52012PC0350

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τις λειτουργίες θεματοφύλακα, τις πολιτικές αποδοχών και τις κυρώσεις /* COM/2012/0350 final - 2012/0168 (COD) */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.           Πλαίσιο της πρότασησ

1.1.        Γενικό πλαίσιο

Από το 1985 που θεσπίστηκε η οδηγία ΟΣΕΚΑ, οι κανόνες της οδηγίας που αφορούν τους θεματοφύλακες έχουν παραμείνει αμετάβλητοι: συνίστανται σε μια σειρά γενικών αρχών που προσδιορίζουν τα καθήκοντα των θεματοφυλάκων. Ο κύριος κανόνας για τους ΟΣΕΚΑ είναι ότι όλα τα στοιχεία του ενεργητικού ενός αμοιβαίου κεφαλαίου που έχει τη μορφή ΟΣΕΚΑ πρέπει να ανατίθενται σε θεματοφύλακα. Ο θεματοφύλακας ευθύνεται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για κάθε ζημία που προκύπτει από τη μη εκτέλεση των καθηκόντων του. Η οδηγία ΟΣΕΚΑ, πέραν της χρήσης ενός προτύπου που βασίζεται στην αμέλεια, παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για την ακριβή οριοθέτηση αυτών των καθηκόντων. Η παραπομπή αυτή αφήνει σημαντικά περιθώρια για αποκλίνουσες ερμηνείες ως προς το πεδίο των καθηκόντων του θεματοφύλακα και την ευθύνη για την αμελή εκτέλεσή τους. Ως εκ τούτου, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναπτύχθηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις, με αποτέλεσμα να ισχύουν διαφορετικά επίπεδα προστασίας για τους επενδυτές των ΟΣΕΚΑ από τη μία δικαιοδοσία στην άλλη.

Οι δυνητικές συνέπειες των εθνικών αποκλίσεων ως προς το πρότυπο ευθύνης ήρθαν στην επιφάνεια μετά την πτώχευση της Lehman[1] και την απάτη του Madoff. Οι επιπτώσεις της απάτης του Madoff, ειδικότερα, υπήρξαν ιδιαίτερα οξείες σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ. Σε μια περίπτωση, συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο που ενεργούσε ως τροφοδοτικό αμοιβαίο κεφάλαιο για τον Madoff υπέστη ζημία περίπου 1,4 δισ. δολαρίων. Η μεγάλη έκταση της απάτης του Madoff ουσιαστικά πέρασε απαρατήρητη για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή ο θεματοφύλακας είχε αναθέσει τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού σε εταιρεία που διηύθυνε ο Bernard Madoff, την χρηματομεσιτική εταιρεία «Bernard Madoff Investment Securities» με έδρα τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, ο Bernard Madoff ήταν επίσης ο διαχειριστής και ο μεσίτης (broker) που ήταν υπεύθυνος για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου. Η υπόθεση Madoff ανέδειξε ορισμένα σημαντικά ζητήματα σε σχέση με τα αμοιβαία κεφάλαια που έχουν τη μορφή ΟΣΕΚΑ. Πρώτον, προκύπτει το εξής ερώτημα: υπό ποιες ακριβώς προϋποθέσεις ένας θεματοφύλακας που ενεργεί για λογαριασμό αμοιβαίου κεφαλαίου που έχει τη μορφή ΟΣΕΚΑ μπορεί να αναθέτει τη φύλαξη στοιχείων ενεργητικού σε υποθεματοφύλακα; Στην ισχύουσα οδηγία ΟΣΕΚΑ δεν γίνεται καμία νύξη για τις ακριβείς προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται η ανάθεση της θεματοφυλακής.

Η υπόθεση Madoff ανέδειξε επίσης και το θέμα των συγκρούσεων συμφερόντων. Πιο συγκεκριμένα, σε ποιο βαθμό θα πρέπει να επιτρέπεται στον διαχειριστή ενός οργανισμού συλλογικών επενδύσεων να ανήκει στον ίδιο εταιρικό όμιλο με τον υποθεματοφύλακα στον οποίο ανατίθενται καθήκοντα θεματοφυλακής; Μπορεί πραγματικά να περιμένει κανείς ότι ο διαχειριστής ενός αμοιβαίου κεφαλαίου θα συμπεριφέρεται πάντοτε κατά τρόπο που συμβάλλει στην προστασία των συμφερόντων των επενδυτών του κεφαλαίου, όταν ο διαχειριστής αυτός είναι παράλληλα και υποθεματοφύλακας των στοιχείων ενεργητικού στα οποία επενδύει; Όσον αφορά τις συγκρούσεις συμφερόντων που μπορεί να προκύπτουν σε σχέση με την ανεξαρτησία του θεματοφύλακα, η οδηγία ΟΣΕΚΑ περιορίζεται στη γενική αρχή ότι η ίδια εταιρεία δεν είναι δυνατόν να διαχειρίζεται ένα αμοιβαίο κεφαλαίου που έχει τη μορφή ΟΣΕΚΑ και παράλληλα να ασκεί καθήκοντα θεματοφύλακα για το κεφάλαιο αυτό. Η οδηγία ΟΣΕΚΑ δεν περιέχει κανέναν κανόνα που να καλύπτει τις συγκρούσεις συμφερόντων που μπορεί να προκύψουν εάν η λειτουργία του διαχειριστή και οι λειτουργίες του θεματοφύλακα ανατεθούν στον ίδιο τρίτο.

Τέλος, η υπόθεση Madoff αποκάλυψε ορισμένες γενικές ασάφειες στο πλαίσιο που διέπει τους ΟΣΕΚΑ, ιδίως σε σχέση με την ευθύνη του κύριου θεματοφύλακα, σε περίπτωση ανάθεσης της θεματοφυλακής σε υποθεματοφύλακα. Το ζήτημα της ευθύνης σε περίπτωση ανάθεσης της θεματοφυλακής, δεδομένης της απουσίας αυστηρών και απαράβατων κανόνων στη σχετική οδηγία ΟΣΕΚΑ, αντιμετωπίζεται με πολύ διαφορετικό τρόπο από τα διάφορα κράτη μέλη.

Η υπόθεση Madoff έφερε στο προσκήνιο μια σημαντικότατη εξέλιξη στον χώρο των ΟΣΕΚΑ: ενώ οι διατάξεις της οδηγίας ΟΣΕΚΑ που διέπουν τους θεματοφύλακες παρέμειναν αμετάβλητες, το επενδυτικό περιβάλλον όπου δραστηριοποιούνται οι ΟΣΕΚΑ εξελίχθηκε. Οι ΟΣΕΚΑ είναι πλέον σε θέση να επενδύουν σε ευρύτερο φάσμα χρηματοπιστωτικών στοιχείων, τα οποία μπορεί να είναι πιο σύνθετα και μπορεί να εκδίδονται και να τίθενται σε θεματοφυλακή εκτός ΕΕ (π.χ. σε αναδυόμενες αγορές). Τα χαρτοφυλάκια των αμοιβαίων κεφαλαίων αποκτούν ολοένα πιο διαφοροποιημένο και διεθνή χαρακτήρα.

Κατά συνέπεια, η διατήρηση στοιχείων ενεργητικού μέσω της σύναψης συμφωνιών υποθεματοφυλακής, στο πλαίσιο της υλοποίησης των επενδυτικών στρατηγικών ενός αμοιβαίου κεφαλαίου, αποτελεί ολοένα και συχνότερη πρακτική. Η απάτη του Madoff κατέδειξε ότι οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη χρήση δικτύων υποθεματοφυλακής δεν είναι πάντοτε αμελητέοι. Μπορεί να υπάρξει απώλεια στοιχείων ενεργητικού στο επίπεδο του υποθεματοφύλακα, η οποία μπορεί να οφείλεται στην τέλεση απάτης από τον υποθεματοφύλακα, σε αμέλεια του υποθεματοφύλακα ή σε χρεοκοπία του υποθεματοφύλακα. Υπό το ισχύον πλαίσιο των ΟΣΕΚΑ, δεν προκύπτει σαφώς ποια είναι τα καθήκοντα του θεματοφύλακα ως προς την επιλογή και την εποπτεία του υποθεματοφύλακα. Ως εκ τούτου, υπάρχει έλλειψη ασφάλειας δικαίου ως προς τον βαθμό ευθύνης του θεματοφύλακα, σε περίπτωση ζημίας σε επίπεδο υποθεματοφύλακα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, στις 12 Ιουλίου 2010, η Επιτροπή πρότεινε την επέκταση των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών, ώστε να καλύπτουν τους επενδυτές των ΟΣΕΚΑ. Οι τροποποιήσεις της οδηγίας 97/9/ΕΚ είχαν στόχο να καλυφθούν οι περιπτώσεις όπου υπάρχει απώλεια στοιχείων ενεργητικού ενός ΟΣΕΚΑ με υπαιτιότητα του θεματοφύλακα, ο οποίος όμως δεν είναι σε θέση να καλύψει τις υποχρεώσεις του. Αυτό θα αποτελούσε ένα επιπλέον μέσο για την ενίσχυση της προστασίας των επενδυτών των ΟΣΕΚΑ. Ωστόσο, επί του παρόντος, η πρόταση αυτή δεν έχει γίνει δεκτή από το Συμβούλιο και αποτελεί αντικείμενο περαιτέρω διαπραγματεύσεων.

Επιπλέον, η χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε ότι τα συστήματα αμοιβών και κινήτρων, που εφαρμόζονται συχνά από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενέτειναν τον αντίκτυπο και την κλίμακα της κρίσης. Οι πολιτικές αποδοχών συνέτειναν στη λήψη βραχυπρόθεσμων αποφάσεων και παρείχαν κίνητρα για την ανάληψη υπερβολικού κινδύνου.

Τέλος, η ανάλυση των εθνικών καθεστώτων επιβολής κυρώσεων, την οποία διενήργησε η Επιτροπή από κοινού με τις Επιτροπές Εποπτικών Αρχών (που έχουν μετεξελιχθεί πλέον σε Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές), κατέδειξε σειρά αποκλίσεων και αδυναμιών που μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, στην αποτελεσματικότητα της χρηματοπιστωτικής εποπτείας και, εν τέλει, στον ανταγωνισμό, στη σταθερότητα και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην προστασία των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, στην ανακοίνωσή της με ημερομηνία 9 Δεκεμβρίου 2010 και τίτλο «Ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών»[2], η Επιτροπή πρότεινε τον καθορισμό ελάχιστων κοινών επιπέδων στην ΕΕ για ορισμένα ζωτικά ζητήματα, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης και της ενίσχυσης των εθνικών καθεστώτων επιβολής κυρώσεων. Η Επιτροπή συμπεριέλαβε τους εν λόγω κοινούς κανόνες, προσαρμόζοντάς τους με βάση τις ιδιαιτερότητες του κάθε τομέα, σε όλες τις πρόσφατες προτάσεις της για την αναθεώρηση της σχετικής τομεακής νομοθεσίας της ΕΕ (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις IV, οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID), οδηγία για την κατάχρηση αγοράς, οδηγία για τη διαφάνεια). Η επέκταση του έργου αυτού στο πλαίσιο των ΟΣΕΚΑ αποτελεί φυσικό επόμενο βήμα σε αυτή τη διαδικασία.

Η παρούσα πρόταση εντάσσεται σε μια ευρύτερη νομοθετική δέσμη που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η δέσμη περιλαμβάνει δύο ακόμη τμήματα. Το πρώτο είναι μια σε βάθος ανανέωση της οδηγίας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (2002/92/ΕΚ), προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας για τους πελάτες που αγοράζουν ασφαλιστικά προϊόντα. Το τελευταίο τμήμα της δέσμης αποσκοπεί στη βελτίωση της διαφάνειας στις αγορές επενδύσεων για τους ιδιώτες επενδυτές (πρόταση κανονισμού σχετικά με έγγραφα βασικών πληροφοριών για επενδυτικά προϊόντα).

