52012PC0352

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τα βασικά έγγραφα πληροφοριών για επενδυτικά προϊόντα /* COM/2012/0352 final - 2012/0169 (COD) */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.           ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Η παρούσα πρόταση αφορά τη βελτίωση της διαφάνειας στην αγορά επενδύσεων για τους μικροεπενδυτές.

Τα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές – τα οποία περιλαμβάνουν επενδυτικά κεφάλαια, δομημένα προϊόντα λιανικής και ορισμένους τύπους ασφαλιστηρίων συμβολαίων για επενδυτικούς σκοπούς – είναι ουσιαστικής σημασίας για την ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών της ΕΕ για προϊόντα με τα οποία μπορούν να συγκεντρώνουν αποταμιεύσεις και επενδύσεις, συμβάλλοντας παράλληλα σε αποτελεσματικές κεφαλαιαγορές που ενισχύουν την χρηματοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης της ΕΕ.

Ωστόσο, υπάρχουν ασυμμετρίες πληροφοριών σχετικά με τα επενδυτικά προϊόντα μεταξύ των μικροεπενδυτών και αυτών που σχεδιάζουν τέτοια προϊόντα και επιδιώκουν να τα πωλήσουν στους εν λόγω επενδυτές. Οι μικροεπενδυτές δεν έχουν στο πλαίσιο αυτό την κατάλληλη πληροφόρηση για την προστασία των συμφερόντων τους. Οι εν λόγω επενδυτές συχνά αντιμετωπίζουν πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες επενδύσεις που είναι υπερβολικά πολύπλοκες και προκαλούν σύγχυση, και στις οποίες είναι δύσκολο να αξιολογηθούν ή να συγκριθούν οι κίνδυνοι και το κόστος των προϊόντων. Αυτό υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των αγορών επενδύσεων, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών για τους επενδυτές. Επίσης, συμβάλλει άμεσα στην αγορά ακατάλληλων προϊόντων από τους μικροεπενδυτές, με δυσμενή αποτελέσματα για τους εν λόγω επενδυτές είτε λόγω απροσδόκητων δαπανών ή ζημιών και χαμένων ευκαιριών, είτε, στη χειρότερη περίπτωση, λόγω της απώλειας των αποταμιεύσεων μιας ζωής, με δραματικές συνέπειες για την ατομική και οικογενειακή ευημερία τους.

Οι υφιστάμενες γνωστοποιήσεις πληροφοριών ποικίλλουν ανάλογα με τη νομική μορφή ενός προϊόντος, και όχι ανάλογα με την οικονομική φύση του ή τους κινδύνους που συνεπάγεται για τους μικροεπενδυτές. Η συγκρισιμότητα, η δυνατότητα κατανόησης και η παρουσίαση πληροφοριών ποικίλλουν, οπότε ο μέσος επενδυτής μπορεί να δυσκολεύεται να κάνει τις αναγκαίες συγκρίσεις μεταξύ προϊόντων. Πράγματι, συχνά οι γνωστοποιήσεις πληροφοριών για προϊόντα επικεντρώνονται περισσότερο στην μείωση των νομικών κινδύνων για τον παραγωγό και όχι στην παροχή αποτελεσματικής, ανοικτής και ισορροπημένης επικοινωνίας προς τους δυνητικούς πελάτες σχετικά με το προϊόν κατά τρόπο ώστε ο πελάτης να μπορεί να κατανοήσει και να αξιοποιήσει τις πληροφορίες. Οι πληροφορίες – εκτός από αυτές που αφορούν την εμπορική προώθηση – είναι κατά κανόνα υπερβολικά εκτεταμένες και δεν τονίζουν επαρκώς τα βασικά στοιχεία ή πληροφορίες.

Η σημασία της αντιμετώπισης των θεμάτων αυτών υπογραμμίστηκε από την οικονομική κρίση. Οι μικροεπενδυτές έχουν χάσει χρήματα με επενδύσεις που συνδέονταν με κινδύνους που δεν ήταν διαφανείς ή δεν γίνονταν αντιληπτοί από τους εν λόγω επενδυτές. Επιπλέον, τα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των λιανικών δομημένων προϊόντων ή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για επενδυτικούς σκοπούς συχνά προωθήθηκαν και εξακολουθούν να προωθούνται σε ιδιώτες επενδυτές, ως υποκατάστατα για απλά προϊόντα όπως οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου παρά το γεγονός ότι δεν είναι βέβαιο ότι οι μικροεπενδυτές κατανοούν τις διαφορές Πρόκειται για ένα πλαίσιο στο οποίο η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχει καταρρεύσει: μια πρόσφατη έρευνα των καταναλωτών σε όλη την ΕΕ έδειξε ότι εμπιστεύονται τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες λιγότερο από όλους τους άλλους βιομηχανικούς κλάδους.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης σε υγιείς βάσεις έχει ζωτική σημασία. Η βελτίωση των διατάξεων περί διαφάνειας έτσι ώστε να λειτουργούν προς όφελος των μικροεπενδυτών, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τους, αποτελεί ζωτική συνιστώσα της αποκατάστασης αυτής.

Η ΕΕ έχει ήδη λάβει καινοτόμα μέτρα μέσω της ανάπτυξης του εγγράφου «βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές» για τους ΟΣΕΚΑ (ΒΠΕ ΟΣΕΚΑ). Αναπτύχθηκε με νέο τρόπο, με βάση αυστηρές δοκιμές προσεγγίσεων γνωστοποίησης με τους ίδιους τους επενδυτές, με σκοπό να συντομευθούν, να εξορθολογισθούν και να εστιασθούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό οι παρεχόμενες πληροφορίες και να εξασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες είναι κατανοητές από το μέσο μικροεπενδυτή.

Ενώ οι γνωστοποιήσεις για τους ΟΣΕΚΑ έχουν ήδη βελτιωθεί με τον τρόπο αυτό, δεν υπήρξε καμιά βελτίωση των γνωστοποιήσεων για το ευρύτερο φάσμα επενδυτικών προϊόντων για μικροεπενδυτές. Αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι να αντιμετωπιστούν όλα αυτά τα προϊόντα: οι ευρωπαίοι μικροεπενδυτές θα πρέπει πάντα να λαμβάνουν σύντομες, συγκρίσιμες και τυποποιημένες πληροφορίες, που θα ονομάζονται «βασικά έγγραφα πληροφοριών» ή ΒΕΠ στην παρούσα αιτιολογική έκθεση, ανεξάρτητα από το επενδυτικό προϊόν που εξετάζουν.

Η γένεση της παρούσας πρότασης για ΒΕΠ που θα καλύπτουν ολόκληρη την ΕΕ προήλθε από ένα αίτημα του Συμβουλίου ECOFIN του Μαΐου 2007 προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τη συνοχή του δικαίου της ΕΕ που εφαρμόζεται σε διάφορα είδη επενδυτικών προϊόντων για μικροεπενδυτές.

Ένα πρώτο στάδιο εργασιών κατέληξε στην έκδοση από την Επιτροπή, τον Απρίλιο του 2009, μιας ανακοίνωσης με τίτλο «δέσμες επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές». Στην ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ένα βιώσιμο και ικανοποιητικό ρυθμιστικό περιβάλλον για την πώληση επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές και τις γνωστοποιήσεις σχετικά με αυτά μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με αλλαγή της νομοθεσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεδομένου ότι η έλλειψη αποτελεσματικών κανόνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτέλεσε τη βάση για την εμφάνιση ασυνεπειών στις πρακτικές σε διάφορους τομείς. Στην ανακοίνωση επισημαίνονταν δύο τομείς για περαιτέρω εργασίες: οι κανόνες που εφαρμόζονται στις πωλήσεις, και οι κανόνες για τις γνωστοποιήσεις σχετικά με το προϊόν. Η παρούσα πρόταση πηγάζει από τον δεύτερο τομέα εργασιών για τις γνωστοποιήσεις σχετικά με το προϊόν.

Η πρόταση έχει τη μορφή κανονισμού, που θα υποστηρίζεται από λεπτομερείς κατ’εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τις γενικές αρχές για την προσέγγιση και το περιεχόμενο. Οι προτεινόμενες κατ’εξουσιοδότηση/εκτελεστικές πράξεις θα τυποποιήσουν την παρουσίαση των πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στο μέτρο του δυνατού, θα προσαρμόσουν ωστόσο τα μέτρα ανάλογα με τις ανάγκες στα ειδικά χαρακτηριστικά άλλων επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές και τα διαφορετικά προφίλ κινδύνου, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι πελάτες του λιανικού τομέα λαμβάνουν πάντα τις βασικές πληροφορίες που χρειάζονται για να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις. Αυτά τα λεπτομερή μέτρα τελικά θα συνιστούν μία δέσμη μέτρων με τον προτεινόμενο κανονισμό. Θα έχουν αντίκτυπο στο συνολικό κόστος που συνδέεται με την καθιέρωση του ΒΕΠ και επομένως οι επιλογές για αυτά τα λεπτομερή μέτρα θα υποβληθούν σε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του αντίκτυπου.

Η παρούσα πρόταση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δέσμης νομοθετικών μέτρων για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η δέσμη έχει δύο άλλα μέρη. Το πρώτο είναι η εκτεταμένη αναθεώρηση της οδηγίας για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση 2002/92/ΕΚ (IMD), προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πελάτες επωφελούνται από υψηλό επίπεδο προστασίας κατά την αγορά ασφαλιστικών προϊόντων. Το τελικό μέρος της δέσμης στοχεύει στην ενίσχυση της λειτουργίας του θεματοφύλακα για τους ΟΣΕΚΑ, βασικό στοιχείο για την προστασία των επενδυτών που προβλέπεται στην οδηγία ΟΣΕΚΑ. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεχής αποτελεσματικότητα του δομικού στοιχείου, προτείνονται στοχευμένες τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Τα μέτρα για τις γνωστοποιήσεις σχετικά με τα προϊόντα που προτείνονται στον παρόντα κανονισμό συμπληρώνουν ιδίως τα μέτρα προστασίας των επενδυτών σχετικά με επενδυτικές συμβουλές και υπηρεσίες πωλήσεων. Όσον αφορά τις πωλήσεις δομημένων καταθέσεων, αυτές καλύπτονται από την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/39/ΕΚ[1]. Η αναθεώρηση της οδηγίας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (IMD) θα ασχοληθεί ειδικά με τη βελτίωση των κανόνων πωλήσεων για την ασφάλεια των επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων.

2.           Αποτελέσματα των διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτίμηση επιπτώσεων

Η πρωτοβουλία είναι αποτέλεσμα εκτεταμένου διαλόγου και διαβουλεύσεων με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς.

Υπήρξαν δύο φάσεις των διαβουλεύσεων αυτών: η πρώτη διεξήχθη μετά το αίτημα του Συμβουλίου και πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της Επιτροπής το 2009. Περιλάμβανε πρόσκληση υποβολής στοιχείων, τον Οκτώβριο του 2007, ενημερωτική δήλωση, τον Μάρτιο του 2008, τεχνική ημερίδα εργασίας με εκπροσώπους του κλάδου, τον Μάιο του 2008, και ανοικτή ακρόαση υψηλού επιπέδου, τον Ιούλιο του 2008. Η δεύτερη φάση των διαβουλεύσεων ήταν πιο επικεντρωμένη σε συγκεκριμένα στοιχεία των εργασιών για τη γνωστοποίηση, και ακολούθησε την ανακοίνωση: μια περαιτέρω τεχνική ημερίδα εργασίας πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2009 και μια ενημέρωση σχετικά με τις εργασίες δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2009.

Παράλληλα με τις προσπάθειες αυτές οι τρεις επιτροπές εθνικών εποπτικών αρχών επιπέδου 3 (ΕΕΑΤΕ, ΕΕΕΑΑΕΣ και ΕΡΑΑΚΑ) συνεργάσθηκαν ώστε να προωθήσουν τον προβληματισμό σχετικά με το θέμα αυτό. Το πρώτο αποτέλεσμα ήταν η κοινή υποβολή στην Επιτροπή τριών τομεακών εκθέσεων στις 18 Νοεμβρίου 2009. Αναγνωρίζοντας τον διατομεακό χαρακτήρα των σχετικών εργασιών, συγκροτήθηκε κοινή ειδική ομάδα επιπέδου 3 για τις δέσμες επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές το 2009 η οποία, ένα έτος αργότερα, υπέβαλε στην Επιτροπή την τελική έκθεση.

Η Επιτροπή άρχισε δημόσια διαβούλευση σχετικά με συγκεκριμένες επιλογές τον Νοέμβριο του 2010. Η Επιτροπή έλαβε περίπου 140 εισηγήσεις που δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο της Επιτροπής. Οι απαντήσεις στην εν λόγω διαβούλευση έδειξαν ότι υπήρχε υποστήριξη από τους ενδιαφερομένους του κλάδου, τους καταναλωτές και τα κράτη μέλη για την πρωτοβουλία και την γενική προσέγγιση που προτεινόταν. Οι διαφορές απόψεων επικεντρώνονταν κυρίως στη βαθμονόμηση του πεδίου εφαρμογής του καθεστώτος, και στον βαθμό στον οποίο η προσέγγιση των βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές των ΟΣΕΚΑ θα μπορούσε να αναπαραχθεί για άλλες λιανικές επενδύσεις.

