|
18.12.2012 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
CE 390/121 |
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
Εποπτεία της δημοσιονομικής κατάστασης και εποπτεία και συντονισμός των οικονομικών πολιτικών ***I
P7_TA(2011)0291
Τροπολογίες που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 23 Ιουνίου 2011 στην πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (COM(2010)0526 – C7-0300/2010 – 2010/0280(COD)) (1)
2012/C 390 E/21
(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)
[Τροπολογία 2]
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ (2)
στην πρόταση της Επιτροπής για
(1) Το θέμα αναπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή προς επανεξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (Α7-0178/2011).
(2) Τροπολογίες: το νέο ή τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες · η διαγραφή κειμένου σημειώνεται με το σύμβολο ▐.
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121, παράγραφος 6,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1) ,
Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της Ένωσης, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), θα πρέπει να συνεπάγεται την τήρηση των κατευθυντήριων αρχών για σταθερές τιμές, υγιή δημόσια οικονομικά, υγιείς νομισματικές συνθήκες και διατηρήσιμο ισοζύγιο πληρωμών. |
|
(2) |
Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης αποτελείτο αρχικά από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (2), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (3) καθώς και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997 για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (4). Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97 τροποποιήθηκαν το 2005 από τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 αντίστοιχα. Επιπλέον, εγκρίθηκε η έκθεση του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2005 με τίτλο «Βελτίωση της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης». |
|
(3) |
Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης βασίζεται στον στόχο για υγιή δημόσια οικονομικά ως μέσο για τη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών σταθερότητας των τιμών και για ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη που στηρίζεται σε χρηματοπιστωτική σταθερότητα, υποστηρίζοντας με αυτό τον τρόπο την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για διατηρήσιμη ανάπτυξη και ▐ απασχόληση. |
|
(4) |
Το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτύχουν και να διατηρούν ένα μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και να υποβάλλουν για τον σκοπό αυτό προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης. |
|
(4a) |
Το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα επωφεληθεί από αυστηρότερες μορφές εποπτείας, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια και η συμμόρφωση των κρατών μελών με το πλαίσιο δημοσιονομικού συντονισμού της Ένωσης. |
|
(5) |
Το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης καθώς και η διαδικασία για την εξέτασή τους θα πρέπει να αναπτύσσονται περαιτέρω τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο με βάση την πείρα που αποκτάται κατά την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. |
|
(5a) |
Οι δημοσιονομικοί στόχοι στα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης θα πρέπει να λαμβάνουν ρητά υπόψη τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής, τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές των κρατών μελών και της Ένωσης για την απασχόληση και, γενικότερα, τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα. |
|
(5β) |
Η υποβολή και η αξιολόγηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης πρέπει να λαμβάνει χώρα πριν από τη λήψη σημαντικών αποφάσεων σχετικά με τους εθνικούς προϋπολογισμούς για τα επόμενα έτη. Πρέπει συνεπώς να καθοριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την υποβολή των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του οικονομικού έτους του Ηνωμένου Βασιλείου, πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις όσον αφορά την ημερομηνία υποβολής των προγραμμάτων σύγκλισης της χώρας αυτής. |
|
(5γ) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίζει ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία ενισχυμένης εποπτείας σε ό, τι αφορά τις ειδικές αξιολογήσεις για κάθε κράτος μέλος, την παρακολούθηση, τις αποστολές, τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις. |
|
(5δ) |
Η πείρα που αποκτήθηκε και τα λάθη που διαπράχθηκαν κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης δείχνουν την ανάγκη να βελτιωθεί η οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, η οποία θα πρέπει να οικοδομηθεί στην περαιτέρω εθνική αποδοχή από κοινού συμπεφωνημένων διατάξεων και πολιτικών και σε ένα πιο ισχυρό πλαίσιο εποπτείας για τις εθνικές οικονομικές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. |
|
(5ε) |
Το βελτιωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να βασίζεται σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες πολιτικές για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την απασχόληση οι οποίες χρειάζεται να έχουν συνοχή μεταξύ τους, και ειδικότερα μια στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη και ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς, η οποία να ευνοεί το διεθνές εμπόριο και την ανταγωνιστικότητα, ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση του υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος (Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), ένα στιβαρό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, μια ενισχυμένη ρύθμιση και εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της μακροπροληπτικής εποπτείας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου. |
