6.3.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 68/11


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Απασχόληση των νέων, τεχνικές δεξιότητες και κινητικότητα» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2012/C 68/02

Εισηγήτρια: η κ. Dorthe ANDERSEN

Στις 14 Ιουλίου 2011, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Απασχόληση των νέων, τεχνικές δεξιότητες και κινητικότητα».

Το τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Κατά την 477η σύνοδο ολομέλειάς της, της 18ης και 19ης Ιανουαρίου 2012 (συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2012), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 173 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 4 αποχές:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Οι δημογραφικές εξελίξεις θέτουν μεγάλες προκλήσεις στην αγορά εργασίας. Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης καταδεικνύουν ότι οι αγορές εργασίας πλήττονται από διαρθρωτικά προβλήματα. Οι νέοι ιδίως αντιμετωπίζουν δυσκολίες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, μολονότι διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στη στρατηγική «Ευρώπη 2020» και στα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων προκειμένου να αναζωογονήσουν την ανάπτυξη.

1.2   Η ανεργία των νέων συνεπάγεται σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά μειονεκτήματα για την κοινωνία και τους νέους, ενώ, ταυτόχρονα, περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης. Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και κινδυνεύει να χάσει έδαφος στον αγώνα για την εξασφάλιση ειδικευμένων εργαζόμενων και εργαζόμενων υψηλής εξειδίκευσης.

1.3   Κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά ποια μορφή θα έχουν οι μελλοντικές θέσεις εργασίας, όμως, η επαγγελματική κατάρτιση θα πρέπει να βασίζεται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και στα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν. Πρέπει να επεκταθεί η αναγνώριση των δεξιοτήτων που αποκτούνται εκτός των συστημάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών θα πρέπει να στοχεύουν περισσότερο σε γενικές και καινοτομικές ικανότητες.

1.4   Θα πρέπει να αρθούν οι φραγμοί μεταξύ εκπαιδευτικού συστήματος και αγοράς εργασίας και να αποφευχθεί η υπερβολική εστίαση σε χρηματοδοτικά θέματα. Η σύμπραξη μεταξύ επιχειρήσεων και εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να εμβαθυνθεί σε ό,τι αφορά την κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών και την πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών. Η επαγγελματική κατάρτιση πρέπει να οδηγεί στην απασχόληση.

1.5   Κρίνεται αναγκαίο να αυξηθούν η διπολική επαγγελματική κατάρτιση και οι περίοδοι πρακτικής άσκησης στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, τόσο στη σχετική τριτοβάθμια εκπαίδευση όσο και στην επαγγελματική κατάρτιση. Οι συνέργειες μεταξύ πρακτικής άσκησης, κατάρτισης στον τόπο εργασίας και θεωρητικής εκπαίδευσης ενισχύουν την απασχολησιμότητα των νέων, διευκολύνουν την επαγγελματική τους ένταξη και παρέχουν κίνητρα για την ανάπτυξη της διδασκαλίας.

1.6   Οι χώρες που επιθυμούν να καθιερώσουν διπολικό σύστημα εκπαίδευσης θα πρέπει να λάβουν επιχορηγήσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο για την κάλυψη των δαπανών κατά τα αρχικά στάδια.

1.7   Μέσα σε μια ανοιχτή και δυναμική αγορά εργασίας μπορεί να προωθηθεί η κινητικότητα και, ειδικότερα, να δημιουργηθούν δυνατότητες απασχόλησης για τους νέους. Σύμφωνα με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» και τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων, τα κράτη μέλη οφείλουν να εκσυγχρονίσουν τις αγορές εργασίας τους, ώστε να αυξήσουν την απορροφητική τους ικανότητα, καθώς και τη λειτουργία τους.

1.8   Μια ενεργητική πολιτική στην αγορά εργασίας, η οποία παρέχει στους αναζητούντες εργασία και στους απασχολούμενους κίνητρα υπέρ της διά βίου μάθησης, συμβάλλει στην ενδυνάμωση της επαγγελματικής και γεωγραφικής κινητικότητας και αυξάνει κατ' αυτόν τον τρόπο τις ευκαιρίες απασχόλησης.

2.   Στόχοι και εισαγωγή

2.1   Η νεολαία της Ευρώπης είναι το μέλλον της Ευρώπης. Πολλοί όμως νέοι είναι άνεργοι ή δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες δεξιότητες. Εκτός αυτού, πολλοί νέοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, μολονότι διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες.

