12.2.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 55/196


P7_TA(2013)0219

Οικονομική ευθύνη σε σχέση με διαιτητικά δικαστήρια επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών που προβλέπονται από διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η ΕΕ είναι συμβαλλόμενο μέρος ***I

Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Μαΐου 2013 στην πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου διαχείρισης της οικονομικής ευθύνης σε σχέση με διαιτητικά δικαστήρια επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών που προβλέπονται από διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος (COM(2012)0335 — C7-0155/2012 — 2012/0163(COD)) (1)

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

(2016/C 055/41)

Τροπολογία 1

Πρόταση κανονισμού

Τίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου διαχείρισης της οικονομικής ευθύνης σε σχέση με διαιτητικά δικαστήρια επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών που προβλέπονται από διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος

Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου διαχείρισης της οικονομικής ευθύνης σε σχέση με διαιτητικά δικαστήρια επίλυσης διαφορών επενδυτών με κράτη που προβλέπονται από διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος

Τροπολογία 2

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1)

Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η Ένωση απέκτησε αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών σχετικά με την προστασία των επενδύσεων. Η Ένωση είναι ήδη συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας, η οποία προβλέπει προστασία των επενδύσεων.

(1)

Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η Ένωση απέκτησε αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών σχετικά με την προστασία των επενδύσεων. Η Ένωση , όπως και τα κράτη μέλη, είναι ήδη συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας, η οποία προβλέπει προστασία των επενδύσεων.

Τροπολογία 3

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(2)

Οι συμφωνίες που προβλέπουν προστασία των επενδύσεων περιλαμβάνουν συνήθως μηχανισμό επίλυσης των διαφορών επενδυτή–κράτους, ο οποίος επιτρέπει στον επενδυτή τρίτης χώρας να εγείρει αξίωση κατά κράτους στο οποίο έχει πραγματοποιήσει επένδυση. Στο πλαίσιο της επίλυσης διαφορών επενδυτή–κράτους είναι δυνατό να εκδοθούν διαιτητικές αποφάσεις που να προβλέπουν την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Επίσης, σε μια τέτοια περίπτωση προκαλούνται αναπόφευκτα σημαντικά έξοδα διεξαγωγής της διαιτησίας, καθώς και έξοδα που συνδέονται με την υπεράσπιση της υπόθεσης.

(2)

Στις περιπτώσεις που αυτό δικαιολογείται, οι μελλοντικές συμφωνίες προστασίας των επενδύσεων που συνάπτει η Ένωση μπορούν να περιλαμβάνουν μηχανισμό επίλυσης των διαφορών επενδυτή–κράτους, ο οποίος επιτρέπει στον επενδυτή τρίτης χώρας να εγείρει αξίωση κατά κράτους στο οποίο έχει πραγματοποιήσει επένδυση. Στο πλαίσιο της επίλυσης διαφορών επενδυτή–κράτους είναι δυνατό να εκδοθούν διαιτητικές αποφάσεις που να προβλέπουν την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Επίσης, σε μια τέτοια περίπτωση προκαλούνται αναπόφευκτα σημαντικά έξοδα διεξαγωγής της διαιτησίας, καθώς και έξοδα που συνδέονται με την υπεράσπιση της υπόθεσης.

Τροπολογία 4

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(3α)

Η οικονομική ευθύνη δεν μπορεί να τύχει ορθής διαχείρισης εάν οι προδιαγραφές προστασίας που προβλέπονται στις επενδυτικές συμφωνίες υπερβαίνουν σημαντικά τα όρια ευθύνης που αναγνωρίζονται στην Ένωση και στην πλειονότητα των κρατών μελών. Συνεπώς, οι μελλοντικές συμφωνίες της Ένωσης πρέπει να παρέχουν στους ξένους επενδυτές το ίδιο επίπεδο προστασίας, αλλά όχι υψηλότερο, συγκριτικά με αυτό που παρέχει στους επενδυτές από το εσωτερικό της Ένωσης το δίκαιο της Ένωσης και οι γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών.

Τροπολογία 5

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 3 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(3β)

Ο καθορισμός της έκτασης της οικονομικής ευθύνης δυνάμει του παρόντος κανονισμού συνδέεται επίσης με τη διασφάλιση των νομοθετικών εξουσιών της Ένωσης που ασκούνται δυνάμει των αρμοδιοτήτων που ορίζουν οι συνθήκες και ελέγχονται για τη νομιμότητά τους από το Δικαστήριο, και οι οποίες δεν μπορούν να περιοριστούν υπερβολικά από δυνητική ευθύνη που ορίζεται εκτός του ισορροπημένου συστήματος που ορίζουν οι συνθήκες. Ομοίως, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει σαφώς ότι η ευθύνη της Ένωσης για νομοθετικές πράξεις, ιδίως σε σχέση με το διεθνές δίκαιο, πρέπει να οριοθετείται στενά και δεν μπορεί να αποδίδεται χωρίς σαφή διαπίστωση σφάλματος  (2) . Οι μελλοντικές επενδυτικές συμφωνίες που θα συνάψει η Ένωση πρέπει να τηρούν αυτές τις διασφαλίσεις όσον αφορά τις νομοθετικές εξουσίες της Ένωσης και δεν πρέπει να καθορίζουν αυστηρότερες προδιαγραφές ευθύνης, οι οποίες θα επιτρέπουν την καταστρατήγηση των προδιαγραφών που έχει ορίσει το Δικαστήριο.