|
(5στ) |
Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το πλήρες πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης συμπληρώνουν και υποστηρίζουν τη στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Η αλληλοσύνδεση μεταξύ των διαφόρων πτυχών δεν θα πρέπει να επιτρέπει εξαιρέσεις από τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. |
|
(5ζ) |
Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να περιλαμβάνει στενότερη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να δώσει την ευκαιρία στο κράτος μέλος το οποίο αφορά η σύσταση του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, και το άρθρο 10, παράγραφος 2, να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων. |
|
(5η) |
Τα προγράμματα σταθερότητας ή σύγκλισης και τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα θα πρέπει να εκπονούνται με συνεκτικό τρόπο και θα πρέπει να υπάρχει ευθυγράμμιση ως προς την επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής για την υποβολή τους. |
|
(5θ) |
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου ο κύκλος εποπτείας και συντονισμού της πολιτικής αρχίζει στις αρχές του έτους με οριζόντια επανεξέταση στο πλαίσιο της οποίας το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με βάση τη συμβολή της Επιτροπής και του Συμβουλίου, προσδιορίζει τις κύριες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ένωση και το ευρώ και παρέχει στρατηγική καθοδήγηση για τις πολιτικές. Θα πραγματοποιείται συζήτηση και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην αρχή του ετήσιου κύκλου εποπτείας, εγκαίρως πριν από τη διεξαγωγή της συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Τα κράτη μέλη αναμένεται να λαμβάνουν υπόψη την οριζόντια καθοδήγηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην κατάρτιση των προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης και των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων τους. |
|
(5ι) |
Προκειμένου να ενισχυθεί η εθνική αποδοχή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν πλήρως με τους στόχους της πολυμερούς εποπτείας στην Ένωση, και, ιδίως, με το ευρωπαϊκό εξάμηνο. |
|
(5ια) |
Σύμφωνα με τις νομικές και πολιτικές ρυθμίσεις κάθε κράτους μέλους, τα εθνικά κοινοβούλια συμμετέχουν δεόντως στο εξάμηνο και στην προετοιμασία των προγραμμάτων σταθερότητας, των προγραμμάτων σύγκλισης και των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων, προκειμένου να αυξάνεται η διαφάνεια, η αποδοχή και η λογοδοσία σε σχέση με τις αποφάσεις που λαμβάνονται. Στο πλαίσιο του εξαμήνου διεξάγεται, όποτε είναι αναγκαίο, διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, την Επιτροπή Απασχόλησης και την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας. Στο πλαίσιο του εξαμήνου, υπάρχει συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως των κοινωνικών εταίρων, για βασικά θέματα πολιτικής, όποτε είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομικές και πολιτικές ρυθμίσεις. |
|
(6) |
Η τήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου αναφορικά με τις δημοσιονομικές θέσεις πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη ένα περιθώριο ασφαλείας σχετικά με την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ προκειμένου να εξασφαλίσουν βιώσιμα δημόσια οικονομικά ή ταχεία πρόοδο προς τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, αφήνοντας συγχρόνως τα αναγκαία περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών για δημόσιες επενδύσεις. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος θα πρέπει να ενημερώνεται τακτικά σύμφωνα με από κοινού συμπεφωνημένη μεθοδολογία που θα εκφράζει δεόντως τους κινδύνους των άμεσων και έμμεσων υποχρεώσεων για τα δημόσια οικονομικά, όπως έχουν ενσωματωθεί στους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. |
|
(7) |
Η υποχρέωση επίτευξης και διατήρησης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή με τον καθορισμό των αρχών για την πορεία προσαρμογής προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου. Οι αρχές αυτές θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζουν ότι τα έκτακτα έσοδα, συγκεκριμένα τα πλεονάζοντα έσοδα σε σχέση με τα συνήθως αναμενόμενα από την οικονομική μεγέθυνση, διοχετεύονται στη μείωση του χρέους. |
|
(8) |
Η υποχρέωση επίτευξης και διατήρησης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου θα πρέπει να ισχύει τόσο για τα συμμετέχοντα όσο και για τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ▐. |
|
(9) |
Η επαρκής πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο πρέπει να αξιολογείται βάσει συνολικής αξιολόγησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Εν προκειμένω, και όσο δεν επιτυγχάνεται ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, ο ρυθμός αύξησης των δημόσιων δαπανών κανονικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνει ένα ▐ μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ, ενώ τυχόν υπερβάσεις στις δαπάνες σε σχέση με τον κανόνα αυτό εξισορροπούνται με αυξήσεις διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των δημόσιων εσόδων και τυχόν μειώσεις διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων αντισταθμίζονται με μειώσεις στις δαπάνες. Το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με μια από κοινού συμφωνημένη μεθοδολογία. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τη μέθοδο υπολογισμού των προβολών αυτών και το συνακόλουθο μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ. Η δυνητικά πολύ μεγάλη διακύμανση των δαπανών για επενδύσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ιδίως στην περίπτωση των μικρών κρατών μελών. |