2.2   Αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης είναι οι δυνατότητες απασχόλησης για τους νέους. Στο πλαίσιο αυτό συμπεριλαμβάνονται οι μελλοντικές ανάγκες σε τεχνικό και εξειδικευμένο προσωπικό, η πρόσβαση των νέων στην αγορά εργασίας και η επαγγελματική κινητικότητα. Η γνωμοδότηση εστιάζεται στον «πυρήνα» του εργατικού δυναμικού που διαθέτει τεχνική ή εξειδικευμένη κατάρτιση ή κατάρτιση μετά το μεσαίο επίπεδο δεξιοτήτων, το οποίο, το 2020, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), θα αποτελεί το 50 % του μελλοντικού ενεργού πληθυσμού.

2.3   Η γνωμοδότηση αποσκοπεί στη διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων για να βελτιωθούν οι δυνατότητες απασχόλησης των νέων και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων στις απαιτούμενες δεξιότητες.

2.4   Ο όρος «δεξιότητες» καλύπτει πολλές πτυχές π.χ. κοινωνικές και γενικές δεξιότητες, καθώς και τεχνικές και εξειδικευμένες δεξιότητες και προσόντα που αποκτήθηκαν αφενός στο πλαίσιο της γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και, αφετέρου, μέσω της εργασίας, καθώς και μέσω των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων και δραστηριοτήτων.

2.5   Η παρούσα γνωμοδότηση επιδιώκει να απαντήσει σε δύο στενά αλληλένδετα ερωτήματα: (1) Ποιες δεξιότητες θα χρειαστεί η αγορά εργασίας στο μέλλον; και (2) Πώς μπορούν να διασφαλιστούν η ένταξη των νέων και οι δυνατότητες επαγγελματικής κινητικότητας;

2.6   Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δρομολογήσει πολλές εμβληματικές πρωτοβουλίες σε αυτόν τον τομέα, με πιο πρόσφατες την «Νεολαία σε κίνηση» και την «Ατζέντα για νέες δεξιότητες και θέσεις εργασίας». Αυτές οι εμβληματικές πρωτοβουλίες είναι πρωταρχικής σημασίας και συμπεριλαμβάνουν διάφορες πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης των νέων. Οι συναφείς γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ κάνουν αναφορά σε αυτές τις πρωτοβουλίες (1).

3.   Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα

3.1   Εξαιτίας των δημογραφικών εξελίξεων συρρικνώνεται ο ενεργός πληθυσμός στην ΕΕ: η προηγούμενη γενιά της έκρηξης των γεννήσεων αποχωρεί από την αγορά εργασίας και την αντικαθιστούν οι νέες γενιές που χαρακτηρίζονται από χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας. Αυτό συνεπάγεται μεγάλες προκλήσεις για την αγορά εργασίας, δεδομένου ότι η μεγάλη προσφορά εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού είναι καθοριστική για την ανάπτυξη της Ευρώπης.

3.2   Σύμφωνα με την τελευταία έκδοση της τριμηνιαίας επιθεώρησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Employment and social situation quarterly review», η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας της ΕΕ είναι αργή και άνιση. Παρόλο που δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, εντούτοις, δεν επαρκούν. Το ποσοστό της νεανικής ανεργίας που φτάνει στο 20,3 % αναδεικνύει την ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική δράση.

3.3   Η ανεργία πλήττει όλες τις κατηγορίες των νέων, συμπεριλαμβανομένων των ευπαθών ομάδων, ανεξάρτητα από το επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισής τους. Ωστόσο, ο κίνδυνος αδυναμίας εύρεσης εργασίας είναι μεγαλύτερος για τους νέους με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης ή για όσους δεν διαθέτουν επαγγελματική πείρα. Επιπλέον, αυξήθηκε και η μακροχρόνια ανεργία, με το ποσοστό της να φτάνει το 9,5 % τον Μάρτιο του 2011, ενώ πολλοί νέοι διατρέχουν τον κίνδυνο να καταστούν μακροχρόνια άνεργοι.

3.4   Τόσο η ανεργία όσο και η υποαπασχόληση των νέων επιφέρουν σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα στην κοινωνία και στους ίδιους τους νέους, και, ταυτόχρονα, περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης.

