52012DC0635

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών /* COM/2012/0635 final */


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1........... ΕΙΣΑΓΩΓΗ................................................................................................................... 3

2........... ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2008 ΚΑΙ ΜΕΤΑ.......................................... 4

3........... ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ....................................... 8

4........... ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ. 13

5........... ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ............................................................................................... 16

6........... ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ......................................................................................................... 19

1.           ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η οδηγία 98/27/ΕΚ, της 19ης Μαΐου 1998, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών[1] εισήγαγε μια δικαστική ή διοικητική διαδικασία που παρέχει στις οργανώσεις των καταναλωτών και/ή στις δημόσιες αρχές τη δυνατότητα να ασκούν αγωγή παραλείψεως σε όλα τα κράτη μέλη για να θέσουν τέρμα σε πρακτική εμπόρου που παραβιάζει ορισμένους κανόνες της ΕΕ σχετικούς με την προστασία των καταναλωτών (οι εν λόγω κανόνες απαριθμούνται στο παράρτημα της οδηγίας). Η οδηγία 98/27/ΕΚ τροποποιήθηκε αρκετές φορές (προστέθηκαν νέες οδηγίες στο παράρτημα). Για λόγους σαφήνειας, η οδηγία αυτή κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/22/ΕΚ, η οποία ισχύει σήμερα.

1.1.        Μεταφορά της οδηγίας από τα κράτη μέλη και εφαρμογή της έως το 2008

Η πρώτη έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κυριότερο όφελος που προέκυψε από την οδηγία περί των αγωγών παραλείψεως ήταν το γεγονός ότι η οδηγία αυτή θέσπισε μια διαδικασία που έδινε σε έναν φορέα τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή παραλείψεως για να προστατεύσει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών σε κάθε κράτος μέλος. Οι διαδικασίες αυτές ήταν επιτυχείς για τις παραβάσεις που δεν υπερέβαιναν τα όρια ενός κράτους μέλους, αλλά είχαν περιορισμένο αντίκτυπο στις διασυνοριακές παραβάσεις. Οι κύριοι λόγοι τους οποίους ανέφεραν τόσο τα κράτη μέλη όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να εξηγήσουν τον μικρό αριθμό αγωγών παραλείψεως που ασκήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος ήταν το κόστος, η πολυπλοκότητα και η μεγάλη χρονική διάρκεια που συνεπάγεται η άσκηση αγωγής σε άλλο κράτος μέλος.

Η έκθεση της Επιτροπής επισήμανε επίσης ότι η έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών (κανονισμός ΣΠΚ)[2] εξηγεί εν μέρει την περιορισμένη προσφυγή των δημόσιων αρχών στη διαδικασία των αγωγών παραλείψεως για τις διασυνοριακές παραβάσεις, καθώς οι μηχανισμοί αμοιβαίας αρωγής που προβλέπονται από τον κανονισμό είναι λιγότερο δαπανηροί.

1.2.        Μεθοδολογία και σκοπός της παρούσας έκθεσης

Το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/22/ΕΚ περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών («η οδηγία») προβλέπει την έκδοση έκθεσης για την εφαρμογή της κάθε τρία χρόνια. Η πρώτη έκθεση, που προβλεπόταν αρχικά για το 2003, εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2008.

Τον Μάρτιο του 2011 η Επιτροπή, για να προετοιμάσει την παρούσα δεύτερη έκθεση, απέστειλε στις δημόσιες αρχές και τις οργανώσεις των καταναλωτών ερωτηματολόγια σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας. Η Επιτροπή έλαβε 58 απαντήσεις, 37 από τις οποίες προέρχονταν από υπουργεία ή άλλες δημόσιες αρχές των κρατών μελών και 21 από οργανώσεις καταναλωτών σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε την εκπόνηση εξωτερικής μελέτης[3] με σκοπό τη συγκέντρωση περισσότερων στοιχείων σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας και τη διαμόρφωση μιας γενικής εικόνας σχετικά με τον αντίκτυπο που είχε η οδηγία στους καταναλωτές σε εννέα κράτη μέλη, και συγκεκριμένα στην Αυστρία, τη Βουλγαρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτά τα κράτη μέλη επελέγησαν διότι, παράλληλα με τη διαδικασία των αγωγών παραλείψεως, διαθέτουν συστήματα συλλογικής έννομης προστασίας προς αποζημίωση των καταναλωτών, τα οποία λειτουργούν εδώ και αρκετά χρόνια.

2.           ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2008 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

2.1.        Εκτίμηση του αριθμού των αγωγών παραλείψεως

Τα διαθέσιμα στοιχεία για τον αριθμό των εθνικών και των διασυνοριακών αγωγών παραλείψεως που ασκήθηκαν για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών στα διάφορα κράτη μέλη είναι πολύ περιορισμένα. Αυτή η έλλειψη συνολικών και αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων οφείλεται στην απουσία επίσημης υποχρέωσης των κρατών μελών να διατηρούν κεντρική βάση δεδομένων για τις αγωγές παραλείψεως που ασκούνται στην επικράτειά τους και να υποβάλουν τις σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή. Για τον λόγο αυτόν, η εκτίμηση του αριθμού των αγωγών παραλείψεως είναι δυσχερής και πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Είναι δυνατόν να αναφερθεί ένας αριθμός τεκμηριωμένων περιπτώσεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές είναι οι μόνες αγωγές παραλείψεως που ασκήθηκαν όντως.

Στο ερωτηματολόγιο που διαβιβάστηκε στους σχετικούς φορείς, οι ερωτώμενοι κλήθηκαν να προσδιορίσουν τον αριθμό των αγωγών παραλείψεως που είχαν ασκήσει από το 2008, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο. Συνολικά, αναφέρθηκε ότι ασκήθηκαν 5.632 αγωγές παραλείψεως. Η συντριπτική πλειονότητα των αγωγών αυτών ήταν εθνικού χαρακτήρα. Οι ερωτηθέντες ανέφεραν μόνο 70 περίπου αγωγές παραλείψεως με διασυνοριακή διάσταση κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου. Αν τα στοιχεία αυτά κατανεμηθούν κατά κράτος μέλος, τα κράτη μέλη με τον μεγαλύτερο αριθμό αγωγών παραλείψεως από το 2008 και μετά είναι τα εξής: Γερμανία: αν και υπάρχει έλλειψη κεντρικών συνολικών στατιστικών στοιχείων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανέφερε ότι μόνο επτά γερμανικοί νομιμοποιούμενοι φορείς άσκησαν πάνω από 3.000 αγωγές. Αυτό μπορεί να συνδέεται με το γεγονός ότι στη Γερμανία η «αστυνόμευση» των καταναλωτικών αγορών γίνεται κατά παράδοση από ιδιωτικούς φορείς. Λετονία: η Αρχή Προστασίας των Καταναλωτών ανέφερε 956 υποθέσεις. Ηνωμένο Βασίλειο: Το Office of Fair Trading (OFT) ανέφερε 938 αγωγές. Στην Αυστρία η εξωτερική μελέτη εντόπισε περισσότερες από 500 αγωγές, ενώ η κυβέρνηση της Μάλτας ανέφερε 267 υποθέσεις.

Όσον αφορά τις αγωγές παραλείψεως με διασυνοριακή διάσταση, τα κράτη μέλη που ανέφεραν τον μεγαλύτερο αριθμό αγωγών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο είναι τα εξής: Γερμανία: Η Ομοσπονδία Γερμανικών Καταναλωτικών Οργανώσεων δήλωσε ότι είχε ασκήσει περίπου 20 αγωγές παραλείψεως για διασυνοριακές παραβάσεις. Αυστρία: Το Ομοσπονδιακό Εργατικό Επιμελητήριο δήλωσε ότι άσκησε 8 διασυνοριακές αγωγές παραλείψεως. Οι νομιμοποιούμενοι φορείς, όπως και οι εξειδικευμένοι στο καταναλωτικό δίκαιο δικηγόροι, ασκούν συνήθως αγωγές μόνο όταν η δικαιοδοσία των αυστριακών δικαστηρίων είναι εξασφαλισμένη.

Το ποσοστό επιτυχίας των ασκούμενων αγωγών παραλείψεως είναι συνήθως υψηλό. Ωστόσο, αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι, λόγω του υψηλού κόστους της σχετικής δικαστικής διαδικασίας, οι νομιμοποιούμενοι φορείς ασκούν αγωγές παραλείψεως μόνο όταν είναι σίγουροι ότι θα τις κερδίσουν.