|
(9a) |
Ταχύτερη οδός προσαρμογής προς τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους πρέπει να απαιτηθεί για τα κράτη μέλη που βρίσκονται αντιμέτωπα με επίπεδο χρέους άνω του 60 % του ΑΕΠ ή με έντονους κινδύνους όσον αφορά τη γενική διατηρησιμότητα του χρέους. |
|
(10) |
Προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου πρέπει να επιτρέπεται εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική κατάσταση της ευρύτερης δημόσιας διοίκησής του ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την Ένωση συνολικά, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα, προκειμένου να διευκολυνθεί η οικονομική ανάκαμψη . Η υλοποίηση μεγάλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη όταν επιτρέπεται προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την κατάλληλη προσαρμογή για την επίτευξή του, με την προϋπόθεση ότι διατηρείται περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί εν προκειμένω στις μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων, εάν η απόκλιση πρέπει να αντικατοπτρίζει το άμεσο επαυξητικό κόστος της εκτροπής των εισφορών από τον υπό δημόσια διαχείριση πυλώνα στον πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση. Μέτρα για την εκ νέου μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση στον υπό δημόσια διαχείριση πυλώνα πρέπει να θεωρούνται έκτακτα και προσωρινά και, ως εκ τούτου, να εξαιρούνται από το διαρθρωτικό ισοζύγιο επί του οποίου βασίζεται η αξιολόγηση της προόδου για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου. |
|
(11) |
Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, η Επιτροπή πρέπει να απευθύνει προειδοποίηση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, την οποία θα ακολουθήσει, εντός μηνός, εξέταση της κατάστασης από το Συμβούλιο και σύσταση ▐ για τα απαραίτητα μέτρα προσαρμογής . Η σύσταση πρέπει να ορίζει προθεσμία πέντε μηνών το πολύ για την αντιμετώπιση της απόκλισης. Το κράτος μέλος πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Αν το κράτος μέλος δεν αναλάβει την κατάλληλη δράση μέσα στην προθεσμία που έχει θέσει το Συμβούλιο, τότε το Συμβούλιο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση όπου θα προσδιορίζεται ότι δεν ανελήφθη ουσιαστική δράση και να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η απόφαση πρέπει να θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να την απορρίψει εντός δέκα ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή. Παράλληλα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένες συστάσεις. Η Επιτροπή μπορεί να καλέσει την ΕΚΤ για τα κράτη μέλη της ζώνης ευρώ και τα κράτη μέλη του ΜΣΙ ΙΙ, εάν είναι αναγκαίο, να συμμετάσχει σε αποστολή εποπτείας. Η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με το αποτέλεσμα της αποστολής και μπορεί να αποφασίσει, εάν είναι αναγκαίο, να ανακοινώσει δημοσίως τα πορίσματά της. |
|
(12) |
Για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδικός μηχανισμός επιβολής βάσει του άρθρου 136 της ΣΛΕΕ όταν παρατηρείται σημαντική απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου . |
|
(13) |
Οι παραπομπές που υπάρχουν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη νέα αρίθμηση των άρθρων της ΣΛΕΕ. |
|
(14) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί ανάλογα. |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 τροποποιείται ως εξής:
|
-1. |
Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 1 Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο, την υποβολή, την εξέταση και την παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και των προγραμμάτων σύγκλισης στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας από το Συμβούλιο και την Επιτροπή ώστε να αποτρέπεται εγκαίρως η εμφάνιση υπερβολικών δημόσιων ελλειμμάτων και να ενισχύεται η εποπτεία και ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών, υποστηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση.» |
|
1. |
Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 2 Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:
|
|
1a. |
Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα: «ΤΜΗΜΑ 1-Α ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΞΑΜΗΝΟ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ Άρθρο 2-α 1. Προκειμένου να εξασφαλιστεί στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών και συνεχής σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων του κράτους μέλους, το Συμβούλιο ασκεί πολυμερή εποπτεία ως αναπόσπαστο τμήμα του Ευρωπαϊκού εξαμήνου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, σύμφωνα με τους στόχους και τις απαιτήσεις που ορίζονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). 2. Το εξάμηνο περιλαμβάνει:
3. Κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, προκειμένου να παρασχεθούν εγκαίρως ολοκληρωμένες συμβουλές για τις προθέσεις της μακροδημοσιονομικής και μακροδιαρθρωτικής πολιτικής, το Συμβούλιο, μετά την αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών με βάση τις συστάσεις της Επιτροπής, παρέχει καθοδήγηση στα κράτη μέλη κάνοντας πλήρη χρήση των νομικών μέσων που προβλέπονται στα άρθρα 121 και 148 της ΣΛΕΕ, και με βάση τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2011 (7) [σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών]. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη την καθοδήγηση που παρέχεται κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών τους στους τομείς της οικονομίας, της απασχόλησης και του προϋπολογισμού, προτού λάβουν καίριες αποφάσεις για τους εθνικούς προϋπολογισμούς για τα επόμενα έτη. Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί την πρόοδο. Η παράλειψη κράτους μέλους να ενεργήσει με βάση τη ληφθείσα καθοδήγηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα:
Η εφαρμογή των μέτρων υπόκειται στην ενισχυμένη παρακολούθηση της Επιτροπής και ενδέχεται να περιλαμβάνει αποστολές εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο -11 του παρόντος κανονισμού. 4. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει δεόντως στο Εξάμηνο, προκειμένου να αυξάνεται η διαφάνεια, η αποδοχή και η λογοδοσία για τις αποφάσεις που λαμβάνονται, ιδίως μέσω του οικονομικού διαλόγου σύμφωνα με το άρθρο 2αβ του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο του εξαμήνου διεξάγεται, όποτε είναι αναγκαίο, διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, την Επιτροπή Απασχόλησης και την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας. Στο πλαίσιο του εξαμήνου, υπάρχει συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως των κοινωνικών εταίρων, για βασικά θέματα πολιτικής, όποτε είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομικές και πολιτικές ρυθμίσεις. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου και η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 5, της ΣΛΕΕ, και εάν είναι απαραίτητο ο Πρόεδρος του Eurogroup, υποβάλλουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της πολυμερούς εποπτείας. Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να αποτελούν στοιχείο του οικονομικού διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 2-αβ του παρόντος κανονισμού. |
|
1β. |
Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα: «ΤΜΗΜΑ 1-Αα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ Άρθρο 2-αβ Προκειμένου να βελτιωθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ειδικότερα δε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, και να διασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλεί τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, την Επιτροπή και, όποτε είναι απαραίτητο, το Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο του Eurogroup ενώπιον της επιτροπής για να συζητήσουν:
2. Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να δώσει την ευκαιρία στο κράτος μέλος το οποίο αφορά η σύσταση του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, και το άρθρο 10, παράγραφος 2, να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων. 3. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο ενημερώνουν τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.» |
|
1γ. |
Το άρθρο 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Κάθε κράτος μέλος έχει διαφοροποιημένο μεσοπρόθεσμο στόχο για τη δημοσιονομική του θέση. Αυτοί οι ειδικοί ανά χώρα μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι ενδέχεται να αποκλίνουν από την απαίτηση για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική θέση, ενώ παρέχουν περιθώριο ασφαλείας αναφορικά με το όριο δημοσιονομικού ελλείμματος του 3 % του ΑΕΠ. Οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι εξασφαλίζουν τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών ή ταχεία πρόοδο προς τη διατηρησιμότητα, ενώ αφήνουν περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών για δημόσιες επενδύσεις. Λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων αυτών, για τα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει το ευρώ και για τα κράτη μέλη του ΜΣΙ ΙΙ, οι ειδικοί ανά χώρα μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι ορίζονται εντός καθορισμένου φάσματος μεταξύ -1 % του ΑΕΠ και ισοσκελισμού ή πλεονάσματος, σε κυκλικώς προσαρμοσμένους όρους, και χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος αναθεωρείται ανά τριετία. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος ενός κράτους μέλους μπορεί να αναθεωρηθεί εκ νέου σε περίπτωση εφαρμογής διαρθρωτικής μεταρρύθμισης που έχει μείζονα αντίκτυπο στη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Η τήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου περιλαμβάνεται στα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου 2011/…/ΕΕ της … (9) σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (10). |
|
2. |
Το άρθρο 3 τροποποιείται ως ακολούθως:
|
|
3. |
Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 4 1. Τα προγράμματα σταθερότητας υποβάλλονται ετησίως τον Απρίλιο, κατά προτίμηση έως τα μέσα του μήνα και όχι αργότερα από την 30ή Απριλίου. ▐ 2. Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τα προγράμματα σταθερότητας που καταρτίζουν.» |
|
4. |
Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 5 1. Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, το Συμβούλιο εξετάζει, εντός του πλαισίου της πολυμερούς εποπτείας του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ , το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο που παρουσιάζει το οικείο κράτος μέλος στο πρόγραμμα σταθερότητάς του , εκτιμά εάν οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα είναι ρεαλιστικές, εάν η πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου είναι κατάλληλη, εξετάζοντας επίσης την παράλληλη πορεία του δείκτη χρέους, και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή προτείνονται για την τήρηση της εν λόγω πορείας προσαρμογής επαρκούν για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου σε όλη τη διάρκεια του κύκλου. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή , όταν εκτιμούν την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, εξετάζουν αν το οικείο κράτος μέλος προβαίνει στην απαιτούμενη για το σκοπό αυτό ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού ισοζυγίου του, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, το ενδεικτικό ύψος της οποίας ορίζεται σε 0,5 % του ΑΕΠ. Για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επίπεδο χρέους υψηλότερο του 60 % του ΑΕΠ ή σημαντικούς κινδύνους όσον αφορά τη γενικότερη βιωσιμότητα του χρέους, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν κατά πόσον η ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ισοζυγίου, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, είναι σημαντικά υψηλότερη του 0,5 % του ΑΕΠ. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη κατά πόσο καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ η προσπάθεια μπορεί να είναι πιο περιορισμένη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη τα έκτακτα έσοδα και η υστέρηση εσόδων. Η επαρκής πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο αξιολογείται βάσει συνολικής αξιολόγησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Προς το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν αν η πορεία εξέλιξης των δημόσιων δαπανών, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν στο σκέλος των εσόδων, πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις ▐:
Στο γενικό σύνολο των δαπανών δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τους τόκους, οι δαπάνες για προγράμματα της ΕΕ που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και αλλαγές μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Η αύξηση των δαπανών που υπερβαίνει το μεσοπρόθεσμο σημείο αναφοράς δεν θεωρείται παράβαση του πλαισίου αναφοράς στο βαθμό που αντισταθμίζεται πλήρως με αυξήσεις των εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ υπολογίζεται βάσει μελλοντικών προβολών ή προβολών ανασκόπησης του παρελθόντος. Οι προβολές ενημερώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τη μέθοδο υπολογισμού των προβολών αυτών και το συνακόλουθο μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ. Όταν καθορίζουν την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει τον στόχο αυτό, και όταν επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από αυτόν, για τα κράτη μέλη που τον έχουν ήδη επιτύχει, με την προϋπόθεση ότι διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα και ότι η δημοσιονομική κατάσταση αναμένεται να επανέλθει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο εντός της περιόδου του προγράμματος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις – περιλαμβανομένης της αύξησης της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης – και κατά συνέπεια έχουν επαληθεύσιμο αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται σε μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων οι οποίες εισάγουν ένα σύστημα πολλαπλών πυλώνων που περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό με πλήρη χρηματοδότηση. Στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις, επιτρέπεται να αποκλίνουν από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου ή από τον ίδιο τον στόχο, εφόσον η απόκλιση αντικατοπτρίζει τις άμεσες επαυξητικές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο κρατικό ισοζύγιο , υπό την προϋπόθεση ότι ▐ διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας σε σχέση με την τιμή αναφοράς του ελλείμματος. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν επίσης κατά πόσον το περιεχόμενο του προγράμματος σταθερότητας διευκολύνει την επίτευξη συνεχούς και πραγματικής σύγκλισης εντός της ζώνης του ευρώ, τον στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και κατά πόσον οι οικονομικές πολιτικές του οικείου κράτους μέλους είναι συνεπείς με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής και τις κατευθυντήριες γραμμές απασχόλησης των κρατών μελών και της Ένωσης. Σε περίπτωση ασυνήθων περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περιόδους σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά , επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αποκλίνουν προσωρινά από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, με την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα. 2. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν το πρόγραμμα σταθερότητας το αργότερο εντός τριών μηνών από την υποβολή του. Βάσει σύστασης της Επιτροπής και ύστερα από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, το Συμβούλιο, εφόσον απαιτείται, εκδίδει γνώμη επί του προγράμματος. Όταν το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ, θεωρεί ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, ιδίως όσον αφορά την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου , το Συμβούλιο , στη γνώμη που εκδίδει, καλεί το οικείο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του.» |
|
5. |
Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 6 1. Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ , το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, προκειμένου ιδίως να εντοπίσουν τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του ▐. 2. Σε περίπτωση που παρατηρείται σημαντική απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, και προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ , απευθύνει προειδοποίηση στο οικείο κράτος μέλος. Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έκδοσης της προειδοποίησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο εξετάζει την κατάσταση και εγκρίνει σύσταση για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής, με βάση σύσταση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4. Η σύσταση ορίζει προθεσμία πέντε μηνών το πολύ για την αντιμετώπιση της απόκλισης. Η προθεσμία μειώνεται στους τρεις μήνες αν στην προειδοποίηση της Επιτροπής κρίνεται ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή και δικαιολογεί επείγουσα δράση. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, δημοσιοποιεί τη σύσταση. Μέσα στην προθεσμία που ορίζει το Συμβούλιο στη σύστασή του σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο με θέμα τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατόπιν της προαναφερθείσας σύστασης. Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν αναλάβει την ενδεδειγμένη δράση εντός της προθεσμίας που ορίζεται σε σύσταση του Συμβουλίου βάσει του δεύτερου εδαφίου, η Επιτροπή συνιστά αμέσως στο Συμβούλιο να εγκρίνει απόφαση που θα ορίζει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση. Η απόφαση πρέπει να θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να την απορρίψει εντός δέκα ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4, για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής. Το Συμβούλιο απευθύνει επίσημη έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τις ληφθείσες αποφάσεις. Η διαδικασία από τη σύσταση του Συμβουλίου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, έως την απόφαση του Συμβουλίου και την έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. 3. Η απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του αξιολογείται βάσει μιας συνολικής εκτίμησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάλυσης των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1. Προκειμένου να εκτιμηθεί αν η απόκλιση είναι σημαντική λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια: Για κράτος μέλος που δεν έχει επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, όταν εκτιμάται η μεταβολή στο διαρθρωτικό ισοζύγιο, κατά πόσον η απόκλιση ανέρχεται σε τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ σε ένα δεδομένο έτος ή τουλάχιστον 0,25 % του ΑΕΠ κατά μέσο όρο ετησίως σε δύο συνεχόμενα έτη· όταν εκτιμώνται οι εξελίξεις των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, κατά πόσον ο συνολικός της αντίκτυπος της απόκλισης στο κρατικό ισοζύγιο είναι τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ μέσα σε ένα έτος ή σωρευτικά σε δύο συνεχόμενα έτη. Η απόκλιση στην εξέλιξη των δαπανών δεν θεωρείται σημαντική εάν το οικείο κράτος μέλος έχει υπερβεί ▐ το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου σημαντικής υστέρησης εσόδων και εάν ο δημοσιονομικός προγραμματισμός που παρουσιάζεται στο πρόγραμμα σταθερότητας δεν θέτει σε κίνδυνο αυτό το στόχο κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα. Η απόκλιση δύναται επίσης να μη ληφθεί υπόψη εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα». |
|
6. |
Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:
|
|
7. |
Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 8 1. Τα προγράμματα σύγκλισης υποβάλλονται ετησίως τον Απρίλιο, κατά προτίμηση έως τα μέσα του μήνα και όχι αργότερα από την 30ή Απριλίου. 2. Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τα προγράμματα σύγκλισης που καταρτίζουν.». |
|
8. |
Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 9 1. Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, το Συμβούλιο εξετάζει, εντός του πλαισίου της πολυμερούς εποπτείας του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ, τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους που παρουσιάζουν τα οικεία κράτη μέλη στο πρόγραμμα σύγκλισης , εκτιμά εάν οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα είναι εύλογες, εάν η πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου είναι κατάλληλη , εξετάζοντας επίσης την παράλληλη πορεία του δείκτη χρέους, και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή προτείνονται για την τήρηση της εν λόγω πορείας προσαρμογής επαρκούν για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου σε όλη τη διάρκεια του κύκλου. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή , όταν εκτιμούν την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, λαμβάνουν υπόψη κατά πόσον καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ η προσπάθεια μπορεί να είναι πιο περιορισμένη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη τα έκτακτα έσοδα και η υστέρηση εσόδων. Για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επίπεδο χρέους υψηλότερο του 60 % του ΑΕΠ ή σημαντικούς κινδύνους όσον αφορά τη γενικότερη βιωσιμότητα του χρέους , το Συμβούλιο εξετάζει εάν η ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ισοζυγίου, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, είναι υψηλότερη του 0,5 % του ΑΕΠ. Για τα κράτη μέλη του ΜΣΙ ΙΙ, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν εάν το οικείο κράτος μέλος προβαίνει σε κατάλληλη ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ισοζυγίου του, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, η οποία απαιτείται για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού του στόχου· το ενδεικτικό ύψος της βελτίωσης ορίζεται σε 0,5 % του ΑΕΠ. Η επαρκής πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο αξιολογείται βάσει συνολικής αξιολόγησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Προς το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν αν η πορεία εξέλιξης των δημόσιων δαπανών, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα ▐ μέτρων που έχουν ληφθεί ή σχεδιάζεται να ληφθούν στο σκέλος των εσόδων, είναι σύμφωνη με τους ακόλουθους όρους ▐:
