4.10.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 299/103


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση, για την περίοδο 2014-2020, του προγράμματος “Δικαιοσύνη” »

[COM(2011) 759 τελικό — 2011/0369 (COD)]

2012/C 299/19

Εισηγητής: ο κ. DE LAMAZE

Στις 9 Φεβρουαρίου 2012, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση, για την περίοδο 2014-2020, του προγράμματος «Δικαιοσύνη»

COM(2011) 759 final — 2011/0369 (COD).

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 28 Ιουνίου 2012.

Κατά την 482η σύνοδο ολομέλειας, της 11ης και 12ης Ιουλίου 2012 (συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2012), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 126 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 5 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) χαιρετίζει τον στόχο της απλούστευσης και του εξορθολογισμού που επιδιώκεται στην υπό εξέταση πρόταση κανονισμού και υποστηρίζει την πρόκριση της επιλογής Β από την Επιτροπή. Η συγχώνευση των προγραμμάτων «Αστική Δικαιοσύνη» και «Ποινική Δικαιοσύνη» δικαιολογείται από την εγγύτητα των στόχων, των ενδιαφερομένων φορέων και των προς χρηματοδότηση δράσεων.

1.2   Αντιθέτως, παρά τα νομικής φύσεως επιχειρήματα που προβάλλονται στην παρούσα πρόταση, η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να διερωτάται κατά πόσον είναι σκόπιμο, μέσα στο νέο αυτό πρόγραμμα «Δικαιοσύνη» για την περίοδο 2014-2020, να συνδεθεί με τους δύο πρώτους «ειδικούς» στόχους —δηλ. τη σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης περί δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, αφενός, και τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αφετέρου— ένας τρίτος στόχος, που αφορά την πρόληψη και τον περιορισμό της ζήτησης και της προσφοράς ναρκωτικών ουσιών. Εκτός του ότι ο τελευταίος αυτός στόχος φαίνεται να αποτελεί απλή περίπτωση υπαγόμενη στον πρώτο στόχο, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στις συνέπειες —από άποψη προβολής— της εγγραφής ενός τέτοιου στόχου σε μια πράξη κανονιστικής φύσεως, και συνεπώς με ισχυρό, άμεσο και απευθείας αντίκτυπο για τα υποκείμενα δικαίου, τις ενώσεις, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) και άλλους πιθανούς αποδέκτες των επιδοτήσεων: θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι άλλα εξίσου καθοριστικά ζητήματα, όπως η καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων λόγου χάρη, δεν απασχολούν εξίσου την Επιτροπή.

1.3   Η ΕΟΚΕ, όμως, ανησυχεί κυρίως για το μήνυμα που στέλνει η Επιτροπή. Τονίζει για μία ακόμη φορά τη θέση που έχει επανειλημμένως υποστηρίξει, ότι δηλαδή, σε θέματα καταπολέμησης των ναρκωτικών, αξίζει να δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην απαρχή του προβλήματος, με μια προσέγγιση από την άποψη της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής πτυχής, παρά στην καταστολή (1).

1.4   Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται το μέλημα της Επιτροπής για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη διαχείριση των πόρων του υπό εξέταση προγράμματος, και τούτο ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται όσο το δυνατόν καλύτερα στις ανάγκες της κοινωνίας πολιτών, να προσφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία στους ενδεχόμενους υποψήφιους, να ευνοεί τη δημιουργικότητα των έργων και να λαμβάνει υπόψη τους μεταγενέστερους πολιτικούς προσανατολισμούς.

1.5   Ωστόσο, παρότι δεν μπορεί να προκαθοριστεί το ύψος των κονδυλίων για τις διάφορες προτεραιότητες, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σημαντικό να υπάρχει μια εκ των προτέρων κατανομή του προϋπολογισμού ανά στόχους, έστω και ενδεικτική.

1.6   Η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρόθεση της Επιτροπής να μην αποδώσει στον ειδικό στόχο που αφορά τα ναρκωτικά μεγαλύτερο μερίδιο του προϋπολογισμού απ’ όσο του αναλογεί. Καλεί την Επιτροπή να τηρήσει αυστηρά τις δεσμεύσεις της και προτείνει επ’ αυτού οι πόροι που θα εξοικονομηθούν από τη δέσμευση και τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από τη διακίνηση ναρκωτικών να χρηματοδοτήσουν ένα μερίδιο του στόχου αυτού, πράγμα που θα καταστεί δυνατό δυνάμει της μελλοντικής οδηγίας σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση των προϊόντων εγκλήματος.