Τροπολογία 6

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(4)

Αν η Ένωση υπέχει διεθνή ευθύνη για την επίμαχη μεταχείριση, θα αναμένεται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να καταβάλει τυχόν χρηματικά ποσά που θα επιδικαστούν και να φέρει τα έξοδα της διαφοράς. Εντούτοις, μια καταδικαστική διαιτητική απόφαση μπορεί να αφορά είτε μεταχείριση προερχόμενη από την ίδια την Ένωση είτε μεταχείριση προερχόμενη από κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν δίκαιο να καταβάλλονται τα επιδικασθέντα ποσά και τα έξοδα διαιτησίας από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, αν η μεταχείριση προέρχεται από κράτος μέλος. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να επιμερίζεται η οικονομική ευθύνη, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και επιφυλασσομένης της διεθνούς ευθύνης της Ένωσης, μεταξύ της Ένωσης και του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την επίμαχη μεταχείριση βάσει των κριτηρίων που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

(4)

Αν η Ένωση , ως οντότητα με νομική προσωπικότητα, υπέχει διεθνή ευθύνη για την επίμαχη μεταχείριση, θα αναμένεται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να καταβάλει τυχόν χρηματικά ποσά που θα επιδικαστούν και να φέρει τα έξοδα της διαφοράς. Εντούτοις, μια καταδικαστική διαιτητική απόφαση μπορεί να αφορά είτε μεταχείριση προερχόμενη από την ίδια την Ένωση είτε μεταχείριση προερχόμενη από κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν δίκαιο να καταβάλλονται τα επιδικασθέντα ποσά και τα έξοδα διαιτησίας από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (προϋπολογισμό της Ένωσης) , αν η μεταχείριση προέρχεται από κράτος μέλος. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να επιμερίζεται η οικονομική ευθύνη, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και επιφυλασσομένης της διεθνούς ευθύνης της Ένωσης, μεταξύ της ίδιας της Ένωσης και του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την επίμαχη μεταχείριση βάσει των κριτηρίων που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

Τροπολογία 7

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(6)

Την οικονομική ευθύνη πρέπει να φέρει η οντότητα που είναι υπεύθυνη για τη μεταχείριση η οποία κρίνεται ασυμβίβαστη με τις εφαρμοστέες διατάξεις της συμφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η Ένωση πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη αν η επίμαχη μεταχείριση προέρχεται από θεσμικό όργανο, αρχή ή οργανισμό της Ένωσης. Αν η επίμαχη μεταχείριση προέρχεται από κράτος μέλος, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη. Εντούτοις, αν το κράτος μέλος ενεργεί κατά τρόπο που επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, για παράδειγμα στο πλαίσιο μεταφοράς οδηγίας που έχει εκδοθεί από την Ένωση, η Ένωση πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη καθόσον η επίμαχη μεταχείριση επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης. Ο κανονισμός πρέπει επίσης να προβλέπει την περίπτωση στην οποία μια συγκεκριμένη υπόθεση ενδέχεται να αφορά τόσο μεταχείριση που προέρχεται από κράτος μέλος όσο και μεταχείριση που επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης. Ο κανονισμός καλύπτει όλες τις πράξεις των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(6)

Την οικονομική ευθύνη πρέπει να φέρει η οντότητα που είναι υπεύθυνη για τη μεταχείριση η οποία κρίνεται ασυμβίβαστη με τις εφαρμοστέες διατάξεις της συμφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η Ένωση πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη αν η επίμαχη μεταχείριση προέρχεται από οποιοδήποτε θεσμικό ή άλλο όργανο, οργανισμό ή άλλη νομική οντότητα της Ένωσης. Αν η επίμαχη μεταχείριση προέρχεται από κράτος μέλος, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη. Εντούτοις, αν το κράτος μέλος ενεργεί κατά τρόπο που επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, για παράδειγμα στο πλαίσιο μεταφοράς οδηγίας που έχει εκδοθεί από την Ένωση, η ίδια η Ένωση πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη καθόσον η επίμαχη μεταχείριση επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης. Ο κανονισμός πρέπει επίσης να προβλέπει την περίπτωση στην οποία μια συγκεκριμένη υπόθεση ενδέχεται να αφορά τόσο μεταχείριση που προέρχεται από κράτος μέλος όσο και μεταχείριση που επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης. Ο κανονισμός καλύπτει όλες τις πράξεις των κρατών μελών και της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη και η Ένωση πρέπει να φέρουν την οικονομική ευθύνη για την ειδική μεταχείριση που προέρχεται από καθένα από αυτά.

Τροπολογία 8

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(6α)

Αν το κράτος μέλος ενεργεί κατά τρόπο που δεν συνάδει με όσα επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, για παράδειγμα σε περίπτωση μη μεταφοράς οδηγίας που έχει εκδοθεί από την Ένωση ή υπέρβασης των όρων οδηγίας που έχει εκδοθεί από την Ένωση κατά την ενσωμάτωσή της στο εθνικό δίκαιο, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να φέρει την οικονομική ευθύνη για τη μεταχείριση.

Τροπολογία 9

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(8)

Από την άλλη πλευρά, αν την οικονομική ευθύνη που απορρέει από τη διαφορά φέρει κράτος μέλος, είναι καταρχήν σκόπιμο να επιτρέπεται στο εν λόγω κράτος μέλος να ενεργεί ως εναγόμενος προκειμένου να υπερασπιστεί τη μεταχείριση του επενδυτή. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό προβλέπουν αυτό το ενδεχόμενο. Δημιουργείται έτσι το σημαντικό πλεονέκτημα ότι ο προϋπολογισμός και οι πόροι της Ένωσης δεν επιβαρύνονται, έστω και προσωρινά, με τα δικαστικά έξοδα ή με ποσό που τυχόν επιδικάζεται εις βάρος του οικείου κράτους μέλους.

