ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις /* COM/2012/065 final */
ΕΚΘΕΣΗ
ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΠΡΟΣ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα
με το άρθρο 18 της
οδηγίας 2003/48/ΕΚ
του Συμβουλίου
για τη
φορολόγηση των
υπό μορφή
τόκων εισοδημάτων
από
αποταμιεύσεις
1.
Εισαγωγή
Το
άρθρο 18 της
οδηγίας 2003/48/ΕΚ
του
Συμβουλίου,
της 3ης Ιουνίου
2003, για τη
φορολόγηση των
υπό μορφή
τόκων
εισοδημάτων από
αποταμιεύσεις
(εφεξής «η
οδηγία για τις
καταθέσεις» ή «η
οδηγία»)[1]
ορίζει ότι «Η
Επιτροπή
υποβάλλει κάθε
τρία έτη
έκθεση σχετικά
με την
εφαρμογή της
παρούσας
οδηγίας.
Βάσει αυτών
των εκθέσεων, η
Επιτροπή προτείνει
στο Συμβούλιο,
εάν συντρέχει
λόγος, τις τροποποιήσεις
της οδηγίας
που κρίνονται
αναγκαίες
προκειμένου να
διασφαλιστεί η
καλύτερη πραγματική
φορολόγηση των
εισοδημάτων
από αποταμιεύσεις,
καθώς και η
εξάλειψη των
ανεπιθύμητων
στρεβλώσεων
του ανταγωνισμού.» Η
έκθεση της
πρώτης
ανασκόπησης[2]
καταρτίστηκε
το 2008 (εφεξής
«έκθεση του 2008»)[3] και
κάλυψε την
μεταφορά της
οδηγίας στο
εσωτερικό
δίκαιο και την
εφαρμογή της,
συνοψίζοντας
την οικονομική
αξιολόγηση[4] και
τις απόψεις
της Επιτροπής
σχετικά με την
ανάγκη για
αλλαγές. Οι
αναγκαίες
αλλαγές που
εντοπίστηκαν
στην έκθεση
του 2008
αποσκοπούσαν
κυρίως στην
αποσαφήνιση
ορισμένων
ζητημάτων
ερμηνείας και
στο κλείσιμο
ορισμένων
υφιστάμενων
κενών. Προς το
σκοπό αυτό η
Επιτροπή
εξέδωσε στις 13
Νοεμβρίου 2008
πρόταση
τροποποίησης[5]
(εφεξής «η
πρόταση») της
οδηγίας με
στόχο την
κάλυψη υφιστάμενων
κενών και την
καλύτερη
πρόληψη της φοροδιαφυγής.
Η
έκθεση για την
παρούσα
δεύτερη
ανασκόπηση
καλύπτει
κυρίως τη
λειτουργία και
την οικονομική
αξιολόγηση της
οδηγίας. Οι
κύριες
διαπιστώσεις
του παρόντος
εγγράφου, δηλ. η
ευρεία χρήση
εξωχώριων
δικαιοδοσιών
για ενδιάμεσες
οντότητες και
η αύξηση σε
αγορές ζωτικής
σημασίας που
παρέχουν
προϊόντα
συγκρίσιμα με
πιστωτικούς
τίτλους
ενισχύουν τα
επιχειρήματα
υπέρ της επέκτασης
του πεδίου
εφαρμογής της
οδηγίας και
των συναφών
συμφωνιών που
συνάφθηκαν
σύμφωνα με το
άρθρο 17 της
οδηγίας. Οι εν
λόγω
διαπιστώσεις
συνάδουν
επίσης με την πολιτική
δέσμευση που
εξέφρασε η G20
όσον αφορά την προώθηση
της
συμμόρφωσης με
τα διεθνή
πρότυπα ανταλλαγής
φορολογικών
και
χρηματοπιστωτικών
πληροφοριών
και την χρήση
όλων των
αντιμέτρων που
διατίθενται
για την
καταπολέμηση
των
φορολογικών
παραδείσων και
τις μη
συνεργαζόμενες
δικαιοδοσίες
που δεν
συμμορφώνονται
με τα εν λόγω
πρότυπα. Το
έγγραφο
εργασίας των υπηρεσιών
της Επιτροπής
που συνοδεύει
την παρούσα
έκθεση
περιέχει
περισσότερες
λεπτομέρειες για
τα πραγματικά
περιστατικά
που αφορούν τα
ζητήματα που
καλύπτονται
στη συνέχεια.
2.
Μεταφορά
στην εθνικη
νομοθεσια και
εφαρμογή της οδηγίας
Στην
πρώτη
ανασκόπηση η Επιτροπή
συμπέρανε ότι
όλα τα κράτη
μέλη είχαν μεταφέρει
την οδηγία[6] στο
εθνικό τους
δίκαιο και
είχαν αρχίσει
να εφαρμόζουν
τους κανόνες
εφαρμογής από
τις προβλεπόμενες
ημερομηνίες
(δηλ. από την 1η
Ιουλίου 2005 και,
για την
Βουλγαρία και
τη Ρουμανία από
την 1η
Ιανουαρίου 2007). Η
Επιτροπή
κίνησε
διαδικασίες
επί παραβάσει
κατά
μεμονωμένων
κρατών μελών
για συγκεκριμένα
στοιχεία των
οικείων
κανόνων
εφαρμογής,
διαδικασίες οι
οποίες
περατώθηκαν
μόνο μετά την
επιβεβαίωση
των κρατών
μελών ότι οι εν
λόγω κανόνες
είχαν
ευθυγραμμιστεί
με την οδηγία.
Προς το παρόν δεν
υπάρχουν
εκκρεμούσες
διαδικασίες
επί παραβάσει. Στη
συνάντηση του
Συμβουλίου
Οικονομικών
και Δημοσιονομικών
Υποθέσεων (ECOFIN)
της 7ης
Δεκεμβρίου 2010, η
Επιτροπή
δεσμεύτηκε να
παρουσιάσει
ειδική έκθεση
μέχρι το μέσον
του 2011 σχετικά με
την ορθή και
αποτελεσματική
εφαρμογή της
οδηγίας από τα
κράτη μέλη. Βάσει
των απαντήσεων
που έλαβε σε
ερωτηματολόγιο
το οποίο
απεστάλη σε
όλα τα κράτη
μέλη, οι
υπηρεσίες της
Επιτροπής
κατάρτισαν την
εν λόγω έκθεση (SEC
2011 (775) τελικό[7])
που
διαβιβάστηκε
στο Συμβούλιο
στις 14 Ιουνίου 2011. Από
την ανάλυση
των απαντήσεων
των κρατών
μελών προκύπτει
ότι ορισμένες
από τις
διατάξεις της
οδηγίας έχουν
ερμηνευθεί
διαφορετικά
από τα κράτη μέλη.