1.7   Παρά το περίπλοκο του ισχύοντος δημοσιονομικού κανονισμού, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σημαντικό οι όροι πρόσβασης στη χρηματοδότηση να γνωστοποιούνται σε όλους τους ενδιαφερόμενους πολίτες, κατά τρόπο σαφή και παιδαγωγικό και σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Αυτό θα ευνοούσε αναμφισβήτητα την ευστοχία των προτεινόμενων έργων και θα ενθάρρυνε την υποβολή σχετικών προτάσεων, ακόμη και στα κράτη μέλη που, μέχρι σήμερα, δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στα προκριθέντα προγράμματα. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ισότιμη πρόσβαση στα προγράμματα αυτά για όλους τους πολίτες της ΕΕ.

1.8   Επιπλέον, κατά την άποψή της, η έννοια της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας, που συνιστά το κύριο κριτήριο επιλογής των προγραμμάτων, θα άξιζε να προσδιοριστεί σαφέστερα. Δεδομένου ότι το ύψος του κονδυλίου που διατίθεται στο πρόγραμμα είναι εκ φύσεως περιορισμένο —παρότι αυξανόμενο, γεγονός που η ΕΟΚΕ χαιρετίζει—, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σημαντικό οι επιδοτήσεις να επικεντρώνονται στα έργα με σαφώς αποδεδειγμένη ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία. Θα πρέπει να προωθούνται τα διεθνικά έργα.

1.9   Εφόσον στα ετήσια προγράμματα εργασίας θα πρέπει να διευκρινίζονται ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές της εφαρμογής του προγράμματος (η κατανομή του προϋπολογισμού, ειδικότερα), η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η υιοθέτησή τους από την Επιτροπή με τη μορφή εκτελεστικών πράξεων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης και όχι με τη συμβουλευτική διαδικασία, όπως προβλέπεται στην υπό εξέταση πρόταση. Αυτό θα εξασφάλιζε ότι τα εν λόγω προγράμματα δεν θα υιοθετούνται από την Επιτροπή εάν δεν συμφωνούν με τη γνωμοδότηση της επιτροπής που συγκροτείται βάσει του κανονισμού αριθ. 182/2011 (και που απαρτίζεται από τους εκπροσώπους των κρατών μελών).

1.10   Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι οι προτεραιότητες μεταξύ των επιλέξιμων για χρηματοδότηση δράσεων πρέπει να προβάλλονται ευκρινέστερα (άρθρο 6) και εκτιμά, ειδικότερα, ότι θα έπρεπε να είναι πιο σαφής η έμφαση στην ηλεκτρονική δικαιοσύνη, έναν τομέα στον οποίο χρειάζονται ακόμη μεγάλες πρόοδοι για την ευχερέστερη πρόσβαση.

1.11   Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τον νέο προσανατολισμό που διαφαίνεται στην υπό εξέταση πρόταση, σύμφωνα με τον οποίο επιδιώκεται η κάλυψη όλων των επαγγελματιών του τομέα της δικαιοσύνης, ειδικότερα δε των δικηγόρων, από τις δράσεις ευρωπαϊκής δικαστικής κατάρτισης: όπως ακριβώς οι δικαστές, συμβάλλουν και αυτοί στην ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, αντιπροσωπεύουν για τους πολίτες το πρώτο σημείο πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Αυτοί είναι που κινούν τη διαδικασία.

1.12   Ομοίως, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι επείγει να ενταχθούν οι διάφοροι ασκούντες νομικά επαγγέλματα στα δίκτυα διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας, με την αναγκαία οικονομική υποστήριξη. Για λόγους συνεκτικότητας με την πρόσφατη πολιτική ώθηση υπέρ της ενίσχυσης των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, η ΕΟΚΕ απευθύνει, ειδικότερα, έκκληση για την ταχύτερη δυνατή διευθέτηση μιας κατάστασης που κρίνει ως απαράδεκτη: του αποκλεισμού των δικηγόρων, νομικά ή πραγματικά, από τα περισσότερα δίκτυα διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας.

1.13   Με την προοπτική ενός κοινού χώρου δικαιωμάτων, ειδικότερα δε όσον αφορά τα σχετικά με την οικογένεια δικαιώματα, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη προσφυγής στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως «οδηγό εναρμόνισης». Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται ακόμη από πολύ διαφορετικές νομικές παραδόσεις και αντιλήψεις, η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένως επισημάνει —πρόσφατα μάλιστα ως προς τον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (2)— τη σημασία της προώθησης της προσφυγής σε ένα πρόσθετο και προαιρετικό ευρωπαϊκό καθεστώς (το λεγόμενο 28ο καθεστώς).

2.   Περιεχόμενο της πρότασης

2.1   Για λόγους απλούστευσης και εξορθολογισμού, η Επιτροπή αποφάσισε να μειώσει τον αριθμό των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της που αποσκοπούν στην υλοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου δικαιωμάτων και δικαιοσύνης, μεριμνώντας ώστε ο καθένας, είτε είναι πολίτης είτε παράγων ή επαγγελματίας της δικαιοσύνης, να μπορεί να γνωρίζει τα δικαιώματά του και τον τρόπο άσκησης ή εφαρμογής τους. Σε συνδυασμό με το πρόγραμμα «Δικαιώματα και Ιθαγένεια» (3), το πρόγραμμα «Δικαιοσύνη» για την περίοδο 2014-2020 ενσωματώνει τα προγράμματα «Αστική Δικαιοσύνη», «Ποινική Δικαιοσύνη» και «Πρόληψη των Ναρκωτικών και Σχετική Ενημέρωση».