(8)

Από την άλλη πλευρά, αν την οικονομική ευθύνη που απορρέει από τη διαφορά φέρει κράτος μέλος, είναι καταρχήν δίκαιο και σκόπιμο να επιτρέπεται στο εν λόγω κράτος μέλος να ενεργεί ως εναγόμενος προκειμένου να υπερασπιστεί τη μεταχείριση του επενδυτή. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό προβλέπουν αυτό το ενδεχόμενο. Δημιουργείται έτσι το σημαντικό πλεονέκτημα ότι ο προϋπολογισμός και οι μη χρηματοοικονομικοί πόροι της Ένωσης δεν επιβαρύνονται, έστω και προσωρινά, με τα δικαστικά έξοδα ή με ποσό που τυχόν επιδικάζεται εις βάρος του οικείου κράτους μέλους.

Τροπολογία 10

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(10)

Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ζωτική σημασία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσφορη διασφάλιση των συμφερόντων της Ένωσης, να ενεργεί η ίδια η Ένωση ως εναγόμενος σε διαφορές σχετικές με μεταχείριση προερχόμενη από κράτος μέλος. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, ιδίως, αν η διαφορά σχετίζεται και με μεταχείριση προερχόμενη από την Ένωση, αν προκύπτει ότι η προερχόμενη από κράτος μέλος μεταχείριση επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, αν είναι πιθανό να προβληθούν παρεμφερείς αξιώσεις κατά άλλων κρατών μελών ή αν η υπόθεση αφορά αμφισβητούμενα νομικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων μπορεί να επηρεάσει πιθανές μελλοντικές υποθέσεις κατά άλλων κρατών μελών ή κατά της Ένωσης. Αν η διαφορά απορρέει εν μέρει από μεταχείριση που προέρχεται από την Ένωση ή επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, η Ένωση πρέπει να ενεργεί ως εναγόμενος, εκτός αν η αξίωση που απορρέει από την εν λόγω μεταχείριση είναι ήσσονος σημασίας από την άποψη της δυνητικής οικονομικής ευθύνης και των νομικών ζητημάτων που τίθενται, σε σχέση με την αξίωση που αφορά τη μεταχείριση η οποία προέρχεται από το κράτος μέλος.

(10)

Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ζωτική σημασία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσφορη διασφάλιση των συμφερόντων της Ένωσης, να μπορεί να ενεργεί η ίδια η Ένωση ως εναγόμενος σε διαφορές σχετικές με μεταχείριση προερχόμενη από κράτος μέλος. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, ιδίως, αν η διαφορά σχετίζεται και με μεταχείριση προερχόμενη από την Ένωση, αν προκύπτει ότι η προερχόμενη από κράτος μέλος μεταχείριση επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, αν έχουν προβληθεί παρεμφερείς αξιώσεις κατά άλλων κρατών μελών ή αν η υπόθεση αφορά νομικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων μπορεί να επηρεάσει τρέχουσες ή πιθανές μελλοντικές υποθέσεις κατά άλλων κρατών μελών ή κατά της Ένωσης. Αν η διαφορά απορρέει εν μέρει από μεταχείριση που προέρχεται από την Ένωση ή επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, η Ένωση πρέπει να ενεργεί ως εναγόμενος, εκτός αν η αξίωση που απορρέει από την εν λόγω μεταχείριση είναι ήσσονος σημασίας από την άποψη της δυνητικής οικονομικής ευθύνης και των νομικών ζητημάτων που τίθενται, σε σχέση με την αξίωση που αφορά τη μεταχείριση η οποία προέρχεται από το κράτος μέλος.

Τροπολογία 11

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 12

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(12)

Είναι σκόπιμο να αποφασίζει η Επιτροπή, εντός των ορίων που τάσσει ο παρών κανονισμός, αν η Ένωση θα ενεργήσει ως εναγόμενος ή αν κράτος μέλος θα ενεργήσει ως εναγόμενος.

(12)

Προκειμένου να δημιουργηθεί ένα λειτουργικό σύστημα, η Επιτροπή πρέπει να αποφασίσει εντός των ορίων που τάσσει ο παρών κανονισμός, αν η Ένωση θα ενεργήσει ως εναγόμενος ή αν κράτος μέλος θα ενεργήσει ως εναγόμενος και να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη σχετική απόφαση στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής της για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού .

Τροπολογία 12

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 14

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14)

Κατά την ίδια έννοια, στις περιπτώσεις στις οποίες κράτος μέλος ενεργεί ως εναγόμενος, είναι σκόπιμο να ενημερώνει την Επιτροπή για τις εξελίξεις της υπόθεσης, ενώ η Επιτροπή πρέπει να μπορεί, εφόσον απαιτείται, να ζητεί από το κράτος μέλος που ενεργεί ως εναγόμενος να ακολουθεί μια συγκεκριμένη γραμμή σε θέματα που ενδιαφέρουν την Ένωση .

(14)

Κατά την ίδια έννοια, στις περιπτώσεις στις οποίες κράτος μέλος ενεργεί ως εναγόμενος, είναι σκόπιμο να ενημερώνει την Επιτροπή για τις εξελίξεις της υπόθεσης, ενώ η Επιτροπή πρέπει να μπορεί, εφόσον απαιτείται, να ζητεί από το κράτος μέλος που ενεργεί ως εναγόμενος να ακολουθεί μια συγκεκριμένη γραμμή σε θέματα που επηρεάζουν τα υπέρτερα συμφέροντα της Ένωσης .