2.2.        Οικονομικοί τομείς στους οποίους ασκούνται οι περισσότερες αγωγές παραλείψεως

Μολονότι αγωγές παραλείψεως ασκούνται σε ευρύτατο φάσμα οικονομικών τομέων, οι περισσότερες αγωγές αφορούν μόνο έναν περιορισμένο αριθμό τομέων.

Οι οικονομικοί τομείς τους οποίους αφορούν ως επί το πλείστον οι αγωγές παραλείψεως, όπως ανέφεραν οι φορείς που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο, είναι οι εξής:

(1) Τηλεπικοινωνίες

(2) Τράπεζες και επενδύσεις

(3) Τουρισμός και ταξιδιωτικά πακέτα

Άλλοι τομείς τους οποίους μνημόνευσαν αρκετοί από όσους απάντησαν στο ερωτηματολόγιο είναι οι πωλήσεις εξ αποστάσεως, ο ασφαλιστικός τομέας, ο τομέας της ενέργειας, τα μη διατροφικά καταναλωτικά αγαθά και οι μεταφορές επιβατών. Μικρός αριθμός ερωτηθέντων ανέφερε ως προβληματικούς τομείς τον κτηματομεσιτικό τομέα και τις επισκευές κατοικιών, καθώς και τη χορήγηση δανείων από μη τραπεζικά ιδρύματα (πρόκειται για τα λεγόμενα «γρήγορα δάνεια»).

2.3.        Συνηθέστερες παραβιάσεις των κανόνων προστασίας των καταναλωτών

Αγωγές παραλείψεως έχουν ασκηθεί για ευρύ φάσμα παραβιάσεων της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών. Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη έχουν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των αγωγών παραλείψεως πέραν του περιορισμένου καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας. Αυτή η διεύρυνση είναι θετική για τους καταναλωτές. Ωστόσο, πρέπει να γίνεται η δέουσα αναφορά στις νομοθετικές πράξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Βουλγαρία και οι Κάτω Χώρες είναι ορισμένα κράτη μέλη στα οποία το πεδίο εφαρμογής των αγωγών παραλείψεως είναι πολύ ευρύτερο από τον κατάλογο των νομοθετικών πράξεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας. Ωστόσο, οι περισσότερες αγωγές παραλείψεως ασκήθηκαν με σκοπό να τεθεί τέρμα σε περιορισμένο μόνο αριθμό παράνομων πρακτικών που θίγουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών.

Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που δόθηκαν στο ερωτηματολόγιο, οι κυριότερες αιτίες άσκησης αγωγών παραλείψεως είναι, κατά σειρά σπουδαιότητας, οι ακόλουθες παράνομες πρακτικές που θίγουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών:

(1) Καταχρηστικοί συμβατικοί όροι. Πρόκειται σαφώς για το είδος πρακτικής που αποτέλεσε την συχνότερη αφορμή για την άσκηση αγωγής παραλείψεως·

(2) Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και παραπλανητική διαφήμιση, εξίσου.

Σε πολύ μικρότερο βαθμό, άλλες παραβιάσεις δικαιωμάτων των καταναλωτών που οδήγησαν στην άσκηση αγωγών παραλείψεως ήταν παραβιάσεις διατάξεων που αφορούν τους κανόνες περί εγγυήσεων, τους κανονισμούς περί αναφοράς της τιμής ή την αποστολή ανεπιθύμητων ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Σε μερικά κράτη μέλη (ιδίως στην Ισπανία), υπάρχουν επίσης αγωγές παραλείψεως που αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας για την καταναλωτική πίστη. Σε ορισμένα κράτη μέλη στα οποία οι αγωγές παραλείψεως έχουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, ασκήθηκαν αγωγές κατά της διακοπής της παροχής ουσιωδών υπηρεσιών (όπως η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος). Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο της αγωγής παραλείψεως μπορεί θαυμάσια να διατάσσει τη συμμόρφωση με δικαιώματα καταναλωτών που επιβάλλουν σε κάποιο διάδικο την υποχρέωση να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια. Υποθέσεις όπως η διακοπή της παροχής υπηρεσιών ή παροχών κοινής ωφέλειας στην Ισπανία αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αγωγών παραλείψεως που επιβάλλουν την ανάληψη συγκεκριμένης ενέργειας.

2.4.        Νομιμοποιούμενοι φορείς: το νομικό περιβάλλον στα διάφορα κράτη μέλη

Ο πιο πρόσφατος κατάλογος νομιμοποιούμενων φορέων[4] περιλαμβάνει συνολικά 313 νομιμοποιούμενους φορείς. Ο αριθμός και τα χαρακτηριστικά των φορέων αυτών διαφέρουν πολύ από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. Ενώ αρκετά κράτη μέλη έχουν ορίσει μόνο έναν νομιμοποιούμενο φορέα (Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Κάτω Χώρες, Ρουμανία και Σουηδία), άλλα έχουν ορίσει πάνω από 70 (Γερμανία και Ελλάδα). Η Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, με περισσότερους από 15 και λιγότερους από 30 ορισθέντες νομιμοποιούμενους φορείς. Γενικά, όταν τα κράτη μέλη έχουν ορίσει μόνο έναν νομιμοποιούμενο φορέα, πρόκειται κατά κανόνα για δημόσια αρχή αρμόδια για θέματα προστασίας των καταναλωτών, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως οι Κάτω Χώρες.

Τα κράτη μέλη τα οποία έχουν ορίσει αρκετούς νομιμοποιούμενους φορείς περιλαμβάνουν συνήθως ένα μείγμα δημόσιων αρχών αρμόδιων για θέματα καταναλωτών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, καθώς και τις πιο αντιπροσωπευτικές καταναλωτικές οργανώσεις. Ο κατάλογος των νομιμοποιούμενων φορέων περιλαμβάνει τον κατάλογο των φορέων που δικαιούνται να εγείρουν αγωγή παραλείψεως σε άλλο κράτος μέλος, αλλά σε πολλά κράτη μέλη μερικοί νομικοί φορείς που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο νομιμοποιούνται επίσης να εγείρουν αγωγή παραλείψεως σε εθνικό επίπεδο. Μερικές οργανώσεις καταναλωτών επικρίνουν τον υπερβολικό βαθμό διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την απόφαση για τους νομικούς φορείς που θα περιληφθούν στον κατάλογο, πράγμα που ενδέχεται να οδηγήσει σε άδικες και αυθαίρετες αποφάσεις. Άλλοι υποστηρίζουν επίσης ότι οι οργανώσεις των καταναλωτών πρέπει να νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγές παραλείψεως σε όλα τα κράτη μέλη, τόσο για εγχώριες όσο και για διασυνοριακές υποθέσεις.

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι ο βαθμός χρήσης των αγωγών παραλείψεως στην πράξη εξαρτάται από τις γνώσεις και τις ικανότητες του νομικού προσωπικού που δικαιούται να τις ασκεί. Η πείρα δείχνει ακόμη ότι, ακόμη και στα κράτη μέλη στα οποία οι φορείς που νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγές παραλείψεως είναι πολλοί, μόνο ένα μικρό ποσοστό απ’ αυτούς κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας.

2.5.        Αγωγές παραλείψεως με διασυνοριακή διάσταση: οι προβλέψεις της οδηγίας και η κατάσταση στην πράξη

Για να εκτιμηθεί σωστά η χρήση των αγωγών παραλείψεως στην ΕΕ, πρέπει να αποσαφηνιστεί η έννοια της διασυνοριακής διαφοράς. Φαίνεται ότι οι διασυνοριακές αγωγές παραλείψεως, δηλαδή οι διαδικασίες που περιλαμβάνουν έναν διασυνοριακό στοιχείο, μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές.

Η οδηγία σχεδιάστηκε κατά τρόπον ώστε να δίνει τη δυνατότητα στους νομιμοποιούμενους φορείς του κράτους μέλους Α να μηνύουν επιχειρήσεις του κράτους μέλους Β, αν αυτές, κατά τις συναλλαγές τους με καταναλωτές στο κράτος μέλος Α, παραβίασαν την καταναλωτική νομοθεσία. Για να υπάρξει αυτή η δυνατότητα, δόθηκε στους νομιμοποιούμενους φορείς ενεργητική νομιμοποίηση για άσκηση αγωγής σε αλλοδαπά δικαστήρια. Το δικαστήριο του κράτους μέλους B, στο οποίο υποβάλλεται αίτημα για έκδοση εντολής παραλείψεως κατά εμπόρου εγκατεστημένου στην περιοχή της δικαιοδοσίας του, εξετάζει και εκδικάζει την υπόθεση, χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση του νομιμοποιούμενου φορέα του κράτους μέλους A.

