15.1.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 11/3


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η συμμετοχή των οργανώσεων καταναλωτών στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2013/C 11/02

Εισηγητής: ο κ. Bernardo Hernández BATALLER

Στις 19 Ιανουαρίου 2012, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

Η συμμετοχή των οργανώσεων καταναλωτών στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 30 Αυγούστου 2012.

Κατά την 484η σύνοδο ολομέλειας, της 14ης και 15ης Νοεμβρίου 2012 (συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 2012), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 141 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Στη σημερινή συγκυρία, όπου τα αναπτυξιακά επίπεδα που γνωρίσαμε στο παρελθόν θα αργήσουν να επαναληφθούν, έχει ουσιώδη σημασία να τεθεί ο καταναλωτής στο επίκεντρο των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών της Ένωσης, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρώπη 2020 – Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη». Είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος που διαδραματίζουν στην αγορά οι ανεξάρτητες και ισχυρές οργανώσεις καταναλωτών, στις οποίες πρέπει να εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι ανθρώπινοι, υλικοί και τεχνικοί πόροι για την εκπλήρωση της αποστολής τους, που είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των καταναλωτών.

1.2

Το δικαίωμα των καταναλωτών να οργανώνονται για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους αναγνωρίζεται στο πρωτογενές δίκαιο στο άρθρο 169 της ΣΛΕΕ, το οποίο κατοχυρώνει νομικά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ότι οι οργανώσεις καταναλωτών διαδραματίζουν αναντικατάστατο ρόλο στην εξασφάλιση της εμπιστοσύνης και της ανάπτυξης της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

1.3

Με την επιφύλαξη του σεβασμού της αρχής της επικουρικότητας, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να αναλάβει την πρωτοβουλία να προσδιορίσει ελάχιστα κοινά δικαιώματα για τις οργανώσεις καταναλωτών και για τα δικαιώματα που πρέπει να τους αναγνωρίζονται, μεταξύ των οποίων ιδίως: το δικαίωμα διαβούλευσης και ακρόασης μέσω εκπροσώπησης, τον νομικό ή/και διοικητικό προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των καταναλωτών, μέσω προκαταρκτικής ακρόασης και διαβούλευσης σχετικά με μέτρα που θίγουν δικαιώματα ή συμφέροντα νομικά κατοχυρωμένα, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και το δικαίωμα συμμετοχής στη νομοθετική ρύθμιση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

1.4

Οι πάροχοι υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος μοιράζονται την ίδια ενιαία βάση καταναλωτών των υπηρεσιών αυτών, στην οποία περιλαμβάνονται και πολλοί ευάλωτοι καταναλωτές. Το γεγονός αυτό επιβάλλει τη στενή παρακολούθηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε αγοράς (του φυσικού αερίου, της ύδρευσης, της ηλεκτρικής ενέργειας κλπ.), χωρίς ωστόσο να χάνεται η ολοκληρωμένη θεώρηση όλων αυτών των υπηρεσιών, λόγω του αντικτύπου που συνολικά μπορούν να έχουν στην ποιότητα ζωής και στον προϋπολογισμό των οικογενειών. Οι οργανώσεις καταναλωτών είναι ιδιαίτερα κατάλληλες να αναλάβουν αυτό το έργο. Θα πρέπει να θεσπιστεί για τις πλημμελείς υπηρεσίες ένα σύστημα ανάλογο μ’ αυτό που ισχύει για τα ελαττωματικά προϊόντα (RAPEX), ώστε να μπορούν οι οργανώσεις καταναλωτών να προειδοποιούν, μέσω δικτύου, τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων υπηρεσιών.

1.5

Υπάρχει τεράστια ανομοιογένεια μεταξύ των οργανώσεων καταναλωτών ως προς την πρόσβαση στην πληροφόρηση και την εξειδικευμένη γνώση της λειτουργίας των αγορών των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά τον τρόπο καθορισμού των τιμών, των αρχών και των στοιχείων που διαμορφώνουν την πρόσβαση στα δίκτυα και τον αντίκτυπό τους στους καταναλωτές, δεδομένου ότι το θέμα της ρύθμισης είναι πολύ τεχνικό και πολύπλοκο, παρότι, αναμφισβήτητα, ενδιαφέρον για τους καταναλωτές και για τις αντιπροσωπευτικές τους οργανώσεις.