Τροπολογία 13

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 15

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(15)

Κάθε κράτος μέλος μπορεί ανά πάσα στιγμή να δεχθεί να αναλάβει την οικονομική ευθύνη σε περίπτωση καταβολής αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος και η Επιτροπή είναι δυνατόν να συμφωνήσουν την περιοδική πληρωμή των εξόδων και την καταβολή τυχόν αποζημίωσης. Η συμφωνία αυτή δεν σημαίνει ότι το κράτος μέλος αποδέχεται το βάσιμο της επίδικης αξίωσης. Η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες να επιβάλλει στο κράτος μέλος να προνοήσει για την κάλυψη των δαπανών αυτών. Αν το διαιτητικό δικαστήριο επιδικάσει δικαστικά έξοδα στην Ένωση, η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι τυχόν προκαταβολές εξόδων επιστρέφονται αμέσως στο οικείο κράτος μέλος.

(15)

Με την επιφύλαξη του αποτελέσματος της διαιτητικής διαδικασίας, κάθε κράτος μέλος μπορεί ανά πάσα στιγμή να δεχθεί να αναλάβει την οικονομική ευθύνη σε περίπτωση καταβολής αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος και η Επιτροπή είναι δυνατόν να συμφωνήσουν την περιοδική πληρωμή των εξόδων και την καταβολή τυχόν αποζημίωσης. Η συμφωνία αυτή δεν σημαίνει από νομική σκοπιά ότι το κράτος μέλος αποδέχεται το βάσιμο της επίδικης αξίωσης. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες να επιβάλλει στο κράτος μέλος να προνοήσει για την κάλυψη των δαπανών αυτών. Αν το διαιτητικό δικαστήριο επιδικάσει δικαστικά έξοδα στην Ένωση, η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι τυχόν προκαταβολές εξόδων επιστρέφονται αμέσως στο οικείο κράτος μέλος.

Τροπολογία 14

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 16

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(16)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα είναι ίσως σκόπιμο να επιτευχθεί συμβιβασμός, προκειμένου να αποφευχθεί η δαπανηρή και μη αναγκαία διαιτησία. Είναι απαραίτητο να θεσπιστεί διαδικασία για τη σύναψη αυτών των συμβιβασμών. Μια τέτοια διαδικασία, θα πρέπει να επιτρέπει στην Επιτροπή, ενεργώντας στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης, να συνάπτει συμβιβασμό, εφόσον αυτό είναι προς το συμφέρον της Ένωσης. Αν η υπόθεση αφορά μεταχείριση που προέρχεται από κράτος μέλος, είναι σκόπιμο να υπάρχει στενή συνεργασία και διαβουλεύσεις μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Το κράτος μέλος πρέπει να είναι ελεύθερο να συνάψει συμβιβασμό ανά πάσα στιγμή, υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνει την πλήρη οικονομική ευθύνη και ότι τυχόν συμβιβασμός συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης και δεν είναι αντίθετος προς τα συμφέροντα της Ένωσης.

(16)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα είναι ίσως σκόπιμο να επιτευχθεί συμβιβασμός, προκειμένου να αποφευχθεί η δαπανηρή και μη αναγκαία διαιτησία. Είναι απαραίτητο να θεσπιστεί μια αποτελεσματική και ταχεία διαδικασία για τη σύναψη αυτών των συμβιβασμών. Μια τέτοια διαδικασία, θα πρέπει να επιτρέπει στην Επιτροπή, ενεργώντας στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης, να συνάπτει συμβιβασμό, εφόσον αυτό είναι προς το συμφέρον της Ένωσης. Αν η υπόθεση αφορά μεταχείριση που προέρχεται από κράτος μέλος, είναι σκόπιμο να υπάρχει στενή συνεργασία και διαβουλεύσεις μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους , μεταξύ άλλων σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαδικασίας συμβιβασμού και το ποσό της χρηματικής αποζημίωσης . Το κράτος μέλος πρέπει να είναι ελεύθερο να συνάψει συμβιβασμό ανά πάσα στιγμή, υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνει την πλήρη οικονομική ευθύνη και ότι τυχόν συμβιβασμός συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης και δεν είναι αντίθετος προς τα συμφέροντα της Ένωσης συνολικά .

Τροπολογία 15

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(18)

Η Επιτροπή πρέπει να διεξάγει συνεχείς διαβουλεύσεις με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία για την κατανομή της οικονομικής ευθύνης. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι υπεύθυνο είναι κράτος μέλος και το κράτος μέλος δεν συμφωνεί με την εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή πρέπει να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό και να απευθύνει απόφαση προς το κράτος μέλος ζητώντας του να καταβάλει τα σχετικά ποσά νομιμοτόκως στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με το [άρθρο 71 παράγραφος 4 του κανονισμού ( ΕΚ , Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε] . Αν κράτος μέλος φρονεί ότι η απόφαση δεν πληροί τα κριτήρια που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 263 της Συνθήκης.

(18)

Η Επιτροπή πρέπει να διεξάγει συνεχείς διαβουλεύσεις με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία για την κατανομή της οικονομικής ευθύνης. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι υπεύθυνο είναι κράτος μέλος και το κράτος μέλος δεν συμφωνεί με την εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή πρέπει να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό και να απευθύνει απόφαση προς το κράτος μέλος ζητώντας του να καταβάλει τα σχετικά ποσά νομιμοτόκως στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 4 του κανονισμού ( ΕΕ , Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης  (3). Αν κράτος μέλος φρονεί ότι η απόφαση δεν πληροί τα κριτήρια που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 263 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Τροπολογία 16

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 19

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(19)