3.5   Πριν από την κρίση προηγήθηκε μια περίοδος κατά την οποία δημιουργήθηκαν σχετικά πολλές θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μεταξύ 1995 και 2006 δημιουργήθηκαν 20 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας.

3.6   Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της κρίσης, χάθηκαν περίπου 5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), η πλειονότητα αυτών των θέσεων αφορούσε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας για ανειδίκευτους εργαζομένους. Σε κάθε περίπτωση, καταγράφονται μεγάλες διαφορές μεταξύ των επιμέρους κρατών μελών.

3.7   Το CEDEFOP υπολογίζει ότι θα δημιουργηθούν 7 εκατομμύρια περίπου νέες θέσεις εργασίας την περίοδο 2010-2020, ενώ εκτιμάται ότι θα προκύψουν 73 εκατομμύρια κενές θέσεις εργασίας ως συνέπεια της δημογραφικής εξέλιξης. Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας θα αφορά κυρίως θέσεις υψηλού επιπέδου εξειδίκευσης.

3.8   Παραδόξως, σε ορισμένες χώρες και κλάδους διαπιστώνονται συγχρόνως υψηλά ποσοστά ανεργίας και έλλειψη εργατικού δυναμικού, γεγονός που παραπέμπει σε διαρκή διαρθρωτικά προβλήματα στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας. Παραδείγματος χάρη, στις Κάτω Χώρες, στα τέλη του 2009 καταγράφηκαν 118 000 κενές θέσεις απασχόλησης, ενώ στη Γερμανία και στην Πολωνία υπάρχουν 87 800 και 18 300 αντιστοίχως κενές θέσεις εργασίας στον τομέα ΤΠΕ.

3.9   Η ανταγωνιστικότητα του ιδιωτικού τομέα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Εφόσον οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αδυνατούν να βρουν το κατάλληλο εργατικό δυναμικό στην Ευρώπη, ενδεχομένως να υποχρεωθούν να το αναζητήσουν σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπου υπάρχει. Οι δημογραφικές εξελίξεις θα έχουν ως συνέπεια να αυξηθεί η ανάγκη για εργατικό δυναμικό στους τομείς της φροντίδας και περίθαλψης των ηλικιωμένων, καθώς και της υγειονομικής περίθαλψης.

4.   Οι μελλοντικές ανάγκες για εργατικό δυναμικό

4.1   Η μείωση της απασχόλησης και η επείγουσα ανάγκη για ανάπτυξη καθιστούν ακόμη πιο απαραίτητο να διαθέτουν οι μελλοντικές γενιές των νέων που εισέρχονται στην αγορά εργασίας υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του μέλλοντος. Αυτό συνεπάγεται, επίσης, μείωση του αριθμού των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο και αύξηση των ποσοστών των νέων που ολοκληρώνουν επαγγελματική κατάρτιση. Εκτός αυτού, είναι ζωτικό η αγορά εργασίας να διαρθρώνεται κατά τρόπο ώστε να ευνοεί την ένταξη και παραμονή των νέων σε αυτήν. Τα τελευταία τρία χρόνια καταδεικνύουν ότι η μετάβαση από την εκπαίδευση στην κατάρτιση είναι δύσκολη. Επιπλέον, υπάρχουν διάφοροι φραγμοί στην κατάρτιση, καθώς και εμπόδια όσον αφορά την εργατική νομοθεσία που δυσχεραίνουν την αλλαγή θέσης εργασίας.

4.2   Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της έχουν ήδη δεσμευτεί να προχωρήσουν σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», των βέλτιστων πρακτικών και των εθνικών προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων. Για αυτόν τον σκοπό, αρκετά κράτη μέλη πρότειναν μια σειρά από μεταρρυθμίσεις για να προσαρμόσουν καλύτερα τα εκπαιδευτικά τους συστήματα στις απαιτήσεις των αγορών εργασίας.

4.3   Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» θέτει δύο βασικούς στόχους στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης. Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί είναι αμιγώς ποσοτικοί. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η ικανότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης να παρέχουν στους νέους τις κατάλληλες δεξιότητες στην πορεία τους προς την απασχόληση, δηλαδή, δεξιότητες για τις οποίες υπάρχει ζήτηση και τις οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν.

4.4   Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης των ευρωπαίων πολιτών θα συνεχίσει να αυξάνεται, υπάρχει όμως ο κίνδυνος πόλωσης. Ορισμένες προβλέψεις καταδεικνύουν ότι ο στόχος να αυξηθεί σε τουλάχιστον 40 % το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών που έχουν ολοκληρώσει σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πιθανόν να επιτευχθεί έως το 2017.