Οι διαβουλεύσεις αυτές συμπληρώθηκαν από μια σειρά συζητήσεων με εκπροσώπους των καταναλωτών (φόρουμ FIN-USE, ομάδα καταναλωτών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ομάδα χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών), ρυθμιστικές αρχές (Επιτροπή Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών, Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και εκπροσώπους του κλάδου.

Η παρούσα πρόταση βασίζεται στις εργασίες που πραγματοποίησαν οι τρεις επιτροπές επιπέδου 3 (ΕΕΑΤΕ, ΕΕΕΑΑΕΣ και ΕΡΑΑΚΑ[2])· επίσης, στις απόψεις που εκφράστηκαν κατά τις διαβουλεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των ημερίδων εργασίας και των συναντήσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και στην εμπειρία από το καθεστώς βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές που έχει αναπτυχθεί για τους ΟΣΕΚΑ.

Η Επιτροπή, συνεπής με την πολιτική της για τη «βελτίωση της νομοθεσίας», εκπόνησε εκτίμηση επιπτώσεων των εναλλακτικών επιλογών πολιτικής. Οι επιλογές πολιτικής αφορούσαν το πεδίο εφαρμογής του νέου καθεστώτος, το επίπεδο τυποποίησης, το ποιος θα πρέπει να θεωρείται υπεύθυνος για την παραγωγή της γνωστοποίησης, και το πώς θα διασφαλίζεται η αποτελεσματική διάθεση της γνωστοποίησης στους μικροεπενδυτικές. Ορισμένες μελέτες, μεταξύ των οποίων και μια καινοτόμος μελέτη που επικεντρώθηκε σε θέματα αντίληψης σχετικά με στοιχεία κατανόησης της συμπεριφοράς όσον αφορά τους ιδιώτες επενδυτές, υποστήριξαν αυτές τις εργασίες εκτίμησης επιπτώσεων.

Το σχέδιο της έκθεσης εκτίμησης αντικτύπου εξετάστηκε από την Επιτροπή Εκτίμησης Επιπτώσεων, και αναθεωρήθηκε σύμφωνα με την ευνοϊκή γνώμη που αυτή διατύπωσε στις 15 Απριλίου 2011. Μεταξύ άλλων βελτιώσεων, αποσαφηνίστηκε περαιτέρω η αλληλεπίδραση μεταξύ της πρότασης και άλλων μέτρων για την προστασία των επενδυτών, περιλαμβανομένων των μέτρων για τις πρακτικές πώλησης, έγινε σαφέστερο το ακριβές πεδίο των προϊόντων και των οντοτήτων που επηρεάζονται από την πρόταση, αποσαφηνίστηκε περαιτέρω η πιθανή αλληλεπίδραση των προτάσεων με άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης, εμβαθύνθηκε και επεκτάθηκε η ανάλυση των διαφόρων επιλογών και προσαρμόστηκαν σαφέστερα οι εκτιμήσεις για το κόστος και το όφελος ώστε να αντικατοπτρίζουν τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί για τους ΟΣΕΚΑ. Επιπλέον, η ανάλυση των άλλων παραγόντων που αφορούν τις αποφάσεις των επενδυτών εμβαθύνθηκε ώστε να αντικατοπτρίζει ρητά ότι οι γνωστοποιήσεις προς τους επενδυτές είναι μόνο ένας από τους εν λόγω παράγοντες και ότι ο ρόλος των συμβούλων ή των πωλητών μπορεί να είναι πρώτιστης σημασίας για τον καθορισμό ή τον επηρεασμό των επιλογών των επενδυτών σε πολλά πρακτικά περιβάλλοντα πωλήσεων.

3.           ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

3.1.        Νομική βάση

Η παρούσα πρόταση βασίζεται στο άρθρο 114 της ΣΛΕΕ. Ορίζει ομοιόμορφους κανόνες για την γνωστοποίηση στοιχείων για επενδυτικά προϊόντα για τους μικροεπενδυτές. Έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι οι μικροεπενδυτές θα είναι σε θέση να κατανοούν τα βασικά χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές και να συγκρίνουν τα χαρακτηριστικά των διαφόρων προϊόντων. Ταυτόχρονα, έχει επίσης ως στόχο να διασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαφορετικών παραγωγών επενδυτικών προϊόντων και των πωλητών των εν λόγω προϊόντων. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να καθορίσει ομοιόμορφους όρους για τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές της Ένωσης ενημερώνονται για τα επενδυτικά προϊόντα με ένα σύντομο έγγραφο και το πώς τους παρέχονται οι πληροφορίες. Συνεπώς, η παρούσα πρόταση εναρμονίζει τις συνθήκες λειτουργίας σε σχέση με τις πληροφορίες για τα επενδυτικά προϊόντα για όλους τους σχετικούς παράγοντες στην αγορά επενδύσεων για μικροεπενδυτές, τους παραγωγούς των προϊόντων, τους πωλητές και τους επενδυτές.

Διάφοροι κανόνες που ποικίλλουν ανάλογα με τον κλάδο που προσφέρει τα επενδυτικά προϊόντα και τις εθνικές ρυθμίσεις για τον συγκεκριμένο τομέα δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων προϊόντων και διαύλων διανομής, θέτοντας πρόσθετα εμπόδια για την ενιαία αγορά στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και προϊόντων. Τα κράτη μέλη έχουν ήδη προβεί σε αποκλίνουσες και ασυντόνιστες ενέργειες για την αντιμετώπιση των ελλείψεων σε μέτρα προστασίας των επενδυτών και είναι πιθανό ότι η εξέλιξη αυτή θα συνεχιστεί. Υπάρχει αυξανόμενο διασυνοριακό εμπόριο επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές, αλλά οι αποκλίνουσες εθνικές προσεγγίσεις θα οδηγήσουν σε διαφορετικά επίπεδα προστασίας των επενδυτών, σε αυξημένο κόστος και σε αβεβαιότητες για τους παρόχους και τους διανομείς των προϊόντων που θα αποτελέσουν εμπόδιο για την περαιτέρω διασυνοριακή ανάπτυξη της αγοράς επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές. Για την εν λόγω περαιτέρω ανάπτυξη θα απαιτηθεί επίσης διευκόλυνση των συγκρίσεων μεταξύ προϊόντων διαφορετικών τύπων σε όλη την Ένωση. Τα αποκλίνοντα πρότυπα γνωστοποίησης πληροφοριών στους επενδυτές καθιστούν πολύ δύσκολες αυτές τις συγκρίσεις. Αυτοί οι διαφορετικοί κανόνες μπορεί να εμποδίσουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και έχουν, συνεπώς, άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πείρα στον τομέα των ΟΣΕΚΑ δείχνει, επίσης, ότι οι διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις όσον αφορά τις γνωστοποιήσεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 114 ΣΛΕΕ.

Θεωρείται ενδεδειγμένο και αναγκαίο να λάβει η παρούσα πρόταση τη μορφή κανονισμού, έτσι ώστε η παρούσα πρωτοβουλία να μπορεί να εξυπηρετήσει το σκοπό της. Το μέτρο αυτό αφορά μόνο γνωστοποιήσεις πληροφοριών για μικροεπενδυτές. Δεν καλύπτει άλλα δικαιώματα ή υποχρεώσεις των παραγωγών προϊόντων, των προσώπων που πωλούν επενδυτικά προϊόντα ή των επενδυτών όπου μια οδηγία μπορεί να ήταν η κατάλληλη νομική μορφή. Η πείρα έχει δείξει ότι, για να περιέχει μια γνωστοποίηση τυποποιημένες πληροφορίες που θα παρέχουν τη δυνατότητα στους επενδυτές να συγκρίνουν μεταξύ διαφόρων επενδυτικών προϊόντων, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με άμεσα εφαρμοστέες διατάξεις που δεν απαιτούν από τα κράτη μέλη να θεσπίζουν πρόσθετα εκτελεστικά μέτρα. Εάν οι απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο και τη μορφή της γνωστοποίησης διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο συνεπεία της μεταφοράς της οδηγίας, αυτό θα δημιουργούσε άνισους όρους ανταγωνισμού για τους συντελεστές της αγοράς και διαφορετικά επίπεδα προστασίας των επενδυτών. Είναι σημαντικό ο παρών κανονισμός να επιβάλει άμεσες υποχρεώσεις για ιδιώτες όσον αφορά τη σύνταξη και την παροχή των γνωστοποιήσεων και το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω υποχρεώσεων δεν θα πρέπει να εξαρτάται από εθνικά μέτρα εφαρμογής.

3.2.        Επικουρικότητα και αναλογικότητα

Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, αναλαμβάνεται δράση σε επίπεδο ΕΕ μόνο στην περίπτωση που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς μόνο από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα από την ΕΕ.

Οι στόχοι της παρούσας πρότασης, να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε όλη την ΕΕ μεταξύ διαφόρων παραγωγών προϊόντων και προσώπων που πωλούν επενδυτικά προϊόντα και να καθοριστεί ένα ενιαίο επίπεδο προστασίας των επενδυτών με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για τη διαφάνεια δεν μπορούν να επιτευχθούν με την ανάληψη δράσης σε επίπεδο κρατών μελών. Οι εθνικές προσεγγίσεις μπορούν να έχουν ευνοϊκά αποτελέσματα όσον αφορά την προστασία των επενδυτών στα εν λόγω κράτη μέλη. Όμως, οι εθνικές προσεγγίσεις είναι εξ ορισμού περιορισμένες στην οικεία εθνική επικράτεια. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος αποκλινουσών προσεγγίσεων για τις γνωστοποιήσεις προς τους επενδυτές. Αυτές δεν μπορούν να δημιουργήσουν ίσους όρους ανταγωνισμού σε όλη την Ένωση για τους παραγωγούς και τους πωλητές επενδυτικών προϊόντων, ούτε και ίσο επίπεδο προστασίας των επενδυτών σε σχέση με τις γνωστοποιήσεις προς τους επενδυτές σε όλη την ΕΕ. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαία η δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 5 παράγραφος 4 της ΣΕΕ), είναι αναγκαίο και σκόπιμο για την επίτευξη των στόχων της παρούσας πρωτοβουλίας να θεσπιστούν αρχές σχετικά με το περιεχόμενο και τη μορφή των γνωστοποιήσεων για επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές, καθώς και κανόνες σχετικά με την κατάρτιση και την παροχή αυτών των πληροφοριών στους μικροεπενδυτές. Οι σχετικές απαιτήσεις θα πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω στο επίπεδο 2, έτσι ώστε να μπορεί να επιτευχθεί το απαιτούμενο επίπεδο συνοχής στα μέτρα προκειμένου να διευκολύνονται οι συγκρίσεις μεταξύ επενδυτικών προϊόντων που προέρχονται από διαφορετικούς τομείς του κλάδου.

3.3.        Συμμόρφωση με τα άρθρα 290 και 291 της ΣΛΕΕ

Από την 1η Ιανουαρίου 2011, εφαρμόζονται οι κανονισμοί για τη δημιουργία των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών ΕΑΤ, ΕΑΑΕΣ, και ΕΑΚΑΑ[3]. Ως προς αυτό το σημείο, η Επιτροπή επιθυμεί να υπενθυμίσει τις δηλώσεις στις οποίες προέβη σχετικά με τα άρθρα 290 και 291 της ΣΛΕΕ κατά την έκδοση των κανονισμών στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 σύμφωνα με τις οποίες: «Όσον αφορά τη διαδικασία για την έγκριση ρυθμιστικών προτύπων, η Επιτροπή υπογραμμίζει τον μοναδικό χαρακτήρα του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, που απορρέει από τον μηχανισμό Lamfalussy και αναγνωρίζεται ρητά στη Δήλωση 39 που προσαρτήθηκε στη ΣΛΕΕ. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει σοβαρές αμφιβολίες εάν οι περιορισμοί του ρόλου της κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και εκτελεστικών μέτρων είναι σύμφωνοι με τα άρθρα 290 και 291 της ΣΛΕΕ.»

3.4.        Λεπτομερής επεξήγηση της πρότασης

3.4.1.     Επενδυτικά προϊόντα τα οποία θα πρέπει να συνοδεύονται από ΒΕΠ όταν πωλούνται σε μικροεπενδυτές

Τα επενδυτικά προϊόντα μπορούν να παράγονται κατά τρόπον ώστε να λαμβάνουν διάφορες νομικές μορφές, προκειμένου να προσφέρεται η ίδια επενδυτική πρόταση σε διαφορετικούς τομείς του κλάδου. Αυτού του είδους η παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα είναι εντελώς διαφορετικά, ακόμη και όταν οι υποκείμενοι οικονομικοί σκοποί είναι παρόμοιοι (π.χ. ένα αμοιβαίο κεφάλαιο, μια κατάθεση και μια σύμβαση ασφάλισης και επενδύσεων μπορεί να φαίνονται πολύ διαφορετικά, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν εξ ίσου προκειμένου να παρουσιάζουν την ίδια επενδυτική πρόταση). Όλα αυτά τα προϊόντα αποσκοπούν στην αντιμετώπιση μιας σχετικά απλής ανάγκης: συσσώρευση κεφαλαίου με όρους καλύτερους από το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου. Αν και τα εν λόγω προϊόντα διαφέρουν ως προς αυτά που προσφέρουν – ορισμένα συνδυάζουν την προοπτική της συσσώρευσης κεφαλαίων με κεφαλαιακή εγγύηση, ενώ άλλα όχι· ορισμένα συνδυάζουν ένα στοιχείο επενδύσεων με κάποιο άλλο στοιχείο (όπως παροχές ασφάλισης ζωής) – όλα πωλούνται σε μικροεπενδυτές όταν αυτοί απευθύνονται σε ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή απευθείας στους παραγωγούς ζητώντας προϊόντα που καλύπτουν τις ανάγκες συσσώρευσης κεφαλαίου.

Τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα εκθέτουν τον επενδυτή σε διακυμάνσεις της αγοραίας αξίας των περιουσιακών στοιχείων ή των χρηματικών εισροών που αποκομίζουν τα περιουσιακά στοιχεία. Η έκθεση αυτή όμως δεν είναι άμεση όπως, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση που ο επενδυτής αγοράζει τα ίδια τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Αντίθετα, τα προϊόντα αυτά και αυτοί που τα παράγουν παρεμβαίνουν μεταξύ των επενδυτών και των αγορών, μέσω ενός συνδυασμού συσκευασίας των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ή άλλων μηχανισμών που διαφέρουν από την άμεση κατοχή («δέσμες επενδυτικών προϊόντων»). Αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν να περιλαμβάνουν τεχνικές όπως η συγκέντρωση κεφαλαίων από πολλαπλούς επενδυτές ώστε να είναι δυνατές οι συλλογικές επενδύσεις, ή η δημιουργία ανοιγμάτων με τη χρήση παράγωγων μέσων. Οι τεχνικές αυτές μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετη πολυπλοκότητα, κόστος και αδιαφάνεια σε σχέση με το προϊόν. Μπορούν επίσης, εντούτοις, να επιτρέψουν τη διασπορά του κινδύνου και να εξασφαλίσουν άλλα οφέλη που δεν θα ήταν διαθέσιμα στον μεμονωμένο επενδυτή· επιτρέπουν στους μικροεπενδυτές να συμμετέχουν στις αγορές επενδύσεων πιο αποτελεσματικά, πράγμα που οδηγεί σε εμβάθυνση των κεφαλαιαγορών και σε καλύτερες επιλογές για τους επενδυτές που επιθυμούν να διαφοροποιήσουν τα επενδυτικά τους ανοίγματα. Προκειμένου να συμπεριληφθούν όλα τα εν λόγω προϊόντα, ο ορισμός των επενδυτικών προϊόντων στον παρόντα κανονισμό αναφέρεται απευθείας στην εν λόγω «δεσμοποιημένη» μορφή. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του Απριλίου του 2009 αναφερόταν ειδικά σε δέσμες επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές· μετά από διαβουλεύσεις, ο παρών κανονισμός καθιστά λειτουργική αυτή την έμφαση σε επενδυτικές δέσμες με αναφορά στην έμμεση κατοχή περιουσιακών στοιχείων.

Ο σχετικός ορισμός θα περιλαμβάνει προϊόντα με εγγυήσεις κεφαλαίου, καθώς και αυτά στα οποία, επιπλέον του κεφαλαίου, είναι εγγυημένο ένα μέρος της απόδοσης· επενδυτικά κεφάλαια κλειστού ή ανοικτού τύπου, περιλαμβανομένων των ΟΣΕΚΑ· όλα τα δομημένα προϊόντα, ανεξάρτητα από τη μορφή τους (π.χ. ασφαλιστήρια συμβόλαια, αμοιβαία κεφάλαια, κινητές αξίες ή τραπεζικά προϊόντα), ασφαλιστικά προϊόντα των οποίων η αξία εξαγοράς προσδιορίζεται έμμεσα μέσω της απόδοσης των ιδίων επενδύσεων της ασφαλιστικής εταιρείας ή ακόμη και της κερδοφορίας της ίδιας της ασφαλιστικής εταιρείας καθώς και ως παράγωγα μέσα. Ορισμένα από τα προϊόντα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ατομικά λιανικά συνταξιοδοτικά προϊόντα, δηλαδή ως μέσα συσσώρευσης για σκοπούς προγραμματισμού της συνταξιοδότησης.

Ως αποτέλεσμα του εν λόγω ορισμού, τα ακόλουθα προϊόντα δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό:

- προϊόντα για τα οποία το ακριβές ποσοστό απόδοσης είναι καθορισμένο εκ των προτέρων για τη συνολική διάρκεια ζωής του προϊόντος, δεδομένου ότι εδώ το πληρωτέο ποσό δεν υπόκειται σε διακυμάνσεις των αξιών άλλων περιουσιακών στοιχείων (δεν υφίσταται επενδυτικός κίνδυνος)·

- απλές μετοχές και ομόλογα, εφόσον αυτά δεν περιέχουν μηχανισμό άλλο από την άμεση κατοχή των σχετικών περιουσιακών στοιχείων·

- καταθέσεις οι οποίες δεν είναι «δομημένες», δηλαδή καταθέσεις οι οποίες προσδιορίζονται με επιτόκιο όπως π.χ. το EURIBOR ή το LIBOR·

- ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία παρέχουν μόνο ασφαλιστικές παροχές, όπως τα ασφαλιστικά προϊόντα καθαρής προστασίας ή τα ασφαλιστικά προϊόντα ασφάλισης ζημιών, που δεν παρέχουν αξία εξαγοράς η οποία είναι εκτεθειμένη σε διακυμάνσεις κατά την λειτουργία ενός ή περισσότερων υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ή τιμών αναφοράς.

- συστήματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης που καλύπτονται από την οδηγία 2003/41/ΕΚ ή την οδηγία 2009/138/EΚ.

- συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία η εθνική νομοθεσία απαιτεί χρηματοδοτική συνεισφορά του εργοδότη και στα οποία ο εργαζόμενος δεν έχει επιλογή ως προς τον πάροχο συνταξιοδοτικών προϊόντων.

Οι μηχανισμοί με τους οποίους πραγματοποιούνται οι πληρωμές δεν έχουν σημασία για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής: τα προϊόντα που αποφέρουν έσοδα, ή παρέχουν μία μοναδική πληρωμή κατά τη λήξη, ή εφαρμόζουν κάποια άλλη σχετική διευθέτηση, εμπίπτουν όλα στο πεδίο εφαρμογής, εφόσον πληρούν τον γενικό ορισμό.

Ο ορισμός δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά σε προϊόν που προορίζεται για λιανική χρήση, μολονότι πολλά επενδυτικά προϊόντα είναι σχεδιασμένα στα μέτρα των πελατών λιανικής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το στοιχείο της αγοράς λιανικής μπορεί να προσδιορίζεται μόνο στο σημείο πώλησης, όταν ο διανομέας πωλεί ένα επενδυτικό προϊόν σε πελάτη λιανικής, ή παρέχει συμβουλές σχετικά με αυτό. Ωστόσο, η γνωστοποίηση θα πρέπει να προσκομίζεται κάθε φορά που ένα προϊόν που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής πρόκειται να πωληθεί σε μικροεπενδυτές.

3.4.2.     Ευθύνη για την παραγωγή του ΒΕΠ – Άρθρο 5

Η πρόταση αποδίδει ρητά την ευθύνη για την προετοιμασία του ΒΕΠ στον παραγωγό του επενδυτικού προϊόντος, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού: την αποδίδει δηλαδή σε ένα πρόσωπο που παράγει ένα επενδυτικό προϊόν, αλλά και σε ένα πρόσωπο που έχει τροποποιήσει ουσιαστικά τη δομή του κινδύνου ή του κόστους ενός υφιστάμενου επενδυτικού προϊόντος. (Μια οικονομική οντότητα που συνδυάζει άλλα προϊόντα θεωρείται παραγωγός προϊόντος). Ο ορισμός αυτός καλύπτει μια κατάσταση στην οποία ο αρχικός παραγωγός ενός συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού προϊόντος δεν ασκεί έλεγχο επί του τελικού προϊόντος. Όλες οι τροποποιήσεις του αρχικού προϊόντος δεν συνεπάγονται τέτοια μεταβίβαση της ευθύνης. Ωστόσο, οι αλλαγές που μεταβάλλουν σημαντικά κάποια βασικά χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος όπως το προφίλ κινδύνου/ανταμοιβής ή το κόστος εκλαμβάνονται ως ανακατασκευή του προϊόντος όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 4. Η εκχώρηση της προετοιμασίας μέρους ή του συνόλου την γνωστοποίησης σε τρίτους, όπως μπορεί να συμβεί σε συνεργασία με διανομείς, δεν επηρεάζει τη συνολική ευθύνη του παραγωγού του προϊόντος όσον αφορά το ΒΕΠ.

3.4.3.     Μορφή και περιεχόμενο του ΒΕΠ – Άρθρα 6 έως 11

Η παρούσα πρόταση εισάγει τις αρχές του καθεστώτος ΒΠΕ ΟΣΕΚΑ σε όλα τα άλλα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές – όλα τα ΒΕΠ πρέπει να έχουν τυποποιημένη «εικόνα και αίσθηση» και περιεχόμενα σχεδιασμένα έτσι ώστε να επικεντρώνονται σε βασικές πληροφορίες που παρουσιάζονται με κοινό τρόπο, έτσι ώστε να προωθηθεί η συγκρισιμότητα των πληροφοριών και η κατανόησή τους από τους μικροεπενδυτές.

Το ΒΕΠ πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία για αποτελεσματική επικοινωνία με τους δυνητικούς επενδυτές με απλό τρόπο. Ως εκ τούτου, η πρόταση προβλέπει σαφείς ενδείξεις σε σχέση με τη μορφή και γλώσσα: πρέπει να είναι ένα σύντομο έγγραφο, γραμμένο συνοπτικά, σε μη τεχνική γλώσσα που αποφεύγει τα ιδιόλεκτα, ώστε να είναι κατανοητό από τον μέσο ή τον τυπικό μικροεπενδυτή, συντεταγμένο με βάση κοινό μορφότυπο, ώστε οι επενδυτές να είναι σε θέση να συγκρίνουν εύκολα μεταξύ των διαφόρων επενδυτικών προϊόντων. Το ΒΕΠ πρέπει να είναι αυτοτελές έγγραφο κατά την έννοια ότι οι μικροεπενδυτές δεν χρειάζεται να διαβάζουν άλλα έγγραφα προκειμένου να μπορέσουν να κατανοήσουν τα βασικά χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος και να λάβουν εμπεριστατωμένη επενδυτική απόφαση, ενώ θα πρέπει να ξεχωρίζει σαφώς από το διαφημιστικό υλικό.

Η πρόταση ορίζει τα βασικά στοιχεία του επενδυτικού προϊόντος που θα πρέπει να περιγράφονται στο ΒΕΠ: την ταυτότητα του προϊόντος και τον παραγωγό του, τη φύση και τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον ο επενδυτής θα μπορούσε να χάσει κεφάλαια, τα χαρακτηριστικά κινδύνου και ανταμοιβής, το κόστος και τις επιδόσεις κατά το παρελθόν, ανάλογα με την περίπτωση. Άλλες πληροφορίες μπορούν να περιλαμβάνονται για συγκεκριμένα προϊόντα και, για ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προϊόντα, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με πιθανά μελλοντικά αποτελέσματα. Η πρόταση ορίζει έναν κοινό μορφότυπο και αλληλουχία τμημάτων ώστε να ενισχυθεί η συγκρισιμότητα. Είναι καθοριστικής σημασίας να ελαχιστοποιηθούν οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο έγγραφο, δεδομένου ότι, ειδάλλως, το έγγραφο θα καταστεί υπερβολικά περίπλοκο για τους μικροεπενδυτές. Προκειμένου να διατηρηθεί η συνοπτική μορφή του εντύπου, στο ΒΕΠ δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται άλλες πληροφορίες.

Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να υποστηρίζονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και μεθοδολογίες υποστήριξης για τον υπολογισμό συνοπτικών γνωστοποιήσεων των κινδύνων και του κόστους που ορίζονται στα τεχνικά πρότυπα. Μια τέτοια προσέγγιση θα επιτρέψει ένα μέγιστο επίπεδο συνεκτικότητας και συγκρισιμότητας των γνωστοποιήσεων που θα συνάδει με την ποικιλία των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος. Προβλέπεται ότι πρόσθετες πρωτοβουλίες υποστήριξης θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επιτυχία της παρούσας πρωτοβουλίας, όπως για παράδειγμα η ανάπτυξη κοινών γλωσσαρίων όρων ή η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τη χρήση απλής γλώσσας.

Η πρόταση περιγράφει επίσης μέτρα σχετικά με την επικαιροποίηση του ΒΕΠ και την εξασφάλιση των κατάλληλων παραπομπών σε συνοδευτικές εμπορικές πληροφορίες.

Η πρόταση αποσαφηνίζει την ευθύνη του παραγωγού του επενδυτικού προϊόντος με βάση το ΒΕΠ και το βάρος της απόδειξης στο θέμα αυτό: ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έχει συμμορφωθεί με τον κανονισμό όταν ένας μικροεπενδυτής προβάλλει μια αξίωση.