1.2.        Αποτελέσματα των διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτίμηση επιπτώσεων

1.2.1.     Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Στις 3 Ιουλίου 2009, η Επιτροπή ξεκίνησε διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με τους θεματοφύλακες των ΟΣΕΚΑ. Ακολούθησε ενημερωτική δήλωση, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους[3]. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας διαβούλευσης, τα οποία εμπλουτίστηκαν με τεχνικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), αποτυπώνονται δεόντως στην έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2010, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ξεκίνησαν δεύτερη δημόσια διαβούλευση σχετικά με τις λειτουργίες θεματοφύλακα των ΟΣΕΚΑ και τις αποδοχές των διαχειριστών, η οποία ολοκληρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2011. Συνολικά λήφθηκαν 58 απαντήσεις, στην πλειονότητα των οποίων καταγράφηκε ευρεία στήριξη της διαδικασίας αναθεώρησης, ιδίως στο θέμα της αποσαφήνισης των λειτουργιών του θεματοφύλακα και της απλοποίησης του ρυθμιστικού πλαισίου την οποία θα επιφέρει η προτεινόμενη ευθυγράμμιση με την οδηγία για τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (οδηγία ΔΟΕΕ)[4]. Ωστόσο, στο θέμα της ευθύνης του θεματοφύλακα η στάση των ερωτηθέντων ήταν περισσότερο επικριτική[5]. Οι ενημερωτικές δηλώσεις και των δύο διαβουλεύσεων παρατίθενται στο παράρτημα 2 της εν λόγω εκτίμησης επιπτώσεων.

Όσον αφορά το θέμα των διοικητικών κυρώσεων, στην εν λόγω έκθεση αποτυπώνονται οι απαντήσεις που δόθηκαν σε εξειδικευμένο ερωτηματολόγιο που εκπόνησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, το οποίο εστάλη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών (ΕΕΚΑ), αλλά και στην ΕΑΚΑΑ. Σύνοψη των απαντήσεων των κρατών μελών στο ερωτηματολόγιο παρουσιάζεται ως παράρτημα 7 στην εκτίμηση επιπτώσεων.

1.2.2.     Εκτίμηση επιπτώσεων

Η εκτίμηση επιπτώσεων επικεντρώθηκε σε πέντε ζητήματα: επιλεξιμότητα για την άσκηση καθηκόντων θεματοφύλακα, ευθύνη για την απώλεια χρηματοπιστωτικών μέσων που τελούν υπό θεματοφυλακή, αποδοχές διαχειριστών ΟΣΕΚΑ και κυρώσεις για παραβιάσεις των κανόνων που διέπουν τους ΟΣΕΚΑ.

Επιλεξιμότητα για την άσκηση καθηκόντων θεματοφύλακα

Στο υφιστάμενο πλαίσιο των ΟΣΕΚΑ δεν αποσαφηνίζεται ποια ιδρύματα είναι επιλέξιμα να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για ένα αμοιβαίο κεφάλαιο που έχει τη μορφή ΟΣΕΚΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντικό βαθμό διακριτικής ευχέρειας ως προς τα ιδρύματα τα οποία κρίνουν επιλέξιμα να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα ενός ΟΣΕΚΑ, με την προϋπόθεση ότι τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 23 παράγραφος 2 (ήτοι, ότι είναι υποκείμενα στους κανόνες περί προληπτικής εποπτείας και σε συνεχή έλεγχο).

Αυτό έχει οδηγήσει σε αποκλίνουσες προσεγγίσεις στα κράτη μέλη: από τα 17 κράτη μέλη που θέτουν ως προϋπόθεση οι θεματοφύλακες να είναι πιστωτικά ιδρύματα, τα 12 επιβάλλουν συγκεκριμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις ειδικά για τη διενέργεια δραστηριοτήτων θεματοφυλακής ή άλλων συναφών λειτουργιών θεματοφύλακα ΟΣΕΚΑ. Από τα κράτη μέλη που επιτρέπουν και σε άλλες οντότητες, πέραν των πιστωτικών ιδρυμάτων, να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για ΟΣΕΚΑ, μόνο 3 θέτουν ως προϋπόθεση οι θεματοφύλακες να πληρούν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Οι εθνικές αποκλίσεις ως προς τις οντότητες που μπορούν να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για ένα αμοιβαίο κεφάλαιο που έχει τη μορφή ΟΣΕΚΑ μπορεί να αποτελέσουν σημαντική πηγή έλλειψης ασφάλειας δικαίου και να οδηγήσουν σε διαφοροποιημένα επίπεδα προστασίας των επενδυτών. Επιπλέον, το γεγονός ότι επιτρέπεται σε οντότητες που δεν είναι ούτε πιστωτικά ιδρύματα ούτε επιχειρήσεις επενδύσεων να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα, χωρίς να τους επιβάλλονται ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ενέχει σημαντικούς κινδύνους αναφορικά με τους πόρους που διαθέτουν οι οντότητες αυτές.

Προέκυψαν τρεις εναλλακτικές επιλογές για την εναρμόνιση του φάσματος των ιδρυμάτων που κρίνεται ότι παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από την άποψη των κανόνων προληπτικής εποπτείας και των κεφαλαιακών απαιτήσεων ώστε να ασκούν τα καθήκοντα του θεματοφύλακα. Η εκτίμηση επιπτώσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τόσο τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από την άποψη των κανόνων προληπτικής εποπτείας, των κεφαλαιακών απαιτήσεων και του ουσιαστικού ελέγχου ώστε να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για ΟΣΕΚΑ. Άλλα ιδρύματα (όπως, π.χ. δικηγορικές εταιρείες, συμβολαιογραφεία) κρίνεται ότι δεν παρέχουν τις εγγυήσεις αυτές και, εάν επιθυμούν να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για ΟΣΕΚΑ, οφείλουν να μετασχηματίζονται σε ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων. Καθώς οι περισσότεροι θεματοφύλακες ΟΣΕΚΑ είναι ήδη πιστωτικά ιδρύματα ή ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων, οι επιπτώσεις της προκρινόμενης εναλλακτικής επιλογής θα αφορούσαν μικρή μόνον μειονότητα φορέων παροχής υπηρεσιών οι οποίοι δεν διαθέτουν άδεια. Στα συμβολαιογραφεία και στις δικηγορικές εταιρείες θα επιτρεπόταν, προφανώς, να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στο παραδοσιακό τους αντικείμενο ως θεματοφύλακες για αμοιβαία κεφάλαια που δεν έχουν τη μορφή ΟΣΕΚΑ, όπως μικρές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου και ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, που σπανίως επενδύουν σε εισηγμένες κινητές αξίες.

Ανάθεση θεματοφυλακής

Οι αλλαγές που επήλθαν το 2001 στην οδηγία ΟΣΕΚΑ διεύρυναν το φάσμα των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού για τους ΟΣΕΚΑ, ώστε να περιλαμβάνει νέες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού[6]. Ως αποτέλεσμα, οι διαχειριστές ΟΣΕΚΑ επενδύουν πλέον σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό χωρών και με πιο σύνθετα μέσα, σε σχέση με το 1985. Καθώς παρουσιάζονται περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες σε διαφορετικές δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, η αναγκαιότητα διορισμού υποθεματοφυλάκων αυξάνεται.

Παρά τη διεύρυνση των επιλέξιμων επενδυτικών μέσων, η οδηγία ΟΣΕΚΑ δεν προσδιορίζει τις προϋποθέσεις που ισχύουν στην περίπτωση που ένας θεματοφύλακας αναθέτει τη θεματοφυλακή σε υποθεματοφύλακα. Η έλλειψη σαφήνειας αφορά τόσο τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνει η ανάθεση (π.χ. αντικειμενικός λόγος για την ανάθεση, επίπεδο ικανότητας ως προς την επιλογή υποθεματοφύλακα, εντατικότητα της συνεχούς παρακολούθησης του υποθεματοφύλακα) όσο και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η θεματοφυλακή μπορεί να ανατίθεται σε θεματοφύλακες τρίτων χωρών που δεν πληρούν τα πρότυπα προληπτικής εποπτείας και ελέγχου.

Η εκτίμηση επιπτώσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάθεση της θεματοφυλακής θα πρέπει να διέπεται από κανόνες σχετικά, αφενός, με την επιμέλεια κατά την επιλογή και τον ορισμό ενός υποθεματοφύλακα και, αφετέρου, με τη συνεχή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υποθεματοφύλακα. Στη σπάνια περίπτωση κατά την οποία ένας ΟΣΕΚΑ επενδύει στο πλαίσιο της επενδυτικής στρατηγικής του σε χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται σε χώρες όπου η θεματοφυλακή είναι υποχρεωτικό να γίνεται εγχώρια και όπου δεν δραστηριοποιείται κανένας θεματοφύλακας που θα μπορούσε να συμμορφώνεται με τις ως άνω απαιτήσεις ανάθεσης και με τα πρότυπα προληπτικής εποπτείας, η ανάθεση θα πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να επιτρέπεται, εφόσον όμως πληρούνται αυστηρές προϋποθέσεις.

Ευθύνη

Σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας ΟΣΕΚΑ, ευθύνη για την απώλεια χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή προκύπτει μόνον σε περίπτωση «υπαίτιας μη εκτέλεσης» ή «κακής εκτέλεσης» των καθηκόντων αυτών. Αυτοί οι νομικοί όροι ερμηνεύονται διαφορετικά από τα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, έχουν προκύψει διαφορές ως προς την προστασία των επενδυτών. Σε ορισμένα κράτη μέλη, εφαρμόζεται καθεστώς «αντικειμενικής», όπως λέγεται, ευθύνης, στο πλαίσιο του οποίου ο θεματοφύλακας έχει άμεση υποχρέωση να επιστρέψει το απολεσθέν στοιχείο ενεργητικού στον ΟΣΕΚΑ, ενώ σε άλλα θεωρείται ότι η απώλεια στοιχείων ενεργητικού δεν συνεπάγεται πάντοτε υπαίτια παράλειψη από πλευράς του θεματοφύλακα ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, ώστε να γεννά ευθύνη για τον εν λόγω θεματοφύλακα. Κατά συνέπεια, το πρότυπο ευθύνης δεν είναι ίδιο σε όλα τα κράτη μέλη.

Εκεί όπου υπεισέρχεται πρωτίστως το θέμα της ευθύνης είναι στην περίπτωση ανάθεσης της θεματοφυλακής. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2, η ευθύνη του θεματοφύλακα «παραμένει ακέραιη αν εμπιστευθεί σε τρίτο το σύνολο ή τμήμα του ενεργητικού που έχει υπό τη φύλαξή του». Η οδηγία ΟΣΕΚΑ δεν περιέχει άλλες διατάξεις που διέπουν την ευθύνη για την απώλεια χρηματοπιστωτικού μέσου, στις περιπτώσεις που η θεματοφυλακή έχει ανατεθεί σε τρίτον. Το ζήτημα αυτό επαφίεται στη γενική αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, η οποία αφήνει μεγάλα περιθώρια ερμηνείας στα κράτη μέλη. Για παράδειγμα, μερικά κράτη περιορίζονται στην επιβολή υποχρέωσης παρακολούθησης του υποθεματοφύλακα, που σημαίνει ότι ο θεματοφύλακας δεν θεωρείται υπεύθυνος σε περίπτωση απώλειας, εάν αποδείξει ότι εκτέλεσε σωστά τα καθήκοντα παρακολούθησης που έχει αναλάβει (πρότυπο ευθύνης που βασίζεται στην αμέλεια). Αντιθέτως, σε άλλα κράτη μέλη επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής των στοιχείων ενεργητικού, ανεξάρτητα από το αν υπήρξε παραβίαση των καθηκόντων παρακολούθησης. Η υπόθεση Madoff κατέδειξε τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ του προτύπου αντικειμενικής ευθύνης και του προτύπου που βασίζεται στην αμέλεια.

Η εκτίμηση επιπτώσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρότυπο «αντικειμενικής ευθύνης», που υποχρεώνει τους θεματοφύλακες να επιστρέφουν τα μέσα που απωλέσθηκαν ενώ τελούσαν υπό τη θεματοφυλακή τους, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας ή αμέλειας, συμβάλλει τόσο στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών όσο και στην εξασφάλιση ενός ενιαίου προτύπου σε ολόκληρη την ΕΕ. Όπως το επιβάλλουν οι ανάγκες των ιδιωτών επενδυτών, η ευθύνη σε περίπτωση απώλειας ενός μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή θα πρέπει να βασίζεται σε ένα ενιαίο πρότυπο στην ΕΕ, που να προβλέπει «αντικειμενική ευθύνη» για επιστροφή απολεσθέντων μέσων με δαπάνες του κύριου θεματοφύλακα, χωρίς ο κύριος θεματοφύλακας να έχει τη δυνατότητα να απαλλάσσεται της ευθύνης σε περίπτωση ανάθεσης της θεματοφυλακής.