Ωστόσο, ένα από τα κύρια συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η έννοια που δίνει η οδηγία στις «διασυνοριακές υποθέσεις» είναι μόνο μία από δύο πιθανές μορφές αγωγών παραλείψεως με διασυνοριακή διάσταση και ότι χρησιμοποιείται σπάνια.

Η δεύτερη, πιο συνηθισμένη, μορφή «διασυνοριακής υπόθεσης» εμφανίζεται στο ίδιο σενάριο του εμπορίου από το κράτος μέλος Β στο κράτος μέλος Α. Ωστόσο, αντίθετα προς ό,τι είχαν κατά νου οι συντάκτες της οδηγίας, η αγωγή εγείρεται από νομιμοποιούμενο φορέα του κράτους μέλους Α σε δικαστήριο του κράτους μέλους Α. Ο έμπορος, αν και εγκατεστημένος στο εξωτερικό, μηνύεται στη χώρα στην οποία κατευθύνει την εμπορική του δραστηριότητα. Αυτό το σύστημα παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι ο νομιμοποιούμενος φορέας μπορεί να ασκήσει την αγωγή στα δικά του γνωστά δικαστήρια, που εφαρμόζουν το δικονομικό δίκαιο που πιθανώς γνωρίζουν καλύτερα. Αν, επιπλέον, εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους Α [αρχή του τόπου επελεύσεως της ζημίας (lex loci damni) σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού «Ρώμη II»[5]], και αν καταστεί δυνατόν να λυθεί το πρόβλημα της επίδοσης νομικών εγγράφων στο εξωτερικό, αυτή η δεύτερη δυνατότητα άσκησης αγωγής παραλείψεως είναι η ευκολότερη επιλογή. Η λύση αυτή καθιστά επίσης δυνατή την άσκηση αγωγής παραλείψεως κατά εμπόρων από τρίτες χώρες.

Τον Μάιο του 2009 η DECO[6], σε συνεργασία με τη γαλλική UFC-Que Choisir και τη βελγική Test-Achats, ανέλαβε μια «διασυνοριακή» δράση ιδιαίτερου είδους. Αυτή η «συντονισμένη ενέργεια» αφορούσε τους γενικούς όρους μεταφοράς επιβατών από τις αεροπορικές εταιρείες (οδηγία 93/13/ΕΟΚ). Εκδόθηκε μια απόφαση για το Βέλγιο, η οποία υποχρέωσε τρεις αεροπορικές εταιρείες να καταργήσουν ορισμένους συμβατικούς όρους που κρίθηκαν καταχρηστικοί. Όλες οι ενέργειες των καταναλωτικών οργανώσεων ήταν συντονισμένες, συμπεριλαμβανομένων των συνοδευτικών μέτρων δημοσιότητας όπως τα δελτία τύπου. Αυτή η μορφή συντονισμένης δράσης αποτέλεσε έναν ιδιαίτερο τύπο διασυνοριακής συνεργασίας, αν και δεν πληροί τυπικά τους όρους για να χαρακτηριστεί διασυνοριακή δικαστική διαφορά.

2.6.        Αλληλεπίδραση με τον κανονισμό ΣΠΚ για τις διασυνοριακές παραβάσεις

Ο κανονισμός ΣΠΚ θεσπίζει ένα πλαίσιο αμοιβαίας αρωγής για τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, το οποίο επιτρέπει στις εν λόγω αρχές να ζητούν η μια τη βοήθεια της άλλης σε θέματα έρευνας και/ή επιβολής του νόμου, προκειμένου να τεθεί τέρμα σε πρακτικές που δεν συνάδουν με τις νομοθετικές πράξεις που παρατίθενται στο παράρτημα του κανονισμού. Ο κανονισμός ΣΠΚ αποσκοπεί στην προστασία των συλλογικών οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών και όχι στην εξέταση μεμονωμένων καταγγελιών.

Η έκθεση του 2008 σχετικά με την οδηγία για τις αγωγές παραλείψεως επισήμανε ότι ο κανονισμός ΣΠΚ επηρέασε τη χρήση των αγωγών παραλείψεως. Ειδικότερα, η πείρα έδειξε ότι, από την έναρξη ισχύος του κανονισμού ΣΠΚ, οι περισσότερες δημόσιες αρχές επιλέγουν τη χρήση των μηχανισμών αμοιβαίας αρωγής που προβλέπει ο μηχανισμός αυτός για την καταπολέμηση παράνομης πρακτικής εμπόρου εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, αντί να ασκούν απευθείας αγωγή παραλείψεως ενώπιον των δικαστηρίων του εν λόγω κράτους μέλους, διότι η πρώτη δυνατότητα ενδέχεται να είναι λιγότερο δαπανηρή γι’ αυτές. Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο το 2011 επιβεβαιώνουν αυτήν την τάση, αν και μία δημόσια αρχή ενός κράτους μέλους υπογράμμισε το γεγονός ότι οι αγωγές παραλείψεως εξακολουθούν να αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τις δημόσιες αρχές, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, αν οι μηχανισμοί του κανονισμού ΣΠΚ δεν δώσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Τέλος, αρκετοί από όσους απάντησαν τόνισαν ότι ο κατάλογος των νομοθετικών πράξεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας για τις αγωγές παραλείψεως πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τον αντίστοιχο κατάλογο του παραρτήματος της οδηγίας ΣΠΚ.

3.           ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ

Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και τα συμπεράσματα της μελέτης δείχνουν ότι οι αγωγές παραλείψεως αποτελούν επιτυχημένο εργαλείο «αστυνόμευσης» των αγορών, ιδίως για την εξασφάλιση δίκαιων συμβατικών όρων. Από την άποψη αυτή, έχουν συνολικά προσφέρει στους καταναλωτές ουσιαστικά οφέλη. Ωστόσο, το ευεργετικό τους αποτέλεσμα αφορά περισσότερο το μέλλον παρά την αποκατάσταση προηγούμενης ζημίας και είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί με χρηματικούς όρους.

Αν και αγωγές παραλείψεως, από μόνες τους, δεν αποτελούν μέσο έννομης προστασίας για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για πρακτικές που ανάγονται στο παρελθόν, ωστόσο η δυνατότητα χρήσης των αγωγών αυτού του είδους μπορεί αφεαυτής να είναι σημαντική. Ως εργαλείο διακυβέρνησης, οι αγωγές παραλείψεως μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποτρεπτικός παράγοντας χωρίς να εφαρμοστούν από το δικαστήριο.

Ένα άλλο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι οι αγωγές παραλείψεως λειτουργούν πολύ αποτελεσματικά με επιχειρηματίες που σέβονται σε κάποιο βαθμό τον νόμο. Με τους απατεώνες εμπόρους και τους εγκληματίες οι αγωγές παραλείψεως δεν είναι πάντοτε κατάλληλος μηχανισμός για τον τερματισμό των παράνομων πρακτικών. Διάφοροι παράγοντες του τομέα επισημαίνουν ότι, σε τέτοιες καταστάσεις, για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη νομοθεσία περί προστασίας των καταναλωτών, ενδέχεται να χρειαστούν ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, όπως χρηματικές ποινές και αποφάσεις επιβολής συγκεκριμένων περιορισμών στη συνέχιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

3.1.        Μείωση του αριθμού παραβιάσεων των κανόνων προστασίας των καταναλωτών

Ενώ οι περισσότεροι από όσους απάντησαν και από τους εμπειρογνώμονες που ρωτήθηκαν ανέφεραν ότι ο αντίκτυπος των αγωγών παραλείψεως δεν μπορεί να μετρηθεί με μοναδικό κριτήριο τον αριθμό των υποθέσεων που φτάνουν στα δικαστήρια, είναι επίσης μια σημαντική επιλογή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πειστούν οι επιχειρήσεις να τερματίσουν τις παραβάσεις εθελοντικά. Κατά την άποψη αρκετών ενδιαφερόμενων μερών, και μόνη η δυνατότητα άσκησης αγωγών παραλείψεως ασκεί εγγενώς αποτρεπτική επίδραση στις διαπραγματεύσεις με εκείνους που παραβιάζουν τη νομοθεσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, από την άλλη πλευρά, όταν μια αγωγή παραλείψεως στέφεται από επιτυχία και επιβεβαιώνει ότι μια πρακτική ενός εμπόρου είναι παράνομη, οι άλλοι έμποροι τείνουν να αποφύγουν τη χρήση παρόμοιων πρακτικών, έστω και αν δεν δεσμεύονται νομικά από την απόφαση.

Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της μελέτης και τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο, το συμπέρασμά μας είναι ότι η οδηγία ενίσχυσε σε κάποιο βαθμό τη συμμόρφωση των οικονομικών φορέων με τη νομοθεσία περί προστασίας των καταναλωτών σε ορισμένους τομείς της οικονομίας, αν και δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα στοιχεία για να υπολογιστεί αυτή η μείωση σε ποσοστιαίο επίπεδο.

3.2.        Μείωση της ζημίας την οποία υφίστανται οι καταναλωτές

Ένα σημαντικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η οδηγία είχε άμεσα ποιοτικά οφέλη για τους καταναλωτές, αν και δεν είναι απαραιτήτως δυνατόν να εκφραστούν αυτά τα οφέλη με χρηματικούς όρους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των καταναλωτών που υφίστανται ενδεχομένως ζημία λόγω παράνομης πρακτικής. Επιπλέον, πολλοί συμβατικοί όροι που κηρύσσονται παράνομοι μετά την άσκηση αγωγής παραλείψεως δεν συνδέονται με την τιμή που καταβάλλεται από τους καταναλωτές.

Για να αξιολογηθεί η πιθανή επίδραση των αγωγών παραλείψεως στη μείωση της ζημίας των καταναλωτών, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους καταχρηστικούς συμβατικούς όρους που μπορούν να επηρεάσουν αμέσως και άμεσα τις υποχρεώσεις των καταναλωτών στο πλαίσιο της σύμβασης.

Αν ένα δικαστήριο κηρύξει άκυρο έναν συγκεκριμένο συμβατικό όρο, ο έμπορος δεν μπορεί πλέον να συμπεριλάβει τον όρο αυτόν σε καμία σύμβαση. Αυτό ωφελεί τον καταναλωτή, ιδίως αν ο όρος αφορά αυξήσεις τιμών ή έχει άλλες οικονομικές συνέπειες, και στην περίπτωση αυτή το όφελος μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, δεδομένου ότι πολλοί καταναλωτές θα μειώσουν τις μελλοντικές πληρωμές τους ως άμεση συνέπεια των αγωγών παραλείψεως. Για παράδειγμα, οι υποθέσεις «στρογγυλοποίησης ποσών προς τα πάνω» στην Ισπανία οδήγησαν στην απαγόρευση νέων παράνομων επιβαρύνσεων σε σειρά τομέων (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, χώροι στάθμευσης).

Για παράδειγμα, στην Αυστρία ασκήθηκε αγωγή παραλείψεως που αφορούσε τους καταχρηστικούς όρους που περιλαμβάνονταν στις τραπεζικές συμβάσεις μιας αυστριακής τράπεζας. Τον Αύγουστο του 2009 η τράπεζα ενημέρωσε τους πελάτες της στα αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών τους ότι τα τέλη των τρεχούμενων λογαριασμών θα αυξάνονταν από την 1η Οκτωβρίου σε ποσοστό ίσο με την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή για το 2008, δηλαδή κατά 3,2%. Η τράπεζα επικαλέστηκε τη ρήτρα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που υπήρχε στις τυποποιημένες συμβατικές της ρήτρες, η οποία της επέτρεπε να αυξάνει αυτομάτως τις τιμές για τις υπηρεσίες της μία φορά το έτος, ανάλογα με τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή. Η συγκεκριμένη αγωγή παραλείψεως είχε σημαντικό αντίκτυπο στους καταναλωτές, καθώς την άνοιξη του 2011 οι περισσότερες άλλες τράπεζες οι οποίες είχαν χρησιμοποιήσει παρόμοιους όρους, δεν αύξησαν αυτομάτως τις τιμές τους, πράγμα που ωφέλησε πολλά εκατομμύρια πελάτες των αυστριακών τραπεζών. Πρόκειται για ένα σαφές παράδειγμα επιτυχούς αγωγής παραλείψεως που είχε απτά αποτελέσματα, όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία, όχι μόνο για τον εναγόμενο αλλά και για τον οικονομικό τομέα στο σύνολό του. Επιπλέον, το όφελος για τους καταναλωτές ήταν εύκολο να αποτιμηθεί σε χρηματικούς όρους.

Μια άλλη περίπτωση στην οποία το όφελος που αποκόμισε ο καταναλωτής από την ευόδωση της διαδικασίας υπολογίστηκε σε χρηματικούς όρους είναι η υπόθεση Foxtons στο Ηνωμένο Βασίλειο (η οποία αφορούσε καταχρηστικές ρήτρες σε μισθωτήριες συμβάσεις με ιδιοκτήτες ακινήτων που μισθώνονται από καταναλωτές)[7]. Ο έλεγχος νομιμότητας στην περίπτωση αυτή αφορούσε την προμήθεια που εισέπραττε η Foxtons α) για την ανανέωση της μίσθωσης, β) για την πώληση του ακινήτου και γ) για την ανανέωση της μίσθωσης κατόπιν πωλήσεως του ακινήτου σε τρίτον. Το High Court αποφάνθηκε επισήμως ότι ορισμένοι όροι στις συμβάσεις της Foxtons ήταν καταχρηστικοί και απαγόρευσε στην Foxtons να εφαρμόζει αυτούς ή παρόμοιους όρους ή να τους περιλαμβάνει σε μελλοντικές συμβάσεις. Σύμφωνα με το Office of Fair Trading (OFT), το όφελος των καταναλωτών ανέρχεται σε 4,4 εκατομμύρια λίρες στερλίνες, μολονότι εκφράστηκε από έναν ερωτηθέντα και η άποψη ότι ο θετικός αντίκτυπος θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί δεκαπλάσιος έως εικοσαπλάσιος.

3.1.        Αποτελέσματα των αγωγών παραλείψεως σε μεμονωμένους καταναλωτές που θίγονται από παραβάσεις: δυνατότητες έννομης προστασίας στα διάφορα κράτη μέλη

Κατά γενικό κανόνα, η διαδικασία άσκησης αγωγής παραλείψεως που θεσπίζεται με την οδηγία δεν επιτρέπει στους καταναλωτές που έχουν υποστεί ζημία λόγω παράνομης πρακτικής να λάβουν αποζημίωση. Ωστόσο, οι δυνατότητες έννομης προστασίας των καταναλωτών που έχουν υποστεί ζημία από πρακτική εμπόρου η οποία κηρύσσεται παράνομη μετά την άσκηση αγωγής παραλείψεως ποικίλλει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. Ορισμένα κράτη μέλη μεταφέρουν, σε κάποιο βαθμό, τα αποτελέσματα της αγωγής παραλείψεως στους θιγόμενους καταναλωτές. Πολλοί από εκείνους που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο ή στη συνέντευξη υπογράμμισαν τη σημασία που έχει η επέκταση των αποτελεσμάτων των αγωγών παραλείψεως και σε μεμονωμένους καταναλωτές, πράγμα που θα τους έδινε την δυνατότητα να λάβουν κατάλληλη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν. Κατωτέρω περιγράφονται ορισμένες δυνατότητες έννομης προστασίας, τόσο ατομικού όσο και συλλογικού χαρακτήρα, οι οποίες είναι στη διάθεση των καταναλωτών στα διάφορα κράτη μέλη.

α) Ατομική έννομη προστασία

Στα περισσότερα κράτη μέλη δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ της αγωγής παραλείψεως και της χορήγησης αποζημίωσης στους καταναλωτές για τη ζημία που υπέστησαν λόγω της παράνομης πρακτικής. Επομένως, οι καταναλωτές τα δικαιώματα των οποίων παραβιάστηκαν πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους με προσφυγή σε τακτικό δικαστήριο, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά, στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχουν μηχανισμοί συλλογικής έννομης προστασίας. Επιπλέον, σε πολλά κράτη μέλη, τα δικαστήρια που εκδικάζουν την αγωγή αποζημίωσης των καταναλωτών δεν δεσμεύονται από την προηγούμενη απόφαση για την αγωγή παραλείψεως. Οι καταναλωτές που διεκδικούν αποζημίωση θα πρέπει να αποδείξουν την παράβαση, τη ζημία και τη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των δύο.

Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη η κατάσταση είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τη Βουλγαρική Επιτροπή Προστασίας των Καταναλωτών, οι καταναλωτές, όταν υποβάλλουν αγωγή αποζημίωσης, μπορούν να επικαλεστούν εκτελεστή δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε αγωγή παραλείψεως, όντας υποχρεωμένοι να αποδείξουν μόνο το μέγεθος της προκληθείσας ζημίας. Στο Λουξεμβούργο ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής παραλείψεως για να ζητήσει από τον ειρηνοδίκη («juge de paix») να του επιδικάσει αποζημίωση. Στην Ιρλανδία το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να υποχρεώσει τον έμπορο να καταβάλει αποζημίωση σε καταναλωτή ο οποίος έχει υποστεί ζημία λόγω ενεργειών του εμπόρου. Στη Μάλτα, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, μπορεί να διαταχθεί η επιστροφή των χρημάτων ή των άλλων περιουσιακών στοιχείων που έδωσε ενδεχομένως ο καταναλωτής.

Σε άλλα κράτη μέλη οι καταναλωτές που θίγονται από παράνομη πρακτική μπορούν να λάβουν αποζημίωση μέσω της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, και το δικαστήριο μπορεί στην περίπτωση αυτή να καθορίσει τον τρόπο αποζημίωσης των καταναλωτών που θίγονται από την παράνομη πρακτική, π.χ. υποχρεώνοντας τον έμπορο να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.

Στις Κάτω Χώρες ένα δικαστήριο δέχθηκε ότι ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς μιας εταιρείας θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί και για κάθε επιμέρους ενάγοντα, εφόσον αυτός ανήκε στην ομάδα ατόμων που αναφέρεται στην αγωγή. Αυτό σημαίνει ότι η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο μιας συλλογικής αγωγής σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της επίμαχης συμπεριφοράς μπορεί να αποτελέσει σημείο αφετηρίας για την ανάληψη περαιτέρω δικαστικής δράσης. Η διαδικασία των αγωγών παραλείψεως βοήθησε λοιπόν έναν μεμονωμένο ενάγοντα να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του εναγομένου.

β) Συλλογική έννομη προστασία

Σε ορισμένα από τα κράτη μέλη στα οποία υπάρχουν συστήματα συλλογικής έννομης προστασίας, η επιτυχής άσκηση αγωγής παραλείψεως, πέραν των αναφερθέντων στο προηγούμενο σημείο συνήθων αποτελεσμάτων της, μπορεί να έχει ορισμένες συνέπειες και σε συλλογική αγωγή που ασκήθηκε από τους θιγόμενους καταναλωτές για τη διεκδίκηση αποζημίωσης συνεπεία της παράνομης πρακτικής.

Στην Ισπανία είναι δυνατόν να επισυναφθεί στην αγωγή παραλείψεως αίτημα επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν από τους καταναλωτές συνεπεία παράνομης πρακτικής, ενώ η απόφαση που κηρύσσει μια πρακτική παράνομη καθορίζει επίσης, στην περίπτωση αυτή, την αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί από τον έμπορο. Αν οι θιγόμενοι καταναλωτές έχουν προσδιοριστεί, το δικαστήριο καθορίζει το ποσό που πρέπει να λάβει ο καθένας απ’ αυτούς. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα δικονομικά εμπόδια, πράγμα που δυσχεραίνει στην πράξη τον συνδυασμό της αγωγής παραλείψεως με την αίτηση αποζημίωσης.

Στις Κάτω Χώρες φορείς που ενεργούν εξ ονόματος καταναλωτών οι οποίοι έχουν υποστεί ζημία μπορούν να ζητήσουν την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης που θα διαπιστώνει τη διάπραξη παράβασης από τον διάδικο που προκάλεσε τη ζημία. Αυτή η αναγνωριστική απόφαση θεωρείται κίνητρο για τους διαδίκους προκειμένου, αφενός, να καταλήξουν σε διακανονισμό και, αφετέρου, να προσδώσουν στον διακανονισμό δεσμευτικό χαρακτήρα με τη χρήση του ολλανδικού νόμου περί συλλογικών αγωγών (Wcam)[8]. Βάσει του νόμου του 2005 περί συλλογικού διακανονισμού συλλογικών ζημιών, το εφετείο του Άμστερνταμ μπορεί να δώσει δεσμευτικό χαρακτήρα, για όλα τα μέλη της θιγόμενης ομάδας, σε συμφωνία διακανονισμού των συλλογικών ζημιών μεταξύ του φορέα που εκπροσωπεί τα συλλογικά συμφέροντα των θιγομένων και του προσώπου που προκάλεσε τη ζημία. Το σημείο αφετηρίας είναι η σύναψη συμφωνίας για τη διεκδίκηση αποζημίωσης λόγω συλλογικής ζημίας. Τα μέρη που συνάπτουν αυτή τη συμφωνία υποβάλλουν από κοινού αίτηση στο δικαστήριο του Άμστερνταμ ζητώντας του να κηρύξει τη συμφωνία δεσμευτική. Κρίσιμη σημασία για τον νόμο Wcam έχει το γεγονός ότι, από τη στιγμή που το δικαστήριο κηρύξει τη συμφωνία δεσμευτική, η συμφωνία διακανονισμού δεσμεύει το σύνολο της ομάδας των θυμάτων. Ωστόσο, υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης από τη συμφωνία («opt out»). Ένας από τους περιορισμούς του συστήματος αυτού είναι ότι λειτουργεί μόνο αν τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και η έκδοση απόφασης που διαπιστώνει τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς δεν αρκεί πάντοτε για να εξασφαλιστεί η επίτευξη διακανονισμού.

Στη Βουλγαρία οι ζημιωθέντες μπορούν να υποβάλουν αίτηση αποζημίωσης ταυτόχρονα με την αγωγή παραλείψεως. Το δικαστήριο τάσσει προθεσμία εντός της οποίας οι ζημιωθέντες μπορούν να δηλώσουν ότι θα λάβουν μέρος στη διαδικασία. Μετά την έκδοση της απόφασής του, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει την καταβολή αποζημίωσης στους ζημιωθέντες. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι δεσμευτική για τον δράστη της παράβασης, για τους ενάγοντες και για όλα τα άτομα που υπέστησαν ζημία από την ίδια παράβαση και δεν έχουν δηλώσει ότι θα ασκήσουν ατομική αγωγή. Η αγωγή παραλείψεως προηγείται της αγωγής αποζημίωσης. Αν η αγωγή παραλείψεως ευδοκιμήσει, μια ομάδα καταναλωτών μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης. Σ’ αυτή τη (νέα) δικαστική διαδικασία δεν χρειάζεται να αποδείξουν την παράβαση της νομοθεσίας (παράνομη πρακτική ή καταχρηστική ρήτρα)· πρέπει να αποδείξουν μόνο το μέγεθος της προκληθείσας ζημίας. Παρόλο που η αντιπροσωπευτική αγωγή μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας με την αγωγή παραλείψεως ή σε ξεχωριστή διαδικασία, τα δικαστήρια διαχωρίζουν αρκετά συχνά τις δύο αγωγές σε χωριστές διαδικασίες.

Στη Σουηδία κεντρικό ρόλο στη συλλογική έννομη προστασία των καταναλωτών διαδραματίζει επίσης ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να ασκήσει ομαδική αγωγή αποζημίωσης εξ ονόματος πολλών καταναλωτών σε διαδικασίες αγωγών παραλείψεως. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων.

4.           ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ

Τα εμπόδια που υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα των αγωγών παραλείψεως μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες κατηγορίες: χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι, διάρκεια της διαδικασίας, πολυπλοκότητα της διαδικασίας, περιορισμένο νομικό αποτέλεσμα των αποφάσεων και εκτέλεση των αποφάσεων.