Ορισμένοι από
τους κινδύνους
της διαφορετικής
ερμηνείας που
υπογραμμίστηκαν
με αυτό τον
τρόπο είχαν
ήδη εντοπιστεί
στην έκθεση
του 2008. Σε αυτό το
πλαίσιο, τα
κύρια
προβλήματα θα
εξαλειφθούν
μέσω των
αντίστοιχων
νέων κανόνων
που περιέχονται
στην πρόταση.
3.
Η
λειτουργία της
οδηγίας
Η
λειτουργία της
οδηγίας
αξιολογήθηκε
μέσω
ερωτηματολογίου
που απεστάλη
στις
φορολογικές
διοικήσεις των
κρατών μελών
σχετικά με τα
δεδομένα που
ανταλλάσσονται
βάσει της
οδηγίας.
Επιπλέον, η
Επιτροπή επανεξέτασε
τις
στατιστικές
που
υποβάλλονται
βάσει της
οδηγίας και ανέθεσε
την διενέργεια
μελέτης για
την εκτίμηση του
διοικητικού
φόρτου της
υφιστάμενης
οδηγίας στους
οικονομικούς
φορείς. Τα
κύρια ευρήματα
της ανάλυσης
συνοψίζονται
κατωτέρω.
3.1.
Ερωτηματολόγιο
για την χρήση
των δεδομένων
Απεστάλη
ερωτηματολόγιο
στους εμπειρογνώμονες
της ομάδας ACDT[8]
σχετικά με την
χρήση των
δεδομένων που
λαμβάνουν οι
φορολογικές
τους
διοικήσεις από
άλλα κράτη μέλη,
το οποίο
περιελάμβανε
τα ακόλουθα: τη
χρήση των
δεδομένων για
φορολογικούς
ελέγχους· την
ποιότητα των
δεδομένων που
λαμβάνονται από
άλλα κράτη
μέλη· και εάν η
εισαγωγή της
οδηγίας
οδήγησε σε
καλύτερη
συμμόρφωση των
φορολογούμενων. Βέλτιστες
πρακτικές Τα κράτη
μέλη που είχαν
διεξάγει
αξιολόγηση
ανέφεραν
θετικά
αποτελέσματα
όσον αφορά την
συμμόρφωση.
Ωστόσο, στην
παρούσα
ανασκόπηση υπογραμμίζονται
ορισμένοι
τομείς τους
οποίους τα
κράτη μέλη
μπορούν να
βελτιώσουν
προκειμένου να
αξιοποιήσουν
καλύτερα τις
ανταλλασσόμενες
πληροφορίες: ·
ενοποίηση
της βάσης
δεδομένων της
οδηγία για τις καταθέσεις
με την βάση
δεδομένων της
εθνικής φορολογίας· ·
ανάπτυξη
της
διαχείρισης
κινδύνου και
πιο αυτοματοποιημένη
διαδικασία
διασταυρούμενων
ελέγχων των
δεδομένων· ·
εξορθολογισμός
της διανομής
των δεδομένων
μεταξύ της
κεντρικής
διοίκησης
φορολογίας και
των τοπικών
υπηρεσιών
είσπραξης. Ποιότητα
των δεδομένων Τα κράτη
μέλη
υπογράμμισαν τη
σαφή βελτίωση
της ποιότητας
των δεδομένων
που λαμβάνουν
λόγω του
δομημένου μορφοτύπου
και των κοινών
κανόνων όσον
αφορά τις
διαδικασίες
βάσει των
οποίων
υποβάλλονται
τα δεδομένα. Σε
σύγκριση με
την ανταλλαγή
πληροφοριών
βάσει διμερών
συνθηκών, η
ποιότητα των
δεδομένων που
λαμβάνονται
βάσει της
οδηγίας είναι
σημαντικά
καλύτερη. Ωστόσο, η
ποιότητα των
λαμβανόμενων
δεδομένων εξακολουθεί
να
προβληματίζει
πολλά κράτη
μέλη. Προς το
παρόν, τα μισά
περίπου κράτη
μέλη
επιβεβαίωσαν
ότι διενεργούν
ελέγχους επί
του
περιεχομένου
των λαμβανόμενων
πληροφοριών
από τους
φορείς
πληρωμής πριν από
τη διαβίβασή
τους στα
λαμβάνοντα
κράτη μέλη. Με
δεδομένη τη
σημασία της
βελτίωσης της
ποιότητας, όλα
τα κράτη μέλη
πρέπει να
εξετάσουν το
ενδεχόμενο διενέργειας
συστηματικών
ελέγχων επί
της ποιότητας των
πληροφοριών
που πρόκειται
να
αποστείλουν.
Επιπλέον, τα
κράτη μέλη
ενθαρρύνονται
να χρησιμοποιούν
το διαδικτυακό
σύστημα
ελέγχου που
ανέπτυξε η
Επιτροπή για
τον αριθμό
φορολογικού
μητρώου (ΑΦΜ)
προκειμένου να
ταυτοποιείται
ορθώς ο
φορολογούμενος.
3.2.
Στατιστικές
βάσει της
οδηγίας
Δεδομένου
ότι η οδηγία
εφαρμόζεται
από την 1η
Ιουλίου 2005 η
έκταση της
πρώτης
ανασκόπησης
ήταν περιορισμένη
λόγω έλλειψης
δεδομένων. Τα
κράτη μέλη σε
μια συνάντηση
του Συμβουλίου
στις 12 Μαΐου 2008
συμφώνησαν
περί των
στατιστικών[9] που
πρέπει να
υποβάλλονται
στην Επιτροπή
προκειμένου να
αξιολογείται η
αποτελεσματικότητα
και η αποδοτικότητα
της οδηγίας. Μετά την
πρώτη
ανασκόπηση
καθορίστηκαν
ορισμοί και
μορφότυποι
δεδομένων με
αποτέλεσμα
καλύτερες και
πιο επίκαιρες
ανταλλαγές
πληροφοριών
μεταξύ των
κρατών μελών.
Όσον αφορά την
ποσότητα των
ανταλλασσόμενων
δεδομένων, οι
περισσότερες
πληροφορίες
ανταλλάχτηκαν
από κράτη μέλη
μεγάλου
μεγέθους ή από
εκείνα που
διαθέτουν
σημαντικά
χρηματοπιστωτικά
κέντρα. Το έτος
κατά το οποίο
ανταλλάχτηκαν
οι
περισσότερες
πληροφορίες
ήταν το 2007 κατά
το οποίο
αναφέρθηκαν
συναλλαγές
ύψους 38,9 δισ.
ευρώ (το 2009 ο αριθμός[10] αυτός
ήταν 9,9 δισ. ευρώ).