Αποδοχές

Δεδομένου ότι οι αποδοχές των διαχειριστών ΟΣΕΚΑ βασίζονται, τουλάχιστον εν μέρει, στις επιδόσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου, παρέχεται το κίνητρο για αύξηση του επιπέδου ανάληψης κινδύνου στο χαρτοφυλάκιο ενός αμοιβαίου κεφαλαίου, προκειμένου να αυξηθούν οι δυνητικές αποδόσεις. Ωστόσο, το υψηλότερο επίπεδο κινδύνου εκθέτει τους επενδυτές του αμοιβαίου κεφαλαίου σε υψηλότερες δυνητικές ζημίες από εκείνες που θα μπορούσαν να αναμένονται με βάση το ανακοινωθέν προφίλ κινδύνου του αμοιβαίου κεφαλαίου. Οι δομές αποδοχών μπορεί να στρεβλώνονται ούτως ώστε οι διαχειριστές να συμμετέχουν στις πραγματοποιηθείσες αποδόσεις, αλλά να μην συμμετέχουν στις πραγματοποιηθείσες ζημίες, παρέχοντας έτσι περαιτέρω κίνητρα για την επιδίωξη στρατηγικών υψηλότερου κινδύνου. Επίσης, οι δομές αποδοχών σπανίως ανακοινώνονται στα πληροφοριακά έντυπα των αμοιβαίων κεφαλαίων, εξαλείφοντας ουσιαστικά κάθε δυνατότητα για λογοδοσία των διαχειριστών απέναντι στους επενδυτές όσον αφορά τους παράγοντες που καθορίζουν τις αμοιβές των διευθυντικών στελεχών σε συνάρτηση με τις επιδόσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου.

Προβλέπεται λοιπόν η εισαγωγή της απαίτησης να εφαρμόζει η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕΚΑ πολιτική αποδοχών που να συνάδει με τη χρηστή διαχείριση κινδύνου του ΟΣΕΚΑ και να συμμορφώνεται με στοιχειώδεις αρχές που διέπουν τις αποδοχές. Η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕΚΑ θα υποχρεούται επίσης να καταγράφει στην ετήσια έκθεση του ΟΣΕΚΑ το ύψος των αποδοχών για κάθε οικονομικό έτος με τον προβλεπόμενο βαθμό λεπτομέρειας.

Κυρώσεις

Από την ανάλυση που πραγματοποίησε η Επιτροπή, με αντικείμενο τους εθνικούς κανόνες που καθορίζουν τις κυρώσεις για παραβιάσεις της οδηγίας ΟΣΕΚΑ προέκυψαν τρία βασικά στοιχεία: i) διαφορές στο ύψος των χρηματικών κυρώσεων (δηλ. των προστίμων) που ίσχυαν για τις ίδιες κατηγορίες παραβιάσεων, ii) για τον προσδιορισμό των διοικητικών κυρώσεων ίσχυαν διαφορετικά κριτήρια, και iii) διαφοροποιήσεις ως προς το πόσο εκτεταμένη ήταν η χρήση των κυρώσεων.

Η προκρινόμενη επιλογή πολιτικής είναι να εξασφαλιστεί ελάχιστη εναρμόνιση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων, μέσω των ακόλουθων απαιτήσεων: i) κατάρτιση καταλόγου ελάχιστων διοικητικών κυρώσεων και μέτρων (συμπεριλαμβανομένης της εναρμόνισης του κατώτατου ορίου του μέγιστου ύψους των διοικητικών προστίμων), ii) κατάρτιση καταλόγου ελάχιστων κριτηρίων επιβολής κυρώσεων, και iii) καθιέρωση μηχανισμών καταγγελίας δυσλειτουργιών από τις αρχές και τις εταιρείες διαχείρισης. Αυτό το καθεστώς επιβολής κυρώσεων θα εφαρμόζεται για έναν κατάλογο παραβιάσεων βασικών διασφαλίσεων που προβλέπονται στην οδηγία ΟΣΕΚΑ για την προστασία των επενδυτών.

2.           ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

2.1.        Κανόνες σχετικά με τα καθήκοντα των θεματοφυλάκων

Ως προς τα βασικά καθήκοντα φύλαξης και επίβλεψης, που έχει ο θεματοφύλακας, στο σχέδιο προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 22 της οδηγίας ΟΣΕΚΑ κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Το άρθρο 22 παράγραφος 1 προβλέπει ότι ορίζεται ένας μόνον θεματοφύλακας για κάθε ΟΣΕΚΑ. Σκοπός του κανόνα αυτού είναι να εξασφαλίζεται ότι ένα αμοιβαίο κεφάλαιο δεν μπορεί να έχει περισσότερους από έναν θεματοφύλακες.

Στο άρθρο 22 παράγραφος 2 προτείνεται να αποδεικνύεται ο ορισμός του θεματοφύλακα με γραπτή σύμβαση.

Με το άρθρο 22 παράγραφος 3 δημιουργείται ένας ενιαίος κατάλογος για τα καθήκοντα επίβλεψης από τους θεματοφύλακες των ΟΣΕΚΑ που έχουν συμβατική μορφή και των ΟΣΕΚΑ που έχουν εταιρική μορφή. Τα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνουν τη συμμόρφωση με τους ισχύοντες κανόνες κατά την πώληση, έκδοση, επαναγορά, εξαγορά και ακύρωση μεριδίων ενός ΟΣΕΚΑ, την επιβεβαίωση ότι το αντίτιμο τού καταβάλλεται μέσα στις συνήθεις προθεσμίες, την επιβεβαίωση ότι τα κέρδη της εταιρείας επενδύσεων διατίθενται σύμφωνα με τον νόμο και τα καταστατικά έγγραφα, την εξασφάλιση ότι ο υπολογισμός της αξίας των μεριδίων γίνεται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο ή τον κανονισμό του κεφαλαίου, και την εκτέλεση των εντολών της εταιρείας διαχείρισης ή επενδύσεων.

Το άρθρο 22 παράγραφος 4 περιέχει λεπτομερείς διατάξεις για την παρακολούθηση των ρευστών διαθεσίμων. Σκοπός της παραγράφου αυτής είναι να μπορεί ο θεματοφύλακας να σχηματίζει εικόνα για όλα τα στοιχεία ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ, μηδέ εξαιρουμένων των μετρητών. Η παράγραφος αυτή εξασφαλίζει επίσης δεν θα είναι δυνατό το άνοιγμα λογαριασμού μετρητών που σχετίζεται με τις συναλλαγές των κεφαλαίων, χωρίς να το γνωρίζει ο θεματοφύλακας. Στόχος είναι να αποτρέπεται το ενδεχόμενο δόλιας μεταφοράς μετρητών. Η παράγραφος αυτή εισάγει επίσης μια απαίτηση διαχωρισμού, ούτως ώστε τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι καταχωρισμένα στα βιβλία του θεματοφύλακα και φυλάσσονται για λογαριασμό ενός ΟΣΕΚΑ να είναι διακριτά από τα ίδια στοιχεία ενεργητικού του θεματοφύλακα, καθώς και να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναγνωριστούν ως ανήκοντα στον εν λόγω ΟΣΕΚΑ. Στόχος της απαίτησης αυτής είναι να προβλεφθεί ένα ακόμη επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές σε περίπτωση πτώχευσης του θεματοφύλακα.

Με το άρθρο 22 παράγραφος 5 εισάγεται διάκριση μεταξύ 1) των καθηκόντων θεματοφυλακής που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία μπορεί να φυλάσσει ο θεματοφύλακας και 2) της επαλήθευσης των σχετικών με την κυριότητα καθηκόντων που αφορούν τους υπόλοιπους τύπους στοιχείων ενεργητικού. Η αναφορά στη θεματοφυλακή ενσώματων στοιχείων ενεργητικού, όπως τα ακίνητα ή τα εμπορεύματα, δεν θεωρείται αναγκαία, διότι τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού επί του παρόντος δεν θεωρούνται επιλέξιμα προς διακράτηση στο χαρτοφυλάκιο ενός ΟΣΕΚΑ.

Η νέα παράγραφος 2 του άρθρου 25 περιέχει μια σειρά από συνήθεις διατάξεις σχετικά με τη δεοντολογία, την αποτροπή και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων.

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 26β εισάγει νέα εκτελεστικά μέτρα, που καθορίζουν λεπτομερώς τις προϋποθέσεις για την άσκηση των δραστηριοτήτων παρακολούθησης και θεματοφυλακής του θεματοφύλακα συμπεριλαμβανομένων i) του τύπου των χρηματοπιστωτικών μέσων που εντάσσονται στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, ii) των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοπιστωτικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό αποθετήριο, και iii) των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας παρακολουθεί τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδόθηκαν ονομαστικά και καταχωρίστηκαν σε εκδότη ή φορέα τήρησης μητρώου.

2.2.        Κανόνες σχετικά με την ανάθεση

Στο άρθρο 22 παράγραφος 7 καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα καθήκοντα φύλαξης του θεματοφύλακα μπορούν να ανατίθενται σε υποθεματοφύλακα. Ουσιαστικά, οι όροι και οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ένας θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τα καθήκοντα φύλαξής του σε τρίτον, ευθυγραμμίζονται με τα οριζόμενα στην οδηγία ΔΟΕΕ.

Με το άρθρο 26β ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία για έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που θα εξειδικεύουν τα καθήκοντα του θεματοφύλακα για αρχική και συνεχή δέουσα επιμέλεια, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την επιλογή και τον ορισμό υποθεματοφύλακα.

2.3.        Κανόνες σχετικά με την επιλεξιμότητα για την άσκηση καθηκόντων θεματοφύλακα για ΟΣΕΚΑ

Δεδομένων των διαφορετικών εθνικών κριτηρίων επιλεξιμότητας που ισχύουν επί του παρόντος για τις δραστηριότητες των θεματοφυλάκων, στο σχέδιο προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 23 παράγραφος 2, ώστε να περιλαμβάνει πλήρη κατάλογο των οντοτήτων που είναι επιλέξιμες να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα. Η πολιτική που προκρίνεται είναι να επιτρέπεται μόνον στα πιστωτικά ιδρύματα και στις επιχειρήσεις επενδύσεων να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για τους ΟΣΕΚΑ. Το άρθρο 23 περιέχει μεταβατικές διατάξεις για τους ΟΣΕΚΑ που έχουν ορίσει οντότητες που δεν είναι πλέον σε θέση να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα.

2.4.        Κανόνες σχετικά με την ευθύνη

Το άρθρο 24 παράγραφος 1 στοχεύει στην αποσαφήνιση της ευθύνης του θεματοφύλακα ενός ΟΣΕΚΑ σε περίπτωση απώλειας χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή. Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, ο θεματοφύλακας του ΟΣΕΚΑ, σε περίπτωση απώλειας χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, οφείλει να επιστρέψει χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, στον ΟΣΕΚΑ. Δεν προβλέπεται περαιτέρω απαλλαγή από ευθύνη σε περίπτωση απώλειας στοιχείων ενεργητικού, εκτός εάν ο θεματοφύλακας είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε «εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του». Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση απώλειας στοιχείων ενεργητικού, ο θεματοφύλακας του ΟΣΕΚΑ έχει τη γενική υποχρέωση να επιστρέψει χρηματοπιστωτικά μέσα του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, στον ΟΣΕΚΑ «χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση».

Στο άρθρο 26β προβλέπονται σχετικά εκτελεστικά μέτρα για την αποσαφήνιση συγκεκριμένων τεχνικών πτυχών, όπως για παράδειγμα για τον καθορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοπιστωτικά μέσα θεωρούνται απολεσθέντα.

Το άρθρο 24 παράγραφος 2 περιέχει τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η ευθύνη του θεματοφύλακα παραμένει ακέραιη, αν εμπιστευθεί σε τρίτον το σύνολο ή τμήμα των καθηκόντων θεματοφυλακής του. Κατά συνέπεια, ο θεματοφύλακας υποχρεούται να επιστρέψει απολεσθέντα χρηματοπιστωτικά μέσα που είχαν τεθεί σε θεματοφυλακή, ακόμη και αν η απώλεια έλαβε χώρα κατά τη φύλαξή τους από τον υποθεματοφύλακα. Όπως προαναφέρθηκε, δεν προβλέπεται περαιτέρω απαλλαγή από ευθύνη (είτε σε κανονιστικό είτε σε συμβατικό επίπεδο) σε περίπτωση απώλειας στοιχείων ενεργητικού από υποθεματοφύλακα.