1.6

Κατά κανόνα, οι καταναλωτές δυσκολεύονται περισσότερο να συγκρίνουν τις υπηρεσίες από ό,τι τα προϊόντα. Η σύγκριση αυτή είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Στις υπηρεσίες αυτές, όχι μόνο παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία οι όροι των συμβάσεων, όπως π.χ. η μέθοδος καθορισμού των τιμών, αλλά, επιπλέον, οι ρυθμιστικοί οργανισμοί πρέπει να εξηγούν επαρκώς και τα υπόλοιπα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη σύμβαση, πέραν της υπηρεσίας αυτής καθαυτήν, να τα συζητούν με τις οργανώσεις εκπροσώπησης των συμφερόντων των καταναλωτών και να βεβαιώνονται ότι τα έχουν κατανοήσει.

1.7

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προτρέψει τα κράτη μέλη και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να προωθούν τη διαφάνεια, την πληροφόρηση και τη λήψη αποφάσεων, προάγοντας τον προβληματισμό σχετικά με τα αντικρουόμενα συμφέροντα (προσφορά και ζήτηση, ήτοι ρυθμιζόμενοι οικονομικοί τομείς και καταναλωτές) και υποστηρίζοντας τη θετική διάκριση υπέρ των οργανώσεων που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν επί ίσοις όροις με τους οικονομικούς φορείς στα βήματα συζητήσεων και στα συμβουλευτικά όργανα των ρυθμιστικών αρχών και να εξασφαλιστεί έτσι η ενδυνάμωση αυτών των οργανώσεων και, μέσω αυτής, η ενίσχυση της θέσης των ίδιων των καταναλωτών.

2.   Εισαγωγή

2.1

Με την παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας, η ΕΟΚΕ, ως ευρωπαϊκό όργανο που προσφέρει βήμα στην οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, επιθυμεί να τονίσει την ανάγκη να υιοθετηθεί μια ανθρωπιστική οπτική της ενιαίας αγοράς και να υποστηριχθεί η οικονομική δημοκρατία (1), με όλα όσα αυτό συνεπάγεται, ιδίως σε επίπεδο ακρόασης, συμμετοχής και διαφάνειας κατά τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων για τη ρύθμιση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, για την πρόσβαση στην πληροφόρηση και για τη συμμετοχή, διαβούλευση και εκπροσώπηση των καταναλωτών κατά τη ρύθμιση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων —και εδώ— των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

2.2

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρώπη 2020 – Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη», η οποία επιδιώκει να τοποθετήσει στο επίκεντρο της εσωτερικής αγοράς τους καταναλωτές και την πλήρη άσκηση των δικαιωμάτων τους, οι καταναλωτές πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη ότι οι οργανώσεις τους, εθνικές και ευρωπαϊκές, είναι ικανές να τους προστατεύουν και ότι διαθέτουν τα αναγκαία μέσα, γνώσεις και μηχανισμούς ώστε να ενεργούν για την προστασία τους. Οι κανόνες προς εξασφάλιση του ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς «έχουν ως τελικό σκοπό την ευτυχία του καταναλωτή» (2).

2.3

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι, στη σημερινή συγκυρία, είναι πολύ σημαντικό να τεθεί ο καταναλωτής στο επίκεντρο των πολιτικών της ΕΕ και της οικοδόμησης της ενιαίας αγοράς· για τον σκοπό αυτό, αποτελεί πρώτιστο καθήκον των οργανώσεων καταναλωτών να είναι ανεξάρτητες και ισχυρές. Η ΕΟΚΕ έχει ήδη επισημάνει ότι, για να διατηρηθεί η οικονομική ισορροπία, οι οργανώσεις αυτές πρέπει να είναι ικανές να διαδραματίζουν πλήρως τον ρόλο τους ως αντίβαρου στην αγορά και έχει συστήσει στην Επιτροπή να αυξήσει σημαντικά τη χρηματοδότησή τους, ιδίως για να μπορέσουν να αποκτήσουν τους εξειδικευμένους πόρους που χρειάζονται (3).