4.5   Αντίθετα, η πρόγνωση για τον στόχο να μειωθεί έως το 2020 το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα τη σχολική εκπαίδευση κάτω από 10 % είναι εδώ και καιρό αρνητική. Παραδείγματος χάρη, το CEDEFOP εκτιμά ότι, μέχρι το 2020, τουλάχιστον το 83 % των ατόμων ηλικίας 22-24 ετών (έναντι ποσοστού 78 % το 2010) θα έχει ολοκληρώσει την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή επαγγελματική κατάρτιση ή λυκειακή εκπαίδευση. Το γεγονός ότι πολλοί νέοι είναι ανειδίκευτοι αποτελεί σοβαρή πρόκληση για την εξασφάλιση επαρκούς εργατικού δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης, δεδομένου ότι για τις θέσεις απασχόλησης του μέλλοντος απαιτούνται κυρίως εργαζόμενοι υψηλής τεχνικής κατάρτισης ή εξειδίκευσης. Συνεπώς, πρωταρχική προτεραιότητα είναι να διασφαλιστεί ότι περισσότεροι νέοι ολοκληρώνουν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επαγγελματική κατάρτιση.

4.6   Η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες θα μεταμορφώσουν την αγορά εργασίας και αυτό θα αντικατοπτριστεί σε όλο και μικρότερους κύκλους ζωής των προϊόντων. Με τις μετατοπίσεις μεταξύ κλάδων και τις νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, αλλά ανακύπτει και η ανάγκη για νέες δεξιότητες.

4.7   Έτσι ενισχύονται οι απαιτήσεις για διά βίου μάθηση, εκπαίδευση των ενηλίκων και προθυμία για προσαρμογή, στοιχεία που αποτελούν πλέον βασικές συνιστώσες της επαγγελματικής ζωής. Οι κοινωνικοί εταίροι και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχουν κοινή ευθύνη να αναζητήσουν κοινές καινοτόμες λύσεις.

4.8   Σύμφωνα με το CEDEFOP, έως το 2020, η ζήτηση για εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης θα αυξηθεί κατά σχεδόν 16 εκατομμύρια, ενώ η ζήτηση για εργαζομένους μέσης ειδίκευσης κατά 3,5 εκατομμύρια άτομα. Αντιθέτως, η ζήτηση εργαζομένων χαμηλής εξειδίκευσης αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 12 εκατομμύρια.

4.9   Στο διάστημα 2010-2020 αναμένεται σημαντική μείωση της απασχόλησης στις πρωτογενείς βιομηχανίες, αλλά επίσης στους κλάδους της παραγωγής και της μεταποίησης. Η μεγαλύτερη αύξηση θα σημειωθεί στον κλάδο των υπηρεσιών, ιδίως των υπηρεσιών που παρέχονται σε επιχειρήσεις, ωστόσο, και οι τομείς της διανομής, των υπηρεσιών τροφοδοσίας, της υγειονομικής περίθαλψης και των μεταφορών αναμένεται να επεκταθούν. Οι τομείς έντασης γνώσης, αλλά και οι κλάδοι χαμηλότερης έντασης γνώσης, όπως π.χ. το εμπόριο λιανικής πώλησης, θα ενισχυθούν. Η εξέλιξη προς την οικονομία της γνώσης, καθώς και έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο προσανατολισμένο στην καινοτομία, συνεχίζεται. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι βελτιωμένες δεξιότητες να μετουσιωθούν σε γνώση, η οποία, με τη σειρά της, οδηγεί στην καινοτομία και σε νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Η προθυμία για προσαρμογή εξακολουθεί να συνιστά καθοριστική παράμετρο, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο εκπαιδευτικού συστήματος, προκειμένου να υπάρξει ανταπόκριση στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

4.10   Σε όλες τις αναλύσεις των μελλοντικών προτύπων απασχόλησης και των αναγκών αναφορικά με τις δεξιότητες η καινοτομία αποτελεί καθοριστικό στοιχείο. Η καινοτομία αφορά την ικανότητα βελτίωσης των διαδικασιών και μεθόδων, ενώ αξιοσημείωτο ρόλο διαδραματίζουν και οι γενικές ικανότητες όπως η δημιουργικότητα, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, η συνεργασία, καθώς και οι ηγετικές ικανότητες και η επιχειρηματικότητα. Έτσι, πολλοί άνθρωποι εργάζονται, παραδείγματος χάρη, στον κλάδο έντασης γνώσης της βιομηχανίας, χωρίς να διαθέτουν υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης, αλλά, μέσω της βελτίωσης των εργασιακών διαδικασιών ή της οργάνωσης της εργασίας συμβάλλουν στην καινοτομία.

