Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ασφάλεια των υπεράκτιων δραστηριοτήτων αναζήτησης, εξερεύνησης και παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου /* COM/2011/0688 τελικό - 2011/0309 (COD) */
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ
ΕΚΘΕΣΗ
1.
ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ
ΠΡΟΤΑΣΗΣ
Αιτιολόγηση
και σκοποί της
πρότασης Οι
δραστηριότητες
εξερεύνησης
και παραγωγής
πετρελαίου
εκτελούνται
ολοένα και
περισσότερο σε
υπεράκτιο
επίπεδο, καθώς
επίσης σε
περίπλοκα γεωγραφικά
και γεωλογικά
περιβάλλοντα, λόγου
χάρη σε μεγάλα
βάθη. Η κλίμακα
και τα χαρακτηριστικά
των πρόσφατων
ατυχημάτων[1] και
«παρ’ ολίγον
ατυχημάτων»[2] σε
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου σε όλη
την υφήλιο, περιλαμβανομένης
και της Ένωσης,
απαιτούν την
ανάληψη
δράσης. Αυτά
αποκαλύπτουν
την απόκλιση
μεταξύ της
αυξανόμενης
περιπλοκότητας
των σχετικών δραστηριοτήτων
και των
ανεπαρκειών
που παρουσιάζουν
οι σύγχρονες
πρακτικές
διαχείρισης
κινδύνων. Μεταξύ
επιμέρους
εταιριών
αναφέρονται
μεγάλες αποκλίσεις
ως προς τις
επιδόσεις και
τις νοοτροπίες
που αφορούν
την ασφάλεια. Επιπλέον,
τα συμβάντα
τονίζουν τις
προκλήσεις που
αντιμετωπίζουν
οι ρυθμιστικοί
φορείς στην
προσπάθειά
τους να
διασφαλίσουν
επαρκή
επίβλεψη των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων,
καθώς και την
έλλειψη διαφάνειας
και ανταλλαγής
δεδομένων όσον
αφορά τις επιδόσεις
ασφαλείας του
κλάδου των
υπεράκτιων δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης.
Στην
Ευρώπη το
μεγαλύτερο
μέρος του
πετρελαίου και
του φυσικού
αερίου
παράγεται μέσω
υπεράκτιων δραστηριοτήτων.
Ένα μεγάλο
ατύχημα σε
οποιεσδήποτε
από τις
ευρωπαϊκές
υπεράκτιες εγκαταστάσεις
είναι πιθανόν
να επιφέρει
υλικές ζημίες,
καθώς και
ζημίες για το
περιβάλλον,
την οικονομία,
τις τοπικές
κοινότητες και
την κοινωνία, ενώ
ενδέχεται να
θέσει σε
κίνδυνο τις
ζωές και την
υγεία των εργαζομένων.
Η πιθανότητα
μεγάλου
ατυχήματος σε
ύδατα της ΕΕ
πρέπει να
μειωθεί. Σύμφωνα
με μελέτες,
διαβουλεύσεις
με τους εμπλεκομένους
και αναλύσεις
κινδύνου που
διενεργήθηκαν
από το 2010 μέχρι
σήμερα, τα
βασικά
προβλήματα για
την Ένωση
είναι τα
ακόλουθα: 1. Ο κίνδυνος να
συμβεί μεγάλο
ατύχημα σε
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε ύδατα της
Ένωσης είναι
σημαντικός,
ενώ η
υπάρχουσα αποσπασματική
νομοθεσία και
οι υπάρχουσες
αποσπασματικές
ρυθμιστικές
και κλαδικές
πρακτικές δεν
επαρκούν για
την επίτευξη
όλων των
εφικτών
μειώσεων των
κινδύνων σε
ολόκληρη την Ένωση. 2. Το υπάρχον
ρυθμιστικό
πλαίσιο και οι
υπάρχουσες
λειτουργικές
ρυθμίσεις δεν
διασφαλίζουν
την αποτελεσματικότερη
δυνατή
αντιμετώπιση
ατυχημάτων,
οπουδήποτε και
αν συμβούν
αυτά σε ύδατα
της Ένωσης, ενώ οι
ευθύνες που
αφορούν τον
καθαρισμό και
τις συμβατικές
αποζημιώσεις
δεν είναι
εντελώς
σαφείς. Ως εκ
τούτου, οι γενικοί
στόχοι της
παρούσας
πρότασης
είναι: (i) η μείωση
των κινδύνων
από ένα μεγάλο
ατύχημα σε
ύδατα της
Ένωσης, και (ii) ο
περιορισμός
των επιπτώσεων
σε περίπτωση
επέλευσης, παρόλα
αυτά, τέτοιου
ατυχήματος. Γενικό
πλαίσιο της
ρυθμιστικής
πρωτοβουλίας Η
Επιτροπή
αντέδρασε ήδη
στην
καταστροφή η
οποία συντελέστηκε
στον Κόλπο του
Μεξικού
εκπονώντας μια
ανάλυση
διαφορών ως
προς τις
πρακτικές των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
και το νομικό
πλαίσιο της
Ένωσης και
εκδίδοντας στη
συνέχεια την
ανακοίνωση
«Αντιμέτωποι
στο πρόβλημα
της ασφάλειας
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου»[3]
(εκδόθηκε τον
Οκτώβριο του 2010).
Έδωσε μια
αρχική ένδειξη
όσον αφορά
τους τομείς
στους οποίους
απαιτείται
ανάληψη δράσης
στην Ένωση. Οι
σχετικές με
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
νομοθεσίες και
πρακτικές των
κρατών μελών
παρουσιάζουν
σημαντικές
αποκλίσεις και
είναι
αποσπασματικές
(π.χ.
αδειοδότηση,
διατάξεις περί
ευθύνης,
πρότυπα
εξοπλισμού
ασφαλείας,
δημόσια
διαφάνεια και
ανταλλαγή
πληροφοριών).
Αυτό αντανακλά
την ουσιαστική
απουσία
διεθνών
νομικών μέσων
και την ύπαρξη διαφορών
στη σχετική
νομοθεσία της
Ένωσης. Ενώ
ορισμένα κράτη
μέλη διαθέτουν
ρυθμιστικά συστήματα
για τις
υπεράκτιες
δραστηριότητες
που αναγνωρίζονται
ως παγκόσμιας
κλάσης,
υπάρχουν σε όλα
περιθώρια για
βελτίωση.
Είναι
σημαντικό ότι
ο έλεγχος της
επικινδυνότητας
επέλευσης
μεγάλων
κινδύνων στον
κλάδο των
υπεράκτιων δραστηριοτήτων
πρέπει να
βελτιωθεί ώστε
να πληροί
υψηλά πρότυπα
σε ολόκληρη
την Ένωση. Με βάση μια ανάλυση συχνότητας των έως τώρα επιδόσεων του εν λόγω κλάδου στην Ευρώπη και οι τεκμηριωμένες δαπάνες παλαιότερων ατυχημάτων, οι μέσες ετήσιες οικονομικές απώλειες και ζημίες από υπεράκτια ατυχήματα σε εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ΕΕ υπολογίζεται ότι κυμαίνονται μεταξύ 205 και 915 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό το εύρος χρησιμοποιείται στην εκτίμηση επιπτώσεων ως εμπειρικό μέτρο της βασικής επικινδυνότητας. Υπολογίζεται
ότι τα οφέλη
που προκύπτουν
για την Ένωση
και τα κράτη
μέλη
αντισταθμίζουν
σε σημαντικό
βαθμό τις
δαπάνες που
απαιτούνται
για την υιοθέτηση
υψηλότερων
προτύπων. Το
μεγαλύτερο
μέρος των
οποιωνδήποτε
πρόσθετων
δαπανών θα
καλυφθεί από
τον ίδιο τον
κλάδο, ο οποίος
θα επωφεληθεί
από τη μείωση
της επικινδυνότητας.
Ωστόσο, η πείρα
έχει δείξει
ότι απαιτείται
αυστηρή
ρύθμιση και
σαφής ευθύνη
προκειμένου να
επέλθει εκείνη
η αλλαγή
αντίληψης στον
κλάδο η οποία
θα διασφαλίσει
τη μείωση της
επικινδυνότητας
που επιδιώκεται
μέσω του
παρόντος
κανονισμού. Οι
προαναφερθέντες
γενικοί στόχοι
διακρίνονται
σε τέσσερις
εξειδικευμένους
στόχους: 1.
Να
διασφαλιστεί η
συνοχή στη
χρήση βέλτιστων
πρακτικών για
τον έλεγχο
μεγάλων
κινδύνων από
μέρους του
κλάδου των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
όταν αυτές
ενδέχεται να
επηρεάσουν τα
ύδατα ή τις
ακτές της
Ένωσης. 2.
Να
υλοποιηθούν
βέλτιστες
ρυθμιστικές
πρακτικές σε
όλες τις
ευρωπαϊκές
περιοχές δικαιοδοσίας
όπου
διενεργούνται
υπεράκτιες δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. 3.
Να
ενισχυθεί η
ετοιμότητα και
η ικανότητα
της Ένωσης για
την
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών που
ενδέχεται να
επηρεάσουν
τους πολίτες,
την οικονομία
ή το
περιβάλλον της
Ένωσης. 4.
Να
βελτιωθούν και
να
αποσαφηνιστούν
οι περί ευθύνης
και
αποζημίωσης
διατάξεις της
Ένωσης. Η έρευνα
της Επιτροπής
και οι
διαβουλεύσεις
με τους
εμπλεκομένους
οδήγησαν σε
πρακτικά μέτρα
για την
επίτευξη των
επιδιωκόμενων
αποτελεσμάτων.