2.4

Η ΕΟΚΕ τονίζει και αναγνωρίζει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ κρατών μελών ανακλώνται επίσης στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο ρόλος των οργανώσεων καταναλωτών, στην μορφή οργάνωσής τους, στα μέσα που διαθέτουν, στον βαθμό γνώσεων και ειδίκευσής τους ή ακόμη στο έργο της εκπροσώπησης που καλούνται να επιτελέσουν. Και, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν οργανώσεις ευρωπαϊκής εμβέλειας (π.χ. Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών – ΕΓΕΚ, Ευρωπαϊκή Ένωση για τον Συντονισμό της Εκπροσώπησης των Καταναλωτών στην Τυποποίηση – ANEC), επειδή οι εθνικές οργανώσεις έχουν μεγάλη σημασία για τους καταναλωτές και για την ενιαία αγορά, η ΕΟΚΕ θεωρεί καθοριστικό να αντιμετωπιστούν τα δικά τους προβλήματα σε επίπεδο ΕΕ.

Επίσης, η ΕΟΚΕ προωθεί τη συνεργασία μεταξύ οργανώσεων εκπροσώπησης των επαγγελματιών και οργανώσεων εκπροσώπησης των καταναλωτών, ως εξέχουσα μορφή διαλόγου, χρησιμότατη για την εξεύρεση των πλέον ισορροπημένων λύσεων για την ανάπτυξη της αγοράς, και υποστηρίζει προς τούτο τη δημιουργία βημάτων συζήτησης, σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που να αποβλέπουν στον στόχο αυτόν.

3.   Ευρωπαίοι καταναλωτές – εθνικές αντιπροσωπευτικές οργανώσεις

3.1

Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα έχουν επανειλημμένως αναγνωρίσει τη σημασία που έχει η εμπιστοσύνη των καταναλωτών για την πλήρη εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς. Ήδη από το πρώτο πρόγραμμα για μια πολιτική προστασίας των καταναλωτών, το 1975 (4), στο οποίο τα κράτη μέλη επιβεβαίωναν τη βούλησή τους να εντείνουν τις προσπάθειες υπέρ των καταναλωτών, αναγνωρίζεται ρητώς το δικαίωμα εκπροσώπησης και ακρόασης. Τα μετέπειτα προγράμματα επιβεβαίωναν τους στόχους και τα δικαιώματα που περιλαμβάνονταν σε αυτό, μέχρις ότου εγκρίθηκαν οι αποκαλούμενες «στρατηγικές για την πολιτική καταναλωτών», οι οποίες προβλέπουν επαρκή συμμετοχή των οργανώσεων καταναλωτών στις κοινοτικές πολιτικές, τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και διαδικασίας.

3.2

Σύμφωνα με αυτά τα προγράμματα και τις στρατηγικές, οι καταναλωτές και οι εκπρόσωποί τους έπρεπε να έχουν την ικανότητα και τους απαιτούμενους πόρους για να προστατεύουν τα συμφέροντά τους επί ίσοις όροις με τα άλλα μέρη που συμμετέχουν στην αγορά· προς τούτο, έπρεπε να αναθεωρηθούν οι μηχανισμοί συμμετοχής των οργανώσεων αυτών στη χάραξη των κοινοτικών πολιτικών.

3.3

Ωστόσο, στην τρέχουσα στρατηγική (5), η ενδυνάμωση των ενώσεων καταναλωτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο παύει να αποτελεί κύριο στόχο της πολιτικής για τους καταναλωτές και το ενδιαφέρον εστιάζεται, αντίθετα, στην ενδυνάμωση του καταναλωτικού κινήματος στα κράτη μέλη. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχουν αξιολογηθεί ποτέ, σε επίπεδο ΕΕ, τα αποτελέσματα των στόχων αυτών των στρατηγικών όσον αφορά τη συμμετοχή των καταναλωτών.