Ο προϋπολογισμός της Ένωσης θα πρέπει να προβλέπει την κάλυψη των δαπανών που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης και που προβλέπουν την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους . Όταν τα κράτη μέλη έχουν οικονομική ευθύνη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Ένωση θα πρέπει να είναι σε θέση είτε να συγκεντρώσει πρώτα τις πληρωμές του οικείου κράτους μέλους πριν προβεί στις σχετικές δαπάνες είτε να προβεί πρώτα στις σχετικές δαπάνες και να ζητήσει μετά την επιστροφή των αντίστοιχων ποσών από τα οικεία κράτη μέλη. Πρέπει να είναι δυνατή η χρήση και των δύο μηχανισμών δημοσιονομικής αντιμετώπισης του θέματος, ανάλογα με το τι είναι εφικτό, ιδίως από πλευράς χρόνου. Και για τους δύο μηχανισμούς, οι πληρωμές ή οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τα κράτη μέλη πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εσωτερικά έσοδα ειδικού προορισμού του προϋπολογισμού της Ένωσης. Οι πιστώσεις που προκύπτουν από τα εν λόγω εσωτερικά έσοδα ειδικού προορισμού θα πρέπει όχι μόνο να καλύπτουν τις σχετικές δαπάνες αλλά και να είναι επιλέξιμες για την τροφοδότηση άλλων τμημάτων του προϋπολογισμού της Ένωσης που προέβλεπαν τις αρχικές πιστώσεις για την πραγματοποίηση των σχετικών δαπανών βάσει του δεύτερου μηχανισμού.

(19)

Ο προϋπολογισμός της Ένωσης θα πρέπει να προβλέπει την κάλυψη των δαπανών που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης και που προβλέπουν την επίλυση διαφορών επενδυτή με κράτος . Όταν τα κράτη μέλη έχουν οικονομική ευθύνη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Ένωση θα πρέπει να είναι σε θέση είτε να συγκεντρώσει πρώτα τις πληρωμές του οικείου κράτους μέλους πριν προβεί στις σχετικές δαπάνες είτε να προβεί πρώτα στις σχετικές δαπάνες και να ζητήσει μετά την επιστροφή των αντίστοιχων ποσών από τα οικεία κράτη μέλη. Πρέπει να είναι δυνατή η χρήση και των δύο μηχανισμών δημοσιονομικής αντιμετώπισης του θέματος, ανάλογα με το τι είναι εφικτό, ιδίως από πλευράς χρόνου. Και για τους δύο μηχανισμούς, οι πληρωμές ή οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τα κράτη μέλη πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εσωτερικά έσοδα ειδικού προορισμού του προϋπολογισμού της Ένωσης. Οι πιστώσεις που προκύπτουν από τα εν λόγω εσωτερικά έσοδα ειδικού προορισμού θα πρέπει όχι μόνο να καλύπτουν τις σχετικές δαπάνες αλλά και να είναι επιλέξιμες για την τροφοδότηση άλλων τμημάτων του προϋπολογισμού της Ένωσης που προέβλεπαν τις αρχικές πιστώσεις για την πραγματοποίηση των σχετικών δαπανών βάσει του δεύτερου μηχανισμού.

Τροπολογία 17

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 2 — στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

β)

«δαπάνες που προκύπτουν από τη διαιτησία»: οι αμοιβές και οι δαπάνες του διαιτητικού δικαστηρίου και οι δαπάνες εκπροσώπησης, καθώς και τα έξοδα που επιδικάζει στον ενάγοντα το διαιτητικό δικαστήριο·

β)

«δαπάνες που προκύπτουν από τη διαιτησία»: οι αμοιβές και οι δαπάνες του διαιτητικού δικαστηρίου , του διαιτητικού οργάνου, και οι δαπάνες εκπροσώπησης, καθώς και τα έξοδα που επιδικάζει στον ενάγοντα το διαιτητικό δικαστήριο·

Τροπολογία 18

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 2 — στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ)

«διαφορά»: αξίωση που προβάλλεται από ενάγοντα κατά της Ένωσης βάσει συμφωνίας και η οποία κρίνεται από διαιτητικό δικαστήριο·

γ)

«διαφορά»: αξίωση που προβάλλεται από ενάγοντα κατά της Ένωσης ή κατά κράτους μέλους βάσει συμφωνίας και η οποία κρίνεται από διαιτητικό δικαστήριο·

Τροπολογία 19

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 2 — στοιχείο ι α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

ια)

«υπέρτερα συμφέροντα της Ένωσης»: μία εκ των ακόλουθων καταστάσεων:

 

 

i)

υφίσταται σοβαρή απειλή για τη συνεπή ή ενιαία εφαρμογή ή εκτέλεση των διατάξεων περί επενδύσεων που περιέχει η συμφωνία που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ επενδυτή και κράτους και στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος,

 

 

ii)

μέτρο κράτους μέλους ενδέχεται να αντίκειται στην ανάπτυξη της μελλοντικής επενδυτικής πολιτικής της Ένωσης,

 

 

iii)

η διαφορά ενέχει σημαντικό δυνητικό οικονομικό αντίκτυπο επί του προϋπολογισμού της Ένωσης σε ένα δεδομένο έτος ή εντός του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

Τροπολογία 20

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 3 — παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2.   Όταν προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία καθορίζει την οικονομική ευθύνη του οικείου κράτους μέλους σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 1.

2.   Όταν προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία καθορίζει την οικονομική ευθύνη του οικείου κράτους μέλους σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται σχετικά με την απόφαση αυτή.

Τροπολογία 21

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 — εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Μόλις κοινοποιηθεί στην Επιτροπή η πρόθεση ενάγοντα να υποβάλει αίτηση υπαγωγής σε διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις συμφωνίας , η Επιτροπή ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος.