3.4.4.     Υποχρέωση παροχής του ΒΕΠ – Άρθρα 12 έως 13

Η πρόταση προβλέπει ότι το ΒΕΠ πρέπει να παρέχεται στους μικροεπενδυτές (και όχι απλώς να προσφέρεται). Όποιος πωλεί το προϊόν σε μικροεπενδυτές (είτε ο διανομέας είτε ο παραγωγός του προϊόντος σε περίπτωση απευθείας πωλήσεων) πρέπει να παρέχει την γνωστοποίηση στον δυνητικό επενδυτή εγκαίρως πριν από την πραγματοποίηση της συναλλαγής πώλησης. Ο χρόνος της παροχής του ΒΕΠ είναι ζωτικής σημασίας· για να είναι αποτελεσματικό, το έγγραφο πρέπει να παρέχεται πριν από τη λήψη μιας επενδυτικής απόφασης. Ωστόσο, ο προτεινόμενος κανονισμός προβλέπει κάποια ευελιξία όσον αφορά το χρόνο παροχής του ΒΕΠ για ορισμένες μορφές διανομής που δεν γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο. Επίσης, η πρόταση περιλαμβάνει απαιτήσεις όσον αφορά τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την παροχή του ΒΕΠ στους μικροεπενδυτές, συμπεριλαμβανομένων όρων που επιτρέπουν υποθέματα διαφορετικά από χαρτί. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν ως στόχο να εξασφαλίζουν την καταλληλότητα των μέσων αυτών για την πώληση και τη συνεχή πρόσβαση του μικροεπενδυτή στις πληροφορίες μελλοντικά. Για να επιτευχθούν αξιόπιστα αποτελέσματα, οι λεπτομέρειες για τη μέθοδο, το χρόνο και τους όρους για την παροχή της γνωστοποίησης στους μικροεπενδυτές θα διευκρινίζονται μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

3.4.5.     Καταγγελίες, προσφυγή και συνεργασία – Άρθρα 14 έως 17

Η παρούσα πρόταση περιλαμβάνει μέτρα για την εξασφάλιση αποτελεσματικών διαδικασιών καταγγελίας τόσο εκ μέρους του παραγωγού του προϊόντος, όσο και σε επίπεδο κρατών μελών. Επιπλέον, περιλαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών και προσφυγής.

Ο διατομεακός χαρακτήρας της παρούσας πρότασης, που περικλείει τράπεζες, ασφαλίσεις, κινητές αξίες και προϊόντα επενδυτικών κεφαλαίων, επιβάλλει την ισχυρή και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών σε όλους τους τομείς.

3.4.6.     Διοικητικές κυρώσεις και μέτρα – Άρθρα 18 έως 22

Η ανακοίνωση της Επιτροπής για τις κυρώσεις[4] επιβεβαίωσε ότι «η εξασφάλιση της προσήκουσας εφαρμογής των κανόνων της ΕΕ αποτελεί πρωταρχικό και ύψιστο καθήκον των εθνικών αρχών, οι οποίες επιφορτίζονται με την ευθύνη να αποτρέψουν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς από την παραβίαση των κανόνων της ΕΕ και να επιβάλλουν κυρώσεις στις περιπτώσεις των παραβιάσεων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους», αλλά τόνισε ταυτόχρονα το συντονισμένο και ενιαίο τρόπο με τον οποίο οφείλουν να ενεργούν οι εθνικές αρχές.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση και άλλες πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η παρούσα πρόταση περιέχει διατάξεις σχετικά με κυρώσεις και μέτρα που αποβλέπουν στην καθιέρωση εναρμονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τις κυρώσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η συνεκτικότητα. Είναι σημαντικό να εφαρμόζονται διοικητικές κυρώσεις και μέτρα στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις βασικές διατάξεις της παρούσας πρότασης και οι εν λόγω κυρώσεις ή τα μέτρα να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

3.4.7.     Μεταβατικές διατάξεις για τους ΟΣΕΚΑ και ρήτρα αναθεώρησης – Άρθρα 23 έως 25

Έχοντας υπόψη την πρόσφατη θέσπιση του εγγράφου ΒΠΕ για τους ΟΣΕΚΑ, δεν θα ήταν αναλογικό να εφαρμοστούν οι απαιτήσεις ΒΕΠ του παρόντος κανονισμού στους ΟΣΕΚΑ στο παρόν στάδιο. Για το λόγο αυτό, εντάσσεται μια μεταβατική διάταξη, που θα επιτρέψει στους ΟΣΕΚΑ να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν το ΒΠΕ σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ για περίοδο πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να αξιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ΟΣΕΚΑ και αν θα πρέπει να τροποποιηθεί το υφιστάμενο ΒΠΕ ΟΣΕΚΑ και, εάν ναι, πώς πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός βαθμός συγκρισιμότητας των πληροφοριών μεταξύ των ΟΣΕΚΑ και άλλων επενδυτικών προϊόντων που υπόκεινται σε απαιτήσεις ΒΕΠ δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Εκτός από τον προσδιορισμό των πιθανών προσαρμογών στο περιεχόμενο των ΒΠΕ ΟΣΕΚΑ, υπάρχουν πολλές πιθανές επιλογές για την εφαρμογή αυτών των προσαρμογών με τρόπο αναλογικό. Μια επιλογή θα ήταν να παραταθεί η μεταβατική ρύθμιση του παρόντος κανονισμού, ούτως ώστε οι ΟΣΕΚΑ να εξακολουθήσουν να υπόκεινται μόνο στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/65/ΕΚ – αν και οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να αναπροσαρμοσθούν για να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα των πληροφοριών. Μια άλλη επιλογή θα μπορούσε να είναι η τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ με την κατάργηση των διατάξεων σχετικά με το ΒΠΕ ΟΣΕΚΑ, μεταφέροντας τους ουσιαστικούς κανόνες για τις γνωστοποιήσεις των ΟΣΕΚΑ στον παρόντα κανονισμό. Η τελική επιλογή θα μπορούσε να είναι να διατηρηθούν οι ουσιαστικοί κανόνες για το ΒΠΕ ΟΣΕΚΑ στο πλαίσιο που διέπει τους ΟΣΕΚΑ, αλλά να λεχθεί επίσημα ότι το εν λόγω έγγραφο είναι ισοδύναμο με το ΒΕΠ των δεσμών επενδυτικών προϊόντων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Η αξιολόγηση των επιλογών μπορεί να περιλαμβάνει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, τον προσδιορισμό τυχόν αλλαγών του ΒΕΠ του παρόντος κανονισμού, που ενδέχεται να είναι αναγκαίες.

Ο παρών κανονισμός προβλέπει την επανεξέταση της αποτελεσματικότητας των μέτρων μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών. Αυτό θα γίνει πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που μόλις αναφέρθηκε έτσι ώστε να μπορούν ήδη να εξαχθούν συμπεράσματα για την κατάλληλη αντιμετώπιση των ΟΣΕΚΑ. Κατά την επανεξέταση θα πρέπει επίσης να διερευνηθεί κατά πόσον το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού θα πρέπει να επεκταθεί περαιτέρω ώστε να καλύψει νέα ή καινοτόμα επενδυτικά προϊόντα που προσφέρονται στην Ένωση.

3.4.8.     Αλληλεπίδραση με άλλη νομοθεσία της Ένωσης που αφορά την παροχή πληροφοριών στους καταναλωτές

Σε σχέση με άλλες απαιτήσεις γνωστοποίησης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να σημειωθεί ότι το ΒΕΠ που απαιτείται βάσει του παρόντος κανονισμού είναι ένα νέο έγγραφο γνωστοποίησης που θα είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να είναι αποκλειστικά προσαρμοσμένο, όσον αφορά το περιεχόμενο και το σχεδιασμό, στις ανάγκες των μικροεπενδυτών κατά την εξέταση και τη σύγκριση των διαφόρων επενδυτικών προϊόντων πριν από μια επένδυση. Ως εκ τούτου, ο σχεδιασμός και ο σκοπός του δεν είναι πλήρως όμοιοι με άλλες απαιτήσεις γνωστοποίησης, όπως η περίληψη σύμφωνα με την οδηγία περί ενημερωτικού δελτίου ή οι απαιτήσεις γνωστοποίησης στο πλαίσιο της Φερεγγυότητας II. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις έχουν άλλους σκοπούς, εκτός από την παροχή βασικών πληροφοριών στους μικροεπενδυτές, όπως η εξασφάλιση διαφάνειας για τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή η παροχή μιας πλήρους εικόνας σχετικά με όλες τις λεπτομέρειες όσον αφορά μια προτεινόμενη σύμβαση. Ως εκ τούτου, το ΒΕΠ δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει αυτές τις άλλες απαιτήσεις και θα υπάρχει παράλληλα με τις εν λόγω απαιτήσεις. Ωστόσο, από την εμπειρία με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού θα φανεί εάν στην πράξη οι απαιτήσεις ΒΕΠ πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω, π.χ. για να αντικαταστήσουν ορισμένες γνωστοποιήσεις που απαιτούνται βάσει άλλων πράξεων του δικαίου της Ένωσης.

Επιπλέον, οι απαιτήσεις ΒΕΠ υπάρχουν παράλληλα με τις απαιτήσεις της οδηγίας για την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές (DMFSD) και της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Οι απαιτήσεις της οδηγίας DMFSD συνδέονται με υπηρεσίες και οι απαιτήσεις της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι συμπληρωματικές προς άλλες απαιτήσεις πληροφοριών στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός δεν θα επηρεάσει τις εν λόγω οδηγίες.

4.           ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Δεν υπάρχουν επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ δεδομένου ότι δεν θα απαιτηθεί πρόσθετη χρηματοδότηση ούτε πρόσθετες θέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων για τις εν λόγω αρχές, συνεπώς, η κατανομή των πόρων και το προσωπικό που προβλέπεται στα εγκεκριμένα νομοθετικά δημοσιονομικά δελτία για τις εν λόγω αρχές θα επαρκεί για να διευκολυνθεί η εκτέλεση των καθηκόντων αυτών.

2012/0169 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τα βασικά έγγραφα πληροφοριών για επενδυτικά προϊόντα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[5],

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[6],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[7],

Κατόπιν διαβούλευσης με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)       Στους μικροεπενδυτές προσφέρεται όλο και περισσότερο ευρεία ποικιλία διαφόρων τύπων επενδυτικών προϊόντων όταν εξετάζουν το ενδεχόμενο να πραγματοποιήσουν μια επένδυση. Τα προϊόντα αυτά παρέχουν συχνά ειδικές επενδυτικές λύσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες των μικροεπενδυτών, αλλά είναι συχνά περίπλοκα και δυσνόητα. Οι υφιστάμενες γνωστοποιήσεις πληροφοριών στους επενδυτές για τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα είναι ασυντόνιστες και συχνά δεν βοηθούν τους μικροεπενδυτές να συγκρίνουν μεταξύ των διαφόρων προϊόντων και να κατανοούν τα χαρακτηριστικά τους. Κατά συνέπεια, οι μικροεπενδυτές έχουν συχνά πραγματοποιήσει επενδύσεις με κινδύνους και κόστος που δεν ήταν πλήρως κατανοητά από τους εν λόγω επενδυτές, και έχουν υποστεί ως εκ τούτου απρόβλεπτες ζημίες σε κάποιες περιπτώσεις.

(2)       Η βελτίωση των διατάξεων σχετικά με τη διαφάνεια των επενδυτικών προϊόντων που προσφέρονται στους μικροεπενδυτές αποτελεί σημαντικό μέτρο για την προστασία των επενδυτών και αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των μικροεπενδυτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη ληφθεί σε επίπεδο Ένωσης μέσω της ανάπτυξης του καθεστώτος βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές που θεσπίστηκε με την οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)[8].

(3)       Οι διαφορετικοί κανόνες που ποικίλλουν ανάλογα με τον κλάδο που προσφέρει τα επενδυτικά προϊόντα και με τις εθνικές ρυθμίσεις για τον συγκεκριμένο τομέα δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων προϊόντων και των διαφόρων διαύλων διανομής, προκαλώντας επιπλέον εμπόδια στην ενιαία αγορά στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και προϊόντων. Τα κράτη μέλη έχουν ήδη προβεί σε αποκλίνουσες και ασυντόνιστες ενέργειες για την αντιμετώπιση των ελλείψεων σε μέτρα προστασίας των επενδυτών και είναι πιθανό ότι η εξέλιξη αυτή θα συνεχιστεί. Οι αποκλίνουσες προσεγγίσεις ως προς τις γνωστοποιήσεις για τα επενδυτικά προϊόντα εμποδίζουν την ανάπτυξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων παραγωγών επενδυτικών προϊόντων και των πωλητών των εν λόγω προϊόντων και, ως εκ τούτου, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Επίσης, ένα πιθανό αποτέλεσμα θα είναι το άνισο επίπεδο προστασίας των επενδυτών στην Ένωση. Οι διαφορές αυτές αποτελούν εμπόδιο για την εγκαθίδρυση και την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Κατά συνέπεια, το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση.