2.2   Σύμφωνα με την υπό εξέταση πρόταση κανονισμού, στο πρόγραμμα εκχωρείται προϋπολογισμός 472 εκατομμυρίων ευρώ, με τον οποίο θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν οι δραστηριότητες στις οποίες η παρέμβαση της Ένωσης προσφέρει προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με τη μεμονωμένη δράση των κρατών μελών. Γενικός στόχος είναι η συμβολή στον ευρωπαϊκό χώρο δικαιοσύνης, χάρη στην προώθηση της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Ο στόχος αυτός αναλύεται σε ειδικούς στόχους: προώθηση της ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα αυτόν (δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΣΛΕΕ), διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, πρόληψη και περιορισμός της ζήτησης ναρκωτικών. Ο τελευταίος αυτός στόχος δεν προσεγγίζεται πλέον από την άποψη της υγείας, αλλά της καταπολέμησης της εγκληματικότητας (δυνάμει του άρθρου 84 της ΣΛΕΕ).

2.3   Οι στόχοι αυτοί δικαιολογούν, ειδικότερα, την υποστήριξη δράσεων κατάρτισης που απευθύνονται στους δικαστές και λοιπούς επαγγελματίες του δικαίου, συμπεριλαμβανομένων δικηγόρων και συμβολαιογράφων, δράσεων συνεργασίας με τη μορφή δικτύων που θα συμβάλλουν στην αμοιβαία γνωριμία και εμπιστοσύνη, καθώς και δράσεων ευαισθητοποίησης του κοινού.

2.4   Επιπλέον, από τις ίδιες πιστώσεις, θα χρηματοδοτηθεί μια βάση ανάλυσης με στόχο την υποστήριξη και χάραξη των πολιτικών της Ένωσης. Για μεγαλύτερη ευελιξία, η πρόταση δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα κονδύλια ανά τομέα δράσης.

2.5   Οι ετήσιες προτεραιότητες του προγράμματος θα υιοθετούνται από την Επιτροπή με τη μορφή εκτελεστικών πράξεων και σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία.

2.6   Η πρόταση προβλέπει υποχρεώσεις σε θέματα παρακολούθησης και αξιολόγησης (συμπεριλαμβανομένης και της ενδιάμεσης).

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1   Η εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης αντιπροσωπεύει για την ΕΕ δημόσιο αγαθό, τα πλεονεκτήματα του οποίου μπορούν να εκτιμήσουν οι πάντες, είτε είναι πολίτες είτε παράγοντες της δικαιοσύνης. Και τούτο επειδή αφορά καίριες πτυχές του βίου και της καθημερινότητας (διαζύγιο, δικαίωμα φιλοξενίας και επικοινωνίας με τα τέκνα, κληρονομία, επιτροπεία, εμπορικές διαφορές, καταναλωτικές διαφορές κλπ, αλλά και σεβασμός των δικαιωμάτων σε ποινικές υποθέσεις), ενώ συμβάλλει και στην ενίσχυση της ασφάλειας εντός του ευρωπαϊκού χώρου, χάρη στην προώθηση της συνεργασίας σε θέματα καταπολέμησης του εγκλήματος.

3.2   Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι το πρόγραμμα «Δικαιοσύνη» και το πρόγραμμα «Δικαιώματα και ιθαγένεια» αλληλοσυμπληρώνονται λειτουργικά και εκτιμά ότι ο ευρωπαϊκός χώρος ελευθερίας και δικαιοσύνης μπορεί να αποκτήσει το νόημά του μόνο σε συνάρτηση με τα δικαιώματα στα οποία θα έχει πραγματική πρόσβαση κάθε πολίτης της ΕΕ, όπου κι εάν βρίσκεται και ότι, συνεπώς, το υπό εξέταση πρόγραμμα θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα δικαιώματα αυτά.

3.3   Με την προοπτική ενός κοινού χώρου δικαιωμάτων, ιδίως δε όσον αφορά τα σχετικά με την οικογένεια δικαιώματα, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη προσφυγής στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως «οδηγό εναρμόνισης». Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ποικιλία νομικών παραδόσεων και αντιλήψεων, η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένως επισημάνει —πρόσφατα μάλιστα ως προς τον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (4)— τη σημασία της προώθησης της προσφυγής σε ένα πρόσθετο και προαιρετικό ευρωπαϊκό καθεστώς (το λεγόμενο 28ο καθεστώς). Χάρη στη θέσπιση ενός τέτοιου καθεστώτος, η αναγνώριση των δικαιωμάτων των πολιτών της ΕΕ μπορεί να σημειώσει προόδους, με την αποτελεσματική καταπολέμηση των διακρίσεων που τυχόν υφίστανται οι πολίτες σε περιπτώσεις όπου η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκουν τους εξασφαλίζει λιγότερα δικαιώματα απ’ ό,τι η νομοθεσία άλλων κρατών μελών.