3.4

Το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή προώθησαν τα τελευταία χρόνια μια στρατηγική ενδυνάμωσης (empowerment) των καταναλωτών νοούμενων ως άτομα, ευελπιστώντας να επιτύχουν βεβιασμένα την προσδοκώμενη εμπιστοσύνη τους στην εσωτερική αγορά. Για την εφαρμογή της στρατηγικής αυτής, συνέδεσαν την αναθεώρηση του κεκτημένου σε θέματα προστασίας των καταναλωτών με την υποστήριξη της μέγιστης εναρμόνισης σε παραδοσιακούς τομείς της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών, από τη μία πλευρά, ενώ, από την άλλη, ανέπτυξαν στο έπακρο τη θεωρία του μέσου καταναλωτή (6), ως του ανθρώπου «που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (7). Έτσι, η νομιμότητα οικοδομείται πάνω στην πλάνη ότι υπάρχει ένας ιδανικός καταναλωτής, προσεκτικός και ενημερωμένος, ενώ οι στατιστικές αποδεικνύουν ότι αυτός δεν υφίσταται.

3.5

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι πολλοί καταναλωτές πόρρω απέχουν από το να διαδραματίζουν τον ενεργητικό, ενημερωμένο και σταθερό ρόλο που θα απαιτούσε μια ανταγωνιστική και καινοτόμος αγορά. Στην πραγματικότητα, η πλειονότητα των καταναλωτών στην Ευρώπη δεν αισθάνεται να έχει επαρκή εμπιστοσύνη, γνώση και προστασία (8).

3.6

Παράλληλα, όσον αφορά τους καταναλωτές νοούμενους ως σύνολο, η ευρωπαϊκή προσέγγιση υπήρξε πολύ περιορισμένη. Τα επιτεύγματα της ΕΕ σε θέματα αντιπροσωπευτικών οργανώσεων καταναλωτών είναι αρκετά ισχνά. Γι’ αυτό, η ΕΟΚΕ παροτρύνει την Επιτροπή να παρουσιάσει συγκεκριμένη πρόταση για τη συλλογική αγωγή, ένα νομικό μέσο με τεράστια σημασία για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.7

Το δικαίωμα των καταναλωτών να οργανώνονται για την προάσπιση των συμφερόντων τους κατοχυρώνεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης. Ως εκ τούτου, έχει καθοριστική σημασία να αναγνωριστεί, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ότι οι οργανώσεις που εκπροσωπούν τους καταναλωτές διαδραματίζουν απαράμιλλο και αναντικατάστατο ρόλο ως εγγυητές της εμπιστοσύνης και της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς. Υπάρχει, λοιπόν, νομική βάση για την κατοχύρωση ορισμένων βασικών δικαιωμάτων και αρχών, κοινών για όλες τις εθνικές πολιτικές των κρατών μελών, με την επιφύλαξη της αυτονομίας τους ως προς τη συγκεκριμένη διατύπωσή τους.

3.8

Τον Ιανουάριο του 2001, η Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα Καταναλωτών (ΕΣΟΚ) ανέφερε, μεταξύ άλλων, τους εξής κύριους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητο να υπάρχουν ισχυρές οργανώσεις καταναλωτών:

α)

ο αριθμός των ευρωπαϊκών αποφάσεων που έχουν αντίκτυπο στους καταναλωτές σε εθνικό επίπεδο·

β)

το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά όργανα εισακούν όλο και περισσότερο τις ενώσεις καταναλωτών·

γ)

το δικαίωμα ακρόασης των καταναλωτών κατά τη χάραξη των πολιτικών που τους αφορούν·

δ)

οι ανισορροπίες που υπάρχουν μεταξύ εκπροσώπων των επαγγελματιών και εκπροσώπων των καταναλωτών όσον αφορά τα οικονομικά μέσα, που επιτρέπουν στους μεν και στους δε μεγαλύτερη ή μικρότερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, και η επιρροή των ίδιων των ενώσεων (9).

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη τοποθετηθεί σχετικά με τις απαιτήσεις που θα πρέπει να πληρούν οι οργανώσεις καταναλωτών (10) – και επαναλαμβάνει εδώ τις θέσεις της.

3.9

Χωρίς ισχυρές οργανώσεις καταναλωτών, που να είναι ανεξάρτητες από την πολιτική και την οικονομική εξουσία, να συμβάλλουν ενεργά σε μια ελεύθερη και ανταγωνιστική αγορά, να αξιώνουν διαφανή πληροφόρηση και να ενεργούν για την υπεράσπιση των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, θα είναι πιο δύσκολο να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων καταναλωτών.