(4)       Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν ομοιόμορφοι κανόνες στο επίπεδο της Ένωσης που θα εφαρμόζονται σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά επενδυτικών προϊόντων και θα αφορούν τη διαφάνεια, έτσι ώστε να αποτρέπονται οι διαφορές. Είναι αναγκαίος ένας κανονισμός ώστε να εξασφαλιστεί ότι το κοινό πρότυπο για τα βασικά έγγραφα πληροφοριών θα θεσπιστεί με τέτοιον ενιαίο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να εναρμονίζει τη μορφή και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Οι άμεσα εφαρμοστέοι κανόνες του κανονισμού θα διασφαλίζουν ότι όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά επενδυτικών προϊόντων υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις. Έτσι θα διασφαλιστούν επίσης ομοιόμορφες γνωστοποιήσεις αποτρέποντας την υιοθέτηση αποκλινουσών εθνικών απαιτήσεων συνεπεία της μεταφοράς μιας οδηγίας. Η χρήση κανονισμού ενδείκνυται επίσης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλοι οι πωλητές επενδυτικών προϊόντων υπόκεινται σε ομοιόμορφες απαιτήσεις όσον αφορά την παροχή των βασικού εγγράφου πληροφοριών στους μικροεπενδυτές.

(5)       Αν και η βελτίωση των γνωστοποιήσεων για τα επενδυτικά προϊόντα είναι ουσιαστικής σημασίας για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές, εξίσου σημαντικές είναι οι αποτελεσματικά ρυθμιζόμενες διαδικασίες πώλησης για τα προϊόντα αυτά. Ο παρών κανονισμός είναι συμπληρωματικός προς τα μέτρα για την διανομή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[9]. Είναι επίσης συμπληρωματικός των μέτρων που λαμβάνονται για την διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων στην οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[10].

(6)       Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα προϊόντα, ανεξάρτητα από τη μορφή ή την δομή τους, που παράγονται από τον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για να παρέχουν επενδυτικές ευκαιρίες στους μικροεπενδυτές, όταν η απόδοση που προσφέρεται στον επενδυτή είναι εκτεθειμένη στις επιδόσεις ενός ή περισσοτέρων περιουσιακών στοιχείων ή τιμών αναφοράς διαφορετικών από το επιτόκιο. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει επενδυτικά προϊόντα όπως τα επενδυτικά κεφάλαια, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με επενδυτικό στοιχείο, και τα δομημένα προϊόντα λιανικής. Για τα προϊόντα αυτά, οι επενδύσεις δεν είναι άμεσες όπως γίνεται με την αγορά ή την κατοχή των ίδιων των περιουσιακών στοιχείων. Αντίθετα, τα προϊόντα αυτά παρεμβαίνουν μεταξύ του επενδυτή και των αγορών μέσω μιας διαδικασίας «δέσμοποίησης», συσκευασίας ή ομαδοποίησης περιουσιακών στοιχείων ώστε να δημιουργηθούν διάφορα ανοίγματα, να παρέχονται διαφορετικά χαρακτηριστικά προϊόντων ή να επιτυγχάνονται διαφορετικές διαρθρώσεις κόστους σε σύγκριση με την άμεση κατοχή. Αυτές οι «δέσμες» μπορούν να επιτρέψουν στους μικροεπενδυτές να ασκούν επενδυτικές στρατηγικές στις οποίες κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση ή θα ήταν ανέφικτες, αλλά μπορεί επίσης να απαιτούν τη διαθεσιμότητα πρόσθετων πληροφοριών που διατίθενται, ιδίως προκειμένου να καταστούν δυνατές οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων τρόπων συγκρότησης δεσμών επενδύσεων.

(7)       Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις εν λόγω δέσμες επενδυτικών προϊόντων, τα ασφαλιστικά προϊόντα που δεν προσφέρουν επενδυτικές ευκαιρίες και τα προϊόντα τα οποία είναι εκτεθειμένα αποκλειστικά στα επιτόκια θα πρέπει να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να κατέχονται άμεσα, όπως οι μετοχές εταιρειών ή τα κρατικά ομόλογα, δεν είναι δέσμες επενδυτικών προϊόντων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξαιρεθούν. Δεδομένου ότι στόχος του παρόντος κανονισμού είναι η βελτίωση της συγκρισιμότητας και της κατανόησης των πληροφοριών σχετικά με επενδυτικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά σε μικροεπενδυτές, τα συστήματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών[11] ή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)[12], δεν πρέπει να υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό. Ομοίως, ορισμένα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προϊόντα τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι απαιτείται παροχή χρηματοδοτικής συνεισφοράς από τον εργοδότη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος δεν έχει επιλογή ως προς τον πάροχο συνταξιοδοτικών προϊόντων. Τα επενδυτικά κεφάλαια που διατίθενται σε θεσμικούς επενδυτές επίσης δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, διότι δεν προορίζονται προς πώληση σε μικροεπενδυτές. Ωστόσο, τα επενδυτικά προϊόντα που έχουν σκοπό τη συσσώρευση αποταμιεύσεων για ατομικές συντάξεις πρέπει να παραμείνουν στο πεδίο εφαρμογής, επειδή συχνά ανταγωνίζονται με τα άλλα προϊόντα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και διανέμονται με παρόμοιο τρόπο στους μικροεπενδυτές.

(8)       Προκειμένου να υπάρξει σαφήνεια όσον αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ των υποχρεώσεων που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό και των υποχρεώσεων που θεσπίζονται με την οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34[13] και της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω οδηγίες εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα με τον παρόντα κανονισμό.

(9)       Οι παραγωγοί επενδυτικών προϊόντων – όπως οι διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι εκδότες τίτλων, τα πιστωτικά ιδρύματα ή οι εταιρείες επενδύσεων – θα πρέπει να καταρτίζουν το βασικό έγγραφο πληροφοριών για τα επενδυτικά προϊόντα που παράγουν, καθώς βρίσκονται στην καλύτερη θέση να γνωρίζουν το προϊόν και είναι υπεύθυνοι για αυτό. Το έγγραφο θα πρέπει να καταρτίζεται από τον παραγωγό επενδυτικών προϊόντων πριν να μπορούν τα προϊόντα να πωληθούν σε μικροεπενδυτές. Ωστόσο, σε περίπτωση που ένα προϊόν δεν πωλείται σε μικροεπενδυτές, δεν υπάρχει ανάγκη να συνταχθεί βασικό έγγραφο πληροφοριών, και όταν είναι ανέφικτο να συντάξει ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος το βασικό έγγραφο πληροφοριών, αυτό μπορεί να ανατεθεί σε άλλους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ευρεία διάδοση και διαθεσιμότητα βασικών εγγράφων πληροφοριών, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τη δημοσίευση εκ μέρους του παραγωγού επενδυτικών προϊόντων μέσω δικτυακού τόπου της επιλογής του.

(10)     Προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες των μικροεπενδυτών, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες σχετικά με επενδυτικά προϊόντα είναι ακριβείς, δίκαιες, σαφείς και μη παραπλανητικές για τους εν λόγω επενδυτές. Ο παρών κανονισμός πρέπει, συνεπώς, να ορίσει κοινά πρότυπα για τη σύνταξη του βασικού εγγράφου πληροφοριών, ώστε να εξασφαλιστεί ότι είναι κατανοητό για τους μικροεπενδυτές. Λόγω των προβλημάτων που έχουν πολλοί μικροεπενδυτές όσον αφορά την κατανόηση της ειδικευμένης χρηματοοικονομικής ορολογίας, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο λεξιλόγιο και το ύφος της γραφής που χρησιμοποιούνται στο έγγραφο. Πρέπει επίσης να οριστούν κανόνες σχετικά με τη γλώσσα στην οποία θα πρέπει να συντάσσεται. Επιπλέον, οι μικροεπενδυτές θα πρέπει να είναι σε θέση να κατανοούν το βασικό έγγραφο πληροφοριών αφ εαυτού χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχουν σε άλλες πληροφορίες.

(11)     Οι μικροεπενδυτές θα πρέπει να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις εν επιγνώσει και να συγκρίνουν διαφορετικά επενδυτικά προϊόντα αλλά, αν οι πληροφορίες δεν είναι σύντομες και περιεκτικές, υπάρχει κίνδυνος να μην τις χρησιμοποιούν. Το βασικό έγγραφο πληροφοριών, ως εκ τούτου, πρέπει να περιέχει μόνο τις βασικές πληροφορίες, ιδίως σε ό, τι αφορά τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον είναι δυνατόν να χαθούν κεφάλαια, του κόστους και του προφίλ κινδύνου του προϊόντος, καθώς και σχετικές πληροφορίες για τις επιδόσεις, και ορισμένες άλλες ειδικές πληροφορίες που ενδέχεται να απαιτούνται για την κατανόηση των χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων ειδών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για προγραμματισμό συνταξιοδότησης.

(12)     Το βασικό έγγραφο πληροφοριών θα πρέπει να καταρτίζεται σε μορφότυπο που επιτρέπει στους μικροεπενδυτές να συγκρίνουν διαφορετικά επενδυτικά προϊόντα, δεδομένου ότι οι συμπεριφορές και ικανότητες των καταναλωτών είναι τέτοιες ώστε ο μορφότυπος, η παρουσίαση και το περιεχόμενο των πληροφοριών πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά, ώστε να μεγιστοποιείται η κατανόηση και η χρήση των πληροφοριών. Η ίδια σειρά ενοτήτων και οι τίτλοι για τις εν λόγω ενότητες θα πρέπει να εφαρμόζονται για κάθε έγγραφο. Επιπλέον, οι λεπτομέρειες των πληροφοριών που πρόκειται να περιλαμβάνονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών για διαφορετικά προϊόντα και η παρουσίαση των πληροφοριών αυτών θα πρέπει να εναρμονιστούν περαιτέρω μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που θα λαμβάνουν υπόψη την υφιστάμενη και την συνεχιζόμενη έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά των καταναλωτών, καθώς και τα αποτελέσματα των δοκιμών όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των διαφόρων τρόπων παρουσίασης των πληροφοριών στους καταναλωτές. Επιπλέον, ορισμένα επενδυτικά προϊόντα παρέχουν στους μικροεπενδυτές δυνατότητα επιλογής μεταξύ πολλαπλών υποκείμενων επενδύσεων. Τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση του μορφοτύπου.

(13)     Οι μικροεπενδυτές επιζητούν όλο και περισσότερο όχι μόνο οικονομικό όφελος με τις επενδυτικές αποφάσεις τους. Συχνά, επιδιώκουν επίσης άλλους σκοπούς όπως κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς στόχους. Επιπλέον, η πληροφόρηση σχετικά με τις μη οικονομικές πτυχές των επενδύσεων μπορεί να είναι σημαντική για τα πρόσωπα που επιθυμούν να πραγματοποιούν βιώσιμες, μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Ωστόσο, οι πληροφορίες σχετικά με κοινωνικά και περιβαλλοντικά αποτελέσματα ή αποτελέσματα σχετικά με τη διακυβέρνηση που επιδιώκει ο παραγωγός επενδυτικών προϊόντων μπορεί να είναι δύσκολο να συγκριθούν ή μπορεί και να είναι ανύπαρκτες. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να εναρμονιστούν περαιτέρω οι λεπτομέρειες των πληροφοριών σχετικά με το εάν τα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά ζητήματα ή τα ζητήματα διακυβέρνησης έχουν ληφθεί υπόψη και, εάν ναι, με ποιους τρόπους.

(14)     Το βασικό έγγραφο πληροφοριών πρέπει να είναι σαφώς διακριτό από όλες τις διαφημιστικές ανακοινώσεις. Η σημασία του δεν θα πρέπει να μειώνεται από αυτά τα άλλα έγγραφα.

(15)     Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το βασικό έγγραφο πληροφοριών περιέχει αξιόπιστες πληροφορίες, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να απαιτεί από τους παραγωγούς επενδυτικών προϊόντων να επικαιροποιούν το βασικό έγγραφο πληροφοριών. Προς τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θα εκδοθεί από την Επιτροπή, λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τους όρους και τη συχνότητα της επανεξέτασης των πληροφοριών και την αναθεώρηση του βασικού εγγράφου πληροφοριών.

(16)     Τα βασικά έγγραφα πληροφοριών αποτελούν το υπόβαθρο για τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων από μικροεπενδυτές. Για το λόγο αυτό, οι παραγωγοί επενδυτικών προϊόντων έχουν σημαντική ευθύνη έναντι των μικροεπενδυτών και πρέπει να εξασφαλίζουν ότι συμμορφώνονται με τους κανόνες του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι μικροεπενδυτές που βασίστηκαν σε ένα βασικό έγγραφο πληροφοριών για μια επενδυτική απόφαση έχουν πραγματικό δικαίωμα προσφυγής. Επίσης, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι όλοι οι μικροεπενδυτές σε όλη την Ένωση έχουν το ίδιο δικαίωμα να ζητούν αποζημίωση για ζημίες που μπορεί να υποστούν λόγω περιπτώσεων μη συμμόρφωσης των παραγωγών επενδυτικών προϊόντων με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Επομένως, θα πρέπει να εναρμονιστούν οι κανόνες όσον αφορά την ευθύνη των παραγωγών επενδυτικών προϊόντων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι ο μικροεπενδυτής θα πρέπει να είναι σε θέση να καταλογίζει ευθύνες στους παραγωγούς για μια παράβαση του παρόντος κανονισμού σε περίπτωση που υφίσταται ζημία μέσω της χρήσης του βασικού εγγράφου πληροφοριών.

