52012PC0372

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων καθώς και για την χορήγηση διακρατικών αδειών σε δικαιώματα επί μουσικών έργων για επιγραμμικές χρήσεις στην εσωτερική αγορά /* COM/2012/0372 final - 2012/0180 (COD) */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.           ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

1.1.        Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Σκοπός της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι η θέσπιση ενός κατάλληλου νομικού πλαισίου για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων που χορηγούνται από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης για λογαριασμό δικαιούχων με την πρόβλεψη κανόνων οι οποίοι θα διασφαλίζουν την καλύτερη διακυβέρνηση και τη μεγαλύτερη διαφάνεια των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, καθώς και με την ενθάρρυνση και τη διευκόλυνση της χορήγησης διακρατικής άδειας για τα δικαιώματα των δημιουργών επί των μουσικών έργων τους από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που εκπροσωπούν τους δημιουργούς.

Απαιτείται άδεια από τον αντίστοιχο κάτοχο οποιουδήποτε δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος σε περίπτωση που παρέχεται οποιαδήποτε υπηρεσία η οποία περιλαμβάνει την εκμετάλλευση του προστατευόμενου έργου ενός δημιουργού, όπως, για παράδειγμα, ενός τραγουδιού ή μιας μουσικής σύνθεσης ή άλλου προστατευόμενου αντικείμενου όπως φωνογραφήματος ή καλλιτεχνικής εκτέλεσης. Τέτοιου είδους υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται τόσο εκτός διαδικτύου, όπως η προβολή ταινίας σε κινηματογράφο ή η εκτέλεση μουσικής σε αίθουσα συναυλιών όσο και με διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό στο διαδίκτυο. Απαιτείται άδεια από το σύνολο των διαφορετικών δικαιούχων (δημιουργοί, ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες, παραγωγοί). Σε ορισμένους τομείς, οι άδειες χορηγούνται στις περισσότερες περιπτώσεις απευθείας από μεμονωμένους δικαιούχους (π.χ. κινηματογραφικούς παραγωγούς), ενώ σε άλλους τομείς, η συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα των δημιουργών επί μουσικών έργων. Ορισμένες μορφές εκμετάλλευσης στηρίζονται επίσης κατά πολύ στη συλλογική διαχείριση, όπως για παράδειγμα τα δικαιώματα αμοιβής των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών και των παραγωγών δίσκων για τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και τη δημόσια εκτέλεση φωνογραφημάτων.

Οι δικαιούχοι αναθέτουν τα δικαιώματά τους σε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης η οποία διαχειρίζεται τα δικαιώματα για λογαριασμό τους. Επίσης, οι εταιρείες αυτές παρέχουν υπηρεσίες σε δικαιούχους και χρήστες στις οποίες περιλαμβάνονται η χορήγηση αδειών σε χρήστες, η διαχείριση των εσόδων από τα δικαιώματα, οι πληρωμές που οφείλονται στους δικαιούχους και η επιβολή των δικαιωμάτων. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης διαδραματίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διαπραγματεύσεις με μεμονωμένους δημιουργούς αποβαίνουν άσκοπες και συνεπάγονται απαγορευτικό κόστος συναλλαγών. Επίσης, διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας της πολιτιστικής έκφρασης, παρέχοντας τη δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά σε μικρότερα και λιγότερο δημοφιλή ρεπερτόρια.

Η δράση κρίνεται αναγκαία σε δύο τομείς.

Πρώτον, η συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων σε όλους τους τομείς πρέπει να προσαρμοστεί σε σχέση με την υπηρεσία που παρέχεται στα μέλη και τους χρήστες όσον αφορά την αποδοτικότητα, την ακρίβεια, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Ο υπερβολικά βραδύς ρυθμός εκσυγχρονισμού επηρεάζει αρνητικά τη διαθεσιμότητα νέων προσφορών σε καταναλωτές και παρόχους υπηρεσιών, καθώς παρεμποδίζονται οι καινοτόμες υπηρεσίες ειδικά στο διαδικτυακό περιβάλλον. Για τη διασφάλιση της κατάλληλης παροχής στην εσωτερική αγορά υπηρεσιών που αφορούν έργα ή άλλα αντικείμενα τα οποία προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να λάβουν καθοδήγηση, ώστε να προσαρμόσουν τις μεθόδους λειτουργίας τους προς όφελος των δημιουργών, των παρόχων υπηρεσιών, των καταναλωτών και της ευρωπαϊκής οικονομίας στο σύνολό της. Εφόσον οι εταιρείες παραχωρούν δικαιώματα για λογαριασμό ημεδαπών και αλλοδαπών δικαιούχων, η λειτουργία τους επιφέρει θεμελιώδη αντίκτυπο στην εκμετάλλευση των δικαιωμάτων αυτών στην εσωτερική αγορά. Η λειτουργία ορισμένων εξ αυτών έχει εγείρει ανησυχίες όσον αφορά τη διαφάνειά τους, τη διακυβέρνησή τους και τον χειρισμό των εισπραχθέντων εσόδων από τα δικαιώματα για λογαριασμό των δικαιούχων. Κυρίως, έχουν εκφραστεί ανησυχίες όσον αφορά εν γένει τη λογοδοσία ορισμένων εταιρειών απέναντι στα μέλη τους και ιδίως τη διαχείριση των οικονομικών τους. Αρκετές εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δεν έχουν ακόμη ανταποκριθεί στην πρόκληση της προσαρμογής τους στην πραγματικότητα και τις ανάγκες της ενιαίας αγοράς.

Δεύτερον, η ανάπτυξη μιας ενιαίας αγοράς για επιγραμμικό πολιτιστικό περιεχόμενο έχει εγείρει απαιτήσεις για αλλαγές στην αδειοδότηση πνευματικών δικαιωμάτων, ιδίως στην αδειοδότηση των δικαιωμάτων των δημιουργών επί μουσικών έργων, καθώς οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής αντιμετωπίζουν δυσχέρειες όσον αφορά την απόκτηση αδειών με ομαδοποιημένο ρεπερτόριο για την επικράτεια περισσότερων του ενός κρατών μελών. Μολονότι υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που συμβάλλουν στον εδαφικό κατακερματισμό των επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών επιλογών των παρόχων, δεν πρέπει να υποτιμώνται οι δυσκολίες απόκτησης διακρατικών αδειών. Η κατάσταση αυτή οδηγεί στον κατακερματισμό της αγοράς της ΕΕ για τις υπηρεσίες αυτές, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών και συνεπακόλουθα ούτε έχουν παραχωρηθεί ευρέως άδειες ούτε εισπράττονται οι προσήκουσες αμοιβές σε μουσικά έργα των δημιουργών όπως θα μπορούσε να γίνει. Ο εν λόγω κατακερματισμός λειτουργεί επίσης ως τροχοπέδη για τους καταναλωτές όσον αφορά την απόλαυση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης σε μουσικά ρεπερτόρια αξιοσημείωτης ποικιλομορφίας. Ενώ σε άλλους τομείς η συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων δεν έχει ακόμη εγείρει δυσκολίες που χρήζουν εν προκειμένω αντιμετώπισης, στον τομέα των μουσικών έργων η συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων χρήζει αντιμετώπισης. Η αντιμετώπιση της εν λόγω κατάστασης είναι ζωτικής σημασίας για την προαγωγή της νόμιμης προσφοράς μουσικής στο διαδίκτυο εντός της ΕΕ.

Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση αποσκοπεί: α) στη βελτίωση των προτύπων διακυβέρνησης και διαφάνειας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης προκειμένου οι δικαιούχοι να μπορούν να τις ελέγχουν αποτελεσματικότερα και να συμβάλλουν στη βελτίωση της αποδοτικότητας της διαχείρισής τους, και β) στη διευκόλυνση της χορήγησης διακρατικών αδειών για τα δικαιώματα των δημιουργών επί μουσικών έργων από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης για την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών.

1.2.        Γενικό πλαίσιο

Η παρούσα πρόταση παρουσιάζεται στο πλαίσιο του ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη[1] και της στρατηγικής Ευρώπη 2020 για έξυπνη, διατηρήσιµη και χωρίς αποκλεισµούς ανάπτυξη[2]. Στην «Πράξη για την Ενιαία Αγορά»[3] η Επιτροπή όρισε την πνευματική ιδιοκτησία ως έναν από τους τομείς στους οποίους απαιτείται η ανάληψη δράσης και υπογράμμισε ότι, στην εποχή του διαδικτύου, η συλλογική διαχείριση πρέπει να είναι σε θέση να εξελίσσεται προς περισσότερο διεθνικά, και ενδεχομένως ευρωπαϊκά πρότυπα αδειοδότησης, τα οποία θα καλύπτουν την επικράτεια περισσότερων κρατών μελών. Στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Η ενιαία αγορά για δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας»[4] η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρότασή της για ένα νομικό πλαίσιο που θα διέπει τη συλλογική διαχείριση τόσο των πνευματικών δικαιωμάτων όσο και των συγγενικών δικαιωμάτων. Η σημασία αυτής της νομοθετικής πρότασης υπογραμμίστηκε επίσης στο «ευρωπαϊκό θεματολόγιο για τους καταναλωτές» της Επιτροπής[5].

Σύμφωνα με το άρθρο 167 της ΣΛΕΕ, η Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτισμικές πτυχές στη δράση της, αποβλέποντας ιδίως στον σεβασμό και την προώθηση της ποικιλομορφίας των πολιτισμών της.

Η τεχνολογία, η ταχέως εξελισσόμενη φύση των ψηφιακών επιχειρηματικών μοντέλων και η αυξανόμενη αυτονομία των διαδικτυακών καταναλωτών απαιτούν συνεχή αξιολόγηση του κατά πόσον οι ισχύοντες κανόνες για τα δικαιώματα δημιουργού παρέχουν τα κατάλληλα κίνητρα και δίνουν τη δυνατότητα στους δικαιούχους, στους χρήστες των δικαιωμάτων και στους καταναλωτές να επωφελούνται από τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι σύγχρονες τεχνολογίες. Η παρούσα πρόταση δεν πρέπει να εξεταστεί μεμονωμένα αλλά ως τμήμα μιας σειράς μέτρων που προτείνονται ή που θα προταθούν από την Επιτροπή ανάλογα με την περίπτωση, για τη διευκόλυνση της αδειοδότησης των δικαιωμάτων και, γενικότερα, της πρόσβασης σε ελκυστικό ψηφιακό περιεχόμενο, ιδίως σε διασυνοριακό πλαίσιο. Πέραν της αντιμετώπισης της λειτουργίας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή εξετάζει επίσης εάν απαιτούνται άλλα μέτρα για την εν γένει διευκόλυνση της αδειοδότησης είτε παρέχεται από μεμονωμένους δικαιούχους, είτε από εκείνους στους οποίους έχουν μεταβιβαστεί τα δικαιώματα είτε από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης. Στον εν λόγω προβληματισμό περιλαμβάνεται και το ζήτημα της εδαφικότητας των δικαιωμάτων, καθώς και ο αντίκτυπός της στην αδειοδότηση ορισμένου περιεχομένου ή υπηρεσιών.

Επίσης στο πλαίσιο του ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη, των ανακοινώσεων της Επιτροπής με τίτλο «Ενιαία αγορά για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας» και «Ένα συνεκτικό πλαίσιο για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης στην ψηφιακή ενιαία αγορά για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες»[6] και της συνέχειας στην «Πράσινη Βίβλο για τη διαδικτυακή διανομή οπτικοακουστικών έργων στην Ευρωπαϊκή Ένωση»[7], η Επιτροπή διενεργεί εμπεριστατωμένη νομική και οικονομική ανάλυση όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και τη λειτουργία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων σε σύυνδεση με τις διαδικτυακές μεταδόσεις στην ενιαία αγορά, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον οι υφιστάμενες εξαιρέσεις και περιορισμοί στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που χορηγούνται βάσει της οδηγίας 2001/29/ΕΚ, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας[8] χρειάζεται να επικαιροποιηθούν ή να εναρμονιστούν περαιτέρω σε επίπεδο ΕΕ.

1.3.        Υφιστάμενες διατάξεις στον τομέα που αφορά η πρόταση

Μολονότι ορισμένες από τις ισχύουσες οδηγίες στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας[9] περιλαμβάνουν αναφορές στη διαχείριση των δικαιωμάτων από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, καμία εξ αυτών δεν ασχολείται με τον τρόπο λειτουργίας των εταιρειών καθαυτών.

Η σύσταση 2005/737/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τη συλλογική διασυνοριακή διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων για τις νόμιμες επιγραμμικές (online) μουσικές υπηρεσίες[10] καλούσε τα κράτη μέλη να προωθήσουν ένα κανονιστικό πλαίσιο κατάλληλα προσαρμοσμένο στη διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων για την παροχή νόμιμων επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής και για τη βελτίωση των προτύπων διακυβέρνησης και διαφάνειας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Ως σύσταση, δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα και η προαιρετική εφαρμογή της δεν έχει αποβεί ικανοποιητική.

1.4.        Συνέπεια με άλλες πολιτικές

Η παρούσα πρόταση συμπληρώνει την οδηγία 2006/123/ΕΚ, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά[11] η οποία αποσκοπεί στη θέσπιση ενός νομικού πλαισίου για τη διασφάλιση της ελευθερίας της εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης υπόκεινται στην οδηγία 2006/123/ΕΚ ως πάροχοι υπηρεσιών συλλογικής διαχείρισης.

Η πρόταση είναι σημαντική για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων. Η σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, η σύμβαση της Ρώμης για την προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, η συμφωνία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις εμπορικές πτυχές των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, η συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας για την πνευματική ιδιοκτησία και η συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα αποτελούν βασικά διεθνή μέσα όσον αφορά το θέμα αυτό. Η σύμβαση του Εκπαιδευτικού, Επιστημονικού και Πολιτιστικού Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για την προστασία και την προώθηση της πολιτιστικής έκφρασης που επεκτείνει την υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διεθνές επίπεδο, υπενθυμίζει επίσης τη σημασία της πνευματικής ιδιοκτησίας.

2.           ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

2.1         Δημόσια διαβούλευση

Η πρόταση βασίζεται σε έναν εκτεταμένο γύρο διαλόγου και διαβούλευσης με ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων δημιουργών, εκδοτών, ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, παραγωγών, εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, εμπορικών χρηστών, καταναλωτών και δημοσίων φορέων.

Λαμβάνει υπόψη τις απόψεις που εκφράστηκαν κατά τη δημόσια διαβούλευση για το «Επιγραμμικό περιεχόμενο»[12], στόχος της οποίας ήταν η προώθηση του περαιτέρω προβληματισμού, καθώς και του διαλόγου για τις ενδεχόμενες ευρωπαϊκές απαντήσεις στις προκλήσεις της ψηφιακής «αποϋλοποίησης» του περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων δομών για ευκολότερη και ταχύτερη εκκαθάριση των δικαιωμάτων διασφαλίζοντας παράλληλα δίκαιες και ικανοποιητικές αμοιβές για τους δικαιούχους. Η διαβούλευση έθεσε κυρίως το ζήτημα της διακυβέρνησης και της διαφάνειας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και της διασυνοριακής διαχείρισης των δικαιωμάτων για επιγραμμικές υπηρεσίες μουσικής. Πολλοί από εκείνους που συμμετείχαν στη διαβούλευση θεωρούν ότι η ομαδοποίηση διαφορετικών μουσικών ρεπερτορίων θα απλοποιούσε την εκκαθάριση και την αδειοδότηση των δικαιωμάτων. Ένας αριθμός ενώσεων δημιουργών, εκδοτών και εμπορικών χρηστών τάχθηκαν υπέρ του περαιτέρω προβληματισμού για τη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Οι ενώσεις καταναλωτών στήριξαν εν γένει την πρωτοβουλία κανονιστικής ρύθμισης (π.χ. μέσω ενός δεσμευτικού νομικού μέσου).

Το 2010, η Επιτροπή συμμετείχε σε διαβουλεύσεις με εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής. Επίσης, διοργάνωσε δημόσια ακρόαση[13] σχετικά με τη διακυβέρνηση της συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων στην ΕΕ, στην οποία παρευρέθηκαν περίπου 300 ενδιαφερόμενοι. Οι διαβουλεύσεις αυτές επιβεβαίωσαν τις ανεπάρκειες που είχαν διαπιστωθεί στη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων και την ανάγκη βελτίωσης των προτύπων διακυβέρνησης και διαφάνειας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, καθώς και τη δημιουργία ενός πλαισίου για τη διευκόλυνση της αδειοδότησης μουσικών έργων στο διαδίκτυο.

2.2       Συγκέντρωση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης

Δεν υπήρξε ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες.

2.3         Εκτίμηση επιπτώσεων

Η εκτίμηση επιπτώσεων εξετάζει δύο κατηγορίες επιλογών για την αντιμετώπιση: α) ζητημάτων που άπτονται της ανεπάρκειας των προτύπων διακυβέρνησης και διαφάνειας που εφαρμόζονται σε ορισμένες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, η οποία επιφέρει συχνά αδυναμίες στην οικονομική διαχείρισή τους∙ β) ζητημάτων που απορρέουν από την έλλειψη ετοιμότητας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης ορισμένων δημιουργών να χορηγούν επιγραμμικές διακρατικές άδειες λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που συνδέονται με το είδος αυτό της δραστηριότητας και της αντιληφθείσας νομικής αβεβαιότητας, καθιστώντας δυσχερέστερη την ομαδοποίηση του ρεπερτορίου των μουσικών έργων.

Οι επιλογές πολιτικής σχετικά με τη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης είναι οι εξής:

– Η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος (A1), αξιοποιώντας την πίεση της αγοράς και των ομοτίμων εταίρων (συμπεριλαμβανομένης της αυτορρύθμισης) δεν θα επίλυε τα διασυνοριακά ζητήματα (π.χ. έλεγχος ροής των αμοιβών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας).

– Η καλύτερη επιβολή (A2) της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ και η μεγαλύτερη συνοχή σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την εφαρμογή των αρχών της δεν θα εναρμονίσουν τους όρους λειτουργίας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Ζητήματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ισχυουσών αρχών θα παρέμεναν ανεπίλυτα.

– Η κωδικοποίηση των ισχυουσών αρχών (Α3) θα αποτύπωνε στη νομοθεσία τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις αντιμονοπωλιακές αποφάσεις της Επιτροπής και τη σύσταση 2005/737/EΚ, αδυνατεί όμως να εντοπίσει τα προβλήματα που έχουν διαπιστωθεί πρόσφατα σε σχέση με την οικονομική διαφάνεια και τον έλεγχο των δικαιούχων.

– Ένα πλαίσιο διακυβέρνησης και διαφάνειας (Α4) θα κωδικοποιούσε τις ισχύουσες αρχές και θα παρείχε ένα περισσότερο ολοκληρωμένο πλαίσιο κανόνων για τη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια, αυξάνοντας τις δυνατότητες ελέγχου των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πολυπλοκότητες της συλλογικής αδειοδότησης των δικαιωμάτων των δημιουργών επί μουσικών έργων για επιγραμμικές χρήσεις, εξετάστηκαν οι ακόλουθες επιλογές πολιτικής:

– Στο πλαίσιο του υφιστάμενου καθεστώτος (B1), η εσωτερική αγορά θα παρέμενε κατακερματισμένη καθώς η αδειοδότηση δικαιωμάτων για επιγραμμικές υπηρεσίες θα εξακολουθούσε να είναι πολύπλοκη και επαχθής.