Ως εκ τούτου, το άρθρο 24 παράγραφος 2, σε αντίθεση με το άρθρο 21 παράγραφος 12 της οδηγίας ΔΟΕΕ, προβλέπει ότι ο θεματοφύλακας υπέχει ευθύνη για την επιστροφή του χρηματοπιστωτικού μέσου ακόμη και σε περίπτωση ανάθεσης, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να απαλλάσσεται της ευθύνης συμβατικώς. Αυτή η ενίσχυση του βαθμού ευθύνης σε περίπτωση ανάθεσης της θεματοφυλακής φαίνεται δικαιολογημένη, δεδομένης της πολύ μεγάλης επενδυτικής βάσης και του γεγονότος ότι οι μεριδιούχοι των ΟΣΕΚΑ είναι ως επί το πλείστον ιδιώτες. Η καθιέρωση ενός καθεστώτος που θα παρέχει στον θεματοφύλακα ανάλογη συμβατική δυνατότητα να απαλλάσσεται της ευθύνης του με εκείνη που παρέχει η οδηγία ΔΟΕΕ δεν θεωρείται σκόπιμη. Εξίσου απρόσφορο θα ήταν να προβλέπεται ότι ο θεματοφύλακας μπορεί να απαλλάσσεται της ευθύνης του όταν μεταβιβάζει στοιχεία ενεργητικού σε υποθεματοφύλακα που δεν συμμορφώνεται με τα κριτήρια ανάθεσης.

2.5.        Προσφυγή

Το άρθρο 24 παράγραφος 5 αφορά την άσκηση προσφυγής κατά του θεματοφύλακα. Η παράγραφος αυτή ευθυγραμμίζει τα δικαιώματα όσων επενδύουν σε εταιρικούς ΟΣΕΚΑ και όσων επενδύουν σε συμβατικούς ΟΣΕΚΑ, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να εγείρουν αξιώσεις σε σχέση με τις ευθύνες των θεματοφυλάκων, είτε άμεσα είτε έμμεσα (μέσω της εταιρείας διαχείρισης), ανάλογα με τη νομική φύση της σχέσης μεταξύ του θεματοφύλακα, της εταιρείας διαχείρισης και των μεριδιούχων.

2.6.        Αποδοχές

Τα προτεινόμενα άρθρα 14α και 14β αποτυπώνουν τη σημερινή πολιτική για τις αποδοχές των ανώτερων διοικητικών στελεχών, των προσώπων που αναλαμβάνουν κινδύνους και των προσώπων που ασκούν καθήκοντα ελέγχου. Οι αρχές αυτές θα πρέπει να ισχύουν επίσης για όσους διαχειρίζονται αμοιβαία κεφάλαια με τη μορφή ΟΣΕΚΑ, είτε η διαχείριση γίνεται από εταιρεία επενδύσεων είτε από εταιρεία διαχείρισης.

2.7.        Πρόσβαση σε καταγραφές στοιχείων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και δεδομένων

Οι υπάρχουσες καταγραφές στοιχείων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και δεδομένων κίνησης συνιστούν σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία για την ανίχνευση και την απόδειξη παραβίασης των διατάξεων της οδηγίας ΟΣΕΚΑ. Ως εκ τούτου, τροποποιείται το άρθρο 98, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές θα είναι σε θέση να απαιτούν υπάρχουσες καταγραφές στοιχείων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και δεδομένων κίνησης, τις οποίες έχει στην κατοχή του ένας πάροχος υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας ή ένας ΟΣΕΚΑ, μια εταιρεία διαχείρισης, μια εταιρεία επενδύσεων ή ένας θεματοφύλακας, όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι τα εν λόγω στοιχεία που σχετίζονται με το αντικείμενο της διερεύνησης μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παραβίαση των διατάξεων της οδηγίας ΟΣΕΚΑ. Θα πρέπει επίσης να καταστεί σαφές ότι, παρά ταύτα, τα εν λόγω στοιχεία δεν αφορούν το περιεχόμενο της επικοινωνίας με την οποία σχετίζονται.

2.8.        Κυρώσεις και μέτρα

Τα άρθρα 99α έως 99ε αποτυπώνουν τις σημερινές οριζόντιες πολιτικές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που αφορούν κυρώσεις και μέτρα. Ορίζουν μια κοινή προσέγγιση ως προς τις κυριότερες παραβάσεις της οδηγίας ΟΣΕΚΑ και στο άρθρο 99α παρατίθεται κατάλογος των βασικών παραβάσεων. Ορίζονται επίσης οι κυρώσεις και μέτρα διοικητικού χαρακτήρα που θα πρέπει να έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές σε περιπτώσεις βασικών παραβάσεων.

3.           Δημοσιονομικές επιπτώσεις

Δεν υπάρχουν επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, δεδομένου ότι δεν απαιτούνται πρόσθετα κονδύλια ή θέσεις εργασίας για την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων. Τα καθήκοντα που προβλέπονται για την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών εμπίπτουν στο πεδίο των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων της αρχής αυτής, επομένως η διάθεση πόρων και προσωπικού που προβλέπεται στα εγκεκριμένα νομοθετικά δημοσιονομικά δελτία για την Αρχή αυτή επαρκούν για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των καθηκόντων αυτών.

2012/0168 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τις λειτουργίες θεματοφύλακα, τις πολιτικές αποδοχών και τις κυρώσεις

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[7],

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[8],

Κατόπιν διαβούλευσης με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)       Η οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[9] θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στην αγορά και η πείρα των φορέων της αγοράς και των εποπτικών αρχών που έχει αποκομιστεί ως τώρα, ειδικότερα με σκοπό την εξάλειψη των αποκλίσεων μεταξύ των εθνικών διατάξεων όσον αφορά τα καθήκοντα και την ευθύνη των θεματοφυλάκων, την πολιτική αποδοχών και τις κυρώσεις.

(2)       Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες των κακοσχεδιασμένων δομών αποδοχών στη χρηστή διαχείριση των κινδύνων και στον έλεγχο της ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς των ατόμων, θα πρέπει να θεσπιστεί ρητή υποχρέωση των εταιρειών διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) να καταρτίζουν και να διατηρούν, για τις κατηγορίες του προσωπικού τους των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που είναι συμβατές με τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνου. Στις εν λόγω κατηγορίες προσωπικού θα πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα στελέχη που ασκούν διαχείριση κινδύνων, τα στελέχη που ασκούν λειτουργίες ελέγχου και οποιοσδήποτε υπάλληλος του οποίου οι συνολικές αμοιβές τον τοποθετούν στην ίδια κατηγορία αποδοχών με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα στελέχη που ασκούν διαχείριση κινδύνων. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται και σε εταιρείες επενδύσεων ΟΣΕΚΑ που δεν ορίζουν εταιρεία διαχείρισης.

(3)       Οι αρχές που διέπουν τις πολιτικές αποδοχών θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις εν λόγω πολιτικές με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το μέγεθός τους και το μέγεθος των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

(4)       Οι αρχές όσον αφορά τις ορθές πολιτικές αποδοχών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να συνάδουν με τις αρχές που καθορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών[10], και να συμπληρώνονται από τις αρχές αυτές.

(5)       Προκειμένου να προωθηθεί εποπτική σύγκλιση στην εκτίμηση των πολιτικών και των πρακτικών σχετικά με τις αποδοχές, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[11], θα πρέπει να εξασφαλίσει την ύπαρξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις χρηστές πολιτικές αποδοχών στον τομέα της διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[12], θα πρέπει να συμβάλει στην εκπόνηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.

(6)       Οι διατάξεις που αφορούν τις αποδοχές δεν θα πρέπει να θίγουν την πλήρη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τις Συνθήκες, τις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου περί συμβάσεων και εργατικού δικαίου, την εφαρμοστέα νομοθεσία για τα δικαιώματα και τη συμμετοχή των μετόχων και τις γενικές αρμοδιότητες των διοικητικών και εποπτικών οργάνων του οικείου ιδρύματος, καθώς και το δικαίωμα, οσάκις συντρέχει τέτοια περίπτωση, των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν και να επιβάλλουν τις συλλογικές συμβάσεις, σύμφωνα με τα εθνικά δίκαια και παραδόσεις.

(7)       Προκειμένου να εξασφαλιστεί ο αναγκαίος βαθμός εναρμόνισης των σχετικών ρυθμιστικών απαιτήσεων στα διάφορα κράτη μέλη, θα πρέπει να θεσπιστούν πρόσθετοι κανόνες που θα καθορίζουν τις εργασίες και τα καθήκοντα των θεματοφυλάκων, θα καθορίζουν τις νομικές οντότητες που θα μπορούν να ορίζονται ως θεματοφύλακες και θα αποσαφηνίζουν την ευθύνη των θεματοφυλάκων σε περιπτώσεις απώλειας στοιχείων ενεργητικού ΟΣΕΚΑ που τελούν υπό θεματοφυλακή ή σε περίπτωση κακής εκτέλεσης των καθηκόντων επίβλεψης που αναλαμβάνουν οι θεματοφύλακες. Η εν λόγω κακή εκτέλεση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια στοιχείων ενεργητικού, αλλά και απώλεια της αξίας τους εάν, για παράδειγμα, ένας θεματοφύλακας ανέχεται την πραγματοποίηση επενδύσεων που δεν συνάδουν με τους κανόνες του αμοιβαίου κεφαλαίου, εκθέτοντας τον επενδυτή σε απρόσμενους ή αναμενόμενους κινδύνους. Οι πρόσθετοι αυτοί κανόνες θα πρέπει επίσης να αποσαφηνίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατή η ανάθεση των λειτουργιών θεματοφύλακα.

(8)       Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι κάθε ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να ορίζει έναν μόνο θεματοφύλακα, ο οποίος έχει τη γενική επίβλεψη των στοιχείων ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ. Η πρόβλεψη για ύπαρξη ενός μόνο θεματοφύλακα θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο θεματοφύλακας έχει εικόνα για όλα τα στοιχεία ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ και ότι τόσο οι διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων όσο και οι επενδυτές έχουν ένα ενιαίο σημείο αναφοράς, εάν προκύψουν προβλήματα όσον αφορά τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού ή την επιτέλεση των λειτουργιών επίβλεψης. Η φύλαξη στοιχείων ενεργητικού περιλαμβάνει τη διατήρηση στοιχείων ενεργητικού υπό θεματοφυλακή ή, σε περίπτωση στοιχείων ενεργητικού που η φύση τους δεν επιτρέπει να τεθούν υπό θεματοφυλακή, την επαλήθευση της κυριότητάς τους, καθώς και την τήρηση αρχείων για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού.

(9)       Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να ενεργεί με έντιμο και θεμιτό τρόπο, με επαγγελματισμό, ανεξαρτησία, και προς το συμφέρον του ΟΣΕΚΑ ή των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ.

(10)     Προκειμένου να εξασφαλιστεί εναρμονισμένη προσέγγιση ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων των θεματοφυλάκων σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής των ΟΣΕΚΑ, είναι αναγκαίο να καθιερωθεί ένας ενιαίος κατάλογος καθηκόντων επίβλεψης που να ισχύουν τόσο για τους ΟΣΕΚΑ που έχουν εταιρική μορφή (εταιρείες επενδύσεων) όσο και για τους ΟΣΕΚΑ που έχουν συμβατική μορφή.

(11)     Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την κατάλληλη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΣΕΚΑ και, ιδίως, να εξασφαλίζει ότι τα χρήματα των επενδυτών και τα μετρητά που ανήκουν στον ΟΣΕΚΑ καταχωρίζονται με ορθό τρόπο σε λογαριασμούς που ανοίγονται στο όνομα του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την παρακολούθηση των ρευστών διαθεσίμων, ώστε να εξασφαλίζονται αποτελεσματικά και ενιαία επίπεδα προστασίας για τους επενδυτές. Όταν μεριμνά για την καταχώριση των χρημάτων των επενδυτών σε λογαριασμούς μετρητών, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας[13].

(12)     Για να αποτρέπεται η δόλια μεταφορά μετρητών, θα πρέπει να απαιτείται να μην είναι δυνατό το άνοιγμα λογαριασμού μετρητών που σχετίζεται με τις συναλλαγές των κεφαλαίων χωρίς να το γνωρίζει ο θεματοφύλακας.

(13)     Κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή για λογαριασμό ενός ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να είναι διακριτό από τα ίδια στοιχεία ενεργητικού του θεματοφύλακα, όπως και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναγνωριστεί ως ανήκον στον εν λόγω ΟΣΕΚΑ. Η απαίτηση αυτή αναμένεται να προσθέσει ένα ακόμη επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του θεματοφύλακα.

(14)     Πέραν του υφιστάμενου καθήκοντος φύλαξης των στοιχείων ενεργητικού που ανήκουν σε έναν ΟΣΕΚΑ, θα πρέπει να γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή και εκείνων που δεν μπορούν. Για τα δεύτερα, αντί του καθήκοντος φύλαξης ισχύει απαίτηση τήρησης σχετικών αρχείων και επαλήθευσης της κυριότητάς τους. Η κατηγορία των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή θα πρέπει να οριοθετείται με σαφήνεια, δεδομένου ότι η υποχρέωση επιστροφής των στοιχείων ενεργητικού που έχουν απολεσθεί θα πρέπει να ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικών στοιχείων ενεργητικού.