4.   Δικαιώματα ακρόασης και συμμετοχής σε φορείς ρύθμισης των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος

4.1

Οι οργανώσεις καταναλωτών είναι πολύτιμοι εταίροι για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και την οικοδόμηση της εσωτερικής αγοράς. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να αναλάβει την πρωτοβουλία προκειμένου να παρασχεθούν στις οργανώσεις καταναλωτών ορισμένα ελάχιστα κοινά δικαιώματα, και ειδικότερα το δικαίωμα να ζητείται η γνώμη τους και να εκφράζεται μέσω των εκπροσώπων τους, ένας νομικός και /ή διοικητικός ορισμός των δικαιωμάτων και συμφερόντων των καταναλωτών όσον αφορά την εκ των προτέρων διαβούλευση σχετικά με μέτρα που θίγουν τα δικαιώματά τους ή τα νομίμως προστατευόμενα συμφέροντά τους, είτε σε εθνικό ή σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και το δικαίωμα συμμετοχής στη ρύθμιση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

4.2

Καθώς, στην παρούσα γνωμοδότηση, δεν μπορούν να συζητηθούν όλες οι πτυχές που πρέπει να εξασφαλιστούν στις οργανώσεις καταναλωτών, η ΕΟΚΕ επισημαίνει τις εξής:

α)

το δικαίωμα διαβούλευσης και ακρόασης, μέσω εκπροσώπησης, κατά τον νομικό ή/και διοικητικό προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των καταναλωτών, μέσω προκαταρκτικής ακρόασης και διαβούλευσης σχετικά με μέτρα που θίγουν δικαιώματα ή συμφέροντα προστατευόμενα από τον νόμο, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

β)

το δικαίωμα συμμετοχής στο πεδίο των κλαδικών ρυθμίσεων, ιδίως για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, υπηρεσίες καθοριστικές για την συμβίωση σε μια κοινωνία και ως προς τις οποίες δεν νοείται πραγματική επιλογή των καταναλωτών να διαθέτουν ή όχι πρόσβαση.

4.3

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι το Πρωτόκολλο αριθ. 26 της Συνθήκης της Λισαβόνας, που αφορά τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, και το άρθρο 36 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων επισημαίνουν τη σημασία των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος για την ΕΕ, η οποία καθορίζει τις αρχές που πρέπει να διέπουν την προσέγγισή τους. Υπενθυμίζει επίσης ότι οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν θα μπορούσαν να παρασχεθούν από την αγορά χωρίς δημόσια παρέμβαση (ή θα μπορούσαν να παρασχεθούν υπό διαφορετικές συνθήκες ποιότητας, ασφάλειας, οικονομικής προσιτότητας, ίσης μεταχείρισης ή καθολικής πρόσβασης). Η ειδική υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας επιβάλλεται στον πάροχο με ανάθεση, βάσει του κριτηρίου του γενικού συμφέροντος, το οποίο εγγυάται ότι η υπηρεσία παρέχεται υπό όρους που εξασφαλίζουν την εκπλήρωση της αποστολής της (11).

4.4

Πολλές υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως η διανομή ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, η ύδρευση, οι επικοινωνίες κλπ., παρέχονταν κατά παράδοση από τα κράτη, τα οποία ήταν ιδιοκτήτες των δικτύων διανομής. Η συζήτηση για τις υπηρεσίες αυτές συχνά αφορούσε τον κίνδυνο (υγεία, ασφάλεια, περιβάλλον), τις στρατηγικές πολιτικές για τους εθνικούς φυσικούς πόρους ή τις διαδικασίες ελευθέρωσης της αγοράς, όπως στην περίπτωση του κλάδου της ενέργειας.

4.5

Από την άποψη των καταναλωτών, τα κυριότερα ζητήματα σχετίζονται με τις εγγυήσεις ασφαλούς εφοδιασμού και με την ίδια την πρόσβαση, ενώ η τιμή αποτελεί καθοριστικό και σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο για την επιλογή του παρόχου από τον καταναλωτή.

