ανταγωνιστικότητά τους, πολύ δε μάλλον αφού οι δείκτες επενδύσεων προς το ΑΕΠ των χωρών με πλεόνασμα έχουν την τάση να είναι χαμηλότεροι από τον μέσο όρο της ΕΕ. Συγχρόνως, τα μεγάλα πλεονάσματα μπορεί επίσης να αντανακλούν αναποτελεσματικότητες στη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Ο συνδυασμός αυτών των μεγάλων πλεονασμάτων και της ανωτέρω περιγραφείσας μείωσης των ελλειμμάτων σημαίνει ότι η ζώνη του ευρώ, που στο παρελθόν είχε ισοσκελισμένη εξωτερική θέση, έχει μεταπηδήσει σε πλεόνασμα άνω του 2% του ΑΕΠ[12]. Αυτό θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις για ανατίμηση του ευρώ έναντι των άλλων διεθνών νομισμάτων και να απαιτήσει ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες από μέρους των ευάλωτων χωρών για απομόχλευση και αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητάς τους μέσω προσαρμογής του κόστους.

· Υπήρξαν βελτιώσεις σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας τιμών και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας σε αρκετές χώρες, ιδίως στις πιο ευάλωτες Στην πλέον πρόσφατη επικαιροποίηση του πίνακα αποτελεσμάτων της ΔΜΑ, σε σαφή αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από λίγα χρόνια, κανένα κράτος μέλος (εκτός LU) δεν εμφανίζει αύξηση του ονομαστικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος πέραν του ενδεικτικού ορίου[13]. Σε χώρες που παρουσίαζαν πιο δυναμικές αυξήσεις στο παρελθόν, παρατηρήθηκαν αισθητές μειώσεις, και συγκεκριμένα σε ES, LV και LT, καθώς και σε IE και EL[14]. Η ανάκαμψη που σημειώθηκε στην ανταγωνιστικότητα είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διαδικασία προσαρμογής των οικονομιών που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις όσον αφορά την εξωτερική βιωσιμότητα. Χωρίς αυτές τις βελτιώσεις, η μείωση των ελλειμμάτων θα λάμβανε κυρίως χώρα μέσω της συμπίεσης των εισαγωγών και της υποβάθμισης του επιπέδου διαβίωσης. Επιπλέον, καμία χώρα δεν παρουσιάζει ανατίμηση στην πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία σε επίπεδα ανώτερα του ενδεικτικού ορίου. Μάλιστα, για αρκετά κράτη μέλη, η υποτίμηση της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας υπερέβη τα επίπεδα του ενδεικτικού ορίου, λόγω των εξελίξεων στην ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ (και, για τις χώρες εκτός ευρώ, των άλλων εθνικών νομισμάτων). Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα είναι πιο σύνθετη στην εκτίμησή της, αλλά υπήρξαν εντούτοις ενδείξεις βελτίωσης σε αρκετές χώρες, με επέκταση των εξαγωγών τους σε νέες αγορές και νέους τομείς.

· Οι επιδόσεις στον τομέα των εξαγωγών βελτιώθηκαν σε αρκετές χώρες, αλλά τα περισσότερα κράτη μέλη χάνουν συνεχώς μερίδια αγοράς σε παγκόσμια κλίμακα. Την προηγούμενη πενταετία, μόνο οι BG, EE, LV, LT, MT, PL καθώς και η RO, που από κοινού δεν υπερβαίνουν το 5½% των εξαγωγών της ΕΕ, αύξησαν τα μερίδια αγοράς τους, και μόνο οι LV και LT βελτίωσαν τα μερίδια αγοράς τους το 2012. Οι απώλειες μεριδίων αγοράς ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για HR, CY, IT, FI καθώς και για την EL. Ωστόσο, τα πρόσφατα έτη, οι επιδόσεις των χωρών της ΕΕ ως προς τις εξαγωγές έγιναν λιγότερο ετερογενείς και παρατηρήθηκε βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων χωρών όπως η ES και η PT. Η εκτίμηση των εξελίξεων στα μερίδια εξαγωγικής αγοράς θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι οι σχετικές απώλειες συνδέονται με την επέκταση των μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών, όπως π.χ. η Κίνα, η Βραζιλία, η Ρωσία και η Ινδία. Ωστόσο, ακόμη και αν οι επιδόσεις συγκριθούν με εκείνες άλλων προηγμένων οικονομιών, όπως των χωρών του ΟΟΣΑ, οι εξαγωγικές επιδόσεις των περισσότερων κρατών μελών την περασμένη πενταετία δεν ήταν ευνοϊκές.

· Οι προσαρμογές του ισοζυγίου πληρωμών συνεχίζονται σε πολλά κράτη μέλη αλλά τα επίπεδα χρέους του ιδιωτικού τομέα παραμένουν υψηλά (Διάγραμμα 3). Παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες απομόχλευσης, το χρέος του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να υπερβαίνει το ενδεικτικό όριο στα περισσότερα κράτη μέλη[15]. Εντούτοις, ο ρυθμός και η έκταση της εν εξελίξει προσαρμογής διαφέρει από τη μια χώρα στην άλλη. Πράγματι, αυστηρά μέτρα προσαρμογής σε ES, HU, LT και SI συνέπεσαν με σημαντικές αυξήσεις των ενοποιημένων δεικτών χρέους του ιδιωτικού τομέα προς το ΑΕΠ σε BE, FR και FI, καθώς και σε CY και IE. Το μεγαλύτερο μέρος των προσπαθειών προσαρμογής του ιδιωτικού τομέα το 2012 καταβλήθηκε σε επίπεδο απομόχλευσης των νοικοκυριών (ιδίως σε DK, EE και UK, καθώς και σε PT)[16].

 

· Η δυναμική της απομόχλευσης επηρεάζεται από τις υποκείμενες συνθήκες της πιστωτικής αγοράς και της πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Το 2012, η αύξηση του δανεισμού παρέμεινε γενικά κάτω από το όριο. Τούτο συνδέεται με αμφότερους τους παράγοντες της προμήθειας και της ζήτησης, οι οποίοι δεν μπορούν να διαχωριστούν εύκολα. Οι τράπεζες περιόρισαν τους ισολογισμούς τους σε πολλές χώρες, όπως αντικατοπτρίζεται στον δείκτη υποχρεώσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η μείωση των καθαρών πιστώσεων το 2012 σε EL, IE και PT, δηλ. τις χώρες που υπάγονται σε προγράμματα, προκάλεσε συμπληρωματική αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας, αυξάνοντας έτσι προσωρινά το ποσοστό χρέους μέσω ενός φαινομένου κοινού παρονομαστή· οι αρνητικές αναδράσεις μεταξύ των αναγκαίων πιέσεων απομόχλευσης και της οικονομικής δραστηριότητας εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία για ορισμένες χώρες. Αντίθετα, η προσαρμογή σε BG, DE, AT, PL και UK πραγματοποιήθηκε χάρη σε μειωμένες πιέσεις της πιστωτικής αγοράς και ισχυρότερη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Η τομεακή ανάλυση καταδεικνύει ότι, μεταξύ των χωρών που υφίστανται απομόχλευση στον εταιρικό τομέα, οι αρνητικές ροές καθαρών πιστώσεων φαίνεται να αποτελούν σημαντικό παράγοντα σε ES, HU και SI, καθώς και στην EL. Οι χρηματοπιστωτικές δυσκολίες ενδέχεται να οδηγήσουν τελικά σε μείωση των επενδύσεων σε ευάλωτα κράτη μέλη, καθυστερώντας την ανάκαμψη και την αποτελεσματική επανεξισορρόπηση της οικονομίας προς πιο παραγωγικούς οικονομικούς κλάδους με εξαγωγικό προσανατολισμό[17].

Διάγραμμα 3: Μη χρηματοπιστωτικό χρέος εταιρειών, νοικοκυριών και γενικής κυβέρνησης 2012 (% του ΑΕΠ)

Σημ: Συνολικά μεγέθη ΕΕ28 και ΖΕ17 για το ιδιωτικό χρέος ως μέσος σταθμισμένος όρος των ενοποιημένων στοιχείων σε επίπεδο χώρας

· Η μείωση των τιμών των κατοικιών γενικεύθηκε και επιταχύνθηκε (Διάγραμμα 4). Οι πραγματικές τιμές των κατοικιών[18] προσαρμόστηκαν περαιτέρω το 2012, με αποτέλεσμα οι BG, DK, ES, HU, IT, NL, SI και SK, καθώς και οι IE, PT και RO να παρουσιάζουν αρνητικά ποσοστά αύξησης, παράλληλα με αυστηρότερους πιστωτικούς όρους και προσπάθειες απομόχλευσης εκ μέρους των νοικοκυριών. Μόνο σε DE, EE, LU, MT και ΑΤ αυξήθηκαν οι αποπληθωρισμένες τιμές των κατοικιών. Επιπλέον, η διόρθωση επιταχύνθηκε το 2012 σε χώρες στις οποίες σημειώθηκε ήδη μεγάλη συσσωρευμένη πτώση από τα υψηλότερα επίπεδά τους, όπως συμβαίνει σε BG, ES, NL, SI και επίσης στην CY. Η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων συνοδεύεται από πολιτικές που προσανατολίζονται προς την παροχή κινήτρων επανεξισορρόπησης, μακριά από την ιδιόκτητη κατοικία και τη δανειακή χρηματοδότησή της. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στο να ενθαρρύνουν την αγορά ενοικίων, να περιορίσουν τα φορολογικά κίνητρα για μέσα ενυπόθηκης πίστης ή να μειώσουν την ευπάθεια των οικονομικών των νοικοκυριών έναντι κλυδωνισμών που επηρεάζουν τα εισοδήματα και τα επιτόκια, μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της αστάθειας των αγορών ακινήτων και στην άμβλυνση του οικονομικού αντίκτυπου των αυξομειώσεών τους[19].

Διάγραμμα 4: Τιμές κατοικιών (αποπληθωρισμένες) 2008, 2010 και 2012 (δείκτης 2000=100, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά)

Σημείωση: Λόγω ελλείψεως ορισμένων στοιχείων, τα έτη αναφοράς είναι 2004 για την CZ, 2003 για την EE και την SI, 2002 για την CY, 2006 για την SK, 2007 για την HU και 2008 για τις PL, AT και RO. Επιπλέον, λόγω ελλιπών στοιχείων για την ΑΤ ο κόκκινος ρόμβος αναφέρεται στο 2011· τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ισχυρή ανάπτυξη για το 2012

Πηγή: Eurostat, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ, ΤΔΔ.

· Η απασχόληση και η κοινωνική κατάσταση επιδεινώθηκαν σε πολλές χώρες κατά τη διαδικασία επανεξισορρόπησης. Ειδικότερα, η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά σε πολλά κράτη μέλη. Οι ES, HR, LV, LT και SK, καθώς και οι EL, IE, CY και PT κατέγραψαν υψηλά ή πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας (Διάγραμμα 5). Μόνο στην DE το ποσοστό ανεργίας ήταν χαμηλότερο το 2012 σε σχέση με το 2008, και μόνο λίγα κράτη μέλη κατέγραψαν μικρές αυξήσεις της ανεργίας τα τελευταία χρόνια. Άλλα μεγέθη της ανεργίας, όπως η ανεργία των νέων και η μακροχρόνια ανεργία, αυξήθηκαν επίσης σημαντικά, ειδικότερα σε EL και ES, γεγονός που προκάλεσε σημαντικές αποκλίσεις εντός της ΕΕ. Η ασθενής οικονομική δραστηριότητα και ενίοτε ο περιορισμός του μεγέθους σημαντικών τομέων υψηλής εντάσεως εργασίας, όπως ο κλάδος των δομικών κατασκευών (π.χ. σε ES, SI και IE), εντάσσονται στη διαδικασία προσαρμογής που επιφέρει την εκτροπή πόρων από τον μη εμπορεύσιμο προς τον εμπορεύσιμο τομέα και τη μεταστροφή των δαπανών σε εγχωρίως παραγόμενα αγαθά. Παρ’ όλα αυτά, ενώ η ανακατανομή των πόρων είναι αναπόφευκτη και επιθυμητή, η διαδικασία αυτή συνεπάγεται κάποιο κόστος. Επιπλέον, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας καταδεικνύουν τις χαμηλές επιδόσεις της συνολικής οικονομίας, την υποτίμηση του ανθρώπινου κεφαλαίου και τις μικρότερες προοπτικές δυνητικής ανάπτυξης. Πολλές μεταρρυθμίσεις, τόσο στην αγορά εργασίας και όσο και στην αγορά προϊόντων, συμβάλλουν στην εξομάλυνση της διαδικασίας, αλλά οι αυξήσεις της ανεργίας ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, υπερβαίνοντας τα υψηλότερα επίπεδα που είχαν σημειωθεί προηγουμένως σε πολλά κράτη μέλη. Για να ληφθούν καλύτερα υπόψη οι κοινωνικές επιπτώσεις των ανισορροπιών και της προσαρμογής, ορισμένοι κοινωνικοί δείκτες προστέθηκαν στους βοηθητικούς δείκτες για την οικονομική ανάγνωση του πίνακα αποτελεσμάτων. Το ποσοστό ανεργίας δείχνει την επιδείνωση της αντιστοιχίας προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας· υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας και ανεργίας των νέων, μη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός καταδεικνύουν την υποχρησιμοποίηση πόρων και την επιδείνωση της κοινωνικής συνοχής.

Διάγραμμα 5: Ποσοστό ανεργίας 2008, 2012 και 2014 (πρόβλεψη) Πηγή: Υπηρεσίες της Επιτροπής.

· Η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού εντός της ΕΕ αυξάνεται. Το 2012, η μετανάστευση εντός της ΕΕ ανερχόταν σε 6½ εκατομμύρια, αύξηση 200 χιλιάδων σε σχέση με το 2011, γεγονός που αντικατοπτρίζει όλο και περισσότερο την κατάσταση της αγοράς εργασίας. Στις LV και LT, όπου σημειώθηκε κάποια βελτίωση στην αγορά εργασίας, η αρνητική καθαρή μετανάστευση ήταν πιο περιορισμένη από ό,τι κατά τα προηγούμενα χρόνια. Αντίθετα, σε PT και ES, οι αυξήσεις των ποσοστών ανεργίας είχαν ως συνέπεια την επιτάχυνση της καθαρής μεταναστευτικής εκροής και στις δύο χώρες, παρόλο που τα ποσοστά αυτά περιλαμβάνουν σε σημαντικό βαθμό τους επιστρέφοντες μετανάστες μη προερχόμενους από την ΕΕ. Ταυτόχρονα, οι χώρες με σχετικά χαμηλά ποσοστά ανεργίας, όπως οι DE, AT και SE, συνέχισαν να καταγράφουν αυξήσεις των καθαρών μεταναστευτικών εισροών. Η μετανάστευση μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην προσαρμογή, διευκολύνοντας την ανακατανομή της εργασίας από περιοχές που έχουν πληγεί από την ανεργία σε περιοχές όπου η ζήτηση εργατικού δυναμικού είναι εύρωστη. Ωστόσο, οι χώρες που αντιμετωπίζουν αρνητικές καθαρές μεταναστευτικές εκροές πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζουν πολιτικές που συμβάλλουν στη βελτίωση της δυνητικής ανάπτυξής τους ούτως ώστε, μεσοπρόθεσμα, να ανακτήσουν την ικανότητα προσέλκυσης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού που έχουν ενδεχομένως απωλέσει κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης προσαρμογής.

3.         ΕΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑ ΧΩΡΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

Οι παρακάτω παρατηρήσεις δεν αφορούν τα κράτη μέλη που υπόκεινται σε εποπτεία στο πλαίσιο προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής που στηρίζονται από χρηματοδοτική βοήθεια[20]. Τα εν λόγω κράτη είναι η Ελλάδα, η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ρουμανία. Η περίπτωση της Ιρλανδίας συζητείται στην παρούσα έκθεση, αλλά η κατάστασή της στο πλαίσιο της ΔΜΑ θα εξεταστεί στο τέλος της τρέχουσας χρηματοδοτικής ενίσχυσης, που αναμένεται τον Φεβρουάριο του 2014.