– Το ευρωπαϊκό διαβατήριο χορήγησης άδειας (Β2) θα προήγαγε την προαιρετική ομαδοποίηση του ρεπερτορίου για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων σε επίπεδο ΕΕ καθώς και τη χορήγηση άδειας για δικαιώματα μέσω υποδομών χορήγησης διακρατικών αδειών. Θα θέσπιζε κοινούς κανόνες για το σύνολο των συλλογικών δικαιοπαρόχων ανά την ΕΕ και θα δημιουργούσε ανταγωνιστική πίεση στις εταιρείες για την ανάπτυξη περισσότερο αποδοτικών πρακτικών αδειοδότησης.

– Η παράλληλη απευθείας αδειοδότηση (Β3) θα επέτρεπε στους δικαιούχους να συνάπτουν απευθείας άδειες με τους χρήστες, χωρίς να πρέπει να ανακαλούν τα δικαιώματά τους από τις δικές τους εταιρείες συλλογικής διαχείρισης. Θα προωθούσε τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών χωρίς όμως να θεσπίζει μια σειρά ελάχιστων κοινών κανόνων για δικαιοπαρόχους ούτε να οδηγεί απαραιτήτως σε ομαδοποίηση του ρεπερτορίου.

– Η διευρυμένη συλλογική αδειοδότηση και η αρχή της χώρας προέλευσης (Β4) θα καθιέρωναν το τεκμήριο ότι κάθε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διαθέτει την αρμοδιότητα να χορηγεί άδειες γενικής χρήσης για επιγραμμικές χρήσεις οι οποίες θα καλύπτουν το συνολικό ρεπερτόριο υπό την προϋπόθεση ότι η εταιρεία είναι «αντιπροσωπευτική». Η επιλογή αυτή, αφενός, δεν θα παρείχε κανένα κίνητρο στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να αυξήσουν την απόδοσή τους, ούτε θα απλοποιούσε, αφετέρου, την χορήγηση διακρατικής άδειας για δικαιώματα (λόγω παρεκκλίσεων από τη συλλογική διαχείριση η οποία θα κατέληγε συχνά σε διαχωρισμό του ρεπερτορίου).

– Μια κεντρική δικτυακή πύλη (Β5) θα έδινε τη δυνατότητα στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να συγκεντρώνουν το ρεπερτόριό τους για τη χορήγηση διακρατικής άδειας με μία ενιαία συναλλαγή, η οποία θα συντονίζεται μέσω της δικτυακής πύλης. Η επιλογή αυτή εγείρει σημαντικές ανησυχίες όσον αφορά τη συμβατότητά της με το δίκαιο του ανταγωνισμού.

Κατόπιν διεξοδικής εξέτασης των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων κάθε προσέγγισης, επελέγησαν οι επιλογές Α4 και Β2.

3.           ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

3.1.        Νομική βάση

Η πρόταση βασίζεται στα άρθρα 50 παράγραφος 2 στοιχείο στ), 53 και 62 ΣΛΕΕ για τη διευκόλυνση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η υιοθέτηση βασικών προτύπων διακυβέρνησης και διαφάνειας στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης θα προστάτευε τα συμφέροντα των μελών και των χρηστών και μέσω αυτών θα διευκόλυνε και θα ενθάρρυνε την παροχή υπηρεσιών συλλογικής διαχείρισης σε διασυνοριακό επίπεδο, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη συχνή διαχείριση εκ μέρους των εταιρειών δικαιωμάτων δικαιούχων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη (όπως μέσω των επονομαζόμενων συμφωνιών εκπροσώπησης που συνάπτουν παραδοσιακά οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης με εταιρείες συλλογικής διαχείρισης σε άλλα κράτη μέλη) και τις διασυνοριακές ροές των αμοιβών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Επιπλέον, η αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων στην Ευρώπη θα διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία όλων εκείνων των υπηρεσιών που άπτονται περιεχομένου που προστατεύεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικό δικαίωμα. Ιδίως, η ανάληψη δράσης για τη διευκόλυνση της χορήγησης διακρατικών αδειών σε παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών θα απλοποιήσει σημαντικά τη διανομή τέτοιων μουσικών έργων καθώς και την πρόσβαση σε αυτά στο διαδίκτυο.

3.2.        Επικουρικότητα και αναλογικότητα

Η δράση της ΕΕ είναι απαραίτητη σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας (άρθρο 5 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ) εφόσον το νομικό πλαίσιο τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ έχει αποδειχθεί ανεπαρκές προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα. Η Ένωση έχει ήδη θεσπίσει νομοθεσία η οποία εναρμονίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα των δικαιούχων που εκμεταλλεύονται οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης[14] και διασφαλίζει ότι η διαχείριση των δικαιωμάτων αυτών στην εσωτερική αγορά πρέπει διενεργείται με συγκρίσιμο, αποδοτικό και διαφανή τρόπο πέραν των εθνικών συνόρων. Επιπλέον, οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και ως εκ τούτου είναι προτιμότερη η επίτευξή τους σε επίπεδο ΕΕ λόγω της διεθνικής φύσης του προβλήματος:

– Όσον αφορά τη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια, ένα σημαντικό μέρος της είσπραξης αμοιβών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης προκύπτει από μη εγχώριο ρεπερτόριο. Το πρόβλημα των μελών που δεν έχουν εποπτεία των δραστηριοτήτων της εταιρείας τους αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα όσον αφορά τους αλλοδαπούς δικαιούχους. Εφόσον δεν είναι μέλη των σχετικών εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, δεν έχουν μεγάλη επίγνωση ούτε και επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των εταιρειών που ενεργούν για λογαριασμό της δικής τους εταιρείας. Η προστασία των συμφερόντων των δικαιούχων της ΕΕ απαιτεί τη διαφάνεια και την αιτιολογία του συνόλου των ροών των αμοιβών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και ιδίως των διασυνοριακών ροών. Οι πιθανότητες να διασφαλίσουν τα κράτη μέλη στο μέλλον τη διαφάνεια που απαιτείται προκειμένου οι δικαιούχοι να ασκήσουν τα δικαιώματά τους διασυνοριακά είναι ελάχιστες. Η παρέμβαση της ΕΕ είναι ο μόνος τρόπος διασφάλισης της άσκησης των δικαιωμάτων και, ιδίως, της είσπραξης και διανομής των αντίστοιχων αμοιβών κατά τρόπο συνεκτικό σε όλη την ΕΕ.

– Η χορήγηση διακρατικής άδειας για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων διαθέτει, εξ ορισμού, διασυνοριακό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, οι κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της χορήγησης διακρατικής άδειας θεσπίζονται καλύτερα σε επίπεδο ΕΕ, εφόσον τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να καταρτίσουν κανόνες οι οποίοι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν με συνέπεια τις διασυνοριακές δραστηριότητες των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

Η πρόταση τηρεί την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 5 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ) και δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Οι προτεινόμενοι κανόνες για τη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια κωδικοποιούν σε μεγάλο βαθμό την υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με αντιμονοπωλιακές αποφάσεις της Επιτροπής[15]. Επίσης, λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και επιτρέπουν στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν τις μικρότερες εταιρείες από ορισμένες υποχρεώσεις που ενδέχεται να κρίνονται δυσανάλογες. Οι κανόνες για χορήγηση διακρατικής άδειας για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων αφορούν αποκλειστικά τα δικαιώματα των δημιουργών και συνιστούν τις ελάχιστες αρχές που είναι αναγκαίες για να καταστήσουν λειτουργικό ένα αποτελεσματικό και σύγχρονο σύστημα αδειοδότησης στην ψηφιακή εποχή και για να εγγυηθούν την ομαδοποίηση του ρεπερτορίου, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών έργων που απευθύνονται σε περιορισμένο αγοραστικό κοινό, καθώς και των λιγότερο γνωστών μουσικών έργων. Προς τούτο, προβλέπονται κατάλληλες εγγυήσεις: για παράδειγμα, μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης θα πρέπει να επιλέγει κατά πόσον θα αναλαμβάνει η ίδια τη χορήγηση άδειας χρήσης πολλαπλής εδαφικής ισχύος του ρεπερτορίου της ή θα την αναθέτει σε άλλες εταιρείες∙ επίσης, ένας δημιουργός δεν θα δεσμεύεται από μια εταιρεία η οποία δεν προτίθεται είτε να χορηγήσει απευθείας διακρατικές άδειες είτε να επιτρέπει σε άλλες εταιρείες να πράξουν τούτο για λογαριασμό της.

3.3.        Επιλογή νομικού μέσου

Η Επιτροπή προτείνει οδηγία. Η πρόταση αυτή συνάδει με τις απαιτήσεις των άρθρων 50 παράγραφος 2 στοιχείο στ), 53 και 62 ΣΛΕΕ. Επίσης, μια οδηγία επιτρέπει την απαραίτητη ευελιξία όσον αφορά τα μέσα για την επίτευξη των εν λόγω στόχων και λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη νομική μορφή των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης καθώς και τον τρόπο εποπτείας των εν λόγω εταιρειών.

3.4.        Επεξήγηση της πρότασης

3.4.1.     Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Ο τίτλος Ι περιλαμβάνει γενικές διατάξεις για το αντικείμενο (άρθρο 1), το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2) και τους ορισμούς (άρθρο 3). Η οδηγία εφαρμόζεται: i) στη διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, ανεξαρτήτως τομέα δραστηριοποίησης των εν λόγω εταιρειών (τίτλος II),[16] και ii) στην χορήγηση διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης των δημιουργών (τίτλος III). Οι τίτλοι Ι και ΙΙ ισχύουν επίσης και για τις εταιρείες που χορηγούν διακρατικές άδειες σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ.

3.4.2.     Εταιρείες συλλογικής διαχείρισης

Ο τίτλος ΙΙ θεσπίζει κανόνες για την οργάνωση και τη διαφάνεια οι οποίοι εφαρμόζονται σε όλους τους τύπους των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

Το κεφάλαιο 1 προβλέπει κανόνες που διέπουν την οργάνωση της προσχώρησης μελών σε εταιρείες συλλογικής διαχείρισης. Στο άρθρο 4 θεσπίζονται ορισμένες απαιτήσεις οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των δικαιούχων. Το άρθρο 5 διασφαλίζει τη δυνατότητα των δικαιούχων να εξουσιοδοτούν την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης της επιλογής τους να διαχειρίζεται τα δικαιώματά τους και να ανακαλούν την εξουσιοδότηση αυτή εν μέρει ή εν όλω. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να θεσπίζουν τους κανόνες τους για προσχώρηση και συμμετοχή στην εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. (άρθρο 6). Το άρθρο 7 ορίζει τις ελάχιστες αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης των μελών. Το άρθρο 8 απαιτεί από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να θεσπίζουν μια εποπτική λειτουργία με την οποία θα παρέχεται στα μέλη τους η δυνατότητα εποπτείας και ελέγχου της διαχείρισής τους, και παράλληλα να τηρούν τις διαφορετικές θεσμικές ρυθμίσεις των κρατών μελών. Το άρθρο 9 θεσπίζει ορισμένες υποχρεώσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η συνετή και ορθή διαχείριση των εταιρειών.

Το κεφάλαιο 2 ορίζει κανόνες για την οικονομική διαχείριση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

– τα έσοδα που εισπράττονται ως αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων που εκπροσωπούνται πρέπει να είναι διακριτά από τα ίδια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και η διαχείρισή τους πρέπει να διενεργείται υπό αυστηρούς όρους (άρθρο 10).

– μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης πρέπει να ορίζει τις κρατήσεις που εφαρμόζονται δυνάμει των συμφωνιών που συνάπτει με τους δικαιούχους και να διασφαλίζει για τους εταίρους και τους δικαιούχους δίκαιη πρόσβαση σε κάθε κοινωνική, πολιτιστική ή εκπαιδευτική υπηρεσία, εάν αυτή χρηματοδοτείται από τις κρατήσεις (άρθρο 11)∙

– οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να καταβάλλουν τα ποσά που οφείλονται στους δικαιούχους επακριβώς και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθώς και να καταβάλλουν προσπάθειες για την ταυτοποίηση των δικαιούχων (άρθρο 12).

Στο κεφάλαιο 3 θεσπίζεται η προϋπόθεση απαγόρευσης των διακρίσεων για την εκ μέρους εταιρείας συλλογικής διαχείρισης διαχείριση δικαιωμάτων για λογαριασμό άλλης εταιρείας δυνάμει συμφωνίας εκπροσώπησης (άρθρο 13). Δεν υπάρχει δυνατότητα αφαίρεσης των ποσών που οφείλονται σε άλλη εταιρεία χωρίς τη ρητή συναίνεση της τελευταίας και οι πληρωμές πρέπει να καταβάλλονται στις άλλες εταιρείες με ακρίβεια (άρθρο 14).

Το κεφάλαιο 4 απαιτεί από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και τους χρήστες να διενεργούν διαπραγματεύσεις με καλή πίστη. Οι χρεώσεις θα βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και θα αντικατοπτρίζουν την εμπορική αξία των δικαιωμάτων καθώς και την αξία της υπηρεσίας που παρέχεται πράγματι από την εταιρεία (άρθρο 15).

Το κεφάλαιο 5 (διαφάνεια και υποβολή εκθέσεων) απαιτεί από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης τα ακόλουθα επίπεδα γνωστοποίησης:

– παροχή πληροφοριών στους δικαιούχους σχετικά με τα εισπραχθέντα και καταβληθέντα ποσά, τις αμοιβές διαχείρισης που χρεώνονται και τις λοιπές κρατήσεις που λαμβάνουν χώρα (άρθρο 16)∙

– παροχή πληροφοριών προς άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης σχετικά με τη διαχείριση των δικαιωμάτων δυνάμει συμφωνιών εκπροσώπησης (άρθρο 17)∙

– παροχή πληροφοριών προς τους δικαιούχους, τις άλλες εταιρείες και τους χρήστες κατόπιν αιτήματος (άρθρο 18)∙

– δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της εταιρείας (άρθρο 19)∙

– ετήσια δημοσίευση έκθεσης διαφάνειας, στην οποία θα περιλαμβάνονται οι αρχές διακυβέρνησης καθώς και η εφαρμογή τους, οικονομικές καταστάσεις, κ.λπ. (άρθρο 20).

3.4.3.     Χορήγηση διακρατικών αδειών για τα επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης των δημιουργών

Ο τίτλος ΙΙΙ θεσπίζει τους όρους που πρέπει να τηρεί μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δημιουργών κατά την παροχή υπηρεσιών χορήγησης διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων (άρθρο 21):

– δυνατότητα αποδοτικής και διαφανούς επεξεργασίας των δεδομένων που χρειάζονται για την εκμετάλλευση των αδειών αυτών (π.χ. προσδιορισμός του μουσικού ρεπερτορίου της, παρακολούθηση της χρήσης του) με τη χρήση μιας χρονοευαίσθητης, έγκυρης βάσης δεδομένων η οποία θα περιέχει τα απαραίτητα δεδομένα (άρθρο 22)∙

– διαφάνεια όσον αγορά το επιγραμμικό μουσικό ρεπερτόριο που εκπροσωπεί (άρθρο 23)∙

– παροχή στους δικαιούχους και σε άλλες εταιρείες της δυνατότητας διόρθωσης των σχετικών δεδομένων και διασφάλισης της ορθότητάς τους (άρθρο 24)∙

– παρακολούθηση της πραγματικής χρήσης των έργων που καλύπτονται από τις άδειες, ικανότητα κατάρτισης εκθέσεων χρήσης και τιμολόγηση. Πρέπει να θεσπιστούν διαδικασίες που θα επιτρέπουν στον χρήστη να αμφισβητεί την ορθότητα των τιμολογίων (π.χ. αποφυγή διπλής τιμολόγησης). Πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλα βιομηχανικά πρότυπα, κατά περίπτωση (άρθρο 25)∙

– έγκαιρη πληρωμή των δικαιούχων και των άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και ενημέρωση αυτών σχετικά με τα έργα που χρησιμοποιούνται και τα συναφή με τα δικαιώματά τους οικονομικά στοιχεία (π.χ. εισπραχθέντα ποσά, πραγματοποιηθείσες κρατήσεις) (άρθρο 26).

Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ενδέχεται να αποφασίσει τη μη χορήγηση διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων, αλλά θα μπορεί εξακολουθεί να χορηγεί εθνικές άδειες για το ιδιόκτητο ρεπερτόριό της ή/και εθνικές άδειες για το ρεπερτόριο άλλων εταιρειών δυνάμει των συμφωνιών αμοιβαίας εκπροσώπησής τους. Εντούτοις, για τη διασφάλιση της εύκολης ομαδοποίησης των ρεπερτορίων προς όφελος των παρόχων υπηρεσιών μουσικής οι οποίοι επιθυμούν να προσφέρουν μια όσο το δυνατόν πληρέστερη υπηρεσία σε όλη την Ευρώπη και προς όφελος της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και των καταναλωτών εν γένει, θα εφαρμόζονται ειδικές εγγυήσεις για να διασφαλίζεται ότι το ρεπερτόριο όλων των εταιρειών έχει πρόσβαση σε διακρατική αδειοδότηση:

– μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ενδέχεται να απαιτήσει από άλλη εταιρεία που χορηγεί διακρατικές άδειες για πολλαπλά ρεπερτόρια να εκπροσωπήσει το ρεπερτόριό της χωρίς διακρίσεις και μη αποκλειστικά με σκοπό τη χορήγηση διακρατικών αδειών (άρθρο 28). Η εταιρεία που παραλαμβάνει το αίτημα δεν μπορεί να αρνηθεί, σε περίπτωση που εκπροσωπεί ήδη (ή έχει προσφερθεί να εκπροσωπήσει) το ρεπερτόριο μίας ή περισσότερων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης για τον ίδιο σκοπό (άρθρο 29)∙

– μετά από την πάροδο μιας μεταβατικής περιόδου, οι δικαιούχοι μπορούν να χορηγούν άδειες (είτε απευθείας είτε μέσω άλλου διαμεσολαβητή) για τα δικά τους επιγραμμικά δικαιώματα, σε περίπτωση που η δική τους εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δεν χορηγεί διακρατικές άδειες και δεν συνάπτει μία από τις προαναφερθείσες συμφωνίες (άρθρο 30).

Μια εταιρεία διαθέτει τη δυνατότητα να αναθέτει σε τρίτους την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με τις διακρατικές άδειες που χορηγεί, υπό την επιφύλαξη της ευθύνης που υπέχει έναντι των δικαιούχων, των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών ή άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης (άρθρο 27). Ο τίτλος ΙΙΙ εφαρμόζεται επίσης και σε θυγατρικές εταιρείες των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης οι οποίες διέπονται από τον τίτλο (άρθρο 31).

Για την επίτευξη του βαθμού της ευελιξίας που απαιτείται για την ενθάρρυνση της χορήγησης αδειών σε καινοτόμες επιγραμμικές υπηρεσίες (δηλαδή υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες στο κοινό για λιγότερο από 3 έτη), οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν τέτοιες άδειες χωρίς να απαιτείται η χρήση αυτών ως προηγούμενο για τον καθορισμό των όρων για άλλες άδειες (άρθρο 32). Κατ’ εξαίρεση, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με τον τίτλο ΙΙΙ, όταν χορηγούν διακρατικές άδειες σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για την επιγραμμική χρήση των ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων τους στα οποία περιέχονται μουσικά έργα (άρθρο 33).