Επιπρόσθετα,
προσδιορίστηκαν
επιλογές
πολιτικής υπό
τις οποίες
ομαδοποιούνται
διάφοροι
συνδυασμοί
μέτρων και
μέσων
υλοποίησης. Οι
εν λόγω
επιλογές
πολιτικής
περιγράφονται
στο κεφάλαιο 2. Ισχύουσες
διατάξεις του
κοινοτικού
δικαίου στον
τομέα της πρότασης Η Ένωση
δεν διαθέτει
εξειδικευμένη
νομοθεσία για
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, αλλά υπάρχει
το ευρύτερο
κεκτημένο της
Ένωσης το οποίο
εφαρμόζεται
στον κλάδο των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων,
συχνά εν μέρει
μόνο. Η παρούσα
πρόταση
συμπληρώνει κυρίως
τα ακόλουθα
μέρη της
κοινοτικής
νομοθεσίας: i. Περιβαλλοντική
ευθύνη. Η
οδηγία για την
περιβαλλοντική
ευθύνη 2004/35/ΕΚ
ασχολείται με
την ευθύνη για
περιβαλλοντικές
ζημίες
σχετιζόμενες
και με τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. Ο
φορέας εκμετάλλευσης
των
δραστηριοτήτων
που προκαλεί
σημαντική
περιβαλλοντική
ζημία σε
προστατευόμενα
είδη, σε
φυσικούς οικοτόπους
ή σε ύδατα
φέρει την
απόλυτη ευθύνη
πρόληψης και αποκατάστασης
της ζημίας και
αναλαμβάνει
όλες τις
σχετικές
δαπάνες. Η
παρούσα
πρόταση
αποσκοπεί να
επεκτείνει την
τρέχουσα
εδαφική
εφαρμογή της
οδηγίας για
την περιβαλλοντική
ευθύνη, η οποία
προς το παρόν
περιορίζεται
στην παράκτια
ζώνη και στα
χωρικά ύδατα,
έτσι ώστε να
καλύψει όλα τα
θαλάσσια ύδατα
που βρίσκονται
υπό τη
δικαιοδοσία
των κρατών μελών. ii. Εκτίμηση
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων: Η
οδηγία 85/337/ΕΟΚ[4], όπως
τροποποιήθηκε
από τις
οδηγίες 97/11/ΕΚ[5], 2003/35/ΕΚ[6] και
2009/31/ΕΚ[7],
για την
εκτίμηση των
επιπτώσεων
ορισμένων
σχεδίων
δημοσίων και
ιδιωτικών
έργων στο
περιβάλλον, εναρμόνισε
τις αρχές των
εκτιμήσεων
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων
έργων
θεσπίζοντας
γενικές ελάχιστες
απαιτήσεις.
Επιπλέον, η
σύμβαση της
οικονομικής
επιτροπής για
την Ευρώπη των
Ηνωμένων Εθνών
για την
εκτίμηση των
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων σε
διασυνοριακό
πλαίσιο, η
οποία αποτελεί
μέρος του
περιβαλλοντικού
κεκτημένου, είναι
συναφής όσον
αφορά την
εκτίμηση έργων
που ενδέχεται
να έχουν
διασυνοριακές
επιπτώσεις. Ωστόσο,
η εφαρμογή της
είναι
προαιρετική
για ορισμένες
λειτουργίες
γεωτρήσεων. iii. Νομοθεσία
περί
αποβλήτων:
Οδηγία 2008/98/ΕΚ για
τα απόβλητα
(οδηγία
πλαίσιο για τα
απόβλητα). Η εν
λόγω οδηγία
ισχύει πλήρως
στις
πετρελαιοκηλίδες,
όπως έχει
υποστηρίξει το
Δικαστήριο της
ΕΕ. Επομένως, το
πετρέλαιο που
διαφεύγει από
μια υπεράκτια
εγκατάσταση
καλύπτεται από
τον κοινοτικό
ορισμό των
αποβλήτων,
επιβάλλοντας
έτσι στον υπαίτιο
της ρύπανσης
την υποχρέωση
καθαρισμού. iv. Υγεία
και ασφάλεια
των
εργαζομένων
στο χώρο
εργασίας: - Η
οδηγία 92/91/ΕΟΚ
(που
συμπληρώνει
την οδηγία
πλαίσιο 89/391/ΕΟΚ)
αποτελεί
βασικό τμήμα
της κοινοτικής
νομοθεσίας σχετικά
με την
προστασία των
εργαζομένων
και του εργασιακού
περιβάλλοντος
στις
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις.
Η παρούσα
πρόταση
ενισχύει το
καθεστώς της οδηγίας
92/91/ΕΟΚ
προκειμένου να
συμπεριλαμβάνεται,
μεταξύ άλλων,
περιβαλλοντική
εκτίμηση, να
απαιτείται η
υποβολή
εκτίμησης
κινδύνων στο
ρυθμιστικό φορέα
προκειμένου να
εξασφαλιστεί η
έγκρισή του, να
θεσπιστεί ένας
μηχανισμός
ειδοποίησης
για τις
λειτουργίες
φρεάτων και να
απαιτείται
ανεξάρτητη
επαλήθευση των
κρίσιμων
στοιχείων
ελέγχου
κινδύνων. v. Μεγάλοι
κίνδυνοι: Η
οδηγία Seveso 96/82/ΕΚ
δεν
εφαρμόζεται στον
κλάδο των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων,
αλλά ορισμένα
στοιχεία της
αποτέλεσαν
καλό πρακτικό
παράδειγμα για
την παρούσα
πρόταση.
Ωστόσο, η
παρούσα πρόταση
υπερβαίνει την
οδηγία Seveso, ιδίως
όταν απαιτεί την
έγκριση του
ρυθμιστικού
φορέα για την
εκτίμηση
κινδύνων,
αυστηρότερη
επαλήθευση της
τεχνικής και
οικονομικής
ικανότητας
κατά τα στάδια
της αδειοδότησης
ή διατάξεις
για την
εκκένωση-διαφυγή
και τη διάσωση
του εργατικού
δυναμικού. v. Χορήγηση
αδειών για την
αναζήτηση,
εξερεύνηση και
παραγωγή
υδρογονανθράκων:
Η οδηγία 94/22/ΕΚ
αποτελεί
βασικό νομικό
πλαίσιο για τη
χορήγηση
εγκρίσεων για
εξερεύνηση και
παραγωγή. Η
παρούσα
πρόταση δεν
τροποποιεί την
οδηγία αυτή
καθαυτή, αλλά
αυστηροποιεί
τις υποχρεώσεις
των οικείων
αρχών κατά τη
διάρκεια της
διαδικασίας
αδειοδότησης
προκειμένου να
βελτιωθεί η
εκτίμηση της
τεχνικής και
οικονομικής
ικανότητας των
αιτούντων. vi. Αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών: Η
πρόταση θεσπίζει
νέες
απαιτήσεις
σχετικά με την
αντιμετώπιση έκτακτων
αναγκών από
μέρους των
κρατών μελών
και του κλάδου,
προκειμένου να
συμπληρώσει
τις υπάρχουσες
κοινοτικές
δυνατότητες
τόσο εντός όσο
και εκτός της
Ένωσης. Ο
κοινοτικός
μηχανισμός
πολιτικής
προστασίας
(Απόφαση του
Συμβουλίου
2007/779/ΕΚ), το Κέντρου
Παρακολούθησης
και
Πληροφόρησης (MIC)[8] και ο
Ευρωπαϊκός
Οργανισμός για
την Ασφάλεια
στη Θάλασσα[9] (EMSA)
αποτελούν τα
βασικά
κοινοτικά μέσα
για την
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών. Έχουν
ήδη γίνει
βήματα για την
επέκταση της
αρμοδιότητας
του EMSA έτσι ώστε
να καλύπτει
και ατυχήματα
σε υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
(πέραν του
αρχικού πεδίου
εφαρμογής του
που αφορούσε
τις θαλάσσια
ναυτιλία). Συνοχή
με άλλες
πολιτικές και
στόχους της
Ένωσης Ο παρών
κανονισμός
συνάδει με την
ενεργειακή στρατηγική
για το 2020[10],
συγκεκριμένα
με την
προτεραιότητα 3,
το στοιχείο
για την αειφόρο,
εξασφαλισμένη
και ανταγωνιστική
ενέργεια στην
Ευρώπη Επιπλέον,
ο εν λόγω
κανονισμός
συνάδει με την
περιβαλλοντική
νομοθεσία και
πολιτική της
Ένωσης και με
τις βασικές
αρχές της, όπως
η πρόληψη και ο
έλεγχος της
ρύπανσης,
καθώς και η
αρχή «ο
ρυπαίνων πληρώνει»
και η αρχή της
προφύλαξης.
Επίσης συνάδει
πλήρως με τη
θαλάσσια
πολιτική,
ιδίως δε με το
στόχο της
επίτευξης έως
το 2020 της καλής
περιβαλλοντικής
κατάστασης του
θαλάσσιου
περιβάλλοντος
(οδηγία πλαίσιο
για τη
θαλάσσια
στρατηγική
2008/56/ΕΚ).
2.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΤΗΣ
ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
ΜΕ ΤΑ
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ
ΜΕΡΗ ΣΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ,
ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΩΝ
ΕΠΙΛΟΓΩΝ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Διαβούλευση
με τα
ενδιαφερόμενα
μέρη Διενεργήθηκε
διαδικτυακή
δημόσια
διαβούλευση από
τις 16 Μαρτίου
έως τις 20 Μαΐου
2011 προκειμένου
να διαπιστωθούν
οι απόψεις των
ενδιαφερόμενων
μερών σχετικά
με την ανάγκη
ανάληψης
δράσης από την
Ένωση σε διάφορους
τομείς
πολιτικής. Η
Επιτροπή έλαβε
συνολικά 64
σχόλια, που
περιελάμβαναν
περισσότερες
από 350
απαντήσεις από
εμπλεκομένους. Σύνοψη
των απαντήσεων
και τρόπος
συνεκτίμησής τους Η
διαβούλευση
κατέδειξε ευρεία
υποστήριξη
προς την
κατεύθυνση της
αυστηροποίησης
των μέτρων για
την πρόληψη
και την αντιμετώπιση
μεγάλων
συμβάντων σε
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις,
αλλά τα μέσα
που προτάθηκαν
για την επίτευξη
του σκοπού
αυτού
διέφεραν. Οι
εθνικές αρχές στην
περιοχή της
Βόρειας
Θάλασσας ήταν
της άποψης ότι
οι αλλαγές σε
επίπεδο Ένωσης
δεν θα πρέπει
να θέσουν υπό
αμφισβήτηση
τις τρέχουσες
ρυθμιστικές
προσεγγίσεις
τους για τη
θέσπιση
στόχων, πράγμα
που η πρόταση
όντως
προτίθεται να
προάγει. Ο
κλάδος,
μολονότι αναγνώρισε
γενικά την
ανάγκη
βελτίωσης,
τήρησε πιο
συντηρητική
στάση ως προς
τις
ρυθμιστικές
αλλαγές κατά
την υλοποίηση
προσεγγίσεων
θέσπισης
στόχων και κλαδικών
πρωτοβουλιών.