3.4   Ο σεβασμός των δικαιωμάτων —ειδικότερα δε των θεμελιωδών δικαιωμάτων— εντός της ΕΕ, στον οποίο πρέπει να συμβάλει η δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, αποτελεί αυτοσκοπό. Ωστόσο, οι θετικές του επιδράσεις επί της ενιαίας αγοράς από άποψη οικονομικής ανάπτυξης και απασχόλησης μπορεί να είναι σημαντικές και πρέπει να αξιοποιηθούν, κυρίως με την υποστήριξη της προσπάθειας κατάρτισης των επαγγελματιών του δικαίου (5). Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι, για τις επιχειρήσεις, η καλύτερη συνεργασία σε αστικές υποθέσεις και η επακόλουθη ταχύτερη διευθέτηση των διασυνοριακών διαφορών θα είχε σημαντικό αντίκτυπο στον δυναμισμό της διασυνοριακής τους δραστηριότητας.

3.5   Οι εργασίες αξιολόγησης κατέδειξαν την αποτελεσματικότητα των προηγούμενων προγραμμάτων («Αστική Δικαιοσύνη», «Ποινική Δικαιοσύνη» και «Πρόληψη των Ναρκωτικών και Σχετική Ενημέρωση» κατά την περίοδο 2007-2013), αλλά βέβαια η μείωση του αριθμού τους και, συνεπώς, των διατυπώσεων διαχείρισης, είναι αφ’ εαυτής θετική και θα διευκολύνει την υλοποίηση των διαφόρων στόχων. Πέρα από την εναρμόνιση των διαδικασιών, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σημαντικό να περιοριστεί η ενδογενής πολυπλοκότητά τους.

3.6   Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ εκφράζει ιδιαίτερη ικανοποίηση για το μέτρο απλούστευσης και εξορθολογισμού που συνιστά η συγχώνευση των προγραμμάτων «Αστική Δικαιοσύνη» και «Ποινική Δικαιοσύνη», η οποία δικαιολογείται από την εγκατάλειψη του τρίτου πυλώνα στη Συνθήκη της Λισαβόνας, καθώς και από την εγγύτητα των στόχων, των παραγόντων και των δράσεων προς χρηματοδότηση στους δύο αυτούς τομείς του δικαίου (ιδίως σε θέματα ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και κατάρτισης).

3.7   Η ΕΟΚΕ συνιστά να προωθηθούν έργα σε θέματα ποινικής δικαιοσύνης, κυρίως στα κράτη μέλη που, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επωφεληθεί πολύ από τις διαθέσιμες επιδοτήσεις. Καθώς η πτυχή αυτή είναι σχετικά πρόσφατη, η ευρωπαϊκή προσέγγισή της δεν είναι ακόμη αυτονόητη και αξίζει να αναπτυχθεί περαιτέρω.

3.8   Αντιθέτως, όσον αφορά το πρόγραμμα «Πρόληψη των Ναρκωτικών και Σχετική Ενημέρωση», η νομική βάση του οποίου έγκειται στη δημόσια υγεία, η ΕΟΚΕ είναι πιο επιφυλακτική. Εκφράζει το μέλημά της να εξακολουθήσουν να καλύπτονται κατά προτεραιότητα οι πτυχές που άπτονται της δημόσιας υγείας, ενώ, επιπλέον, εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι μια προσέγγιση με σαφή κατεύθυνση προς την καταστολή θα οδηγήσει ασφαλώς σε επικαλύψεις με τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται στα πλαίσια του μελλοντικού Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας. Επαναλαμβάνει ότι, σε θέματα καταπολέμησης των ναρκωτικών, είναι σημαντική η ανάπτυξη μιας προσέγγισης πρωτίστως προληπτικής, που να προσφέρει στους τοξικομανείς δυνατότητες πρόσβασης σε βοήθεια και περίθαλψη. Επιβάλλεται η σχετική ευαισθητοποίηση των δικαστών και των δικηγόρων.

3.9   Προκειμένου, επίσης, ο ειδικός στόχος που αφορά τα ναρκωτικά να μην απορροφήσει δυσανάλογο μερίδιο των συνολικών πιστώσεων, η ΕΟΚΕ προτείνει ο στόχος αυτός να μπορεί να χρηματοδοτείται εν μέρει από τους πόρους που θα εξοικονομηθούν χάρη στην δέσμευση και τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από τη διακίνηση ναρκωτικών, όπως προβλέπεται στην μελλοντική οδηγία σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση των προϊόντων εγκλήματος (6).