3.4.4.     Μέτρα επιβολής

Στον τίτλο IV, απαιτείται από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να θέτουν στη διάθεση των μελών και των δικαιούχων τους διαδικασίες επίλυσης διαφορών και καταγγελιών (άρθρο 34). Επίσης, πρέπει να διατίθενται μηχανισμοί για την επίλυση διαφορών που άπτονται όρων αδειοδότησης που ισχύουν μεταξύ των χρηστών και των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης (άρθρο 35). Τέλος, ορισμένοι τύποι διαφορών, σε σχέση με τη χορήγηση διακρατικών αδειών, μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των χρηστών, των δικαιούχων ή άλλων εταιρειών, πρέπει να υποβάλλονται σε ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο σύστημα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (άρθρο 36).

Τα κράτη μέλη ορίζουν τις κατάλληλες αρμόδιες αρχές οι οποίες εξουσιοδοτούνται (άρθρο 39): α) να διαχειρίζονται τις διαδικασίες παραπόνων (άρθρο 37)∙ β) να επιβάλλουν αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις (άρθρο 38) και γ) να παρακολουθούν την εφαρμογή του τίτλου III (άρθρο 40). Ωστόσο, το άρθρο 39 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη τη σύσταση ανεξάρτητων εποπτών ειδικά για την επίβλεψη των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

3.4.5      Θεμελιώδη δικαιώματα και συγκεκριμένες αιτιολογικές σκέψεις

Η πρόταση προβλέπει αποτελεσματικές εγγυήσεις όσον αφορά την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως ορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εγγυήσεις που απαιτούνται από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης όσον αφορά τη διακυβέρνηση και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση διασυνοριακών διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων θα περιόριζαν την επιχειρηματική ελευθερία των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, όπως ορίζεται στον Χάρτη, σε σύγκριση με την παρούσα κατάσταση. Ωστόσο, οι εν λόγω περιορισμοί θα τηρούσαν τους όρους που καθορίζονται στον Χάρτη, ο οποίος προβλέπει ότι η άσκηση των ελευθεριών αυτών μπορεί να περιοριστεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Οι περιορισμοί αυτοί είναι αναγκαίοι για την προστασία των συμφερόντων των μελών, των δικαιούχων και των χρηστών και για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων ποιότητας για την άσκηση εκ μέρους των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης της ελευθερίας τους να παρέχουν υπηρεσίες χορήγησης διακρατικών αδειών για επιγραμμική χρήση μουσικών έργων στην εσωτερική αγορά.

Λόγω της πολυπλοκότητας και του πεδίου εφαρμογής της πρότασης, τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εθνικών νομοθετικών διατάξεων και της οδηγίας.

4.           ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2012/0180 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων καθώς και για την χορήγηση διακρατικών αδειών σε δικαιώματα επί μουσικών έργων για επιγραμμικές χρήσεις στην εσωτερική αγορά

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως τα άρθρα 50 παράγραφος 2 στοιχείο στ), 53 και 62,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[17],

Κατόπιν διαβούλευσης με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)       Οι οδηγίες που έχουν εκδοθεί στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων παρέχουν ήδη ένα υψηλό επίπεδο προστασίας για τους δικαιούχους και, ως εκ τούτου, ένα πλαίσιο στο οποίο μπορεί να λάβει χώρα η εκμετάλλευση του προστατευόμενου από τα εν λόγω δικαιώματα περιεχομένου. Συμβάλλουν στην ανάπτυξη και διατήρηση της δημιουργικότητας. Σε μια εσωτερική αγορά όπου ο ανταγωνισμός δεν στρεβλώνεται, η προστασία της καινοτομίας και της πνευματικής δημιουργίας ενθαρρύνουν επίσης τις επενδύσεις σε καινοτόμες υπηρεσίες και προϊόντα.

(2)       Η διάδοση του περιεχομένου που προστατεύεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικά δικαιώματα, καθώς και οι συνδεμένες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων, των οπτικοακουστικών παραγωγών και της ηχογραφημένης μουσικής απαιτούν την αδειοδότηση των δικαιωμάτων από διαφορετικούς κατόχους δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, όπως συγγραφείς, ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες, παραγωγούς και εκδότες. Κατά κανόνα, εναπόκειται στους δικαιούχους να επιλέξουν μεταξύ της ατομικής ή συλλογικής διαχείρισης των δικαιωμάτων τους. Η διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων περιλαμβάνει τη χορήγηση αδειών στους χρήστες, τον λογιστικό έλεγχο των αδειούχων και την παρακολούθηση της χρήσης των δικαιωμάτων, την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, την είσπραξη των εσόδων από τα δικαιώματα που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων και τη διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης παρέχουν τη δυνατότητα στους δικαιούχους να αμείβονται για χρήσεις δικαιωμάτων τις οποίες δεν θα ήταν σε θέση να ελέγχουν ή να επιβάλλουν οι ίδιοι, συμπεριλαμβανομένων των χρήσεων σε μη εγχώριες αγορές. Επιπλέον, διαδραματίζουν σημαντικό κοινωνικό και πολιτιστικό ρόλο ως φορείς προώθησης της ποικιλομορφίας των πολιτιστικών εκδηλώσεων δίνοντας τη δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά σε μικρότερα και λιγότερο δημοφιλή ρεπερτόρια. Σύμφωνα με το άρθρο 167 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτισμικές πτυχές στη δράση της, αποβλέποντας ιδίως στον σεβασμό και την προώθηση της ποικιλομορφίας των πολιτισμών της.

(3)       Από τη στιγμή της σύστασής τους εντός της Ένωσης, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, ως πάροχοι υπηρεσιών, πρέπει να συμμορφώνονται με τις εθνικές απαιτήσεις δυνάμει της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εγχώρια αγορά[18] σκοπός της οποίας είναι η δημιουργία ενός νομικού πλαισίου για τη διασφάλιση της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών. Τούτο συνεπάγεται ότι οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να είναι ελεύθερες να παρέχουν τις υπηρεσίες τους πέραν των συνόρων, να εκπροσωπούν τους δικαιούχους που κατοικούν ή είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη ή να χορηγούν άδειες σε χρήστες που κατοικούν ή είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη.

(4)       Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στους εθνικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια και τη λογοδοσία τους έναντι των μελών τους και των δικαιούχων. Περάν των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι μη εγχώριοι δικαιούχοι κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους και την πολύ συχνά ανεπαρκή οικονομική διαχείριση των εισπραχθέντων εσόδων, τα προβλήματα που απορρέουν από τη λειτουργία των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης οδηγούν σε ανεπάρκειες όσον αφορά την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων ανά την εγχώρια αγορά εις βάρος τόσο των μελών των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, των δικαιούχων όσο και των χρηστών. Οι δυσκολίες αυτές δεν εμφανίζονται στη λειτουργία των ανεξάρτητων παρόχων υπηρεσιών διαχείρισης δικαιωμάτων οι οποίοι λειτουργούν ως εκπρόσωποι των δικαιούχων για τη διαχείριση των δικαιωμάτων τους σε εμπορική βάση και όπου οι δικαιούχοι δεν ασκούν δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά τους ως μελών.

(5)       Η ανάγκη βελτίωσης της λειτουργίας των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης έχει ήδη προσδιοριστεί κατά το παρελθόν. Η σύσταση 2005/737/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 2005, σχετικά με τη συλλογική διασυνοριακή διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων για τις νόμιμες επιγραμμικές (online) μουσικές υπηρεσίες[19] ορίζει μια σειρά αρχών, όπως την ελευθερία των δικαιούχων να επιλέγουν την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που θα τους εκπροσωπεί, την ίση μεταχείριση των κατηγοριών των δικαιούχων και τη δίκαιη διανομή των αμοιβών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Επίσης, η εν λόγω σύσταση καλούσε τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να παρέχουν στους χρήστες επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις χρεώσεις και το ρεπερτόριο πριν από την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων. Τέλος, περιλάμβανε συστάσεις για τη λογοδοσία, την εκπροσώπηση των δικαιούχων στα όργανα λήψης αποφάσεων των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και την επίλυση διαφορών. Ωστόσο, η σύσταση 2005/737/ΕΚ της Επιτροπής αποτελούσε ένα μη δεσμευτικό νομικό μέσο με περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, δεν έχει τηρηθεί με συνέπεια.

(6)       Η προστασία των συμφερόντων των μελών των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, των δικαιούχων και των τρίτων απαιτεί τον συντονισμό της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τη διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και τη χορήγηση διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων με σκοπό την ύπαρξη ισότιμων εγγυήσεων σε ολόκληρη την Ένωση. Επομένως, η οδηγία βασίζεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχείο στ) της Συνθήκης.

(7)       Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι ο συντονισμός των εθνικών κανόνων που αφορούν την πρόσβαση στη διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, τους όρους διακυβέρνησής τους, και το εποπτικό πλαίσιό τους και βασίζεται επίσης στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Επιπλέον, εφόσον πρόκειται για έναν τομέα που προσφέρει υπηρεσίες ανά την Ένωση, η παρούσα οδηγία βασίζεται επίσης στο άρθρο 62 της Συνθήκης.

(8)       Για να διασφαλιστεί ότι οι κάτοχοι των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων μπορούν να επωφεληθούν πλήρως από την εσωτερική αγορά κατά τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων τους και ότι η ελευθερία άσκησης των δικαιωμάτων τους δεν θίγεται αδικαιολόγητα, είναι αναγκαίο να προβλέπεται η συμπερίληψη κατάλληλων εγγυήσεων στα καταστατικά έγγραφα των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Επιπλέον, σύμφωνα με την οδηγία 2006/123/ΕΚ, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δεν πρέπει να εισάγουν άμεσα ή έμμεσα διακρίσεις μεταξύ των δικαιούχων βάσει της ιθαγένειά τους, του τόπου κατοικίας ή εγκατάστασής τους κατά την παροχή των υπηρεσιών διαχείρισής τους.

(9)       Η ελευθερία των δικαιούχων να παρέχουν και να λαμβάνουν υπηρεσίες συλλογικής διαχείρισης πέραν των εθνικών συνόρων συνεπάγεται τη δυνατότητά τους να επιλέγουν ελεύθερα την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που θα διαχειρίζεται τα δικαιώματά τους, όπως τα δικαιώματα επί της δημόσιας εκτέλεσης ή ραδιοτηλεοπτικής προβολής, ή κατηγορίες δικαιωμάτων, όπως η διαδραστική επικοινωνία με το κοινό, υπό την προϋπόθεση ότι η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζεται ήδη τέτοιου είδους δικαιώματα ή κατηγορίες δικαιωμάτων. Τούτο συνεπάγεται ότι οι δικαιούχοι μπορούν εύκολα να ανακαλούν τα δικαιώματα ή τις κατηγορίες των δικαιωμάτων τους από μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης και να τα αναθέτουν ή μεταβιβάζουν εν όλω ή εν μέρει σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ή άλλη οντότητα, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος κατοικίας ή την ιθαγένεια είτε της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης είτε του δικαιούχου. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που διαχειρίζονται διαφορετικά είδη έργων και άλλα αντικείμενα, όπως λογοτεχνικά, μουσικά ή φωτογραφικά έργα, πρέπει να παρέχουν επίσης αυτήν τη δυνατότητα ευελιξίας σε δικαιούχους όσον αφορά τη διαχείριση διαφορετικών ειδών έργων ή άλλου αντικειμένου. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης οφείλουν να ενημερώνουν τους δικαιούχους σχετικά με την εν λόγω επιλογή και να τους παρέχουν τη δυνατότητα να την ασκούν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευχέρεια. Τέλος, η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να θίγει τις δυνατότητες των δικαιούχων να διαχειρίζονται ατομικά τα δικαιώματά τους, ακόμη και για μη εμπορικές χρήσεις.

(10)     Η προσχώρηση μέλους στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις όπως, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τους εκδότες οι οποίοι δυνάμει μιας συμφωνίας εκμετάλλευσης δικαιωμάτων, δικαιούνται μερίδιο των εσόδων που προκύπτουν από δικαιώματα που διαχειρίζονται οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και έχουν δικαίωμα είσπραξης των εσόδων αυτών από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

(11)     Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης αναμένεται να ενεργούν με γνώμονα το καλύτερο συμφέρον των μελών τους. Ως εκ τούτου, είναι σημαντική η πρόβλεψη συστημάτων που παρέχουν τη δυνατότητα στα μέλη των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης να ασκούν τα δικαιώματα μέλους συμμετέχοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των εταιρειών. Η εκπροσώπηση των διαφορετικών κατηγοριών μελών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων πρέπει να είναι δίκαιη και ισορροπημένη. Η αποτελεσματικότητα των κανόνων που διέπουν τη γενική συνέλευση των μελών των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης τίθεται υπό αμφισβήτηση εάν δεν υπάρχουν διατάξεις που να ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας της γενικής συνέλευσης. Επομένως, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται η τακτική σύγκληση της γενικής συνέλευσης τουλάχιστον άπαξ ετησίως καθώς και η λήψη των πιο σημαντικών αποφάσεων της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης από τη γενική συνέλευση.

(12)     Τα μέλη των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν και να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση· η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να υπόκειται σε δίκαιους και αναλογικούς περιορισμούς. Η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου πρέπει να διευκολυνθεί.

(13)     Τα μέλη πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην παρακολούθηση της διαχείρισης των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Προς τον σκοπό αυτό, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να ορίζουν μια εποπτική λειτουργία η οποία θα αρμόζει στη δική τους οργανωτική δομή και να επιτρέπουν στα μέλη τους να εκπροσωπούνται στο όργανο που θα ασκεί την εν λόγω λειτουργία. Για να αποφευχθεί η επιβολή υπερβολικής επιβάρυνσης σε μικρότερες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και για να διασφαλιστεί ο αναλογικός χαρακτήρας των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να εξαιρούν τις μικρότερες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης από την οργάνωση μιας τέτοιας εποπτικής λειτουργίας, σε περίπτωση που το κρίνουν αναγκαίο.

(14)     Για λόγους χρηστής διαχείρισης, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης πρέπει να είναι ανεξάρτητα. Οι διαχειριστές και οι εκτελεστικοί διευθυντές πρέπει να δηλώνουν ετησίως στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης κατά πόσον υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των συμφερόντων τους και αυτών της εταιρείας.

(15)     Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης εισπράττουν, διαχειρίζονται και διανέμουν τα έσοδα που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων που τους ανατίθενται από τους δικαιούχους. Τα έσοδα αυτά οφείλονται τελικώς στους δικαιούχους οι οποίοι ενδέχεται να είναι μέλη της συγκεκριμένης ή άλλης εταιρείας. Ως εκ τούτου, έχει σημασία οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια κατά την είσπραξη, διαχείριση και διανομή των εν λόγω εσόδων. Η ακριβής κατανομή είναι δυνατή μόνο όταν οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης διατηρούν κατάλληλα μητρώα μελών, αδειών και χρήσων των έργων και άλλων θεματικών αντικειμένων. Όποτε ενδείκνυται, πρέπει επίσης να παρέχονται στοιχεία από τους δικαιούχους και τους χρήστες και να επαληθεύονται από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης. Η διαχείριση των ποσών που εισπράττονται και οφείλονται στους δικαιούχους πρέπει να γίνεται ξεχωριστά από τη διαχείριση τυχόν ιδίων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και, σε περίπτωση που επενδύονται, ενώ εκκρεμεί η διανομή τους στους δικαιούχους, τούτο πρέπει να διενεργείται σε συμφωνία με την επενδυτική πολιτική που αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Προκειμένου να διατηρείται έα υψηλό επίπεδο προστασίας για τα δικαιώματα των δικαιούχων και να εξασφαλίζεται ότι οποιαδήποτε έσοδα τα οποία μπορούν να προκύψουν από την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων τους αποδίδονται προς όφελος των δικαιούχων, η διαχείριση των επενδύσεων που πραγματοποιούνται και κατέχονται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με κριτήρια που θα υποχρεώνουν την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να ενεργεί με σύνεση, επιτρέποντας παράλληλα στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να αποφασίζει για την ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη επενδυτική πολιτική. Αυτό θα επιτρέψει στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να επιλέγει μια κατανομή στοιχείων ενεργητικού που είναι κατάλληλη για τη συγκεκριμένη φύση και διάρκεια της τυχόν έκθεσης σε κίνδυνο των εσόδων από δικαιώματα που επενδύονται και δεν θίγει αδικαιολόγητα τα έσοδα από δικαιώματα που οφείλονται στους δικαιούχους. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη και αποτελεσματική διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους, είναι απαραίτητο οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να αναλαμβάνουν με επιμέλεια και καλή πίστη εύλογα μέτρα για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό των αντίστοιχων δικαιούχων. Είναι επίσης σκόπιμο να προβλέπεται η έγκριση από τα μέλη των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης των κανόνων που διέπουν οποιαδήποτε κατάσταση κατά την οποία, λόγω της έλλειψης ταυτοποιημένων ή εντοπισμένων δικαιούχων, δεν μπορούν να διανεμηθούν τα εισπραχθέντα ποσά.

(16)     Δεδομένου ότι οι δικαιούχοι έχουν το δικαίωμα να αμείβονται για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων τους, είναι σημαντικό κάθε κράτηση, εκτός από τα έξοδα διαχείρισης ή τις κρατήσεις που απαιτούνται από το εθνικό δίκαιο, να αποφασίζεται από τα μέλη των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, έτσι ώστε οι εταιρείες να είναι διαφανείς έναντι των δικαιούχων όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν τις κρατήσεις αυτές. Κάθε δικαιούχος πρέπει να έχει ισότιμη πρόσβαση σε κάθε κοινωνική, πολιτιστική ή εκπαιδευτική υπηρεσία που χρηματοδοτείται μέσω τέτοιων κρατήσεων. Εντούτοις, η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει το εθνικό δίκαιο σε τυχόν πτυχές που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία.

(17)     Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης μπορούν να διαχειρίζονται δικαιώματα και να εισπράττουν έσοδα από την εκμετάλλευση αυτών («έσοδα από δικαιώματα») δυνάμει συμφωνιών εκπροσώπησης που συνάπτουν με άλλες εταιρείες. Για την προστασία των δικαιωμάτων των μελών των άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, μια εταιρεία δεν πρέπει να κάνει διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων που διαχειρίζεται δυνάμει συμφωνιών εκπροσώπησης και εκείνων που διαχειρίζεται απευθείας για τους δικαιούχους της. Επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπεται στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να επιβάλει κρατήσεις σε εισπραχθέντα έσοδα από δικαιώματα εκ μέρους άλλης εταιρείας συλλογικής διαχείρισης χωρίς τη ρητή συναίνεση της άλλης εταιρείας.