Από την άλλη
μεριά, οι ΜΚΟ
και οι
εξειδικευμένες
εταιρίες (π.χ. οι
νηογνώμονες) ήταν
οι πλέον
ένθερμοι
υποστηρικτές
των αλλαγών σε
επίπεδο Ένωσης).
Ακολουθούν
οι βασικές
πτυχές. Άδειες Οι
κάτοχοι άδειας
θα πρέπει να
ευθύνονται για
οποιεσδήποτε
ζημίες
προκαλούν. Οι
περισσότεροι
εθνικοί
ρυθμιστικοί
φορείς και ο
κλάδος θεωρούν
ορθή τη
διαδικασία χορήγησης
αδειών και
εγκρίσεων που
εφαρμόζεται σε
ορισμένα κράτη
μέλη, αλλά
είναι της
άποψης ότι η Ένωση
θα πρέπει να
συνεργαστεί με
άλλα κράτη
μέλη για τη
βελτίωση των
προτύπων τους.
Πιστεύουν ότι
η λήψη
αποφάσεων
σχετικά τις
χορηγήσεις
πρέπει να παραμείνει
αποκλειστικά
υπό την ευθύνη
των οικείων
κρατών μελών,
ενώ θα
μπορούσε να
γίνεται
ανταλλαγή
πληροφοριών με
γειτονικά
κράτη όταν
υπάρχει
πιθανότητα
διασυνοριακής
ρύπανσης.
Υποβλήθηκαν
ποικίλες συστάσεις
από επιμέρους
εταιρίες (π.χ.
εναρμόνιση και
απλοποίηση των
διαδικασιών
αδειοδότησης
και
διαχωρισμός των
ρυθμιστικών
φορέων
αδειοδότησης
και ασφαλείας).
Ορισμένοι ΜΚΟ
και πολίτες
είναι υπέρ της
υποχρεωτικής
διαβούλευσης
με ένα
γειτονικό
κράτος ή της
εξασφάλισης
της έγκρισής
του όταν
υπάρχει πιθανότητα
διασυνοριακής
ρύπανσης. Το
νομικό μέσο
προβλέπει
αυστηρότερη
και βασισμένη
στους
κινδύνους
εκτίμηση της
τεχνικής και
οικονομικής
ικανότητας.
Εισάγει επίσης
το περιβαλλοντικό
στοιχείο στον
έλεγχο και
στην πρόληψη
των μεγάλων
κινδύνων,
εκτός του
στοιχείου της
ασφάλειας. Πρόληψη
ατυχημάτων Ο κλάδος
πρέπει να
αναγκαστεί να
κάνει ακόμη
περισσότερα
προς την
κατεύθυνση της
πρόληψης των
μεγάλων
συμβάντων, με
παράλληλη
αποφυγή του
κινδύνου
υποβιβασμού
των προτύπων
πρόληψης
ατυχημάτων εκεί
όπου τα κράτη
μέλη
εφαρμόζουν
αυστηρό
ρυθμιστικό
καθεστώς για
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες.
Ο κλάδος
θεωρεί γενικά
ότι μπορεί να
βελτιώσει την
κατάσταση μέσω
αυτορρύθμισης
και κλαδικών
πρωτοβουλιών.
Οι ΜΚΟ και, σε
διαφορετικούς
βαθμούς,
ορισμένοι
ρυθμιστικοί
παράγοντες
πιστεύουν ότι
μπορούν να
ενισχυθούν και
να επεκταθούν
οι υπάρχοντες
κανονισμοί
προκειμένου να
καλύψουν όλες
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
σε ύδατα της
Ένωσης. Επαλήθευση
της
συμμόρφωσης
και ευθύνη για
ζημίες Είναι
ουσιώδης η
διασφάλιση
υψηλών
επιπέδων συμμόρφωσης
με αυστηρές και
λογικές
απαιτήσεις.
Μολονότι ο
κλάδος υποστηρίζει
ότι η
συμμόρφωση
αποτελεί πάντα
υψηλή προτεραιότητα
για τις
εταιρίες,
πολλοί
εμπλεκόμενοι διακρίνουν
μια επιτακτική
ανάγκη
θέσπισης αυστηρότερης
αντίληψης περί
ασφαλείας σε
ολόκληρο τον
κλάδο. Ο
κανονισμός
ασχολείται με
τη συμμόρφωση
και την
επίτευξη αξιόπιστης
και ισχυρής
αντίληψης περί
ασφαλείας. Οι ΜΚΟ
και ορισμένοι
νηογνώμονες
ζήτησαν αυστηρότερες
φυσικές
επιθεωρήσεις.
Μερικοί
ρυθμιστικοί
φορείς και ο
κλάδος
αντιτέθηκαν
γενικά σε αυτό,
αναφέροντας ως
λόγους τις
πιθανές
ελλείψεις
πόρων ή τους
κινδύνους
αποσταθεροποίησης
των υπαρχόντων
συστημάτων. Οι
δύο τελευταίες
ομάδες
υποστήριξαν
επίσης τη
θέσπιση
απαιτήσεων για
ανεξάρτητες
επαληθεύσεις
από τρίτους. Η
επέκταση του
πεδίου
εφαρμογής της
περιβαλλοντικής
ευθύνης
υποστηρίχθηκε
περισσότερο
από τους ΜΚΟ,
ενώ οι
ρυθμιστικοί
φορείς και ο
κλάδος δεν εξέφρασαν
σαφείς θέσεις…
Ο κλάδος και οι
ασφαλιστικές
εταιρίες
αντιτέθηκαν σε
αλλαγές όπως η
υποχρεωτική
ασφάλιση χωρίς
περιορισμό της
ευθύνης διεθνώς,
ενώ οι ΜΚΟ το
ζήτησαν αυτό
μετ’ επιτάσεως. Διαφάνεια,
ανταλλαγή
πληροφοριών
και υπερσύγχρονες
πρακτικές Αρχικά
οι ΜΚΟ, αλλά και
ο κλάδος και οι
ρυθμιστικοί
φορείς, ήταν
της άποψης ότι
ένα υψηλότερο
επίπεδο
διαφάνειας θα
έδινε τη
δυνατότητα
στον κλάδο και
στις δημόσιες
αρχές να
καταδείξουν
ότι η
διαχείριση και
ο έλεγχος των
δραστηριοτήτων
υπεράκτιας
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
γίνεται με
κατάλληλο
τρόπο. Όλες οι
εθνικές αρχές
θα πρέπει να
συνεργαστούν
στενά, με βάση
το παράδειγμα
που έχει τεθεί
από το Φόρουμ
των Αρχών
Εποπτείας
Υπεράκτιων
Δραστηριοτήτων
της Βόρειας
Θάλασσας (NSOAF) και
τις ανεπίσημες
συναντήσεις
της ομάδας ΕΕ-NSOAF. Αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών Η
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών
αποτελεί κύρια
ευθύνη του
οικείου φορέα
εκμετάλλευσης
και κράτους
μέλους, αλλά η
αποτελεσματικότητα
και η
αποδοτικότητα
των
δυνατοτήτων
αντιμετώπισης
πετρελαιοκηλίδων
που υφίστανται
στην Ευρώπη
μπορεί να
βελτιωθεί
περαιτέρω μέσω
συνεργασίας
και ανταλλαγής
εμπειρογνωμοσύνης
και άλλων
μέσων. Ο EMSA εμπλέκεται
στον καθαρισμό
εάν του
ζητηθεί από τα
οικεία κράτη
μέλη μέσω του
Μηχανισμού
Πολιτικής
Προστασίας της
ΕΕ. Διεθνείς
δραστηριότητες Οι
εταιρίες που
έχουν τη βάση
τους στην
Ένωση προσπαθούν,
και
αναμένεται, να
ακολουθούν τις
πολιτικές που
περιγράφονται
στον παρόντα
κανονισμό και
να μην
υποβιβάζουν τα
πρότυπά τους
όταν
δραστηριοποιούνται
εκτός της Ένωσης. Συλλογή
και χρήση
εμπειρογνωμοσύνης Οι
επαφές με τους
εμπλεκομένους
(κλάδος
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων,
ΜΚΟ) και τα
κράτη μέλη,
τόσο σε διεθνές
επίπεδο όσο
και σε επίπεδο
Ένωσης, που
εκπροσωπούν,
ρυθμίζουν ή
διαχειρίζονται
τον κλάδο των
υπεράκτιων δραστηριοτήτων
ξεκίνησαν τον
Απρίλιο του 2010
και κορυφώθηκαν
με την
ανακοίνωση του
Οκτωβρίου του 2010.
Έκτοτε
έχουν
επεκταθεί
περαιτέρω οι
διαβουλεύσεις
με τους
εμπλεκομένους
τόσο σε γραπτή
μορφή όσο και
σε επίπεδο
διαβουλεύσεων.
Εκτός από τη
δημόσια διαβούλευση,
οι εθνικές
ρυθμιστικές/εποπτικές
αρχές συναντήθηκαν
οχτώ
περιπτώσεις οι
οποίες
οργανώθηκαν
από κοινού από
την Επιτροπή
και τον NSOAF. Η
ασφάλεια των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
συζητήθηκε
επίσης στις συναντήσεις
της ομάδας
εργασίας για
τα γηγενή ορυκτά
καύσιμα του
Φόρουμ του
Βερολίνου[11].
Επιπλέον,
έχουν
διεξαχθεί
πολυάριθμες
συναντήσεις με
διεθνείς και
εθνικές
ενώσεις του
κλάδου, επιμέρους
επιχειρήσεις,
ΜΚΟ και
ανεξάρτητες
εταιρίες
επαλήθευσης
και ασφαλιστικές
εταιρίες.
Επιπρόσθετα, η
Επιτροπή
παρακολουθεί
τακτικά
εθνικές (π.χ.
συμβουλευτική
ομάδα για την
πρόληψη και
αντιμετώπιση
πετρελαιοκηλίδων
στο Ηνωμένο
Βασίλειο) και
διεθνείς
πρωτοβουλίες
(π.χ. ομάδα εργασίας
για την
προστασία του
παγκόσμιου
θαλάσσιου
περιβάλλοντος
(GMEP) της ομάδας
των 20). Αυτές οι
συναντήσεις
γίνονται ακόμη
και σήμερα.
Παρόμοια,
γίνεται
συνεχής
διαβούλευση
και με άλλες
υπηρεσίες της Επιτροπής
(π.χ. Κοινό
Κέντρο Ερευνών
- JRC) που διαθέτουν
σχετική πείρα
και
εμπειρογνωμοσύνη
την οποία
είναι σε θέση
να μεταδώσουν.