Στο γενικό σύνολο των δαπανών δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τους τόκους, οι δαπάνες για προγράμματα της ΕΕ που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και αλλαγές μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Η υπέρβαση της αύξησης των δαπανών άνω των μεσοπρόθεσμων τιμών αναφοράς δεν θα πρέπει να λογίζεται ως υπέρβαση της τιμής αναφοράς στο βαθμό που αντισταθμίζεται πλήρως με αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ υπολογίζεται βάσει μελλοντικών προβολών ή προβολών ανασκόπησης του παρελθόντος. Οι προβολές ενημερώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τη μέθοδο υπολογισμού των προβολών αυτών και το συνακόλουθο μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ. Όταν καθορίζουν την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει τον στόχο αυτό, και όταν επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από αυτόν, για τα κράτη μέλη που τον έχουν ήδη επιτύχει, με την προϋπόθεση ότι διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα και ότι η δημοσιονομική κατάσταση αναμένεται να επανέλθει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο εντός της περιόδου του προγράμματος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της αύξησης της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης, και κατά συνέπεια έχουν επαληθεύσιμο αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται σε μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων οι οποίες εισάγουν σύστημα πολλαπλών πυλώνων που περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση. Στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις επιτρέπεται να αποκλίνουν από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου ή από τον ίδιο τον στόχο, εφόσον η απόκλιση αντικατοπτρίζει τις άμεσες επαυξητικές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο κρατικό ισοζύγιο, υπό την προϋπόθεση ότι ▐ διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας σε σχέση με την τιμή αναφοράς του ελλείμματος. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν περαιτέρω αν το περιεχόμενο του προγράμματος σύγκλισης διευκολύνει την επίτευξη συνεχούς και πραγματικής σύγκλισης , το στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και αν οι οικονομικές πολιτικές του οικείου κράτους μέλους είναι συνεπείς με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής και τις κατευθυντήριες γραμμές απασχόλησης των κρατών μελών και της Ένωσης. Επιπλέον, για τα κράτη μέλη του ΜΣΙ ΙΙ, το Συμβούλιο εξετάζει εάν το περιεχόμενο του προγράμματος σύγκλισης εξασφαλίζει την ομαλή συμμετοχή στο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών. Σε περίπτωση ασυνήθων περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περιόδους σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά , επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αποκλίνουν προσωρινά από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, με την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα. 2. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν το πρόγραμμα σύγκλισης το αργότερο εντός τριών μηνών από την υποβολή του. Βάσει σύστασης της Επιτροπής και ύστερα από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, το Συμβούλιο, εφόσον απαιτείται, εκδίδει γνώμη επί του προγράμματος. Όταν το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ, θεωρεί ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, ιδίως όσον αφορά την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου , το Συμβούλιο, στη γνώμη που εκδίδει, καλεί το οικείο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του.» |
|
9. |
Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 10 1. Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ , το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σύγκλισης με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη με παρέκκλιση και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, προκειμένου ιδίως να εντοπίσουν τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του ▐. Επιπλέον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν τις οικονομικές πολιτικές των μη συμμετεχόντων κρατών μελών ▐, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους των προγραμμάτων σύγκλισης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι πολιτικές τους είναι προσανατολισμένες προς τη σταθερότητα και να αποφευχθούν, κατ' αυτό τον τρόπο, οι στρεβλώσεις των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών και οι υπερβολικές διακυμάνσεις των ονομαστικών συναλλαγματικών ισοτιμιών. 2. Σε περίπτωση που παρατηρείται σημαντική απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, και προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, απευθύνει προειδοποίηση στο οικείο κράτος μέλος. Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έκδοσης της προειδοποίησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο εξετάζει την κατάσταση και εγκρίνει σύσταση για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής, με βάση σύσταση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4. Η σύσταση ορίζει προθεσμία πέντε μηνών το πολύ για την αντιμετώπιση της απόκλισης. Η προθεσμία μειώνεται στους τρεις μήνες αν στην προειδοποίηση της Επιτροπής κρίνεται ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή και δικαιολογεί επείγουσα δράση. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, δημοσιοποιεί τη σύσταση. Μέσα στην προθεσμία που ορίζει το Συμβούλιο στη σύστασή του σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο με θέμα τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατόπιν της προαναφερθείσας σύστασης. Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν αναλάβει την ενδεδειγμένη δράση εντός της προθεσμίας που ορίζεται σε σύσταση του Συμβουλίου βάσει του δεύτερου εδαφίου, η Επιτροπή συνιστά αμέσως στο Συμβούλιο να εγκρίνει απόφαση που θα ορίζει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση. Όταν λαμβάνει την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ψήφος του μέλους του Συμβουλίου που εκπροσωπεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4, για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής. Το Συμβούλιο απευθύνει επίσημη έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τις ληφθείσες αποφάσεις. Η διαδικασία από τη σύσταση του Συμβουλίου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, έως την απόφαση του Συμβουλίου και την έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. 3. Η απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του αξιολογείται βάσει μιας συνολικής εκτίμησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάλυσης των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1. Προκειμένου να εκτιμηθεί αν η απόκλιση είναι σημαντική λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια: Για κράτος μέλος που δεν έχει επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, όταν εκτιμάται η μεταβολή στο διαρθρωτικό ισοζύγιο , κατά πόσον η απόκλιση είναι τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ μέσα σε ένα έτος ή τουλάχιστον 0,25 % του ΑΕΠ το έτος κατά μέσο όρο ετησίως για δύο συνεχόμενα έτη· όταν εκτιμάται η εξέλιξη των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, κατά πόσον η απόκλιση έχει συνολικό αντίκτυπο στο ισοζύγιο της κυβέρνησης τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ σε μέσα σε ένα έτος ή σωρευτικά σε δύο συνεχόμενα έτη. Η απόκλιση στην εξέλιξη των δαπανών δεν θεωρείται σημαντική εάν το οικείο κράτος μέλος έχει υπερβεί ▐ το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου σημαντικής υστέρησης εσόδων και εάν ο δημοσιονομικός προγραμματισμός που παρουσιάζεται στο πρόγραμμα σύγκλισης δεν θέτει σε κίνδυνο αυτό το στόχο κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα. Η απόκλιση δύναται επίσης να μη ληφθεί υπόψη εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.». |
|
9a. |
Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα: «Τμήμα 3Α ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ Άρθρο 10α Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η πολυμερής εποπτεία βασίζεται σε σωστές και ανεξάρτητες στατιστικές, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επαγγελματική ανεξαρτησία των εθνικών στατιστικών αρχών, οι οποία είναι συμβατή με τον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές (11). Για το σκοπό αυτό, πρέπει να πληρούνται οι εξής ελάχιστες απαιτήσεις:
|
|
9β. |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο -11 1. 1. Η Επιτροπή διεξάγει συνεχή διάλογο με αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Προς το σκοπό αυτό η Επιτροπή διεξάγει αποστολές προκειμένου να εξετάσει την εκάστοτε οικονομική κατάσταση του κράτους μέλους και να εντοπίσει τυχόν κινδύνους ή δυσκολίες ως προς τη συμμόρφωση με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. 2. Μπορεί να πραγματοποιείται ενισχυμένη εποπτεία για τα κράτη μέλη που αποτελούν αντικείμενο συστάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, και το άρθρο 10, παράγραφος 2 για τους σκοπούς της επιτόπιας παρακολούθησης. Τα οικεία κράτη μέλη παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή της αποστολής. 3. Όταν το οικείο κράτος μέλος είναι κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ ή συμμετέχει στο ΜΣΙ ΙΙ, η Επιτροπή μπορεί να καλέσει εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εάν είναι αναγκαίο, να συμμετάσχουν σε αποστολές εποπτείας. 4. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με το αποτέλεσμα της αποστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και, εάν είναι αναγκαίο, μπορεί να ανακοινώσει δημοσίως τα πορίσματά της. 5. Όταν η Επιτροπή διοργανώνει αποστολές εποπτείας όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, διαβιβάζει, στα οικεία κράτη μέλη τα προσωρινά της πορίσματα προς σχολιασμό.» |
|
9γ. |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 12α Επανεξέταση 1. Εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:
2. Εφόσον ενδείκνυται, η έκθεση αυτή συνοδεύεται από πρόταση για τροπολογίες στον παρόντα κανονισμό. 3. Η έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.". |
|
10. |
Όλες οι παραπομπές στο «άρθρο 99» αντικαθίστανται, σε ολόκληρο τον κανονισμό, από παραπομπές στο «άρθρο 121». |
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.
…,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
(1) ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.
(2) ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.
(3) ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.
(4) ΕΕ C 236 της 2.8.1997, σ. 1.
|
(+) |
Ο αριθμός και η ημερομηνία του κανονισμού. |
(6) ΕΕ L ….".
|
(++) |
Ο αριθμός του κανονισμού. |
|
(+) |
Ο αριθμός του κανονισμού. |
|
(+) |
Ο αριθμός και η ημερομηνία του κανονισμού. |
(10) ΕΕ L ….".