3.10   Παρότι εξακολουθεί να διερωτάται ως προς το ακριβές πλαίσιο των δράσεων που θα χρηματοδοτούνται στον τομέα της πρόληψης της εγκληματικότητας που συνδέεται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, η ΕΟΚΕ σημειώνει με ικανοποίηση ότι το προβλεπόμενο κονδύλιο των 472 εκατομμυρίων ευρώ για την υλοποίηση του υπό εξέταση προγράμματος φαίνεται να σηματοδοτεί αξιοσημείωτη αύξηση της στήριξης εκ μέρους της Επιτροπής.

3.11   Επειδή επιθυμεί ο προϋπολογισμός της EE να χρησιμοποιείται πραγματικά «για τη χρηματοδότηση των δημόσιων αγαθών της EE» καθώς και «των τομέων στους οποίους μπορεί να εξασφαλίζει καλύτερα αποτελέσματα» (7), η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι οι πόροι είναι αναγκαίο να επικεντρώνονται στα έργα που μπορούν να επικαλεσθούν ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία (άρθρο 3), και τούτο κυρίως σε θέματα ποινικής δικαιοσύνης, καθώς πρόκειται για τομέα όπου τα κράτη μέλη επιδεικνύουν ακόμη κάποιους ενδοιασμούς ως προς την παρέμβαση του κοινοτικού δικαίου.

3.12   Για την αποτελεσματική διάθεση των πόρων του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ακόμη ότι επιβάλλεται να εξασφαλίζεται η συνεκτικότητα, η συμπληρωματικότητα και οι συνέργειες μεταξύ των διαφόρων προγραμμάτων χρηματοδότησης, και κυρίως με το πρόγραμμα «Δικαιώματα και ιθαγένεια» για την περίοδο 2014-2020. Αντιστρόφως, πρέπει να επιδεικνύεται αυξημένη επαγρύπνηση για την αποτροπή τυχόν επικαλύψεων.

3.13   Η ΕΟΚΕ σημειώνει με ικανοποίηση ότι τα έργα θα επιλέγονται μεν στα πλαίσια των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας, θα μπορούν όμως να εκτείνονται σε περισσότερα του ενός έτη, γεγονός που τους προσφέρει την ευχέρεια να αναπτυχθούν και να επιτύχουν τους στόχους τους. Ως προς τη συγχρηματοδότηση εκτιμά ότι είναι ορθή ως αρχή, διερωτάται όμως μήπως θα ήταν δικαιολογημένη μια ενδεχόμενη προσαρμογή της (8).

3.14   Παρά το περίπλοκο του ισχύοντος δημοσιονομικού κανονισμού, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σημαντικό οι όροι πρόσβασης στη χρηματοδότηση να γνωστοποιούνται σε όλους τους ενδιαφερόμενους πολίτες, κατά τρόπο σαφή και παιδαγωγικό και σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η έννοια της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας, ιδίως, θα ήταν ευκταίο να προσδιορίζεται σαφέστερα. Αυτό θα ευνοούσε αναμφισβήτητα την ευστοχία των προτεινόμενων έργων και θα ενθάρρυνε την υποβολή σχετικών προτάσεων, ακόμη και στα κράτη μέλη που, μέχρι σήμερα, δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στα προκριθέντα προγράμματα. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ισότιμη πρόσβαση στα προγράμματα αυτά για όλους τους πολίτες της ΕΕ.

3.15   Επίσης, η ΕΟΚΕ εκφράζει την έκπληξή της για το γεγονός ότι, στο νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο, δεν εμφαίνεται καμία κατανομή του προϋπολογισμού, έστω ενδεικτική, ανά ειδικούς στόχους. Χωρίς να αμφισβητεί τη θεμιτή ανάγκη ευελιξίας ως προς τη διαχείριση των πόρων, τονίζει ότι μια εκ των προτέρων ένδειξη επί του θέματος είναι σημαντική.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   Ως προς την ευρωπαϊκή δικαστική κατάρτιση

4.1.1   Εάν δεν υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι αδύνατο να επιτευχθεί οποιαδήποτε πραγματική πρόοδος. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη στήριξη των δράσεων που αποσκοπούν στην καθιέρωση μιας κοινής ευρωπαϊκής παράδοσης, προσανατολισμένης αποφασιστικά προς την πρακτική και την άσκηση του δικαίου και βασισμένης στη γνώση και την κατανόηση των εθνικών δικαστικών συστημάτων. Για να λειτουργεί η αλληλοβοήθεια στο εσωτερικό της ΕΕ, απαιτείται η εξασφάλιση ιδίως της προστασίας των δικονομικών δικαιωμάτων των εμπλεκομένων προσώπων στα άλλα εθνικά συστήματα.