Η Επιτροπή
προσέλαβε δύο
εθνικούς
εμπειρογνώμονες
από εθνικές αρχές
αρμόδιες για
την ασφάλεια
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων.
Τα σχόλια των
ειδικών
ελήφθησαν υπόψη
στο πλήρες κατά
τη διαμόρφωση
του παρόντος
κανονισμού. Επιλογές
πολιτικής και
εκτίμηση των
επιπτώσεών τους Διακριτές
επιλογές
πολιτικής
προκύπτουν από
τους γενικούς
και
εξειδικευμένους
στόχους που
περιγράφονται
στο κεφάλαιο 1.
Υπάρχουν
τέσσερις επιλογές
πολιτικής,
εκτός της
βασικής
επιλογής της
«απραξίας»
(επιλογή 0) ως ακολούθως. Η επιλογή 0
θα σήμαινε
διατήρηση της
σημερινής
κατάστασης. Η
επιλογή αυτή
δεν δημιουργεί
πρόσθετες
δαπάνες ούτε
έχει
επιπτώσεις στο
βασικό εύρος
δαπανών που
ανέρχεται σε
205-915 εκατομμύρια
ευρώ. Η επιλογή
1 («βασική
επιλογή για Βόρεια
Θάλασσα») είναι
η βασική
επιλογή για
μια ουσιαστική
παρέμβαση της
Ένωση. Εισάγει
στη νομοθεσία
της Ένωσης την
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων (ΕΜΚ)
που βασίζεται
στο έγγραφο
ασφάλειας και
υγείας το
οποίο απαιτεί
η οδηγία 92/91/ΕΚ,
αλλά πηγαίνει
ακόμη παραπέρα
απαιτώντας να
την κρίνει
ικανοποιητική
ο ρυθμιστικός
φορέας πριν
από την έναρξη
των
λειτουργιών.
Θα απαιτούνταν
ένα καθεστώς
επιθεωρήσεων
και κυρώσεων για
την υποστήριξη
των μέτρων που
περιγράφονται
στην ΕΜΚ. Η επιλογή 1
θα
υλοποιούνται
μέσω νέου
νόμου. Η
επιλογή 1
δημιουργεί
πρόσθετες
δαπάνες λειτουργίας
για τον κλάδο
οι οποίες
ανέρχονται
περίπου στα 36 εκατομμύρια
ευρώ ετησίως και
μείωση της
επικινδυνότητας
εκφραζόμενη σε
σύγκριση με
τις βασικές
δαπάνες η οποία
ανέρχεται
περίπου στα 7-30
εκατομμύρια
ευρώ ετησίως,
δηλαδή μέση μείωση
του βασικού
κινδύνου κατά 3%.
Η επιλογή
1+ («Βόρεια
Θάλασσα +»)
υπερβαίνει την
προηγούμενη
επιλογή
θεσπίζοντας μη
δεσμευτικές
νομικές κατευθυντήριες
γραμμές για
την
αυστηροποίηση
της εξέτασης
της τεχνικής
ικανότητας των
αιτουμένων
άδειας για
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
τη σύγκλιση
των εθνικών
σχεδίων αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών, την
ανάπτυξη
συμβατών
εθνικών και
κλαδικών μέσων
αντιμετώπισης
και τη διάθεσή
τους σε άλλες
χώρες που τα
χρειάζονται,
καθώς επίσης αποσαφήνιση
του πεδίου
εφαρμογής των
περιβαλλοντικών
διατάξεων
σχετικά με την
ευθύνη των
φορέων εκμετάλλευσης
(π.χ.
εφαρμοσιμότητα
της περί αποβλήτων
νομοθεσίας)
όσον αφορά το
ατύχημα σε
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. Η Ένωση
θα πρότεινε,
επίσης, σε
εταιρίες που
έχουν τη βάση
τους στην
Ένωση
εθελοντικές
συμφωνίες για
τη χρήση των
προτύπων της
Ένωσης ακόμη
και εκτός των
υδάτων της
Ένωσης. Η
επιλογή 1+
δημιουργεί
πρόσθετες
δαπάνες
λειτουργίας
για τα κράτη
μέλη που
ανέρχονται
περίπου στα 3 εκατομμύρια
ευρώ και
δαπάνες
συμμόρφωσης
για τον κλάδο
(αθροιστικά με
την επιλογή 1)
που ανέρχονται
περίπου σε 52
εκατομμύρια
ευρώ. Η
αθροιστική
επίπτωση των
επιλογών 1 και 1+
ανέρχεται σε 25-109
εκατομμύρια
ευρώ ετησίως,
δηλαδή μέση μείωση
της βασικής
επικινδυνότητας
κατά 12%. Η επιλογή
2 («Βέλτιστη
πρακτική της
Ένωσης»)
εξελίσσει
περαιτέρω τις
μεταρρυθμίσεις
της επιλογής 1+
δημιουργώντας
ένα πλήρες πακέτο.
Θα ίσχυαν
αναγνωρισμένες
παγκόσμιες
ορθές πρακτικές
για τον έλεγχο
της
επικινδυνότητας
επέλευσης
μεγάλων
κινδύνων και η
εκτίμηση
περιβαλλοντικών
κινδύνων θα
ενσωματωνόταν
στην ΕΜΚ. Επίσης,
θα εισάγονταν
βέλτιστες
ρυθμιστικές
πρακτικές και
υποχρεωτικά οργανωτικά
πρότυπα στις
ρυθμίσεις για
τις εθνικές
αρμόδιες
αρχές. Αυτή η
ολιστική
εκτίμηση κινδύνων
για την
ασφάλεια και
το περιβάλλον
θα ενσωμάτωνε
στη νομοθεσία
την ετοιμότητα
για έκτακτες
ανάγκες και τη
διαχείριση των
μέσων
αντιμετώπισης.
Θα δημιουργούνταν
μια ομάδα
αρχών
εποπτείας
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
σε ολόκληρη
την Ένωση (Union-wide Offshore
Authorities Group/EUOAG), ενώ ο
κανονισμός θα
ενίσχυε τις
οδηγίες για
την αδειοδότηση
και την
περιβαλλοντική
ευθύνη. Η
επιλογή 2
δημιουργεί
αθροιστικές
λειτουργικές
δαπάνες για
τον κλάδο που
ανέρχονται περίπου
σε 122 εκατομμύρια
ευρώ (από
52 εκατομμύρια
ευρώ) και
περίπου 12-18 εκατομμύρια
ευρώ (από
3 εκατομμύρια
ευρώ) για τα
κράτη μέλη, συν
εφάπαξ
διαχειριστικές
δαπάνες ύψους
περίπου 18-44 εκατομμυρίων
ευρώ. Οι
δαπάνες της
Επιτροπής για τη
συγκρότηση και
τη λειτουργία της
EUOAG θα ανέρχονταν
σε 1
εκατομμύριο
ευρώ. Τα
πρόσθετα μέτρα
μειώνουν τις
βασικές
δαπάνες κατά 103-455
εκατομμύρια
ευρώ ετησίως,
δηλαδή μείωση
της βασικής
επικινδυνότητας
κατά 50%. Η επιλογή
3 («Υπηρεσία της
ΕΕ») ενισχύει
περαιτέρω την
επίπτωση της
Επιλογής 2 θεσπίζοντας
μια υπηρεσία
της Ένωσης για
τη θεσμοθέτηση
και, ως εκ
τούτου, την
εδραίωση των
μεταρρυθμίσεων
που
επιτυγχάνονται
μέσω της
Επιλογής 2. Η υπηρεσία
αυτή θα
διενεργούσε
επιθεωρήσεις
και έρευνες, θα
παρακολουθούσε
και θα επέβαλε
τη συνοχή ως
προς τις
επιδόσεις, θα
είχε τη δυνατότητα
παρέμβασης και
θα βοηθούσε
στη δημιουργία
δυνατοτήτων σε
γειτονικές
χώρες που δεν
ανήκουν στην
Ένωσης. Η
επιλογή 3
δημιουργεί
αθροιστικές
ετήσιες δαπάνες
λειτουργίας
για την
Επιτροπή που
ανέρχονται περίπου
στα 35
εκατομμύρια
ετησίως (από 1
εκατομμύριο
ευρώ) και
εφάπαξ αρχικές
δαπάνες 18-44
εκατομμυρίων
ευρώ συν
10 εκατομμύρια
ευρώ για την
αγορά βασικών μέσων
αντιμετώπισης.
Δεν θα
δημιουργούσε
περαιτέρω δαπάνες
για τον κλάδο. Στον
πίνακα 1
γίνεται
σύγκριση των
επιλογών ως προς
το βαθμό στον
οποίο
αντιστοιχούν
στα μέτρα. Αριθ. || Μέτρο || Επιλογή 0 || Επιλογή 1 || Επιλογή 1+ || Επιλογή 2 || Επιλογή 3 1 || Λεπτομερής επαλήθευση της τεχνικής ικανότητας του πιθανού φορέα εκμετάλλευσης || 0 || 0 || ΚΓ || Ν || Ένωση 2 || Θέσπιση τακτικών επιθεωρήσεων και ενός καθεστώτος κυρώσεων || 0 || Ν || Ν || Ν || Ένωση 3 || Υποβολή επίσημων εκτιμήσεων ασφαλείας για αποδοχή από τον ρυθμιστικό φορέα || 0 || Ν || Ν || Ν || Ένωση 4 || Επέκταση της ΕΜΚ προκειμένου να καταστεί ένα πλήρες μοντέλο διαχείρισης κινδύνων || 0 || 0 || 0 || Ν || Ν 5 || Επέκταση των πρακτικών της Ένωσης σε διεθνείς δραστηριότητες || 0 || 0 || ΚΓ || ΚΓ || Ένωση 6 || Ίδρυση μιας αρμόδιας αρχής || 0 || 0 || 0 || Ν || Ένωση 7 || Θέσπιση μιας πλατφόρμας ρυθμιστικού διαλόγου || 0 || 0 || 0 || Ν || Ένωση 8 || Πλήρης ανταλλαγή πληροφοριών και διαφάνεια || 0 || 0 || 0 || Ν || Ν 9 || Ετοιμότητα για αποτελεσματική αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών σε περίπτωση μεγάλων υπεράκτιων ατυχημάτων || 0 || 0 || ΚΓ || Ν || Ένωση 10 || Διασφάλιση διασυνοριακής διαθεσιμότητας και συμβατότητας των μέσων παρέμβασης || 0 || 0 || ΚΓ || Ν || Ένωση 11 || Αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής της περιβαλλοντικής ευθύνης || 0 || 0 || ΚΓ || Ν || Ν Πίνακας
1 0 = δεν
υλοποιείται
στο πλαίσιο
αυτής της
επιλογής· ΚΓ =
κατευθυντήριες
γραμμές / μη
δεσμευτικές
νομικές διατάξεις·
Ν = νομοθεσία·
Ένωση = αρμόδιος
είναι
οργανισμός της
Ένωσης Ένα
μέτρο μπορεί
να υλοποιηθεί
με διαφορετικά
μέτρα, συχνά με αντιστάθμιση
μεταξύ της
αποτελεσματικότητας
και της
πρακτικότητας.