(15)     Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για την ανάθεση των καθηκόντων φύλαξης από τον θεματοφύλακα σε τρίτον. Η ανάθεση και η περαιτέρω ανάθεση θα πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικά και να υπόκεινται σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την καταλληλότητα του τρίτου στον οποίο ανατίθεται η λειτουργία αυτή, καθώς και όσον αφορά τη δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια που θα πρέπει να επιδεικνύει ο θεματοφύλακας κατά την επιλογή, τον ορισμό και τον έλεγχο του εν λόγω τρίτου. Με γνώμονα την εξασφάλιση ομοιόμορφων συνθηκών της αγοράς και εξίσου υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, οι προϋποθέσεις αυτές θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με εκείνες που ισχύουν στο πλαίσιο της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010[14]. Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να διασφαλίζουν ότι οι τρίτοι διαθέτουν τα απαιτούμενα μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ότι προβαίνουν σε διαχωρισμό των στοιχείων ενεργητικού των ΟΣΕΚΑ.

(16)     Η ανάθεση της θεματοφυλακής στοιχείων ενεργητικού στον διαχειριστή συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, όπως προβλέπεται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων[15], ή η ανάθεση της παροχής παρόμοιων υπηρεσιών από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων σε τρίτες χώρες δεν θα πρέπει να θεωρούνται ανάθεση λειτουργιών θεματοφυλακής.

(17)     Ο τρίτος στον οποίο ανατίθεται η φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει να μπορεί να διατηρεί συλλογικό λογαριασμό ως κοινό, εσωτερικά διαχωρισμένο λογαριασμό για πολλαπλούς ΟΣΕΚΑ.

(18)     Όταν η θεματοφυλακή ανατίθεται σε τρίτον, είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι ο τρίτος υπόκειται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς την τήρηση αποτελεσματικών κανόνων προληπτικής εποπτείας. Επίσης, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα βρίσκονται στην κατοχή του τρίτου στον οποίο ανατέθηκε η θεματοφυλακή, θα πρέπει να διενεργούνται περιοδικοί εξωτερικοί έλεγχοι.

(19)     Για να εξασφαλίζεται σταθερά υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών, θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με τη δεοντολογία και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων ανάθεσης των καθηκόντων φύλαξης. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει ειδικότερα να εξασφαλίζουν σαφή διαχωρισμό των καθηκόντων και των λειτουργιών μεταξύ του θεματοφύλακα, του ΟΣΕΚΑ και της εταιρείας διαχείρισης.

(20)     Για να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές και να κατοχυρώνεται κατάλληλο επίπεδο κανόνων προληπτικής εποπτείας και συνεχούς ελέγχου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί πλήρης κατάλογος οντοτήτων που είναι επιλέξιμες να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα, ούτως ώστε να επιτρέπεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για τους ΟΣΕΚΑ. Για να δοθεί η δυνατότητα και σε άλλες οντότητες, που μπορεί να ήταν έως τώρα επιλέξιμες να ασκούν καθήκοντα θεματοφύλακα για τους ΟΣΕΚΑ, να μετασχηματιστούν σε επιλέξιμες οντότητες, θα πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις για τις εν λόγω οντότητες.

(21)     Είναι αναγκαίο να οριοθετηθεί και να αποσαφηνιστεί η ευθύνη του θεματοφύλακα ενός ΟΣΕΚΑ σε περίπτωση απώλειας χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή. Εάν απολεσθεί χρηματοπιστωτικό μέσο που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να είναι υπόχρεος να επιστρέψει χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, στον ΟΣΕΚΑ. Δεν θα πρέπει να προβλέπεται περαιτέρω απαλλαγή από ευθύνη σε περίπτωση απώλειας στοιχείων ενεργητικού, εκτός εάν ο θεματοφύλακας είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε «εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις προσπάθειες περί του αντιθέτου». Στο πλαίσιο αυτό, ο θεματοφύλακας δεν θα πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικές καταστάσεις, όπως δόλια ενέργεια υπαλλήλου του, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του.

(22)     Εάν ο θεματοφύλακας έχει αναθέσει τα καθήκοντα θεματοφυλακής και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που φυλάσσονται από τρίτον απολεσθούν, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να υπέχει ευθύνη. Θα πρέπει επίσης να οριστεί ότι, σε περίπτωση απώλειας μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας υποχρεούται να επιστρέψει χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, ακόμη κι αν η απώλεια έλαβε χώρα κατά τη φύλαξή του από υποθεματοφύλακα. Ο θεματοφύλακας απαλλάσσεται της ευθύνης μόνον εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του και οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις προσπάθειες περί του αντιθέτου. Στο πλαίσιο αυτό, ο θεματοφύλακας δεν θα πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικές καταστάσεις, όπως δόλια ενέργεια υπαλλήλου του, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του. Δεν θα πρέπει να προβλέπεται απαλλαγή από ευθύνη είτε σε κανονιστικό είτε σε συμβατικό επίπεδο, σε περίπτωση απώλειας στοιχείων ενεργητικού από θεματοφύλακα ή υποθεματοφύλακά του.

(23)     Κάθε επενδυτής ενός ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εγείρει αξιώσεις σε σχέση με την ευθύνη του θεματοφύλακά του, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της εταιρείας διαχείρισης. Η άσκηση προσφυγής κατά του θεματοφύλακα δεν θα πρέπει να εξαρτάται από τη νομική μορφή ενός ΟΣΕΚΑ (εταιρική ή συμβατική μορφή) ούτε από τη νομική φύση της σχέσης μεταξύ του θεματοφύλακα, της εταιρείας διαχείρισης και των μεριδιούχων.

(24)     Στις 12 Ιουλίου 2010, η Επιτροπή πρότεινε τροποποιήσεις στην οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών[16]. Είναι αναγκαίο να συμπληρωθεί η πρόταση της 12ης Ιουλίου 2010, αποσαφηνίζοντας τις υποχρεώσεις και την έκταση της ευθύνης του θεματοφύλακα και των υποθεματοφυλάκων των ΟΣΕΚΑ, με σκοπό την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για τους επενδυτές των ΟΣΕΚΑ στις περιπτώσεις που οι θεματοφύλακες δεν μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

(25)     Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ισχύουν οι ίδιες απαιτήσεις για τους θεματοφύλακες, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής που λαμβάνουν οι ΟΣΕΚΑ. Η συνοχή των απαιτήσεων θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, θα αυξήσει την προστασία των επενδυτών και θα συμβάλει στη διαμόρφωση ομοιόμορφων όρων στην αγορά. Η Επιτροπή δεν έχει λάβει καμία κοινοποίηση ότι έχει γίνει χρήση, από κάποια εταιρεία επενδύσεων, της παρέκκλισης από τη γενική υποχρέωση της ανάθεσης της θεματοφυλακής στοιχείων ενεργητικού σε θεματοφύλακα. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις της οδηγίας 2009/65/ΕΚ σχετικά με τον θεματοφύλακα μιας εταιρείας επενδύσεων θα πρέπει να θεωρούνται περιττές.

(26)     Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με την ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών[17], οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να επιβάλλουν χρηματικές κυρώσεις αρκούντως υψηλές ώστε να είναι αποτρεπτικές και αναλογικές και να αντισταθμίζουν τα προσδοκώμενα οφέλη από παραβατικές συμπεριφορές.

(27)     Για να διασφαλίζεται συνεπής εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις.

(28)     Για να ενισχυθεί ο αποτρεπτικός αντίκτυπος στο ευρύ κοινό και για την ενημέρωσή του σχετικά με παραβιάσεις κανόνων που ενδέχεται να είναι επιζήμιες για την προστασία των επενδυτών, οι κυρώσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, εξαιρουμένων κάποιων σαφώς καθορισμένων περιστάσεων. Για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας, οι κυρώσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούνται ανώνυμα, στις περιπτώσεις όπου η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

(29)     Για τον εντοπισμό πιθανών παραβιάσεων, θα πρέπει να ανατεθούν στις αρμόδιες αρχές οι αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να καθιερωθούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί ώστε να ενθαρρυνθεί η αναφορά ενδεχόμενων ή πραγματικών παραβιάσεων.

(30)     Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη τυχών νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών που άπτονται των ποινικών αδικημάτων και κυρώσεων.

(31)     Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως κατοχυρώνονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(32)     Για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση για τον καθορισμό των λεπτομερειών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην κανονική συμφωνία μεταξύ του θεματοφύλακα και της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων, των προϋποθέσεων για την άσκηση των λειτουργιών του θεματοφύλακα, συμπεριλαμβανομένου του τύπου των χρηματοπιστωτικών μέσων που θα πρέπει να εντάσσονται στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοπιστωτικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό αποθετήριο και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο θεματοφύλακας θα πρέπει να φυλάσσει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδόθηκαν ονομαστικά και καταχωρίστηκαν σε εκδότη ή φορέα τήρησης μητρώου, των καθηκόντων δέουσας επιμέλειας του θεματοφύλακα, της υποχρέωσης διαχωρισμού, τις προϋποθέσεις και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει να θεωρούνται απολεσθέντα, της έννοιας των εξωτερικών γεγονότων που ευλόγως εκφεύγουν των δυνατοτήτων ελέγχου, των οποίων οι συνέπειες θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες περί του αντιθέτου. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(33)     Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα[18], τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, να συνοδεύουν την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα, στα οποία επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(34)     Οι στόχοι των δράσεων που πρέπει να αναληφθούν για τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στους ΟΣΕΚΑ, διευρύνοντας τις απαιτήσεις που αφορούν τα καθήκοντα και την ευθύνη των θεματοφυλάκων, τις πολιτικές αποδοχών των εταιρειών διαχείρισης και των εταιρειών επενδύσεων και καθιερώνοντας κοινά πρότυπα για τις κυρώσεις που επιβάλλονται στις κυριότερες παραβιάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, ενεργώντας ανεξάρτητα το ένα από άλλο. Δεδομένου ότι μόνον με δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορούν να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν και η δράση αυτή δύναται, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(35)     Θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθεί αναλόγως η οδηγία 2009/65/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η οδηγία 2009/65/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

(1) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 14α και 14β:

«Άρθρο 14α

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εταιρείες διαχείρισης να καθορίζουν και να εφαρμόζουν πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που να συνάδουν με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και να την προάγουν, και να μην ενθαρρύνουν την ανάληψη κινδύνων που είναι ασύμβατη προς το προφίλ κινδύνου, τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται.

2. Οι πολιτικές και οι πρακτικές αποδοχών καλύπτουν τους μισθούς και τις προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές.

3. Οι πολιτικές και οι πρακτικές αποδοχών εφαρμόζονται στις κατηγορίες υπαλλήλων, που περιλαμβάνουν ανώτερα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους και που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, και οποιονδήποτε υπάλληλο ο οποίος λαμβάνει συνολικές αποδοχές που τον τοποθετούν στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των εταιρειών διαχείρισης ή των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*), η ΕΑΚΑΑ προβαίνει στην έκδοση κατευθυντηρίων γραμμών προς τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνων με το άρθρο 14β. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τις αρχές ορθών πολιτικών στον τομέα των αποδοχών που διατυπώνονται στη σύσταση της Επιτροπής 2009/384/ΕΚ(**), καθώς και το μέγεθος της εταιρείας διαχείρισης και το μέγεθος των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Στο πλαίσιο της εκπόνησης των κατευθυντηρίων γραμμών, η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), προκειμένου να διασφαλιστεί συνέπεια με τις απαιτήσεις που έχουν εκπονηθεί για άλλους τομείς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ιδίως δε για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Άρθρο 14β

1. Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών που αναφέρονται στο άρθρο 14α, οι εταιρείες διαχείρισης συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές, κατά τρόπο και σε βαθμό ενδεδειγμένο για το μέγεθός τους, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:

α)      η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και την προωθεί, και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη κινδύνων που είναι ασύμβατη προς το προφίλ κινδύνου, τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται·

β)      η πολιτική αποδοχών ευθυγραμμίζεται με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα συμφέροντα της εταιρείας διαχείρισης και των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζεται ή των επενδυτών στους εν λόγω ΟΣΕΚΑ, και περιλαμβάνει μέτρα για την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων·

γ)       το διοικητικό όργανο, στο πλαίσιο των λειτουργιών εποπτείας της εταιρείας διαχείρισης που επιτελεί, εγκρίνει και περιοδικώς αναθεωρεί τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών και είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή της·