(18)     Η σημασία της ύπαρξης δίκαιων εμπορικών όρων αδειοδότησης είναι ιδιαιτέρως μεγάλη για να διασφαλίζεται ότι οι χρήστες μπορούν να χορηγούν άδειες σε έργα και άλλα προστατευόμενα αντικείμενα για τα οποία μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης εκπροσωπεί τα δικαιώματα και για να διασφαλίσει την αμοιβή των δικαιούχων. Κατά συνέπεια, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και οι χρήστες πρέπει να διενεργούν διαπραγματεύσεις για τη χορήγηση αδειών με καλή πίστη και να εφαρμόζουν χρεώσεις που καθορίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

(19)     Προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των δικαιούχων, των χρηστών και των άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης στον τομέα των υπηρεσιών διαχείρισης που παρέχονται από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, κάθε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης πρέπει να θεσπίζει συγκεκριμένα μέτρα διαφάνειας. Συνεπώς, κάθε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης πρέπει να ενημερώνει τους μεμονωμένους δικαιούχους σχετικά με τα ποσά που τους καταβάλλονται και τις αντίστοιχες κρατήσεις που γίνονται. Θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να παρέχουν επαρκείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών πληροφοριών, στις άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης των οποίων τα δικαιώματα διαχειρίζονται μέσω συμφωνιών εκπροσώπησης. Κάθε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης πρέπει να δημοσιοποιεί επαρκείς πληροφορίες για να διασφαλίζει ότι οι δικαιούχοι, οι χρήστες και άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης κατανοούν τη διάρθρωσή της και τον τρόπο άσκησης των δραστηριοτήτων της. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης θα πρέπει ιδίως να γνωστοποιούν στους δικαιούχους, τους χρήστες και τις άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης το εύρος του ρεπερτορίου τους και τους κανόνες που διέπουν τις αμοιβές, τις κρατήσεις και τις χρεώσεις τους.

(20)     Για να διασφαλίζεται ότι οι δικαιούχοι έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις επιδόσεις των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και να συγκρίνουν τις επιδόσεις τους, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να δημοσιεύουν ετήσια έκθεση διαφάνειας στην οποία θα περιέχονται συγκρίσιμες ελεγμένες οικονομικές πληροφορίες που αφορούν συγκεκριμένα τις δραστηριότητες των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης θα πρέπει να δημοσιοποιούν επίσης ετήσια ειδική έκθεση σχετικά με τη χρήση των ποσών που προορίζονται για κοινωνικές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Για να αποφευχθεί η επιβολή υπερβολικής επιβάρυνσης σε μικρότερες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και για να υπάρχει αναλογικότητα στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να εξαιρούν τις μικρότερες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης από ορισμένες υποχρεώσεις διαφάνειας, σε περίπτωση που το κρίνουν αναγκαίο.

(21)     Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών στις οποίες γίνεται χρήση μουσικών έργων, όπως μουσικές υπηρεσίες που επιτρέπουν στους καταναλωτές να τηλεφορτώνουν μουσική ή να την ακούν σε συνεχή ροή, καθώς και άλλες υπηρεσίες που παρέχουν πρόσβαση σε ταινίες ή παιχνίδια όπου η μουσική αποτελεί σημαντικό στοιχείο, πρέπει πρώτα να αποκτούν το δικαίωμα χρήσης των έργων αυτών. Σύμφωνα με την οδηγία 2001/29/EΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας[20] απαιτείται άδεια για καθένα από τα δικαιώματα που εμπλέκονται στην επιγραμμική εκμετάλλευση των μουσικών έργων. Πρόκειται για το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και το αποκλειστικό δικαίωμα παρουσίασης στο κοινό των μουσικών έργων, στο οποίο περιλαμβάνεται το δικαίωμα διάθεσης. Η διαχείριση των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να γίνεται από τους ίδιους τους μεμονωμένους δικαιούχους, όπως τους δημιουργούς ή τους εκδότες μουσικών έργων, ή από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που παρέχουν υπηρεσίες συλλογικής διαχείρισης στους δικαιούχους. Ενδέχεται η διαχείριση της αναπαραγωγής και της παρουσίασης στο κοινό των δικαιωμάτων των δημιουργών να ασκείται από διαφορετικές εταιρείες συλλογικής διαχείρισης. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες αρκετοί δικαιούχοι έχουν δικαιώματα επί του ίδιου έργου και ενδέχεται να έχουν εξουσιοδοτήσει διαφορετικές εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να χορηγούν άδειες στα αντίστοιχα μερίδια των δικαιωμάτων τους επί του έργου. Κάθε χρήστης που επιθυμεί να παρέχει μια επιγραμμική υπηρεσία η οποία προσφέρει ευρεία επιλογή μουσικών έργων στους καταναλωτές, πρέπει να ομαδοποιεί τα δικαιώματα που έχουν επί των έργων οι διαφορετικοί δικαιούχοι και εταιρείες συλλογικής διαχείρισης.

(22)     Μολονότι το διαδίκτυο δεν έχει σύνορα, η επιγραμμική αγορά για μουσικές υπηρεσίες στην ΕΕ εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη και δεν έχει ακόμη επιτευχθεί πλήρως η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς. Η πολυπλοκότητα και η δυσκολία που συνδέονται με τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων στην Ευρώπη, ενέτεινε, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής ψηφιακής αγοράς για επιγραμμικές μουσικές υπηρεσίες. Η κατάσταση αυτή έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την ταχέως αναπτυσσόμενη ζήτηση των καταναλωτών για πρόσβαση σε ψηφιακό περιεχόμενο και συναφείς καινοτόμες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης πέραν των εθνικών συνόρων.

(23)     Η σύσταση 2005/737/ΕΚ της Επιτροπής προώθησε ένα νέο κανονιστικό περιβάλλον καλύτερα προσαρμοσμένο στη διαχείριση, σε ενωσιακό επίπεδο, των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων για την παροχή νόμιμων επιγραμμικών μουσικών υπηρεσιών. Αναγνώρισε ότι στην εποχή της επιγραμμικής εκμετάλλευσης των μουσικών έργων, οι εμπορικοί χρήστες χρειάζονται μια πολιτική χορήγησης διακρατικών αδειών η οποία να αρμόζει σε ένα επιγραμμικό περιβάλλον που είναι πανταχού παρόν και έχει διακρατικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η σύσταση, λόγω του προαιρετικού χαρακτήρα της, δεν αποδείχθηκε επαρκής για την ενθάρρυνση της ευρέως διαδεδομένης χορήγησης διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων ούτε για την αντιμετώπιση των ειδικών απαιτήσεων της χορήγησης διακρατικών αδειών.

(24)     Στον επιγραμμικό τομέα της μουσικής, όπου ο κανόνας εξακολουθεί να είναι η συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού σε εδαφική βάση, είναι σημαντικό να δημιουργηθούν συνθήκες που θα ευνοούν τις πλέον αποτελεσματικές πρακτικές αδειοδότησης από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, σε ένα διασυνοριακό πλαίσιο που ολοένα αυξάνεται. Επομένως, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ένα σύνολο κανόνων συντονισμού των βασικών προϋποθέσεων για την παροχή από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης συλλογικών διακρατικών αδειών για τα επιγραμμικά δικαιώματα δημιουργών επί μουσικών έργων. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να διασφαλίζουν την απαραίτητη ελάχιστη ποιότητα των διασυνοριακών υπηρεσιών που παρέχονται από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια του εκπροσωπούμενου ρεπερτορίου και την ακρίβεια των χρηματοοικονομικών ροών που σχετίζονται με τη χρήση των δικαιωμάτων. Θα πρέπει επίσης να καθορίζουν ένα πλαίσιο για τη διευκόλυνση της οικειοθελούς ομαδοποίησης του μουσικού ρεπερτορίου και κατ’ επέκταση τη μείωση του αριθμού των αδειών που χρειάζεται ένας χρήστης για να λειτουργήσει μια διακρατική υπηρεσία. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να παρέχουν σε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης τη δυνατότητα να ζητεί από άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης την εκπροσώπηση του ρεπερτορίου της σε διακρατική βάση, σε περίπτωση που δεν είναι η ίδια σε θέση να εκπληρώσει τις απαιτήσεις. Η εταιρεία στην οποία απευθύνεται το αίτημα υποχρεούται να αποδέχεται την ανάθεση της αιτούσης εταιρείας, υπό την προϋπόθεση ότι ομαδοποιεί ρεπερτόριο και προσφέρει ή χορηγεί διακρατικές άδειες. Η ανάπτυξη των νομίμων επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής στην Ένωση πρέπει επίσης να συμβάλλει στην καταπολέμηση της πειρατείας.

(25)     Η διαθεσιμότητα ακριβών και ολοκληρωμένων πληροφοριών σχετικά με τα μουσικά έργα, τους δικαιούχους και τα δικαιώματα τα οποία δικαιούται να εκπροσωπεί κάθε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης σε ένα δεδομένο κράτος μέλος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για μια αποτελεσματική και διαφανή διαδικασία αδειοδότησης, για τη μετέπειτα παρακολούθηση της χρήσης των δικαιωμάτων τα οποία αφορά η άδεια και τη σχετική τιμολόγηση των παρόχων υπηρεσιών καθώς και για τη διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους. Για τον λόγο αυτό, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που χορηγούν διακρατικές άδειες για μουσικά έργα πρέπει να είναι σε θέση να επεξεργάζονται τέτοιου είδους λεπτομερή στοιχεία με ταχύτητα και ακρίβεια. Τούτο απαιτεί τη χρήση διαρκώς επικαιροποιημένων βάσεων δεδομένων για την κυριότητα των δικαιωμάτων για τα οποία χορηγείται άδεια σε διακρατική βάση, στις οποίες θα περιέχονται στοιχεία που επιτρέπουν την εξακρίβωση των έργων, των δικαιωμάτων, των δικαιούχων και των κρατών μελών για τα οποία η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διαθέτει εξουσία εκπροσώπησης. Οι εν λόγω βάσεις δεδομένων συμβάλλουν επίσης στην αντιστοίχιση των πληροφοριών για τα έργα με τις πληροφορίες για τα φωνογραφήματα ή κάθε άλλη υλική ενσωμάτωση του έργου. Επίσης, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι δυνητικοί αδειούχοι και δικαιούχοι θα έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζονται για να εξακριβώνουν το ρεπερτόριο που εκπροσωπούν οι εν λόγω εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, με την επιφύλαξη κάθε μέτρου που ενδέχεται να δικαιούνται αυτές να λάβουν για να προστατεύσουν την ακρίβεια και την ακεραιότητα των δεδομένων, για τον έλεγχο της επαναχρησιμοποίησής τους και για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

(26)     Για να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα σχετικά το μουσικό ρεπερτόριο που επεξεργάζονται είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερα, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που χορηγούν διακρατικές άδειες για μουσικά έργα πρέπει να επικαιροποιούν τις βάσεις δεδομένων τους συνεχώς και χωρίς καθυστέρηση. Πρέπει να καθιερώνουν εύκολα προσβάσιμες διαδικασίες, ώστε να δίνουν τη δυνατότητα στους δικαιούχους και στις άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης των οποίων το ρεπερτόριο ενδέχεται να εκπροσωπούν, να τους ενημερώνουν σχετικά με τυχόν ανακρίβειες που ενδέχεται να περιλαμβάνουν οι βάσεις δεδομένων των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης σε σχέση με τα έργα που έχουν στην κυριότητα ή τον έλεγχό τους, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων – εν όλω ή εν μέρει – και κρατών μελών για λογαριασμό των οποίων έχουν αναθέσει τη διαχείριση στη σχετική εταιρεία συλλογικής διαχείρισης. Πρέπει επίσης να έχουν την ικανότητα να επεξεργάζονται ηλεκτρονικά την καταχώριση των έργων και τις εξουσιοδοτήσεις διαχείρισης των δικαιωμάτων. Δεδομένης της σημασίας που έχει για την αυτοματοποίηση των πληροφοριών η ταχεία και αποτελεσματική επεξεργασία των δεδομένων, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να προβλέπουν τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων για τη συγκροτημένη μετάδοση των πληροφοριών αυτών από τους δικαιούχους. Στο μέτρο του δυνατού, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτού του είδους τα ηλεκτρονικά μέσα λαμβάνουν υπόψη τα αντίστοιχα βιομηχανικά πρότυπα ή πρακτικές που αναπτύσσονται είτε σε διεθνές είτε σε ενωσιακό επίπεδο.

(27)     Η ψηφιακή τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να παρακολουθούν με αυτοματοποιημένο τρόπο τη χρήση των μουσικών έργων για τα οποία έχει παραχωρηθεί άδεια εκ μέρους του αδειούχου και διευκολύνει την τιμολόγηση. Τα βιομηχανικά πρότυπα για τη χρήση της μουσικής, την αναφορά των πωλήσεων και την τιμολόγηση συμβάλλουν καθοριστικά στη βελτίωση της αποδοτικότητας κατά την ανταλλαγή των δεδομένων μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των χρηστών. Η παρακολούθηση της χρήσης των αδειών πρέπει να σέβεται θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και την προστασία δεδομένων. Για να διασφαλιστεί ότι τα οφέλη που απορρέουν από την αποδοτικότητα οδηγούν σε ταχύτερη χρηματοοικονομική επεξεργασία και τελικώς σε πιο έγκαιρες πληρωμές στους δικαιούχους, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να εκδίδουν τιμολόγια στους παρόχους υπηρεσιών και να διανέμουν τα ποσά που οφείλονται στους δικαιούχους χωρίς καθυστέρηση. Προκειμένου η απαίτηση αυτή να είναι αποτελεσματική, είναι απαραίτητο οι αδειούχοι να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να παράσχουν στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης ακριβείς και έγκαιρες αναφορές σχετικά με τη χρήση των έργων τους. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δεν θα υποχρεούνται να αποδέχονται τις αναφορές που υποβάλλουν οι χρήστες σε κλειστούς μορφότυπους, εφόσον είναι διαθέσιμα ευρέως χρησιμοποιούμενα βιομηχανικά πρότυπα.

(28)     Για την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών διαχείρισης από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που χορηγούν συλλογικές διακρατικές άδειες απαιτούνται η πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες δεδομένων και ο χειρισμός αυτών, καθώς και τεχνικές ικανότητες υψηλού επίπεδου. Δεν πρέπει να απαγορεύεται στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να αναθέτουν σε τρίτους υπηρεσίες σχετικά με τη χορήγηση διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επηρεάζεται η ευθύνη τους έναντι των δικαιούχων, των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών ή άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και ότι τηρούνται οι υποχρεώσεις περί προστασίας δεδομένων όπως ορίζονται στο άρθρο 17 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[21]. Ο καταμερισμός ή η συνένωση των δυνατοτήτων των υπηρεσιών στήριξης αναμένεται ότι θα βοηθήσει τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης στη βελτίωση των υπηρεσιών διαχείρισης και στον εξορθολογισμό των επενδύσεων σε εργαλεία διαχείρισης δεδομένων.

(29)     Η ομαδοποίηση διαφορετικών μουσικών ρεπερτορίων για χορήγηση διακρατικών αδειών διευκολύνει τη διαδικασία αδειοδότησης και, καθιστώντας διαθέσιμα όλα τα ρεπερτόρια στην αγορά διακρατικών αδειών, ενισχύει την πολιτιστική ποικιλομορφία και συμβάλει στη μείωση του αριθμού των συναλλαγών τις οποίες πρέπει να διενεργεί ένας πάροχος επιγραμμικής υπηρεσίας προκειμένου να προσφέρει την εν λόγω υπηρεσία. Η εν λόγω ομαδοποίηση των ρεπερτορίων θα διευκολύνει την ανάπτυξη νέων επιγραμμικών υπηρεσιών και θα οδηγεί επίσης στη μείωση του κόστους συναλλαγής που μετακυλίεται στους καταναλωτές. Κατά συνέπεια, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που δεν προτίθενται ούτε είναι σε θέση να χορηγούν απευθείας διακρατικές άδειες στο ιδιόκτητο μουσικό ρεπερτόριό τους πρέπει να ενθαρρύνονται να αναθέτουν προαιρετικά σε άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης το καθήκον της διαχείρισης του ρεπερτορίου τους υπό όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις. Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα ανάθεσης, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα οφείλει να αποδεχθεί, υπό την προϋπόθεση ότι ομαδοποιεί ρεπερτόριο και προσφέρει ή χορηγεί διακρατικές άδειες. Επιπλέον, η αποκλειστικότητα στις συμφωνίες για χορήγηση διακρατικών αδειών θα περιόριζε τις επιλογές που διατίθενται στους χρήστες που αναζητούν διακρατικές άδειες, καθώς και τις επιλογές που διατίθενται σε εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που αναζητούν υπηρεσίες διαχείρισης του ρεπερτορίου τους σε διακρατική βάση. Επομένως, όλες οι συμφωνίες εκπροσώπησης μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης στις οποίες προβλέπεται η χορήγηση διακρατικής άδειας πρέπει να συνάπτονται σε μη αποκλειστική βάση.

(30)     Η διαφάνεια των όρων δυνάμει των οποίων οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζονται τα επιγραμμικά δικαιώματα για τα οποία έχουν λάβει εξουσιοδότηση εκπροσώπησης έχει ιδιαίτερη σημασία για τους δικαιούχους. Επομένως, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να παρέχουν στους δικαιούχους τους επαρκείς πληροφορίες για τους κύριους όρους κάθε συμφωνίας βάσει της οποίας ανατίθεται σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης η εκπροσώπηση των επιγραμμικών μουσικών δικαιωμάτων τους με σκοπό τη χορήγηση διακρατικών αδειών.

(31)     Είναι επίσης σημαντικό να απαιτείται από κάθε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που προσφέρει ή χορηγεί διακρατικές άδειες να συμφωνεί να εκπροσωπεί το ρεπερτόριο οποιασδήποτε εταιρείας συλλογικής διαχείρισης που αποφασίζει να μην το πράξει απευθείας. Για να διασφαλιστεί ότι η απαίτηση αυτή δεν είναι δυσανάλογη και ότι δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα υποχρεούται να αποδεχθεί την εκπροσώπηση μόνο σε περίπτωση που το αίτημα περιορίζεται στο επιγραμμικό δικαίωμα ή σε κατηγορίες επιγραμμικών δικαιωμάτων των οποίων έχει αναλάβει την εκπροσώπηση. Επιπλέον, η απαίτηση αυτή πρέπει να ισχύει μόνο για τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που ομαδοποιούν ρεπερτόριο και δεν πρέπει να καλύπτει εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που χορηγούν διακρατικές άδειες αποκλειστικά για το δικό τους ρεπερτόριο. Επίσης, δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε εταιρείες συλλογικής διαχείρισης οι οποίες ομαδοποιούν μόνο δικαιώματα επί των ίδιων έργων με σκοπό να έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν άδεια από κοινού τόσο για δικαιώματα αναπαραγωγής όσο και για δικαιώματα παρουσίασης στο κοινό επί των έργων αυτών. Κάθε συμφωνία με την οποία μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης αναθέτει σε άλλη εταιρεία ή εταιρείες συλλογικής διαχείρισης τη χορήγηση διακρατικών αδειών στο ιδιόκτητο μουσικό ρεπερτόριό της για επιγραμμική χρήση δεν πρέπει να αποτρέπει την εν λόγω εταιρεία συλλογικής διαχείρισης από τη συνέχιση χορήγησης αδειών αποκλειστικά στην επικράτεια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται αυτή εγκατεστημένη, στο δικό της ρεπερτόριο και σε κάθε άλλο ρεπερτόριο το οποίο ενδέχεται να έχει εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπεί στο κράτος μέλος αυτό.