Οι καταναλωτές δυσκολεύονται περισσότερο να συγκρίνουν τις υπηρεσίες από ό,τι τα προϊόντα και το έργο αυτό καθίσταται ακόμη πιο επίπονο όταν βρίσκονται ενώπιον συμβατικών όρων —που συνήθως δεν εξηγούνται επαρκώς—, όπως π.χ. η ίδια η μεθοδολογία καθορισμού των τιμών και των τιμολογίων, που είναι ευρεία και περιλαμβάνει πολλές συνιστώσες, πέραν της υπηρεσίας αυτής καθαυτήν. Επιπροσθέτως, η μεθοδολογία αυτή ούτε συζητιέται ούτε είναι κατανοητή για τις οργανώσεις εκπροσώπησης των συμφερόντων των καταναλωτών.

Θα πρέπει να θεσπιστεί για τις πλημμελείς υπηρεσίες ένα σύστημα ανάλογο μ’ αυτό που ισχύει για τα ελαττωματικά προϊόντα (RAPEX), ώστε να μπορούν οι οργανώσεις καταναλωτών να προειδοποιούν, μέσω δικτύου, τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων υπηρεσιών.

4.6

Το Παρατηρητήριο της Αγοράς της Ενέργειας αναλύει την τιμή της ενέργειας σε τρεις μεγάλες συνιστώσες: πρώτον, ενέργεια, μεταφορά και διανομή (δίκτυα)· δεύτερον, λοιποί φόροι· και, τέλος, ΦΠΑ, και προβαίνει σε διάφορες συγκρίσεις μεταξύ κρατών μελών. Παρότι τα επιμέρους στοιχεία που συναπαρτίζουν σε κάθε κράτος μέλος τη συνιστώσα των «λοιπών φόρων» δεν προσδιορίζονται, ενώ θα έπρεπε, μια ανάλογη ανάλυση της τιμής θα μπορούσε να γίνει και για άλλες υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (π.χ. ύδρευση, επικοινωνίες). Θα παρέχονταν, συνεπώς, χρήσιμες πληροφορίες εάν αυτή η ανάλυση γινόταν και για άλλους τομείς.

4.7

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκπονήσει αναλυτικές μελέτες σχετικά με την τιμή ορισμένων υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, με βάση ιδίως τα δεδομένα που της παρείχε το Παρατηρητήριο της Αγοράς της Ενέργειας, στις οποίες καταλήγει, μεταξύ άλλων, στα εξής συμπεράσματα:

α)

Τα περισσότερα κράτη μέλη εξακολουθούν να ρυθμίζουν τις τιμές για το σύνολο των νοικοκυριών και οι πρακτικές των επιχειρήσεων, με τους πολύπλοκους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, δυσχεραίνουν την είσοδο στην αγορά νέων ανταγωνιστών που να προσφέρουν στους καταναλωτές δυνατότητες αλλαγής παρόχου.

β)

Τα τέλη μπορούν να αποτελούν σημαντική πηγή πρόσθετων εσόδων, η αξία των οποίων βαίνει αυξανόμενη και αντανακλάται στον λογαριασμό που πληρώνουν οι οικιακοί και οι βιομηχανικοί καταναλωτές.

4.8

Είναι αλήθεια ότι, παρά την ύπαρξη πολλών και διάφορων ρυθμιστικών φορέων και τις ευρωπαϊκές προτροπές για διαφάνεια των αποφάσεών τους, υπάρχει τεράστια ανομοιογένεια μεταξύ των οργανώσεων καταναλωτών ως προς την πρόσβαση στην πληροφόρηση και την εξειδικευμένη γνώση της λειτουργίας των αγορών των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών, τις συνιστώσες τους, την πρόσβαση στα δίκτυα και τον αντίκτυπο όλων αυτών στους καταναλωτές.

4.9

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να προτρέψει τα κράτη μέλη και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να μην προωθούν μόνο τη διαφάνεια της πληροφόρησης και της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων αλλά και την ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων (ρυθμιζόμενων οικονομικών κλάδων και καταναλωτών), παρέχοντας στήριξη και θετική διάκριση στις οργανώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών (λόγου χάρη με ειδικευμένη κατάρτιση, παροχή συμβουλών, χρηματοδοτική στήριξη).

4.10

Η συμμετοχή των οργανώσεων καταναλωτών, επί ίσοις όροις με τους οικονομικούς φορείς, στα βήματα συζητήσεων και στα συμβουλευτικά όργανα είναι, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ο καταλληλότερος μηχανισμός για να εξασφαλιστεί, σε μια ανταγωνιστική αγορά, η αναβάθμιση των οργανώσεων καταναλωτών και, μέσω αυτής, η ενίσχυση της θέσης των ίδιων των καταναλωτών (12).