δ)      η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο ως προς τη συμμόρφωση προς την πολιτική και τις διαδικασίες αποδοχών που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των λειτουργιών εποπτείας που επιτελεί·

ε)       τα μέλη του προσωπικού που έχουν αναλάβει τη διενέργεια ελέγχων αποζημιώνονται σε συνάρτηση με την επίτευξη ή μη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν·

στ)     οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στα τμήματα διαχείρισης κινδύνου και συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών·

ζ)       όπου οι αποδοχές είναι συνάρτηση των επιδόσεων, το συνολικό ποσόν των αποδοχών στηρίζεται σε έναν συνδυασμό της αξιολογούμενης επίδοσης του ατόμου και της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας ή του σχετικού ΟΣΕΚΑ με τα συνολικά αποτελέσματα της εταιρείας διαχείρισης, ενώ κατά την αξιολόγηση της ατομικής επίδοσης, λαμβάνονται υπόψη κριτήρια χρηματοοικονομικά και μη χρηματοοικονομικά·

η)      η αξιολόγηση των επιδόσεων εγγράφεται σε ένα πολυετές πλαίσιο προσαρμοσμένο στον κύκλο ζωής των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζεται η εταιρεία διαχείρισης, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία αξιολόγησης είναι βασισμένη σε πιο μακροπρόθεσμες επιδόσεις και ότι η πραγματική πληρωμή αποδοχών κατά το σκέλος που εξαρτάται από το στοιχείο της επίδοσης καλύπτει χρονική περίοδο που λαμβάνει υπόψη την πολιτική επαναγορών των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζεται η εταιρεία διαχείρισης και τους αντίστοιχους επενδυτικούς κινδύνους·

θ)      οι εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές αποτελούν εξαίρεση και ισχύουν μόνο στο πλαίσιο της μισθοδοσίας νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων και μόνο για το πρώτο έτος·

ι)       οι σταθερές και οι μεταβλητές συνιστώσες των συνολικών αποδοχών εξισορροπούνται κατάλληλα· το σταθερό στοιχείο αντιπροσωπεύει ένα επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής κατά το σκέλος των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθεί μεταβλητό στοιχείο των αποδοχών·

ια)     οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν σε βάθος χρόνου και είναι σχεδιασμένες κατά τρόπο ώστε να μην ανταμείβουν την αποτυχία·

ιβ)     οι μετρήσεις των επιδόσεων που διενεργούνται για τον υπολογισμό των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών ή των ομάδων από μεταβλητά στοιχεία αποδοχών περιλαμβάνουν ένα αναλυτικό μηχανισμό προσαρμογής, για την ενσωμάτωση όλων των σχετικών τύπων τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων·

ιγ)      με βάση τη νομική δομή του ΟΣΕΚΑ, τον κανονισμό του ή τα καταστατικά του έγγραφα, σημαντικό μέρος, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 50%, οιασδήποτε μεταβλητής αμοιβής αποτελείται από μερίδια του σχετικού ΟΣΕΚΑ ή ισοδύναμα ιδιοκτησιακά συμφέροντα ή χρηματοπιστωτικά μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ρευστά μέσα, εκτός εάν η διαχείριση ΟΣΕΚΑ ισοδυναμεί με λιγότερο από 50% του συνόλου του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζεται η εταιρεία διαχείρισης, οπότε δεν ισχύει το ελάχιστο ποσοστό 50%.

Τα μέσα που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων προς τα συμφέροντα της εταιρείας διαχείρισης και των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζεται και των επενδυτών στους εν λόγω ΟΣΕΚΑ. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να θέτουν περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύουν ορισμένα μέσα, όπως αρμόζει. Το παρόν στοιχείο εφαρμόζεται τόσο στο μέρος του υπό αναβολή μεταβλητού στοιχείου των αποδοχών σύμφωνα με το στοιχείο ιδ) όσο και στο μέρος του μεταβλητού στοιχείου των αποδοχών που δεν τελεί υπό αναβολή·

ιδ)     η καταβολή σημαντικού μέρους, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 40% της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών, αναβάλλεται για περίοδο η οποία είναι αρμόζουσα στον κύκλο ζωής και την πολιτική εξαγοράς του οικείου ΟΣΕΚΑ, και ευθυγραμμίζεται ορθά με τη φύση των κινδύνων του εν λόγω ΟΣΕΚΑ.

Αυτή η περίοδος που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο έχει διάρκεια τουλάχιστον τρία έως πέντε έτη, εκτός εάν ο κύκλος ζωής του σχετικού ΟΣΕΚΑ είναι συντομότερος· το δικαίωμα της αμοιβής που υπάγεται στις ρυθμίσεις περί αναβολής κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου· όσον αφορά μεταβλητή συνιστώσα αμοιβής ιδιαίτερα υψηλού ποσού, αναβάλλεται η καταβολή τουλάχιστον του 60% του ποσού·

ιε)      οι μεταβλητές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένου του ετεροχρονισμένου τμήματός τους, καταβάλλονται ή κατοχυρώνονται μόνο εάν είναι βιώσιμες βάσει της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας διαχείρισης συνολικά, και εφόσον είναι δικαιολογημένες βάσει των επιδόσεων της επιχειρησιακής μονάδας, του ΟΣΕΚΑ και του συγκεκριμένου ατόμου.

Το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών σε γενικές γραμμές συρρικνώνεται σημαντικά όταν η σχετική εταιρεία διαχείρισης ή ο σχετικός ΟΣΕΚΑ παρουσιάζει υποτονικές ή αρνητικές χρηματοοικονομικές επιδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις τρέχουσες αποδοχές όσο και τις μειώσεις σε ποσά που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί, μεταξύ άλλων μέσω αρνητικού μπόνους (μάλους) ή διατάξεων περί επιστροφής ποσών·

ιστ)    η συνταξιοδοτική πολιτική είναι σύμφωνη προς την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εταιρείας διαχείρισης και των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζεται.

Εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την εταιρεία διαχείρισης πριν από τη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την εταιρεία διαχείρισης για χρονικό διάστημα πέντε ετών με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ιγ). Στη περίπτωση υπαλλήλου που φθάνει στη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ιγ), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης·

ιζ)      το προσωπικό υποχρεούται να μην χρησιμοποιεί προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη ώστε να καταστρατηγούνται οι περιλαμβανόμενοι στις ρυθμίσεις περί αποδοχών μηχανισμοί ευθυγράμμισης με τον κίνδυνο·

ιη)     οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω φορέων (τύπου ειδικού σκοπού) ή μεθόδων που διευκολύνουν την αποφυγή των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.

2. Οι αρχές της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε οιαδήποτε αμοιβή καταβάλλουν οι εταιρείες διαχείρισης και σε οιαδήποτε μεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών των ΟΣΕΚΑ προς όφελος εκείνων των κατηγοριών υπαλλήλων, που περιλαμβάνουν ανώτερα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους και που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, και οιονδήποτε υπάλληλο ο οποίος λαμβάνει συνολική αμοιβή που εμπίπτει στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου τους ή στο προφίλ κινδύνου των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται.

3. Οι εταιρείες διαχείρισης που είναι σημαντικές από την άποψη του μεγέθους τους ή του μεγέθους των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται, της εσωτερικής τους οργάνωσης και της φύσης, του πεδίου και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συγκροτούν μια επιτροπή αποδοχών. Η επιτροπή αποδοχών συγκροτείται κατά τρόπο που της επιτρέπει να εκφέρει εμπεριστατωμένη και ανεξάρτητη κρίση για τις πολιτικές και τις πρακτικές σε θέματα αποδοχών και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση κινδύνων.

Η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προπαρασκευή αποφάσεων που αφορούν τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν επιπτώσεις αφορά στους κινδύνους και τη διαχείριση κινδύνων των συγκεκριμένων εταιρειών διαχείρισης ή ΟΣΕΚΑ, και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των εποπτικών του λειτουργιών. Της επιτροπής αποδοχών προεδρεύει ένα μέλος του διοικητικού οργάνου που δεν ασκεί εκτελεστικές λειτουργίες στη συγκεκριμένη εταιρεία διαχείρισης. Τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν καμία εκτελεστική λειτουργία στη συγκεκριμένη εταιρεία διαχείρισης.

_______

(*)     ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12.

(**)   ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22.»

(2) Στο άρθρο 20 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) την κατά το άρθρο 22 παράγραφος 2 γραπτή σύμβαση με τον θεματοφύλακα· και

(3) Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

1. Η εταιρεία επενδύσεων και, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, η εταιρεία διαχείρισης μεριμνούν για τον ορισμό ενός μόνον θεματοφύλακα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

2. Ο ορισμός του θεματοφύλακα λαμβάνει τη μορφή γραπτής σύμβασης.

Η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει κανόνες που ρυθμίζουν τη ροή των πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου ο θεματοφύλακας να επιτελέσει τις λειτουργίες του έναντι του ΟΣΕΚΑ για τις οποίες ορίστηκε θεματοφύλακας, όπως καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και σε άλλες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που διέπουν τους θεματοφύλακες στο κράτος μέλος καταγωγής του ΟΣΕΚΑ.

3. Ο θεματοφύλακας:

α)      εξασφαλίζει ότι η πώληση, η έκδοση, η επαναγορά, η εξαγορά και η ακύρωση μεριδίων του ΟΣΕΚΑ πραγματοποιούνται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου·

β)      εξασφαλίζει ότι ο υπολογισμός της αξίας των μεριδίων του ΟΣΕΚΑ γίνεται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου·

γ)       εκτελεί τις εντολές της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων, εκτός αν είναι αντίθετες προς το ισχύον εθνικό δίκαιο ή τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου·

δ)      εξασφαλίζει ότι, κατά τις συναλλαγές που αφορούν τα στοιχεία ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ, τού καταβάλλεται το αντίτιμο μέσα στις συνήθεις προθεσμίες·

ε)       εξασφαλίζει ότι τα κέρδη του ΟΣΕΚΑ διατίθενται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του αμοιβαίου κεφαλαίου.

4. Ο θεματοφύλακας εξασφαλίζει την κατάλληλη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΣΕΚΑ, και ειδικότερα ότι όλες οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από επενδυτές ή για λογαριασμό επενδυτών κατά την εγγραφή μεριδίων του ΟΣΕΚΑ έχουν εισπραχθεί και ότι όλα τα μετρητά του ΟΣΕΚΑ καταχωρίζονται σε λογαριασμούς μετρητών οι οποίοι πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      ανοίγονται στο όνομα του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ·

β)      ανοίγονται σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) της οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής(*)· και

γ)       τηρούνται σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ.

Εάν οι λογαριασμοί μετρητών ανοίγονται στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, δεν μπορούν να καταχωρίζονται στους λογαριασμούς αυτούς μετρητά της οντότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ούτε μετρητά που ανήκουν στον θεματοφύλακα.

5. Η φύλαξη των στοιχείων του ενεργητικού ενός ΟΣΕΚΑ ανατίθεται σε θεματοφύλακα ως εξής:

α)      για χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να τεθούν σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας:

i)        θέτει σε θεματοφυλακή όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων, ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα, καθώς και όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα·

ii)       εξασφαλίζει ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων, ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα, καταχωρίζονται πράγματι στα βιβλία του θεματοφύλακα σε χωριστούς λογαριασμούς, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, οι οποίοι ανοίγονται στο όνομα του ΟΣΕΚΑ ή στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, ούτως ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναγνωριστούν με σαφή τρόπο ως ανήκοντα στον ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία·

β)      για άλλα στοιχεία ενεργητικού, ο θεματοφύλακας:

i)        επαληθεύει ότι τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού βρίσκονται στην κυριότητα του ΟΣΕΚΑ ή της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, προβαίνοντας σε εκτίμηση του κατά πόσον ο ΟΣΕΚΑ ή η εταιρεία διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ έχει την κυριότητα· η εκτίμηση βασίζεται σε πληροφορίες ή έγγραφα που παρέχει ο ΟΣΕΚΑ ή η εταιρεία διαχείρισης και, όποτε είναι διαθέσιμες, σε εξωτερικές αποδείξεις·

ii)       τηρεί αρχείο των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού για τα οποία έχει βεβαιωθεί ότι βρίσκονται στην κυριότητα του ΟΣΕΚΑ ή της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, το οποίο και έχει πάντοτε ενημερωμένο.

6. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του θεματοφύλακα, τα στοιχεία ενεργητικού ενός ΟΣΕΚΑ που φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα να μην είναι διαθέσιμα προς διανομή μεταξύ των πιστωτών του θεματοφύλακα ή προς ρευστοποίηση επ’ ωφελεία τους.