Η συμπερίληψη μη
επεξεργασμένων
προϊόντων στα
στοιχεία
μπορεί να
οδηγήσει σε
διαφορετική
βάση σύγκρισης
και εάν τα εν
λόγω στοιχεία
εξαιρεθούν τα
αναφερόμενα ποσά
είναι
σταθερότερα
(το εισόδημα
από τόκους το 2009 είναι
2,3 δισ. ευρώ
(αντίστοιχα το 2007
ήταν 3,6 δισ. ευρώ)).
Ο κοινός
παρακρατούμενος
στην πηγή φόρος
από όλες τις
χώρες βάσει
της οδηγίας
και των συναφών
συμφωνιών
φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων
μειώθηκε από 700,9
εκατ. ευρώ το 2008
σε 495,9 εκατ. ευρώ
το 2009. Αμφότερες
οι μειώσεις
των
πληροφοριών
που
ανταλλάχτηκαν
και του
παρακρατηθέντος
φόρου μπορούν
εν μέρει να
ερμηνευτούν
από την
χρηματοπιστωτική
κρίση του
τέλους του 2008 που
είχε ως
αποτέλεσμα
σημαντική
μείωση των
επιτοκίων για
τις καταθέσεις
των νοικοκυριών
το 2009. Σημαντικό
χαρακτηριστικό
των δεδομένων
είναι η μεγάλη
διακύμανση των
πληροφοριών
που ανταλλάχτηκαν
από τα κράτη
μέλη κατά την
εξεταζόμενη
περίοδο. Μια
προσομοίωση
των
διασυνοριακών
καταθέσεων της
ΕΚΤ (τμήμα 4 της
παρούσας
έκθεσης) επιβεβαίωσε
ότι για
ορισμένα κράτη
μέλη τα ποσά
για τους
καταβληθέντες
τόκους που
αναφέρθηκαν
για τον
κλασσικό τύπο
εισοδήματος
από τόκους
υπολείπονταν
του εκτιμώμενου
σημείου
αναφοράς για
τις
διασυνοριακές
καταθέσεις και
επιτόκια.
Επιπλέον, από
τις απαντήσεις
των κρατών
μελών στην
ειδική έκθεση
(τμήμα 2 της
παρούσας
έκθεσης)
προέκυψε ότι
τα περισσότερα
κράτη μέλη στηρίζονται
κυρίως στην
ορθή εφαρμογή
των δικών τους
κατευθυντήριων
γραμμών από
τους φορείς
πληρωμής για
τον ορθό
εντοπισμό του
σχετικού
εισοδήματος
που πρέπει να
δηλωθεί, αν και
διαθέτουν ισχύουσες
διατάξεις για
τη διενέργεια
ελέγχων και την
επιβολή κυρώσεων
για τη μη
συμμόρφωση με
την οδηγία. Για
να
αντιμετωπιστεί
το ζήτημα της
διακύμανσης των
δεδομένων που
ανταλλάχτηκαν
ανά τα
οικονομικά
έτη, τα κράτη
μέλη πρέπει να
εξετάσουν το
ενδεχόμενο
χρήσης ελέγχων
επί της
πληρότητας των
δεδομένων που
υποβάλλονται
από τους
οικείους
φορείς
πληρωμής,
συμπεριλαμβανομένων
των κατωτέρω: (i)
ένα κεντρικό
μητρώο που πρέπει
να
δημιουργηθεί
από κάθε
κράτος μέλος
το οποίο να
περιλαμβάνει
όλους τους
φορείς
πληρωμής που
εδρεύουν στην
δικαιοδοσία
τους
προκειμένου να
επαληθεύουν
εάν
υποβάλλονται
τα δεδομένα
όταν
προβλέπεται· (ii) αναλύσεις
της
διακύμανσης
των δεδομένων
που υποβάλλουν
οι φορείς
πληρωμής,
ιδίως για τα
αναφερόμενα
ποσά και τον
αριθμό των
πραγματικών
δικαιούχων· (iii)
συνεργασία
μεταξύ κρατών
μελών
προκειμένου να
ενισχυθούν οι
διαδικασίες
ελέγχου που
σχετίζονται με
τους φορείς
πληρωμής
συμπεριλαμβανομένων
των συστημάτων
και των
κατευθυντήριων
γραμμών εσωτερικού
ελέγχου των εν
λόγω φορέων
πληρωμής· και (iv) ανάπτυξη
σημείων
αναφοράς και
συγκρίσεων με
άλλες πηγές
δεδομένων, για
παράδειγμα
εθνικές
στατιστικές
σχετικά με την
αναφορά
διασυνοριακών
καταθέσεων.
3.3.
Εκτίμηση
του κόστους
εκκίνησης και
των τακτικών δαπανών
εφαρμογής της
οδηγίας
Από μια
μελέτη
εκτίμησης του
διοικητικού
φόρτου της
υφιστάμενης
οδηγίας στους
οικονομικούς
φορείς
προέκυψε το
συμπέρασμα ότι
οι επιχειρήσεις
διέθεταν ήδη
τις
πληροφορίες
για τις περισσότερες
από τις
υποχρεώσεις
αναφοράς που
υπέχουν βάσει
της
υφιστάμενης
οδηγίας από τη
νομοθεσία για
την
καταπολέμηση
της
νομιμοποίησης εσόδων
από παράνομες
δραστηριότητες[11], από
την εθνική
νομοθεσία ή
από τις
εσωτερικές πρακτικές
των
επιχειρήσεων.
Ωστόσο, κανείς
από τους
ερωτηθέντες
δεν ανέφερε
ότι θα
συνέλεγε
πληροφορίες
σχετικά με το
άρθρο 4
παράγραφος 2
(διατάξεις για
φορέα πληρωμής
εσόδων) εκτός
και αν
απαιτούνταν
από την οδηγία. Τα
περισσότερα
στάδια
υποβολής
αναφορών βάσει
της οδηγίας
θεωρούνται από
τους φορείς
πληρωμής ως
δαπάνες
«ομαλής
επιχειρηματικής
λειτουργίας» και
κατά συνέπεια
ο συναφής
διοικητικός
φόρτος δεν
κρίνεται
υπερβολικός.
4.
Οικονομική
αξιολόγηση
Στο
πλαίσιο της
παρούσας
ανασκόπησης
διεξήχθη οικονομική
αξιολόγηση για
να αναλυθεί η
ανάπτυξη ζωτικών
ενωσιακών και
μη ενωσιακών
αγορών για προϊόντα
αποταμίευσης
από πλευράς
της σπουδαιότητας
των συναφών
αγορών και της
γεωγραφικής
δομής της
πελατειακής τους
βάσης.