(17)     Δεδομένου ότι γενικά οι μικροεπενδυτές δεν διαθέτουν σαφή εικόνα σχετικά με τις εσωτερικές διαδικασίες των παραγωγών επενδυτικών προϊόντων, θα πρέπει να καθιερωθεί η αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Ο παραγωγός θα πρέπει να αποδείξει ότι το βασικό έγγραφο πληροφοριών καταρτίστηκε σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, ο μικροεπενδυτής θα πρέπει να αποδείξει ότι η ζημία που υπέστη οφείλεται στη χρήση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών επειδή το θέμα αυτό εμπίπτει στην άμεση προσωπική σφαίρα του μικροεπενδυτή.

(18)     Όσον αφορά θέματα σχετικά με την αστική ευθύνη ενός παραγωγού επενδυτικών προϊόντων που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, τα εν λόγω θέματα θα πρέπει να διέπονται από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία που καθορίζεται από τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου. Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά με μια αξίωση για αστική ευθύνη που έχει ασκηθεί από μικροεπενδυτή θα πρέπει να καθορίζεται από τους σχετικούς κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας.

(19)     Προκειμένου οι μικροεπενδυτές να είναι σε θέση να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις εν επιγνώσει, οι πωλητές επενδυτικών προϊόντων θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν το βασικό έγγραφο πληροφοριών εγκαίρως πριν από κάθε συναλλαγή. Αυτή η απαίτηση θα πρέπει να εφαρμόζεται εν γένει ανεξάρτητα από τον τόπο ή τον τρόπο που λαμβάνει χώρα η πράξη. Στους πωλητές περιλαμβάνονται τόσο οι διανομείς όσο και οι ίδιοι οι παραγωγοί επενδυτικών προϊόντων όταν επιλέγουν να πωλούν τα προϊόντα απευθείας σε μικροεπενδυτές. Για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ευελιξία και αναλογικότητα, οι μικροεπενδυτές οι οποίοι επιθυμούν να πραγματοποιήσουν μια συναλλαγή με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως θα πρέπει να είναι σε θέση να λάβουν το βασικό έγγραφο πληροφοριών μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, το βασικό έγγραφο πληροφοριών είναι χρήσιμο για τον επενδυτή επειδή, για παράδειγμα, παρέχει στους επενδυτές τη δυνατότητα να συγκρίνουν το προϊόν που αγοράστηκε με εκείνο που περιγράφεται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[14].

(20)     Θα πρέπει να θεσπισθούν ομοιόμορφοι κανόνες προκειμένου να δοθεί στον πωλητή του επενδυτικού προϊόντος κάποιο περιθώριο επιλογής όσον αφορά το μέσο με το οποίο το βασικό έγγραφο πληροφοριών παρέχεται στους μικροεπενδυτές, ώστε να είναι δυνατή η χρήση ηλεκτρονικών επικοινωνιών στις περιπτώσεις που αυτό είναι σκόπιμο λόγω των συνθηκών της συναλλαγής. Ωστόσο, οι μικροεπενδυτές πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να το λάβουν σε χαρτί. Προς το συμφέρον της πρόσβασης του καταναλωτή σε πληροφορίες, το βασικό έγγραφο πληροφοριών θα πρέπει να παρέχεται πάντοτε δωρεάν.

(21)     Για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των επενδυτών σε επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές, θα πρέπει να θεσπιστούν απαιτήσεις για κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν ότι οι μικροεπενδυτές λαμβάνουν ουσιαστική απάντηση σε τυχόν καταγγελίες από τον παραγωγό επενδυτικών προϊόντων.

(22)     Οι διαδικασίες για την εναλλακτική επίλυση διαφορών επιτρέπουν την ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή διευθέτηση των διαφορών από τα δικαστήρια και μειώνουν την επιβάρυνση του δικαστικού συστήματος. Για το σκοπό αυτό, οι παραγωγοί και οι πωλητές επενδυτικών προϊόντων θα πρέπει να υποχρεούνται να συμμετέχουν στις εν λόγω διαδικασίες που έχουν κινηθεί από μικροεπενδυτές σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη ορισμένων διασφαλίσεων σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, οι διαδικασίες για την εναλλακτική επίλυση διαφορών δεν πρέπει να παραβιάζουν τα δικαιώματα τα οποία έχουν τα μέρη που μετέχουν στις σχετικές διαδικασίες, να προσφεύγουν ενώπιον των δικαστηρίων.

(23)     Δεδομένου ότι το βασικό έγγραφο πληροφοριών θα πρέπει να παράγεται για επενδυτικά προϊόντα από οντότητες που δραστηριοποιούνται στους τομείς των χρηματοπιστωτικών αγορών που αφορούν τις τράπεζες, τις ασφαλίσεις, τις κινητές αξίες και τα επενδυτικά κεφάλαια, είναι άκρως σημαντικό να εξασφαλιστεί η ομαλή συνεργασία μεταξύ των διαφόρων αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των παραγωγών επενδυτικών προϊόντων ώστε να έχουν μια κοινή προσέγγιση όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(24)     Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής του Δεκεμβρίου 2010 για την ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα[15] και προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι παραβάσεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται σε κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και μέτρα. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι κυρώσεις έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα και να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών με την προειδοποίησή τους σχετικά με επενδυτικά προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού, οι κυρώσεις και τα μέτρα θα πρέπει κανονικά να δημοσιεύονται, με εξαίρεση ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιστάσεις.

(25)     Προκειμένου να εκπληρωθούν οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον καθορισμό λεπτομερειών σχετικά με την παρουσίαση και τον μορφότυπο του βασικού εγγράφου πληροφοριών, σχετικά με το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών, λεπτομερείς απαιτήσεις όσον αφορά το χρόνο παροχής του βασικού εγγράφου πληροφοριών καθώς και σε σχέση με την επανεξέταση και αναθεώρηση του εγγράφου. Επιβάλλεται να προβεί η Επιτροπή στις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(26)     Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει τα σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που έχουν αναπτύξει η ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΤ και η ΕΑΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 8 όσον αφορά τη μεθοδολογία που διέπει την παρουσίαση του κινδύνου και της ανταμοιβής και τον υπολογισμό του κόστους μέσω πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με τα αντίστοιχα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, 1094/2010 και 1095/2010.

(27)     Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[16] διέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[17], διέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εκτελείται από την Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και υπό την εποπτεία του Ευρωπαϊκού Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, όπως η ανταλλαγή ή η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ και κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές θα πρέπει να γίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

(28)     Αν και οι ΟΣΕΚΑ είναι επενδυτικά προϊόντα κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, η πρόσφατη καθιέρωση των απαιτήσεων σχετικά με τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ σημαίνει ότι θα ήταν αναλογικό να παραχωρηθεί στους εν λόγω ΟΣΕΚΑ μεταβατική περίοδος 5 ετών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό. Μετά την εν λόγω περίοδο θα υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό εφόσον δεν υπάρξει παράταση της εν λόγω μεταβατικής περιόδου.

(29)     Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί επανεξέταση του παρόντος κανονισμού τέσσερα έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού για να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς, όπως η εμφάνιση νέων τύπων επενδυτικών προϊόντων, αλλά και οι εξελίξεις σε άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης και η πείρα των κρατών μελών. Η επανεξέταση θα πρέπει να αξιολογήσει εάν τα μέτρα που θεσπίστηκαν βελτίωσαν την κατανόηση του μέσου μικροεπενδυτή σχετικά με τα επενδυτικά προϊόντα και τη συγκρισιμότητα των προϊόντων. Θα πρέπει επίσης να εξετάσει κατά πόσον η μεταβατική περίοδος που ισχύει για τους ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να παραταθεί, ή αν μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο άλλων επιλογών αντιμετώπισης των ΟΣΕΚΑ. Βάσει της επανεξέτασης, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο συνοδευόμενη, αν χρειάζεται, από νομοθετικές προτάσεις.

(30)     Προκειμένου να δοθεί στους παραγωγούς και τους πωλητές επενδυτικών προϊόντων επαρκής χρόνος για να προετοιμαστούν για την πρακτική εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή νωρίτερα από δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(31)     Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(32)     Δεδομένου ότι ο στόχος της προτεινόμενης δράσης, και συγκεκριμένα η ενίσχυση της προστασίας των μικροεπενδυτών και η βελτίωση της εμπιστοσύνης τους στα επενδυτικά προϊόντα, ακόμη και στην περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα πωλούνται διασυνοριακά, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη όταν ενεργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, και μόνο η ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες που έχουν εντοπισθεί, και δύνανται, συνεπώς, λόγω των αποτελεσμάτων της, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες σχετικά με τον μορφότυπο και το περιεχόμενο του βασικού εγγράφου πληροφοριών που καταρτίζεται από τους παραγωγούς επενδυτικών προϊόντων και ενιαίους κανόνες σχετικά με την παροχή του εν λόγω εγγράφου στους μικροεπενδυτές.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην παραγωγή και την πώληση επενδυτικών προϊόντων.

Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα:

α)      ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία δεν προσφέρουν αξία εξαγοράς ή στα οποία η αξία εξαγοράς δεν είναι, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει εκτεθειμένη, άμεσα ή έμμεσα, στις διακυμάνσεις της αγοράς·

β)      καταθέσεις με ποσοστό απόδοσης που καθορίζεται σε σχέση με ένα επιτόκιο·

γ)      κινητές αξίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως ζ), θ) και ι) του άρθρου 1 παράγραφος 2) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ·

δ)      άλλοι τίτλοι που δεν ενσωματώνουν ένα παράγωγο· και

ε)      συστήματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ ή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· και

στ)    συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται από την εθνική νομοθεσία χρηματοδοτική συνεισφορά του εργοδότη και στα οποία ο εργαζόμενος δεν έχει δυνατότητα επιλογής ως προς τον πάροχο του συνταξιοδοτικού προϊόντος.

Άρθρο 3

1.           Όταν οι παραγωγοί επενδυτικών προϊόντων που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό υπόκεινται επίσης στην οδηγία 2003/71/ΕΚ, εφαρμόζεται τόσο ο παρών κανονισμός, όσο και η οδηγία 2003/71/ΕΚ.

2.           Όταν οι παραγωγοί επενδυτικών προϊόντων που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό υπόκεινται επίσης στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, εφαρμόζεται τόσο ο παρών κανονισμός, όσο και η οδηγία 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 4

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)      ως «επενδυτικό προϊόν» νοείται μια επένδυση στην οποία ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επενδύσεων το ποσό που καταβάλλεται στον επενδυτή είναι εκτεθειμένο σε διακυμάνσεις των τιμών αναφοράς ή των επιδόσεων ενός ή περισσότερων περιουσιακών στοιχείων που δεν αγοράζονται απευθείας από τον επενδυτή·

β)      ως «παραγωγός επενδυτικών προϊόντων » νοείται:

i)        κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παράγει ένα επενδυτικό προϊόν·

ii)       κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που επιφέρει αλλαγές σε ένα υφιστάμενο επενδυτικό προϊόν τροποποιώντας τα χαρακτηριστικά κινδύνου και ανταμοιβής ή το κόστος που συνδέεται με την επένδυση στο επενδυτικό προϊόν·

γ)      ως «μικροεπενδυτές» νοούνται:

i)        οι ιδιώτες πελάτες, όπως ορίζονται στο σημείο 12) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

ii)       οι πελάτες κατά την έννοια της οδηγίας 2002/92/ΕΚ·

δ)      ως «συνταξιοδοτικά προϊόντα» νοούνται τα προϊόντα για τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, έχει αναγνωρισθεί ότι έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή κατά τη συνταξιοδότησή του και δίνουν στον επενδυτή το δικαίωμα σε ορισμένες παροχές·

ε)      ως «σταθερό μέσο» νοείται ένα σταθερό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

στ)    ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρχές των κρατών μελών, νομίμως εξουσιοδοτημένες για την εποπτεία του παραγωγού του επενδυτικού προϊόντος ή του προσώπου που πωλεί ένα επενδυτικό προϊόν σε έναν μικροεπενδυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΒΑΣΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Τμήμα 1 Κατάρτιση του βασικού εγγράφου πληροφοριών

Άρθρο 5

Ο παραγωγός επενδυτικών προϊόντων καταρτίζει βασικό έγγραφο πληροφοριών σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για κάθε επενδυτικό προϊόν που παράγει και δημοσιεύει το έγγραφο σε δικτυακό τόπο της επιλογής του πριν να μπορεί το επενδυτικό προϊόν να πωληθεί σε μικροεπενδυτές.

Τμήμα II Μορφή και περιεχόμενο του βασικού εγγράφου πληροφοριών

Άρθρο 6

1.           Το βασικό έγγραφο πληροφοριών είναι ακριβές, δίκαιο, σαφές και μη παραπλανητικό.