7. Ο θεματοφύλακας δεν αναθέτει σε τρίτους τις λειτουργίες του που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4.

Ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει σε τρίτους τις λειτουργίες που αναφέρονται στην παράγραφο 5, μόνον εφόσον:

α)      τα καθήκοντα αυτά δεν ανατίθενται με σκοπό την παράκαμψη των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας·

β)      ο θεματοφύλακας μπορεί να αποδείξει ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την ανάθεση αυτή·

γ)       ο θεματοφύλακας έχει επιδείξει κάθε δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια για την επιλογή και τον ορισμό κάθε τρίτου στον οποίο προτίθεται να αναθέσει μέρος των καθηκόντων του, και συνεχίζει να επιδεικνύει κάθε δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια για την περιοδική επανεξέταση και τον συνεχή έλεγχο κάθε τρίτου στον οποίο έχει αναθέσει μέρος των καθηκόντων του, καθώς και των ρυθμίσεων στις οποίες έχει προβεί ο τρίτος σε σχέση με τα θέματα που του έχουν ανατεθεί.

Οι λειτουργίες που αναφέρονται στην παράγραφο 5 μπορούν να ανατίθενται από τον θεματοφύλακα μόνον σε τρίτο ο οποίος, ανά πάσα στιγμή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί:

α)      διαθέτει τις δομές και την πείρα που είναι κατάλληλες και ανάλογες προς τη φύση και την πολυπλοκότητα των στοιχείων ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ, ή της εταιρείας διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ, τα οποία του έχουν ανατεθεί·

β)      όσον αφορά την ανάθεση καθηκόντων θεματοφυλακής, που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο α), υπόκειται σε αποτελεσματικούς κανόνες προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, και σε έλεγχο στη σχετική δικαιοδοσία·

γ)       όσον αφορά την ανάθεση καθηκόντων θεματοφυλακής, που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο α), υπόκειται σε εξωτερικό περιοδικό έλεγχο, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι στην κατοχή του·

δ)      διαχωρίζει τα στοιχεία ενεργητικού των πελατών του θεματοφύλακα από τα δικά του και από τα στοιχεία ενεργητικού του θεματοφύλακα, ούτως ώστε να μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να αναγνωριστούν ως ανήκοντα σε πελάτες ενός συγκεκριμένου θεματοφύλακα·

ε)       σε περίπτωση αφερεγγυότητας του τρίτου, τα στοιχεία ενεργητικού ενός ΟΣΕΚΑ που φυλάσσονται από τον τρίτο δεν είναι διαθέσιμα προς διανομή μεταξύ των πιστωτών του τρίτου ή προς ρευστοποίηση επ’ ωφελεία τους·

στ)     συμμορφώνεται προς τις γενικές υποχρεώσεις και απαγορεύσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 5 και στο άρθρο 25.

Παρά το στοιχείο β) του τρίτου εδαφίου, εάν το δίκαιο τρίτης χώρας απαιτεί να τίθενται ορισμένα χρηματοπιστωτικά μέσα σε θεματοφυλακή από τοπική οντότητα και δεν υπάρχουν τοπικές οντότητες ανταποκρινόμενες στις κατά το εν λόγω στοιχείο απαιτήσεις για την ανάθεση, ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τις λειτουργίες του σε τέτοια τοπική οντότητα, μόνον στον βαθμό που απαιτείται από τη νομοθεσία της τρίτης χώρας και μόνον εφόσον δεν υπάρχουν τοπικές οντότητες που πληρούν τις απαιτήσεις για ανάθεση, καθώς και μόνον εφόσον:

α)      οι επενδυτές του σχετικού ΟΣΕΚΑ έχουν ενημερωθεί δεόντως για την εν λόγω ανάθεση, η οποία απαιτείται λόγω νομικών περιορισμών που επιβάλλει η νομοθεσία της τρίτης χώρας, και για τις περιστάσεις που δικαιολογούν την ανάθεση, πριν από την επένδυσή τους·

β)      ο ΟΣΕΚΑ ή εταιρεία διαχείρισης εξ ονόματος του ΟΣΕΚΑ παρήγγειλε στον θεματοφύλακα να αναθέσει τη θεματοφυλακή των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων σε τοπική οντότητα.

Ο τρίτος μπορεί, με τη σειρά του, να αναθέσει υπεργολαβικά τις λειτουργίες αυτές, με την προϋπόθεση της τήρησης των ιδίων όρων. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, το άρθρο 24 παράγραφος 2 στα αντίστοιχα μέρη.

Για τους σκοπούς του πρώτου έως του πέμπτου εδαφίου, η παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(**) από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζεται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ, ή η παροχή παρόμοιων υπηρεσιών από συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τρίτων χωρών δεν θεωρείται ανάθεση λειτουργιών θεματοφυλακής.

_________

(*) ΕΕ L 241 της 2.9.2006, σ. 26.

(**) ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45.»

(4) Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)      Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ο θεματοφύλακας είναι:

α)      πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ·

β)      επιχείρηση επενδύσεων, που υπόκειται σε απαιτήσεις επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους, και που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ και παρέχει επίσης την παρεπόμενη υπηρεσία φύλαξης και διαχείρισης χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα Β σημείο 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν, σε κάθε περίπτωση, ίδια κεφάλαια όχι λιγότερα από το ποσό του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

Οι εταιρείες επενδύσεων ή οι εταιρείες διαχείρισης που ενεργούν για λογαριασμό των ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται, οι οποίες, πριν από [ημερομηνία: προθεσμία μεταφοράς που καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο], έχουν ορίσει ως θεματοφύλακα ίδρυμα που δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου, ορίζουν θεματοφύλακα που πληροί τις απαιτήσεις αυτές πριν από [ημερομηνία: 1 έτος μετά την προθεσμία που καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο].»

β)      Οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 απαλείφονται.

(5) Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 24

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο θεματοφύλακας να ευθύνεται έναντι του ΟΣΕΚΑ και των μεριδιούχων του ΟΣΕΚΑ, για την απώλεια, από τον θεματοφύλακα ή από τρίτον στον οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή τους, χρηματοπιστωτικών μέσων που τελούν υπό θεματοφυλακή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο α).

Σε περίπτωση απώλειας χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει τεθεί σε θεματοφυλακή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο θεματοφύλακας να επιστρέφει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χρηματοπιστωτικό μέσο του ιδίου είδους, ή το αντίστοιχο ποσό, στον ΟΣΕΚΑ ή στην εταιρεία διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ. Ο θεματοφύλακας δεν υπέχει ευθύνη, εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απώλεια οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός που ευλόγως εκφεύγει των δυνατοτήτων ελέγχου του, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες περί του αντιθέτου.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο θεματοφύλακας να ευθύνεται επίσης έναντι του ΟΣΕΚΑ και των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ για οιεσδήποτε άλλες ζημίες υποστούν ως αποτέλεσμα της εκ προθέσεως ή εξ αμελείας μη ορθής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2. Η ευθύνη του θεματοφύλακα δεν επηρεάζεται από οιαδήποτε ανάθεση που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 7.

3. Η ευθύνη του θεματοφύλακα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν αποκλείεται ούτε περιορίζεται βάσει συμφωνίας.

4. Κάθε συμφωνία που αντίκειται στη διάταξη της παραγράφου 3 είναι άκυρη.

5. Οι μεριδιούχοι του ΟΣΕΚΑ δύνανται να επικαλούνται την ευθύνη του θεματοφύλακα άμεσα ή έμμεσα μέσω της εταιρείας διαχείρισης.»

(6) Στο άρθρο 25, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων λειτουργιών τους, η εταιρεία διαχείρισης και ο θεματοφύλακας ενεργούν με έντιμο και θεμιτό τρόπο, με επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και προς το συμφέρον του ΟΣΕΚΑ και των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ.

Ο θεματοφύλακας δεν προβαίνει σε ενέργειες σε σχέση με τον ΟΣΕΚΑ ή με την εταιρεία διαχείρισης για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ΟΣΕΚΑ, των επενδυτών του ΟΣΕΚΑ, της εταιρείας διαχείρισης και αυτού του ιδίου, εκτός αν έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την επιτέλεση των καθηκόντων του θεματοφύλακα από τα άλλα καθήκοντά του, που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων, και εφόσον έχει προσδιορίσει, διαχειριστεί, παρακολουθήσει και γνωστοποιήσει κατάλληλα στους επενδυτές του ΟΣΕΚΑ τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.»

(7) Το άρθρο 26 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 26

1. Ο νόμος ή ο κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου καθορίζουν τους όρους αντικατάστασης της εταιρείας διαχείρισης και του θεματοφύλακα και θέτουν τους κανόνες με τους οποίους εξασφαλίζεται η προστασία των μεριδιούχων κατά την αντικατάσταση αυτή.

2. Ο νόμος ή τα καταστατικά έγγραφα της εταιρείας επενδύσεων καθορίζουν τους όρους αντικατάστασης της εταιρείας διαχείρισης και του θεματοφύλακα και θέτουν τους κανόνες με τους οποίους εξασφαλίζεται η προστασία των μεριδιούχων κατά την αντικατάσταση αυτή.

(8) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 26α και 26β:

«Άρθρο 26α

Κατόπιν αιτήματος, ο θεματοφύλακας θέτει στη διάθεση των αρμοδίων αρχών του, των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης και των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ όλες τις πληροφορίες που απέκτησε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων του και οι οποίες είναι ενδεχομένως αναγκαίες προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να εκτελούν τα καθήκοντά τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 26β

1.           Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 112 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των άρθρων 112α και 112β, μέτρα που καθορίζουν:

α)      τα στοιχεία που χρειάζεται να περιλαμβάνονται στη γραπτή σύμβαση που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2·

β)      τους όρους άσκησης των λειτουργιών του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφοι 3, 4 και 5, στους οποίους περιλαμβάνονται:

i)        ο τύπος των χρηματοπιστωτικών μέσων που θα εντάσσονται στο πεδίο των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο α)·

ii)       οι προϋποθέσεις υπό τους οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα θεματοφυλακής χρηματοπιστωτικών μέσων καταχωρισμένων σε κεντρικό αποθετήριο·

iii)      οι προϋποθέσεις υπό τους οποίες ο θεματοφύλακας θα φυλάσσει, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 στοιχείο β), τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδόθηκαν ονομαστικά και καταχωρίστηκαν σε εκδότη ή φορέα τήρησης μητρώου·

γ)       τα καθήκοντα δέουσας επιμέλειας του θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)·

δ)      την υποχρέωση διαχωρισμού που ορίζεται στο άρθρο 22 παράγραφος 7 τρίτο εδάφιο στοιχείο δ)·

ε)       τις προϋποθέσεις και τις περιστάσεις υπό τους οποίες τα υπό θεματοφυλακή χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει να θεωρούνται απολεσθέντα για τους σκοπούς του άρθρου 24·

στ)     την έννοια των εξωτερικών γεγονότων που ευλόγως εκφεύγουν των δυνατοτήτων ελέγχου, οι συνέπειες του οποίων θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες περί του αντιθέτου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1.»

(9) Στο άρθρο 30, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα άρθρα 13, 14, 14α και 14β εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών στις εταιρείες επενδύσεων που δεν έχουν ορίσει εταιρεία διαχείρισης εγκεκριμένη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.»

(10) Το τμήμα 3 του κεφαλαίου V απαλείφεται.

(11) Στο άρθρο 69 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο:

«Η ετήσια έκθεση περιέχει επίσης τα εξής:

α)      το συνολικό ύψος των αποδοχών για το οικονομικό έτος, με διάκριση μεταξύ πάγιων και μεταβλητών αποδοχών που καταβάλλει η εταιρεία διαχείρισης και η εταιρεία επενδύσεων στο προσωπικό της, και τον αριθμό των δικαιούχων και, κατά περίπτωση, τη συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας που καταβάλλεται από τον ΟΣΕΚΑ·

β)      το συνολικό ύψος των αποδοχών ανά ανώτερο διοικητικό στέλεχος και μέλος του προσωπικού της εταιρείας διαχείρισης και, ανάλογα με την περίπτωση, της εταιρείας επενδύσεων, των οποίων οι ενέργειες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ΟΣΕΚΑ.»

(12) Το άρθρο 98 τροποποιείται ως εξής:

α)      Στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) απαίτηση κάθε υπάρχουσας καταγραφής στοιχείων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή δεδομένων κίνησης, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*), που βρίσκονται στην κατοχή ΟΣΕΚΑ, εταιρειών διαχείρισης, εταιρειών επενδύσεων ή θεματοφυλάκων, όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι τα εν λόγω στοιχεία που σχετίζονται με το αντικείμενο της διερεύνησης μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παραβίαση, από ΟΣΕΚΑ, εταιρείες διαχείρισης, εταιρείες επενδύσεων ή θεματοφύλακες, των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν το περιεχόμενο της επικοινωνίας με την οποία σχετίζονται.