4.11

Η ΕΟΚΕ πιστεύει, εντούτοις, ότι οι ενεχόμενοι κίνδυνοι (ο κυριότερος των οποίων αφορά την «παγίδευση» των οργανώσεων) πρέπει να υποχωρήσουν μπροστά στη σημασία της απόκτησης εξειδικευμένων γνώσεων για πολύπλοκους τομείς με σημαντική επίδραση επί της ποιότητας διαβίωσης των καταναλωτών, την οποία μόνον η ουσιαστική εκπροσώπηση των καταναλωτών μπορεί να διαφυλάξει.

4.12

Η συμμετοχή των οργανώσεων καταναλωτών στα όργανα και τα βήματα συζήτησης των ρυθμιστικών φορέων —με δυνατότητα επίδρασης στα βήματα συζήτησης τιμολογίων και τιμών (13) — μπορεί και πρέπει να προωθηθεί από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, και τούτο όχι μόνον ως εκδήλωση της ανεξαρτησίας και της διαφάνειας της ρυθμιστικής διαδικασίας —ιδίως όσον αφορά τη δομή των τιμολογίων— αλλά και ως συμβολή στην ενεργό συμμετοχή του πολίτη στα κοινά και στην εδραίωση ισχυρών οργανώσεων καταναλωτών.

4.13

Είναι γεγονός ότι η προβληματική αυτή προσεγγίζεται κατά κάποιον τρόπο, καθώς, στις οδηγίες που θεσπίζουν κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου (14), αναφέρονται τα εξής: «Διατηρώντας την ανεξαρτησία τους, με την επιφύλαξη των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων τους και σύμφωνα με τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας, οι ρυθμιστικές αρχές συνεννοούνται, κατά περίπτωση, με τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, συνεργάζονται στενά με τις άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων [τους]». Η συμμετοχή των οργανώσεων εκπροσώπησης των καταναλωτών και ο διάλογος μαζί τους δεν συνιστώνται, ωστόσο, σε όλα τα ανταγωνιστικά περιβάλλοντα.

4.14

Σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα, η δομή των τιμολογίων επηρεάζει την πρόσβαση στην αγορά όχι μόνο των παρόχων υπηρεσιών, αλλά και των καταναλωτών, δεδομένου ότι επηρεάζει άμεσα τις τιμές, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό και σε αδράνεια (μη αλλαγή παρόχου) των καταναλωτών (15).

4.15

Η πτυχή των τιμών και η ανάγκη συζήτησης, με τους εκπροσώπους των καταναλωτών, της δομής των τιμολογίων βάσει των οποίων αυτές ορίζονται, παραμελήθηκαν κατά τη διαμόρφωση της νομοθεσίας και απουσιάζουν από τις νομικές πράξεις της Ένωσης που διέπουν το ζήτημα (λ.χ. τις προαναφερθείσες οδηγίες). Ωστόσο, τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου της Αγοράς της Ενέργειας αποκαλύπτουν σαφώς ότι η τιμή των υπηρεσιών αυτών επηρεάζεται από δαπάνες (φόρους και άλλα) που βαρύνουν τους καταναλωτές και τις ίδιες τις επιχειρήσεις, ζημιώνοντας την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και καθιστώντας πιο ευάλωτους τους καταναλωτές εντός της εσωτερικής αγοράς.

4.16

Όσον αφορά τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπάρχουν επιλογές που έχουν άμεση επίδραση στο κόστος, το οποίο, τελικά, μετακυλίεται στην τιμή που πληρώνουν οι καταναλωτές. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο υγιής ανταγωνισμός στην ενιαία αγορά και η προστασία των καταναλωτών δικαιολογούν την παρέμβαση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια κατά τη διαμόρφωση των τιμών των βασικών υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και να παρακολουθείται η εξέλιξη των διαφόρων συνιστωσών τους και των τιμολογίων. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη και οι εθνικοί ρυθμιστικοί φορείς πρέπει να ενθαρρυνθούν να στηρίξουν την ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων που εκπροσωπούν τους καταναλωτές και τις ΜΜΕ στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων σχετικά με τον καθορισμό των τιμολογίων (16).