Ως εκ τούτου, η
καθεμιά από τις
επιλογές
πολιτικής
χαρακτηρίζεται
αφενός από το
σύνολο των
μέτρων που
περιλαμβάνει
και αφετέρου
από τα προτιμώμενα
μέτρα
υλοποίησης για
κάθε μέτρο που
περιλαμβάνεται
σε αυτήν. Η προτιμώμενη
επιλογή
πολιτικής είναι
η επιλογή 2,
δηλαδή η
πλήρης
μεταρρύθμιση των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
η οποία
βελτιώνει σε
ολόκληρη την
ΕΕ, μέσω νέας
νομοθεσίας, το
επίπεδο
διαχείρισης
κινδύνων και
ετοιμότητας
για έκτακτα
περιστατικά
στον κλάδο των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης.
Εκτός από τη
συνοχή, αυτή η
επιλογή
διασφαλίζει
αυξημένη
διαφάνεια στις
επιδόσεις του
κλάδου και των
ρυθμιστικών
φορέων. Αυτή η
επιλογή μπορεί
να μειώσει τη
βασική
επικινδυνότητα
κατά 50% μέσω αυξημένης
πρόληψης και
μετριασμού σε
περίπτωση
επέλευσης, παρόλα
αυτά, ενός
συμβάντος. Η
μείωση της
επικινδυνότητας
σε μέση
χρηματική αξία
(περίπου
103-455 εκατομμύρια
ευρώ ετησίως)
κρίνεται
θετική εάν
ληφθούν υπόψη οι
υπολογιζόμενες
αθροιστικές
δαπάνες της
υλοποίησής της
(134-140 εκατομμύρια
ευρώ ετησίως). Η
υλοποίησή της
είναι πιο
εύκολη από
διαχειριστικής
και
οικονομικής πλευράς,
εφόσον οι
πρόσθετες
δαπάνες
λειτουργίας της
Επιλογής 3
(περ. 34 εκατομμύρια
ευρώ ετησίως)
δεν
καταφέρνουν να
διασφαλίσουν
αντίστοιχη
μείωση της
επικινδυνότητας.
Η Επιλογή 1+ έχει
μικρή θετική
επίπτωση (12%) και
μικρές
πιθανότητες
επιβολής, ενώ
τα οφέλη από
την Επιλογή 1
δεν δικαιολογούν
τις δαπάνες,
καίτοι
περιορισμένες.
3.
ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
Ο
προτεινόμενος
κανονισμός
δημιουργεί
καθήκοντα για
τους φορείς
εκμετάλλευσης,
τα κράτη μέλη και
την Επιτροπή
ως ακολούθως. Φορέας
εκμετάλλευσης Ο φορέας
εκμετάλλευσης
οργανώνει τις
δραστηριότητές
του με βάση ένα
μοντέλο
βέλτιστων
πρακτικών,
συντάσσει μια
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων (ΕΜΚ)
και την
υποβάλλει στην
αρμόδια αρχή
για αξιολόγηση.
Επιπλέον, ο
φορέας
εκμετάλλευσης
υποβάλλει στο
ρυθμιστικό
φορέα
ειδοποίηση για
κάθε λειτουργία
φρέατος. Τόσο
για τις ΕΜΚ όσο
και για τις ειδοποιήσεις,
απαιτείται
ανεξάρτητη
επαλήθευση των
κρίσιμων στοιχείων
ασφαλείας. Οι
φορείς
εκμετάλλευσης
συντάσσουν
εσωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών,
προάγουν τη
διαλειτουργικότητα
και τη
συμβατότητα
των μέσων
αντιμετώπισης
και αναφέρουν
τα συμβάντα
καθώς και
άλλες
συγκεκριμένες
πληροφορίες
στα οικεία
κράτη μέλη σε
τυποποιημένη
μορφή. Οι
μεγάλες εταιρίες
που έχουν τη
βάση τους στην
Ένωση αποδεικνύουν
στην Ένωση ότι
χρησιμοποιούν
υπεράκτια πρότυπα
ασφαλείας
οποτεδήποτε
εκτελούν
διεθνείς εργασίες. Κράτη μέλη Οι αρχές
αδειοδότησης
των κρατών
μελών αξιολογούν
με τον δέοντα
τρόπο τις
πιθανές
επιδόσεις ασφαλείας
και
περιβαλλοντικές
επιδόσεις (και
την οικονομική
ικανότητα για
το χειρισμό
σχετικών με την
ασφάλεια
αστοχιών) των
αιτούντων κατά
την εξέταση
της πιθανής
χορήγησης
αδειών για
εξερεύνηση ή
παραγωγή. Τα
κράτη μέλη
συστήνουν
αρμόδιες αρχές
για την εποπτεία
της ασφάλειας,
της προστασίας
του περιβάλλοντος
και της
ετοιμότητας
για την
αντιμετώπιση έκτακτων
αναγκών και
θεσπίζουν
αυστηρά
πρότυπα επιθεώρησης
και διερεύνησης,
υποστηριζόμενα
από τις
δέουσες κυρώσεις
σε περίπτωση
μη εκπλήρωσης
καθηκόντων από
τους φορείς
εκμετάλλευσης.
Τα κράτη μέλη
κοινοποιούν
στην Επιτροπή
πληροφορίες
σχετικά με
τους υπεράκτιους
κλάδους τους
σε τακτά
διαστήματα και
αναφέρουν σε
αυτήν όλα τα
μεγάλα
συμβάντα και
τα διδάγματα
που αποκομίζουν
από αυτά. Τα
κράτη μέλη
συντάσσουν
εξωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών, σε
συνεργασία με
γειτονικά
κράτη μέλη.
Λαμβάνονται
μέτρα για τη
διασφάλιση της
διαλειτουργικότητας
της
εμπειρογνωμοσύνης
και των
φυσικών μέσων
με σκοπό την
υποστήριξη της
διενωσιακής
παρέμβασης,
περιλαμβανομένου
και του EMSA. Τα
κράτη μέλη και
ο κλάδος
συντάσσουν και
δοκιμάζουν
κατά περιόδους
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών.. Επιτροπή
Η
Επιτροπή
ιδρύει ομάδα
εποπτείας
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
της ΕΕ αποτελούμενη
από
εκπροσώπους
των αρμοδίων
αρχών οι οποίες
είναι
υπεύθυνες για
τις
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
στα κράτη μέλη
της Ένωσης. Η
Επιτροπή τροποποιεί
την οδηγία για
την
περιβαλλοντική
ευθύνη (2004/35/ΕΚ) στο
πλαίσιο του κανονισμού.
Νομική
βάση Το
σχέδιο
κανονισμού
βασίζεται στο
άρθρο 192 της ΣΛΕΕ
(Περιβάλλον) σε
ό,τι αφορά την
περιβαλλοντική
προστασία και
στο άρθρο 194 της
ΣΛΕΕ (Ενέργεια)
σε ό,τι αφορά
την ελαχιστοποίηση
των αρνητικών
επιπτώσεων
στην ασφάλεια
του
ενεργειακού
εφοδιασμού της
Ένωσης και στη
λειτουργία της
εσωτερικής
αγοράς
ενέργειας. Αρχή της
επικουρικότητας Η
πιθανότητα
ανάληψης
δράσης από
μέρους της
Ένωσης έχει
εξεταστεί μόνο
στις
περιπτώσεις
όπου μπορεί
αυτή η δράση να
διασφαλίσει
την επίτευξη
του στόχου
αποτελεσματικότερα
από ό,τι η δράση
των κρατών
μελών ή στις
περιπτώσεις
όπου οι
ενέργειες των
κρατών μελών
και μόνο
ενδεχομένως να
μην διασφαλίζουν
τις καλύτερες
δυνατές
βελτιώσεις. Όταν οι
εταιρίες που λειτουργούν
εξέδρα
άντλησης όπως
το Deepwater Horizon μεταφέρουν
τη
δραστηριότητά
τους σε άλλη
χώρα
αντιμετωπίζουν
πολύ
διαφορετικά
ρυθμιστικά καθεστώτα
που εξαρτώνται
από την
περιοχή
δικαιοδοσίας.
Οι πρόσφατες
αντιδράσεις των
κρατών μελών
καταδεικνύουν
ότι, εάν δεν
αναληφθεί
δράση από
μέρους της
Ένωσης, αυτές οι
διαφορές θα
επιδεινωθούν
εφόσον οι
χώρες που βρίσκονται
κατά κύριο
λόγο σε πιο
προηγμένες
περιοχές
σχεδιάζουν
βελτιώσεις
ανεξάρτητα,
ενώ οι διεθνείς
πρωτοβουλίες
σημειώνουν
εξαιρετικά αρχή
πρόοδο.
Επιπλέον, εάν
δεν αναλάβει
δράση η Ένωση,
θα παραμείνουν
οι υπάρχουσες
δυσκολίες που
σχετίζονται με
τη σύγκριση των
επιδόσεων του
κλάδου και την
ανταλλαγή
πληροφοριών
και δεδομένων
για τα
συμβάντα. Η
ανάληψη δράσης
από τα κράτη
μέλη και μόνο
δεν θα επαρκούσε
για τη
διασφάλιση της
προστασίας
(περιλαμβανομένης
και της
ευθύνης σε
περίπτωση
ρύπανσης) του
περιβάλλοντος
με συνεκτικό
τρόπο, του κοινού
καλού, και μιας
δέσμευσης από
μέρους της
Ένωσης και των
κρατών μελών
με βάση την
οδηγία πλαίσιο
για τη θαλάσσια
στρατηγική. Η
πιθανότητα και
οι συνέπειες
μεγάλων
υπεράκτιων
συμβάντων
παραμένει
σημαντική σε
όλα τα μέρη της
Ένωσης,
σύμφωνα με
εθνικές
εκθέσεις και
την ανάλυση
κινδύνων που
εκπόνησε η
Επιτροπή το 2011.