2.           Το βασικό έγγραφο πληροφοριών είναι αυτοτελές έγγραφο, σαφώς ξεχωριστό από τα διαφημιστικά υλικά.

3.           Το βασικό έγγραφο πληροφοριών καταρτίζεται ως σύντομο έγγραφο το οποίο:

α)      παρουσιάζεται και είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε να είναι ευανάγνωστο, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους·

β)      είναι σαφώς διατυπωμένο και γραμμένο σε γλώσσα που εκφράζεται με τρόπο που διευκολύνει την κατανόηση, από τον μικροεπενδυτή, των πληροφοριών που κοινοποιούνται, ιδίως όταν:

(i) η χρησιμοποιούμενη γλώσσα είναι σαφής, περιεκτική και κατανοητή·

(ii) αποφεύγεται η χρήση ιδιολέκτου·

(iii) αποφεύγονται οι τεχνικοί όροι όταν στη θέση τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν λέξεις καθημερινής χρήσης.

4.           Εάν χρησιμοποιούνται χρώματα στο βασικό έγγραφο πληροφοριών, αυτά δεν μειώνουν την ευκολία κατανόησης των πληροφοριών σε περίπτωση που το βασικό έγγραφο πληροφοριών εκτυπώνεται ή παράγεται φωτοαντίγραφό του σε μαύρο και άσπρο χρώμα.

5.           Όταν η σήμανση των επιχειρήσεων επενδύσεων ή ο λογότυπος του παραγωγού του επενδυτικού προϊόντος ή του ομίλου στον οποίο ανήκει χρησιμοποιούνται για το βασικό έγγραφο πληροφοριών, δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή του μικροεπενδυτή από τις πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο ή να συγκαλύπτει το κείμενο.

Άρθρο 7

Το βασικό έγγραφο πληροφοριών συντάσσεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους όπου πωλείται το επενδυτικό προϊόν, ή σε γλώσσα αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, ή εφόσον έχει συνταχθεί σε άλλη γλώσσα, πρέπει να μεταφράζεται σε κάποια από τις γλώσσες αυτές.

Άρθρο 8

1.           Ο τίτλος «Βασικό έγγραφο πληροφοριών» εμφανίζεται ευκρινώς στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας του βασικού εγγράφου πληροφοριών. Ακριβώς κάτω από τον τίτλο εμφανίζεται επεξηγηματική δήλωση. Η δήλωση έχει ως εξής:

«Το παρόν έγγραφο παρέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με το παρόν επενδυτικό προϊόν. Δεν είναι διαφημιστικό υλικό. Οι πληροφορίες απαιτούνται βάσει του νόμου για να σας βοηθήσουν να κατανοήσετε τη φύση του παρόντος επενδυτικού προϊόντος και τους κινδύνους που απορρέουν από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε αυτό. Σας συμβουλεύουμε να το διαβάσετε ώστε να μπορείτε να λάβετε απόφαση εν επιγνώσει για το αν θα επενδύσετε.»

2.           Το βασικό έγγραφο πληροφοριών περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      σε τμήμα στην αρχή του εγγράφου, το όνομα του επενδυτικού προϊόντος και την ταυτότητα του παραγωγού του προϊόντος·

β)      σε τμήμα με τίτλο «Τι είναι αυτή η επένδυση;» τη φύση και τα βασικά χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των εξής

i) τον τύπο του επενδυτικού προϊόντος·

ii) τους στόχους και τα μέσα για την επίτευξή τους·

iii) ένδειξη του εάν ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος στοχεύει συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά αποτελέσματα ή αποτελέσματα διακυβέρνησης, είτε όσον αφορά την εκ μέρους του άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας είτε όσον αφορά ένα επενδυτικό προϊόν και, εάν ναι, αναφορά των αποτελεσμάτων που επιδιώκονται και του τρόπου με τον οποίο θα επιτευχθούν·

iv) όταν το επενδυτικό προϊόν προσφέρει ασφαλιστικές παροχές, λεπτομέρειες σχετικά με τις εν λόγω ασφαλιστικές παροχές·

v) την προθεσμία λήξης του επενδυτικού προϊόντος, εάν είναι γνωστή·

vi) σενάρια επιδόσεων, εάν αυτά έχουν νόημα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης του προϊόντος·

γ)      σε τμήμα με τίτλο «Θα μπορούσα να χάσω χρήματα;», σύντομη ένδειξη για το κατά πόσον είναι δυνατή η απώλεια του κεφαλαίου, και τα εξής στοιχεία

i) τυχόν εγγυήσεις ή προστασία του κεφαλαίου που παρέχονται, καθώς και τυχόν περιορισμούς σε αυτές·

ii) εάν το επενδυτικό προϊόν καλύπτεται από αντιστάθμιση ή σύστημα εγγύησης·

δ)      σε τμήμα με τίτλο «Για τι προορίζεται;» ένδειξη της συνιστώμενης ελάχιστης περιόδου κατοχής και του αναμενόμενου προφίλ ρευστότητας του προϊόντος καθώς και τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις για τυχόν αποεπενδύσεις πριν από τη λήξη του, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου και ανταμοιβής του επενδυτικού προϊόντος και την εξέλιξη της αγοράς την οποία στοχεύει·

ε)      σε τμήμα με τίτλο «Ποιοι είναι οι κίνδυνοι και τι μπορώ να κερδίσω;», τα χαρακτηριστικά κινδύνου και ανταμοιβής του επενδυτικού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου συνοπτικού δείκτη των εν λόγω χαρακτηριστικών και προειδοποιήσεων σχετικά με τυχόν ειδικούς κινδύνους που ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζονται πλήρως στον συνοπτικό δείκτη·

στ)    σε τμήμα με τίτλο «Ποιο είναι το κόστος;», το κόστος που συνδέεται με μια επένδυση στο επενδυτικό προϊόν, που περιλαμβάνει τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες δαπάνες που θα βαρύνουν τον επενδυτή, συμπεριλαμβανομένων των συνοπτικών δεικτών αυτών των δαπανών·

ζ)      σε τμήμα με τίτλο «Πώς πήγε μέχρι τώρα;», τις επιδόσεις του επενδυτικού προϊόντος στο παρελθόν, εάν αυτή η πληροφορία έχει σημασία λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του προϊόντος και την έκταση του ιστορικού του·

η)      για τα συνταξιοδοτικά προϊόντα, σε τμήμα με τίτλο «Τι μπορώ να πάρω στη συνταξιοδότησή μου;», προβολές των πιθανών μελλοντικών αποτελεσμάτων.

3.           Ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος μπορεί να συμπεριλάβει και άλλες πληροφορίες, εάν είναι αναγκαίο για να λαμβάνουν οι μικροεπενδυτές αποφάσεις εν επιγνώσει σχετικά με ένα συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν.

4.           Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 παρουσιάζονται σε κοινό μορφότυπο συμπεριλαμβανομένων των κοινών τίτλων και ακολουθώντας την τυποποιημένη σειρά που προβλέπεται στην παράγραφο 2 ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση με το βασικό έγγραφο πληροφοριών για κάθε άλλο επενδυτικό προϊόν. Το βασικό έγγραφο πληροφοριών φέρει εμφανώς ένα κοινό σύμβολο ώστε να διακρίνεται από άλλα έγγραφα.

5.           Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 23, με τις οποίες διευκρινίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με την παρουσίαση και το περιεχόμενο καθενός από τα στοιχεία των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η παρουσίαση και λεπτομέρειες για τις άλλες πληροφορίες που μπορεί να εντάξει ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος στο βασικό έγγραφο πληροφοριών όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, και τις λεπτομέρειες του κοινού μορφοτύπου και του κοινού συμβόλου που αναφέρονται στην παράγραφο 4. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις διαφορές μεταξύ των επενδυτικών προϊόντων και των δυνατοτήτων των μικροεπενδυτών καθώς και τα χαρακτηριστικά των επενδυτικών προϊόντων που επιτρέπουν στον μικροεπενδυτή να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων επενδύσεων ή άλλων επιλογών που προβλέπονται από το προϊόν, ακόμη και σε περίπτωση που η επιλογή αυτή μπορεί να πραγματοποιείται σε διαφορετικά χρονικά σημεία, ή να τροποποιηθεί στο μέλλον.

6.           Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) θα καταρτίσουν σχέδια κανονιστικών προτύπων προκειμένου να καθοριστούν τα εξής:

α)      η μεθοδολογία στην οποία βασίζεται η παρουσίαση του κινδύνου και της ανταμοιβής όπως αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και

β)      ο υπολογισμός του κόστους όπως αναφέρεται στο στοιχείο στ) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Τα σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα είδη επενδυτικών προϊόντων. Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως […].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης των κανονιστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 9

Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που περιλαμβάνουν ειδικές πληροφορίες σχετικές με το επενδυτικό προϊόν δεν περιλαμβάνουν καμία δήλωση που έρχεται σε αντίθεση με τις πληροφορίες που περιέχονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών ή υποβαθμίζουν την σημασία του βασικού εγγράφου πληροφοριών. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να αναφέρουν ότι υπάρχει διαθέσιμο βασικό έγγραφο πληροφοριών και να παρέχουν πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λάβουν το εν λόγω έγγραφο.

Άρθρο 10

1.           Ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος επανεξετάζει τακτικά τις πληροφορίες που περιέχονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών και αναθεωρεί το έγγραφο όταν η επανεξέταση επισημαίνει ότι απαιτείται να γίνουν αλλαγές.

2.           Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 23, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων για την επανεξέταση των πληροφοριών που περιέχονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών και την αναθεώρηση του βασικού εγγράφου πληροφοριών, όσον αφορά τα εξής:

α)      τους όρους και τη συχνότητα επανεξέτασης των πληροφοριών που περιέχονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών·

β)      τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι πληροφορίες που περιέχονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών πρέπει να αναθεωρούνται και υπό τις οποίες είναι υποχρεωτική ή προαιρετική η εκ νέου δημοσίευση του αναθεωρημένου βασικού εγγράφου πληροφοριών·

γ)      τις ειδικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι πληροφορίες που περιέχονται στο βασικό έγγραφο πληροφοριών πρέπει να επανεξετάζονται ή το βασικό έγγραφο πληροφοριών πρέπει να αναθεωρείται σε περίπτωση που το επενδυτικό προϊόν διατίθεται στους μικροεπενδυτές με ασυνεχή τρόπο·

δ)      τις συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να ενημερώνονται οι μικροεπενδυτές σχετικά με το αναθεωρημένο βασικό έγγραφο πληροφοριών για ένα επενδυτικό προϊόν που έχουν αγοράσει.

Άρθρο 11

1.           Σε περίπτωση που ένας παραγωγός επενδυτικού προϊόντος έχει καταρτίσει ένα βασικό έγγραφο πληροφοριών που δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των άρθρων 6, 7 και 8 στο οποίο βασίστηκε ένας μικροεπενδυτής για τη λήψη μιας επενδυτικής απόφασης, ο εν λόγω μικροεπενδυτής μπορεί να ζητήσει αποζημίωση από τον παραγωγό του επενδυτικού προϊόντος για τυχόν ζημία που υπέστη λόγω της χρήσης του βασικού εγγράφου πληροφοριών.

2.           Όταν ένας μικροεπενδυτής αποδεικνύει τη ζημία που προέρχεται από τη χρήση των πληροφοριών που περιέχει το βασικό έγγραφο πληροφοριών, ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος οφείλει να αποδείξει ότι το βασικό έγγραφο πληροφοριών καταρτίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 8 του παρόντος κανονισμού.

3.           Η κατανομή του βάρους της απόδειξης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν μπορεί να τροποποιηθεί εκ των προτέρων με συμφωνία. Καμία ρήτρα στις εκ των προτέρων συμφωνίες δεν είναι δεσμευτική για τους μικροεπενδυτές.

Τμήμα III Παροχή του βασικού εγγράφου πληροφοριών

Άρθρο 12

1.           Ο πωλητής ενός επενδυτικού προϊόντος σε μικροεπενδυτές παρέχει το βασικό έγγραφο πληροφοριών εγκαίρως πριν από τη σύναψη συναλλαγής που αφορά το επενδυτικό προϊόν.

2.           Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο πωλητής ενός επενδυτικού προϊόντος μπορεί να παρέχει στους μικροεπενδυτές το βασικό έγγραφο πληροφοριών αμέσως μετά τη σύναψη της συναλλαγής, εφόσον:

α)      ο μικροεπενδυτής επιλέξει να ολοκληρώσει τη συναλλαγή με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως όπου:

β)      η παροχή του βασικού εγγράφου πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι δυνατή, και

γ)      όταν το άτομο που πωλεί το επενδυτικό προϊόν έχει ενημερώσει σχετικά τον μικροεπενδυτή.

3.           Όταν εκτελούνται διαδοχικές συναλλαγές σχετικά με το ίδιο επενδυτικό προϊόν για λογαριασμό ενός μικροεπενδυτή σύμφωνα με οδηγίες που έχουν δοθεί από τον εν λόγω επενδυτή στο πρόσωπο που πωλεί το επενδυτικό προϊόν πριν από την πρώτη συναλλαγή, η υποχρέωση παροχής του βασικού εγγράφου πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται μόνο στην πρώτη συναλλαγή.