(32)     Οι στόχοι και η αποτελεσματικότητα των κανόνων για τη χορήγηση διακρατικών αδειών από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης θα ετίθεντο σε μεγάλο κίνδυνο εάν οι δικαιούχοι δεν ήταν σε θέση να ασκούν τα δικαιώματά τους με τη χορήγηση διακρατικών αδειών σε περίπτωση που η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία έχουν χορηγήσει τα δικαιώματά τους δεν χορηγεί ούτε προσφέρει διακρατικές άδειες και δεν επιθυμεί να αναθέσει τη χορήγηση αυτή σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης. Για τον λόγο αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σημαντικό να παρέχεται η δυνατότητα στους δικαιούχους να χορηγούν οι ίδιοι τις διακρατικές άδειες που απαιτούνται από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών ή μέσω άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή μερών, χωρίς να χρειάζεται να ανακαλέσουν τα δικαιώματά τους από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

(33)     Προς όφελος της επιγραμμικής αγοράς, οι βασικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πρόσβαση στην πληροφορία, τον χειρισμό των δεδομένων, τις δυνατότητες τιμολόγησης και πληρωμής πρέπει να εφαρμόζονται επίσης και σε κάθε οντότητα, η οποία ανήκει, εν όλω ή εν μέρει, σε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης και η οποία προσφέρει ή χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα μουσικών έργων.

(34)     Στο ψηφιακό περιβάλλον, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης υποχρεούνται τακτικά να χορηγούν άδεια σχετικά με το ρεπερτόριό τους για εξ ολοκλήρου νέες μορφές εκμετάλλευσης και επιχειρησιακά μοντέλα. Σε τέτοιες περιπτώσεις και με σκοπό να ενισχυθεί ένα περιβάλλον που ευνοεί την ανάπτυξη των αδειών αυτών, και προκειμένου αυτό να επιτευχθεί το ταχύτερο δυνατόν, οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να διαθέτουν την απαιτούμενη ευελιξία ώστε να παρέχουν εξατομικευμένες και καινοτόμες άδειες, χωρίς να κινδυνεύουν να χρησιμοποιούνται ως προηγούμενο για τον καθορισμό των όρων άλλων ειδών αδειών.

(35)     Οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί βασίζονται εν γένει σε άδεια χορηγηθείσα από τοπική εταιρεία συλλογικής διαχείρισης για τις δικές τους εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που περιλαμβάνουν μουσικά έργα. Σε πολλές περιπτώσεις, η άδεια αυτή ισχύει περιοριστικά για ραδιοτηλεοπτικές δραστηριότητες. Προκειμένου να επιτρέπεται η διάθεση τέτοιου είδους ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων στο διαδίκτυο, απαιτείται άδεια για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων. Για να διευκολύνεται η χορήγηση διακρατικών αδειών σε επιγραμμικά μουσικά δικαιώματα για τους σκοπούς της ταυτόχρονης και καθυστερημένης μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στο διαδίκτυο, πρέπει να προβλέπεται παρέκκλιση από τους κανόνες που θα ίσχυαν σε διαφορετική περίπτωση για τη χορήγηση διακρατικής άδειας σε μουσικά έργα για επιγραμμικές χρήσεις Η εν λόγω παρέκκλιση πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για να επιτρέπεται η πρόσβαση σε ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα στο διαδίκτυο και σε υλικό που έχει σαφή σχέση εξάρτησης με την αρχική εκπομπή και παράγεται για σκοπούς όπως η συμπλήρωση, η προκαταρκτική εξέταση ή η επανεξέταση των εν λόγω τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων. Η παρέκκλιση αυτή δεν πρέπει να λειτουργεί με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού με τις άλλες υπηρεσίες οι οποίες παρέχουν στους καταναλωτές πρόσβαση σε ατομικά μουσικά ή οπτικοακουστικά έργα στο διαδίκτυο, ή να οδηγεί σε περιοριστικές πρακτικές, όπως η κατανομή της αγοράς ή της πελατείας, κατά παράβαση των άρθρων 101 ή 102 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(36)     Πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματική επιβολή των διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να καθιστούν διαθέσιμες στα μέλη τους ειδικές διαδικασίες για τον χειρισμό των καταγγελιών και την επίλυση των διαφορών. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμες και σε άλλους δικαιούχους που εκπροσωπούνται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης. Σκόπιμο είναι επίσης να διασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ανεξάρτητους, αμερόληπτους και αποτελεσματικούς φορείς επίλυσης διαφορών, ικανούς για τη διευθέτηση εμπορικών διαφορών μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των χρηστών σε σχέση με τους ισχύοντες ή προτεινόμενους όρους αδειοδότησης καθώς και σε σχέση με καταστάσεις κατά τις οποίες απορρίπτεται η χορήγηση άδειας. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα των κανόνων που διέπουν τη χορήγηση διακρατικών αδειών σε επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων ενδέχεται να τίθεται υπό αμφισβήτηση εάν οι διαφορές μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των αντισυμβαλλομένων μερών δεν επιλύονται γρήγορα και αποτελεσματικά από ανεξάρτητους και αμερόληπτους φορείς. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να προβλέπεται, με την επιφύλαξη του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, μια εύκολα προσβάσιμη, αποτελεσματική και αμερόληπτη διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης των διαφωνιών μεταξύ, αφενός, των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και, αφετέρου, των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής, των δικαιούχων ή άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

(37)     Επιπλέον, τα κράτη μέλη πρέπει να καθιερώνουν κατάλληλες διαδικασίες μέσω των οποίων θα καθίσταται δυνατή η υποβολή καταγγελιών κατά των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης οι οποίες δεν συμμορφώνονται με το νόμο και να διασφαλίσουν ότι επιβάλλονται, κατά περίπτωση, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίζουν τις αρχές που θα ευθύνονται για τη διαχείριση των διαδικασιών περί καταγγελιών και κυρώσεων. Για να διασφαλιστεί ότι τηρούνται οι απαιτήσεις για τη χορήγηση διακρατικών αδειών, πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις για την παρακολούθηση της υλοποίησής τους. Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να υπάρχει συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(38)     Είναι σημαντικό οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να σέβονται τα δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων κάθε δικαιούχου, μέλους, χρήστη ή άλλου φυσικού προσώπου των οποίων τα προσωπικά δεδομένα επεξεργάζονται. Η οδηγία 95/46/ΕΚ διέπει την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει χώρα στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, ιδίως των δημοσίων ανεξάρτητων αρχών οι οποίες έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη. Οι δικαιούχοι πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη ενημέρωση σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων τους, τους αποδέκτες των δεδομένων αυτών, τις προθεσμίες για διατήρηση των δεδομένων τους στις βάσεις δεδομένων τους και τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τους για πρόσβαση, διόρθωση ή διαγραφή των προσωπικών δεδομένων τους που τους αφορούν σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Συγκεκριμένα, οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί που επιτρέπουν την έμμεση ταυτοποίηση ενός προσώπου θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του στοιχείου α) του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας.

(39)     Υπό το πρίσμα του άρθρου 12 στοιχείο β) της οδηγίας 95/46/ΕΚ η οποία χορηγεί σε κάθε πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση, τη διαγραφή ή το κλείδωμα των ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, η παρούσα οδηγία διασφαλίζει επίσης τη διόρθωση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε ανακριβούς πληροφορίας σχετικά με τους δικαιούχους ή άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης στην περίπτωση διακρατικών αδειών.

(40)     Οι διατάξεις σχετικά με τα μέτρα επιβολής της εφαρμογής δεν θα πρέπει να θίγουν τις αρμοδιότητες των ανεξάρτητων δημόσιων εθνικών αρχών που ορίζονται από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 28 της οδηγίας 95/46/ΕΚ για την παρακολούθηση της τήρησης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.

(41)     Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απαίτηση της οδηγίας ότι οι μηχανισμοί επίλυσης διαφορών θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι στα μέλη, τους δικαιούχους, τους χρήστες και τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δεν πρέπει να εμποδίζει τα μέρη να ασκούν το δικαίωμά τους για πρόσβαση σε δικαστήριο, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(42)     Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας να βελτιώσει την ικανότητα των μελών των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης να ασκούν έλεγχο επί των δραστηριοτήτων των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, να διασφαλίσει επαρκή διαφάνεια από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και να βελτιώσει τη χορήγηση διακρατικών αδειών για τα δικαιώματα των δημιουργών για την επιγραμμική χρήση μουσικών έργων δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται συνεπώς, λόγω του εύρους και των επιπτώσεών του, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(43)     Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου του ανταγωνισμού, καθώς και κάθε άλλη σχετική νομοθεσία σε άλλους τομείς συμπεριλαμβανομένων της εμπιστευτικότητας, των εμπορικών μυστικών, της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, της πρόσβασης σε έγγραφα, του δικαίου των συμβάσεων και του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σχετικά με τη σύγκρουση νόμων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων.

(44)     Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη έχουν δεσμευθεί να συνοδεύσουν, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο οικείο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα που εξηγούν τη σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων της οδηγίας και των αντίστοιχων τμημάτων των εθνικών μέσων μεταφοράς. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης κρίνει ότι η διαβίβαση των εγγράφων αυτών είναι αιτιολογημένη.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Τίτλος Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1 Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τις απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της διαχείρισης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης. Επίσης, θεσπίζει απαιτήσεις για τη χορήγηση διακρατικών αδειών από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης των δικαιωμάτων των δημιουργών μουσικών έργων για επιγραμμική χρήση.

Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής

Οι τίτλοι Ι, ΙΙ και IV, με εξαίρεση τα άρθρα 36 και 40 εφαρμόζονται σε όλες τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση.

Ο τίτλος ΙΙΙ και τα άρθρα 36 και 40 του τίτλου IV εφαρμόζονται μόνο στις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που διαχειρίζονται τα δικαιώματα δημιουργών επί μουσικών έργων που προορίζονται για επιγραμμική χρήση σε διακρατική βάση.

Άρθρο 3 Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)           ως «εταιρεία συλλογικής διαχείρισης» νοείται κάθε οργανισμός που εξουσιοδοτείται από το νόμο ή μέσω εκχώρησης, άδειας ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής συμφωνίας, από περισσότερους από έναν δικαιούχους, για τη διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό της, και η οποία ανήκει ή ελέγχεται από τα μέλη της·

β)           ως «δικαιούχος» νοείται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκτός από εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που κατέχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικό δικαίωμα ή το οποίο δυνάμει συμφωνίας για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων, δικαιούται μερίδιο των εσόδων που προκύπτουν από οποιοδήποτε από τα δικαιώματα που διαχειρίζεται η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

γ)           ως «μέλος εταιρείας συλλογικής διαχείρισης» νοείται δικαιούχος ή οντότητα που εκπροσωπεί άμεσα τους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των ενώσεων των δικαιούχων, ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης για προσχώρηση μέλους·

δ)           ως «καταστατικό» νοείται η ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, οι κανόνες ή το συστατικό έγγραφο εταιρείας συλλογικής διαχείρισης·

ε)           ως «διευθυντής» νοείται κάθε μεμονωμένος διευθύνων σύμβουλος, κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου, της διοίκησης ή του εποπτικού συμβουλίου εταιρείας συλλογικής διαχείρισης·

στ)         ως «έσοδα από δικαιώματα» νοούνται τα έσοδα που εισπράττονται από μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης για λογαριασμό των δικαιούχων, είτε προκύπτουν από αποκλειστικό δικαίωμα είτε από δικαίωμα αμοιβής είτε από δικαίωμα αποζημίωσης·

ζ)           ως «έξοδα διαχείρισης» νοείται το ποσό που χρεώνεται από μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της που προκύπτουν από τη διαχείριση των υπηρεσιών που αφορούν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικά δικαιώματα·

η)           ως «συμφωνία εκπροσώπησης» νοείται κάθε συμφωνία μεταξύ εταιρειών συλλογικής διαχείρισης δυνάμει της οποίας μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης αναθέτει σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης την εκπροσώπηση δικαιωμάτων στο ρεπερτόριό της, συμπεριλαμβανομένης συμφωνίας που έχει συναφθεί βάσει των άρθρων 28 και 29·

θ)           ως «χρήστης» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί πράξεις που υπόκεινται στην έγκριση των δικαιούχων, αναλαμβάνει την αμοιβή των δικαιούχων ή την καταβολή αποζημίωσης στους δικαιούχους και το οποίο δεν ενεργεί υπό την ιδιότητα του καταναλωτή·

ι)            ως «ρεπερτόριο» νοούνται τα έργα ή άλλο προστατευόμενο αντικείμενο επί των οποίων υφίστανται δικαιώματα που διαχειρίζεται μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

ια)          ως «διακρατική άδεια» νοείται η άδεια που καλύπτει την επικράτεια περισσότερων του ενός κρατών μελών·

ιβ)          ως «επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων» νοείται οποιοδήποτε από τα δικαιώματα σε ένα μουσικό έργο που προβλέπονται από τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ, τα οποία απαιτούνται για την παροχή μιας επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας·

ιγ)          ως «επιγραμμική μουσική υπηρεσία» νοείται μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/34/ΕΚ, η οποία απαιτεί την αδειοδότηση των μουσικών έργων.

Τίτλος ΙΙ

Εταιρείες συλλογικής διαχείρισης

Κεφάλαιο 1

Προσχώρηση μέλους και οργάνωση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης

Άρθρο 4 Γενικές αρχές

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να ενεργούν με γνώμονα το συμφέρον των μελών τους και να μην επιβάλλουν σε δικαιούχους των οποίων τα δικαιώματα διαχειρίζονται οποιεσδήποτε υποχρεώσεις οι οποίες δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίες για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των εν λόγω δικαιούχων.

Άρθρο 5 Δικαιώματα των δικαιούχων

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δικαιούχοι να απολαύουν των δικαιωμάτων που θεσπίζονται στις παραγράφους 2 έως 7 και ώστε τα δικαιώματα αυτά να ορίζονται στο καταστατικό ή στους όρους προσχώρησης μέλους της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης.

2.           Οι δικαιούχοι έχουν το δικαίωμα να εξουσιοδοτούν εταιρεία συλλογικής διαχείρισης της επιλογής τους να διαχειρίζεται τα δικαιώματα, τις κατηγορίες δικαιωμάτων ή τα είδη έργων και άλλα αντικείμενα της επιλογής τους, για τα κράτη μέλη της επιλογής τους, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος κατοικίας ή εγκατάστασης ή την ιθαγένεια είτε της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης είτε του δικαιούχου.

3.           Οι δικαιούχοι έχουν το δικαίωμα να θέτουν τέλος στην εξουσιοδότηση εταιρείας συλλογικής διαχείρισης να διαχειρίζεται τα δικαιώματα, τις κατηγορίες των δικαιωμάτων ή τα είδη των έργων και άλλα αντικείμενα που χορηγούνται στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ή να ανακαλούν από εταιρεία συλλογικής διαχείρισης οποιοδήποτε από τα δικαιώματα ή τις κατηγορίες δικαιωμάτων ή τα είδη των έργων και άλλα αντικείμενα της επιλογής τους, για τα κράτη μέλη της επιλογής τους, κατόπιν επίδοσης εύλογης προειδοποίησης η οποία δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δύναται να αποφασίσει ότι η έναρξη ισχύος μιας τέτοιας λήξης ή ανάκλησης θα λαμβάνει χώρα μόνο είτε στα μέσα είτε στο τέλος του οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο προσεγγίζει περισσότερο τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης.

4.           Εάν υπάρχουν ποσά που οφείλονται σε δικαιούχο για τις πράξεις εκμετάλλευσης που έλαβαν χώρα πριν από τη λήξη ισχύος της εξουσιοδότησης ή την ανάκληση των δικαιωμάτων, ή δυνάμει άδειας που χορηγήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος της λήξης ή της ανάκλησης, ο δικαιούχος θα διατηρεί τα δικαιώματά του βάσει των άρθρων 12, 16, 18 και 34 σε σχέση με τις εν λόγω πράξεις εκμετάλλευσης.

5.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δεν περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4 επιβάλλοντας να ανατίθεται η διαχείριση των δικαιωμάτων ή των κατηγοριών δικαιωμάτων ή των ειδών έργων και άλλων θεματικών αντικειμένων που υπόκεινται σε λήξη ή ανάκληση σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

6.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο δικαιούχος να δίνει τη ρητή συναίνεσή του συγκεκριμένα για κάθε δικαίωμα ή κατηγορία δικαιωμάτων ή είδος έργων και άλλων θεματικών αντικειμένων που ο δικαιούχος επιτρέπει στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να διαχειρίζεται και οποιαδήποτε τέτοια συναίνεση να αποδεικνύεται τεκμηριωμένα.

7.           Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ενημερώνει τους δικαιούχους σχετικά με τα δικαιώματά τους όπως προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 6, πριν λάβει τη συναίνεσή τους για τη διαχείριση κάθε δικαιώματος ή κατηγορίας δικαιωμάτων ή είδους έργων και άλλων θεματικών αντικειμένων.

Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης ενημερώνουν τα μέλη τους για τα δικαιώματά τους όπως προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 6, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 6 Κανόνες των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης για την προσχώρηση μέλους

1.           Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης με τους κανόνες που θεσπίζονται στις παραγράφους 2 έως 5.

2.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης δέχονται ως μέλη δικαιούχους εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις προσχώρησης. Μπορούν να αρνηθούν μια αίτηση προσχώρησης μέλους μόνο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται στο καταστατικό ή στους όρους προσχώρησης μέλους της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και πρέπει να δημοσιοποιούνται.

3.           Το καταστατικό της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης προβλέπει κατάλληλους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς για τη συμμετοχή των μελών της στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης. Η εκπροσώπηση των διαφόρων κατηγοριών μελών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων πρέπει να είναι δίκαιη και ισορροπημένη.

4.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης επιτρέπουν στα μέλη τους να επικοινωνούν με ηλεκτρονικά μέσα, ακόμη και για την άσκηση των δικαιωμάτων που έχουν ως μέλη. Η χρήση ηλεκτρονικών μέσων δεν εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας ή εγκατάστασης του μέλους.

5.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης τηρούν αρχεία των μελών τα οποία ενημερώνονται τακτικά για την ορθή ταυτοποίηση και εντοπισμό των μελών.

Άρθρο 7 Γενική συνέλευση των μελών της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η γενική συνέλευση των μελών των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης να οργανώνεται σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται στις παραγράφους 2 έως 8.

2.           Η γενική συνέλευση των μελών μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης συγκαλείται τουλάχιστον άπαξ ετησίως.

3.           Η γενική συνέλευση εγκρίνει οποιαδήποτε τροποποίηση του καταστατικού και των όρων προσχώρησης μέλους της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης, σε περίπτωση που οι όροι αυτοί δεν ρυθμίζονται από το καταστατικό.

4.           Η γενική συνέλευση έχει την εξουσία να αποφασίζει τον διορισμό ή την απόλυση των διευθυντών και να εγκρίνει τις αμοιβές τους καθώς και άλλα οφέλη όπως μη χρηματικά οφέλη, απονομή σύνταξης, δικαίωμα σε άλλες παροχές και δικαιώματα σε αποζημίωση λόγω απόλυσης.

Η γενική συνέλευση δεν αποφασίζει τον διορισμό ή την απόλυση μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του μεμονωμένου διευθύνοντα συμβούλου σε περίπτωση που το εποπτικό συμβούλιο διαθέτει την εξουσία διορισμού ή απόλυσής τους.