Οι υπεράκτιες
δραστηριότητες
παραγωγής
τείνουν να
αυξάνουν
επίσης στη
Μεσόγειο, στη
Μαύρη Θάλασσα, ακόμη
δε και στη
Βαλτική, όπου
ορισμένες
χώρες σε αυτές
τις θαλάσσιες
περιοχές
διαθέτουν
μικρότερη
πείρα στη
ρύθμιση
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων.
Ωστόσο, ακόμη
και στις
προηγμένες
περιοχές
(κυρίως στη
Βόρεια Θάλασσα)
η ανάληψη
δράσης σε
εθνικό επίπεδο
δεν έχει
καταφέρει να
επιτύχει τη
θέσπιση κοινών
προτύπων και
τη δημιουργία
συγκρίσιμων
δεδομένων. Γενικά,
παρά τα μέτρα
που
προβλέπονται
ήδη στην κοινοτική
νομοθεσία,
λόγου χάρη
στον τομέα της
υγείας και της
ασφάλειας στην
εργασία, η μη
ανάληψη δράσης
σε επίπεδο
Ένωσης
ενδέχεται να
αποστερήσει
από τα κράτη μέλη
τα πλέον
κατάλληλα μέσα
για τη μείωση
των κινδύνων
μεγάλων
υπεράκτιων
συμβάντων με
συνεκτικό και
έγκαιρο τρόπο. Αρχή της
αναλογικότητας Σύμφωνα
με το άρθρο 5
της Συνθήκης, «Η
δράση της
Κοινότητας δεν
υπερβαίνει τα
αναγκαία όρια
για την
επίτευξη των
στόχων της
παρούσας
συνθήκης». Για
την επίτευξη
της αναγκαίας
ισορροπίας
μεταξύ των
στόχων και των
μέσων που
προτείνονται
για την
επίτευξή τους,
ο παρόν κανονισμός
λαμβάνει υπόψη
τα ακόλουθα: i. Σύμφωνα
με
υπολογισμούς
της ΒΡ, οι
δαπάνες από το συμβάν
στην εξέδρα Deepwater Horizon
ξεπέρασαν τα
40 δισεκατομμύρια
δολάρια, οπότε
οι δαπάνες που
θα προέκυπταν από
ένα παρόμοιο
συμβάν στα
ύδατα της
Ένωσης θα μπορούσαν
να φτάσουν σε
αυτό το ύψος. ii. Συμβάντα
εξίσου σοβαρά
με αυτό της
εξέδρας Deepwater Horizon προκύπτουν
στον κλάδο με
συχνότητα
δεκαετιών, η
οποία κρίνεται
υψηλή για
κινδύνους
ακραίων
μεγάλων ατυχημάτων. iii. Η αξία
του κλάδου
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
της ένωσης
είναι πολύ
υψηλή σε ό,τι
αφορά τις
εθνικές οικονομίες
(έσοδα και
απασχόληση)
και τη συμβολή του
κλάδου στην
ασφάλεια του
εφοδιασμού. iv. Ο
κλάδος των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
δημιουργεί
σχετικά υψηλά
έσοδα για τις
εταιρίες που
ανήκουν σε
αυτόν. v. Έχει
αναπτυχθεί στο
κοινό
αποστροφή για
τους κινδύνους
περαιτέρω
μεγάλων
συμβάντων. Το
κόστος των
μέτρων που
προτείνονται
από τον παρόντα
κανονισμό
(περίπου
134-140 εκατομμύρια
ευρώ ετησίως)
κρίνεται
χαμηλό εάν
ληφθεί υπόψη η
μείωση της
επικινδυνότητας
που
εξασφαλίζεται
(103-455 εκατομμύρια
ευρώ ετησίως). Συνεπώς
προτείνονται
ως μέτρα
εκτέλεσης. Επιλογή
μέσου Προτείνεται
να θεσπιστεί κανονισμός
για την
υλοποίηση της
επιλογής 2
εφόσον
υπερτερεί της
οδηγίας λόγω
της σαφήνειας,
της συνοχής
και της
ταχείας υλοποίησης
που
επιτυγχάνεται
μέσω άμεσης
εφαρμογής[12].
Εφαρμοζόμενος
άμεσα στον
κλάδο, ο
κανονισμός θα δημιουργούσε
επίσης ένα πιο
ομοιόμορφο
πεδίο δράσης.
Επίσης θα
ευνοούσε το
σχεδιασμό έκτακτων
αναγκών για
την
καταπολέμηση
της
διασυνοριακής
μόλυνσης. Όσον
αφορά τις
διοργανικές
συμφωνίες που
σχετίζονται με
τις ομάδες
συμβούλων και
εμπειρογνωμόνων
της Επιτροπής,
θα πρέπει να
ιδρυθεί η
ομάδα
εποπτείας
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
της ΕΕ με βάση
ανεξάρτητη
απόφαση της
Επιτροπής.
4.
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Οι
δημοσιονομικές
επιπτώσεις της
πρότασης
ανέρχονται περίπου
στο ποσό των 2,5
εκατομμυρίων
ευρώ για την
περίοδο 2013-2016, συμπεριλαμβανομένων
των
αποζημιώσεων
για συμμετοχή
σε επιτροπές. Η
βοήθεια του EMSA
σχετίζεται
κυρίως α) με τη
χρήση του δορυφορικού
συστήματος
επιτήρησης που
διαθέτει, το
οποίο είναι
ενεργό άσχετα
με τα
υπεράκτια
ατυχήματα, και
β) με τη χρήση
σκαφών έκτακτων
αναγκών των
οποίων η δράση
οργανώνεται
από τον EMSA. Τα
σκάφη έκτακτων
αναγκών
μισθώνονται
μόνο για το
συγκεκριμένο
σκοπό και οι
λειτουργικές
δαπάνες
καλύπτονται
από το
επηρεαζόμενο
παράκτιο
κράτος που
ζητά την
παρέμβαση. Ο
κανονισμός (ΕΚ)
αριθ. 2038/2006
θεσπίζει ένα
πολυετές
χρηματοοικονομικό
πλαίσιο
αντιμετώπισης
της ρύπανσης
για τα έτη 2007-2013. Η
Επιτροπή δεν
προβλέπει
καμία αλλαγή
στο εν λόγω
πλαίσιο.
Συμπερασματικά:
δεν
προβλέπεται
αύξηση των
δαπανών του EMSA
για την
περίοδο 2007-2013. Εάν
προκύψουν
οποιεσδήποτε
πρόσθετες
δαπάνες για
τον EMSA κατά την
περίοδο 2014-2020,
αυτές θα
καλυφθούν
κυρίως από την
επαναξιοποίηση
των ήδη
συμφωνηθέντων
πόρων.
5.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Τροποποίηση
της ισχύουσας
νομοθεσίας Η έκδοση
του κανονισμού
περιλαμβάνει
τροποποίηση
της οδηγίας
(2004/35/ΕΚ) (για την
περιβαλλοντική
ευθύνη). Ανάθεση
αρμοδιοτήτων Ο παρών
κανονισμός
προβλέπει τη
σύνταξη
τεχνικών στοιχείων
για μια κοινή
μορφή αναφορών
μέσω κατ' εξουσιοδότηση
πράξης και
πιθανών
επικαιροποιήσεων
των τεχνικών
παραρτημάτων
μέσω
εκτελεστικής
πράξης. Ευρωπαϊκός
Οικονομικός
Χώρος και
Ενεργειακή Κοινότητα Η
πρόταση
παρουσιάζει
πιθανώς
ενδιαφέρον για
τον ΕΟΧ και την
Ενεργειακή
Κοινότητα. 2011/0309 (COD) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την
ασφάλεια των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
αναζήτησης,
εξερεύνησης
και παραγωγής
πετρελαίου και
φυσικού αερίου (Κείμενο
που
παρουσιάζει ενδιαφέρον
για τον ΕΟΧ) ΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΚΑΙ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη
τη Συνθήκη για
τη Λειτουργία
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, και ιδίως
το άρθρο 192
παράγραφος 1, Έχοντας
υπόψη την
πρόταση της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, Κατόπιν
διαβίβασης του
σχεδίου
νομοθετικής
πράξης στα
εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας
υπόψη τη γνώμη
της Ευρωπαϊκής
Οικονομικής
και Κοινωνικής
Επιτροπής[13], Έχοντας
υπόψη τη γνώμη
της Επιτροπής
των Περιφερειών[14], Αποφασίζοντας
σύμφωνα με τη
συνήθη
νομοθετική διαδικασία, Εκτιμώντας
τα ακόλουθα: (1)
Το άρθρο 191
της ΣΛΕΕ θέτει
ως στόχο τη
διατήρηση, προστασία
και βελτίωση
της ποιότητας
του περιβάλλοντος
και ορίζει ότι
κάθε δράση της
Ένωσης θα πρέπει
να
υποστηρίζεται
από υψηλό
επίπεδο
προστασίας με
βάση την αρχή
της προφύλαξης
και της
προληπτικής
δράσης και από
συνετή και
ορθολογική
χρησιμοποίηση
των φυσικών
πόρων. (2)
Στόχος
του παρόντος
κανονισμού
είναι να
μειωθούν τα μεγάλα
ατυχήματα που
σχετίζονται με
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και να
περιοριστούν
οι συνέπειές
τους, ώστε να
βελτιωθεί η
προστασία του
θαλάσσιου
περιβάλλοντος
και των παράκτιων
οικονομιών από
τη ρύπανση, να
καθοριστούν
ελάχιστες
προϋποθέσεις
για την
υπεράκτια
αναζήτηση,
εξερεύνηση και
εκμετάλλευση
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου, να
περιοριστούν
τα πιθανά
προβλήματα
στην εγχώρια
παραγωγή ενέργειας
της Ένωσης και να
βελτιωθούν οι μηχανισμοί
αντιμετώπισης
σε περίπτωση
ατυχήματος. (3)
Ο παρών
κανονισμός εφαρμόζεται
όχι μόνο σε
μελλοντικές
εγκαταστάσεις
και δραστηριότητες
εκμετάλλευσης,
αλλά,
τηρουμένων των
μεταβατικών
διατάξεων, και
σε υπάρχουσες
εγκαταστάσεις. (4)
Τα
ατυχήματα σε
σχέση με
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
που συνέβησαν
το 2010, κυρίως δε
αυτό στον
Κόλπο του
Μεξικού,
αποτέλεσαν την
αφορμή για
επανεξέταση
των πολιτικών
που αποσκοπούν
στην εγγύηση
της ασφάλειας
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων.