Χρησιμοποιήθηκαν
δεδομένα
αναφορών τραπεζών
από την
Τράπεζα
Διεθνών
Διακανονισμών
(BIS), την
Ευρωπαϊκή
Κεντρική
Τράπεζα (ΕΚΤ)
και την Εθνική
Τράπεζα της
Ελβετίας (SNB). Τα
στοιχεία της
ΕΚΤ χρησιμοποιήθηκαν
επίσης για την
διεξαγωγή
προσομοίωσης σχετικά
με την κάλυψη
της δυνητικής
βάσης ανταλλαγής
ή κατακράτησης
πληροφοριών. Επιπλέον,
χρησιμοποιήθηκαν
στοιχεία από
σχετικές
ειδικές αγορές
– (1) ομόλογα και
μετοχές (από
την έρευνα
συντονισμένων
επενδύσεων
χαρτοφυλακίου
– CPIS του ΔΝΤ), (2)
προϊόντα δανειακά
και μετοχών
και παράγωγα
προϊόντα γενικά
(από την Eurostat), (3)
δομημένα
προϊόντα
λιανικής (από
την Avery), (4) ΟΣΕΚΑ
(κυρίως από την
Ευρωπαϊκή
Ένωση
Διαχείρισης
Κεφαλαίων και
Περιουσιακών
Στοιχείων - EFAMA)
και (5) ασφαλιστικά
προϊόντα
(κυρίως από τη
μελέτη της Europe Economics)
προκειμένου να
αναλυθεί η
ανάπτυξη των
εν λόγω αγορών
κατά το
πρόσφατο
παρελθόν. Για τους
σκοπούς της
παρούσας
έκθεσης ο όρος
ΟΣΕΚΑ
θεωρείται ότι
αναφέρεται σε
επιχειρήσεις ή
οντότητες που
έχουν άδεια
σύμφωνα με την
οδηγία 2009/65/ΕΚ[12]
(πρώην οδηγία
85/611/ΕΟΚ[13]).
Οι όροι
μη-ΟΣΕΚΑ και αμοιβαία
κεφάλαια
μη-ΟΣΕΚΑ
αναφέρονται σε
όλα τα άλλα
συλλογικά
επενδυτικά ταμεία
ή μηχανισμούς. Τα κύρια
ευρήματα της
αξιολόγησης
συνοψίζονται κατωτέρω. Δεδομένα
της Τράπεζας
Διεθνών
Διακανονισμών
(BIS) Οι
στατιστικές
διεθνών
τραπεζικών
εγκαταστάσεων
της τράπεζας
διεθνών
διακανονισμών
περιλαμβάνουν
τριμηνιαία
στοιχεία
σχετικά με τα
στοιχεία
ενεργητικού
και παθητικού
εγχώριων
τραπεζών και
υποκαταστημάτων
ξένων τραπεζών
εγκατεστημένων
σε 43 αναφέρουσες
χώρες σε
διμερές
επίπεδο κατανεμημένα
ανάλογα με την
αντίστοιχη
χώρα των
αλλοδαπών τους
εταίρων. Οι
θέσεις
αναφέρονται σε
ακαθάριστη και
μη ενοποιημένη
βάση και σε
εκατομμύρια
δολάρια ΗΠΑ. Τα
περισσότερα
από τα
εξωχώρια
χρηματοπιστωτικά
κέντρα δεν συμφώνησαν
στην
κοινοποίηση
των διμερών
τους θέσεων
μέσω της
τράπεζας
διεθνών
διακανονισμών Ωστόσο,
τα δημόσια
διαθέσιμα
στοιχεία της BIS,
συμπεριλαμβανομένων
και των
δεδομένων για
τις αντίστοιχες
χώρες[14],
επέτρεψαν την
λεπτομερή
ανάλυση των
εξωχώριων εταιρειών
χαρτοφυλακίου
με
δικαιοδοσίες
τόσο εντός όσο
και εκτός του
δικτύου των
συμφωνιών
φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων. Από τα
δημόσια
διαθέσιμα
στοιχεία της BIS προκύπτει
ότι το ύψος των
αλλοδαπών μη
τραπεζικών
καταθέσεων των
νησιών Κάιμαν
το 2011 είναι το δεύτερο
σε μέγεθος των
αναφερουσών
χωρών της BIS και
είναι
συγκρίσιμο με
εκείνο των
Ηνωμένων Πολιτειών.
Τα
αποτελέσματα για
τις
αντίστοιχες
χώρες αποκάλυψαν
ότι σημαντικό
μερίδιο των μη
τραπεζικών
καταθέσεων στα
κράτη μέλη, και
σε δικαιοδοσίες
εντός του δικτύου
των συμφωνιών
φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων,
ανήκουν σε
πελάτες που
βρίσκονται σε
εξωχώριες δικαιοδοσίες
(μέσος όρο 35% για
τα κράτη μέλη
και τις δικαιοδοσίες
εντός του
δικτύου των
συμφωνιών φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων
από κοινού για
τα έτη 2000-2010· για
τις
δικαιοδοσίες
εντός του
δικτύου των
συμφωνιών
φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων
το μερίδιο αυτό
ανέρχεται σε 65%
το 2007)[15].
Η
συνάφεια των
εξωχώριων
κέντρων ως
τόπου
καταθέσεων και
ως τόπου εγκατάστασης
ή διαχείρισης
μη τραπεζικών
δομών κατόχων
καταθέσεων
υποδεικνύει
ότι η εφαρμογή
διατάξεων περί
διαφάνειας και
περί φορέα
πληρωμής κατά
την παραλαβή
για ορισμένες
νομικές δομές
που βρίσκονται
σε εξωχώριες
δικαιοδοσίες
δικαιολογείται
και είναι
αναγκαία τόσο
για την οδηγία
όσο και για τις
συμφωνίες
φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων. Δεδομένα
ΕΚΤ Προσομοίωση
κάλυψης Τα
δεδομένα που
διέθεσε η ΕΚΤ
στηρίζονται
στις στατιστικές
ισολογισμών
νομισματικών
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων (ΝΧΙ
ή MFI)[16].
Τα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα σε
κάθε κράτος
μέλος
αναφέρουν στην
ΕΚΤ επί
μηνιαίας βάσης
τις καταθέσεις
που κατέχουν
νοικοκυριά μη
μόνιμοι
κάτοικοι της
ευρωζώνης. Τα
ποσά
αναφέρονται
για το σύνολο
της ευρωζώνης
χωρίς λεπτομερή
ανάλυση μεταξύ
μεμονωμένων
κρατών μελών
της ευρωζώνης.