4.11   Ορισμένες μελέτες καταδεικνύουν ότι η καινοτομία που αποτελεί τη βάση της ανάπτυξης προέρχεται, κατά κύριο λόγο, από τις επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις αναπτύσσονται βάσει των συμβολών και των απαιτήσεων των πελατών, των διανομέων και του προσωπικού τους.

4.12   Παρόλα αυτά, η καινοτομία δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως κλάδος επιστήμης. Η ικανότητα καινοτομίας συνεπάγεται νέες απαιτήσεις για τα εκπαιδευτικά συστήματα και, μεταξύ άλλων, θέτει το ερώτημα της βελτίωσης των καινοτομικών ικανοτήτων των νέων, ούτως ώστε, μέσω της εργασίας τους, να συμβάλουν άμεσα στη δημιουργία πλούτου στην κοινωνία μας.

5.   Ο πυρήνας του μελλοντικού εργατικού δυναμικού και τα εκπαιδευτικά συστήματα

5.1   Κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά ποια μορφή θα έχουν οι θέσεις εργασίας του αύριο. Η ΕΕ θα δρομολογήσει σύντομα ένα «Πανόραμα δεξιοτήτων στην ΕΕ», ενώ, παράλληλα, θα συσταθούν στην ΕΕ τομεακά συμβούλια για τις δεξιότητες (SSC = Sector Skills Council) και η πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών, καθώς και των ελλείψεων θα βελτιώνεται συνεχώς. Λόγω του παγκόσμιου ανταγωνισμού, της τεχνολογικής ανάπτυξης, καθώς και της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος θα αποτελέσουν αποφασιστικό παράγοντα.

5.2   Επιπλέον, είναι αναγκαία η στενότερη συνάρθρωση και συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, κυβερνήσεων και εργοδοτών, για παράδειγμα, κατά την κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών. Οι δεξιότητες θα αποκτούνται και θα εξελίσσονται διά βίου μέσω προγραμμάτων κατάρτισης και στο πλαίσιο της εργασίας. Εντούτοις, οι δεξιότητες μπορούν να αποκτηθούν και εκτός αγοράς εργασίας, παράμετρος στην οποία πρέπει να δοθεί περισσότερη έμφαση.

5.3   Η κατάρτιση του πυρήνα του μελλοντικού εργατικού δυναμικού ξεκινά ήδη στο δημοτικό σχολείο, όπου πρέπει να ενδυναμωθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης. Στο σχολείο, τα παιδιά και οι νέοι πρέπει να διδαχθούν πώς να μαθαίνουν και πώς να αποκτούν νέες γνώσεις. Σημαντικές παράμετροι είναι π.χ. ο σχολικός προσανατολισμός στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, καθώς και ο επαγγελματικός προσανατολισμός. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διαθέτουν τις ανάλογες δεξιότητες.

5.4   Το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης αναλύεται σε άλλη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (2), ωστόσο, τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για την εξασφάλιση των κατάλληλων δεξιοτήτων στο μέλλον.

5.5   Η επαγγελματική κατάρτιση βρίσκεται σήμερα ενώπιον μεγάλων προκλήσεων. Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται π.χ. με την εικόνα και την ποιότητα των προγραμμάτων κατάρτισης, την κάλυψη των απαιτούμενων για τον επαγγελματικό βίο δεξιοτήτων και την προώθηση της απασχολησιμότητας. Σε πολλούς κύκλους επαγγελματικής κατάρτισης διαπιστώνονται υψηλά ποσοστά αποτυχίας λόγω ανεπαρκών γνώσεων δημοτικού σχολείου των νέων, π.χ. όσον αφορά την ικανότητα ανάγνωσης. Επιπροσθέτως, η μετάβαση από το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνοδεύεται συχνά από πολλές δυσκολίες. Τέλος, παρατηρείται, επίσης, κατάτμηση των κύκλων σπουδών βάσει του φύλου.