4.17

Τέλος, η ΕΟΚΕ οφείλει να υπενθυμίσει ότι η εκπροσώπηση των καταναλωτών δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν δεν εξασφαλισθεί η δυνατότητα δράσης μέσω συλλογικής προσφυγής και, επομένως, ζητά από την Επιτροπή να ανακινήσει τις εργασίες για τη θέσπιση ευρωπαϊκής συλλογικής αγωγής.

Βρυξέλλες, 14 Νοεμβρίου 2012.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Staffan NILSSON


(1)  EE C 175 της 28.7.2009, σ. 20.

(2)  Απόφαση του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 7ης Ιουνίου 2006, Österreichische Postsparkasse AG και Bank für Arbeit und Wirtschaft AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-213/01 και T-214/01, συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2006 σελίδα II-01601.

(3)  ΕΕ C 181 της 21.6.2012, σ. 89.

(4)  Πρώτο προκαταρκτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για μία πολιτική προστασίας και πληροφόρησης των καταναλωτών, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 14 Απριλίου 1975.

(5)  COM(2007) 99 final.

(6)  Την οποία έχει επανειλημμένως κατακρίνει η ΕΟΚΕ στις γνωμοδοτήσεις της.

(7)  Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιανουαρίου 2000 για την υπόθεση C-220/98, Estée Lauder Cosmetics κατά Lancaster Group (Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2000 σελίδα I-00117), και της 16ης Ιουλίου 1998 για την υπόθεση C-210/96, Gut Springenheide GmbH και Rudolf Tusky κατά Oberkreisdirektor des Kreises Steinfurt – Amt für Lebensmittelüberwachung. (Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1998 σελίδα I-04657).

(8)  «Consumer Empowerment in the EU» (Η ενδυνάμωση των καταναλωτών στην ΕΕ), SEC(2011) 469 final.

(9)  Έκθεση της ευρωπαϊκής συμβουλευτικής ομάδας καταναλωτών (ΕΣΟΚ) σχετικά με τους δείκτες παρακολούθησης του καταναλωτικού κινήματος.

(10)  Βλ. σημείο 3.5 της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ: νομική προσωπικότητα, μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας, προστασία και εκπροσώπηση των συμφερόντων των καταναλωτών ως κύριος καταστατικός στόχος, δημοκρατική εσωτερική οργάνωση, οικονομική αυτονομία, ανεξαρτησία από τα κέντρα εξουσίας (ΕΕ C 221 της 8.9.2005, σ. 153).

(11)  COM(2011) 900 final.

(12)  Αξίζει να αναφερθούν τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου αριθ. 51.1 του 1999, όπου, στην ερώτηση «Ποια από τις ακόλουθες δράσεις πρέπει, κατά τη γνώμη σας, να αποτελεί προτεραιότητα για τις οργανώσεις καταναλωτών;» (10 επιλογές, συμπεριλαμβανομένου του «δεν γνωρίζω», με δικαίωμα μίας απάντησης), οι απαντήσεις που προκρίθηκαν (μέσος όρος των 15 τότε κρατών μελών) ήταν: 1. Διάδοση Πληροφόρησης (26,8 %), 2. Συνδρομή και Πρακτικές Συμβουλές (25,4 %), 3. Προστασία των Καταναλωτών (19,2 %) και 4. Εκπροσώπηση των Καταναλωτών (7,3 %).

(13)  Όσον αφορά τις υπηρεσίες των επιχειρήσεων δημόσιων υπηρεσιών, εφόσον το ενδεχόμενο κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών είναι μάλλον απίθανο —σήμερα μάλλον δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα για τις υπηρεσίες τηλεφωνίας και ηλεκτρικής ενέργειας—, η τιμή αποτελεί καθοριστικό και σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο για την επιλογή του παρόχου από τον καταναλωτή.

(14)  Οδηγίες 2009/72/ΕΚ και 2009/73/ΕΚ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 55 και σ. 94).

(15)  Βλ. λ.χ. το άρθρο 32 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ.

(16)  ΕΕ C 318 της 29.10.2011, σ. 155.