_________

(*)        ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.»

β)      Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Εάν ένα αίτημα για την παροχή καταγεγραμμένων στοιχείων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή δεδομένων κίνησης, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ), προϋποθέτει την έγκριση δικαστικής αρχής σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες, υποβάλλεται σχετικό αίτημα. Αίτημα έγκρισης μπορεί να υποβάλλεται επίσης και ως προληπτικό μέτρο.»

(13) Το άρθρο 99 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 99

1. Σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οικείες αρμόδιες αρχές τους να μπορούν να προβαίνουν σε επιβολή διοικητικών κυρώσεων και μέτρων, και διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις και τα μέτρα είναι αποτελεσματικές/ά, αναλογικές/ά και αποτρεπτικές/ά.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όπου ισχύουν υποχρεώσεις των ΟΣΕΚΑ, εταιρειών διαχείρισης, εταιρειών επενδύσεων ή θεματοφυλάκων, σε περίπτωση παράβασης μπορούν να επιβάλλονται κυρώσεις στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε οιαδήποτε άλλα φυσικά πρόσωπα φέρουν ευθύνη για την παράβαση βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

3. Στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι ανακριτικές εξουσίες που είναι αναγκαίες για την επιτέλεση των καθηκόντων τους. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά ώστε να διασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις ή τα μέτρα έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και συντονίζουν τη δράση τους όταν ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις.»

(14) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 99α, 99β, 99γ, 99δ και 99ε:

«Άρθρο 99α

1. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται όταν:

α)      οι δραστηριότητες ενός ΟΣΕΚΑ ασκούνται χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση του άρθρου 5·

β)      οι δραστηριότητες μιας εταιρείας διαχείρισης αναλαμβάνονται χωρίς προηγούμενη άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 6·

γ)       οι δραστηριότητες μιας εταιρείας επενδύσεων αναλαμβάνονται χωρίς προηγούμενη άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 27·

δ)      αποκτάται, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε εταιρεία διαχείρισης ή αυξάνεται περαιτέρω η ειδική συμμετοχή σε εταιρεία διαχείρισης, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχεται να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20%, του 30% ή του 50% ή ώστε η εταιρεία διαχείρισης να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αγοραστή (εφεξής «προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), χωρίς ο αγοραστής να απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στις εποπτικές αρχές της εταιρείας διαχείρισης, στην οποία επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να την αυξήσει, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

ε)       διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε εταιρεία διαχείρισης ή μειώνεται προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχεται να μειωθεί σε λιγότερο από 20%, 30% ή 50% ή προκειμένου η εταιρεία διαχείρισης να παύσει να είναι θυγατρική, χωρίς να απευθυνθεί κοινοποίηση εγγράφως στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

στ)     εταιρεία διαχείρισης αποκτά άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο β)·

ζ)       εταιρεία επενδύσεων αποκτά άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 29 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

η)      εταιρεία διαχείρισης, μόλις ενημερωθεί για αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό της, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 10 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, δεν γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές τις εν λόγω αποκτήσεις ή εκποιήσεις, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

θ)      εταιρεία διαχείρισης δεν γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, τα ονόματα των μετόχων και εταίρων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 1·

ι)       εταιρεία διαχείρισης δεν συμμορφώνεται με διαδικασίες και ρυθμίσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

ια)     εταιρεία διαχείρισης δεν συμμορφώνεται με απαιτήσεις σε επίπεδο δομής και οργάνωσης που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

ιβ)     εταιρεία επενδύσεων δεν συμμορφώνεται με διαδικασίες και ρυθμίσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 31·

ιγ)      εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων δεν συμμορφώνεται με απαιτήσεις σχετικά με την ανάθεση λειτουργιών της σε τρίτους, που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 και 30·

ιδ)     εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων δεν συμμορφώνεται με κανόνες δεοντολογίας που επιβάλλονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 14 και 30·

ιε)      θεματοφύλακας δεν εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφοι 3 έως 7·

ιστ)    εταιρεία επενδύσεων ή, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, εταιρεία διαχείρισης επανειλημμένως δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της σχετικά με τις επενδυτικές πολιτικές των ΟΣΕΚΑ, τις οποίες προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του κεφαλαίου VII·

ιζ)      εταιρεία διαχείρισης ή εταιρεία επενδύσεων δεν χρησιμοποιεί διαδικασία διαχείρισης των κινδύνων ή διαδικασία για την ακριβή και αμερόληπτη αποτίμηση της αξίας των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, όπως προβλέπεται στις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 51 παράγραφος 1·

ιη)     εταιρεία επενδύσεων ή, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, εταιρεία διαχείρισης επανειλημμένως δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της σχετικά με την πληροφόρηση που πρέπει να παρέχεται στους επενδυτές, τις οποίες προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 68 έως 82·

ιθ)     εταιρεία επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης που προβαίνει στη διάθεση μεριδίων ενός ΟΣΕΚΑ τον οποίο διαχειρίζεται σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του ΟΣΕΚΑ, δεν συμμορφώνεται με την απαίτηση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 1.

2.       Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)      δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παραβίασης·

β)      έκδοση διαταγής προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της·

γ)       σε περίπτωση εταιρείας διαχείρισης ή ΟΣΕΚΑ, ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας διαχείρισης ή του ΟΣΕΚΑ·

δ)      επιβολή προσωρινής απαγόρευσης κατά οιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου της εταιρείας διαχείρισης ή της εταιρείας επενδύσεων ή κάθε άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου να ασκεί καθήκοντα σε αυτές τις εταιρείες·

ε)       σε περίπτωση νομικού προσώπου, επιβολή διοικητικών χρηματικών προστίμων μέχρι και 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση· όταν το νομικό πρόσωπο είναι θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση·

στ)     σε περίπτωση φυσικού προσώπου, επιβολή διοικητικών χρηματικών προστίμων έως του ποσού των 5 000 000 ευρώ ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, της αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα κατά την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της παρούσας οδηγίας·

ζ)       επιβολή διοικητικών χρηματικών προστίμων μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου αυτά δύνανται να προσδιοριστούν.

Άρθρο 99β

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οιεσδήποτε κυρώσεις ή οιαδήποτε μέτρα επιβάλλονται λόγω παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβάνοντας πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα των προσώπων που ευθύνονται για αυτήν, εκτός αν η εν λόγω δημοσιοποίηση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σε περίπτωση που η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν ανώνυμα τις κυρώσεις ή τα μέτρα που επιβλήθηκαν.

Άρθρο 99γ

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται:

α)      η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης·

β)      ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου·

γ)       η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου·

δ)      η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν·

ε)       ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή·

στ)     προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου.

2. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με το είδος των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων και το ύψος των διοικητικών χρηματικών προστίμων.

Άρθρο 99δ

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την ενθάρρυνση των καταγγελιών προς τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

2. Οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)      ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών για παραβάσεις και την επακόλουθη συνέχεια·

β)      κατάλληλη προστασία για εργαζομένους εταιρειών επενδύσεων και εταιρειών διαχείρισης που καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός της εταιρείας·

γ)       προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει τις παραβάσεις, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε παράβαση, σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*).

3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εταιρείες να καθιερώνουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοί τους να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού διαύλου.

Άρθρο 99ε

1. Τα κράτη μέλη παρέχουν ετησίως στην ΕΑΚΑΑ συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με όλα τα μέτρα ή τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 99. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια έκθεσή της.

2. Όταν η αρμόδια αρχή ανακοινώνει δημοσίως ένα μέτρο ή μια κύρωση, ενημερώνει επίσης και την ΕΑΚΑΑ σχετικά με το εν λόγω μέτρο ή κύρωση. Εάν ένα δημοσιοποιημένο μέτρο ή κύρωση αφορά εταιρεία διαχείρισης, η ΕΑΚΑΑ προσθέτει στον κατάλογο των εταιρειών διαχείρισης, που δημοσιεύεται βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 1, παραπομπή στο εν λόγω δημοσιοποιημένο μέτρο ή κύρωση.

3. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τις διαδικασίες και τα έντυπα για την υποβολή των πληροφοριών, όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή, το αργότερο έως [εισαγωγή ημερομηνίας].»

________

(*)     ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.»

(15) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 104α:

«Άρθρο 104α

1. Το κράτος μέλος εφαρμόζει την οδηγία 95/46/ΕΚ κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο κράτος μέλος δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

2. Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από την ΕΑΚΑΑ δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*).

________

(*)     ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.»

(16) Στο άρθρο 112, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η εξουσία εκδόσεως κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά τα άρθρα 12, 14, 43, 51, 60, 61, 62, 64, 75, 78, 81, 95 και 111 ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από τις 4 Ιανουαρίου 2011. Η εξουσία εκδόσεως κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 50α ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από τις 21 Ιουλίου 2011. Η εξουσία εκδόσεως κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 26β ανατίθεται στην Επιτροπή για τέσσερα έτη από […]. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της ανατέθηκαν το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της τετραετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται αυτομάτως για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσει σύμφωνα με το άρθρο 112α.»

(17) Στο άρθρο 112α, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στα άρθρα 12, 14, 26β, 43, 50α, 51, 60, 61, 62, 64, 75, 78, 81, 95 και 111 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο.»

(18) Το παράρτημα I τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

1.           Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο την […]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Εφαρμόζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από […].

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.           Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παράρτημα I, στο σχέδιο Α, το στοιχείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Πληροφορίες σχετικά με τον θεματοφύλακα:

2.1. Στοιχεία ταυτοποίησης του θεματοφύλακα του ΟΣΕΚΑ και περιγραφή των καθηκόντων του·

2.2. Περιγραφή κάθε λειτουργίας φύλαξης που ανατίθεται από τον θεματοφύλακα, στοιχεία ταυτοποίησης του αναδόχου και αναφορά τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων που μπορεί να ανακύψουν από την ανάθεση.»

[1]               Μία από τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης ήταν η χρεοκοπία της Lehman Brothers International Europe, της εγκατεστημένης στο Ηνωμένο Βασίλειο εταιρείας της Lehman που κατέρρευσε το 2008. Στην εταιρεία αυτή είχε ανατεθεί υπό την ιδιότητα του υποθεματοφύλακα η φύλαξη στοιχείων ενεργητικού ορισμένων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (αν και επρόκειτο για αμοιβαία κεφάλαια που δεν είχαν τη μορφή ΟΣΕΚΑ, το ρυθμιστικό πλαίσιο ήταν παρόμοιο με εκείνο για τους ΟΣΕΚΑ από την άποψη των κανόνων που διέπουν τους θεματοφύλακες).

[2]               COM(2010) 716 τελικό.

[3]               Διατίθεται στη διεύθυνση:   http://ec.europa.eu/internal_market/consultations/docs/2009/ucits/feedback_statement_en.pdf.

[4]               Κατηγορίες ερωτηθέντων: εταιρείες και αντίστοιχες κλαδικές ενώσεις (46), δημόσιες αρχές κρατών μελών (11) και ενώσεις καταναλωτών (1).

[5]               Οι δύο δημόσιες διαβουλεύσεις διατίθενται αντίστοιχα στις διευθύνσεις:  http://ec.europa.eu/internal_market/consultations/docs/2009/ucits/consultation_paper_en.pdf και   http://ec.europa.eu/internal_market/consultations/docs/2010/ucits/consultation_paper_en.pdf.

[6]               Μεταξύ άλλων, μέσα χρηματαγοράς, αμοιβαία κεφάλαια που βασίζονται σε χρηματιστηριακό δείκτη, όπως διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφαλαία (ETF) αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια (fund of funds), παράγωγα (συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης, συμβόλαια ανταλλαγής, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης/προθεσμιακά συμβόλαια) ή άλλα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Βλ. οδηγία 2007/16/ΕΚ στη διεύθυνση:   http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2007:079:0011:0019:EL:PDF.

[7]               ΕΕ C της , σ.

[8]               ΕΕ C της , σ.

[9]               ΕΕ L 302 της17.11.2009, σ. 32.

[10]             ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22.

[11]             ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.

[12]             ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12.

[13]             ΕΕ L 241 της 2.9.2006, σ. 26.

[14]             ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1.

[15]             ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45.

[16]             ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22.

[17]             COM(2010) 716 τελικό.

[18]             ΕΕ C 369της 17.12.2011, σ. 14.