5.6   Ορισμένες χώρες έχουν υιοθετήσει το διπολικό σύστημα για την επαγγελματική κατάρτιση. Αυτό σημαίνει ότι η κατάρτιση εναλλάσσεται μεταξύ διδασκαλίας στην τάξη, από τη μια πλευρά, και εργασίας και πρακτικής άσκησης στην επιχείρηση, από την άλλη. Χάρη σε αυτές τις στενές επαφές με τις επιχειρήσεις δημιουργούνται γέφυρες σύνδεσης με τον ενεργό βίο και εξασφαλίζεται ότι η πλειοψηφία των ατόμων που διαθέτουν τίτλο επαγγελματικής κατάρτισης βρίσκει γρήγορα θέση απασχόλησης. Σε αντίθεση με αυτό, τα συστήματα επαγγελματικής κατάρτισης στη Σουηδία, στο Βέλγιο και στην Ισπανία χαρακτηρίζονται από περιορισμένες επαφές με τις επιχειρήσεις, καθότι οι κύκλοι επαγγελματικής κατάρτισης ολοκληρώνονται, ως επί το πλείστον, στο σχολείο. Ταυτόχρονα, πολλοί νέοι σε αυτές τις χώρες αντιμετωπίζουν προβλήματα ένταξης στην αγορά εργασίας.

5.7   Δεδομένου ότι ο συνδυασμός εργασίας, πρακτικής άσκησης και σχολικής εκπαίδευσης θεωρείται από πολλούς φορείς (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κ.λπ.) ως μια καλή βάση εκκίνησης για την είσοδο στην αγορά εργασίας, η ΕΟΚΕ θα προτείνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σχετικά με τις δυνατότητες ευρύτερης επέκτασης των περιόδων πρακτικής άσκησης του διπολικού συστήματος επαγγελματικής κατάρτισης στην ΕΕ.

6.   Είσοδος στην αγορά εργασίας και επαγγελματική κινητικότητα

6.1   Η μετάβαση από την κατάρτιση στη θέση εργασίας – και, ως εκ τούτου, από το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης στην αγορά εργασίας – συνοδεύεται συχνά από οικονομικούς προβληματισμούς. Μολονότι η ενίσχυση των δεσμών μεταξύ συστήματος επαγγελματικής κατάρτισης και αγοράς εργασίας και η προαγωγή της πρόσβασης των νέων στην αγορά εργασίας συνιστούν πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ, τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν ότι υπάρχουν μεγάλες προκλήσεις σε αυτούς τους τομείς.

6.2   Η επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα στην Ευρώπη εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, και συχνά παρεμποδίζεται από φραγμούς στα συστήματα προσόντων, προβλήματα στην αναγνώριση των τυπικών προσόντων ή ανεπαρκή παροχή συμβουλών. Τα προγράμματα ανταλλαγών και κινητικότητας της ΕΕ διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό και, επομένως, πρέπει να ενισχυθούν. Μέχρι σήμερα, στο επίκεντρο των δράσεων βρισκόταν η τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ, στο μέλλον, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση και στις δυνατότητες κινητικότητας για όσους ολοκληρώνουν κύκλους τεχνικής ή επαγγελματικής κατάρτισης, όπως για παράδειγμα, μέσω της διασυνοριακής οργάνωσης περιόδων πρακτικής άσκησης σε επιχειρήσεις. Ο καθορισμός, λόγου χάρη, ειδικών διασυνοριακών ρυθμίσεων για περιόδους πρακτικής άσκησης σε παραμεθόριες περιοχές μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση, όταν σε μια χώρα υπάρχει έλλειψη θέσεων πρακτικής άσκησης, ενώ στη γειτονική χώρα πληθώρα προσφοράς.

6.3   Στο πλαίσιο αυτό, το διπολικό σύστημα κατάρτισης μπορεί να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για μια καλή και σίγουρη εκκίνηση των νέων στην αγορά εργασίας και να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις έχουν στη διάθεσή τους τις απαιτούμενες δεξιότητες. Σύμφωνα με μια έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, λόγου χάρη, το 87 % των εργοδοτών θεωρεί την επαγγελματική πείρα που αποκτάται με τη μορφή πρακτικής άσκησης καθοριστικής σημασίας κατά την πρόσληψη.