Μόλις κοινοποιηθεί στην Επιτροπή η πρόθεση ενάγοντα να υποβάλει αίτηση υπαγωγής σε διαιτησία, ή μόλις η Επιτροπή ενημερωθεί σχετικά με αίτημα για διαβουλεύσεις ή αξίωση κατά κράτους μέλους, η Επιτροπή ειδοποιεί το οικείο κράτος μέλος και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης σχετικά με τυχόν προηγούμενο αίτημα ενάγοντα για διαβουλεύσεις καθώς και σχετικά με την κοινοποίηση με την οποία ο ενάγων εκφράζει την πρόθεσή του να υποβάλει αίτηση υπαγωγής σε διαιτησία κατά της Ένωσης ή κατά κράτους μέλους, αναφέροντας το όνομα του ενάγοντα, τις διατάξεις της συμφωνίας που εικάζεται ότι παραβιάστηκαν, τον σχετικό οικονομικό τομέα, τη μεταχείριση που εικάζεται ότι αντίκειται στη συμφωνία και το ποσό της ζητούμενης αποζημίωσης .

Τροπολογία 22

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 8 — παράγραφος 2 — στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ)

είναι πιθανό να προβληθούν παρεμφερείς αξιώσεις στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας για μεταχείριση προερχόμενη από άλλα κράτη μέλη και η Επιτροπή είναι σε θέση να εξασφαλίσει καλύτερα την αποτελεσματική και συνεκτική άμυνα· ή

γ)

έχουν υποβληθεί αξιώσεις ή αιτήματα για διαβουλεύσεις σχετικά με παρεμφερείς αξιώσεις στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας για μεταχείριση προερχόμενη από άλλα κράτη μέλη και η Επιτροπή είναι σε θέση να εξασφαλίσει καλύτερα την αποτελεσματική και συνεκτική άμυνα· ή

Τροπολογία 23

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 8 — παράγραφος 2 — στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

δ)

η διαφορά γεννά αμφισβητούμενα νομικά ζητήματα που είναι δυνατόν να ανακύψουν σε άλλες διαφορές στο πλαίσιο της ίδιας ή άλλων συμφωνιών της Ένωσης σχετικά με μεταχείριση προερχόμενη από την Ένωση ή από άλλα κράτη μέλη .

δ)

η διαφορά γεννά ευαίσθητα νομικά ζητήματα , η διευθέτηση των οποίων ενδέχεται να επηρεάσει τη μελλοντική ερμηνεία της συγκεκριμένης συμφωνίας ή άλλων συμφωνιών.

Τροπολογία 24

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 8 — παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2α.     Αν η Ένωση καλείται να ενεργήσει ως εναγόμενος έπειτα από απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή το βασικό κανόνα της παραγράφου 1, ο εν λόγω καθορισμός της ιδιότητας του εναγομένου είναι δεσμευτικός για τον ενάγοντα και το διαιτητικό δικαστήριο.

Τροπολογία 25

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 8 — παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4.   Η Επιτροπή ενημερώνει τα λοιπά κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για κάθε διαφορά στην οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο και για τον τρόπο εφαρμογής του.

4.   Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για κάθε διαφορά στην οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο και για τον τρόπο εφαρμογής του.

Τροπολογία 26

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9 — παράγραφος 1 — στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

β)

να ενημερώνει την Επιτροπή για όλες τις σημαντικές διαδικαστικές ενέργειες και να προσέρχεται σε διαβουλεύσεις τακτικά ή, εν πάση περιπτώσει, όταν καλείται από την Επιτροπή και

β)

να ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή για όλες τις σημαντικές διαδικαστικές ενέργειες και να προσέρχεται σε διαβουλεύσεις τακτικά ή, εν πάση περιπτώσει, όταν καλείται από την Επιτροπή· και,

Τροπολογία 27

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9 — παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2.   Η Επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή να απαιτήσει από το οικείο κράτος μέλος να λάβει μια συγκεκριμένη θέση σε σχέση με νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διαφοράς ή με οποιοδήποτε άλλο στοιχείο παρουσιάζει ενδιαφέρον για την Ένωση .

2.    Εάν το απαιτούν υπέρτερα συμφέροντα της Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή , κατόπιν διαβουλεύσεων με το οικείο κράτος μέλος , να απαιτήσει από αυτό να λάβει μια συγκεκριμένη θέση σε σχέση με νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διαφοράς ή με οποιοδήποτε άλλο νομικό ζήτημα, η διευθέτηση του οποίου ενδέχεται να επηρεάσει τη μελλοντική ερμηνεία της συγκεκριμένης συμφωνίας ή άλλων συμφωνιών .

Τροπολογία 28

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9 — παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2α.     Αν το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι το αίτημα της Επιτροπής θέτει σε αδικαιολόγητο κίνδυνο την αποτελεσματική άμυνά του, προσέρχεται σε διαβουλεύσεις με στόχο την εξεύρεση αποδεκτής λύσης. Εάν δεν μπορεί να βρεθεί αποδεκτή λύση, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να υποχρεώσει το οικείο κράτος μέλος να λάβει συγκεκριμένη νομική θέση.

Τροπολογία 29

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9 — παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3.   Αν μια συμφωνία, ή οι κανόνες στους οποίους παραπέμπει, προβλέπουν τη δυνατότητα ακύρωσης, άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης νομικού ζητήματος που περιέχεται σε διαιτητική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει από το κράτος μέλος να υποβάλει την εν λόγω αίτηση ακύρωσης, άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης, αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για λόγους συνεκτικής ή ορθής ερμηνείας της συμφωνίας. Στην περίπτωση αυτή, εκπρόσωποι της Επιτροπής συμμετέχουν στην αντιπροσωπεία και μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις της Ένωσης όσον αφορά νομικά ζητήματα.