4.1.2   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή δικαστική κατάρτιση των επαγγελματιών του δικαίου συνιστά θεμελιώδη πτυχή του νέου προγράμματος, που θα άξιζε να τονίζεται περισσότερο. Το ευρωπαϊκό δίκαιο πάσχει από την υπερβολικά ανόμοια ακόμη εφαρμογή ανάλογα με τα κράτη μέλη, συχνά λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και ευαισθητοποίησης των επαγγελματιών επ’ αυτού. Σε τελωνειακά ζητήματα, αυτό είναι καταφανές. Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει, επί του προκειμένου, ότι απαιτείται ουσιώδης αύξηση της στήριξης για ευρωπαϊκή δικαστική κατάρτιση. Αυτό καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό σε συνάρτηση με τον στόχο που θέτει η Επιτροπή: να καταρτιστούν, έως το 2020, 20 000 επαγγελματίες του δικαίου ανά έτος, ήτοι συνολικά 700 000 άτομα (9). Όπως η ίδια η Επιτροπή ορθά τονίζει, η γλωσσική κατάρτιση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την καλύτερη επικοινωνία των επαγγελματιών του δικαίου πέρα από τα εθνικά σύνορα, εντός του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας και δικαιοσύνης.

4.1.3   Η ΕΟΚΕ κρίνει απαραίτητο να επιτευχθεί η συμμετοχή των δικηγόρων, ιδίως, στις δράσεις κατάρτισης, πράγμα που φαίνεται απόλυτα δικαιολογημένο, εφόσον μάλιστα σε ορισμένα κράτη μέλη η κατάρτισή τους είναι κοινή με των δικαστών. Οι δικηγόροι αντιπροσωπεύουν το πρώτο σημείο πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Από τις εμπεριστατωμένες και εύστοχες συμβουλές τους εξαρτάται στη συνέχεια η πρόσβαση των διωκόμενων στον δικαστή. Όπως ακριβώς οι δικαστές και οι εισαγγελείς, πρέπει να μπορούν και αυτοί να επωφελούνται από τις πρωτοβουλίες χρηματοδότησης της ΕΕ. Από αυτό εξαρτάται η ποιότητα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη εντός του ευρωπαϊκού χώρου δικαίου. Επίσης, η συμμετοχή αυτή κρίνεται αναγκαία από την άποψη της βελτίωσης της ισορροπίας υπέρ των δικαιωμάτων της υπεράσπισης.

4.1.4   Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για τη σύγχυση στην οποία μπορεί να οδηγήσει η φράση «λειτουργοί και υπάλληλοι του τομέα απονομής της δικαιοσύνης» (10), και συγχαίρει την Επιτροπή που διευκρινίζει, στην υπό εξέταση πρόταση κανονισμού, ότι η φράση αυτή καλύπτει όλους τους επαγγελματίες του δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων και των συμβολαιογράφων, οι οποίοι συμβάλλουν πραγματικά και ουσιαστικά στην ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή εμφανίζεται αποφασισμένη να υιοθετήσει αυτή την προσέγγιση στα πλαίσια του πρότυπου σχεδίου για την ευρωπαϊκή δικαστική κατάρτιση που θα εγκαινιασθεί εντός του έτους.

4.1.5   Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι θα ήταν ευκταίο να οριστούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία θα πρέπει να πληρούν τα προγράμματα δικαστικής κατάρτισης για να είναι επιλέξιμα. Μεταξύ αυτών, θα πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνεται η αναφορά στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εντός του σχετικού προγράμματος κατάρτισης. Η συμμόρφωση των προγραμμάτων προς τα κριτήρια που θα έχουν καθοριστεί θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο τακτικής και εμπεριστατωμένης παρακολούθησης και ελέγχου. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η χορήγηση των επιδοτήσεων επιβάλλεται να εξαρτάται από την ενδογενή ποιότητα των προγραμμάτων, τα οποία θα πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρή αξιολόγηση.

4.1.6   Ένα θέμα στο οποίο η ΕΟΚΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία είναι τα προγράμματα δικαστικής κατάρτισης που απευθύνονται στους δικαστές και τους δικηγόρους να εξετάζουν τις ιδιαίτερες πτυχές που αφορούν την τοξικομανία και να επιτρέπουν την ανάπτυξη μιας δικαστικής προσέγγισης που θα συνδυάζεται με μια προσέγγιση από την κοινωνική άποψη και την άποψη της υγείας και θα προσανατολίζεται προς την πρόληψη της υποτροπής.