Βέλγιο: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Βέλγιο αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες σε σχέση, ειδικότερα, με την ανταγωνιστικότητα και το χρέος, κυρίως όσον αφορά τις επιπτώσεις του υψηλού δημόσιου χρέους για την πραγματική οικονομία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες, οι ίδιοι με εκείνους του προηγούμενου έτους, υπερέβαιναν τα ενδεικτικά όριά τους, και συγκεκριμένα οι απώλειες στα μερίδια της εξαγωγικής αγοράς, καθώς και τα χρέη του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Η μακροπρόθεσμη τάση που σημειώθηκε στις απώλειες των μεριδίων της εξαγωγικής αγοράς επιταχύνθηκε το 2012 και αυτό είχε συνέπειες στη συνεχή αρνητική εξέλιξη του ισοζυγίου αγαθών. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε περαιτέρω και τώρα παρουσιάζει μικρό έλλειμμα. Εντούτοις, η ΚΔΕΘ εξακολουθεί να είναι σταθερή και θετική. Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα κόστους, οι διαθέσιμοι δείκτες δείχνουν κάποια σταθεροποίηση. Εν πάση περιπτώσει, το ΚΕΑΜΠ, αν και βρίσκεται κάτω του ενδεικτικού ορίου, επιταχύνθηκε εκ νέου το 2012, αλλά αναμένεται να μετριαστεί το 2013. Η ΠΣΣΙ υποτιμήθηκε κατά κάποιο τρόπο το 2012 σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ. Το 2012, το ιδιωτικό χρέος αυξήθηκε και παραμένει αρκετά ψηλά σε σχέση με το όριο, ακόμη και βάσει ενοποιημένων στοιχείων για εγχώρια διεταιρικά δάνεια. Το δημόσιο χρέος συνέχισε να αυξάνεται και αναμένεται να υπερβεί το 100 τοις εκατό του ΑΕΠ το 2013, παρόλο που προβλέπεται να σταθεροποιηθεί εν γένει κατά τα επόμενα έτη. Επιπλέον, οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις πρέπει επίσης να παρακολουθούνται, δεδομένου ότι μπορεί να έχουν κάποια επίπτωση στη θέση των δημόσιων οικονομικών, καθώς και στην πραγματική οικονομία. Οι υποχρεώσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα μειώθηκαν το 2012, ενώ η μόχλευση του τομέα μειώθηκε στα κατώτατα επίπεδα εδώ και πέντε χρόνια. Οι τιμές των κατοικιών μειώθηκαν ελαφρά το 2012, αφού ήταν σταθερές από το 2008, γεγονός που δείχνει ότι η προσαρμογή λαμβάνει σταδιακά χώρα. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω τη συνέχιση ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης ανισορροπιών τον Απρίλιο.

Βουλγαρία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Βουλγαρία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της απομόχλευσης στον τομέα των επιχειρήσεων, καθώς και τη συνεχή προσαρμογή της εξωτερικής θέσης, της ανταγωνιστικότητας και των αγορών εργασίας. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες υπερβαίνουν το ενδεικτικό όριο, συγκεκριμένα η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (ΚΔΕΘ) και η ανεργία. Οι κίνδυνοι που απορρέουν από την εξωτερική θέση φαίνεται ότι έχουν μειωθεί σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια. Η αρνητική ΚΔΕΘ παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ το καθαρό εξωτερικό χρέος είναι σημαντικά χαμηλότερο, δεδομένου του αποθέματος άμεσων ξένων επενδύσεων. Επιπλέον, τόσο η αρνητική ΚΔΕΘ όσο και το καθαρό εξωτερικό χρέος παρουσιάζουν παρόμοια καθοδική τάση, χάρη στην ισοσκέλιση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και στη συνεχή θετική συνεισφορά κεφαλαιουχικών μεταβιβάσεων. Η διόρθωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών φαίνεται ότι είναι κυρίως μη κυκλική και είχε σχετικά χαμηλή επίπτωση στην οικονομική δραστηριότητα. Οι δείκτες ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους συνέχισαν να βελτιώνονται και φαίνεται ότι στηρίζουν τη μελλοντική αύξηση των εξαγωγών. Ο ονομαστικός δείκτης του ΚΕΑΜΠ ευθυγραμμίστηκε με τα όρια του πίνακα αποτελεσμάτων από το 2012, λόγω της μικρότερης αύξησης των μισθών και των συνεχών αυξήσεων της παραγωγικότητας, γεγονός που αντικατοπτρίζει επίσης τις μειώσεις εργατικού δυναμικού. Η απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα συνεχίζεται. Το μη χρηματοπιστωτικό χρέος των επιχειρήσεων είναι σχετικά υψηλό στη Βουλγαρία σε σύγκριση με ομόλογες χώρες, παρόλο που ένα μεγάλο μέρος του απορρέει από διασυνοριακά ενδοεταιρικά δάνεια. Οι πιστώσεις παραμένουν σε υποτονικά επίπεδα και αυτό αντικατοπτρίζει τη βραδεία οικονομική ανάκαμψη. Η αγορά εργασίας παραμένει ισχνή και η ανεργία, όπως η ανεργία των νέων και η μακροχρόνια ανεργία, εξακολούθησε να αυξάνεται, παρόλο που φαίνεται ότι σταθεροποιείται κατά τη διάρκεια του 2013. Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός αυξήθηκαν επίσης τα τελευταία χρόνια, ενώ το ποσοστό ΝΕΕΤ[21] είναι το υψηλότερο στην ΕΕ. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω τη συνέχιση ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης ανισορροπιών τον Απρίλιο.

Τσεχική Δημοκρατία: Κατά τους προηγούμενους γύρους της ΔΜΑ, δεν εντοπίστηκαν ανισορροπίες στην Τσεχική Δημοκρατία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, η ΚΔΕΘ είναι αρνητική και συνεχίζει να βρίσκεται κάτω του ενδεικτικού ορίου. Ο δείκτης αυτός επιδεινώθηκε περαιτέρω λόγω ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που καθορίστηκαν σε 2½-3 τοις εκατό του ΑΕΠ, αλλά αναμένεται να μειωθούν κατά τα προσεχή χρόνια. Οι κίνδυνοι που συνδέονται με την εξωτερική θέση παραμένουν περιορισμένοι λόγω του ότι μεγάλο μέρος των υποχρεώσεων έναντι του εξωτερικού συνδέονται με τις άμεσες ξένες επενδύσεις και, συνεπώς, το καθαρό εξωτερικό χρέος είναι πολύ χαμηλό. Ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις συνέβαλαν στη βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων στις αρχές του αιώνα, τα κέρδη στα μερίδια της εξωτερικής αγοράς έχουν μετριαστεί σημαντικά και μάλιστα μετατράπηκαν σε μικρές απώλειες το 2010-12. Οι δείκτες της ανταγωνιστικότητας στο σύνολο της οικονομίας, όπως η ΠΣΣΙ και το ΚΕΑΜΠ, δεν βελτιώθηκαν μέχρι σήμερα αρκετά ώστε να βελτιωθούν οι προοπτικές για τις εξαγωγικές επιδόσεις κατά τα προσεχή χρόνια. Στο εσωτερικό, η εισροή ξένων κεφαλαίων συνέβαλε στην ταχεία αύξηση των πραγματικών τιμών των κατοικιών πριν από την κρίση. Ενώ η τρέχουσα διόρθωση των τιμών δεν έθιξε την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού τομέα, η αύξηση των πιστώσεων ήταν περιορισμένη επί σειρά ετών. Το ποσοστό χρέους του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά κάτω του ενδεικτικού ορίου. Συνολικά, η αγορά εργασίας αντιμετώπισε αρκετά καλά την πρόσφατη εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σε 7 τοις εκατό το 2012. Ωστόσο, η ανεργία των νέων (19½ τοις εκατό το 2012), αν και βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, διπλασιάστηκε έναντι του 2008 και δεν αναμένεται να βελτιωθεί αν δεν ανακάμψει εκ νέου η οικονομική δραστηριότητα. Γενικά, η Επιτροπή δεν θα διεξαγάγει στην παρούσα φάση άλλες εμπεριστατωμένες αναλύσεις στο πλαίσιο της ΔΜΑ.

Δανία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Δανία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες που συνδέονται με τα υψηλά επίπεδα του χρέους των νοικοκυριών και τη συνεχή προσαρμογή στην αγορά ακινήτων. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, οι ίδιοι δείκτες με εκείνους τους περασμένου έτους βρίσκονται πάνω από τα ενδεικτικά όριά τους, δηλαδή το χρέος του ιδιωτικού τομέα και οι απώλειες των μεριδίων της εξωτερικής αγοράς. Ο τελευταίος αυτός δείκτης συνδέεται με την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας κατά την τελευταία δεκαετία. Εντούτοις, η τρέχουσα συγκράτηση της αύξησης των μισθών και του ονομαστικού ΚΕΑΜΠ, καθώς και η υποτίμηση της ΠΣΣΙ αναμένεται να στηρίξουν την τρέχουσα ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν θετικό για πάνω από δύο δεκαετίες και το πλεόνασμα βρίσκεται επί του παρόντος κοντά στο ανώτατο όριο του πίνακα αποτελεσμάτων, ενώ η ΚΔΕΘ συνέχισε να ενισχύεται. Η αύξηση των τιμών των κατοικιών τη χρονική περίοδο πριν από το 2008 οδήγησε το χρέος των νοικοκυριών σε πολύ υψηλά επίπεδα. Το χρέος του ιδιωτικού τομέα βρίσκεται, έτσι, αρκετά πάνω από το κατώτατο όριο, αλλά ακολουθεί καθοδική πορεία από το 2009. Επιπλέον, η συγκέντρωση του χρέους σε νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος μειώνει τους κινδύνους που συνδέονται με τις απότομες διακυμάνσεις των επιτοκίων. Η αγορά ακινήτων είναι ακόμη υποτονική, αν και οι τιμές αυξήθηκαν κατά κάποιο τρόπο τον τελευταίο χρόνο. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω τη συνέχιση ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης ανισορροπιών τον Απρίλιο.

Γερμανία: Κατά τους προηγούμενους γύρους της ΔΜΑ, δεν εντοπίστηκαν ανισορροπίες στη Γερμανία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων αρκετοί δείκτες υπερβαίνουν τα αντίστοιχα ενδεικτικά όρια, συγκεκριμένα το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η υποτίμηση της ΠΣΣΙ, οι απώλειες των μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές και το χρέος του δημόσιου τομέα. Στο εξωτερικό, ο δείκτης που αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βρίσκεται πολύ πάνω από το ενδεικτικό όριο και το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος στη ζώνη του ευρώ, δεδομένου του μεγέθους της γερμανικής οικονομίας. Σύμφωνα με στατιστικές αναθεωρήσεις, ο δείκτης υπερέβαινε το όριο κάθε χρόνο από το 2007. Τα τελευταία τριμηνιαία στοιχεία και οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής δείχνουν πλεόνασμα το 2013 στα ίδια επίπεδα με εκείνα του 2012: 7 τοις εκατό του ΑΕΠ. Μελλοντικά, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής, αναμένεται το πλεόνασμα να παραμείνει πάνω από το ενδεικτικό όριο για το υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα που καλύπτουν οι προβλέψεις, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρόκειται για βραχύβιο κυκλικό φαινόμενο. Τα μεγάλα πλεονάσματα αντικατοπτρίζονται σε μια ιδιαίτερα ισχυρή και αυξανόμενη ΚΔΕΘ και σε θετικά ισοζύγια εσόδων. Μπορούν να ασκήσουν πίεση για ανατίμηση του ευρώ έναντι άλλων νομισμάτων. Σε περίπτωση που ασκηθούν τέτοιες πιέσεις, θα καταστεί δυσχερέστερο για τις περιφερειακές χώρες να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους μέσω εσωτερικής υποτίμησης. Το μεγάλο πλεόνασμα καταδεικνύει ότι έγιναν μεγαλύτερες αποταμιεύσεις στη γερμανική οικονομία από ό,τι επενδύσεις. Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στη ζώνη του ευρώ. Παρά το γεγονός ότι το μερίδιο του χρέους του ιδιωτικού τομέα στο ΑΕΠ (εταιρείες και νοικοκυριά) είναι κατά σειρά το δεύτερο χαμηλότερο στη ζώνη του ευρώ και παρά τους ευνοϊκούς όρους των επιτοκίων, η απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα συνεχίστηκε, αν και με βραδύτερο ρυθμό, αδυνατώντας έτσι να στηρίξει την αύξηση της ιδιωτικής ζήτησης. Οι ιδιωτικές πιστωτικές ροές παρέμειναν περιορισμένες, ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν τον περασμένο χρόνο. Οι προηγούμενες συστάσεις επικεντρώνονταν στην ανάγκη να ενισχυθούν οι εγχώριες πηγές δυνητικής ανάπτυξης μέσα στο πλαίσιο δυσμενών δημογραφικών προοπτικών. Η δυναμική της εξωτερικής θέσης της Γερμανίας απαιτεί περαιτέρω έρευνα ώστε να κατανοηθεί καλύτερα, π.χ. ο ρόλος ορισμένων εγχώριων χαρακτηριστικών, μεταξύ των οποίων οι χρηματοπιστωτικές ροές, για τα τομεακά ισοζύγια αποταμίευσης-επενδύσεων και τις εξελίξεις του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η ΠΣΣΙ βάσει του ΕνΔΤΚ υποτιμήθηκε το 2010-12 κυρίως έναντι εταίρων που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ, αντανακλώντας την ονομαστική υποτίμηση του ευρώ, αλλά λιγότερο έναντι ομολόγων της ζώνης του ευρώ. Τούτο συνέβαλε στην ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εταιρειών έναντι των ανταγωνιστών τους εκτός της ζώνης του ευρώ. Το ΚΕΑΜΠ εξακολούθησε να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, χάρη σε μια εύρωστη αγορά εργασίας, με υψηλότερους μισθούς, και στη σχετικά χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας. Η συνδεόμενη ανατίμηση της αντίστοιχης ΠΣΣΙ είναι, ωστόσο, μικρή σε σύγκριση με τα κέρδη που καταγράφηκαν κατά τη δεκαετία προ της κρίσης. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης βρίσκεται πάνω από το ενδεικτικό όριο, αλλά προβλέπεται να μειωθεί από το 2013 και μετά. Οι τιμές των κατοικιών σημείωσαν συγκρατημένη αύξηση, ενώ μεγαλύτερη άνοδος των τιμών παρατηρείται σε ορισμένες αστικές περιοχές. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να διεξαγάγει ενδελεχή ανάλυση προκειμένου να εκτιμήσει εάν υπάρχει ανισορροπία.

Εσθονία: Κατά την προηγούμενη περίοδο εφαρμογής του ΔΜΑ, δεν διαπιστώθηκαν ανισορροπίες στην Εσθονία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων ορισμένοι δείκτες υπερβαίνουν ακόμη τα ενδεικτικά όρια και, συγκεκριμένα, η ΚΔΕΘ και η ανεργία. Ενώ η αρνητική ΚΔΕΘ παραμένει σε σημαντικό βαθμό κάτω από το κατώτατο όριο (-54 τοις εκατό του ΑΕΠ το 2012), εντούτοις βελτιώνεται, παρά ένα μικρό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Το έλλειμμα αυτό εξηγείται με τη σειρά του από τη συρρίκνωση του εμπορικού πλεονάσματος - που οφείλεται σε ορισμένες απώλειες στο μερίδιο εξαγωγών, οι οποίες αντανακλούν εν μέρει την αύξηση του ονομαστικού ΚΕΑΜΠ - και την ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης. Ωστόσο, δεδομένου ότι το ήμισυ των εξωτερικών υποχρεώσεων συνίσταται σε ΑΞΕ, οι κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι. Από την άποψη του εξωτερικού χρέους, η Εσθονία έχει καταστεί καθαρός πιστωτής. Παράλληλα, ενώ ο δείκτης ανεργίας υπερβαίνει το όριο του πίνακα αποτελεσμάτων, μειώνεται με ταχύ ρυθμό, σε 9¼ τοις εκατό έως τα τέλη του 2013. Εντούτοις, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει σχετικά υψηλή, καθώς και άλλοι δείκτες που αφορούν τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τις σοβαρές υλικές στερήσεις και την χαμηλή ένταση εργασίας. Το επίπεδο χρέους του ιδιωτικού τομέα της χώρας συνέχισε να συρρικνώνεται, και έφτασε στο 129 τοις εκατό του ΑΕΠ το 2012, υποστηριζόμενο από υψηλή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Ωστόσο, η απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα έχει σχεδόν σταματήσει· το ακόμη σχετικά υψηλό χρέος του ιδιωτικού τομέα είναι πιθανό να περιορίσει την αύξηση των πιστώσεων στο μέλλον και θα λειτουργήσει ανασταλτικά ως προς την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα. Συνολικά, η Επιτροπή δεν θα διεξαγάγει στην παρούσα φάση άλλη εμπεριστατωμένη ανάλυση στο πλαίσιο του ΔΜΑ.