Τα δεδομένα
αναλύονται
ανάλογα με τον
κλάδο του
κατόχου των
καταθέσεων
(συμπεριλαμβανομένης
και
λεπτομερούς
ανάλυσης για
τα νοικοκυριά)
για επτά
διαφορετικά
επιτόκια
λήξης. Τα εν
λόγω δεδομένα
επελέγησαν ως
τα βέλτιστα
διαθέσιμα επί
των οποίων να
διενεργηθεί
προσομοίωση
για να
εκτιμηθεί κατά
περιορισμένο
τρόπο αν τα
ανταλλασσόμενα
δεδομένα (ή ο παρακρατηθείς
φόρος) βάσει
της οδηγίας
αντιπροσωπεύουν
ικανοποιητική
κάλυψη της
αντίστοιχης
δυνητικής
φορολογικής
βάσης. Χρησιμοποιώντας
εκτιμώμενο
σημείο
αναφοράς κάλυψης
70% για τα μέσα
δεδομένα των
οικονομικών
ετών 2006-2009, επτά
κράτη μέλη
υπολείπονται
του σημείου
αναφοράς
κάλυψης του 70%
ενώ τέσσερα
άλλα
υπολείπονται
κατά 100%. 16 κράτη
μέλη υπερέβησαν
το 100%[17].
Τα
αποτελέσματα
της
προσομοίωσης
υποστηρίζουν περαιτέρω
την ανάγκη τα
κράτη μέλη να
εξετάσουν το
ενδεχόμενο
χρήσης
συστηματικών
ελέγχων της πληρότητας
των δεδομένων
που υποβάλλουν
οι φορείς
πληρωμής όπως
υποδεικνύεται
στο τμήμα 3.2. Εξέλιξη
των
διασυνοριακών
καταθέσεων από
νοικοκυριά της
ευρωζώνης Τα
δεδομένα της
ΕΚΤ αναλύθηκαν
επίσης για να
εκτιμηθεί η
εξέλιξη των
διασυνοριακών
καταθέσεων. Οι καταθέσεις
όλων των
λήξεων,
συμπεριλαμβανομένων
και καταθέσεων
μιας ημέρας
που αποδίδουν
συνήθως μικρό
τόκο, ανήλθαν
σε 164 δισ. ευρώ το 2003
και ξεπέρασαν
τα 247 δισ. ευρώ
τον Οκτώβριο
του 2008 (αύξηση
κατά 50% για την συγκεκριμένη
περίοδο). Οι
καταθέσεις
προθεσμίας
μειώθηκαν από
τα 72 δισ. ευρώ τον
Ιανουάριο του 2003
σε 60 δισ. ευρώ το
Νοέμβριο 2005 συνολική
μείωση κατά 15%
για την
συγκεκριμένη
περίοδο που αντιστοιχεί
σε μηνιαία
μείωση κατά 0,52%.
Την πορεία αυτή
δεν την
ακολουθούν οι
μη
προθεσμιακές
καταθέσεις (π.χ.
οι καταθέσεις
της μιας
ημέρας). Η
λεπτομερέστερη
ανάλυση των
τάσεων για τις
προθεσμιακές
καταθέσεις
μεταξύ των
κρατών μελών
εντός και
εκτός της ευρωζώνης
αποκαλύπτει
ότι η πτωτική
τάση μέχρι το
Νοέμβριο του 2005
οφειλόταν
κυρίως στα
κράτη μέλη της
ευρωζώνης (-38,84%
για την
συγκεκριμένη
περίοδο με μηνιαία
μείωση -1,51%). Κατά
την επόμενη
τριετία από το
Νοέμβριο του 2005
έως το
Νοέμβριο του 2008
οι δύο
κατηγορίες
εμφανίζουν μια
σχεδόν πλήρη
παράλληλη
αύξηση των
διασυνοριακών
καταθέσεων από
60 δισ. ευρώ σε 81
δισ. ευρώ
(αύξηση 25% εντός
της ευρωζώνης
και 30% εκτός
ευρωζώνης
αντίστοιχα). Μετά το
τέλος του 2008, οι
προθεσμιακές
καταθέσεις στα
κράτη μέλη της
ευρωζώνης
φαίνεται ότι
υπέστησαν την
εντονότερη
μείωση (από 41 δισ.
ευρώ το
Νοέμβριο του 2008
σε 21 δισ. ευρώ το
Μάρτιο του 2010),
κυρίως λόγω
της χρηματοπιστωτικής
κρίσης. Οι
τάσεις για τις
διασυνοριακές
καταθέσεις από
τα νοικοκυριά
της ευρωζώνης
σε άλλα κράτη
μέλη
εμφανίζουν
γενική αύξηση
μέχρι την
έναρξη της
χρηματοπιστωτικής
κρίσης. Η αύξηση
οφειλόταν
κυρίως στις μη
προθεσμιακές
καταθέσεις (π.χ.
καταθέσεις
μιας ημέρας με
πολύ χαμηλό
επιτόκιο), ενώ
οι
προθεσμιακές
καταθέσεις (π.χ.
λογαριασμοί
προθεσμιακών
καταθέσεων με
υψηλότερα
επιτόκια) σε κράτη
μέλη της
ευρωζώνης
μειώθηκαν
μέχρι το
Νοέμβριο του 2005
αλλά στη
συνέχεια
ανέκαμψαν
παράλληλα με τις
καταθέσεις
εκτός
ευρωζώνης. Δεδομένα
Εθνικής
Τράπεζας της
Ελβετίας (SNB) Η Εθνική
Τράπεζα της
Ελβετίας (SNB)
εκδίδει ένα
ετήσιο δελτίο
με τίτλο «Οι
τράπεζες στην
Ελβετία» που
περιέχει
λεπτομερείς
στατιστικές
βάσει των
χρηματοοικονομικών
εκθέσεων των ελβετικών
τραπεζών.