4.2   Ως προς τη διασυνοριακή δικαστική συνεργασία

4.2.1   Η ΕΟΚΕ απευθύνει έκκληση για την ταχύτερη δυνατή διευθέτηση μιας κατάστασης που κρίνει ως απαράδεκτη: του αποκλεισμού των δικηγόρων από τα περισσότερα δίκτυα διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας. Το δικαστικό δίκτυο ποινικών υποθέσεων εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (Eurojust) και δεν εντάσσεται στα πλαίσια του υπό εξέταση προγράμματος· είναι ενδεικτικό, ωστόσο, το γεγονός ότι οι δικηγόροι δεν έχουν πρόσβαση σ’ αυτό. Οι οικονομικές δυσχέρειες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την υφιστάμενη ανισορροπία υπέρ του κατήγορου. Οι πόροι, έστω περιορισμένοι, πρέπει να επιτρέπουν την τήρηση της ισότητας των μέσων σε περιπτώσεις διασυνοριακών υποθέσεων.

4.2.2   Η απαίτηση αυτή προϋποθέτει, ιδίως δε σε περιπτώσεις εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ότι οι δικηγόροι θα είναι σε θέση να εντοπίσουν σύντομα έναν αρμόδιο δικηγόρο σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος να έχει πρόσβαση στον φάκελο και να δύναται να παράσχει συμβουλές σχετικά με τις πτυχές του εθνικού δικονομικού δικαίου του εν λόγω κράτους και, γενικότερα, με τις τοπικές πτυχές της υπόθεσης. Οι νέες διατάξεις που εισάγονται με την πρόταση οδηγίας σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, οι οποίες θεσπίζουν, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, την αρχή της πρόσβασης σε δύο δικηγόρους (έναν στο κράτος μέλος έκδοσης και έναν στο κράτος μέλος εκτέλεσης) συνιστούν ένα πρόσθετο επιχείρημα, εάν υποτεθεί ότι χρειάζεται, το οποίο δικαιολογεί την πλήρη συμμετοχή των δικηγόρων στα ευρωπαϊκά δίκτυα δικαστικής συνεργασίας. Επί του προκειμένου, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη στήριξη που θα μπορεί να προσφέρει το μελλοντικό διασυνοριακό δίκτυο δικηγόρων υπεράσπισης στο έργο του αυξανόμενου αριθμού δικηγόρων που ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις. Για λόγους συνεκτικότητας και αποτελεσματικότητας, ζητά από την Επιτροπή να δεσμευτεί οικονομικά, σε ύψος ανάλογο με τις ανάγκες, ώστε να ενισχύσει το έργο αυτό.

4.2.3   Ομοίως, όσον αφορά το δικαστικό δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι πρακτικά περιθωριοποιούνται, ενώ, από την 1η Ιανουαρίου 2011, προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις η διεύρυνσή του στα επαγγέλματα αυτά, καθώς και στους δικαστικούς επιμελητές, ως επαγγέλματα που συμβάλλουν άμεσα στην εφαρμογή των κοινοτικών πράξεων και των διεθνών νομικών μέσων. Και στην περίπτωση αυτή, η εύρυθμη λειτουργία του δικτύου απαιτεί την επαρκή χρηματοδοτική στήριξη.

4.2.4   Απέναντι στην πληθώρα πρωτοβουλιών που αναπτύσσουν πολλά νομικά επαγγέλματα, με τη μορφή μικρών και συχνά δαπανηρών δομών, η ΕΟΚΕ συνιστά να βελτιωθεί η συνεκτικότητα και ο συντονισμός μεταξύ των δικτύων αυτών, με στόχο την προώθηση της συνοχής (11), στην οποία θα μπορέσει να στηριχθεί μια πραγματική ευρωπαϊκή δικαστική δομή.

4.3   Ηλεκτρονική δικαιοσύνη

4.3.1   Η «αποϋλοποίηση» της δικαιοσύνης συνιστά θεμελιώδη πτυχή, η οποία, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, δεν τονίζεται επαρκώς στην υπό εξέταση πρόταση. Ο αντίκτυπός της στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ακόμη και για τους πολίτες με αναπηρία ή σε δυσχερή κοινωνική κατάσταση, αξίζει να αναλυθεί ενδελεχώς. Προς το κοινό συμφέρον τόσο των υποκειμένων δικαίου όσο και των ασκούντων νομικά επαγγέλματα, πρέπει να επιτευχθούν ακόμη σημαντικές πρόοδοι στον τομέα αυτόν.

4.3.2   Επί του προκειμένου, η ΕΟΚΕ αναμένει έναν σαφή προσανατολισμό εκ μέρους της Επιτροπής: η προώθηση των διαθέσιμων μέσων σε θέματα ηλεκτρονικής δικαιοσύνης φαίνεται να απευθύνεται, προς το παρόν, περισσότερο στο ευρύ κοινό παρά στους επαγγελματίες. Εντούτοις, για την εξασφάλιση της ποιότητας των δικαστικών αποφάσεων και της συμμόρφωσής τους προς το ευρωπαϊκό δίκαιο, έχει καθοριστική σημασία να διευκολυνθεί και να ενθαρρυνθεί η προσφυγή των επαγγελματιών του δικαίου στα μέσα αυτά, γεγονός που προϋποθέτει την προς τούτο κατάρτισή τους.