Ιρλανδία: Από τον Δεκέμβριο του 2010, η Ιρλανδία εφαρμόζει πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής με χρηματοδοτική στήριξη· η εποπτεία των ανισορροπιών και η παρακολούθηση των διορθωτικών μέτρων πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο εκείνο και όχι της ΔΜΑ. Στο πλαίσιο του προγράμματος, η Ιρλανδία πραγματοποίησε σημαντική πρόοδο όσον αφορά την διόρθωση των υπερβολικών ανισορροπιών της. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, πολλοί δείκτες είναι κάτω από το κατώτατο όριο και, συγκεκριμένα, η αρνητική ΚΔΕΘ, η υποτίμηση της ΠΣΣΙ, οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές, το χρέος του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα και η ανεργία. Όσον αφορά τις εξωτερικές ανισορροπίες, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει πλεόνασμα από το 2010, αλλά αυτό δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε βελτίωση της ΚΔΕΘ, εξαιτίας σε μεγάλο βαθμό των επιπτώσεων αποτίμησης, οι οποίες αποτελούν, ωστόσο, οι ίδιες ένδειξη εμπιστοσύνης στην οικονομία. Επίσης οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις εξωτερικές υποχρεώσεις πρέπει να εξεταστούν στην προοπτική των μεγάλων αποθεμάτων ΑΞΕ. Η μείωση του ΚΕΑΜΠ και η υποτίμηση της ΠΣΣΙ διόρθωσαν τα πλεονάσματα των χρόνων άνθησης της οικονομίας και μετατράπηκαν σε κέρδη ανταγωνιστικότητας. Τούτο είχε ως συνέπεια να επιβραδυνθεί το 2012 η απώλεια μεριδίων αγοράς, ενώ η εναπομένουσα διάβρωση πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας σημαντικής μεταβολής στη σύνθεση των εμπορευματικών εξαγωγών, των επιπτώσεων των βασικών εξαγόμενων φαρμάκων των οποίων λήγει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και μιας μετατόπισης προς τις εξαγωγές υπηρεσιών. Όσον αφορά τις εσωτερικές ανισορροπίες, οι τιμές ακινήτων, οι οποίες σημείωναν πτώση επί πέντε έτη και οι οποίες σήμερα είναι υποτιμημένες σύμφωνα με πολλές μετρήσεις, έχουν σταθεροποιηθεί ή άρχισαν να παρουσιάζουν συγκρατημένη αύξηση. Αν και το χρέος του ιδιωτικού τομέα παραμένει πάνω από το όριο, η απομόχλευση έχει σημειώσει ικανοποιητική πρόοδο παρά τις έντονες δυσκολίες που προκαλεί η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα, απαιτήθηκε από τις τράπεζες να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους, ιδίως μέσω της εξεύρεσης βιώσιμων λύσεων για τα καθυστερούμενα ενυπόθηκα δάνεια. Αξιολογήθηκε επίσης η υποκείμενη υγεία του ισολογισμού των τραπεζών μέσω συνολικής αξιολόγησης στο πλαίσιο του προγράμματος. Η αυστηρή προσήλωση στους δημοσιονομικούς στόχους που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος σημαίνει ότι το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να κορυφωθεί το 2013 και, στη συνέχεια, να υποχωρήσει. Αν και το ποσοστό ανεργίας παραμένει πάνω από το όριο, σημείωσε πτωτική τάση από τα μέσα του 2012 και, τον Σεπτέμβριο του 2013, μειώθηκε σε 13¼ σε σχέση με το ανώτατο ποσοστό του 15 τοις εκατό στο οποίο είχε φτάσει στις αρχές του 2012. Εντούτοις, η μακροχρόνια ανεργία και η ανεργία των νέων εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα θέματα, ενώ η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός αυξήθηκαν αισθητά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Η συνεχιζόμενη χρηματοδοτική στήριξη και το πρόγραμμα προσαρμογής συνέβαλαν στη μείωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και στη διαχείριση των σχετικών κινδύνων. Η κατάσταση στην Ιρλανδία στο πλαίσιο της ΜΔΑ θα αξιολογηθεί μετά την περάτωση του προγράμματος.

Ισπανία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ισπανία αντιμετώπιζε υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, κυρίως λόγω του ότι τα πολύ υψηλά επίπεδα εσωτερικού και εξωτερικού χρέους συνέχισαν να αποτελούν κίνδυνο για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική σταθερότητα.[22] Επιπλέον, παρά τη συνεχιζόμενη επανεξισορρόπηση της οικονομίας, το μέγεθος της αναγκαίας προσαρμογής και των επιπλέον αδυναμιών που συνδέονται με την εκτίναξη της ανεργίας και το αυξανόμενο χρέος της γενικής κυβέρνησης αντιπροσωπεύουν μια προϊούσα ουσιαστική πρόκληση, που απαιτεί συνεχή πολιτική δράση. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, πολλοί δείκτες είναι πάνω από το ενδεικτικό όριο, και συγκεκριμένα η αρνητική ΚΔΕΘ, η υποτίμηση της ΠΣΣΙ, οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές, το χρέος του ιδιωτικού τομέα και του τομέα γενικής κυβέρνησης και η ανεργία. Η σημαντική προσαρμογή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών χάρη στην έντονη αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει ο δείκτης του πίνακα αποτελεσμάτων κάτω από το όριο. Το 2013, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετατρέπεται σε πλεονασματικό και αναμένεται να αυξηθεί κατά τα επόμενα έτη. Εντούτοις, η αρνητική ΚΔΕΘ δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί· μία επιδείνωση το 2012 οφειλόταν κυρίως σε αποτελέσματα αποτίμησης, πράγμα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη εμπιστοσύνης στην οικονομία. Η ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας επιταχύνθηκε το 2012, δεδομένου ότι η συγκράτηση των μισθών σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη έντονη αύξηση της παραγωγικότητας (αν και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις περικοπές εργατικού δυναμικού) συνέβαλαν στη μείωση του ΚΕΑΜΠ. Η σωρευτική βελτίωση της ΠΣΣΙ υπερέβη το ενδεικτικό κατώτατο όριο και αντισταθμίζει την ανατίμηση που καταγράφηκε στις προηγούμενες περιόδους. Οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές συνεχίστηκαν. Η σχετική επιδείνωση είναι, ωστόσο, πιο συγκρατημένη σε σχέση με άλλες προηγμένες χώρες. Το χρέος της κυβέρνησης αυξάνεται με ταχύ ρυθμό λόγω των δημόσιων ελλειμμάτων, της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και της εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε προμηθευτές. Η απομόχλευση του δημόσιου τομέα συνεχίστηκε, κατά κύριο λόγο μέσω των αρνητικών πιστωτικών ροών· η απομόχλευση των νοικοκυριών ήταν κατά κάποιον τρόπο βραδύτερη από αυτή των επιχειρήσεων, αντικατοπτρίζοντας τις μεγαλύτερες προθεσμίες λήξης του χρέους των νοικοκυριών, που αποτελείται κυρίως από ενυπόθηκα δάνεια και λιγότερη προσφυγή σε διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η διαδικασία προσαρμογής στην αγορά ακινήτων επιταχύνθηκε, λόγω του μεγάλου αριθμού απούλητων ακινήτων και των ασθενών θεμελιωδών μεγεθών. Το κοινωνικό κόστος της κρίσης είναι όλο και πιο ορατό. Υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας και ανεργίας των νέων και αυξανόμενος αριθμός νοικοκυριών με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας, σε συνδυασμό με τη μείωση των εσόδων των νοικοκυριών συμβάλλουν στην αύξηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Συνολικά, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη διαπίστωση υπερβολικών ανισορροπιών τον Απρίλιο, να εξετάσει περαιτέρω τη συνεχή εμφάνιση μακροοικονομικών κινδύνων και να παρακολουθεί την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά την εξάλειψη των ανισορροπιών.

Γαλλία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γαλλία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες και ανέφερε ότι ήταν αναγκαίο να θεσπιστούν αποφασιστικά μέτρα πολιτικής. Οι ανισορροπίες αφορούσαν ιδίως την επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας, καθώς και το υψηλό επίπεδο χρέους του τομέα της γενικής κυβέρνησης. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένος αριθμός δεικτών είναι πάνω από τα ενδεικτικά όρια και, συγκεκριμένα, όπως και κατά το προηγούμενο έτος, οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές, ο δείκτης χρέους του δημόσιου τομέα και του τομέα γενικής κυβέρνησης και, τώρα, και η υποτίμηση του δείκτη της ΠΣΣΙ. Η ανάγνωση του πίνακα αποτελεσμάτων αναδεικνύει ζητήματα τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό επίπεδο. Η Γαλλία συνεχίζει να χάνει μερίδια αγοράς, αν και λιγότερο απ’ ό,τι η ΕΕ (ή η ευρωζώνη) ως σύνολο. Οι απώλειες αυτές αντανακλώνται στην επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και στην αρνητική ΚΔΕΘ, αν και παραμένουν πολύ κάτω από τα ενδεικτικά κατώτατα όριά τους. Η εξέλιξη αυτή έλαβε χώρα παρά την υποτίμηση της ΠΣΣΙ και του σχετικά συγκρατημένου ΚΕΑΜΠ, δίνοντας περαιτέρω έμφαση στην ανταγωνιστικότητα που δεν συνδέεται με τις τιμές. Πράγματι, οι προηγούμενες αναλύσεις κατέδειξαν τον αρνητικό αντίκτυπο που έχει η χαμηλή αποδοτικότητα των γαλλικών εταιριών στο επενδυτικό τους δυναμικό, καθώς και στην ικανότητα καινοτομίας σε βάρος της ανταγωνιστικότητάς τους. Η χαμηλή αποδοτικότητα των εταιριών επιδρά επίσης αρνητικά στην ικανότητα απομόχλευσής τους, και ως εκ τούτου, συμβάλλει στην αύξηση του χρέους του ιδιωτικού τομέα. Ταυτόχρονα, το χρέος των νοικοκυριών παραμένει σχετικά χαμηλό, αν και η πιστοληπτική ικανότητά τους επλήγη από τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους στο πλαίσιο της αύξησης της ανεργίας. Η αύξηση του επιπέδου του χρέους του ιδιωτικού τομέα είναι ανησυχητική στο πλαίσιο του συνεχώς αυξανόμενου χρέους του τομέα της γενικής κυβέρνησης, το οποίο υπερβαίνει τώρα το 90 τοις εκατό του ΑΕΠ. Συνολικά, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη διαπίστωση ανισορροπιών τον Απρίλιο, να εξετάσει περαιτέρω τους κινδύνους που συνεπάγεται η συνεχής εμφάνιση ανισορροπιών.

Η Κροατία προσχώρησε στην ΕΕ την 1η Ιουλίου 2013. Στον πίνακα αποτελεσμάτων της ΔΜΑ , ορισμένοι δείκτες υπερβαίνουν τα ενδεικτικά όρια, και συγκεκριμένα η ΚΔΕΘ, οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές και το ποσοστό ανεργίας. Η αρνητική ΚΔΕΘ που έφτανε περίπου στο 90 τοις εκατό του ΑΕΠ στα τέλη του 2012 οφείλεται κυρίως στη συσσώρευση ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πριν από την παγκόσμια κρίση. Από την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης, οι τρέχουσες συναλλαγές προσαρμόστηκαν βαθμιαία σε σχεδόν ισοσκελισμένη θέση το 2012, αντικατοπτρίζοντας κατά κύριο λόγο την πτώση της εγχώριας ζήτησης, ενώ οι επιδόσεις ως προς τις εξαγωγές ήταν χαμηλές. Η αύξηση του ΚΕΑΜΠ, σε συνδυασμό με τη δυσμενή ειδίκευση των προϊόντων και τον γεωγραφικό προσανατολισμό των εξαγωγών, οδήγησαν σε ουσιαστική μείωση των μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές. Μεγάλες εισροές κεφαλαίου κατά την πριν από την κρίση περίοδο οδήγησαν στη συσσώρευση του χρέους του ιδιωτικού τομέα, αν και πρόσφατα ο δείκτης χρέους του ιδιωτικού τομέα σταθεροποιήθηκε και έφτασε ελαφρώς κάτω από το ενδεικτικό όριο στα τέλη του 2012. Το μερίδιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε σημαντικά από το 2008, κυρίως στον τομέα των επιχειρήσεων, και οφείλεται επίσης εν μέρει στο υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης δανείων για τα νοικοκυριά που ήταν εκτεθειμένα σε δάνεια εκφρασμένα σε ελβετικά φράγκα. Οι πιέσεις για απομόχλευση επηρεάζουν δυσμενώς τις προοπτικές ανάκαμψης. Ταυτόχρονα, λόγω της συρρίκνωσης της οικονομίας και της απουσίας ουσιαστικής δημοσιονομικής προσαρμογής, το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε με ταχύ ρυθμό. Επιπλέον, η συσσώρευση του χρέους των κρατικών επιχειρήσεων συνεπάγεται ενδεχόμενες υποχρεώσεις για την κυβέρνηση. Οι ρυθμιστικές επιβαρύνσεις και ο ανεπαρκής ανταγωνισμός σε πολλούς τομείς της οικονομίας παραμένουν σοβαρά εμπόδια για την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Η παρατεινόμενη ύφεση, σε συνδυασμό με την ακαμψία της αγοράς εργασίας και τα αδιέξοδα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης οδήγησαν σε μείωση της απασχόλησης, κατά κύριο λόγο στον ιδιωτικό τομέα, ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σημαντικά και ανήλθε σχεδόν σε 16 τοις εκατό το 2012. Ο δείκτης ανεργίας των νέων που ανέρχεται στο 40 τοις εκατό αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Το υψηλό ποσοστό των μακροχρόνιων ανέργων φανερώνει προβλήματα διαρθρωτικού χαρακτήρα. Το μερίδιο των ατόμων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχιας παρουσιάζει ανοδική τάση και είναι ανάμεσα στα υψηλότερα στην ΕΕ. Συνολικά, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο, να διεξαγάγει εμπεριστατωμένη ανάλυση με σκοπό να αξιολογήσει κατά πόσον υφίστανται ανισορροπίες.