6.4   Ο συνδυασμός θεωρητικής διδασκαλίας στο σχολείο και μάθησης στη θέση εργασίας πρέπει να διαδοθεί περισσότερο. Ωστόσο, πρέπει να θεσπιστεί για τον σκοπό αυτό ένα συμβατικό πλαίσιο, στο οποίο η εκάστοτε επιχείρηση θα καλείται να συμμετέχει στην κατάρτιση των νέων και του κάθε ασκούμενου σε ατομικό επίπεδο. Αυτό θα ήταν προς όφελος όλων των ενδιαφερομένων. Οι επιχειρήσεις μπορούν αφενός να επιλέξουν από ένα μεγαλύτερο σύνολο εργατικού δυναμικού, αφετέρου δε, ωφελούνται από νέες γνώσεις και ιδέες. Συγχρόνως, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αποκτούν με αυτόν τον τρόπο πρόσβαση σε περισσότερες γνώσεις και καλύτερη συνεργασία με τον επιχειρηματικό κόσμο. Σε ατομικό επίπεδο, ο καθένας επωφελείται από την πρακτική επαγγελματική εμπειρία.

6.5   Επειδή η ανάπτυξη και επέκταση του διπολικού συστήματος εκπαίδευσης συνεπάγεται, στην αρχή, πρόσθετο κόστος, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τα ενωσιακά ταμεία και προγράμματα, π.χ. το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, για την παροχή αρχικής χρηματοδότησης σε χώρες και περιφέρειες που επιθυμούν να καθιερώσουν το διπολικό σύστημα.

6.6   Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστούν η επιτυχημένη έναρξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και η επαγγελματική κινητικότητα, καθώς και η επαγγελματική εξέλιξη, πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται, από τη μια πλευρά, η δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και, από την άλλη πλευρά, η διαμόρφωση ανοιχτών και δυναμικών αγορών εργασίας, οι οποίες αφενός ωθούν την κινητικότητα και, αφετέρου, εγγυώνται στους νέους μια ασφαλή εκκίνηση. Μια αγορά εργασίας με ευρεία προσφορά θέσεων και ο εθελοντικός επαγγελματικός επαναπροσανατολισμός διευκολύνουν την πορεία των νέων προς την αγορά εργασίας.

6.7   Στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», πολλές χώρες μεταρρυθμίζουν τις αγορές εργασίας τους για να βελτιώσουν την ικανότητα απορρόφησης και τη λειτουργία τους. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας πρέπει να εξαλειφθούν τα εμπόδια που, επί του παρόντος, αποτρέπουν τους εργοδότες από το να προσφέρουν στους νέους κανονικές συμβάσεις εργασίας. Αυτό δεν θα πρέπει να συνεπάγεται πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα ούτε για τους εργοδότες, αλλά ούτε για τους εργαζομένους. Το είδος και μόνο της εργασίας θα πρέπει να είναι καθοριστικός παράγοντας για τον τύπο της σύμβασης εργασίας που επιλέγεται για την πρόσληψη.

6.8   Στόχος, λοιπόν, είναι η διαμόρφωση μιας ενεργούς πολιτικής για την αγορά εργασίας, η οποία να προσφέρει τόσο στους αναζητούντες εργασία όσο και στους απασχολούμενους κίνητρα για διά βίου μάθηση, επιμόρφωση και επανακατάρτιση. Είναι αναγκαία η υιοθέτηση μιας ενεργούς πολιτικής για την αγορά εργασίας, η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της κινητικότητας και παρέχει με αυτόν τον τρόπο, ειδικά στους νέους, προοπτικές στην αγορά εργασίας.

6.9   Εκτός αυτού, κάθε είδους ατομικά δικαιώματα που δεν συνδέονται με κάποια συγκεκριμένη επιχείρηση ή θέση εργασίας, αλλά συνοδεύουν κάθε εργαζόμενο ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής θέσης απασχόλησης, παραδείγματος χάρη, συνταξιοδοτικά δικαιώματα και δυνατότητες κατάρτισης που χρηματοδοτούνται από ταμειακούς πόρους, μπορούν να συμβάλουν στην ώθηση της κινητικότητας στην αγορά εργασίας.

Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2012.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Staffan NILSSON


(1)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Νεολαία σε κίνηση», ΕΕ C 132 της 3.5.2011, σ. 55 και η γνωμοδότηση με θέμα «Ατζέντα για νέες δεξιότητες και θέσεις εργασίας»ΕΕ C 318 της 29.10.2011, σ. 142

(2)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Επιδίωξη ελκυστικότερης μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης» (Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).