Η Επιτροπή
ξεκίνησε μια
διαδικασία
επανεξέτασης και
εξέφρασε τις
αρχικές
απόψεις της
σχετικά με την
ασφάλεια των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
με την
ανακοίνωσή της
«Αντιμέτωποι
στο πρόβλημα
της ασφάλειας
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου»
της
13ης Οκτωβρίου
2010. Το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο εξέδωσε
ψηφίσματα επί
του θέματος,
την 7η Οκτωβρίου
2010 και τη 13η Σεπτεμβρίου
2011. Οι υπουργοί
ενέργειας των
κρατών μελών διατύπωσαν
τις απόψεις
τους στα
συμπεράσματα
του Συμβουλίου
Ενέργειας της 3ης
Δεκεμβρίου 2010. (5)
Είναι
σημαντικοί οι κίνδυνοι
μεγάλου
ατυχήματος σε
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε ύδατα της
Ένωσης. Με τη
μείωση του κινδύνου
ρύπανσης των
θαλάσσιων
υδάτων, η παρούσα
πρωτοβουλία θα
πρέπει να
συμβάλει στην
προστασία του θαλάσσιου
περιβάλλοντος,
ιδίως δε στην
επίτευξη καλής
περιβαλλοντικής
κατάστασης το
αργότερο έως
το 2020, όπως
ορίζεται στο
άρθρο 1
παράγραφος 1
της οδηγίας
2008/56/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
της 17ης Ιουνίου
2008 περί πλαισίου
ενωσιακής
δράσης στο
πεδίο της
πολιτικής για
το θαλάσσιο
περιβάλλον
(οδηγία-πλαίσιο
για τη
θαλάσσια στρατηγική)[15]. (6)
Η οδηγία
πλαίσιο για τη
θαλάσσια
στρατηγική, η
οποία απαιτεί
την
αντιμετώπιση
των
αθροιστικών επιπτώσεων
στο θαλάσσιο
περιβάλλον από
όλες τις δραστηριότητες,
αποτελεί τον
περιβαλλοντικό
πυλώνα της
ολοκληρωμένης
θαλάσσιας
πολιτικής. Η
πολιτική αυτή
είναι
σημαντική για
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου, καθώς
απαιτεί να συμβιβάζονται
οι ιδιαίτερες
ανησυχίες κάθε
οικονομικού
κλάδου με το
γενικό σκοπό
της πλήρους
κατανόησης των
ωκεανών, των
θαλασσών και
των παράκτιων
περιοχών, με
στόχο τη
διαμόρφωση
συνεκτικής
προσέγγισης
για τις
θάλασσες η οποία
θα λαμβάνει
υπόψη όλες τις
οικονομικές,
περιβαλλοντικές
και κοινωνικές
πτυχές, μέσω
της
χρησιμοποίησης
θαλάσσιου
χωροταξικού
σχεδιασμού και
γνώσεων για τη
θάλασσα. (7)
Υπεράκτιες
βιομηχανίες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
είναι εγκαταστημένες
σε αρκετές
περιοχές της
Ένωσης, ενώ
υπάρχουν προοπτικές
να αναπτυχθούν
νέες σε
περιοχές στα
ύδατα της
Ένωσης. Η
υπεράκτια
παραγωγή
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
αποτελεί
σημαντικό στοιχείο
για τον ασφαλή
ενεργειακό
εφοδιασμό της
ΕΕ. (8)
Το
υπάρχον κατακερματισμένο
ρυθμιστικό
πλαίσιο για
την ασφάλεια
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
στην Ευρώπη
και οι τρέχουσες
πρακτικές
ασφαλείας δεν
παρέχουν
επαρκή εγγύηση
για την
ελαχιστοποίηση
των κινδύνων
από υπεράκτια
ατυχήματα σε
ολόκληρη την
Ένωση και για
την έγκαιρη
εφαρμογή της
πλέον
αποτελεσματικής
αντιμετώπισης
σε περίπτωση
ατυχήματος στα
ύδατα της
Ένωσης. Με βάση
τα υπάρχοντα
καθεστώτα
ευθύνης, ο
υπεύθυνος
ενδεχομένως να
μην είναι
πάντοτε
δυνατόν να
προσδιοριστεί
σαφώς ή/και να
μην είναι σε
θέση, ή να μην
έχει την
ευθύνη, να
καλύψει όλες
τις δαπάνες
αποκατάστασης
της ζημιάς που
προκάλεσε. (9)
Σύμφωνα
με την οδηγία 1994/22/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου της
30ής Μαΐου 1994 για
τους όρους
χορήγησης και
χρήσης των
αδειών
αναζήτησης,
εξερεύνησης
και παραγωγής
υδρογονανθράκων,[1],
επιτρέπονται
υπεράκτιες δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
στην Ένωση υπό
την προϋπόθεση
σχετικής αδειοδότησης.
Εν προκειμένω,
η αρμόδια αρχή οφείλει
να εξετάζει
τους τεχνικούς
και
χρηματοοικονομικούς
κινδύνους και,
κατά
περίπτωση, την υπευθυνότητα
που επέδειξε
στο παρελθόν ο αιτούμενος
αποκλειστική
άδεια εξερεύνησης
και παραγωγής.
Είναι
απαραίτητο να
διασφαλιστεί
ότι, κατά την
εξέταση της
τεχνικής και
οικονομικής
ικανότητας του
κατόχου άδειας,
οι αρμόδιες
αρχές
εξετάζουν και
την ικανότητά
του να εγγυάται
την ασφάλεια
και την
αποτελεσματικότητα
των σχετικών
λειτουργιών
υπό όλες τις
προβλέψιμες
συνθήκες. (10)
Είναι
απαραίτητο να
αποσαφηνιστεί
πως οι κάτοχοι
αδειών για
υπεράκτιες
δραστηριότητες
με βάση την
οδηγία 94/22/ΕΚ
είναι επίσης
και πιθανοί
υπεύθυνοι
«φορείς
εκμετάλλευσης»
κατά την
έννοια της
οδηγίας 2004/35/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 21ης
Απριλίου 2004,
σχετικά με την
περιβαλλοντική
ευθύνη όσον
αφορά την
πρόληψη και
την
αποκατάσταση
περιβαλλοντικής
ζημίας[16],
και ενδέχεται να
μην έχουν το
δικαίωμα να μεταθέτουν
τις σχετικές ευθύνες
τους σε
τρίτους στους
οποίους
αναθέτουν
σύμβαση. (11)
Μολονότι
η γενική άδεια
σύμφωνα με την
οδηγία 94/22/ΕΚ
εγγυάται στους
κατόχους
αδειών
αποκλειστικά
δικαιώματα για
την εξερεύνηση
ή παραγωγή
πετρελαίου
ή/και φυσικού
αερίου εντός
δεδομένης
περιοχής, οι εκτελούμενες
εργασίες στην
εν λόγω
περιοχή πρέπει
να υπόκεινται
σε διαρκή
ρυθμιστική εποπτεία
από
εμπειρογνώμονες
των κρατών
μελών,
προκειμένου να
διασφαλίζεται
η εφαρμογή
αποτελεσματικών
ελέγχων για την
πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων και
τον περιορισμό
των επιπτώσεών
τους σε
πρόσωπα, στο
περιβάλλον και
στην ασφάλεια
του
ενεργειακού
εφοδιασμού. (12)
Σύμφωνα
με την οδηγία
85/337/ΕΟΚ, όπως
τροποποιήθηκε,
η οποία ισχύει
για τις
δραστηριότητες
εξερεύνησης
και εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
τα έργα που
ενδέχεται να
έχουν
σημαντικές επιπτώσεις
στο περιβάλλον
λόγω, μεταξύ
άλλων, της φύσης,
του μεγέθους ή
της θέσης τους
υπόκεινται σε
εκτίμηση των
επιπτώσεών
τους και σε
απαίτηση εξασφάλισης
άδειας για την
υλοποίηση του
οικείου
σχεδίου.
Σύμφωνα με την
οδηγία 85/337/ΕΟΚ,
όταν πρόκειται
για δραστηριότητα
που χρειάζεται
αδειοδότηση,
πρέπει να
διασφαλίζεται
η
αποτελεσματική
συμμετοχή του
κοινού σύμφωνα
με τη Σύμβαση της
Οικονομικής
Επιτροπής των
Ηνωμένων Εθνών
για την Ευρώπη
(ΟΕΕ) για την
πρόσβαση σε
πληροφορίες,
τη συμμετοχή
του κοινού στη
λήψη αποφάσεων
και την
πρόσβαση στη δικαιοσύνη
για
περιβαλλοντικά
θέματα. (13)
Εντός της
Ένωσης
υπάρχουν ήδη
παραδείγματα
ορθών προτύπων
σε εθνικές
ρυθμιστικές
πρακτικές που
αφορούν
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. Ωστόσο,
αυτά
εφαρμόζονται σε
ολόκληρη την
Ένωση
ανομοιόμορφα
και κανένα
κράτος μέλος
δεν έχει
ενσωματώσει
ακόμη όλες τις
βέλτιστες
ρυθμιστικές
πρακτικές στη
νομοθεσία του
για την
πρόληψη
μεγάλων
υπεράκτιων ατυχημάτων
ή για τον
περιορισμό των
επιπτώσεών τους
σε πρόσωπα και
στο
περιβάλλον. Οι
βέλτιστες ρυθμιστικές
πρακτικές της
Ένωσης πρέπει
να εγγυώνται
την
αποτελεσματική
ρύθμιση σε
θέματα
ασφάλειας και
περιβάλλοντος,
με την ανάθεση σε
κοινή αρμόδια
αρχή («η αρμόδια
αρχή») των σχετικών
καθηκόντων για
τα οποία είναι
δυνατόν να
αξιοποιηθούν
πόροι από μία ή
περισσότερες
εθνικές
υπηρεσίες. (14)
Μετά τη
χορήγηση σε
φορέα
εκμετάλλευσης δικαιωμάτων
εξερεύνησης ή
άντλησης πετρελαίου
και φυσικού
αερίου, η
αρμόδια αρχή
θα πρέπει να
έχει την κατά
νόμο
εξουσιοδότηση
και επαρκείς
πόρους από το
κράτος μέλος
προκειμένου να
λαμβάνει μέτρα
επιβολής,
περιλαμβανομένης
και της παύσης της
εκμετάλλευσης,
προκειμένου να
διασφαλίσει
την κατάλληλη
προστασία των
εργαζομένων
και του
περιβάλλοντος.