Ιταλία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες και υπέδειξε την αναγκαιότητα θέσπισης αποφασιστικών μέτρων πολιτικής. Οι ανισορροπίες αφορούσαν ιδίως τις επιδόσεις της ως προς τις εξαγωγές και την υποκείμενη απώλεια ανταγωνιστικότητας, καθώς και το υψηλό χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες είναι πάνω από το ενδεικτικό όριο: η απώλεια μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές, η υποτίμηση της ΠΣΣΙ και το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης. Η απώλεια μεριδίων αγοράς παραμένει σημαντικά πάνω από το ενδεικτικό όριο και οι επιδόσεις ως προς τις εξαγωγές υστερούν σε σύγκριση με τις επιδόσεις άλλων προηγμένων οικονομιών. Οι εξαγωγές προς εμπορικούς εταίρους εκτός ευρωζώνης υποστηρίχτηκαν από σημαντική πτώση της ΠΣΣΙ στα μέσα του 2012, η οποία οφειλόταν κυρίως σε ονομαστική υποτίμηση του ευρώ. Εν τω μεταξύ, η απογοητευτική εξέλιξη της παραγωγικότητας συνεχίζει να στηρίζει το ονομαστικό ΚΕΑΜΠ, το οποίο το 2012 αυξήθηκε περισσότερο απ’ ό,τι για τους περισσότερους εμπορικούς εταίρους. Η πτώση της εγχώριας ζήτησης και, ιδίως, η έντονη συρρίκνωση των επενδύσεων ήταν οι βασικοί παράγοντες της βελτίωσης στο ισοζύγιο τρεχουσών πληρωμών, το οποίο προβλέπεται να μετατραπεί σε πλεονασματικό το 2013. Σε εσωτερικό επίπεδο, το υψηλό επίπεδο του χρέους του τομέα της γενικής κυβέρνησης συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό ευάλωτο στοιχείο για τη χώρα, δεδομένης ιδίως της προοπτικής για ασθενική ανάπτυξη. Το 2012, το χρέος του τομέα της κυβέρνησης ως μερίδιο του ΑΕΠ αυξήθηκε σε 127 τοις εκατό, λόγω της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της αύξησης των δαπανών για τόκους, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα (2½ τοις εκατό του ΑΕΠ) μετρίασε την αύξηση αυτή. Η επίτευξη και η διατήρηση ενός υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος εξακολουθούν να είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου ο δείκτης του χρέους να ακολουθήσει σταθερή πτωτική πορεία. Το χρέος του ιδιωτικού τομέα παραμένει κάτω από το όριο και είναι συγκεντρωμένο στον τομέα των επιχειρήσεων, ο οποίος, στο πλαίσιο της παρατεταμένης ύφεσης, υπήρξε ο κυριότερος παράγων της έντονης αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αν και ο δείκτης ανεργίας (3ετής κατά μέσο όρο) είναι ακόμη κάτω από το όριο, η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά και ανήλθε σχεδόν στο 11 τοις εκατό το 2012, ενώ, τον Αύγουστο του 2013, αυξήθηκε περαιτέρω στο 12¼ τοις εκατό, ενώ η ανεργία των νέων και τα ποσοστά ΝΕΕΤ (εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης) είναι πολύ υψηλά. Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός, (ιδίως οι σοβαρές υλικές στερήσεις ) αυξήθηκαν επίσης αισθητά. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την διαπίστωση ανισορροπιών τον Απρίλιο, να εξετάσει περαιτέρω τους κινδύνους που συνεπάγεται η εμμονή των ανισορροπιών.

Λετονία: Κατά τους προηγούμενους γύρους της ΔΜΑ, η Λετονία δεν αντιμετώπιζε ανισορροπίες. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες είναι πάνω από τα ενδεικτικά τους όρια: η ΚΔΕΘ και η ανεργία. Εντούτοις, αμφότεροι οι δείκτες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και ο ρυθμός βελτίωσης είναι σημαντικός. Η εξωτερική θέση παραμένει υγιής, δεδομένου ότι οι δείκτες ανταγωνιστικότητας και τα μερίδια στις εξαγωγικές αγορές συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών σταθεροποιήθηκε σε χαμηλά επίπεδα. Ενώ η αρνητική ΚΔΕΘ παραμένει κάτω από το ενδεικτικό όριο, ένα μεγάλο μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αποτελείται από εισροές ΑΞΕ, δημιουργώντας έτσι λιγότερους μακροοικονομικούς κινδύνους απ’ ό,τι το χρέος. Τόσο η ΚΔΕΘ όσο και το εξωτερικό χρέος μειώνονται σχετικά γρήγορα και η θετική τάση αναμένεται να διατηρηθεί στον χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων. Από την πλευρά των εσωτερικών δεικτών, το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης παραμένει σημαντικά κάτω από το όριο και προβλέπεται να μειωθεί κάτω από το 40 τοις εκατό του ΑΕΠ το 2015, όταν προβλέπεται να έχει αποπληρώσει η Λετονία τα ¾ των ενωσιακών δανείων που εκταμιεύτηκαν την περίοδο 2009-11. Επίσης, τα επίπεδα του χρέους του ιδιωτικού τομέα είναι κάτω από το όριο. Οι τιμές ακινήτων και οι εισροές πιστώσεων ανακάμπτουν με αργούς ρυθμούς από τις απότομες διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης· δεν αναμένονται μεγάλες διακυμάνσεις μεσοπρόθεσμα, δεδομένου ότι η απομόχλευση στον τομέα των νοικοκυριών προβλέπεται να συνεχιστεί. Ο δείκτης ανεργίας (3ετής κατά μέσο όρο) βελτιώθηκε οριακά, αλλά η δυναμική στην αγορά εργασίας είναι πιο θετική και η ανεργία σημειώνει ταχεία πτώση· το ποσοστό ανεργίας αναμένεται τώρα να πέσει κάτω από τον ενωσιακό μέσο όρο το 2014 και κάτω από το 10 τοις εκατό το 2015. Η ανάκαμψη στην αγορά εργασίας άρχισε να συμβάλει στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, που παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Συνολικά, η Επιτροπή δεν θα εκπονήσει σε αυτό το στάδιο περαιτέρω εμπεριστατωμένη ανάλυση στο πλαίσιο του ΔΜΑ.

Λιθουανία: Κατά τους προηγούμενους γύρους της ΔΜΑ, η Λιθουανία δεν αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, λίγοι δείκτες υπερβαίνουν τα ενδεικτικά όρια, και συγκεκριμένα η ΚΔΕΘ και η ανεργία. Η ΚΔΕΘ είναι αισθητά αρνητική, ακόμη και αν βελτιώνεται σταδιακά από το 2009. Εντούτοις, το καθαρό εξωτερικό χρέος είναι σημαντικά χαμηλότερο, δεδομένου ότι οι εξωτερικές υποχρεώσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε εισροές εισροές ΑΞΕ. Οι τρέχουσες συναλλαγές μετατράπηκαν σε μικρό πλεόνασμα κατά το πρώτο ήμισυ του 2013, αλλά αναμένεται να μετατραπούν σε μικρό έλλειμμα, δεδομένου ότι η εγχώρια ζήτηση αυξάνεται περαιτέρω. Το έλλειμμα αναμένεται να χρηματοδοτηθεί κυρίως μέσω της εισροής ΑΞΕ και επενδύσεων χαρτοφυλακίου. Οι εξαγωγές εξακολούθησαν να κερδίζουν μερίδιο αγοράς, υποστηριζόμενες από την υποτίμηση της ΠΣΣΙ και του ΚΕΑΜΠ. Ωστόσο, το ΚΕΑΜΠ άρχισε να αυξάνεται πρόσφατα μετά από τις μισθολογικές αυξήσεις. Σε εσωτερικό επίπεδο, το χρέος του ιδιωτικού τομέα είναι σχετικά χαμηλό όπως και το χρέος του τομέα της κυβέρνησης· επιπλέον, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αρχίσει να μειώνεται κατά τα επόμενα έτη. Οι νέες πιστώσεις προς μη χρηματοπιστωτικές εταιρίες ακολουθούν θετική πορεία και, συνεπώς, η απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα επιβραδύνθηκε. Οι τιμές των ακινήτων παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά τα προηγούμενα έτη. Η ανεργία μειώθηκε σημαντικά και αναμένεται να πέσει κάτω από το 11 τοις εκατό το 2014. Η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας συμβάλλει στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, που παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Συνολικά, η Επιτροπή δεν θα εκπονήσει σε αυτό το στάδιο περαιτέρω εμπεριστατωμένη ανάλυση στο πλαίσιο του ΔΜΑ.

Λουξεμβούργο: Κατά τους προηγούμενους γύρους της ΔΜΑ, το Λουξεμβούργο δεν αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες είναι πάνω από τα ενδεικτικά όριά τους, συγκεκριμένα το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, το κόστος εργασίας ανά μονάδα, το χρέος του ιδιωτικού τομέα και η απώλεια μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές. Το πολύ μεγάλο πλεόνασμα συγκαλύπτει ένα επίμονο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Ωστόσο, οι πρόσφατες απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές αποτελούν πηγή ανησυχιών. Όχι μόνον το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου έφτασε σε νέο ιστορικό επίπεδο, αλλά και η χώρα έχασε μερίδια αγοράς στις (κατά κύριο λόγο χρηματοπιστωτικές) υπηρεσίες από το 2007. Επιπλέον, το ονομαστικό ΚΕΑΜΠ αυξήθηκε πολύ ταχύτερα απ’ ό,τι στην ευρωζώνη από το 2008 και υπερβαίνει το όριο, παρά τα πρόσφατα μέτρα για τη συγκράτηση των μισθών, ενώ εξασθένησε την ανταγωνιστική θέση της εγχώριας βιομηχανίας. Το υψηλό χρέος του ιδιωτικού τομέα, κυρίως των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών, αυξάνει την ευπάθεια των επιχειρήσεων και μπορεί να οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η φορολογική νομοθεσία ευνοεί περισσότερο τη σύναψη χρεών από την κατοχή ιδίων κεφαλαίων. Ενώ ο χρηματοπιστωτικός τομέας παραμένει συνολικά υγιής, η χρηματοπιστωτική κρίση έπληξε το δυναμικό ανάπτυξης του τομέα και δημιουργεί ανησυχίες για τον αντίκτυπο ενός λιγότερο δυναμικού τομέα τόσο στην απασχόληση όσο και στην σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών, λαμβανομένων επίσης υπόψη των δαπανών που συνδέονται με την γήρανση του πληθυσμού. Συνολικά, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να εκπονήσει εμπεριστατωμένη ανάλυση με σκοπό να αξιολογήσει κατά πόσον υφίστανται ανισορροπίες.

Ουγγαρία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ουγγαρία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες και υπέδειξε την αναγκαιότητα θέσπισης αποφασιστικών μέτρων πολιτικής. Η πολύ αρνητική ΚΔΕΘ, ιδίως, δημιούργησε ανησυχίες. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, η μεταβλητή αυτή εξακολουθεί να υπερβαίνει το ενδεικτικό όριο κατά πολύ, δεδομένου ότι είναι πάνω από το ετήσιο ΑΕΠ. Επιπλέον, οι δείκτες σχετικά με τις απώλειες μεριδίου στις εξαγωγικές αγορές, το χρέος του τομέα της κυβέρνησης και το ποσοστό ανεργίας παραμένουν επίσης πάνω από τα κατώτατα όρια. Όσον αφορά τις εξωτερικές ανισορροπίες, τα συνεχή πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών συνέβαλαν σε βελτίωση της ΚΔΕΘ από το 2009. Εντούτοις, τα πλεονάσματα αντανακλούν την παρατεινόμενη αδυναμία της εγχώριας ζήτησης, ενώ οι επιδόσεις ως προς τις εξαγωγές ήταν επίσης ασθενείς· οι απώλειες μεριδίων εξωτερικών αγορών επιταχύνθηκαν, ακόμη και αν δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις απωλειών στην ανταγωνιστικότητα ως προς το κόστος. Το γεγονός αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της εξωτερικής διόρθωσης. Όσον αφορά τις εσωτερικές ανισορροπίες, παρά την έντονη εξωτερική προσαρμογή που αντικατοπτρίζει τη συνεχιζόμενη απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα και του τομέα της γενικής κυβέρνησης, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά ευάλωτα σημεία. Σε ένα πλαίσιο αβεβαιότητας της πολιτικής, η ραγδαία μείωση των εταιρικών πιστώσεων συνέβαλε στην πτώση των επενδύσεων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει το αναπτυξιακό δυναμικό. Η συνεχής μείωση των ονομαστικών τιμών των ακινήτων, σε συνδυασμό με τις υπερβολικές επιβαρύνσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, παρεμποδίζουν την αποκατάσταση των κανονικών δανειακών ροών στην οικονομία και δημιουργούν κινδύνους για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε ελαφρώς, αλλά βρίσκεται ακόμη πολύ πάνω από το όριο. Σε συνδυασμό με το ασθενές αναπτυξιακό δυναμικό καθιστά την Ουγγαρία ευάλωτη, γεγονός το οποίο αντανακλάται στο σχετικά υψηλό κόστος χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται πάνω από το όριο, αλλά η ανεργία των νέων και το ποσοστό σοβαρών υλικών στερήσεων αυξήθηκαν σημαντικά από την έναρξη της κρίσης. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις ανισορροπίες που διαπιστώθηκαν τον Απρίλιο, να εξετάσει περαιτέρω τους κινδύνους που συνεπάγεται η συνέχιση των ανισορροπιών.

Μάλτα: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Μάλτα αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες που οφείλονταν στη σημαντική έκθεση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην αγορά ακινήτων και τους κινδύνους όσον αφορά την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Ο επικαιροποιημένος πίνακας αποτελεσμάτων δείχνει βελτιώσεις σε πολλούς τομείς, αν και ορισμένοι δείκτες συνεχίζουν να υπερβαίνουν τα ενδεικτικά τους όρια, συγκεκριμένα η υποτίμηση της ΠΣΣΙ και τα χρέη του ιδιωτικού τομέα και του τομέα γενικής κυβέρνησης. Η εξωτερική θέση της οικονομίας βελτιώθηκε και οι δείκτες τρεχουσών συναλλαγών κινήθηκαν εντός του κατώτατου ορίου, ενώ η θετική ΚΔΕΘ αυξήθηκε. Η υποτίμηση της ΠΣΣΙ κάτω από το χαμηλότερο κατώτατο όριο, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ονομαστική υποτίμηση του ευρώ, διαδραμάτισε υποστηρικτικό ρόλο. Παρόλα αυτά, η απώλεια μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές κατά τα πρόσφατα έτη θα μπορούσε να είναι ένδειξη διάβρωσης της ανταγωνιστικότητας, ακόμη και αν ο δείκτης για τη μέτρηση της πενταετούς μεταβολής παραμένει εντός του ορίου. Σε εσωτερικό επίπεδο, το χρέος του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να υπερβαίνει το όριο αν και το ενεργητικό των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα φαίνεται υγιές. Το δημόσιο χρέος υπερβαίνει επίσης το όριο και ακολουθεί ανοδική πορεία πράγμα που οφείλεται στη συνέχιση των πρωτογενών ελλειμμάτων, ενώ εξακολουθούν να πρέπει να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που αφορούν την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Η αγορά ακινήτων φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί, αν και συνεχίζει να χρειάζεται παρακολούθηση, δεδομένων των διασυνδέσεων με τον εγχώριο τραπεζικό τομέα. Χρειάζεται συγκεκριμένη δράση για την ενίσχυση πολιτικών δημιουργίας προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενα δάνεια εν όψει της συνεχιζόμενης αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και κατά το πρώτο ήμισυ του 2013. Συνολικά, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη διαπίστωση ανισορροπιών τον Απρίλιο, να εξετάσει περαιτέρω τη συνεχή εμφάνιση ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους.