5.           Σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ, η γενική συνέλευση λαμβάνει αποφάσεις τουλάχιστον επί των εξής ζητημάτων:

α)      την πολιτική που ακολουθείται για τη διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους, εκτός από τις περιπτώσεις που η γενική συνέλευση αποφασίζει να αναθέσει τη λήψη της απόφασης αυτής στο όργανο που ασκεί την εποπτική λειτουργία·

β)      τη χρήση των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους τα οποία δεν μπορούν να διανεμηθούν κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 εκτός από τις περιπτώσεις που η γενική συνέλευση αποφασίζει να αναθέσει τη λήψη της απόφασης αυτής στο όργανο που ασκεί την εποπτική λειτουργία·

γ)      τη γενική επενδυτική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης δανείων ή της παροχής ασφάλειας ή εγγύησης για δάνεια ως προς τα έσοδα από τα δικαιώματα·

δ)      τους κανόνες που ρυθμίζουν τις κρατήσεις επί των εσόδων από τα δικαιώματα.

6.           Η γενική συνέλευση ελέγχει τις δραστηριότητες της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης λαμβάνοντας τουλάχιστον απόφαση για τον διορισμό ή την απομάκρυνση του ελεγκτή και εγκρίνοντας την ετήσια έκθεση διαφάνειας, καθώς και την έκθεση του ελεγκτή.

7.           Κάθε περιορισμός του δικαιώματος των μελών της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης να συμμετέχουν στη γενική συνέλευση και να ασκούν τα δικαιώματα ψήφου τους σε αυτή, πρέπει να είναι δίκαιος και αναλογικός και να βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

α)      στη διάρκεια της ιδιότητας μέλους·

β)      στα ποσά που έχουν εισπραχθεί ή οφείλονται σε μέλος σε σχέση με την οικεία οικονομική περίοδο.

Τα κριτήρια αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται στο καταστατικό ή στους όρους προσχώρησης μέλους της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και πρέπει να δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 19.

8.           Κάθε μέλος εταιρείας συλλογικής διαχείρισης έχει το δικαίωμα να ορίζει οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ως πληρεξούσιο προκειμένου να παρίσταται και να ψηφίζει στη γενική συνέλευση εξ ονόματός του.

Άρθρο 8 Εποπτική λειτουργία

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να ορίζει εποπτική λειτουργία η οποία θα είναι αρμόδια για τη διαρκή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων και την εκτέλεση των καθηκόντων των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με διευθυντικά καθήκοντα στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης. Πρέπει να υπάρχει δίκαιη και ισορροπημένη εκπροσώπηση των μελών της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης στο όργανο που θα ασκεί την εν λόγω λειτουργία, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική συμμετοχή τους.

2.           Το επιφορτισμένο με την εποπτική λειτουργία όργανο θα συνέρχεται τακτικά και θα έχει τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες:

α)      έγκριση οποιασδήποτε κτήσης ακινήτων από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

β)      έγκριση της σύστασης θυγατρικών, των εξαγορών άλλων οντοτήτων, των εξαγορών μετοχών ή δικαιωμάτων σε άλλες οντότητες, των συγχωνεύσεων και των συμμαχιών·

γ)      έγκριση της λήψης δανείων, της χορήγησης δανείων και της παροχής ασφάλειας ή εγγύησης για δάνεια.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, η οποία κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού της δεν υπερβαίνει τα όρια δύο εκ των ακόλουθων τριών κριτηρίων:

α)      συνολικός ισολογισμός: 350.000 ευρώ·

β)      καθαρός κύκλος εργασιών: 700.000 ευρώ·

γ)      μέσος όρος απασχοληθέντων κατά τη διάρκεια της χρήσεως: δέκα.

Άρθρο 9 Υποχρεώσεις των προσώπων που διαχειρίζονται στην πράξη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα που διαχειρίζονται στην πράξη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και οι διευθυντές της, εξαιρουμένων των διευθυντών που ασκούν εποπτικά καθήκοντα, να διαχειρίζονται την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης με ορθό και συνετό τρόπο, με τη χρήση κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, καθώς και μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα που διαχειρίζονται στην πράξη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και οι διευθυντές της, εξαιρουμένων των διευθυντών που ασκούν εποπτικά καθήκοντα, να σχεδιάζουν διαδικασίες, ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης πρέπει να διαθέτει διαδικασίες για τον εντοπισμό, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων, προκειμένου να αποτρέπεται η αρνητική επίδρασή τους στα συμφέροντα των μελών της εταιρείας.

Οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν την υποβολή ετήσιας ατομικής δήλωσης από καθένα από τα πρόσωπα και τους διευθυντές, προς το επιφορτισμένο με την εποπτική λειτουργία όργανο, η οποία θα περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      οποιαδήποτε συμφέροντα στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

β)      κάθε αμοιβή που έλαβε από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών καθεστώτων, των πλεονεκτημάτων σε είδος και άλλων ειδών πλεονεκτήματων·

γ)      τα ποσά που έλαβε ως δικαιούχος από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

δ)      δήλωση σχετικά με οποιαδήποτε πραγματική ή δυνητική σύγκρουση μεταξύ τυχόν προσωπικών συμφερόντων και εκείνων της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης ή μεταξύ τυχόν υποχρεώσεων έναντι της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και τυχόν υποχρέωσης προς οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο.

Κεφάλαιο 2

Διαχείριση των εσόδων από τα δικαιώματα

Άρθρο 10 Είσπραξη και χρήση των εσόδων από τα δικαιώματα

1.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να είναι επιμελείς όσον αφορά τη συλλογή και τη διαχείριση των εσόδων από τα δικαιώματα.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζεται και τηρεί ξεχωριστά τα έσοδα από τα δικαιώματα και τυχόν έσοδα που προκύπτουν από την επένδυσή τους από τα ίδια περιουσιακά στοιχεία της, τα έσοδα που προέρχονται από τις υπηρεσίες διαχείρισης ή τα έσοδα που προέρχονται από οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες.

3.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα έσοδα από τα δικαιώματα και τυχόν έσοδα που προκύπτουν από την επένδυσή τους για λογαριασμό της, εξαιρουμένων των εξόδων διαχείρισης που δύναται να αφαιρέσει από αυτά.

4.           Σε περίπτωση που, εν αναμονή της κατανομής των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης επενδύει το έσοδα από τα δικαιώματα και τυχόν έσοδα που προκύπτουν από την επένδυσή τους, το πράττει σύμφωνα με τη γενική επενδυτική πολιτική που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 σημείο γ) και με τους εξής κανόνες:

α)      τα στοιχεία του ενεργητικού επενδύονται με γνώμονα το καλύτερο συμφέρον των μελών· όπου υπάρχει πιθανή σύγκρουση συμφερόντων, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διασφαλίζει ότι η επένδυση γίνεται αποκλειστικά προς το συμφέρον των μελών·

β)      τα στοιχεία του ενεργητικού επενδύονται κατά τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, την ποιότητα, τη ρευστότητα και την κερδοφορία του χαρτοφυλακίου στο σύνολό του·

γ)      τα στοιχεία του ενεργητικού πρέπει να είναι προσηκόντως διαφοροποιημένα, προκειμένου να αποφεύγεται η υπέρμετρη εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο αλλά και η συσσώρευση κινδύνων στο χαρτοφυλάκιο στο σύνολό του.

Άρθρο 11 Κρατήσεις

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συμφωνίες που διέπουν τη σχέση της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης με τα μέλη και τους δικαιούχους της να καθορίζουν τις κρατήσεις που γίνονται επί των εσόδων από τα δικαιώματα, όπως αναφέρονται στο σημείο ε) του άρθρου 16.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση που μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης παρέχει κοινωνικές, πολιτιστικές ή εκπαιδευτικές υπηρεσίες οι οποίες χρηματοδοτούνται μέσω κρατήσεων επί των εσόδων από τα δικαιώματα, οι δικαιούχοι να έχουν τα εξής δικαιώματα:

α)      κοινωνικές, πολιτιστικές ή εκπαιδευτικές υπηρεσίες με βάση δίκαια κριτήρια, ιδίως σε σχέση με την πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές και την έκταση αυτών·

β)      οι δικαιούχοι που θέτουν τέλος στην εξουσιοδότηση για διαχείριση των δικαιωμάτων ή των κατηγοριών δικαιωμάτων ή ειδών έργων και άλλων αντικειμένων ή που έχουν ανακαλέσει τα δικαιώματά τους ή τις κατηγορίες δικαιωμάτων ή τα είδη των έργων και άλλα αντικείμενα από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, συνεχίζουν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές. Τα κριτήρια σε σχέση με την πρόσβαση και την έκταση των υπηρεσιών αυτών μπορεί να λάβουν υπόψη τα έσοδα από τα δικαιώματα που παράγονται από τους εν λόγω δικαιούχους και τη διάρκεια της εξουσιοδότησης για τη διαχείριση των δικαιωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι τα κριτήρια αυτά ισχύουν επίσης για τους δικαιούχους που δεν έχουν θέσει τέλος σε μια τέτοια εξουσιοδότηση ή δεν έχουν ανακαλέσει τα δικαιώματά τους ή τις κατηγορίες των δικαιωμάτων ή τα είδη των έργων και άλλα αντικείμενα από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

Άρθρα 12 Διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους

1.           Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εκ μέρους της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης τακτική και επιμελή διανομή και καταβολή των ποσών που οφείλονται σε όλους τους δικαιούχους που αυτή εκπροσωπεί. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διενεργεί τη διανομή και τις πληρωμές το αργότερο εντός 12 μηνών από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο εισπράχθηκαν τα έσοδα από τα δικαιώματα, εκτός εάν αντικειμενικοί λόγοι που σχετίζονται ιδίως με την αναφορά εκ μέρους των χρηστών, τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων, την ταυτοποίηση των δικαιούχων ή με την αντιστοίχιση των πληροφοριών για τα έργα και άλλα αντικείμενα με τους δικαιούχους δεν επιτρέπουν την τήρηση της προθεσμίας αυτής από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διενεργεί τη διανομή και τις πληρωμές με ακρίβεια, διασφαλίζοντας την ίση μεταχείριση όλων των κατηγοριών των δικαιούχων.

2.           Σε περίπτωση που τα ποσά που οφείλονται στους δικαιούχους δεν μπορούν να διανεμηθούν, μετά από πέντε έτη από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η είσπραξη των εσόδων από τα δικαιώματα, και υπό την προϋπόθεση ότι η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό των δικαιούχων, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης θα αποφασίζει σχετικά με τη χρήση των εν λόγω ποσών σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5 στοιχείο β), με την επιφύλαξη του δικαιώματος του δικαιούχου να διεκδικήσει τα ποσά αυτά από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

3.           Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, στα μέτρα για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό των δικαιούχων περιλαμβάνονται η επαλήθευση των αρχείων των μελών και η διάθεση στα μέλη της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης καθώς και στο κοινό καταλόγου των έργων και των άλλων αντικειμένων για τα οποία ένας ή περισσότεροι δικαιούχοι δεν έχουν ταυτοποιηθεί ή εντοπιστεί.

Κεφάλαιο 3

Διαχείριση δικαιωμάτων εξ ονόματος άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης

Άρθρο 13 Διαχείριση δικαιωμάτων δυνάμει συμφωνιών εκπροσώπησης

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να μην κάνει διακρίσεις μεταξύ των μελών της και τυχόν δικαιούχων των οποίων τα δικαιώματα διαχειρίζεται στο πλαίσιο συμφωνίας εκπροσώπησης, ιδίως σε σχέση με τις ισχύουσες χρεώσεις, τα έξοδα διαχείρισης, καθώς και τους όρους για την είσπραξη των εσόδων από τα δικαιώματα και τη διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους.

Άρθρο 14 Κρατήσεις και πληρωμές που προβλέπονται στις συμφωνίες εκπροσώπησης

1.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δεν προβαίνει σε άλλες κρατήσεις, πέραν των εξόδων διαχείρισης, επί των εσόδων από τα δικαιώματα που διαχειρίζεται βάσει της συμφωνίας εκπροσώπησης με άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, εκτός εάν η άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης συναινεί ρητά σε τέτοιες κρατήσεις.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διανέμει και καταβάλλει τα ποσά που οφείλονται σε άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης τακτικά, επιμελώς και με ακρίβεια.

Κεφάλαιο 4

Σχέσεις με τους χρήστες

Άρθρο 15 Αδειοδότηση

1.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και οι χρήστες διεξαγάγουν διαπραγματεύσεις για την αδειοδότηση των δικαιωμάτων με καλή πίστη, παρέχοντας παράλληλα κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με τις αντίστοιχες υπηρεσίες τους.

2.           Οι όροι αδειοδότησης πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, ιδίως σε σχέση με τις χρεώσεις.

Οι χρεώσεις για τα αποκλειστικά δικαιώματα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την οικονομική αξία των δικαιωμάτων στο εμπόριο καθώς και των υπηρεσιών που παρέχονται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

Ελλείψει οποιασδήποτε εθνικής νομοθεσίας που καθορίζει τα ποσά που οφείλονται στους δικαιούχους δυνάμει του δικαιώματος αμοιβής καθώς και αποζημίωσης, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης θα βασίζει τον δικό της προσδιορισμό των οφειλόμενων ποσών στην οικονομική αξία των δικαιωμάτων αυτών στο εμπόριο.

3.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης παρέχουν τη δυνατότητα στους χρήστες να επικοινωνούν με ηλεκτρονικά μέσα, ακόμη και, κατά περίπτωση, για την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη χρήση της άδειας.

Κεφάλαιο 5

Διαφάνεια και υποβολή εκθέσεων

Άρθρο 16 Παροχή πληροφοριών προς τους δικαιούχους σχετικά με τη διαχείριση των δικαιωμάτων τους

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να καθιστά διαθέσιμες τουλάχιστον άπαξ ετησίως, με ηλεκτρονικά μέσα, σε κάθε δικαιούχο που εκπροσωπεί τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)           τυχόν προσωπικά δεδομένα που ο δικαιούχος έχει εξουσιοδοτήσει την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό του δικαιούχου·

β)           τα έσοδα από τα δικαιώματα που εισπράττονται εξ ονόματος του δικαιούχου·

γ)           τα ποσά που οφείλονται στον δικαιούχο ανά κατηγορία δικαιωμάτων που διαχειρίζεται, και ανά είδος της χρήσης, τα οποία καταβάλλονται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στον δικαιούχο κατά την οικεία χρονική περίοδο·

δ)           την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι χρήσεις στις οποίες αντιστοιχούν τα ποσά που οφείλονται στον δικαιούχο·

ε)           τις κρατήσεις που γίνονται για τα έξοδα διαχείρισης κατά την οικεία χρονική περίοδο·

στ)         τις κρατήσεις που γίνονται για κάθε σκοπό εκτός των δαπανών διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που ενδέχεται να απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία για την παροχή τυχόν κοινωνικών, πολιτιστικών ή εκπαιδευτικών υπηρεσιών εντός της οικείας χρονικής περιόδου·

ζ)           τα ποσά που οφείλονται στον δικαιούχο και τα οποία δεν έχουν καταβληθεί για την οικεία χρονική περίοδο·

η)           τις διαθέσιμες διαδικασίες χειρισμού καταγγελιών και επίλυσης διαφορών σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 36.

Άρθρο 17 Παροχή πληροφοριών προς άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης σχετικά με τη διαχείριση των δικαιωμάτων δυνάμει συμφωνιών εκπροσώπησης

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να καθιστά διαθέσιμες στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης για λογαριασμό της οποίας θα αναλάβει τη διαχείριση δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας συμφωνίας εκπροσώπησης για μια συγκεκριμένη περίοδο, τουλάχιστον άπαξ ετησίως, με ηλεκτρονικά μέσα, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)           τα ποσά που οφείλονται στους δικαιούχους ανά κατηγορία δικαιωμάτων που διαχειρίζεται, και ανά είδος χρήσης τα οποία καταβάλλονται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης για την αδειοδότηση των δικαιωμάτων που διαχειρίζεται σύμφωνα με τη συμφωνία εκπροσώπησης·

β)           τις κρατήσεις που γίνονται για έξοδα διαχείρισης και για άλλους σκοπούς·

γ)           πληροφορίες για τις άδειες και τα έσοδα από τα δικαιώματα που αφορούν τα έργα που περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο που καλύπτεται από τη συμφωνία εκπροσώπησης·

δ)           αποφάσεις της γενικής συνέλευσης.

Άρθρο 18 Παροχή πληροφοριών προς δικαιούχους, μέλη, άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και χρήστες κατόπιν αιτήματος

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να καθιστά διαθέσιμες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε δικαιούχου του οποίου τα δικαιώματα εκπροσωπεί, οποιασδήποτε εταιρείας συλλογικής διαχείρισης για λογαριασμό της οποίας αναλαμβάνει τη διαχείριση δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας συμφωνίας εκπροσώπησης ή οποιουδήποτε χρήστη, με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, τις ακόλουθες πληροφορίες :

α)      τυποποιημένες συμβάσεις αδειοδότησης και ισχύουσες χρεώσεις·

β)      το ρεπερτόριο και τα δικαιώματα που διαχειρίζεται και τα κράτη μέλη που καλύπτονται·

γ)      κατάλογο των συμφωνιών εκπροσώπησης τις οποίες έχει συνάψει, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για άλλες εμπλεκόμενες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, του ρεπερτορίου που εκπροσωπεί και του εδαφικού πεδίου που καλύπτει οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία.

2.           Επιπλέον, μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης καθιστά διαθέσιμη κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου ή οποιασδήποτε εταιρείας συλλογικής διαχείρισης, κάθε πληροφορία σχετικά με τα έργα για τα οποία ο δικαιούχος ή οι δικαιούχοι δεν έχουν ταυτοποιηθεί, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του τίτλου του έργου, του ονοματεπώνυμου του δημιουργού, του ονοματεπώνυμου του εκδότη και κάθε άλλης σχετικής διαθέσιμης πληροφορίας η οποία θα μπορούσε να είναι αναγκαία για την ταυτοποίηση των δικαιούχων.

Άρθρο 19 Δημοσιοποίηση πληροφοριών

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να δημοσιοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      το καταστατικό·

β)      τους όρους προσχώρησης μέλους και λήξης της εξουσιοδότησης για τη διαχείριση των δικαιωμάτων, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο καταστατικό·

γ)      κατάλογο των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 9·

δ)      κανόνες για τη διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους·

ε)      κανόνες για τα έξοδα διαχείρισης·

στ)    κανόνες για τις κρατήσεις επί των εσόδων από τα δικαιώματα για σκοπούς στους οποίους δεν εμπίπτουν τα έξοδα διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των κρατήσεων για κοινωνικές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες·

ζ)      διαδικασίες χειρισμού καταγγελιών και επίλυσης διαφορών που είναι διαθέσιμες σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36.

2.           Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να δημοσιεύονται στον ιστότοπο της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης όπου και θα παραμένουν διαθέσιμα στο κοινό.

Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης τηρεί επικαιροποιημένες τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 20 Ετήσια έκθεση διαφάνειας

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή όπως ορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να καταρτίζει και να δημοσιοποιεί ετήσια έκθεση διαφάνειας, καθώς και ειδική έκθεση, για κάθε οικονομικό έτος το αργότερο έξι μήνες μετά το τέλος του οικονομικού έτους. Η ετήσια έκθεση διαφάνειας υπογράφεται από όλους τους διευθυντές.

Η ετήσια έκθεση διαφάνειας δημοσιεύεται στον ιστότοπο της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης και παραμένει διαθέσιμη εκεί για τουλάχιστον πέντε έτη.

2.           Η ετήσια έκθεση διαφάνειας περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι.

3.           Η ειδική έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αφορά τη χρήση των ποσών που κρατούνται για τους σκοπούς των κοινωνικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών και πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες που ορίζονται στο σημείο 3 του παραρτήματος Ι.

4.           Τα λογιστικά στοιχεία που περιέχονται στην ετήσια έκθεση διαφάνειας θα πρέπει να ελέγχονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο για να διενεργούν λογιστικούς ελέγχους σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων λογαριασμών και των ενοποιημένων λογαριασμών[22].

Η έκθεση ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν παρατηρήσεων, δημοσιεύεται εν όλω στην ετήσια έκθεση διαφάνειας.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα λογιστικά στοιχεία περιλαμβάνουν τις οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο σημείο 1 στοιχείο α) του παραρτήματος Ι καθώς και κάθε οικονομική πληροφορία που αναφέρεται στα σημεία 1 στοιχεία στ) και ζ) και 2 του παραρτήματος Ι.

5.           Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι στοιχεία α), στ) και ζ) του σημείου 1 του παραρτήματος Ι δεν εφαρμόζονται σε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, η οποία κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού της δεν υπερβαίνει τα όρια των δύο από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:

α)      συνολικός ισολογισμός: 350.000 ευρώ·

β)      καθαρός κύκλος εργασιών: 700.000 ευρώ·

γ)      μέσος όρος απασχοληθέντων κατά τη διάρκεια της χρήσεως: δέκα.

Τίτλος ΙΙΙ

Χορηγηση αδειασ πολλαπλής εδαφικής ισχύος για επιγραμμικα δικαιωμάτα επί μουσικών έργων από εταιρείες συλλογικής διαχείρισης

Άρθρο 21 Χορήγηση διακρατικής άδειας στην εσωτερική αγορά

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που είναι εγκατεστημένες στην επικράτειά τους να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου κατά τη χορήγηση διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η συμμόρφωση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης με τις απαιτήσεις αυτές να μπορεί να ελέγχεται στην πράξη από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39.

Άρθρο 22 Ικανότητα επεξεργασίας διακρατικών αδειών

1            Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης η οποία χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων να έχει επαρκή ικανότητα να επεξεργάζεται ηλεκτρονικά, κατά τρόπο αποτελεσματικό και διαφανή, τα στοιχεία που απαιτούνται για τη χορήγηση των αδειών τέτοιου είδους, ιδίως για τον προσδιορισμό του ρεπερτορίου και την παρακολούθηση της χρήσης του, την τιμολόγηση των χρηστών, την είσπραξη εσόδων από τα δικαιώματα και τη διανομή των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους.

2.           Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης πρέπει να πληροί, τουλάχιστον, τις εξής προϋποθέσεις:

α)      την ικανότητα να προσδιορίζει με ακρίβεια τα μουσικά έργα, εν όλω ή εν μέρει, τα οποία η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί·

β)      την ικανότητα να προσδιορίζει με ακρίβεια τα δικαιώματα, εν όλω ή εν μέρει, καθώς και τους δικαιούχους σε σχέση με καθένα από τα κράτη μέλη στα οποία ισχύει η αδειοδότηση αυτή, επί κάθε μουσικού έργου ή μεριδίου αυτού το οποίο η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί·

γ)      τη χρήση των μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών για την ταυτοποίηση των δικαιούχων και τον προσδιορισμό των μουσικών έργων, λαμβάνοντας υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τα προαιρετικά βιομηχανικά πρότυπα και τις πρακτικές που αναπτύσσονται είτε σε διεθνές είτε σε ενωσιακό επίπεδο.

δ)      τη συνεκτίμηση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τυχόν αλλαγών στις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α),

ε)      την ικανότητα εντοπισμού και επίλυσης κατά τρόπο έγκαιρο και αποτελεσματικό των ασυνεπειών στα δεδομένα που βρίσκονται στην κατοχή άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης οι οποίες χορηγούν διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων.

Άρθρο 23 Διαφάνεια των διακρατικών πληροφοριών σχετικά με το ρεπερτόριο

1.           Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων παρέχει στους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής, σε δικαιούχους και άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, με ηλεκτρονικά μέσα, ενημερωμένες πληροφορίες που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό του επιγραμμικού μουσικού ρεπερτορίου που εκπροσωπεί. Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται τα εκπροσωπούμενα μουσικά έργα, εν όλω ή εν μέρει, καθώς και τα εκπροσωπούμενα κράτη μέλη.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης μπορεί να λάβει εύλογα μέτρα για την προστασία της ακρίβειας και της ακεραιότητας των δεδομένων, τον έλεγχο της επαναχρησιμοποίησής τους και την προστασία των προσωπικών δεδομένων και των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

Άρθρο 24 Ακρίβεια των διακρατικών πληροφοριών σχετικά με το ρεπερτόριο

1.           Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων διαθέτει διαδικασίες προκειμένου να μπορούν οι δικαιούχοι και άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να διατυπώνουν αντιρρήσεις έναντι του περιεχομένου των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 ή των πληροφοριών που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 23, σε περίπτωση που οι δικαιούχοι και οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πιστεύουν, βάσει εύλογων αποδείξεων, ότι τα δεδομένα ή οι πληροφορίες είναι ανακριβείς όσον αφορά τα επιγραμμικά δικαιώματά τους επί μουσικών έργων. Σε περίπτωση που οι αντιρρήσεις είναι επαρκώς τεκμηριωμένες, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διασφαλίζει ότι τα δεδομένα ή οι πληροφορίες διορθώνονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης παρέχει στους δικαιούχους των οποίων τα μουσικά έργα περιλαμβάνονται στο δικό της μουσικό ρεπερτόριο μέσα ηλεκτρονικής υποβολής πληροφοριών σχετικά με τα μουσικά έργα τους ή τα δικαιώματά τους επί των έργων αυτών. Κατά την ηλεκτρονική υποβολή, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης και οι δικαιούχοι λαμβάνουν υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τα βιομηχανικά πρότυπα ή τις πρακτικές που αφορούν την ανταλλαγή δεδομένων που αναπτύσσονται σε διεθνές ή ενωσιακό επίπεδο και επιτρέπουν στους δικαιούχους να καθορίζουν το μουσικό έργο, εν όλω ή εν μέρει, τα επιγραμμικά δικαιώματα, εν όλω ή εν μέρει, και τα κράτη μέλη, για τα οποία εξουσιοδοτούν την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

Άρθρο 25 Ακριβής και έγκαιρη υποβολή αναφορών και τιμολόγηση

1.           Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης παρακολουθεί τη χρήση των επιγραμμικών δικαιωμάτων επί μουσικών έργων τα οποία εκπροσωπεί, εν όλω ή εν μέρει, από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής στους οποίους έχει χορηγήσει διακρατική άδεια για τα δικαιώματα αυτά.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης προσφέρει στους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών μουσικής τη δυνατότητα να υποβάλλουν με ηλεκτρονικά μέσα αναφορές σχετικά με την πραγματική χρήση των επιγραμμικών δικαιωμάτων επί μουσικών έργων. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης προσφέρει τη χρήση μίας τουλάχιστον μεθόδου υποβολής αναφορών στην οποία λαμβάνει υπόψη τα προαιρετικά βιομηχανικά πρότυπα ή τις πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί σε διεθνές ή ενωσιακό επίπεδο για την ηλεκτρονική ανταλλαγή των δεδομένων αυτών. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δύναται να αρνηθεί να αποδεχθεί την υποβολή αναφοράς από τον χρήστη σε κλειστό μορφότυπο, σε περίπτωση που η εταιρεία παρέχει τη δυνατότητα υποβολής αναφορών μέσω ενός βιομηχανικού προτύπου για την ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων.

3.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης τιμολογεί τον πάροχο επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας με ηλεκτρονικά μέσα. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης προσφέρει τη χρήση τουλάχιστον ενός μορφότυπου ο οποίος λαμβάνει υπόψη τα προαιρετικά βιομηχανικά πρότυπα ή πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί σε διεθνές ή ενωσιακό επίπεδο. Το τιμολόγιο πρέπει να ορίζει τα έργα και τα δικαιώματα για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια, εν όλω ή εν μέρει, με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, και τις αντίστοιχες πραγματικές χρήσεις, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται από τον χρήστη και τον μορφότυπο που χρησιμοποιείται για την παροχή των πληροφοριών αυτών.

4.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης τιμολογεί τον πάροχο επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας με ακρίβεια και χωρίς καθυστέρηση κατόπιν της υποβολής αναφοράς σχετικά με την πραγματική χρήση των επιγραμμικών δικαιωμάτων επί του εν λόγω μουσικού έργου, εκτός εάν η καθυστέρηση οφείλεται στον πάροχο επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας.

5.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης θέτει στη διάθεση του παρόχου επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας επαρκείς διαδικασίες προκειμένου αυτός να αμφισβητεί την ορθότητα του τιμολογίου, ακόμη και σε περιπτώσεις που ο πάροχος επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας λαμβάνει τιμολόγια από μία ή περισσότερες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης για τα ίδια επιγραμμικά δικαιώματα επί του ίδιου μουσικού έργου.

Άρθρο 26 Ακριβής και έγκαιρη πληρωμή των δικαιούχων

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων να διανέμει στους δικαιούχους τα οφειλόμενα ποσά που προκύπτουν από τέτοιες άδειες με ακρίβεια και χωρίς καθυστέρηση κατόπιν της υποβολής αναφοράς σχετικά με την πραγματική χρήση του έργου, εκτός εάν τυχόν περαιτέρω καθυστέρηση οφείλεται στον πάροχο της επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης παρέχει στους δικαιούχους τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      την περίοδο κατά την οποία έλαβαν χώρα οι χρήσεις για τις οποίες οφείλονται τα ποσά στους δικαιούχους και τα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιήθηκαν οι χρήσεις·

β)      για κάθε επιγραμμικό δικαίωμα επί οποιουδήποτε μουσικού έργου για το οποίο ο δικαιούχος έχει δώσει άδεια εκπροσώπησης στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, εν όλω ή εν μέρει, τα εισπραχθέντα ποσά, τις πραγματοποιηθείσες κρατήσεις και τα ποσά που διανεμήθηκαν από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

γ)      για κάθε πάροχο επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας, τα ποσά που εισπράττονται για τον δικαιούχο, τις κρατήσεις που γίνονται, και τα ποσά που διανέμονται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

3.           Σε περίπτωση που οι δικαιούχοι θέσουν τέλος στην εξουσιοδότηση που παρέχουν σε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να διαχειρίζεται τα επιγραμμικά δικαιώματά τους επί μουσικών έργων, εν όλω ή εν μέρει ή ανακαλέσουν τα επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικού έργου, εν όλω ή εν μέρει, τα οποία έχουν παραχωρήσει σε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν για τις διακρατικές άδειες που χορηγούνται πριν από τη λήξη της εξουσιοδότησης ή την ανάκληση και εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα.

4.           Σε περίπτωση που μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δίνει εντολή σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29, η εντεταλμένη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διανέμει τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην εντέλλουσα εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, η οποία είναι υπεύθυνη για τη μετέπειτα διανομή και ενημέρωση των δικαιούχων, εκτός εάν συμφωνήσουν διαφορετικά.

Άρθρο 27 Ανάθεση σε τρίτους

Μία εταιρεία συλλογικής διαχείρισης μπορεί να αναθέσει σε τρίτους υπηρεσίες που σχετίζονται με τις διακρατικές άδειες που χορηγεί. Η ανάθεση αυτή δεν θίγει την ευθύνη της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης έναντι των δικαιούχων, των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών ή άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

Άρθρο 28 Συμφωνίες μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης για χορήγηση διακρατικών αδειών

1.           Κάθε συμφωνία εκπροσώπησης μεταξύ εταιρειών συλλογικής διαχείρισης βάσει της οποίας μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης εξουσιοδοτεί άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων του δικού της ρεπερτορίου πρέπει να είναι μη αποκλειστικού χαρακτήρα. Η εξουσιοδοτημένη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζεται τα επιγραμμικά δικαιώματα με όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις.

2.           Η εξουσιοδοτούσα εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ενημερώνει τα μέλη για τη διάρκεια της συμφωνίας, το κόστος των παρεχόμενων από την άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης υπηρεσιών και τυχόν άλλους σημαντικούς όρους της συμφωνίας.

3.           Η εξουσιοδοτημένη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης ενημερώνει την εξουσιοδοτούσα εταιρεία σχετικά με τους βασικούς όρους βάσει των οποίων θα χορηγηθεί άδεια για τα επιγραμμικά δικαιώματα της, καθώς και για τη φύση της εκμετάλλευσης, όλες τις διατάξεις που αφορούν ή επηρεάζουν τα τέλη άδειας χρήσης, τη διάρκεια της άδειας, τις λογιστικές περιόδους και τις επικράτειες που καλύπτονται.

Άρθρο 29 Υποχρέωση εκπροσώπησης άλλης εταιρείας συλλογικής διαχείρισης για χορήγηση διακρατικών αδειών

1.           Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που δεν χορηγεί ούτε προσφέρεται να χορηγήσει διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί των μουσικών έργων που ανήκουν στο δικό της μουσικό ρεπερτόριο, μπορεί να ζητήσει από άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης η οποία πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου να συνάψει συμφωνία εκπροσώπησης προκειμένου να εκπροσωπεί τα δικαιώματα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 28.

2.           Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα αυτό θα το αποδέχεται σε περίπτωση που ήδη χορηγεί ή προσφέρεται να χορηγήσει διακρατικές άδειες για την ίδια κατηγορία επιγραμμικών δικαιωμάτων επί μουσικών έργων στο ρεπερτόριο μίας ή περισσότερων άλλων εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

Τα έξοδα διαχείρισης για την υπηρεσία που παρέχεται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα προς την αιτούσα εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα εύλογα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα για τη διαχείριση του ρεπερτορίου της αιτούσης εταιρείας συλλογικής διαχείρισης, καθώς και ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.

3.           Η αιτούσα εταιρεία συλλογικής διαχείρισης θέτει στη διάθεση της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα τις πληροφορίες που σχετίζονται με το δικό της μουσικό ρεπερτόριο οι οποίες απαιτούνται για την παροχή διακρατικών αδειών για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων. Σε περίπτωση που οι πληροφορίες είναι ανεπαρκείς ή παρέχονται υπό μορφή που δεν επιτρέπει στην εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα να πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στην οποία απευθύνεται το αίτημα δικαιούται να χρεώνει για τα εύλογα έξοδα που προκύπτουν κατά την εκπλήρωση των απαιτήσεων αυτών ή να αποκλείει τα έργα αυτά για τα οποία δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες ή τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν.          

Άρθρο 30 Πρόσβαση σε διακρατικές άδειες

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε σε περίπτωση που εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δεν χορηγεί ή δεν προσφέρεται να χορηγήσει διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων ή δεν επιτρέπει σε άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να εκπροσωπεί τα δικαιώματα αυτά για τέτοιο σκοπό σε διάστημα ενός έτους από την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, οι δικαιούχοι που έχουν εξουσιοδοτήσει την εν λόγω εταιρεία συλλογικής διαχείρισης να εκπροσωπεί τα επιγραμμικά δικαιώματά τους επί μουσικών έργων να μπορούν οι ίδιοι να χορηγούν διακρατικές άδειες στα επιγραμμικά δικαιώματά τους επί μουσικών έργων ή μέσω οποιασδήποτε εταιρείας συλλογικής διαχείρισης που συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου ή μέσω οποιουδήποτε άλλου μέρους που εξουσιοδοτούν. Η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που δεν χορηγεί ούτε προσφέρεται να χορηγήσει διακρατικές άδειες θα εξακολουθεί να χορηγεί ή να προσφέρεται να χορηγεί άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων των δικαιούχων αυτών οι οποίες αφορούν τη χρήση τους στην επικράτεια του κράτους μέλους στο οποίο η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης είναι εγκατεστημένη, εκτός εάν οι δικαιούχοι θέσουν τέλος στην εξουσιοδότηση που της έχουν παραχωρήσει για τη διαχείρισή τους.

Άρθρο 31 Χορήγηση διακρατικών αδειών από θυγατρικές εταιρειών συλλογικής διαχείρισης

Τα άρθρα 18 παράγραφος 1 στοιχείο α), 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ), 22, 23, 24, 25, 26, 27, 32 και 36 εφαρμόζονται επίσης στις οντότητες που ανήκουν, εν όλω ή εν μέρει, σε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που προσφέρει ή χορηγεί διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων.

Άρθρο 32 Όροι αδειοδότησης που ισχύουν για επιγραμμικές υπηρεσίες

Μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που παρέχει διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων δεν υποχρεούται να χρησιμοποιεί ως προηγούμενο για άλλα είδη υπηρεσιών τους όρους αδειοδότησης που έχουν συμφωνηθεί με έναν πάροχο επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας, σε περίπτωση που ο πάροχος επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας παρέχει ένα νέο είδος υπηρεσίας το οποίο είναι διαθέσιμο στο κοινό για λιγότερο από τρία έτη.

Άρθρο 33 Παρέκκλιση για επιγραμμικά μουσικά δικαιώματα που απαιτούνται για ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα

Οι απαιτήσεις που ορίζονται βάσει του παρόντος τίτλου δεν εφαρμόζονται σε εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που χορηγούν, με βάση την προαιρετική ομαδοποίηση των απαιτούμενων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τους κανόνες περί ανταγωνισμού των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, διακρατική άδεια για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων η οποία απαιτείται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό προκειμένου να κοινοποιεί ή να θέτει στη διάθεση του κοινού τα ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά προγράμματά του ταυτόχρονα με την αρχική εκπομπή τους ή μετά από αυτήν καθώς και κάθε επιγραμμικό υλικό που παράγεται από τον τηλεοπτικό οργανισμό και το οποίο έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με την αρχική εκπομπή των ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων του.

Τίτλος IV

Μέτρα επιβολής

Άρθρο 34 Επίλυση διαφορών για τα μέλη και τους δικαιούχους

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης να θέτουν στη διάθεση των μελών και των δικαιούχων τους, αποτελεσματικές και έγκαιρες διαδικασίες για τη διεκπεραίωση καταγγελιών και την επίλυση διαφορών, ιδίως σε σχέση με την εξουσιοδότηση που χορηγείται για τη διαχείριση των δικαιωμάτων και τη λήξη αυτής ή την ανάκληση των δικαιωμάτων, τους όρους προσχώρησης μέλους, την είσπραξη των ποσών που οφείλονται στους δικαιούχους, τις κρατήσεις και τις διανομές.

2.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης απαντούν εγγράφως στις καταγγελίες που διατυπώνονται από μέλη ή δικαιούχους. Σε περίπτωση που η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης αρνείται την καταγγελία, πρέπει να αιτιολογεί την άρνησή της.