Κυρίως το
δημοσίευμα
περιέχει
ορισμένες
λεπτομερείς
αναλύσεις ανά
γεωγραφική
περιοχή ή/και
ανά πελάτη για
τα ακόλουθα: (i)
«Γεωγραφική
ανάλυση των
στοιχείων
ενεργητικού
και παθητικού
στους ισολογισμούς»·
(ii)
«Καταπιστευματικές
επιχειρηματικές
δραστηριότητες
ανά χώρα»· και (iii) «Διακρατούμενοι
τίτλοι σε τραπεζικούς
λογαριασμούς παρακαταθήκης,
ανά κατοικία
του κατόχου
του
λογαριασμού
φύλαξης,
κατηγορία των
τίτλων και
επιχειρηματικό
κλάδο». Από
τα δεδομένα
της SNB προκύπτει
ισχυρή
πελατειακή
βάση σε
εξωχώριες
δικαιοδοσίες
τόσο εντός όσο
και εκτός του
δικτύου των
συμφωνιών
φορολόγησης των
αποταμιεύσεων[18]. Αυτά
επιβεβαιώνουν
την επείγουσα
ανάγκη (βλέπε και
το προηγούμενο
τμήμα που
είναι
αφιερωμένο στα
δεδομένα της BIS)
αντιμετώπισης
των εν λόγω
περιπτώσεων
στις οποίες
ενδιάμεσες
δομές σε
εξωχώριες δικαιοδοσίες
εμπλέκονται
στην καταβολή
εισοδήματος από
αποταμιεύσεις
από
δικαιοδοσίες
εντός του δικτύου
των συμφωνιών
φορολόγησης
των αποταμιεύσεων
και ιδίως της
συμφωνίας
φορολόγησης
των αποταμιεύσεων
ΕΕ-Ελβετίας. Δεδομένα
από την από την
έρευνα
συντονισμένων
επενδύσεων
χαρτοφυλακίου
(CPIS) του ΔΝΤ Το ΔΝΤ
στην έρευνα
συντονισμένων
επενδύσεων
χαρτοφυλακίου
(CPIS) αναφέρει
θέσεις
διασυνοριακών
επενδύσεων
(χαρτοφυλάκια
επενδύσεων
στις τιμές που
επικρατούν
στην αγορά στο
τέλος του
έτους)
επενδυτών που
διαμένουν στις
74
συμμετέχουσες
χώρες (χώρα του
επενδυτή) με
ανάλυση
ανάλογα με την
αντίστοιχη
χώρα της επένδυσης
(χώρα του
εκδότη). Τα
δεδομένα
υφίστανται κατ’
αρχήν
επεξεργασία
ανάλογα με τον
τόπο στον οποίο
βρίσκεται ο
οφειλέτης (ο
εκδότης του
χρέους ή της
μετοχής) και ο
πιστωτής
(επενδυτής) που
δεν αναπαράγει
αναγκαστικά το
καθεστώς φορέα
πληρωμής –
πραγματικού
δικαιούχου που
είναι ζωτικής
σημασίας για τη
λειτουργία της
οδηγίας. Από τα
δεδομένα της CPIS
μπορούν να
εξαχθούν δύο
σημαντικά
συμπεράσματα
για τα κράτη
μέλη που
παρέχουν
λεπτομερή
τομεακή
ανάλυση: Η
εισαγωγή της
οδηγίας δεν
εμπόδισε τους
μεμονωμένους
επενδυτές από
την
πραγματοποίηση
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
εκδιδόμενες σε
κράτη μέλη και
ιδίως σε
εκείνα που
ανταλλάσσουν
πληροφορίες.
Αντίθετα, για
τα περισσότερα
από τα κράτη
μέλη που εξετάστηκαν,
οι μεμονωμένοι
επενδυτές
αύξησαν τις
επενδύσεις τους
σε κινητές
αξίες στα
κράτη μέλη,
ιδίως σε εκείνα
που
ανταλλάσσουν
πληροφορίες·
και το
μερίδιο του
κλάδου των
ταμείων
επενδύσεων του
Λουξεμβούργου
αυξήθηκε
σημαντικά όσον
αφορά τις
διασυνοριακές
επενδύσεις
μετοχικού
κεφαλαίου των
νοικοκυριών
στην ΕΕ. Δεδομένα
της Eurostat Έσοδα Συγκρίθηκαν
τα έσοδα των
νοικοκυριών με
όλους τους
κλάδους της
οικονομίας για
στοιχεία
εσόδων εντός
και εκτός του
πεδίου
εφαρμογής της
οδηγίας προκειμένου
να ελεγχθεί
εάν
πραγματοποιήθηκε
υποκατάσταση
προϊόντων. Από
τα στοιχεία προέκυψε
ότι, κατά την
περίοδο 2000-2009, τα
έσοδα από
τόκους που
έλαβαν τα
νοικοκυριά
στην ΕΕ ως
ποσοστό του εισοδήματος
περιουσίας[19]
παρέμεινε
σχετικά
σταθερό μέχρι
το 2008 και στη
συνέχεια
μειώθηκε
απότομα το 2009
λόγω των
μικρότερων
επιτοκίων των
πιστωτικών τίτλων
μετά την
χρηματοπιστωτική
κρίση, τάση που
ισχύει επίσης
για ολόκληρη
την οικονομία. Με
βάση τα
δεδομένα του Eurostat
για το
εισόδημα[20] δεν
παρατηρήθηκε
εμφανής
μετακίνηση της
πηγής του
εισοδήματος από
αποταμιεύσεις
προς προϊόντα
εκτός του
πεδίου εφαρμογής
της οδηγίας. Στοιχεία
ενεργητικού Από μια
ανάλυση των
στοιχείων
ενεργητικού
χρέους που
κατέχουν τα
νοικοκυριά
προέκυψε ότι
τα εν λόγω
στοιχεία
ενεργητικού
ήσαν σχετικά
σταθερά κατά
την περίοδο 2000-2009
σε σύγκριση με
μετοχές τις
οποίες
κατέχουν τα νοικοκυριά
οι οποίες
σχεδόν
υποδιπλασιάστηκαν
κατά την ίδια
περίοδο,
γεγονός το
οποίο ίσως να
αντανακλά την
μεγαλύτερη
τάση αποφυγής
κινδύνων από την
πλευρά των
επενδυτών
ή/και μια
γενική μείωση της
αξίας των
μετοχών. Μια
αξιοσημείωτη
εξέλιξη είναι
η μεγάλη
αύξηση των
χρηματοπιστωτικών
παραγώγων που
κατέχουν τα
νοικοκυριά
(από 1,05% των
συνολικών στοιχείων
ενεργητικού των
νοικοκυριών το
1999 σε 18,03% το 2009). Η
αυξημένη χρήση
χρηματοπιστωτικών
παραγώγων θα
δικαιολογούσε
επέκταση του
πεδίου
εφαρμογής της
οδηγίας ώστε
να
συμπεριλάβει
τα δομημένα
χρηματοπιστωτικά
προϊόντα στις
περιπτώσεις
που η βάση των
στοιχείων
ενεργητικού
ισοδυναμεί με
πιστωτικούς
τίτλους. Δομημένα
προϊόντα
λιανικής Η
Επιτροπή
χρησιμοποίησε
τη βάση
δεδομένων Avery για
δομημένα
προϊόντα λιανικής
η οποία
περιλαμβάνει
λεπτομερή
δεδομένα για 34
αγορές και
καλύπτει 2
εκατομμύρια
δομημένα προϊόντα
που
κυκλοφορούν
παγκοσμίως.
Από το Ιανουάριο
του 2005 η βάση
δεδομένων
εκτιμάται ότι
περιλαμβάνει το
90% περίπου των
δομημένων
προϊόντων
λιανικής ευρωπαϊκής
έκδοσης. Ο
κύριος
περιορισμός
είναι ότι η
βάση δεδομένων
έχει
σχεδιαστεί για
τις ανάγκες εμπορίας
των πελατών
της και δεν
κάνει
διάκριση, για
τους σκοπούς
της οδηγίας,
μεταξύ
εγχωρίων και
διασυνοριακών
επενδύσεων.