Κάτω Χώρες: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Κάτω Χώρες παρουσίαζαν μακροοικονομικές ανισορροπίες, ιδίως σε σχέση με την συνεχιζόμενη προσαρμογή στην στεγαστική αγορά και το υψηλό επίπεδο χρέωσης των νοικοκυριών. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες υπερβαίνουν τα ενδεικτικά όρια, ιδίως το μεγάλο και αυξανόμενο πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η μείωση της ΠΣΣΙ, οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές και τα χρέη του ιδιωτικού τομέα και του τομέα γενικής κυβέρνησης. Από πλευράς εξωτερικού, τα συνεχή μεγάλα πλεονάσματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ το ενδεικτικό όριο, οφείλονται κυρίως στο εμπορικό ισοζύγιο, περιλαμβανομένων των θετικών επανεξαγωγών και των εξαγωγών φυσικού αερίου. Το μεγάλο πλεόνασμα αντικατοπτρίζει υψηλά επίπεδα αποταμίευσης που δεν απορροφώνται από εγχώριες επενδύσεις. Στο μέλλον, η υπό εξέλιξη απομόχλευση στον τομέα των νοικοκυριών που απαιτείται για να μειωθεί το υψηλό χρέος των νοικοκυριών, σε συνδυασμό με τις κυκλικά υποτονικές επενδύσεις (ιδίως στον τομέα των δομικών κατασκευών) ενδέχεται να συνεπάγεται περαιτέρω αύξηση του πλεονάσματος. Οι συγκρατημένες απώλειες ανταγωνιστικότητας στον τομέα των προϊόντων και υπηρεσιών εγχώριας παραγωγής αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον δυναμισμό των επανεξαγωγών. Οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές συμβαδίζουν εν γένει με εκείνες άλλων προηγμένων οικονομιών. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν την οικονομία σχετίζονται κυρίως με την στεγαστική αγορά και το υψηλό χρέος των νοικοκυριών. Το υψηλό ενυπόθηκο χρέος των νοικοκυριών έναντι του διαθέσιμου εισοδήματός τους οφείλεται κυρίως σε φορολογικά κίνητρα που ευνοούν τη σύναψη μεγάλων ενυπόθηκων δανείων και στην εύκολη πρόσβαση σε δάνεια. Από τότε που εκδηλώθηκε η κρίση μέχρι σήμερα, οι τιμές των κατοικιών υποχώρησαν, ενώ τώρα διαφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις μιας σταθεροποίησής τους. Επίσης, οι πρόσφατες αλλαγές πολιτικής, π.χ. η νομοθεσία περί φορολογικής μεταχείρισης των ενυπόθηκων δανείων, η αλλαγή από ενυπόθηκα δάνεια καταβολής τόκων σε τοκοχρεολυτικά δάνεια και η βαθμιαία μείωση του δείκτη δανείου προς αξία ενδέχεται να συμβάλουν στην προοδευτική μείωση του χρέους των νοικοκυριών και των αδυναμιών του χρηματοπιστωτικού τομέα μεσοπρόθεσμα. Η συνεχιζόμενη απομόχλευση των νοικοκυριών, με υποχώρηση του δείκτη χρέους των νοικοκυριών προς το ΑΕΠ ήδη επί σειρά τριμήνων, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς προοπτικές όσον αφορά την ανεργία και το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγεί στη συγκράτηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και ο αντίκτυπος των μέτρων αυτών στον χρηματοπιστωτικό τομέα απαιτεί περαιτέρω ανάλυση. Συνολικά, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη διαπίστωση ανισορροπιών τον Απρίλιο, να εξετάσει περαιτέρω την συνεχή εμφάνιση ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους.

Αυστρία: Κατά την προηγούμενη περίοδο εφαρμογής της ΔΜΑ, δεν εντοπίστηκαν ανισορροπίες στην Αυστρία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, λίγοι δείκτες υπερβαίνουν τα αντίστοιχα ενδεικτικά όρια, και συγκεκριμένα οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές και το χρέος του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν σημαντικά και έκλεισαν στο ενδεικτικό όριο ή ακόμα και πέρα από αυτό το 2012. Η απώλεια μεριδίων αγοράς αντανακλά κυρίως την απότομη μείωση των εξαγωγών προς τη ζώνη του ευρώ την περίοδο 2007-2010. Ωστόσο, οι πιο πρόσφατες εξαγωγικές επιδόσεις είναι σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένες με τις επιδόσεις των εταίρων της ΕΕ, και επωφελούνται από την ολοκλήρωση της αλυσίδας προσφοράς με τη Γερμανία και την Κεντρική Ευρώπη. Συνολικά, η εξωτερική θέση ελάχιστα επιβαρύνθηκε από τις απώλειες στα μερίδια αγοράς και, βοηθούμενο από την ανάκαμψη των επενδύσεων, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σταθεροποιήθηκε σε μέτριο επίπεδο. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (ΚΔΕΘ) παραμένει κοντά στο μηδέν. Επιπλέον, οι δείκτες ΠΣΣΙ (πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία) και ΚΕΑΜΠ (κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος) δεν υποδηλώνουν προβλήματα με την ανταγωνιστικότητα κόστους. Ωστόσο, η μείωση των μεριδίων αγοράς μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει ανάγκη για καλύτερη αξιοποίηση του καινοτόμου δυναμικού της οικονομίας. Στο εσωτερικό, ο λόγος του ιδιωτικού χρέους προς το ΑΕΠ είχε υπερβεί το όριο από το 2007, όταν οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έστρεψαν ένα μέρος της χρηματοδότησής τους από ίδια κεφάλαια σε μακροπρόθεσμο χρέος σε ένα περιβάλλον χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, αλλά τώρα μειώνεται σταδιακά. Οι ροές πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένουν σε μέτριο, αλλά θετικό, επίπεδο. Το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης συνεχίζει να υπερβαίνει το όριο, αλλά δεν έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης, ενώ προβλέπεται ότι θα μειωθεί από το 2014 και μετά. Μελλοντικά, τα δημόσια οικονομικά μπορεί να αντιμετωπίσουν κινδύνους που θα συνδέονται με καθυστερήσεις στην αναδιάρθρωση των κρατικοποιημένων τραπεζών. Η αρνητική ανάδραση μεταξύ της γενικής κυβέρνησης και του χρηματοπιστωτικού τομέα φαίνεται ότι είναι περιορισμένη, μολονότι η ολοκλήρωση του τραπεζικού τομέα με τις γειτονικές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης απαιτεί συνεχή προσοχή. Γενικά, η Επιτροπή δεν θα διεξαγάγει στην παρούσα φάση άλλες εμπεριστατωμένες αναλύσεις στο πλαίσιο της ΔΜΑ.

Πολωνία: Κατά την προηγούμενη περίοδο εφαρμογής της ΔΜΑ, δεν εντοπίστηκαν ανισορροπίες στην Πολωνία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, ορισμένοι δείκτες υπερβαίνουν το ενδεικτικό όριο, και συγκεκριμένα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ελαφρώς υψηλότερο από το κατώτατο όριο, χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το 2004 μέσω των εισροών ΑΞΕ. Προβλέπεται να συρρικνωθεί σημαντικά το 2013 βοηθούμενο από τη μεγάλη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου, που υποστηρίζεται τόσο από κυκλικούς (περιορισμένη εγχώρια ζήτηση που μειώνει τις εισαγωγές) όσο και από μη κυκλικούς παράγοντες (διαφοροποίηση των εξαγωγών προς οικονομίες εκτός ΕΕ, που αντισταθμίζει εν μέρει τις πρόσφατες απώλειες μεριδίων εξαγωγικών αγορών). Άλλοι παράγοντες που είναι πιθανό να συμβάλουν στη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι η υποτίμηση της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας και η συγκράτηση του ονομαστικού ΚΕΑΜΠ, αντικατοπτρίζοντας την ασθενή αγορά εργασίας. Παρά την αρνητική ΚΔΕΘ που υπερβαίνει το όριο, το καθαρό εξωτερικό χρέος είναι χαμηλό. Ωστόσο, η αυξημένη εξάρτηση του κράτους από αλλοδαπούς κατόχους χρέους, που επιδεινώνεται από τις ανακοινωθείσες αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα, θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή κινδύνου. Όσον αφορά τις εσωτερικές εξελίξεις, το μερίδιο του ιδιωτικού χρέους στο ΑΕΠ παραμένει μέτριο. Το υψηλό ποσοστό των υποθηκών σε ξένο νόμισμα, που είχε θεωρηθεί μείζων κίνδυνος για την οικονομία, μειώνεται συνεχώς δεδομένου ότι η χορήγηση νέων δανείων αυτού του είδους σταμάτησε το 2011-2. Οι τιμές των ακινήτων είναι σε συνεχή μείωση από το 2008, αν και με συγκρατημένο ρυθμό, και οι επιπτώσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχουν περιοριστεί. Η συγκράτηση των μισθών και οι ελαστικές ρυθμίσεις της αγοράς εργασίας μετρίασαν την αύξηση του ποσοστού ανεργίας το 2012 και το πρώτο εξάμηνο του 2013 στο πλαίσιο της σημαντικής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Γενικά, η Επιτροπή δεν θα διεξαγάγει στην παρούσα φάση άλλες εμπεριστατωμένες αναλύσεις στο πλαίσιο της ΔΜΑ.

Σλοβενία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Σλοβενία αντιμετώπιζε υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες[23], ιδίως δε κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που απορρέουν από τους εύθραυστους ισολογισμούς των εταιρειών, οι οποίοι επιτείνονται λόγω της ακαμψίας στην αγορά εργασίας και την κεφαλαιαγορά και της υψηλής κρατικής ιδιοκτησίας που περιορίζει την ικανότητα προσαρμογής της οικονομίας. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, η ΚΔΕΘ και οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές υπερβαίνουν τα αντίστοιχα ενδεικτικά όρια. Στον εξωτερικό τομέα, συντελέστηκε ισχυρή δημοσιονομική προσαρμογή του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών κυρίως λόγω της χαμηλής εγχώριας ζήτησης, ιδίως της μείωσης των επενδύσεων, με αποτέλεσμα ο δείκτης να εμφανίζει ένα μικρό πλεόνασμα. Ωστόσο, η ΚΔΕΘ επιδεινώθηκε περαιτέρω, κυρίως λόγω των αποτελεσμάτων αποτίμησης. Το ΚΕΑΜΠ έχει σταθεροποιηθεί, μετά από έντονη αύξηση κατά τα έτη μέχρι το 2009. Το μερίδιο εξαγωγικών αγορών έχει επιδεινωθεί σημαντικά· η εξαγωγή δυναμική είναι σημαντικά χειρότερη σε σύγκριση με προηγμένες οικονομίες, έτσι ώστε η Σλοβενία έχει σαφώς χαρακτήρα άκρως αποξενωμένου μέλους μεταξύ των νέων κρατών μελών της ΕΕ. Στον εσωτερικό τομέα, το χρέος του ιδιωτικού τομέα μειώθηκε, λόγω των αρνητικών πιστωτικών ροών, τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις μη χρηματοδοτικές εταιρείες. Παρά το γεγονός ότι το ιδιωτικό χρέος είναι χαμηλότερο από το όριο, το χρέος είναι ιδιαίτερα βαρύ για τις επιχειρήσεις. Οι χαμηλές ροές εγχώριων και εξαγωγικών εσόδων των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος κεφαλαίου και εργασίας, τις εμποδίζουν να παράγουν τις ταμειακές ροές που απαιτούνται για τη διατήρηση κεφαλαίων κίνησης και την πληρωμή των οφειλών. Η προσαρμογή στην αγορά κατοικίας έχει ξαναρχίσει, πράγμα που θα συμπιέσει την αξία των εμπράγματων ασφαλειών που κατέχουν οι τράπεζες. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας συνέχισε να μειώνει τις συνολικές υποχρεώσεις του για τρίτο συνεχές έτος, ενώ τα προβλήματα του τομέα των επιχειρήσεων επιδεινώνουν περαιτέρω την ποιότητα των πιστωτικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών και ασκούν πιέσεις στα ήδη περιορισμένα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας. Το χρέος του δημόσιου τομέα αυξάνεται ταχέως και θα υπερβεί το 60 % του ΑΕΠ έως το τέλος του 2013, και μπορούν να αναμένονται περισσότερες πιθανές ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών. Ο δείκτης ανεργίας συνέχισε να αυξάνεται, με αποτέλεσμα την άνοδο του κοινωνικού κόστους της προσαρμογής. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω την εμμονή μακροοικονομικών κινδύνων και να παρακολουθεί την πρόοδο όσον αφορά την εξάλειψη των ανισορροπιών, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης υπερβολικής ανισορροπίας τον Απρίλιο.

Σλοβακία: Κατά την προηγούμενη περίοδο εφαρμογής της ΔΜΑ, δεν εντοπίστηκαν ανισορροπίες στη Σλοβακία. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, δύο δείκτες παραμένουν πάνω από τα ενδεικτικά όρια: η αρνητική ΚΔΕΘ και το ποσοστό ανεργίας. Ο δείκτης για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (τριετής μέσος όρος) βελτιώθηκε και είναι πλέον μόνον ελαφρώς αρνητικός, λόγω του πλεονάσματος το 2012. Αναμένονται περαιτέρω βελτιώσεις των εξωτερικών ισοζυγίων με βάση τις μεγάλες εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων το 2013 και τις καλές προοπτικές για το 2014. Η ΚΔΕΘ βελτιώθηκε οριακά μόνο το 2012 σε σύγκριση με το 2011. Ωστόσο, το εξωτερικό χρέος παραμένει χαμηλό και σχετικά σταθερό, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων δεν είναι μέσα χρέους. Η εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας των τιμών φαίνεται ευνοϊκή, δεδομένου ότι ο δείκτης ΠΣΣΙ μειώθηκε, αν και λιγότερο από ό,τι στις περισσότερες άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, και παραμένει εντός των ορίων του. Λόγω κερδών στην παραγωγικότητα της εργασίας, το ονομαστικό ΚΕΑΜΠ μειώθηκε ελαφρώς. Οι αυξήσεις στα μερίδια εξαγωγικών αγορών επιβραδύνθηκαν σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Το χρέος του ιδιωτικού τομέα έχει παραμείνει σταθερό, λόγω των ελαφρώς θετικών πιστωτικών ροών. Ο τραπεζικός τομέας παρουσιάζει σταθερότητα και οι συνολικές υποχρεώσεις αυξήθηκαν πολύ λίγο. Το χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε σημαντικά το 2012, αλλά παραμένει κάτω από το όριο. Οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν να αναπροσαρμόζονται και έπεσαν για το τέταρτο κατά σειρά έτος. Οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζουν τις συνεχιζόμενες σημαντικές περιφερειακές ανισότητες στην οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση. Η ανεργία παραμένει το πιο επείγον ζήτημα που επηρεάζει την εγχώρια οικονομία. Η ανεργία κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι μακροπρόθεσμη, γεγονός που υποδηλώνει ότι η φύση της είναι διαρθρωτική μάλλον παρά κυκλική και αυτό αποτελεί παράγοντα ευπάθειας. Η ανεργία των νέων είναι επίσης σοβαρό πρόβλημα με το έκτο μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας των νέων στην ΕΕ. Γενικά, η Επιτροπή δεν θα διεξαγάγει στην παρούσα φάση άλλες εμπεριστατωμένες αναλύσεις στο πλαίσιο της ΔΜΑ

Φινλανδία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Φινλανδία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες, ιδίως όσον αφορά τις εξελίξεις που συνδέονται με την ανταγωνιστικότητα. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, μια σειρά δεικτών υπερβαίνει τα ενδεικτικά κατώτατα όρια, και συγκεκριμένα η υποτίμηση της ΠΣΣΙ, οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές και το επίπεδο του χρέους του ιδιωτικού τομέα. Τα πιο πιεστικά ζητήματα εξακολουθούν να είναι σχετικά με την εξωτερική πλευρά. Η Φινλανδία συνέχισε να χάνει μερίδια αγοράς με τον ταχύτερο ρυθμό στην ΕΕ. Έχει επίσης μεγάλες απώλειες σε σύγκριση με τις επιδόσεις των προηγμένων χωρών γενικότερα. Αν και οι περισσότερες απώλειες σημειώθηκαν στο διάστημα 2009-10, οι απώλειες στις εξαγωγές συνεχίζονται ακόμα. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που ήταν κατά παράδοση πλεονασματικό, παρουσίασε ζημίες από το 2011 και συνέχισε να μειώνεται το 2012. Η ανταγωνιστικότητα κόστους διαδραματίζει ρόλο μέσω της μεγάλης αύξησης του ΚΕΑΜΠ επί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν ο δείκτης μειώθηκε κάτω από το όριο το 2012. Επίσης, οι ζημίες σε ό,τι αφορά το εμπόριο είναι αξιοσημείωτες. Κατά το ίδιο διάστημα, η αποπληθωρισμένη βάσει του ΕνΔΤΚ ΠΣΣΙ υποτιμήθηκε το 2009-12, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, η ΠΣΣΙ ανατιμήθηκε ελαφρά σε σχέση με τις χώρες της ζώνης του ευρώ. Στην εσωτερική πλευρά, ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ του ιδιωτικού τομέα παραμένει πάνω από το όριο, με επικρατέστερο το εταιρικό χρέος, και αυξήθηκε περαιτέρω το 2012, εν μέρει λόγω της συρρίκνωσης του ΑΕΠ. Η αύξηση των υποχρεώσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει ομαλοποιηθεί, πράγμα που υποστηρίζει τη διαπίστωση στον προηγούμενο γύρο της ΔΜΑ ότι οφειλόταν σε μοναδικές περιστάσεις που προκύπτουν από τη δομή των σκανδιναβικών χρηματοπιστωτικών αγορών. Η μείωση των πραγματικών τιμών των ακινήτων εξακολούθησε το 2012, μειώνοντας τους κινδύνους της υπερθέρμανσης της αγοράς κατοικίας. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω την εμμονή ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης ανισορροπιών τον Απρίλιο.