4.1.        Χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τις διαδικασίες

Το κόστος της διαδικασίας αναφέρεται ως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που εμποδίζουν την ευρύτερη χρήση των αγωγών παραλείψεως. Μολονότι σε όλες τις χώρες τα δικαστικά έξοδα είναι γενικώς χαμηλά και οι δικηγόροι δεν ζητούν υπερβολικές αμοιβές, ωστόσο το κόστος παραμένει σημαντικός αποτρεπτικός παράγοντας, κυρίως λόγω της αρχής ότι ο διάδικος που ηττάται καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Για να περιοριστεί ο κίνδυνος καταβολής των εξόδων του αντιδίκου, έρχονται στα δικαστήρια μόνο οι περιπτώσεις που είναι σίγουρο ότι θα κερδηθούν. Ωστόσο, οι νομιμοποιούμενοι φορείς που έχουν καλύτερη χρηματοδότηση αποδέχονται περιστασιακά να φέρουν μια υπόθεση στα δικαστήρια, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο της ήττας, όταν διακυβεύεται κάποιο ζήτημα αρχής. Αλλά ακόμη και η δικαστική νίκη δεν απαλλάσσει τους νομιμοποιούμενους φορείς από κάθε χρηματοοικονομικό κίνδυνο: οι ενδιαφερόμενοι αναφέρουν και τον κίνδυνο μη επιστροφής των δικαστικών εξόδων ακόμη και σε περίπτωση δικαστικής νίκης του ενάγοντος, διότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα. Εξάλλου, σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως στην Αυστρία, ο διάδικος που ασκεί την αγωγή παραλείψεως υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση αν η απόφαση που ελήφθη σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ανατραπεί στην συνέχεια κατά την κύρια διαδικασία.

Ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος τον οποίο συνεπάγονται οι αγωγές παραλείψεως μετριάζεται σε ορισμένα κράτη μέλη στα οποία οι οργανώσεις που προασπίζουν συλλογικά συμφέροντα απαλλάσσονται από την καταβολή δικαστικών εξόδων, ενώ μπορούν ακόμη και να ζητήσουν επιδότηση στο πλαίσιο του γενικού συστήματος νομικής συνδρομής (ευεργέτημα πενίας). Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Ισπανία και είναι επίσης υπό εξέταση στις Κάτω Χώρες. Στην Ισπανία, το εν λόγω δικαίωμα νομικής συνδρομής περιλαμβάνει τις αμοιβές των δικηγόρων, τη δημοσίευση αγγελιών ή ανακοινώσεων, την έκδοση αντιγράφων, πιστοποιητικών κ.λπ. Ωστόσο, ακόμη και στα κράτη μέλη στα οποία οι οργανώσεις των καταναλωτών επωφελούνται από συστήματα ευεργετήματος πενίας, η πληρωμή για τις ανακοινώσεις στα μέσα ενημέρωσης οι οποίες είναι απαραίτητες όταν οι οργανώσεις των καταναλωτών, πέραν της αγωγής παραλείψεως, ασκούν συλλογικές αγωγές αποζημίωσης, είναι ένα από τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ενώσεις καταναλωτών, δεδομένου ότι τα έξοδα αυτά δεν επιστρέφονται.

Στη Βουλγαρία οι οργανώσεις των καταναλωτών δεν λαμβάνουν καμία επιδότηση για δικαστικές διαδικασίες, αλλά προβλέπεται χρηματοδότηση των οργανώσεων των καταναλωτών ανάλογα με τις ενέργειες που έχουν αναλάβει υπέρ των καταναλωτών κατά το προηγούμενο έτος. Ένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την κατανομή της κρατικής επιδότησης που χορηγείται στις οργανώσεις των καταναλωτών είναι ο αριθμός των αγωγών παραλείψεως που άσκησαν στα δικαστήρια κατά το προηγούμενο έτος. Επιπλέον, στη Βουλγαρία υπάρχουν πρόσθετα κριτήρια που καθορίζονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας όσον αφορά το παραδεκτό των αιτήσεων, σύμφωνα με τα οποία οι «νομιμοποιούμενοι φορείς» πρέπει να αποδείξουν την ικανότητά τους να αναλάβουν τις δαπάνες που συνδέονται με τη διεξαγωγή της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων.

4.2.        Διάρκεια της διαδικασίας

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η διάρκεια της διαδικασίας. Η διάρκεια που θα ήταν αποδεκτή διαφέρει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διάρκεια της διαδικασίας δεν συνδέεται τόσο με τον ίδιο τον μηχανισμό της αγωγής παραλείψεως όσο με την εγγενή βραδύτητα των διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Στη Σουηδία η ύπαρξη ενός ειδικού δικαστηρίου, του Αγορανομικού Δικαστηρίου, το οποίο ασχολείται κυρίως με αγωγές παραλείψεως που ασκούνται για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, εγγυάται μια σχετικά ταχεία διαδικασία στις περιπτώσεις αυτές. Ωστόσο, η μέση διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Αγορανομικού Δικαστηρίου εξακολουθεί να είναι περίπου 11 με 12 μήνες. Σε άλλα κράτη μέλη, η διάρκεια της όλης διαδικασίας, που περιλαμβάνει τρεις ακροαματικές διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου, μπορεί να υπερβαίνει ακόμη και τα 5 έτη σε ορισμένες περίπλοκες υποθέσεις.

Ένα άλλο εμπόδιο που έχει σχέση με τη διάρκεια της διαδικασίας είναι το πότε μπορεί να ζητηθεί η εκτέλεση. Για παράδειγμα, στην Ισπανία, μολονότι ο νόμος προβλέπει ως γενικό κανόνα την προσωρινή εκτέλεση κάθε δικαστικής απόφασης, και δεν υπάρχουν για τις συλλογικές αγωγές ειδικοί κανόνες που να έρχονται σε αντίθεση με τον εν λόγω γενικό κανόνα, τα δικαστήρια διατάσσουν συνήθως την απαγόρευση της εκτέλεσης λόγω του προσωρινού χαρακτήρα των σχετικών αποφάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς υποχρεούνται να περιμένουν μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης.

Στη Βουλγαρία, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το 2008, προβλέπεται ότι οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται επί αγωγών παραλείψεως, αν εφεσιβληθούν, μπορούν να εκτελεστούν μόνο μετά την έκδοση απόφασης από το τριτοβάθμιο δικαστήριο.

4.3.        Πολυπλοκότητα της διαδικασίας

Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι παράγοντες και εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι ένας άλλος σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας για την ευρύτερη χρήση των αγωγών παραλείψεως είναι η πολυπλοκότητα, πραγματική ή εικαζόμενη, της διαδικασίας. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται στις διασυνοριακές υποθέσεις, λόγω της άγνοιας των κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου που ισχύουν στα άλλα κράτη μέλη.

Στο πλαίσιο αυτό, ένα από τα προβλήματα που ανέφεραν για τις διασυνοριακές υποθέσεις οι ενδιαφερόμενοι παράγοντες και οι εμπειρογνώμονες είναι η δυσκολία εφαρμογής των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, και ιδίως των κανόνων που αφορούν τη δικαιοδοσία (κανονισμός 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, «Βρυξέλλες I»[9]) και το εφαρμοστέο δίκαιο (κανονισμός αριθ. 864/2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, «Ρώμη ΙΙ»[10]). Είναι δύσκολο να κατανοηθεί από τις παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων παραγόντων αν αυτό οφείλεται σε έλλειψη γνώσεων, σε απειρία ή στην ανεπάρκεια του νόμου. Η εναρμόνιση των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σε επίπεδο Ένωσης έχει αναμφίβολα αυξήσει την ασφάλεια δικαίου σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από ένα ή δύο χρόνια, όταν κάθε κράτος μέλος εφάρμοζε τους δικούς του κανόνες. Ωστόσο, παρά την εναρμόνιση των κανόνων αυτών, ενδέχεται να εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων αυτών ενόσω δεν υπάρχουν περαιτέρω διευκρινίσεις από το Δικαστήριο της ΕΕ σχετικά με την εφαρμογή τους, ιδίως όσον αφορά τον κανονισμό για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές «Ρώμη ΙΙ», που άρχισε να εφαρμόζεται πολύ πρόσφατα στην Ένωση.

Η πολυπλοκότητα των αγωγών παραλείψεως στις διασυνοριακές περιπτώσεις συνδυάζεται με άλλα προβλήματα πρακτικότερης φύσης, όπως τα γλωσσικά εμπόδια καθώς και η δυσκολία πρόσβασης σε στοιχεία της εταιρείας στο εξωτερικό. Ένα πρόβλημα είναι να εντοπιστεί ο αλλοδαπός έμπορος και να βρεθεί η διεύθυνσή του. Αυτό καθιστά πιο δύσκολη την αποστολή προειδοποιητικών εξωδίκων ή την κατάθεση αγωγής. Ακόμη και αν ο έμπορος ταυτοποιηθεί, η επίδοση εγγράφων σε ξένες εταιρείες μπορεί να διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι ανεπιτυχής, ιδίως όταν οι εμπορευόμενοι παρέχουν μόνο αριθμούς ταχυδρομικών θυρίδων ή ψευδείς διευθύνσεις[11].