3.   Αν μια συμφωνία, ή οι κανόνες στους οποίους παραπέμπει, προβλέπουν τη δυνατότητα ακύρωσης, άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης νομικού ζητήματος που περιέχεται σε διαιτητική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει από το οικείο κράτος μέλος , κατόπιν διαβουλεύσεων με αυτό, να υποβάλει την εν λόγω αίτηση ακύρωσης, άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης, αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για λόγους συνεκτικής ή ορθής ερμηνείας της συμφωνίας. Στην περίπτωση αυτή, εκπρόσωποι της Επιτροπής συμμετέχουν στην αντιπροσωπεία και μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις της Ένωσης όσον αφορά νομικά ζητήματα.

Τροπολογία 30

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9 — παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3α.     Εάν το οικείο κράτος μέλος αρνηθεί να υποβάλει αίτηση ακύρωσης, άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης, ενημερώνει την Επιτροπή εντός 30 ημερών. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να υποχρεώσει το οικείο κράτος μέλος να υποβάλει αίτηση ακύρωσης, άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης.

Τροπολογία 31

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 10 — στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ)

η Επιτροπή διαβιβάζει στο κράτος μέλος όλα τα έγγραφα της διαδικασίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη δυνατή άμυνα· και

γ)

η Επιτροπή διαβιβάζει στο κράτος μέλος όλα τα έγγραφα της διαδικασίας, ενημερώνει το κράτος μέλος για όλα τα σημαντικά στάδια της διαδικασίας και προσέρχεται σε διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος, σε κάθε περίπτωση κατόπιν αιτήματος του κράτους μέλους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη δυνατή άμυνα· και,

Τροπολογία 32

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 10 — εδάφιο 1 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Η Επιτροπή ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις εξελίξεις στη διαδικασία διαιτησίας που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο.

Τροπολογία 33

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 13 — παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.   Αν η Ένωση ενεργεί ως εναγόμενος σε διαφορά σχετική με μεταχείριση προερχόμενη, εν όλω ή εν μέρει, από κράτος μέλος και η Επιτροπή φρονεί ότι η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς είναι προς όφελος της Ένωσης, διεξάγει αρχικά διαβουλεύσεις με το οικείο κράτος μέλος. Διαβουλεύσεις με την Επιτροπή μπορεί να αρχίσει και το κράτος μέλος.

1.   Αν η Ένωση ενεργεί ως εναγόμενος σε διαφορά σχετική με μεταχείριση προερχόμενη, εν όλω ή εν μέρει, από κράτος μέλος και η Επιτροπή φρονεί ότι η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς είναι προς όφελος της Ένωσης, διεξάγει αρχικά διαβουλεύσεις με το οικείο κράτος μέλος. Διαβουλεύσεις με την Επιτροπή μπορεί να αρχίσει και το κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν την κοινή κατανόηση της νομικής κατάστασης και των δυνητικών επιπτώσεων και αποφεύγουν τυχόν διαφωνίες με σκοπό τη συμβιβαστική επίλυση της υπόθεσης.

Τροπολογία 34

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 13 — παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3.   Αν το οικείο κράτος μέλος δεν συναινεί στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, η Επιτροπή μπορεί επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, αν αυτό επιβάλλεται από το υπέρτερο συμφέρον της Ένωσης.

3.   Αν το οικείο κράτος μέλος δεν συναινεί στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, η Επιτροπή μπορεί επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, αν αυτό επιβάλλεται από το υπέρτερο συμφέρον της Ένωσης. Η Επιτροπή παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο όλες τις συναφείς πληροφορίες σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά και ειδικότερα την αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης.

Τροπολογία 35

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 14 — παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3α.     Εάν ένα κράτος μέλος ενεργεί ως εναγόμενος σε διαφορά που σχετίζεται αποκλειστικά με μεταχείριση προερχόμενη από τις αρχές του και αποφασίσει να επιλύσει τη διαφορά συμβιβαστικά, κοινοποιεί στην Επιτροπή το σχέδιο συμφωνίας συμβιβασμού και την ενημερώνει σχετικά με τη διαπραγμάτευση και την επίτευξη του συμβιβασμού.

Τροπολογία 36

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 17 — παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.   Αν η Ένωση ενεργεί ως εναγόμενος σύμφωνα με το άρθρο 8 και η Επιτροπή φρονεί ότι το ποσό που επιδικάστηκε από το διαιτητικό δικαστήριο ή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο συμβιβασμού πρέπει να καταβληθεί, εν όλω ή εν μέρει, από το οικείο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων του άρθρου 3 παράγραφος 1, εφαρμόζεται η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 5.

1.   Αν η Ένωση ενεργεί ως εναγόμενος σύμφωνα με το άρθρο 8 και η Επιτροπή φρονεί ότι το ποσό που επιδικάστηκε από το διαιτητικό δικαστήριο ή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο συμβιβασμού πρέπει να καταβληθεί, εν όλω ή εν μέρει, από το οικείο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων του άρθρου 3 παράγραφος 1, εφαρμόζεται η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 5 του παρόντος άρθρου . Η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση που η Ένωση ενεργεί ως εναγόμενος σύμφωνα με το άρθρο 8 και η διαιτησία έχει ευνοϊκή έκβαση για αυτή, αλλά η Ένωση πρέπει να αναλάβει τυχόν έξοδα που προκύπτουν από τη διαιτησία.

Τροπολογία 37

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 17 — παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3.   Εντός τριών μηνών από τη λήψη της αίτησης πληρωμής του ποσού που επιδικάστηκε τελεσίδικα ή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο συμβιβασμού, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση η οποία απευθύνεται προς το οικείο κράτος μέλος και με την οποία καθορίζεται το ποσό που θα καταβάλει το εν λόγω κράτος.