4.           Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 23 που θα καθορίζουν:

α)      τους όρους για την εκπλήρωση της απαίτησης να παρέχεται το βασικό έγγραφο πληροφοριών εγκαίρως, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1·

β)      τη μέθοδο και την προθεσμία για την παροχή του βασικού εγγράφου πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 13

1.           Ο πωλητής ενός επενδυτικού προϊόντος παρέχει το βασικό έγγραφο πληροφοριών στους μικροεπενδυτές δωρεάν.

2.           Ο πωλητής ενός επενδυτικού προϊόντος παρέχει το βασικό έγγραφο πληροφοριών στους μικροεπενδυτές σε ένα από τα ακόλουθα μέσα:

α)      σε χαρτί·

β)      χρησιμοποιώντας άλλο σταθερό μέσο εκτός από χαρτί, στην περίπτωση που πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στην παράγραφο 4· ή

γ)      μέσω ενός δικτυακού τόπου εφόσον πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 5.

3.           Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου το βασικό έγγραφο πληροφοριών παρέχεται μέσω άλλου σταθερού μέσου πλην του χαρτιού ή μέσω δικτυακού τόπου, πρέπει να παρέχεται στους μικροεπενδυτές έντυπο αντίγραφό του κατόπιν αιτήσεως και δωρεάν.

4.           Το βασικό έγγραφο πληροφοριών μπορεί να παρέχεται με σταθερό μέσο εκτός από χαρτί εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)      η χρήση του σταθερού μέσου ενδείκνυται στο πλαίσιο των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ του πωλητή του επενδυτικού προϊόντος και του μικροεπενδυτή· και

β)      έχει δοθεί στον μικροεπενδυτή η δυνατότητα επιλογής μεταξύ πληροφοριών τυπωμένων σε χαρτί και σε σταθερό μέσο και αυτός επιλέγει το εν λόγω άλλο μέσο.

5.           Το βασικό έγγραφο πληροφοριών μπορεί να παρέχεται από το δικτυακό τόπο εάν το βασικό έγγραφο πληροφοριών απευθύνεται προσωπικά στον μικροεπενδυτή ή εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      η παροχή του βασικού εγγράφου πληροφοριών μέσω δικτυακού τόπου είναι σκόπιμη στο πλαίσιο των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ του πωλητή του επενδυτικού προϊόντος και του μικροεπενδυτή·

β)      ο μικροεπενδυτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για την παροχή του βασικού εγγράφου πληροφοριών μέσω δικτυακού τόπου·

γ)      ο μικροεπενδυτής ενημερώθηκε ηλεκτρονικά για τη διεύθυνση του δικτυακού τόπου και για το σημείο εντός του δικτυακού τόπου όπου είναι δυνατή η πρόσβαση στις πληροφορίες·

δ)      στις περιπτώσεις στις οποίες το βασικό έγγραφο πληροφοριών έχει αναθεωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 όλες οι αναθεωρημένες εκδόσεις του, πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση του μικροεπενδυτή·

ε)      εξασφαλίζεται ότι παραμένει δυνατή η πρόσβαση στο βασικό έγγραφο πληροφοριών στον δικτυακό τόπο για τη χρονική περίοδο που ο μικροεπενδυτής μπορεί λογικά να έχει ανάγκη να το συμβουλευθεί.

6.           Για τους σκοπούς των παραγράφων 4 και 5, η παροχή πληροφοριών σε σταθερό μέσο πλην του χαρτιού ή μέσω δικτυακού τόπου θεωρείται κατάλληλη στο πλαίσιο των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ του πωλητή του επενδυτικού προϊόντος και του μικροεπενδυτή, εάν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο μικροεπενδυτής έχει τακτική πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Η παροχή διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον μικροεπενδυτής για τους σκοπούς των εν λόγω συναλλαγών θεωρείται ότι συνιστά την σχετική απόδειξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ, ΠΡΟΣΦΥΓΗ, ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 14

Ο παραγωγός επενδυτικού προϊόντος καθιερώνει κατάλληλες διαδικασίες και μηχανισμούς που να εξασφαλίζουν ότι οι μικροεπενδυτές που έχουν υποβάλει καταγγελία σχετικά με το βασικό ενημερωτικό έγγραφο λαμβάνουν ουσιαστική απάντηση εγκαίρως και με ορθό τρόπο.

Άρθρο 15

1.           Όταν ένας μικροεπενδυτής κινεί διαδικασία για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, έναντι παραγωγού επενδυτικού προϊόντος ή πωλητή επενδυτικών προϊόντων για διαφορές που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, ο παραγωγός του επενδυτικού προϊόντος ή ο πωλητής επενδυτικών προϊόντων συμμετέχει στην εν λόγω διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)      η διαδικασία οδηγεί σε αποφάσεις που δεν είναι δεσμευτικές·

β)      η προθεσμία για την υποβολή της διαφοράς ενώπιον Δικαστηρίου αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την εναλλακτική επίλυση διαφορών·

γ)      η περίοδος παραγραφής της αξίωσης αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας·

δ)      η διαδικασία είναι δωρεάν ή έχει χαμηλό κόστος, όπως ορίζεται από την εθνική νομοθεσία·

ε)      τα ηλεκτρονικά μέσα δεν είναι το μόνο μέσο με το οποίο τα μέρη μπορούν να έχουν πρόσβαση στη διαδικασία·

στ)    είναι δυνατά τα προσωρινά μέτρα σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν αυτό επιβάλλεται λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα των περιστάσεων.

2.           Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους φορείς με αρμοδιότητα να ασχολούνται με τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έως τις [να εισαχθεί συγκεκριμένη ημερομηνία 6 μήνες από την έναρξη ισχύος/εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή οποιαδήποτε μεταγενέστερη αλλαγή σχετικά με τους εν λόγω φορείς.

3.           Οι φορείς με αρμοδιότητα να ασχοληθούν με τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνεργάζονται μεταξύ τους, για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 16

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και με τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τις εξωδικαστικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών και προσφυγών που αναφέρονται στο άρθρο 15.

Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικές με τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 17

1.           Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την οδηγία 94/46/ΕΚ για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται στο εν λόγω κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.           Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από την ΕΑΤ, την ΕΑΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 18

1.           Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την καθιέρωση των κατάλληλων διοικητικών κυρώσεων και μέτρων που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις που συνιστούν παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις και μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

Μετά από [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή και στην Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών. Κοινοποιούν στην Επιτροπή και στην Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών χωρίς καθυστέρηση κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

2.           Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο του άρθρου 19, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα διοικητικά μέτρα και οι κυρώσεις παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα του παρόντος κανονισμού και συντονίζουν τις ενέργειές τους ούτως ώστε να αποφεύγονται πιθανές παράλληλες ενέργειες και επικαλύψεις κατά την εφαρμογή διοικητικών μέτρων και κυρώσεων σε διασυνοριακές υποθέσεις.

Άρθρο 19

1.           Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ακόλουθες παραβάσεις:

α)      το βασικό έγγραφο πληροφοριών δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 6 παράγραφοι 1 έως 3 και το άρθρο 7·

β)      το βασικό έγγραφο πληροφοριών δεν περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2 ή δεν παρουσιάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4·

γ)      μια διαφημιστική ανακοίνωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικές με το επενδυτικό προϊόν οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τα στοιχεία στο βασικό έγγραφο πληροφοριών, κατά παράβαση του άρθρου 9·

δ)      το βασικό έγγραφο πληροφοριών δεν επανεξετάζεται και δεν αναθεωρείται σύμφωνα με το άρθρο 10·

ε)      το βασικό έγγραφο πληροφοριών δεν έχει διατεθεί εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1·

στ)    το βασικό έγγραφο πληροφοριών δεν έχει παρασχεθεί δωρεάν σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1.

2.           Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν τουλάχιστον τα ακόλουθα διοικητικά μέτρα και κυρώσεις:

α)      διαταγή που απαγορεύει την εμπορία ενός επενδυτικού προϊόντος·

β)      διαταγή αναστολής της εμπορίας ενός επενδυτικού προϊόντος·

γ)      προειδοποίηση, η οποία δημοσιοποιείται και η οποία προσδιορίζει το υπεύθυνο πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·

δ)      διαταγή για δημοσίευση νέας έκδοσης του βασικού εγγράφου πληροφοριών.

3.           Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές έχουν επιβάλει ένα ή περισσότερα διοικητικά μέτρα και κυρώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να εκδίδουν ή να απαιτούν από τον παραγωγό ή τον πωλητή του επενδυτικού προϊόντος να εκδώσει άμεση ανακοίνωση προς τους σχετικούς μικροεπενδυτές, παρέχοντάς τους πληροφορίες σχετικά με τα διοικητικά μέτρα ή τις κυρώσεις, και πληροφορώντας τους πού μπορούν να υποβάλουν καταγγελίες ή να καταθέσουν αξιώσεις αποκατάστασης.

Άρθρο 20

Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τα διοικητικά μέτρα και κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων:

α)      της βαρύτητας και της διάρκειας της παράβασης,

β)      του βαθμού ευθύνης του υπεύθυνου προσώπου·

γ)       του αντικτύπου που έχει η παράβαση στα συμφέροντα των μικροεπενδυτών·

δ)      της προθυμίας για συνεργασία του υπεύθυνου για την παράβαση·

ε)       τυχόν προηγούμενων παραβάσεων του υπεύθυνου προσώπου.

Άρθρο 21

1.           Εάν η αρμόδια αρχή έχει δημοσιοποιήσει διοικητικά μέτρα και κυρώσεις στο κοινό, αναφέρει παράλληλα τα εν λόγω διοικητικά μέτρα και κυρώσεις στην ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ.

2.           Τα κράτη μέλη παρέχουν μια φορά κάθε έτος στην ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ συγκεντρωτικές πληροφορίες για όλα τα διοικητικά μέτρα και τις κυρώσεις που έχουν επιβάλει δυνάμει των άρθρων 18 και 19 παράγραφος 2.

3.           Η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΑΕΣ δημοσιεύουν τις εν λόγω πληροφορίες σε ετήσια έκθεση.

Άρθρο 22

Οι διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 δημοσιοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία σχετικά με το είδος της παράβασης του παρόντος κανονισμού και την ταυτότητα των προσώπων που ευθύνονται για αυτήν, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Όταν η δημοσιοποίηση ενδέχεται να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις κυρώσεις ή τα μέτρα ανώνυμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 23

1.           Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους που θεσπίζονται στο παρόν άρθρο.

2.           Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων των άρθρων 8 παράγραφος 5, 10 παράγραφος 2 και 12 παράγραφος 4 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο [4 ετών] από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3.           Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5, στο άρθρο 10 παράγραφος 2 και στο άρθρο 12 παράγραφος 4, μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.           Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.           Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 5, του άρθρου 10 παράγραφος 2 και του άρθρου 12 παράγραφος 4 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος παρατείνεται κατά [2 μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 24

Οι εταιρείες διαχείρισης και οι εταιρείες επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και στο άρθρο 27 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και τα πρόσωπα που πωλούν μερίδια ΟΣΕΚΑ όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό έως την/τις [ΕΕ: Παρεμβάλλεται η ημερομηνία πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Άρθρο 25

1.           Εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή επανεξετάζει τον παρόντα κανονισμό. Η επανεξέταση περιλαμβάνει γενική επισκόπηση της πρακτικής εφαρμογής των κανόνων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των εξελίξεων στην αγορά επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές. Όσον αφορά τους ΟΣΕΚΑ όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, η επανεξέταση αξιολογεί εάν οι μεταβατικές ρυθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού θα παραταθούν, ή εάν, μετά τον εντοπισμό τυχόν αναγκαίων προσαρμογών, οι διατάξεις σχετικά με τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές της οδηγίας 2009/65/ΕΚ θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από το βασικό έγγραφο πληροφοριών ή να θεωρηθούν ισοδύναμες με αυτό δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Κατά την επανεξέταση πρέπει επίσης να εξεταστεί η πιθανή επέκταση του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

2.           Μετά από διαβουλεύσεις με τη Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 26

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από [δύο έτη από την έναρξη ισχύος].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

[1]               COM(2011) 656 τελικό.

[2]               Οι ΕΕΑΤΕ, ΕΕΕΑΑΕΣ και ΕΡΑΑΚΑ είναι οι επιτροπές που προηγήθηκαν των ΕΑΤ, ΕΑΑΕΣ και ΕΑΚΑΑ, αντιστοίχως.

[3]               Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, κανονισμός (ΕΕ) 1094/2010 και κανονισμός (ΕΕ) 1095/2010· ΕΕ 15.12.2010, L 331, 12.

[4]               Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών», της 8ης Δεκεμβρίου 2010 (COM(2010) 716 τελικό).

[5]               ΕΕ της , σ. .

[6]               ΕΕ της , σ. .

[7]               ΕΕ C της , σ. .

[8]               ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32.

[9]               ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.

[10]             ΕΕ L 9 της 15.1.2003, σ. 3.

[11]             ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ.10.

[12]             ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ.1.

[13]             ΕΕ L 345 της 21.12.2003, σ. 64.

[14]             ΕΕ L 271 της 9.10.2002, σ. 16.

[15]             COM(2010)716.

[16]             ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

[17]             ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.