Σουηδία: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Σουηδία αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες, ιδίως όσον αφορά το χρέος του ιδιωτικού τομέα και την απομόχλευση, σε συνδυασμό με ανεπάρκειες της αγοράς κατοικίας. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων, μια σειρά από δείκτες υπερβαίνει τα αντίστοιχα ενδεικτικά όρια, και συγκεκριμένα το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οι απώλειες των μεριδίων εξαγωγικών αγορών και το χρέος του ιδιωτικού τομέα. Όσον αφορά την εξωτερική της θέση, η Σουηδία χαρακτηρίζεται από δείκτες οι οποίοι δείχνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές επιβραδύνθηκαν με αργό ρυθμό το 2010-1, αλλά επιταχύνθηκαν εκ νέου το 2012 και υπερβαίνουν κατά πολύ το ενδεικτικό όριο. Σε σύγκριση με τις προηγμένες οικονομίες, η Σουηδία έχει επίσης χάσει μερίδια αγοράς, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως από τις εγχώριες εξελίξεις των τιμών και του κόστους εργασίας, καθώς οι τιμές και το ΚΕΑΜΠ αυξάνονταν με βραδύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με τους κύριους εμπορικούς εταίρους. Ωστόσο, η ΠΣΣΙ ανατιμήθηκε από το 2010 λόγω της ισχυρής κορώνας. Εν τω μεταξύ, η Σουηδία έχει καταγράψει σημαντικά πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από το 2001. Στην εσωτερική πλευρά, το υψηλό ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να χρειάζεται προσοχή, ενώ το χρέος του δημόσιου τομέα είναι σχετικά χαμηλό. Το εταιρικό χρέος προσαρμόστηκε κάπως το 2009-12 αλλά παραμένει υψηλό. Λόγω της επιβράδυνσης της αύξησης του δανεισμού, που προκλήθηκε από την επιβολή ορίου 85 τοις εκατό του δανείου σε σχέση με την αξία για τα ενυπόθηκα δάνεια, τα επίπεδα χρέους των νοικοκυριών έχουν σταθεροποιηθεί μετά το 2010, αλλά παραμένουν υψηλά. Οι τιμές των κατοικιών σταθεροποιήθηκαν το 2011-2 σε υψηλά επίπεδα. Παρά την ύπαρξη ορισμένων πρόσφατων μέτρων, η αγορά στέγης εξακολουθεί να είναι επιρρεπής σε δυσμενείς εξελίξεις. Η προσφορά στέγης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες λόγω των πολύπλοκων διαδικασιών σχεδιασμού, του περιορισμένου ανταγωνισμού εντός του τομέα των δομικών κατασκευών και της κανονιστικής ρύθμισης των αγορών ενοικιαζόμενων κατοικιών. Σε συνδυασμό με τη φορολογία των κατοικιών που ευνοεί την ανάληψη χρέους, οι ελλείψεις αυτές τείνουν να ασκούν ανοδική πίεση στις τιμές των ακινήτων και στο χρέος των νοικοκυριών, γεγονός που συνεπάγεται κινδύνους για τη μακροοικονομική σταθερότητα. Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, το εταιρικό χρέος αναμένεται να μειωθεί, μετά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων, ενώ το χρέος των νοικοκυριών και οι ονομαστικές τιμές των κατοικιών είναι πιθανό να σημειώσουν μέτρια αύξηση. Οι κίνδυνοι για τις τράπεζες φαίνονται συνολικά συγκρατημένοι αλλά το υψηλό επίπεδο χρέους των νοικοκυριών καθιστά τις τράπεζες πιο ευάλωτες σε απώλεια της εμπιστοσύνης εάν μειωθούν σημαντικά οι τιμές των κατοικιών. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω την εμμονή ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης ανισορροπιών τον Απρίλιο.

Ηνωμένο Βασίλειο: Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετώπιζε μακροοικονομικές ανισορροπίες, ιδίως όσον αφορά το χρέος των νοικοκυριών, την αγορά στέγης και την εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Στον επικαιροποιημένο πίνακα αποτελεσμάτων ορισμένοι δείκτες είναι πάνω από το ενδεικτικό όριο, και συγκεκριμένα οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές, και το χρέος του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Στον εξωτερικό τομέα, ο δείκτης του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, αλλά παραμένει μέσα στο όριο. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που ήταν σχεδόν 4 % του ΑΕΠ το 2012 μπορεί να οφείλεται σε προσωρινούς παράγοντες, και συγκεκριμένα στην αδυναμία του εισοδηματικού ισοζυγίου, καθώς και στη διαταραχή της παραγωγής πετρελαίου και στις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι εμπορικοί εταίροι της. Η ΚΔΕΘ παραμένει ελαφρώς αρνητική, αν και βελτιώθηκε το 2011-2. Οι απώλειες μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές μειώθηκαν το 2012. Αν και υπήρξαν ενδείξεις σταδιακής βελτίωσης κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις όσον αφορά τη βελτίωση των εμπορικών επιδόσεών του. Σ’ αυτές περιλαμβάνεται η ανάγκη για τόνωση της παραγωγικότητας και της εκτός του κόστους ανταγωνιστικότητας του τομέα παραγωγής αγαθών, και η ανάκτηση του προ της κρίσης δυναμισμού των εξαγωγών υπηρεσιών. Στην εσωτερική πλευρά, το χρέος του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να υπερβαίνει σημαντικά το ενδεικτικό όριο. Τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι μη χρηματοδοτικές εταιρείες απομοχλεύονται με πολύ αργούς ρυθμούς, ενώ οι ροές παραμένουν ελαφρά θετικές. Η απομόχλευση των νοικοκυριών μπορεί να επιβραδυνθεί λόγω της ανόδου των τιμών των κατοικιών, που οφείλεται στον συνδυασμό της μονίμως περιορισμένης προσφοράς στέγης και των πολιτικών που μπορούν να αναθερμάνουν τη ζήτηση. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν σταθερή αύξηση των εγκρίσεων ενυπόθηκων δανείων και ενδείξεις αύξησης των τιμών σε εθνικό επίπεδο. Το υψηλό και αυξανόμενο επίπεδο του χρέους του δημόσιου τομέα εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας, δεδομένου ότι αυξήθηκε σημαντικά την περίοδο 2009-12. Με τις σημερινές τάσεις, το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να αυξηθεί βραχυπρόθεσμα για να υποχωρήσει στη συνέχεια με την ανάκαμψη της ανάπτυξης και με την προϋπόθεση ότι θα μειωθεί το έλλειμμα. Τέλος, η συνεχιζόμενη διόρθωση των ισολογισμών του χρηματοπιστωτικού τομέα και η παρατεταμένη έλλειψη πιστώσεων για τις μικρότερες επιχειρήσεις μπορεί να συνεχίσουν να ανακόπτουν την οικονομική ανάπτυξη. Γενικά, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να εξετάσει περαιτέρω την εμμονή ανισορροπιών ή την εξάλειψή τους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της διαπίστωσης ανισορροπιών τον Απρίλιο.

­­­­­­­­­­­­­­­­­­______________________

Πλαίσιο 1: Επιτήρηση των πλεονασμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στη ΔΜΑ[24]

Η εποπτεία στο πλαίσιο της ΔΜΑ καλύπτει τόσο τα ελλείμματα όσο και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο, η φύση, η σπουδαιότητα και ο επείγων χαρακτήρας των προκλήσεων πολιτικής διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τα εκάστοτε κράτη μέλη. Δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα και της έκτασης της απαιτούμενης προσαρμογής, η ανάγκη για δράση πολιτικής είναι ιδιαίτερα πιεστική στα κράτη μέλη που παρουσιάζουν μονίμως μεγάλα ελλείμματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και απώλειες ανταγωνιστικότητας. Τα συνεχή πλεονάσματα μπορούν να δικαιολογούνται από τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Ωστόσο, τα μεγάλα και συνεχή πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μπορεί επίσης να προκαλούνται από αδυναμίες της αγοράς ή ρυθμίσεις πολιτικής που περιστέλλουν την εγχώρια ζήτηση και τις επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν εγείρουν ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του εξωτερικού χρέους, ούτε για την ικανότητα χρηματοδότησης.'

Τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν είναι κατ’ ανάγκη μακροοικονομικές ανισορροπίες με την έννοια των εξελίξεων που επηρεάζουν δυσμενώς, ή έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν την ομαλή λειτουργία των οικονομιών, της Νομισματικής Ένωσης, ή σε ευρύτερη κλίμακα. Τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα αποτελούν φυσική συνέπεια της ύπαρξης οικονομικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των χωρών. Αυτά δείχνουν σε ποιο βαθμό μια χώρα βασίζεται σε δανεισμό από την αλλοδαπή ή το ποσοστό των πόρων που δανείζει στο εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό, οι εξωτερικές δανειοδοτήσεις και δανειοληψίες επιτρέπουν στις χώρες να ανταλλάσσουν κατανάλωση διαχρονικά: Μια χώρα με πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μεταβιβάζει κατανάλωση, από το σήμερα στο αύριο μέσω επενδύσεων στο εξωτερικό. Με τη σειρά της, μια χώρα με έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να αυξήσει την κατανάλωσή της ή τις επενδύσεις της σήμερα αλλά πρέπει να μεταβιβάσει μελλοντικά εισοδήματα στο εξωτερικό για να εξαγοράσει το εξωτερικό της χρέος. Τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα μπορούν, ως εκ τούτου, να είναι απλώς αποτέλεσμα της κατάλληλης κατανομής των αποταμιεύσεων, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών επενδυτικών ευκαιριών μεταξύ των χωρών. Οι διαφορές στις οικονομικές προοπτικές οδηγούν σε διαφορές στην αποταμιευτική συμπεριφορά, όπου οι καλύτερες προσδοκίες μειώνουν την τάση των οικονομικών παραγόντων να αποταμιεύουν και, κατά συνέπεια, συμβάλλουν στη συσσώρευση ελλειμμάτων. Ειδικότερα, οι χώρες με ταχεία δημογραφική γήρανση μπορεί να κρίνουν ότι είναι σκόπιμο να αποταμιεύουν σήμερα (δηλαδή να δημιουργούν πλεονάσματα) για να εξομαλύνουν την κατανάλωση διαχρονικά.

Τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι μέρος της διαδικασίας προσαρμογής σε μια νομισματική ένωση. Απορροφούν τους ασύμμετρους κραδασμούς ελλείψει ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής και προσαρμογής των ονομαστικών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι ωθούμενες από την αγορά αλλαγές της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών διευκολύνουν την προσαρμογή, καθώς σημειώνονται απώλειες ανταγωνιστικότητας σε οικονομίες που βρίσκονται σε υπερθέρμανση και κέρδη σε χώρες που βρίσκονται σε κυκλική ύφεση και έχουν υψηλή ανεργία. Πέραν των κυκλικών διακυμάνσεων, οι διαρθρωτικοί παράγοντες διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Οι χώρες που βρίσκονται σε φάση κάλυψης της υστέρησης και έχουν μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης τείνουν να δημιουργούν ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επειδή δανείζονται πόρους από το εξωτερικό, πράγμα το οποίο συνεπάγεται επίσης τάσεις ανατίμησης των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών τους. Αυτές οι «κατηφορικές» χρηματοπιστωτικές ροές από τις κεντρικές οικονομίες της ΕΕ προς την περιφέρεια αποτελούν σύνηθες χαρακτηριστικό των αποταμιεύσεων που αναζητούν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Ωστόσο, οι εξωτερικές ανισορροπίες ενδέχεται να είναι προβληματικές εάν παγιωθούν, είτε λόγω διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία, είτε λόγω εσφαλμένης τιμολόγησης των κινδύνων και υπερεκτίμησης της προσδοκώμενης απόδοσης.

Τα πλεονάσματα μπορεί να είναι αποτέλεσμα στρεβλώσεων που οφείλονται σε λανθασμένες προσδοκίες, εσφαλμένη τιμολόγηση των κινδύνων, στρεβλώσεις της αγοράς ή στις συνέπειες λανθασμένων παρεμβάσεων πολιτικής ή αδυναμιών της χρηματοπιστωτικής εποπτείας. Οι εν λόγω αστοχίες της αγοράς ή της πολιτικής συνεπάγονται κακή κατανομή των πόρων και συσσώρευση ανισορροπιών και τρωτών σημείων τόσο στις πλεονασματικές όσο και στις ελλειμματικές χώρες. Η κακή κατανομή των πόρων θα επιφέρει απώλειες ευημερίας και στις πλεονασματικές χώρες. Στις περιπτώσεις αυτές, θα είναι προς το ίδιο συμφέρον των πλεονασματικών χωρών να μειώσουν τα πλεονάσματά τους, καταργώντας τα εμπόδια που δυσχεραίνουν την εγχώρια ζήτηση. Οι μεγάλες ζημίες αποτίμησης που υπέστησαν ορισμένες πλεονασματικές χώρες μετά την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης λόγω αναποτελεσματικών επενδύσεων των πλεοναζουσών αποταμιεύσεων δείχνουν ότι οι προσδοκίες σχετικά με τη μελλοντική απόδοση των επενδύσεων ήταν διογκωμένες και συνεπάγονται μείωση των προσδοκωμένων καταναλωτικών ευκαιριών και απώλεια ευημερίας. Για να αποφευχθούν αυτές οι ανεπάρκειες είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές λαμβάνουν αποφάσεις με βάση δεόντως σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο απόδοση των επενδύσεων και ότι εφαρμόζεται κατάλληλη μακροπροληπτική εποπτεία, ώστε να αποφευχθεί η υπερβολική συγκέντρωση κινδύνων τόσο στις χώρες προέλευσης όσο και στις χώρες υποδοχής των κεφαλαίων. Η επικράτηση των χρεωστικών μέσων στη χρηματοδότηση ελλειμμάτων σε ευάλωτες χώρες αποτέλεσε ιδιαίτερο παράγοντα που συνέβαλε στη συγκέντρωση κινδύνων.

Οι αρνητικές επιπτώσεις των υπερβολικών ελλειμμάτων και πλεονασμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών επηρεάζουν τόσο την οικεία χώρα όσο και τους εταίρους της. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε μια νομισματική ένωση, όπου η ενιαία συναλλαγματική ισοτιμία και η κοινή νομισματική πολιτική δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες προσαρμογής των επιμέρους οικονομιών. Εάν μεγάλο μέρος της νομισματικής ένωσης αυξάνει τις αποταμιεύσεις ή μειώνει τις επενδύσεις και, ως εκ τούτου, αυξάνει το πλεόνασμα και εξάγει κεφάλαια, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο υπόλοιπο μέρος της νομισματικής ζώνης κατά πάσα πιθανότητα θα επιδεινωθεί: είτε μέσω διμερών χρηματοδοτικών ροών, είτε μέσω των επιπτώσεων στην κοινή συναλλαγματική ισοτιμία. Εάν δεν ανατιμηθεί η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία στις πλεονασματικές χώρες λόγω των σχετικά εντονότερων αυξήσεων των επιπέδων των μισθών και των τιμών, η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ θα τείνει να ανατιμηθεί. Αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις ανταγωνιστικότητας και αποπληθωρισμού στην υπόλοιπη περιοχή, ιδίως σε χώρες των οποίων οι εξαγωγές είναι πιο ευαίσθητες στην εξέλιξη των τιμών. Από την άποψη αυτή, τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της ζώνης του ευρώ ως σύνολο, αλλά επίσης και για καθεμιά από αυτές μεμονωμένα, είναι θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ελλειμμάτων και πλεονασμάτων σε ένα οποιοδήποτε ζεύγος χωρών· όμως, τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα στη ζώνη του ευρώ (και στην ΕΕ) είναι συνδέονται στενά μεταξύ τους λόγω των εντατικών διασυνοριακών εμπορικών και οικονομικών δεσμών. Ειδικότερα, οι πλεονάζουσες αποταμιεύσεις των πλεονασματικών χωρών χρηματοδοτούν δημοσιονομικά ελλείμματα στην περιφέρεια της ευρωζώνης. Επιπλέον, ορισμένες από τις κεντρικές οικονομίες διαμεσολάβησαν ώστε να υπάρξουν μεγάλες χρηματοδοτικές ροές από επενδυτές εκτός ΕΕ στις χώρες της περιφέρειας της ΕΕ. Ελλείψει επαρκούς χρηματοοικονομικής εποπτείας, η οποία θα συνέβαλε στον εντοπισμό και τον περιορισμό των σχετικών κινδύνων, αυτό οδήγησε σε περιπτώσεις εκρηκτικής ανάπτυξης βασισμένης σε πιστώσεις, σε μειώσεις των αποταμιεύσεων και σε υπερβολικές επενδύσεις σε μη παραγωγικές δραστηριότητες στην περιφέρεια, και σε υπερβολική συγκέντρωση κινδύνων στα χρηματοοικονομικά συστήματα των χωρών που αποτελούν τον πυρήνα. Η ανάλυση χωρικής συσχέτισης επιβεβαιώνει ότι, στην ΕΕ, μία χώρα είναι πιθανότερο να παρουσιάζει έλλειμμα στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών εάν οι βασικοί οικονομικοί εταίροι της διατηρούν πλεονάσματα, και αντιστρόφως. Από την άλλη πλευρά, τα φαινόμενα διάδοσης μέσω διμερών εμπορικών σχέσεων κυριαρχούνται από θετικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χωρών που είναι ενσωματωμένες σε αλυσίδες εφοδιασμού: Μια χώρα είναι πιθανότερο να σημειώνει εμπορικό πλεόνασμα, εάν οι κύριοι εταίροι της επίσης διατηρούν πλεονάσματα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι εξαγωγικές επιδόσεις των πλεονασματικών χωρών παραγκωνίζουν σημαντικά τις εξαγωγές της περιφέρειας της ευρωζώνης.

