|
12.1.2011 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 7/28 |
Ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης σύμφωνα με την οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (Kaupthing Bank hf.)
2011/C 7/09
Στις 22 Νοεμβρίου 2010 εκδόθηκε απόφαση από το πρωτοδικείο του Ρέικιαβικ σύμφωνα με την οποία κινήθηκαν διαδικασίες εκκαθάρισης για την τράπεζα Kaupthing Bank hf., μητρώου αριθ. 560882-0419, Borgartun 26, Reykjavik, Iceland («Kaupthing») δυνάμει του μέρους Β του κεφαλαίου XII του ισλανδικού νόμου αριθ. 161/2002 για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, βλέπε σημεία 3 και 4 της προσωρινής διάταξης V του ιδίου νόμου.
Στις 9 Οκτωβρίου 2008, η ισλανδική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας ανέλαβε τον ρόλο της συνέλευσης των μετόχων της Kaupthing σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 161/2002, βλ. άρθρο 5 του νόμου αριθ. 125/2008, και διόρισε επιτροπή εξυγίανσης και εκκαθάρισης για την Kaupthing. Στην επιτροπή εξυγίανσης δόθηκε η εξουσία να ασκεί όλες τις αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου της Kaupthing σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 2/1995 και το άρθρο 100α του νόμου αριθ. 161/2002.
Με απόφαση του πρωτοδικείου του Ρέικιαβικ στις 24 Νοεμβρίου 2008, χορηγήθηκε στην Kaupthing αναστολή πληρωμών έως τις 13 Φεβρουαρίου 2009. Η έγκριση αυτή παρατάθηκε τρεις φορές. Δεδομένου ότι η μέγιστη χρονική περίοδος για την οποία μια οντότητα μπορεί να τύχει αναστολής πληρωμών είναι, βάσει της ισλανδικής νομοθεσίας, δύο έτη, η έγκριση παρατάθηκε για τελευταία φορά έως τις 24 Νοεμβρίου 2010.
Με τις προσωρινές διατάξεις του νόμου αριθ. 44/2009, σχετικά με την τροποποίηση του νόμου αριθ. 161/2002, που τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 2009, εφαρμόστηκε ειδική διάταξη για την έναρξη τω διαδικασιών εκκαθάρισης για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία είχαν, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, τεθεί σε κατάσταση αναστολής πληρωμών. Σύμφωνα με την εν λόγω ειδική διάταξη, οι διατάξεις του άρθρου 101 παράγραφος 1, των άρθρων 102, 103 και 103α του νόμου αριθ. 161/2002, όπως τροποποιήθηκαν από το άρθρο 5 παράγραφος 1 και τα άρθρα 6-8 του νόμου αριθ. 44/2009, πρέπει να εφαρμόζονται στην αναστολή πληρωμών κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν οι διαδικασίες εκκαθάρισης είχαν κινηθεί για την τράπεζα με δικαστική απόφαση την ημέρα κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο νόμος. Κατά συνέπεια, οι διαδικασίες εκκαθάρισης της Kaupthing κινήθηκαν στην ουσία στις 22 Απριλίου 2009, δηλαδή όταν άρχισε να ισχύει ο νόμος, και το πρωτοδικείο του Ρέικιαβικ διόρισε επιτροπή εκκαθάρισης για την Kaupthing στις 25 Μαΐου 2009.
Τον Ιούνιο του 2009 δημοσιεύθηκε πρόσκληση για την αναγγελία απαιτήσεως εντός των τηρητέων προθεσμιών. Η κοινοποίηση δημοσιεύτηκε μεταξύ άλλων στην ισλανδική εφημερίδα της κυβερνήσεως και στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προθεσμία για την αναγγελία απαιτήσεων έληξε στις 30 Δεκεμβρίου 2009 και παραλήφθηκαν περισσότερες από 28 000 εμπρόθεσμες απαιτήσεις. Συγκλήθηκαν ήδη τέσσερις συνελεύσεις πιστωτών προκειμένου να συζητηθούν οι αναγγελθείσες απαιτήσεις, η τέταρτη δε συνέλευση πραγματοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2010.
Σύμφωνα με το σημείο 2 της προσωρινής διάταξης V στον νόμο αριθ. 161/2002 όπως τροποποιήθηκες με το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 132/2010, απαιτείται απόφαση των δικαστικών αρχών για τη συνέχιση των διαδικασιών εκκαθάρισης μετά την εκπνοή της αναστολής πληρωμών. Επιπλέον, μια τέτοια απόφαση επιβεβαιώνει ότι όλα τα μέτρα που λήφθηκαν ενώ η τράπεζα τελούσε υπό καθεστώς αναστολής πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι μόνον, των μέτρων τα οποία λήφθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 101-103 και 103α του νόμου αριθ. 161/2002 μετά τις 22 Απριλίου 2009, θα παραμείνουν ως έχουν. Στον βαθμό που η προτεραιότητα των απαιτήσεων θα καθοριστεί γενικά από την ημερομηνία έκδοσης δικαστικής απόφασης για τις διαδικασίες εκκαθάρισης, θα ισχύσει η ημερομηνία έναρξης ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ήτοι η 22α Απριλίου 2009.
Με επιστολή της 17 Νοεμβρίου 2010 η επιτροπή εξυγίανσης και εκκαθάρισης της Kaupthing υπέβαλε αίτημα προς το πρωτοδικείο του Ρέικιαβικ προκειμένου να κινηθούν με δικαστική απόφαση οι διαδικασίες εκκαθάρισης. Η απόφαση εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2010. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατέστη προφανές στο δικαστήριο ότι επληρούντο οι όροι που τέθηκαν στο σημείο 3 παράγραφος 2 του άρθρου 101 του νόμου αριθ. 161/2002, ότι η Kaupthing δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές όταν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες και ότι οι εν λόγω δυσκολίες πληρωμής δεν ήταν προσωρινές. Στην απόφαση τονίστηκε επίσης ότι θα ίσχυε από τις 22 Απριλίου 2009, βλ. σημείο 2 της προσωρινής διάταξης V του νόμου αριθ. 161/2002, και άρθρο 2 του νόμου αριθ. 132/2010.
Η παρούσα ανακοίνωση δημοσιεύεται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 87/2006 σχετικά με την κοινοποίηση των αποφάσεων περί εξυγίανσης και εκκαθάρισης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Ρέικιαβικ, 2 Δεκεμβρίου 2010.
Επιτροπή εκκαθάρισης της Kaupthing Bank hf.
Ólafur GARðARSSON, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο της Ισλανδίας
Davíð B. GÍSLASON, δικηγόρος στο πρωτοδικείο
Feldís L. ÓSKARSDÓTTIR, δικηγόρος στο πρωτοδικείο
Επιτροπή εξυγίανσης της Kaupthing Bank hf.
Steinar Thór GUðGEIRSSON, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο της Ισλανδίας
Jóhannes Rúnar JÓHANNSSON, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο της Ισλανδίας
Knútur THÓRHALLSSON
Theodór S. SIGURBERGSSON