Ωστόσο,
ανεξάρτητα από
την έλλειψη
συγκεκριμένων
δεδομένων
σχετικά με την
διασυνοριακή
συνιστώσα, η
σημασία της
υπόψη αγοράς
προϊόντων
αποδεικνύεται
από το μέγεθος
της αγοράς όπου
το τρέχον
συνολικό ποσό
των πολώσεων
στις καλυπτόμενες
αγορές της ΕΕ
ανέρχεται σε 767,3
δισ. ευρώ. Η
αγορά των εν
λόγω προϊόντων
έχει γενικά
εξελιχθεί
ταχέως (μέση ετήσια
αύξηση άνω του 30%)
με υψηλό
ποσοστό των
προϊόντων να
διαθέτουν
χαρακτηριστικά
προστασίας του
κεφαλαίου (που
κυριαρχούν
στις εκδόσεις
από πλευράς
όγκου με
μερίδιο 60-70%) και
βασικά
χαρακτηριστικά
ανάλογα με τα επιτόκια
(το μερίδιο των
κατηγοριών
περιουσιακών
στοιχείων
βάσει
επιτοκίων
αυξήθηκε από 3,2%
το 2001 σε σχεδόν 30%
το 2007). Η
αποδεδειγμένη
σημασία της
αγοράς
δομημένων
προϊόντων και
ιδίως των
προϊόντων που
μοιάζουν με
πιστωτικούς
τίτλους καθώς
και η ανάπτυξη
συγκεκριμένων
ευρωπαϊκών
αγορών που
εξυπηρετούν
κυρίως
αλλοδαπούς
επενδυτές
λιανικής
δικαιολογεί
και
υποστηρίζει
την επέκταση
της οδηγίας
και των
συμφωνιών
φορολόγησης
των
αποταμιεύσεων
ώστε να
περιλάβουν
τους οικείους
τύπους δομημένων
προϊόντων. Δεδομένα
ΟΣΕΚΑ[21] Όσον
αφορά τη
δυνατότητα
υποκατάστασης
των αμοιβαίων κεφαλαίων,
από τα
στοιχεία που
διέθεσε η EFAMA[22]
προέκυψε
μείωση των
ομολογιακών
αμοιβαίων κεφαλαίων
ως ποσοστό του
συνόλου των
ΟΣΕΚΑ (31% το 2002 – 23% το 2010)
με αύξηση των
επενδύσεων σε
ΟΣΕΚΑ άλλων
κατηγοριών αμοιβαίων
κεφαλαίων που
ήταν
πιθανότερο να
βρίσκονται εκτός
του πεδίου
εφαρμογής της
οδηγίας 2003/48/ΕΚ
λόγω της σύστασης
των στοιχείων
ενεργητικού
τους. Παρομοίως
υπήρξε
μετακίνηση σε
μη-ΟΣΕΚΑ κατά
την ίδια
περίοδο (από 22% το
2002 σε 25% το 2010). Η
αύξηση των αμοιβαίων
κεφαλαίων μη-ΟΣΕΚΑ,
παρόλο που δεν
υποκινείται
απαραίτητα από
στρατηγικές
φοροαποφυγής,
δικαιολογεί τα
στοιχεία που
περιέχει η
πρόταση και
αποσκοπούν στην
ισότιμη
αντιμετώπιση
των αμοιβαίων κεφαλαίων
ΟΣΕΚΑ και μη-ΟΣΕΚΑ
με συγκρίσιμη
σύσταση
περιουσιακών
στοιχείων. Ασφαλιστικά
προϊόντα Τόσο από
πηγές
δεδομένων όσο
και από
ανεπίσημα στοιχεία
προκύπτει ότι
ενδείκνυται η
ένταξη των προϊόντων
ασφάλειας ζωής
με επενδυτικό
στοιχείο στο
πεδίο
εφαρμογής της
πρότασης. Η
έκθεση PRIPS[23]
της Europe Economics
εντόπισε τη
σημασία της
ασφάλισης ζωής
και επενδύσεων
ως ποσοστού
της αγοράς
ασφαλειών ζωής
της ΕΕ,
συμπεριλαμβανομένων
κρατών μελών
με σημαντικές
επιχειρήσεις διασυνοριακών
ασφαλειών ζωής
με επενδυτές
λιανικής στην
ΕΕ. Η
ανάπτυξη
σημαντικών
διασυνοριακών
αγορών για προϊόντα
ασφάλισης ζωής
και επενδύσεων
(που θεωρούνται
ως δίαυλος
διανομής για
ΟΣΕΚΑ)
δικαιολογεί το
στοιχείο της
πρότασης
σύμφωνα με το
οποίο η οδηγία
πρέπει να
επεκταθεί στα
οφέλη από
ασφαλιστικά προϊόντα
συγκρίσιμα με
πιστωτικούς
τίτλους.
5.
Συμπεράσματα
Τα κράτη
μέλη έχουν
εκφράσει
γενικά την
ικανοποίησή
τους όσον
αφορά τα
δεδομένα που
έχουν παραληφθεί
στο πλαίσιο
της οδηγίας με
στόχο να
εξασφαλιστεί η
συμμόρφωση των
φορολογούμενων
τους με την
δήλωση
εισοδημάτων
από τόκους. Για
την υπό
ανασκόπηση περίοδο,
τα κράτη μέλη
ανέφεραν σαφή
βελτίωση της
ποιότητας των
δεδομένων που
λαμβάνουν την
οποία αποδίδουν
στην δομημένη
μορφή και τους
κοινούς κανόνες
για τις
διαδικασίες
βάσει των
οποίων
υποβάλλονται
τα δεδομένα.
Από την
ανασκόπηση
προέκυψαν
επίσης τρόποι
καλύτερης
αξιοποίησης
των δεδομένων
από τα κράτη
μέλη και
καταδείχτηκε η
ανάγκη
περαιτέρω βελτίωσης
της ορθότητας
και της
πληρότητας των
ανταλλασσόμενων
δεδομένων. Από την
οικονομική
ανάλυση
προέκυψε ότι
απαιτείται
επειγόντως η
επικαιροποίηση
της οδηγίας
και των
συναφών
συμφωνιών
φορολόγησης
των αποταμιεύσεων,
από πλευράς
καλυπτόμενων
προϊόντων,
συναλλαγών και
οικονομικών
φορέων,
προκειμένου να
αντιμετωπιστούν
οι υφιστάμενες
δυνατότητες καταστρατήγησης,
συμπεριλαμβανομένων
και εκείνων
που προκύπτουν
από τριγωνικές
καταστάσεις
στις οποίες
εμπλέκονται
δικαιοδοσίες
εντός και
εκτός του
πεδίου εφαρμογής
των συμφωνιών
φορολόγησης
των αποταμιεύσεων.