Η αύξηση της ζήτησης στις πλεονασματικές οικονομίες της ευρωζώνης θα βελτιώσει το εμπορικό ισοζύγιο των περιφερειακών οικονομιών της ευρωζώνης. Ωστόσο, ο αντίκτυπος μιας τέτοιας εξέλιξης για την εξισορρόπηση των πλεονασμάτων και των ελλειμμάτων και για την οικονομική δραστηριότητα των ελλειμματικών οικονομιών δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται. Πρώτον, δεδομένων των κλαδικών και γεωγραφικών δεσμών, η αύξηση της εγχώριας ζήτησης μιας μεγάλης πλεονασματικής χώρας, όπως η Γερμανία, έχει πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο στις εξαγωγές των γειτονικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων με πλεόνασμα, και όχι στις περιφερειακές οικονομίες της ΕΕ. Ωστόσο, ο αντίκτυπος αυτός ενδέχεται να είναι μεγαλύτερος, εάν η αύξηση της ζήτησης εφαρμόζεται επίσης στις άλλες πλεονασματικές οικονομίες. Δεύτερον, ο αντίκτυπος θα ήταν μεγαλύτερος εάν η αύξηση της ζήτησης (και η μείωση του εμπορικού ισοζυγίου) των πλεονασματικών χωρών πραγματοποιηθεί παράλληλα με την εξασθένηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ.

Πλαίσιο 2: Τι σημαίνει ανισορροπία;

Σύμφωνα με τον κανονισμό (EK) αριθ. 1176/2011 σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών ως μακροοικονομική ανισορροπία νοείται «οιαδήποτε τάση προκαλεί μακροοικονομικές εξελίξεις που επηρεάζουν δυσμενώς, ή μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς, την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας ενός κράτους μέλους ή της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, ή της Ένωσης συνολικά», ενώ ως υπερβολικές ανισορροπίες «οι σοβαρές ανισορροπίες που θέτουν ή θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης».

Σε γενικές γραμμές, κάθε παρέκκλιση από ένα επιθυμητό επίπεδο μπορεί να θεωρηθεί ως ανισορροπία. Ωστόσο, οι ανισορροπίες δεν είναι όλες ανησυχητικές ούτε απαιτούν όλες παρεμβάσεις πολιτικής, δεδομένου ότι μπορούν να αποτελούν μέρος μιας δυναμικής αναπροσαρμογής της οικονομίας. Οι ανισορροπίες που απαιτούν στενή παρακολούθηση και, ενδεχομένως, παρεμβάσεις πολιτικής έχουν σχέση με εξελίξεις που θα μπορούσαν να εμποδίσουν δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας ενός κράτους μέλους, της ζώνης του ευρώ ή της ΕΕ. Στην πράξη, οι ανισορροπίες απαιτούν στενή παρακολούθηση αν βρίσκονται σε επικίνδυνα επίπεδα (π.χ. υψηλό επίπεδο χρέους) ή αντανακλούν μη βιώσιμη δυναμική (π.χ. έντονες διακυμάνσεις στις τιμές ακινήτων), που απειλούν να οδηγήσουν σε αιφνίδιες και μεγάλες, και επομένως καταστροφικές, προσαρμογές. Για παράδειγμα, ένα υψηλό και διαρκές έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θεωρείται ανισορροπία αν υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε «αιφνίδια διακοπή» και απώλειες ευημερίας σε μεγάλη κλίμακα.

Η έκταση μιας ανισορροπίας αφορά τον βαθμό παρεμπόδισης της εύρυθμης λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας και του κινδύνου αιφνίδιας προσαρμογής, δηλ. της πιθανότητας προσαρμογής εντός δεδομένης χρονικής περιόδου. Σε γενικές γραμμές, η αξιολόγηση μπορεί να βασίζεται σε οποιαδήποτε οικονομική μεταβλητή με πιθανότητα μεγάλης διακύμανσης (ή πιθανότητας διακύμανσης σειράς μεταβλητών) κατά την επόμενη περίοδο. Για παράδειγμα, η πιθανότητα μείωσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών ή των τιμών των κατοικιών θα μειωθεί κατά ορισμένες ποσοστιαίες μονάδες το προσεχές έτος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, αυτό που δημιουργεί κυρίως ανησυχίες είναι οι επιπτώσεις που ενέχει μια αιφνίδια αναπροσαρμογή της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης.

Η θεωρητική και εμπειρική βιβλιογραφία μας παρέχει χρήσιμα στοιχεία για τον προσδιορισμό των μεταβλητών που αντικατοπτρίζουν τις ανισορροπίες. Διάφορα θεωρητικά μοντέλα έχουν χρησιμοποιηθεί για να αξιολογηθεί κατά πόσον οι εξελίξεις είναι μη βιώσιμες και, ως εκ τούτου, συνιστούν ανισορροπία. Εμπειρικές μελέτες έχουν συμβάλει στη βελτίωση του θεωρητικού μοντέλου και υπογραμμίζουν τις τιμές που ενδεχομένως αντανακλούν και υποδηλώνουν μη βιώσιμες εξελίξεις. Ενώ αυτό το σύνολο μεταβλητών αποτυπώνει αρκετά καλά, από ποιοτικής πλευράς, τις ανισορροπίες, είναι δύσκολο να παρασχεθούν περισσότερο ποσοτικές αξιολογήσεις. Τούτο σημαίνει ότι, από ποιοτικής απόψεως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αν η δυναμική μιας χώρας δεν είναι βιώσιμη, όπως στην περίπτωση συνεχούς και μεγάλου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, είναι πιθανό η χώρα αυτή να υποστεί απότομη προσαρμογή αργά ή γρήγορα. Ωστόσο, είναι πολύ πιο δύσκολο να εκτιμηθούν με ακρίβεια το χρονοδιάγραμμα και η μετάδοση.

Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τον εντοπισμό των κινδύνων δυνητικών ανισορροπιών και την επιλογή κρατών για εμπεριστατωμένη επισκόπηση, οι εργασίες της Επιτροπής είχαν ως γνώμονα τις ακόλουθες γενικές αρχές κατά την ανάγνωση του πίνακα αποτελεσμάτων και των βοηθητικών δεικτών:

Βιωσιμότητα του εξωτερικού χρέους: Οι βασικοί δείκτες του πίνακα αποτελεσμάτων είναι η ΚΔΕΘ (απόθεμα) και το έλλειμμα/πλεόνασμα (ροές) του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μεγάλη αρνητική ΚΔΕΘ και μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι λόγοι ιδιαίτερης ανησυχίας. Σε περίπτωση αρνητικής ΚΔΕΘ, το καθαρό εξωτερικό χρέος θα πρέπει να καθορίζει τα εσωτερικά αποθέματα ΑΞΕ, δεδομένου ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις δημιουργούν λιγότερους κινδύνους από το χρέος[25]. Τα πλεονάσματα δεν εγείρουν τους ίδιους κινδύνους με το έλλειμμα, αλλά μπορούν επίσης να συνιστούν ανισορροπίες εάν είναι υπερβολικά και αντικατοπτρίζουν στρεβλώσεις της αγοράς ή των πολιτικών, οι οποίες οδηγούν σε άνιση κατανομή των πόρων και απώλειες ευημερίας της χώρας ή των εταίρων της.

Επιδόσεις του εμπορίου και ανταγωνιστικότητα: Ο βασικός δείκτης του πίνακα αποτελεσμάτων είναι τα μερίδια στις εξαγωγικές αγορές, αλλά και οι δείκτες ανταγωνιστικότητας των τιμών, οι ΠΣΣΙ και το ονομαστικό ΚΕΑΜΠ. Οι ισχνές επιδόσεις του εμπορικού τομέα και οι απώλειες ανταγωνιστικότητας είναι από μόνες τους ανησυχητικές, ιδίως εάν υπάρχουν επίσης θέματα εξωτερικής βιωσιμότητας, ανάγκη για πιο θετικές εξωτερικές επιδόσεις για τη στήριξη ευρύτερης προσπάθειας απομόχλευσης ή ανακατανομής των πόρων. Σχετικοί βοηθητικοί δείκτες είναι το καθαρό εμπορικό ισοζύγιο των ενεργειακών προϊόντων[26], η μεταβολή των ΠΣΣΙ σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ, και οι εναλλακτικοί δείκτες ΚΕΑΜΠ. Ένας δείκτης για τις επιδόσεις των εξαγωγών σε σχέση με τις προηγμένες οικονομίες είναι επίσης χρήσιμος. Επιπλέον, οι πτυχές που σχετίζονται με τη μη τιμολογιακή ανταγωνιστικότητα θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως προσδιοριστικά στοιχεία, όπως οι πληροφορίες για το προϊόν και η γεωγραφική εξειδίκευση, μολονότι τα θέματα αυτά πρέπει κατ' αρχήν να λαμβάνονται υπόψη κατά τα επόμενα στάδια της ΔΜΑ. Οι εξελίξεις στις επιδόσεις του εμπορικού τομέα και της ανταγωνιστικότητας πρέπει να ερμηνεύονται με γνώμονα τα θέματα βιωσιμότητας. Παρότι τα ιδιαίτερα μεγάλα πλεονάσματα δεν αναμένεται να περιοριστούν με τη μείωση των εξαγωγών και των απωλειών σε μερίδια αγοράς, η απώλεια μεριδίων αγοράς για μια χώρα με έλλειμμα, με πολύ αρνητική ΚΔΕΘ ή με πρόσφατη βαθιά επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τον ίδιο τρόπο όπως μια απώλεια των μεριδίων αγοράς σε χώρες με πλεόνασμα.

Δανεισμός του ιδιωτικού τομέα, απομόχλευση και πιστώσεις: Ο πίνακας αποτελεσμάτων έχει σχεδιαστεί για να προσδιορίζει την υπερβολική μόχλευση και την υπέρμετρη πιστωτική επέκταση. Δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης, η προσοχή έχει στραφεί στην πιέσεις απομόχλευσης (δηλ. στα υψηλά αποθέματα χρέους, και όχι τόσο στις υπέρμετρες πιστωτικές ροές). Τούτο προϋποθέτει εξέταση του αποθέματος χρέους του ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο του οποίου γίνεται διάκριση μεταξύ του χρέους των νοικοκυριών και του χρέους των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών, καθώς και της δυναμικής του χρέους αυτού και της αλληλεπίδρασης του με τις υποχρεώσεις της γενικής κυβέρνησης. Το απόθεμα τομεακών απαιτήσεων μπορεί να αξιολογηθεί αν εξετάσουμε τόσο τα ενοποιημένα όσο και τα μη ενοποιημένα αριθμητικά στοιχεία (ώστε να ληφθούν υπόψη τα εγχώρια ενδοεταιρικά δάνεια). Οι πιέσεις απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει επίσης να εξετάζονται σε συνάρτηση με την αλληλεπίδρασή τους με τον τομέα γενικής κυβέρνησης[27], όσον αφορά τον συνδυασμό των επιπτώσεων στην οικονομική δραστηριότητα.

Κίνδυνοι του χρηματοπιστωτικού τομέα για την πραγματική οικονομία: Ο δείκτης στον πίνακα αποτελεσμάτων είναι ο ρυθμός αύξησης των υποχρεώσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, ενώ ο δείκτης μόχλευσης εμφανίζεται μεταξύ των βοηθητικών δεικτών. Δεδομένου ότι ο στόχος είναι να καταγραφούν οι αυξήσεις των κινδύνων του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να μεγεθύνουν οι κίνδυνοι αυτοί τις διαταραχές στην πραγματική οικονομία, οι δύο δείκτες θα πρέπει να αξιολογούνται από κοινού. Η έκθεση σε δημόσιο χρέος ή οι κίνδυνοι από υπερβολικό ιδιωτικό χρέος (ενυπόθηκα δάνεια, καθώς και η σύνδεσή τους με τις τιμές των κατοικιών) είναι άκρως σημαντικές. Τομείς με ιδιαίτερα μεγάλη μόχλευση μπορούν να σηματοδοτούν υπέρμετρη επέκταση του ισολογισμού των τραπεζών, τροφοδότηση πιστωτικής «φούσκας» και μεγέθυνση δυσμενούς οικονομικής εξέλιξης.

Ανεργία: Το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται στον πίνακα αποτελεσμάτων ως συγκυριακή μεταβλητή, γεγονός που βοηθά στην κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των διαφόρων τομέων μιας οικονομίας, υποδηλώνοντας την κακή κατανομή των πόρων (αναντιστοιχία) και τη γενική έλλειψη ικανότητας προσαρμογής.

Αγορές ακινήτων και ενυπόθηκων δανείων: Βασικός στόχος είναι να εντοπιστούν, αφενός, ο κίνδυνος δημιουργίας στεγαστικής «φούσκας» και, αφετέρου, οι κίνδυνοι που προέρχονται από μεγάλες επιπρόσθετες διορθώσεις, όπως οι συνέπειες της αρνητικής καθαρής θέσης των νοικοκυριών, καθώς και οι κίνδυνοι που μπορεί να αντιπροσωπεύει η κατανομή του πλούτου για τις αναπτυξιακές συνθήκες. Ο κύριος δείκτης είναι η ετήσια μεταβολή των πραγματικών τιμών των ακινήτων σε σχέση με τις συσσωρευμένες μεταβολές των τιμών. Διάφοροι δείκτες υπερ/υποτίμησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τεκμηρίωση, παρότι δεν αποτελούν μέρος του πίνακα αποτελεσμάτων. Οι κίνδυνοι από περαιτέρω προσαρμογή πρέπει να προσδιορίζονται με βάση το επίπεδο χρέους των νοικοκυριών και τις διασυνδέσεις με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η χορήγηση πιστώσεων είναι σημαντική στο πλαίσιο αυτό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι επίσης σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι πιέσεις προσαρμογής από την πλευρά της προσφοράς. Δεδομένων των οικονομικών περιστάσεων των διαφόρων κρατών μελών, ο στόχος δεν θα πρέπει μόνο να είναι να γίνει κατανοητό αν δημιουργείται «φούσκα» ακινήτων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η αποδόμηση μιας τέτοιας «φούσκας» και οι κίνδυνοι που ενέχουν οι βραδείες ή οι υπερβολικά ταχείες εξελίξεις.