4.3.3   Η ΕΟΚΕ σημειώνει με ικανοποίηση ότι το συνολικό κονδύλιο που προβλέπεται στην υπό εξέταση πρόταση θα μπορεί να συντελεί στην τελειοποίηση των σχετικών δικτύων τεχνολογίας πληροφοριών (άρθρο 8 παράγραφος 2). Αναφέρεται, ειδικότερα, στο σχέδιο για μια μηχανή αναζήτησης δικηγόρου εντός της πύλης e-Justice, καθώς και στο σχέδιο e-CODEX, που αποβλέπει στη διαλειτουργικότητα μεταξύ των εθνικών συστημάτων ηλεκτρονικής δικαιοσύνης. Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι, για την εξασφάλιση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των δικτύων αυτών, η επαγγελματική ταυτότητα των δικηγόρων θα πρέπει να μπορεί να πιστοποιείται από τους οικείους δικηγορικούς συλλόγους.

4.4   Δείκτες

4.4.1   Είναι προφανές ότι οι δείκτες θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ενδελεχέστερου προβληματισμού. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι, μετά την έκδοση του υπό εξέταση εγγράφου, η Επιτροπή έχει εγκαινιάσει τον σχετικό προβληματισμό, τόσο σχετικά με την ανά έτος παρακολούθηση όσο και με την ενδιάμεση και την τελική αξιολόγηση. Ειδικότερα ως προς την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, θα πρέπει να συμπληρωθεί το καθαρά υποκειμενικό κριτήριο (πώς γίνεται αντιληπτή η πρόσβαση αυτή ανά την Ευρώπη). Σε θέματα κατάρτισης, θα ήταν σκόπιμο να αξιοποιηθούν οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, με τη συμμετοχή πανεπιστημίων, ινστιτούτων δικαστικής κατάρτισης και δικηγορικών συλλόγων. Για τις δαπάνες που αφορούν τις δραστηριότητες ελέγχου (υπό την ευρεία έννοια), και οι οποίες εκτιμώνται, σύμφωνα με το νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο, σε 3 έως 6 % του συνολικού προϋπολογισμού, παρότι αναμένεται να είναι φθίνουσες κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος, θα άξιζε, κατά την ΕΟΚΕ να ορισθεί ένα ανώτατο όριο.

4.5   Διαδικασίες υιοθέτησης των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας

4.5.1   Όσον αφορά τα ετήσια προγράμματα εργασίας που υιοθετεί η Επιτροπή με τη μορφή εκτελεστικών πράξεων, η ΕΟΚΕ διατηρεί αμφιβολίες ως προς την επιλογή της συμβουλευτικής διαδικασίας. Θα έκρινε καταλληλότερη τη διαδικασία εξέτασης, η οποία εξασφαλίζει ότι τα εν λόγω προγράμματα δεν θα υιοθετούνται από την Επιτροπή εάν δεν συμφωνούν με τη γνωμοδότηση της επιτροπής που συγκροτείται βάσει του κανονισμού αριθ. 182/2011 (και που απαρτίζεται από τους εκπροσώπους των κρατών μελών).

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2012.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Staffan NILSSON


(1)  Βλ. τη γνωμοδότηση SOC/441 της ΕΟΚΕ, της 24.5.2012, για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο «Προς μια δυναμικότερη ευρωπαϊκή απάντηση στο πρόβλημα των ναρκωτικών». (ΕΕ C 229 της 31.7.2012, σελ. 85).

(2)  ΕΕ C 376, 22.12.2011, σ. 87–91.

(3)  EE C 191, 29.06.2012, σ. 108-110.

(4)  Βλ. υποσημείωση 2.

(5)  Στην έκθεσή του με τίτλο «Μια νέα στρατηγική για την ενιαία αγορά» (9 Μαΐου 2010), ο κ. Mario Monti τόνιζε τη σημασία της ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της σχετικής κατάρτισης των δικαστικών λειτουργών για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ενιαίας αγοράς.

(6)  Βλ. τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ που υιοθετήθηκε στις 11/7/2012 (βλ. σελίδα της αντίστοιχης Επίσημης Εφημερίδας).

(7)  COM(2010) 700 final.

(8)  Επί του παρόντος, απαιτείται ίδια συμμετοχή της τάξεως του 20 % για τη λήψη του λοιπού 80 % υπό μορφή επιδοτήσεων.

(9)  COM(2011) 551 final.

(10)  Σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 2 στοιχείο η) και με το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, που αφορούν αντιστοίχως τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και σε ποινικές υποθέσεις, και όπου γίνεται λόγος για την κατάρτιση «των δικαστών και των άλλων λειτουργών και υπαλλήλων του τομέα απονομής της δικαιοσύνης».

(11)  Βλ. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 σχετικά με την κατάρτιση των δικαστών (2012/2575(RSP)).