Απαιτείται
κοινή
συναίνεση επί
της πρότασης
και η θέσπιση
διαπραγματευτικής
εντολής για
ισοδύναμες
βελτιώσεις των
εν λόγω
συμφωνιών
προκειμένου να
προωθηθεί η διαφάνεια
και η χρηστή
διακυβέρνηση
στον φορολογικό
τομέα τόσο
εντός όσο και
εκτός της ΕΕ. [1] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2003:157:0038:0048:el:PDF [2] http://ec.europa.eu/taxation_customs/taxation/personal_tax/savings_tax/savings_directive_review/index en.htm [3] Έκθεση
COM/2008/0552
http://eurlex.europa.eu/Result.do?T1=V5&T2=2008&T3=552&RechType=RECH_naturel&Submit=Search
[4] Λεπτομέρειες
περιέχονται
στο έγγραφο
εργασίας των
υπηρεσιών της
Επιτροπής για
την οικονομική
αξιολόγηση των
επιπτώσεων της
οδηγίας 2003/48/ΕΚ
του Συμβουλίου
βάσει των
διαθέσιμων
στοιχείων,
Βρυξέλλες, 15.9.2008, SEC(2008)
2420 http://ec.europa.eu/taxation_customs/resources/documents/taxation/personal_tax/savings_tax/savings_directive_review/sec%282008%292420.pdf
[5] Πρόταση
οδηγίας του
Συμβουλίου για
την τροποποίηση
της οδηγίας
2003/48/ΕΚ για τη
φορολόγηση των
υπό μορφή
τόκων
εισοδημάτων
από
αποταμιεύσεις,
Βρυξέλλες, 13.11.2008, COM(2008)
727 τελικό, http://eur-lex.europa.eu/Result.do?T1=V5&T2=2008&T3=727&RechType=RECH_naturel&Submit=%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 [6] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:72003L0048:EN:NOT#FIELD_BE [7] http://ec.europa.eu/taxation_customs/resources/documents/taxation/personal_tax/savings_tax/implemen tation/sec(2011)775_en.pdf [8] Ομάδα
εθνικών
εμπειρογνωμόνων
της Επιτροπής: Διοικητική
Συνεργασία
στην Άμεση
Φορολογία (ACDT) [9] http://register.consilium.europa.eu/pdf/el/08/st09/st09467.el08.pdf [10] Η Σουηδία
δεν υπέβαλλε
στοιχεία στην
Επιτροπή
σχετικά με τις
πληροφορίες
που
ανταλλάχτηκαν με
άλλα κράτη
μέλη για όλα τα
οικονομικά
έτη. Η Ιρλανδία
αντιμετώπισε
τεχνικά
προβλήματα με
την υποβολή
στοιχείων για
το 2009. [11] Οδηγία
2005/60/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου, της
26ης Οκτωβρίου 2005,
σχετικά με την
πρόληψη της
χρησιμοποίησης
του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος για
τη νομιμοποίηση
εσόδων από
παράνομες
δραστηριότητες
και τη
χρηματοδότηση
της
τρομοκρατίας
(Κείμενο που παρουσιάζει
ενδιαφέρον για
τον ΕΟΧ) [12] Οδηγία 2009/65/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 13ης Ιουλίου
2009, για τον
συντονισμό των
νομοθετικών,
κανονιστικών
και
διοικητικών
διατάξεων
σχετικά με
ορισμένους
οργανισμούς
συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ), ΕΕ L 302 της
17.11.2009, σ. 32. [13] Οδηγία
85/611/ΕΟΚ του
Συμβουλίου,
της 20ής
Δεκεμβρίου 1985, για
το συντονισμό
των
νομοθετικών,
κανονιστικών και
διοικητικών
διατάξεων
σχετικά με
ορισμένους οργανισμούς
συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ), ΕΕ L 375 της
31.12.1985, σ. 3. [14] Όλα
τα κράτη μέλη, η
Ελβετία και το
Guernsey συμφώνησαν
στην δημοσιοποίηση
των διμερών
τους θέσεων με
όλες τις αντίστοιχες
χώρες, δηλ. τις
χώρες των
κατόχων καταθέσεων. [15] Μπορεί
εύλογα να
υποτεθεί ότι ο
μη τραπεζικός
τομέας στις εν
λόγω
δικαιοδοσίες
δεν αποτελείται
πρωταρχικά από
βιομηχανικές
εταιρίες ή
ιδιώτες, αλλά
από ενδιάμεσες
οντότητες. [16] ΝΧΙ ή MFI: νομισματικό
χρηματοπιστωτικό
ίδρυμα [17] Τα
αποτελέσματα
άνω του 100% είναι
κανονικά
επειδή ο ορισμός
του
εισοδήματος
από τόκους
στην οδηγία είναι
ευρύτερος από
τις καταθέσεις
που καλύπτουν
τα δεδομένα
της ΕΚΤ. [18] Για
παράδειγμα τα
καταπιστευματικά
στοιχεία παθητικού
σε (κυρίως μη
τραπεζικές)
οντότητες στις
Δυτικές Ινδίες
(για τους
σκοπούς της SNB
και της BIS σε αυτές
περιλαμβάνονται
η Aνγκουΐλα, η
Αντίγκουα και
Μπαρμπούντα,
οι Βρετανικές
Παρθένοι
Νήσοι, το
Μοντσεράτ και
ο Άγιος
Χριστόφορος
και Νέβις) και
στον Παναμά (με
ποσοστά 16% και 9%
αντίστοιχα)
καταλαμβάνουν
την πρώτη και
δεύτερη θέση
ως ποσοστά
όλων των καταπιστευματικών
στοιχείων
παθητικού. [19] Εισόδημα
περιουσίας:
έσοδα από
στοιχεία
ενεργητικού. [20] Πρέπει να
σημειωθεί ότι
ένας μείζων
περιορισμός των
δεδομένων της
Eurostat είναι η μη
διαφοροποίηση
μεταξύ
εγχώριου και
διασυνοριακού
εισοδήματος,
κατά συνέπεια
είναι δυνατή η
εξαγωγή μόνον
γενικών συμπερασμάτων. [21] Για τον
ισχύοντα
ορισμό βλ.
παραπάνω
σελίδα 7. [22] EFAMA: Ευρωπαϊκή
Ένωση
Διαχείρισης
Κεφαλαίων και
Περιουσιακών
Στοιχείων [23] Μελέτη
για Κόστος και
Όφελος
δυνητικών
αλλαγών στην κατανομή
των
επενδυτικών
προϊόντων σε
ασφάλειες και
άλλα προϊόντα
επενδύσεων
λιανικής σε
πακέτα εκτός
της οδηγίας
για τις αγορές χρηματοπιστωτικών
μέσων (MIFID). http://ec.europa.eu/internal_market/consultations/docs/2010/prips/costs_benefits_study_en.pdf