4.4.        Περιορισμένο αποτέλεσμα των αποφάσεων

Σε πολλά κράτη μέλη η απόφαση είναι δεσμευτική μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση και τους συγκεκριμένους διαδίκους.

Σε ορισμένα κράτη μέλη αυτή η αρχή εφαρμόζεται πιο ελαστικά, ιδιαίτερα όσον αφορά την ακυρότητα των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών. Η Γαλλία αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα αυστηρής εφαρμογής της αρχής αυτής, δεδομένου ότι η ακύρωση των καταχρηστικών ρητρών επηρεάζει μόνο τις μελλοντικές συμβάσεις του εμπόρου, πράγμα που καθιστά άνευ αντικειμένου την άσκηση αγωγής για την κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών, όταν η επίμαχη συμβατική ρήτρα δεν προτείνεται πλέον από τον έμπορο στον καταναλωτή.

Στην Ισπανία, όταν μια ρήτρα κηρυχθεί καταχρηστική, καθίσταται άκυρη ex tunc, πράγμα που συνεπάγεται επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων και υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από τους θιγόμενους καταναλωτές βάσει της καταχρηστικής ρήτρας. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα δικαστήρια έκριναν ότι τα αποτελέσματα της ακύρωσης πρέπει να επεκταθούν και σε άλλες εταιρείες που εφαρμόζουν τον ίδιο συμβατικό όρο.

Ένα άλλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής της αγωγής παραλείψεως δεν καλύπτει όλη την Ευρώπη, πράγμα που σημαίνει ότι οι απατεώνες έμποροι μπορούν να μετακινούνται από κράτος μέλος σε κράτος μέλος και να συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους. Ένας ενδιαφερόμενος ανέφερε επίσης ότι, σε πολλές έννομες τάξεις, δεν είναι δυνατή η άσκηση αγωγής κατά μεμονωμένων ατόμων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το OFT μπορεί να ασκήσει αγωγή για παραπλανητική διαφήμιση κατά «παντός προσώπου» που συμμετέχει στη διάδοση της διαφήμισης (π.χ. διευθυντές και ανώτερα διευθυντικά στελέχη εταιρειών).

4.5.        Εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων

Οι δυσκολίες που επισημάνθηκαν στα προηγούμενα σημεία αφορούν κυρίως το αναγνωριστικό στάδιο της διαδικασίας άσκησης αγωγής παραλείψεως. Ως εκ τούτου, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι, όταν τα εμπόδια ξεπεραστούν και ο νομιμοποιούμενος φορέας έχει λάβει τελική θετική απόφαση από το δικαστήριο, η υπόθεση έχει επιλυθεί. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αληθές, διότι σε πολλές περιπτώσεις η έκδοση θετικής απόφασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως της εκτέλεσή της και τον τερματισμό της παράβασης. Πολλοί ενδιαφερόμενοι υπογράμμισαν τη δυσκολία που παρουσιάζει η εκτέλεση των εκδιδόμενων αποφάσεων, ιδίως όταν ο πωλητής ή ο πάροχος υπηρεσιών αδιαφορεί για την απόφαση, ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που επιβάλλονται. Η πείρα έχει δείξει ότι οι παραβάσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μόνο όταν οι έμποροι φοβούνται ότι θα τους επιβληθεί κύρωση επαρκώς αποτρεπτική, που θα εκτελεστεί πραγματικά. Αν η κύρωση δεν είναι επαρκώς αποτρεπτική, πολλοί έμποροι αποδέχονται συνειδητά το κόστος των νομικών διαδικασιών, το οποίο είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με τα κέρδη που πραγματοποιούν.

Οι κυρώσεις που επιβάλλονται για μη συμμόρφωση με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στα πλαίσια αγωγών παραλείψεως ποικίλλουν από κράτος μέλος σε κράτος μέλος, αλλά δεν θεωρούνται γενικά επαρκώς αποτρεπτικές. Στις Κάτω Χώρες είναι δυνατόν να επιβληθεί η καταβολή ενός κατ’ αποκοπή ποσού σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απόφαση του δικαστηρίου. Όταν συμβαίνει αυτό, και επιβάλλεται η καταβολή κατ’ αποκοπή ποσού, το ποσό αυτό δίνεται στον αντίδικο. Στη Σουηδία οι αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια αγωγών παραλείψεως προβλέπουν την επιβολή προστίμου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Στη Βουλγαρία όποιος δεν συμμορφώνεται με απόφαση που εκδίδεται στα πλαίσια αγωγής παραλείψεως τιμωρείται σε χρηματική ποινή ύψους από 5.000 έως 23.000 βουλγαρικά λέβα (BGN)[12]. Στην Ισπανία, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, προβλέπεται ημερήσια χρηματική ποινή που κυμαίνεται από 600 έως 60.000 ευρώ ανά ημέρα καθυστέρησης της εφαρμογής της απόφασης του δικαστηρίου. Θεωρητικά, όποιος αρνείται επίμονα να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση μπορεί να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο ποινικών κυρώσεων στην Ισπανία, αλλά, εξ όσων γνωρίζουμε, αυτό δεν συνέβη ποτέ σε υπόθεση σχετιζόμενη με αγωγή παραλείψεως.

5.           ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ

5.1.        Εισαγωγή

Παρά τους περιορισμούς τους, οι αγωγές παραλείψεως θεωρούνται από τη συντριπτική πλειονότητα των ενδιαφερόμενων φορέων και των εμπειρογνωμόνων χρήσιμο εργαλείο με αξιόλογη προοπτική, αν αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν.

Στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Φεβρουαρίου 2012 με θέμα «Προς μια συνεκτική ευρωπαϊκή προσέγγιση των μέσων συλλογικής έννομης προστασίας», το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι «τα ασφαλιστικά μέτρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία των δικαιωμάτων που οι πολίτες και οι εταιρείες απολαμβάνουν δυνάμει του δικαίου της ΕΕ και πιστεύει ότι οι μηχανισμοί που θεσπίστηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, καθώς και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά ώστε να ενισχυθεί η συνεργασία και η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις».

Πιθανά μέτρα που προτείνονται από τους ενδιαφερόμενους φορείς για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγωγών παραλείψεως:

α) Μέτρα μη νομοθετικού χαρακτήρα

Υπάρχουν μέτρα που μπορούν να αυξήσουν τη χρήση των αγωγών παραλείψεως και την αποτελεσματικότητά τους, χωρίς αλλαγή του νομικού πλαισίου, είτε σε ευρωπαϊκό είτε σε εθνικό επίπεδο. Ένα τέτοιο μέτρο είναι η διοργάνωση εκστρατειών ευαισθητοποίησης και κατάρτισης των νομιμοποιούμενων φορέων στη χρήση των αγωγών παραλείψεως, καθώς πολλοί απ’ αυτούς δεν διαθέτουν επαρκείς γνώσεις για τη χρήση τους. Στο ίδιο πνεύμα, ορισμένοι ενδιαφερόμενοι προτείνουν την καθιέρωση μηχανισμών (π.χ. ενός ιστοτόπου) που θα εξασφαλίζουν ευρύτερη δημοσιότητα στις υποθέσεις αγωγών παραλείψεως σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτός ο ιστότοπος θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει πληροφορίες για το πεδίο εφαρμογής των αγωγών παραλείψεως και για τις διαδικασίες στα διάφορα κράτη μέλη, με μετάφραση σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.

β) Πιθανές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο

Οι περισσότεροι παράγοντες του τομέα πιστεύουν ότι η οδηγία είναι μια απλή και άρτια νομοθετική πράξη. Ωστόσο, φαίνεται ότι το επίπεδο χρήσης και αποτελεσματικότητας των αγωγών παραλείψεως ποικίλλει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος περισσότερο απ’ ό,τι θα ήταν επιθυμητό. Η οδηγία περιέχει ορισμένους βασικούς κανόνες, αλλά αφήνει στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο για να καθορίσουν τα χαρακτηριστικά των αγωγών παραλείψεως, συμπεριλαμβανομένων των δικονομικών κανόνων, καθώς επίσης το πεδίο εφαρμογής τους και τα αποτελέσματά τους. Η άνιση αποτελεσματικότητα των αγωγών παραλείψεως στα διάφορα κράτη μέλη απορρέει κυρίως από διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει την οδηγία στο εθνικό δίκαιο και από διαφορές όσον αφορά το δικονομικό και το ουσιαστικό τους δίκαιο. Αρκετοί από τους ερωτηθέντες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων δημόσιων αρχών των κρατών μελών, εισηγούνται μεγαλύτερο βαθμό εναρμόνισης (όσον αφορά τις προθεσμίες άσκησης της αγωγής, την προθεσμία έκδοσης της δικαστικής απόφασης και τα έξοδα) στις διαδικασίες αγωγών παραλείψεως των διαφόρων κρατών μελών, τουλάχιστον για τις διασυνοριακές υποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν σκόπιμο να εισαχθούν και σε άλλα κράτη όσες από τις διατάξεις που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγωγών παραλείψεως.