______________________

Πίνακας Α.1. Δείκτες του πίνακα αποτελεσμάτων και ενδεικτικά όρια

|| Εξωτερικές ανισορροπίες και ανταγωνιστικότητα || Εσωτερικές ανισορροπίες

Δείκτης || Τριετής μέσος όρος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως % του ΑΕΠ || Καθαρή διεθνής επενδυτική θέση ως % του ΑΕΠ || % μεταβολής (3 έτη) της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας, με αποπληθωριστές ΕνΔΤΚ σε σχέση με 41 βιομηχανικές χώρες (α) || % μεταβολής (πέντε έτη) των μεριδίων στις εξαγωγικές αγορές || % μεταβολής (τρία έτη) του ονομαστικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (β) || ετήσιο % μεταβολής στις αποπληθωρισμένες τιμές ακινήτων (γ) || πιστωτικές ροές ιδιωτικού τομέα (ενοποιημένα δεδομένα) ως % του ΑΕΠ (δ), (ε) || Ποσοστό ανεργίας - τριετής μέσος όρος || Χρέος ιδιωτικού τομέα (ενοποιημένα δεδομένα) ως % του ΑΕΠ (δ), (ε) || Χρέος τομέα γενικής κυβέρνησης ως % του ΑΕΠ || Ετήσιο % μεταβολής στις συνολικές υποχρεώσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, μη ενοποιημένα δεδομένα

Πηγή δεδομένων || EUROSTAT (Στατιστικά στοιχεία ισοζυγίου πληρωμών) || EUROSTAT (Στατιστικά στοιχεία ισοζυγίου πληρωμών) || ΓΔ ECFIN (Βάση δεδομένων δεικτών για την ανταγωνιστικότητα τιμών και κόστους) || EUROSTAT (Στατιστικά στοιχεία ισοζυγίου πληρωμών) || EUROSTAT (Εθνικοί λογαριασμοί) || EUROSTAT || EUROSTAT (Εθνικοί λογαριασμοί) || EUROSTAT (Έρευνα για το εργατικό δυναμικό) || , EUROSTAT (Εθνικοί λογαριασμοί) || EUROSTAT (ΔΥΕ – ορισμός Συνθήκης). || , EUROSTAT (Εθνικοί λογαριασμοί)

Ενδεικτικά όρια || -4/+6% Κατώτερο τεταρτημόριο (χρησιμοποιείται και ως αναφορά για ανώτερο όριο) || -35% Κατώτερο τεταρτημόριο || +/-5% για χώρες εντός ΖΕ +/-11% για χώρες εκτός ΖΕ Ανώτερο και κατώτερο τεταρτημόριο για ΖΕ -/+ τυπική απόκλιση ΖΕ || -6% Κατώτερο τεταρτημόριο || +9% για χώρες εντός ΖΕ +12% για χώρες εκτός ΖΕ Ανώτερο Τεταρτημόριο ΖΕ +3% || +6% Ανώτερο τεταρτημόριο || +15% Ανώτερο τεταρτημόριο || +10% || 133% Ανώτερο τεταρτημόριο || +60% || 16,5%

Ορισμένοι πρόσθετοι δείκτες που θα χρησιμοποιηθούν κατά την οικονομική ανάγνωση || Καθαρή δανειοδοσία/δανειοληψία έναντι υπόλοιπου κόσμου ως % του ΑΕΠ || Καθαρό εξωτερικό χρέος ως % του ΑΕΠ Εισροές και αποθέματα ΑΞΕ ως % του ΑΕΠ || Πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία έναντι των υπόλοιπων χωρών της ζώνης του ευρώ || Σχετικά μερίδια στις εξαγωγικές αγορές σε σχέση με τις προηγμένες οικονομίες, παραγωγικότητα εργασίας· Τάση αύξησης του δείκτη συνολικής παραγωγικότητας || Ονομαστικό ΚΕΑΜΠ (μεταβολές μετά από 1, 5, 10 έτη)· Πραγματικό ΚΕΑΜΠ σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ || Μεταβολές πραγματικών τιμών ακινήτων (σωρευτικά σε τρία έτη)· Δείκτης ονομαστικών τιμών ακινήτων Προστιθέμενη αξία σε κατασκευές κατοικιών || Εξέλιξη ιδιωτικού χρέους || Ποσοστό συμμετοχής, ανεργία μακράς διάρκειας, ανεργία των νέων, δείκτες φτώχειας || Χρέος ιδιωτικού τομέα βάσει μη ενοποιημένων δεδομένων || || Λόγος δανειακών κεφαλαίων προς τα ίδια κεφάλαια

Σημ.:        α) για εμπορικούς εταίρους εντός της ΕΕ χρησιμοποιείται ο ΕνΔΤΚ, ενώ για εμπορικούς εταίρους εκτός της ΕΕ ο αποπληθωριστής βασίζεται σε έναν ΔΤΚ· β) δείκτης που αντιστοιχεί στον λόγο της ονομαστικής αμοιβής ανά εργαζόμενο προς το πραγματικό ΑΕΠ ανά απασχολούμενο πρόσωπο· γ) εξέλιξη στις τιμές κατοικίας σε σχέση με τον αποπληθωριστή κατανάλωσης της EUROSTAT· δ) ο ιδιωτικός τομέας απαρτίζεται από τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που εξυπηρετούν νοικοκυριά· ε) άθροισμα δανείων και χρεογράφων πέραν των μετοχών.

[1]       Η παρούσα έκθεση συνοδεύεται από δύο έγγραφα εργασίας: ένα πρώτο έγγραφο παρουσιάζει αναλυτικά έναν αριθμό τεχνικών αλλαγών στους δείκτες που χρησιμοποιούνται στον πίνακα αποτελεσμάτων και στους συμπληρωματικούς δείκτες. Ένα δεύτερο έγγραφο περιλαμβάνει στατιστικές πλούτου βάσει των οποίων καταρτίστηκε η παρούσα έκθεση. Γίνεται επίσης αναφορά στο Δελτίο Τύπου της Eurostat 166/2013, και στην πρόσφατη πρόταση κανονισμού για την παροχή και την ποιότητα των στατιστικών σχετικά με τη διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών, COM(2013) 342 της 7.6.2013. Ο κανονισμός αυτός σκοπό έχει να εξασφαλίσει την κατάλληλη παρακολούθηση από τη Eurostat της ποιότητας των δεδομένων, καθώς θεμάτων που συνδέονται με τη συγκέντρωση και τη διαβίβαση στοιχείων και μεταδεδομένων.

[2]       COM(2013) 800 της 13.11.2013. Βλ. επίσης έγγραφο της Επιτροπής όσον αφορά την Κοινή Έκθεση για την Απασχόληση.

[3]       COM(2013) 690 της 2.10.2013. Η ανακοίνωση προτείνει επίσης έναν πίνακα αποτελεσμάτων με βασικούς δείκτες που πρέπει να χρησιμοποιούνται στο σχέδιο της Κοινής Έκθεσης για την Απασχόληση για την παρακολούθηση της απασχόλησης και των εξελίξεων στον κοινωνικό τομέα και τον έγκαιρο εντοπισμό προβλημάτων στους τομείς αυτούς. Το Συμβούλιο θα εκτιμήσει τον Δεκέμβριο κατά πόσο θα χρησιμοποιηθεί στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 2014.

[4]       Τον Απρίλιο του 2013, η Επιτροπή εντόπισε ανισορροπίες στο Βέλγιο, τη Βουλγαρία, τη Δανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, τις Κάτω Χώρες, τη Σλοβενία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ των οποίων υπερβολικές ανισορροπίες υπήρχαν στην Ισπανία και τη Σλοβενία (βλ. «Αποτελέσματα των εμπεριστατωμένων επισκοπήσεων,» COM(2013) 199 της 10.4.2013, και «Macroeconomic Imbalances,» European Economy-Occasional Papers, 132-144). Για την πλήρη σειρά των ειδικών ανά χώρα συστάσεων που διατυπώθηκαν από το Συμβούλιο, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την εξάλειψη των ανισορροπιών, βλ. ΕΕ C 217 της 30.7.2013, σ. 1.

[5]       ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

[6]       Βλ. «Ευρωπαϊκές οικονομικές προβλέψεις-Φθινόπωρο 2013» Ευρωπαϊκή Οικονομία, 2013 (7).

[7]       Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι η μείωση των ελλειμμάτων τρεχουσών ισοζυγίου συναλλαγών ήταν εν γένει μεγαλύτερη από ό,τι αναμενόταν λαμβανομένων υπόψη των εκτιμώμενων κενών παραγωγής στα σχετικά κράτη μέλη και στους εμπορικούς εταίρους τους. Για μία μέθοδο εκτίμησης της κυκλικής συνιστώσας των ελλειμμάτων ή πλεονασμάτων των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, βλ. Salto, M. and A. Turrini (2010), «Comparing Alternative Methodologies for Real Exchange Rate Assessment,» European Economy-Economic Papers, 427.

[8]       Βλ. «The Dynamics of International Investment Positions,» Τριμηνιαία Έκθεση για τη ζώνη του ευρώ, 2012(3):7-20.

[9]       Βλ. «The Role of FDI in Preventing Imbalances in the Euro Area,» Τριμηνιαία Έκθεση για τη ζώνη του ευρώ, 2013 (2): 17-25.

[10]     Βλ. π.χ. ΔΝΤ (2013), «Multilateral Policy Issues Report - 2013 Pilot External Sector Report,» (Ιούνιος), και «Γερμανία- Έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής για το 2013 Διαβούλευση άρθρου IV,» (Αύγουστος).

[11]     Τα θέματα αυτά εξετάστηκαν ήδη σε συστάσεις προηγούμενων ετών που απευθύνονται ειδικά σε αυτά τα κράτη μέλη.

[12]     Βλ. «Current Account Surpluses in the EU,» Ευρωπαϊκή Οικονομία, 2012 (9).

[13]     Για τη σύνδεση μεταξύ κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, τιμών εξαγωγών και της επανεξισορρόπησης, βλ. «Labour Costs Pass-Through, Profits and Rebalancing in Vulnerable Member States,» Τριμηνιαία Έκθεση για τη ζώνη του ευρώ, 2013 (3): 19-25.

[14]     Βλ «Labour Market Developments in Europe-2013,» Ευρωπαϊκή Οικονομία, 2013 (6) και «Benchmarks for the Assessment of Wage Developments,» European Economy-Occasional Papers, 146.

[15]     Βλ. «Refining the MIP Scoreboard - Technical Changes to the Scoreboard and Auxiliary Indicators,» ό.π.., για τις μεταβολές στον ορισμό του χρέους του ιδιωτικού τομέα στον πίνακα αποτελεσμάτων.

[16]     Βλ. «Assessing the Private Sector Deleveraging Dynamics,» Τριμηνιαία Έκθεση για τη ζώνη του ευρώ, 2013 (1): 26-32, και Cuerpo, C. κ.ά.. (2013), «Indebtedness, Deleveraging Dynamics and Macroeconomic Adjustment,» European Economy-Economic Papers, 477.

[17]     Βλ. «Επισκόπηση αγοράς προϊόντων - 2013,» European Economy, 2013 (επίκειται), και «Μοχλοί αποκλινόντων χρηματοπιστωτικών όρων στα κράτη μέλη», Τριμηνιαία Έκθεση για τη ζώνη του ευρώ , 2013 (1): 19-25.

[18]     Σχετικές (ή πραγματικές) τιμές των κατοικιών, δηλ. τιμές αποπληθωρισμένες με βάση τον αποπληθωριστή κατανάλωσης.

[19]     Βλ. «Αξιολόγηση της δυναμικής των τιμών των κατοικιών στην ευρωζώνη», Τριμηνιαία έκθεση για τη ζώνη του ευρώ, 2012 (4): 7-18, «Φορολόγηση ακινήτων», Τριμηνιαία έκθεση για τη ζώνη του ευρώ, 2012 (4): 25-30 και «Φορολογικές μεταρρυθμίσεις στα κράτη μέλη της ΕΕ 2013,» European Economy, 2013(5), ειδικότερα το τμήμα 2.6. Σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τα ακίνητα, βλ. Pataracchia, B., R. Raciborski, M. Ratto και W. Röger (2013), «Ενδογενείς κίνδυνοι κατοικίας σε εκτιμώμενο DSGE της ζώνης του ευρώ», European Economy - Economic Papers, 505.

[20]     Η προσέγγιση αυτή η οποία αποτρέπει την επικάλυψη διαδικασιών και υποχρεώσεων αναφοράς θεσπίστηκε στον κανονισμό 472/2013 (ΕΕ L140 της 27.5.2013, σ. 1), που αποτελεί μέρος του αποκαλούμενου «Διπτύχου». Είναι επίσης σύμφωνη με την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τη δημιουργία μηχανισμού παροχής οικονομικής στήριξης σε κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ (COM (2012) 336 της 22.6.2012). Για λεπτομερείς συζητήσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση και την πρόοδο αναφορικά με την αποδόμηση των ανισορροπιών σ’ αυτά τα κράτη μέλη, βλ. τις πιο πρόσφατες εκθέσεις συμμόρφωσης: στο European Economy­-Occasional Papers, 162 (Ιρλανδία), 159 (Ελλάδα), 161 (Κύπρος), 156 (Ρουμανία) και 153 (Πορτογαλία). Η Ισπανία συμπεριλαμβάνεται στην παρούσα έκθεση παρόλο που λαμβάνει επίσημη χρηματοδότηση για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. βλ. European Economy­-Occasional Papers, 155. Σχετικά με το «Δίπτυχο» βλ. «Η δέσμη δύο μέτρων («Δίπτυχο») στην οικονομική διακυβέρνηση,» European Economy­-Occasional Papers, 147.

[21]     Νέοι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

[22]     Εντούτοις, το διορθωτικό σκέλος του ΔΜΑ δεν ενεργοποιήθηκε δεδομένης της φιλοδοξίας του εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος σταθερότητας της Ισπανίας. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής παρακολουθούν στενά την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και τη συμμόρφωση με τις σχετικές με το ΔΜΑ συστάσεις που θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο τον Ιούλιο. Η παρακολούθηση αυτή δείχνει ότι, τους τελευταίους μήνες, σημειώθηκε ορατή επιτάχυνση του ρυθμού των μεταρρυθμίσεων. Παρά τις κάποιες καθυστερήσεις, οι μεταρρυθμίσεις σημειώνουν πρόοδο, ευθυγραμμιζόμενες σε μεγάλο βαθμό με τις δεσμεύσεις που ανελήφθησαν στο πλαίσιο εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος σταθερότητας καθώς και τις σχετικές με το ΔΜΑ συστάσεις που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο τον Ιούλιο.

[23]     Ωστόσο, το διορθωτικό σκέλος της ΔΜΑ δεν ενεργοποιήθηκε, δεδομένης της φιλοδοξίας του εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος σταθερότητας της Σλοβενίας. Η Επιτροπή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο της πολιτικής και τη συμμόρφωση με τις συστάσεις τις σχετικές με την ΔΜΑ που εξέδωσε το Συμβούλιο τον Ιούλιο. Η παρακολούθηση αυτή δείχνει ότι κατά τους τελευταίους μήνες σημειώθηκε επιτάχυνση του ρυθμού των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν την προσαρμογή των ανισορροπιών, ενώ επιτυγχάνεται καίριας σημασίας πρόοδος στον τραπεζικό τομέα.

[24]     Το παρόν πλαίσιο είναι απόσπασμα των κύριων πορισμάτων του «Πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην ΕΕ», ό.π.

[25]     Όταν εξετάζει κανείς τις ετήσιες εξελίξεις της ΚΔΕΘ και του εξωτερικού χρέους, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι μεταβλητές αυτές υπολογίζονται με βάση την αγοραία αξία: μια βελτίωση ή επιδείνωση των μεταβλητών αυτών μπορεί να εξαρτάται τόσο από μια βελτίωση (ή επιδείνωση) των θεμελιωδών αρχών, όσο και των αντιλήψεων για την πιστοληπτική ικανότητα των χωρών.

[26]     Σχετικά με το θέμα αυτό, βλ. «'Member States' Energy Dependence: An Indicator-Based Assessment», European Economy-Occasional Papers, 145, και «Energy Economic Developments in Europe», European Economy, (θα δημοσιευθεί προσεχώς).

[27]     Όσον αφορά τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, βλ. «Fiscal Sustainability Report-2012», European Economy, 2012 (8). Για λεπτομερή περιγραφή της δημοσιονομικής εποπτείας, βλ. «Report on Public Finances in EMU», European Economy, 2013 (3).