3.   Εντός τριών μηνών από τη λήψη της αίτησης πληρωμής του ποσού που επιδικάστηκε τελεσίδικα ή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο συμβιβασμού, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση η οποία απευθύνεται προς το οικείο κράτος μέλος και με την οποία καθορίζεται το ποσό που θα καταβάλει το εν λόγω κράτος. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απόφαση αυτή και την οικονομική της αιτιολόγηση.

Τροπολογία 38

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 17 — παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4.   Αν το οικείο κράτος μέλος δεν προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με τον καθορισμό του ποσού από την Επιτροπή εντός μηνός, αποδίδει στον προϋπολογισμό της Ένωσης το ποσό που επιδικάστηκε τελεσίδικα ή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο συμβιβασμού το αργότερο εντός τριών μηνών από την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής. Το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να καταβάλει τυχόν οφειλόμενους τόκους με το επιτόκιο που ισχύει για χρηματικές οφειλές προς τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

4.   Αν το οικείο κράτος μέλος δεν προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με τον καθορισμό του ποσού από την Επιτροπή εντός μηνός, αποδίδει στον προϋπολογισμό της Ένωσης το αντίστοιχο ποσό που επιδικάστηκε τελεσίδικα ή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο συμβιβασμού το αργότερο εντός τριών μηνών από την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής. Το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να καταβάλει τυχόν οφειλόμενους τόκους με το επιτόκιο που ισχύει για χρηματικές οφειλές προς τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Τροπολογία 39

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 18 — παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί από το οικείο κράτος μέλος να καταβάλει στον προϋπολογισμό της Ένωσης ποσά για την κάλυψη τυχόν εξόδων που προκύπτουν από τη διαιτησία , αν κρίνει ότι το κράτος μέλος θα κριθεί υπεύθυνο για την καταβολή τυχόν ποσού που θα επιδικάσει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3.

1.    Όταν η Ένωση ενεργεί ως εναγόμενος σύμφωνα με το άρθρο 8 και δεν έχουν συμφωνηθεί ρυθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 11, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί από το οικείο κράτος μέλος να προκαταβάλει στον προϋπολογισμό της Ένωσης ποσά για την κάλυψη προβλεπόμενων ή υφιστάμενων εξόδων που προκύπτουν από τη διαιτησία . Η εν λόγω απόφαση για χρηματικές συνεισφορές είναι αναλογική και λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 3.

Τροπολογία 40

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 19

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Οι επιστροφές ποσών ή οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από κράτος μέλος προς τον προϋπολογισμό της Ένωσης, για την πληρωμή ποσών στο πλαίσιο διαιτητικών αποφάσεων ή συμβιβασμών ή οποιωνδήποτε άλλων δαπανών, θεωρούνται εσωτερικά έσοδα ειδικού προορισμού κατά την έννοια του [άρθρου 18 του κανονισμού ( ΕΚ , Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων] . Τα εν λόγω ποσά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη δαπανών που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης και που προβλέπουν την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους ή για την τροφοδότηση πιστώσεων που προβλέπονταν αρχικά για την πληρωμή ποσών στο πλαίσιο διαιτητικών αποφάσεων ή συμβιβασμών ή οποιωνδήποτε άλλων δαπανών.

Οι επιστροφές ποσών ή οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από κράτος μέλος προς τον προϋπολογισμό της Ένωσης, για την πληρωμή ποσών στο πλαίσιο διαιτητικών αποφάσεων ή συμβιβασμών ή οποιωνδήποτε άλλων δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, θεωρούνται εσωτερικά έσοδα ειδικού προορισμού κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 4 του κανονισμού ( ΕΕ , Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 . Τα εν λόγω ποσά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη δαπανών που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης και που προβλέπουν την επίλυση διαφορών επενδυτή με κράτος ή για την τροφοδότηση πιστώσεων που προβλέπονταν αρχικά για την πληρωμή ποσών στο πλαίσιο διαιτητικών αποφάσεων ή συμβιβασμών ή οποιωνδήποτε άλλων δαπανών.

Τροπολογία 41

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 20 — παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από [την επιτροπή για τις συμφωνίες επενδύσεων την οποία προβλέπει ο κανονισμός [2010/197 COD]] . Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τις συμφωνίες επενδύσεων την οποία προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ . 1219/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη θέσπιση μεταβατικών ρυθμίσεων στο πλαίσιο διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών  (4) . Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Τροπολογία 42

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 21 — παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.   Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, σε τακτά χρονικά διαστήματα, έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Οι επόμενες εκθέσεις υποβάλλονται ανά τριετία.

1.   Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ενδελεχή έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση περιλαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των αξιώσεων που έχουν εγερθεί σε βάρος της Ένωσης ή των κρατών μελών, των συναφών διαδικασιών, των αποφάσεων και των δημοσιονομικών επιπτώσεων στους αντίστοιχους προϋπολογισμούς. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Οι επόμενες εκθέσεις υποβάλλονται ανά τριετία , εκτός εάν η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, που απαρτίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίσει διαφορετικά .

Τροπολογία 43

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 21 — παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1α.     Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε ετήσια βάση κατάλογο των αιτημάτων για διαβουλεύσεις από ενάγοντες, των αξιώσεων και των διαιτητικών αποφάσεων.


(1)  Το θέμα αναπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή προς επανεξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (Α7-0124/2013).

(2)   Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-120/06 P και C-121/06, FIAMM και Fedon κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σελ. I-6513).

(3)   ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1.

(4)   ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 40.