Οι ενδιαφερόμενοι πρότειναν μια σειρά από πιθανά μέτρα που θα εξασφάλιζαν τη συχνότερη και αποτελεσματικότερη χρήση των αγωγών παραλείψεως. Προτάθηκε να υιοθετηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο κάποια από τα μέτρα που υφίστανται ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη. Τα πιο σημαντικά από τα μέτρα αυτά είναι τα εξής:

1.           Επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας σε όλους τους κανόνες περί προστασίας των καταναλωτών. Αρκετοί ενδιαφερόμενοι τάσσονται υπέρ της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των αγωγών παραλείψεως πέραν του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα, όπως συμβαίνει ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη. Για παράδειγμα, η νομοθεσία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων θεωρείται όλο και περισσότερο ως «νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή».

2.           Επέκταση των αποτελεσμάτων των αποφάσεων. Οι περισσότεροι παράγοντες του τομέα θεωρούν ότι οι καταναλωτές πρέπει να επωφελούνται άμεσα από τις αποφάσεις που εκδίδονται έπειτα από επιτυχή άσκηση αγωγής παραλείψεως, αντί να υποχρεούνται να ασκήσουν νέα αγωγή για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Πρέπει να εισαχθούν στην οδηγία σαφείς διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα αποζημίωσης των καταναλωτών, με διευκρίνιση του τρόπου διεκδίκησης της αποζημίωσης. Επιπλέον, η περίοδος παραγραφής των απαιτήσεων των καταναλωτών που θίγονται από την παράβαση του νόμου πρέπει να αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της αγωγής παραλείψεως. Αν μια συμβατική ρήτρα κηρυχθεί παράνομη, το αποτέλεσμα της απόφασης αυτής θα πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις παρόμοιες τρέχουσες και μελλοντικές συμβάσεις (αυτό συμβαίνει ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη).

3.           Ταχεία διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Αρκετοί παράγοντες του τομέα τάχθηκαν υπέρ της θέσπισης μιας διάταξης με την οποία θα απαιτείται η υποχρεωτική χρήση ταχείας διαδικασίας για όλες τις αγωγές παραλείψεως, και όχι μόνο «όταν ενδείκνυται», όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 της οδηγίας. Ωστόσο, επειδή οι διαφορετικές εθνικές νομοθεσίες δεν αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο την έννοια «ταχεία διαδικασία», η οδηγία θα πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις για την ταχεία διαδικασία, π.χ. σχετικά με τις προθεσμίες έκδοσης της δικαστικής απόφασης για την αγωγή παραλείψεως.

4.           Δικαίωμα ενημέρωσης. Αρκετοί παράγοντες του τομέα ανέφεραν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης στην επωνυμία και την έδρα των επιχειρήσεων που ενέχονται σε παράνομες πρακτικές. Οι εταιρείες πρέπει να υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση των ενδιαφερομένων τις τυποποιημένες συμβάσεις που χρησιμοποιούν, όπως συμβαίνει στην Ισπανία, όπου οι τυποποιημένοι συμβατικοί όροι πρέπει να καταχωρίζονται στο «Registro de Condiciones Generales de la Contratación». Οι περισσότεροι παράγοντες του τομέα φρονούν επίσης ότι οι αποφάσεις πρέπει να δημοσιεύονται, για να ενημερώνονται οι καταναλωτές και να αποτρέπονται οι έμποροι. Αυτό συμβαίνει ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη.

5.           Χρηματοδότηση. Οι περισσότεροι παράγοντες του τομέα θεωρούν ότι η αρχή «ο ηττημένος πληρώνει» πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται για τις αγωγές παραλείψεως. Ωστόσο, ορισμένοι επισημαίνουν ότι η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο ευέλικτο, ευνοϊκό για τους νομιμοποιούμενους φορείς, όπως συμβαίνει σε ορισμένα κράτη μέλη.

6.           Η εκτέλεση των αποφάσεων πρέπει να βελτιωθεί. Προς τον σκοπό αυτόν, αρκετοί παράγοντες του τομέα θεωρούν ότι πρέπει να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να επιβάλλουν αποτρεπτικές κυρώσεις για μη συμμόρφωση με αποφάσεις που εκδίδονται επί αγωγών παραλείψεως, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν είναι προσοδοφόρες για τους εμπόρους.

Τέλος, διάφοροι παράγοντες του τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων αρχών ορισμένων κρατών μελών, επισήμαναν ότι πρέπει να θεσπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένας μηχανισμός συλλογικής έννομης προστασίας των καταναλωτών, πέραν των πιθανών βελτιώσεων των αγωγών παραλείψεως.

6.           ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις, η Επιτροπή συνάγει τα ακόλουθα συμπεράσματα σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας:

Παρά τους περιορισμούς τους, οι αγωγές παραλείψεως αποτελούν χρήσιμο εργαλείο για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Οι νομιμοποιούμενοι φορείς συνειδητοποιούν σταδιακά τις δυνατότητες που τους προσφέρει η οδηγία και εξοικειώνονται με τη χρήση της.

Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το επίπεδο χρήσης και αποτελεσματικότητας των αγωγών παραλείψεως. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και στα κράτη μέλη στα οποία οι αγωγές παραλείψεως θεωρούνται αρκετά αποτελεσματικές και χρησιμοποιούνται ευρέως, το δυναμικό τους δεν αξιοποιείται πλήρως, λόγω ορισμένων αδυναμιών που επισημαίνονται στην παρούσα έκθεση. Οι πιο σημαντικές αδυναμίες είναι οι εξής: το υψηλό κόστος της διαδικασίας, η διάρκεια της διαδικασίας, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών, τα σχετικώς περιορισμένα αποτελέσματα των αποφάσεων που εκδίδονται για τις αγωγές παραλείψεως και η δυσκολία επιβολής τους. Οι δυσκολίες αυτές είναι ακόμη πιο έντονες όταν πρόκειται για αγωγές παραλείψεως που έχουν διασυνοριακή διάσταση.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τα ζητήματα που τέθηκαν από τους παράγοντες του τομέα και τις προτάσεις τους για την αντιμετώπισή τους. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί την εφαρμογή της οδηγίας στα κράτη μέλη. Θα εξετάσει περαιτέρω τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, των προβλημάτων που εντοπίζονται στην παρούσα έκθεση και τον τρόπο βελτίωσης του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν αρκετά ισχυροί λόγοι για να προτείνει τροποποιήσεις της οδηγίας στο στάδιο αυτό και θα επανεξετάσει την κατάσταση κατά την κατάρτιση της επόμενης έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή της.

[1]               Το κείμενο της οδηγίας (ΕΕ L 110 της 1.5.2009, σ. 30-36) υπάρχει στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:32009L0022:EN:NOT.

[2]               ΕΕ 364 της 9.12.2004, σ.1-11.

[3]               Μελέτη για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/22/ΕΚ περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, που εκπονήθηκε από την IBF International Consulting.

[4]               ΕΕ C 97 της 31.3.2012.

[5]               Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II), ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 40-49.

[6]               Associação Portuguesa para a Defesa do Consumidor.

[7]               http://www.oft.gov.uk/OFTwork/consumer-enforcement/consumer-enforcement-completed/foxtons

[8]               Wet collectieve afwikkeling massaschade.

[9]               ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1-23.

[10]             ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 40-49.

[11]             Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 και αριθ. 1206/2001 έχουν αυξήσει την ταχύτητα και την ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τη διασυνοριακή επίδοση εγγράφων και διεξαγωγή αποδείξεων.

[12]             Από 2.556 έως 11.759 ευρώ, σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία της 21ης Ιουνίου 2012.