3.           Τα μέρη δεν πρέπει να εμποδίζονται όσον αφορά τη διεκδίκηση και προάσπιση των δικαιωμάτων τους ενώπιον δικαστηρίου με την άσκηση προσφυγής.

Άρθρο 35 Επίλυση διαφορών για τους χρήστες

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαφορές μεταξύ των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης και των χρηστών σχετικά με ισχύοντες και προτεινόμενους όρους αδειοδότησης, τις χρεώσεις και οποιαδήποτε άρνηση χορήγησης άδειας να μπορούν να παραπεμφθούν σε δικαστήριο και, ενδεχομένως, σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο επίλυσης διαφορών.

2.           Σε περίπτωση που η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 υλοποιείται με την προσφυγή σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο επίλυσης διαφορών, τούτο δεν εμποδίζει τα μέρη από τη διεκδίκηση και προάσπιση των δικαιωμάτων τους ενώπιον δικαστηρίου με την άσκηση προσφυγής.

Άρθρο 36 Εναλλακτική επίλυση διαφορών

1.           Για τους σκοπούς του τίτλου ΙΙΙ, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ακόλουθες διαφορές μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης που χορηγεί ή προσφέρεται να χορηγήσει διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων να μπορούν να παραπέμπονται σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο εναλλακτικής επίλυσης διαφορών:

α)      διαφορές με υφιστάμενο ή δυνητικό πάροχο επιγραμμικής μουσικής υπηρεσίας σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 22, 23 και 25

β)      διαφορές με έναν ή περισσότερους δικαιούχους σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 22, 23, 24, 25, 26, 28, 29 και 30·

γ)      διαφορές με άλλη εταιρεία συλλογικής διαχείρισης σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 24, 25, 26, 28 και 29.

2.           Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης ενημερώνουν τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τη διαθεσιμότητα των εναλλακτικών διαδικασιών επίλυσης διαφορών, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.           Οι διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 2 δεν εμποδίζουν τα μέρη από τη διεκδίκηση και προάσπιση των δικαιωμάτων τους ενώπιον δικαστηρίου με την άσκηση προσφυγής.

Άρθρο 37 Καταγγελίες

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να ορίζονται διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων τα μέλη μιας εταιρείας συλλογικής διαχείρισης, οι δικαιούχοι, οι χρήστες και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές καταγγελίες που αφορούν τις δραστηριότητες των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης που διέπονται από την παρούσα οδηγία.

2.           Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζεται ότι τις διαδικασίες καταγγελιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διαχειρίζονται αρμόδιες αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες θεσπίζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 38 Επιβολή κυρώσεων ή μέτρων

1.           Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους δύνανται να επιβάλλουν τις δέουσες διοικητικές κυρώσεις και τα δέοντα διοικητικά μέτρα, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας, και διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις και τα μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

2.           Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έως τις [ημερομηνία] και κοινοποιούν αμελλητί κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 39 Αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 21, 37, 38 και 40 έως τις [ημερομηνία].

Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές στον ιστότοπό της.

Άρθρο 40 Συμμόρφωση με τις διατάξεις που διέπουν την χορήγηση διακρατικών αδειών

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39 να παρακολουθούν αδιάλειπτα τη συμμόρφωση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης που είναι εγκατεστημένες στην επικράτειά τους με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας, στις περιπτώσεις που χορηγούν διακρατικές άδειες για επιγραμμικά δικαιώματα επί μουσικών έργων.

2.           Η Επιτροπή προωθεί την τακτική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και μεταξύ των αρχών αυτών και της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση και την εξέλιξη της χορήγησης διακρατικών αδειών.

3.           Η Επιτροπή διενεργεί τακτικές διαβουλεύσεις με εκπροσώπους των δικαιούχων, των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, των χρηστών, των καταναλωτών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με την εμπειρία που αποκόμισαν από την εφαρμογή των διατάξεων του τίτλου ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή παρέχει στις αρμόδιες αρχές όλες τις σχετικές πληροφορίες που απορρέουν από τις διαβουλεύσεις αυτές, στο πλαίσιο που ορίζεται στην παράγραφο 2.

4.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, το αργότερο, [30 μήνες μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], οι αρμόδιες αρχές τους να παρέχουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την κατάσταση και την εξέλιξη της χορήγησης διακρατικών αδειών στην επικράτειά τους. Η έκθεση θα περιλαμβάνει πληροφορίες, ιδίως σχετικά με τη διαθεσιμότητα των διακρατικών αδειών στο οικείο κράτος μέλος, τη συμμόρφωση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης με τον τίτλο ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας και την αξιολόγηση των υπηρεσιών από τους χρήστες και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους καταναλωτές, τους δικαιούχους και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη.

5.           Με βάση τις εκθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4 και τις πληροφορίες που συγκεντρώνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή του τίτλου ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας. Εάν είναι απαραίτητο, και με βάση ειδική έκθεση όπως κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή θα εξετάσει περαιτέρω μέτρα για να αντιμετωπίσει τα διαπιστωθέντα προβλήματα, εφόσον υπάρχουν. Η αξιολόγηση αφορά, ειδικότερα, τα εξής:

α)      τον αριθμό των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης που πληρούν τις απαιτήσεις του τίτλου ΙΙΙ·

β)      τον αριθμό των συμφωνιών εκπροσώπησης μεταξύ εταιρειών συλλογικής διαχείρισης όπως προβλέπονται στα άρθρα 28 και 29·

γ)      το ποσοστό του ρεπερτορίου στα κράτη μέλη που είναι διαθέσιμο για έκδοση αδειών σε διακρατική βάση.

Τίτλος V

Υποβολη εκθεσεων και τελικεσ διαταξεισ

Άρθρο 41 Υποβολή εκθέσεων

Έως τις [5 έτη μετά από το τέλος της μεταβατικής περιόδου (ημερομηνία)], η Επιτροπή θα αξιολογήσει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεών της στην ανάπτυξη των διασυνοριακών υπηρεσιών και της πολιτιστικής πολυμορφίας και, εάν κριθεί απαραίτητο, για την ανάγκη αναθεώρησής της.

Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεσή της συνοδευόμενη από νομοθετική πρόταση, κατά περίπτωση.

Άρθρο 42 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.           Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο την [12 μήνες από την έναρξη ισχύος της οδηγίας]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.           Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 43 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 44 Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

Παράρτημα Ι

1.           Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην ετήσια έκθεση διαφάνειας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2:

α)      οικονομικές καταστάσεις που περιλαμβάνουν ισολογισμό ή δήλωση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, λογαριασμό των εσόδων και των δαπανών του οικονομικού έτους και κατάσταση ταμειακών ροών·

β)      έκθεση για τις δραστηριότητες του οικονομικού έτους·

γ)      περιγραφή της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης·

δ)      πληροφορίες για τυχόν άλλες οντότητες των οποίων η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης κατέχει μετοχές·

ε)      πληροφορίες σχετικά με το συνολικό ποσό των αμοιβών που καταβλήθηκαν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 9 κατά το προηγούμενο έτος, και για άλλες παροχές που χορηγούνται σε αυτούς·

στ)    τις οικονομικές πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 2·

ζ)      ειδική έκθεση σχετικά με τη χρήση των ποσών που κρατούνται για τους σκοπούς των κοινωνικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

2.           Οικονομικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην ετήσια έκθεση διαφάνειας:

α)      Οικονομικές πληροφορίες σχετικά με τα έσοδα από τα δικαιώματα, ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και ανά είδος χρήσης (π.χ. εκπομπές, στο διαδίκτυο, δημόσια εκτέλεση).

β)      Οικονομικές πληροφορίες σχετικά με το κόστος των υπηρεσιών διαχείρισης και άλλων υπηρεσιών που παρέχονται από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης στους δικαιούχους, με αναλυτική περιγραφή τουλάχιστον των ακόλουθων στοιχείων:

i)        όλων των λειτουργικών και χρηματοδοτικών δαπανών, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων διαχείρισης και επεξήγηση της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για την κατανομή των έμμεσων δαπανών·

ii)       των λειτουργικών και χρηματοδοτικών δαπανών, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων διαχείρισης, μόνο όσον αφορά τις υπηρεσίες για τη διαχείριση των δικαιωμάτων·

iii)      των λειτουργικών και χρηματοδοτικών δαπανών σε σχέση με υπηρεσίες, εκτός από τη διαχείριση των δικαιωμάτων αλλά συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών·

iv)      των πόρων που χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των δαπανών·

v)       των κρατήσεων που πραγματοποιήθηκαν επί των εσόδων από τα δικαιώματα, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων που διαχειρίστηκαν, ανά είδος χρήσης και σκοπό κράτησης, όπως δαπανών που σχετίζονται με τη διαχείριση των δικαιωμάτων ή κοινωνικές, πολιτιστικές ή εκπαιδευτικές υπηρεσίες·

vi)      των ποσοστών που αντιπροσωπεύουν το κόστος των υπηρεσιών διαχείρισης και άλλων υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από την εταιρεία συλλογικής διαχείρισης σε δικαιούχους σε σύγκριση με τα έσοδα από τα δικαιώματα κατά το οικείο οικονομικό έτος, ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει.

γ)      Οικονομικές πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που οφείλονται στους δικαιούχους, με αναλυτική περιγραφή τουλάχιστον των ακόλουθων στοιχείων:

i)        του συνολικού ποσού που αποδίδεται σε δικαιούχους με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και είδος χρήσης·

ii)       του συνολικού ποσού που καταβάλλεται σε δικαιούχους με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και είδος χρήσης·

iii)      της συχνότητας των πληρωμών, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και είδος χρήσης·

iv)      του συνολικού εισπραχθέντος ποσού που δεν έχει ακόμη αποδοθεί στους δικαιούχους, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και είδος χρήσης και με υπόδειξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο εισπράχθηκαν τα ποσά αυτά·

v)       συνολικού αποδοθέντος ποσού που δεν έχει ακόμη διανεμηθεί στους δικαιούχους, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και είδος χρήσης και με υπόδειξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο εισπράχθηκαν τα ποσά αυτά·

(vi)     σε περίπτωση που μια εταιρεία συλλογικής διαχείρισης δεν έχει πραγματοποιήσει την κατανομή και τις πληρωμές εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, τους λόγους της καθυστέρησης.

δ)      Πληροφορίες σχετικά με τις σχέσεις με άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης με περιγραφή τουλάχιστον των ακόλουθων στοιχείων:

i)        των χρηματοοικονομικών ροών, ποσών που έλαβε από άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και ποσά που καταβάλλονται σε άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων και είδος χρήσης και ανά εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

ii)       των εξόδων διαχείρισης για άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και άλλων κρατήσεων επί των εσόδων που οφείλονται σε αυτές, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων και ανά εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

iii)      των εξόδων διαχείρισης για άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης και άλλων κρατήσεων επί των ποσών που καταβλήθηκαν από αυτές, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων και ανά εταιρεία συλλογικής διαχείρισης·

iv)      του ποσού που διανεμήθηκε σε δικαιούχους που προέρχονται από άλλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων και ανά εταιρεία συλλογικής διαχείρισης.

3.           Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην ειδική έκθεση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 3:

α)      τα ποσά που εισπράττονται για τους σκοπούς κοινωνικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, με κατανομή ανά κατηγορία δικαιωμάτων των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει και ανά είδος χρήσης·

β)      επεξήγηση της χρήσης των εν λόγω ποσών, με κατανομή ανά είδος σκοπού.

Παράρτημα II

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σε επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη έχουν δεσμευθεί να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς τους με ένα ή περισσότερα έγγραφα που εξηγούν τη σχέση μεταξύ των συνιστωσών μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των εθνικών πράξεων μεταφοράς.

Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, η Επιτροπή θεωρεί τη διαβίβαση των εν λόγω εγγράφων αιτιολογημένη για τους εξής λόγους:

Πολυπλοκότητα της οδηγίας και του οικείου τομέα

Η συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων είναι περίπλοκο ζήτημα. Επηρεάζει τη διαχείριση των δικαιωμάτων για την επιγραμμική χρήση, αλλά για πιο παραδοσιακές μη επιγραμμικές χρήσεις. Αφορά τα δικαιώματα των δημιουργών, αλλά και των εκτελεστών, των εκδοτών, των παραγωγών και των ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Εμπλέκονται διάφορα είδη εταιρειών συλλογικής διαχείρισης, από τις μεγάλες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που διαχειρίζονται τα δικαιώματα των δημιουργών έως τις μικρότερες που εισπράττουν τις αμοιβές που συνδέονται με την φωτοαναπαραγωγή ή το δικαίωμα παρακολούθησης. Εμπλέκονται διάφορα είδη ενδιαφερομένων: όχι μόνο οι δικαιούχοι, αλλά και οι εμπορικοί χρήστες λαμβάνουν τις άδειες από τις εταιρείες συλλογικής διαχείρισης.

Αν και υπάρχει νομοθεσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα, είναι η πρώτη φορά που η συλλογική διαχείριση καλύπτεται άμεσα από τη νομοθεσία της ΕΕ. Το ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που προτείνεται από την οδηγία θα οδηγήσει σε ουσιαστικές μεταβολές για τις περισσότερες εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τη ρύθμιση των εταιρειών συλλογικής διαχείρισης.

Επιπλέον, ο τίτλος της οδηγίας σχετικά με την έκδοση διακρατικών αδειών εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων των δημιουργών μουσικών έργων για τις επιγραμμικές χρήσεις αποτελεί απόλυτη καινοτομία από ρυθμιστική άποψη. Κανένα κράτος μέλος δεν διαθέτει νομοθεσία σχετικά με αυτό το είδος αδειών.

Επίσης, οι διατάξεις της οδηγίας θα επηρεάσουν επίσης το εθνικό δίκαιο όσον αφορά την επίλυση διαφορών.

Η θέσπιση του νέου αυτού νομικού πλαισίου θα απαιτήσει μια διαρθρωμένη προσέγγιση κατά την εποπτεία της μεταφοράς. Δεδομένης της έλλειψης εθνικής νομοθετικής ή κανονιστικής πείρας σχετικά με ορισμένα τμήματα της οδηγίας, είναι ύψιστης σημασίας να λαμβάνει η Επιτροπή έγγραφα σχετικά με τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο τα οποία θα αποσαφηνίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη έχουν θέσει σε ισχύ τις νέες διατάξεις. Εάν δεν υπάρχουν καλά διαρθρωμένα επεξηγηματικά έγγραφ, θα υπονομευθεί σημαντικά η ικανότητα της Επιτροπής να εποπτεύει τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

Συνεκτικότητα και διασύνδεση με άλλες πρωτοβουλίες

Η οδηγία εξακολουθεί να είναι ένα νομικό μέσο «ελάχιστης εναρμόνισης» και τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν αυστηρότερες ή/και πιο λεπτομερείς απαιτήσεις στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης από εκείνες που προβλέπει η οδηγία. Είναι σημαντικό να είναι σε θέση η Επιτροπή να συγκρίνει τις καταστάσεις που προκύπτουν στα διάφορα κράτη μέλη, εκτελώντας έτσι σωστά το καθήκον της να εποπτεύει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, στην οδηγία περιλαμβάνεται ρήτρα επανεξέτασης και, προκειμένου να είναι σε θέση να συλλέξει όλες τις σχετικές πληροφορίες για τη λειτουργία των κανόνων αυτών, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί την εφαρμογή της οδηγίας από την αρχή.

Οι εταιρείες συλλογικής διαχείρισης πρέπει να συμμορφώνονται με τις εθνικές απαιτήσεις σύμφωνα με την οδηγία για τις υπηρεσίες (2006/123/ΕΚ). Θα πρέπει να είναι ελεύθερες να παρέχουν τις υπηρεσίες τους πέραν των συνόρων προκειμένου να εκπροσωπούν τους δικαιούχους που κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη ή να χορηγούν άδειες σε χρήστες που κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη.

Πρέπει επίσης να τηρούν τους κανόνες περί ανταγωνισμού της συνθήκης.

Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εθνικοί κανόνες για τη μεταφορά της προτεινόμενης οδηγίας είναι σύμφωνοι με την οδηγία για τις υπηρεσίες και τους κανόνες περί ανταγωνισμού, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μπορεί η Επιτροπή να διατηρεί μια γενική επισκόπηση και να αναλάβει την κατάλληλη επανεξέταση της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, βάσει των αναγκαίων επεξηγηματικών εγγράφων.

Διοικητικός φόρτος

Ο διοικητικός φόρτος λόγω της απαίτησης επεξηγηματικών εγγράφων από τα κράτη μέλη σχετικά με την οδηγία δεν είναι δυσανάλογος, αν ληφθούν υπόψη οι στόχοι της οδηγίας και ο καινοτόμος χαρακτήρας του θέματος. Επιπλέον, είναι απαραίτητο για την Επιτροπή να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει το καθήκον της όσον αφορά την εποπτεία της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαίτηση για την παροχή επεξηγηματικών εγγράφων στην περίπτωση της προτεινόμενης οδηγίας είναι αναλογική και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου να διενεργεί αποτελεσματικά το καθήκον της εποπτείας της ακριβούς μεταφοράς.

[1]               COM(2010)245.

[2]               COM(2010)2020.

[3]               COM(2011)206.

[4]               COM(2011)287.

[5]               COM(2012)225.

[6]               COM(2011)942.

[7]               Βλέπε «Πράσινο βιβλίο για τη διαδικτυακή διανομή οπτικοακουστικών έργων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ευκαιρίες και προβλήματα στην πορεία προς την ενιαία ψηφιακή αγορά». COM(2011)427.

[8]               ΕΕ L 167 της 22.6.2001, σ. 10.

[9]               Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167 της 22.6.2001), οδηγία 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 376 της 27.12.2006), οδηγία 2001/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης (ΕΕ L 272 της 13.10.2001), οδηγία 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (ΕΕ L 248 της 06.10.1993), οδηγία 2009/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (κωδικοποιημένη έκδοση) (ΕΕ L 111 της 05.05.2009), οδηγία 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ L 77 της 27.3.1996), οδηγία 2006/116/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών δικαιωμάτων (κωδικοποιημένη έκδοση) (ΕΕ L 372 της 27.12.2006), οδηγία 2011/77/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011 για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/116/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών (ΕΕ L 265 της 10.11.2011).

[10]             ΕΕ L 276 της 21.10.2005.

[11]             ΕΕ L 376 της 27.12.2006.

[12]             Από τις 22.10.2009 έως τις 5.1.2010.

[13]             Στις 23.04.2010.

[14]             Βλέπε υποσημείωση 5 ανωτέρω.

[15]             π.χ. Υποθέσεις C-395/87 Ministere public κατά Jean-Louis Tournier και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 110/88 και 242/88 Francois Lucazeau και άλλοι κατά SACEM και άλλων, απόφαση της Επιτροπής, της 16.7.2008 (CISAC) (COMP/C2/38.698)

[16]             Τα κράτη μέλη ενδέχεται να αποφασίσουν τη μη εφαρμογή ορισμένων απαιτήσεων σε πολύ μικρές επιχειρήσεις.

[17]             ΕΕ C, , σ. .

[18]             ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36.

[19]             ΕΕ L 276 της 21.10.2005, σ. 54.

[20]             ΕΕ L 167 της 22.6.2001, σ. 10.

[21]             ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

[22]             ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σελ. 87.