(15)
Η
αποτελεσματικότητα
με την οποία η
αρμόδια αρχή επαληθεύει
την επάρκεια των
μέτρων
αντιμετώπισης
μεγάλων
κινδύνων από τον
κάτοχο άδειας
ή τον φορέα
εκμετάλλευσης
σχετίζεται
άμεσα με τη
ρυθμιστική
πολιτική, τα
συστήματα και
την
εμπειρογνωμοσύνη
της αρμόδιας
αρχής στον
τομέα των
μεγάλων
κινδύνων. Παρά
τα δικαιώματα
εξερεύνησης ή
άντλησης
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
του κατόχου άδειας
φορέα
εκμετάλλευσης,
η αρμόδια αρχή
θα πρέπει να έχει
την
εξουσιοδότηση
να λαμβάνει μέτρα
επιβολής,
περιλαμβανομένης
και της παύσης της
εκμετάλλευσης,
προκειμένου να
διασφαλίσει
την κατάλληλη
προστασία των
εργαζομένων
και του
περιβάλλοντος.
Για την
εκτέλεση αυτών
των
καθηκόντων, η
αρμόδια αρχή πρέπει
να λαμβάνει
επαρκείς πόρους
από το κράτος
μέλος. (16)
Για να
εξακολουθεί να
υφίσταται
επαρκής
διάκριση
μεταξύ της
οικονομικής
ανάπτυξης και
της ρύθμισης θεμάτων
περιβάλλοντος και
ασφάλειας, η
αρμόδια αρχή
θα πρέπει να
είναι, και να
μπορεί να αποδείξει
ότι είναι,
ανεξάρτητη από
εθνική χορηγία. (17)
Οι
περίπλοκοι
μεγάλοι
κίνδυνοι που
σχετίζονται με
τον κλάδο των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
― ιδίως σε ό,τι
αφορά την
ασφάλεια των
διαδικασιών, τον
ασφαλή
εγκλωβισμό
υδρογονανθράκων,
τη δομική ακεραιότητα,
την πρόληψη
πυρκαγιών και
εκρήξεων, την
εκκένωση, τη
διαφυγή και
διάσωση και
τον περιορισμό
των
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων
έπειτα από
μεγάλο ατύχημα
― απαιτούν
στοχευμένη και
ειδικά
προσαρμοσμένη
ρύθμιση με την οποία
να αντιμετωπίζονται
οι ιδιαίτεροι
κίνδυνοι του τομέα
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. (18)
Ο παρών
κανονισμός θα
πρέπει να
ισχύει με την
επιφύλαξη
οποιωνδήποτε
απαιτήσεων οι
οποίες προβλέπονται
σε οποιαδήποτε
άλλη νομοθεσία
της Ένωσης,
ιδίως δε στο
πεδίο της
υγείας και της
ασφάλειας των
εργαζομένων
κατά την
εργασία, και συγκεκριμένα
στην οδηγία
89/391/ΕΚ του
Συμβουλίου της
12ης Ιουνίου 1989 σχετικά
με την
εφαρμογή
μέτρων για την
προώθηση της
βελτίωσης της
υγείας και της
ασφάλειας των εργαζομένων
κατά την
εργασία[17]
και στην
οδηγία 92/91/ΕΟΚ
του Συμβουλίου
της 3ης Νοεμβρίου
1992 περί των
ελαχίστων
προδιαγραφών
για τη βελτίωση
της
προστασίας,
της ασφάλειας
και της υγείας
των
εργαζομένων
στις
εξορυκτικές
δια γεωτρήσεων
βιομηχανίες
(ενδέκατη
ειδική οδηγία
κατά την
έννοια του
άρθρου 16 παράγραφος
1 της οδηγίας
89/391/ΕΟΚ)[18]. (19)
Το καθεστώς
για τις
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
πρέπει να ισχύει
για τις
εκμεταλλεύσεις
τόσο σε
σταθερές όσο
και σε κινητές
εγκαταστάσεις,
καθώς και για
ολόκληρο τον
κύκλο των
δραστηριοτήτων
εξερεύνησης
και παραγωγής,
από τη μελέτη
έως τον
παροπλισμό και
την οριστική
εγκατάλειψη. (20)
Οι
βέλτιστες επιχειρησιακές
πρακτικές που
είναι
διαθέσιμες
σήμερα για την
πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων σε
υπεράκτιες εκμεταλλεύσεις
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
βασίζονται
στην επίτευξη
των επιθυμητών
αποτελεσμάτων μέσω
ενδελεχούς
εκτίμησης επικινδυνότητας
και αξιόπιστων
συστημάτων
διαχείρισης. (21)
Σύμφωνα
με τις βέλτιστες
επιχειρησιακές
πρακτικές στην
Ένωση απαιτείται
από τους ιδιοκτήτες
ή/και φορείς
εκμετάλλευσης
των εγκαταστάσεων,
συμπεριλαμβανομένων
κινητών
γεωτρύπανων,
να καθορίζουν αποτελεσματικές
εταιρικές
πολιτικές και
κατάλληλες
ρυθμίσεις για
την πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων,
καθώς επίσης
να
προσδιορίζουν
με ολοκληρωμένο
και
συστηματικό
τρόπο όλα τα
σενάρια
μεγάλων κινδύνων
που
σχετίζονται με
όλες τις
επικίνδυνες
δραστηριότητες
οι οποίες
είναι δυνατόν
να εκτελούνται
στη
συγκεκριμένη
εγκατάσταση. Σύμφωνα
με τις εν λόγω βέλτιστες
επιχειρησιακές
πρακτικές απαιτείται
επίσης να αξιολογούνται
η πιθανότητα
και οι
συνέπειες των
εν λόγω
σεναρίων και τα
απαραίτητα
μέτρα
αντιμετώπισης,
στο πλαίσιο
πλήρους
συστήματος
διαχείρισης
ασφαλείας.
Αυτή η
πολιτική και
οι ρυθμίσεις
θα πρέπει να
περιγράφονται
σαφώς σε ένα
έγγραφο («Έκθεση
περί Μεγάλων
Κινδύνων - ΕΜΚ»). Η
ΕΜΚ θα πρέπει
να είναι
ανάλογη και
συμπληρωματική
του εγγράφου
ασφάλειας και
υγείας που προβλέπεται
στην οδηγία 92/91/ΕΚ
και θα πρέπει
επίσης να
περιλαμβάνει
διατάξεις για
την εκτίμηση της
περιβαλλοντικής
επικινδυνότητας
και τα σχέδια έκτακτων
αναγκών. Θα
πρέπει να
απαιτείται η
υποβολή της
ΕΜΚ στην
αρμόδια αρχή
για τη
διαδικασία
συναίνεσης. (22)
Προκειμένου
να
διασφαλίζεται
η
αποτελεσματικότητα
του ελέγχου
της
επικινδυνότητας
μεγάλων ατυχημάτων
στα ύδατα της
Ένωσης, πρέπει
να
συντάσσονται
εκθέσεις περί
μεγάλων
κινδύνων σχετικά
με οποιαδήποτε
σημαντική
πτυχή του κύκλου
ζωής
εγκατάστασης
παραγωγής, στον
οποίο
συμπεριλαμβάνονται
η μελέτη, η
επιχειρησιακή λειτουργία,
οι
επιχειρησιακές
λειτουργίες
που
συνδυάζονται
με άλλες
εγκαταστάσεις,
οι μεγάλες
τροποποιήσεις και
η οριστική
εγκατάλειψη. Η
εν λόγω έκθεση
πρέπει να
υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή, ώστε οι
επιχειρησιακές
λειτουργίες να
μην επιτρέπεται
να προχωρήσουν
εάν η αρμόδια
αρχή δεν
αποδεχθεί την
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων εφαρμόζοντας
τη δέουσα
διαδικασία συναίνεσης.
(23)
Οι
γεωτρήσεις και
η επιδιόρθωση φρεάτων
άντλησης
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
θα πρέπει να
εκτελούνται αποκλειστικώς
από
εγκατάσταση η
οποία είναι τεχνικώς
ικανή για την
αντιμετώπιση όλων
των
προβλέψιμων κινδύνων
στην τοποθεσία
του φρέατος
και για την
οποία έχει
γίνει δεκτή η
σχετική ΕΜΚ. (24)
Πέραν της
χρησιμοποίησης
κατάλληλης
εγκατάστασης,
ο φορέας
εκμετάλλευσης
του φρέατος θα
πρέπει να
εκπονεί
λεπτομερή προγράμματα
κατάλληλα για
τις
συγκεκριμένες
συνθήκες και
τους
συγκεκριμένους
κινδύνους κάθε
λειτουργίας
φρέατος και,
σύμφωνα με τις
βέλτιστες
πρακτικές στην
Ένωση, να
προβλέπει την εξέταση
της μελέτης
του φρέατος
από
ανεξάρτητους
εμπειρογνώμονες.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης του
φρέατος θα
πρέπει να
κοινοποιεί εγκαίρως
στην αρμόδια
αρχή τα
προγράμματα
γεωτρήσεών του
προκειμένου η
αρμόδια αρχή να
είναι σε θέση να
λαμβάνει κάθε
απαραίτητο
μέτρο σχετικά
με τη προγραμματιζόμενη
λειτουργία
φρέατος. (25)
Προκειμένου
να
διασφαλίζεται
η ασφαλής
μελέτη και η
συνεχής
ασφάλεια των
λειτουργιών, ο
κλάδος οφείλει
να ακολουθεί
τις βέλτιστες
πρακτικές που
ορίζονται στα
επίσημα
πρότυπα και
έγγραφα καθοδήγησης.
Οι βέλτιστες
πρακτικές απαιτείται
να επικαιροποιούνται
με τις νέες
γνώσεις και
τις εφευρέσεις
και να
υιοθετούν τις
συνεχείς
βελτιώσεις, που
σημαίνει ότι
οι φορείς
εκμετάλλευσης
και οι
αρμόδιες αρχές
θα πρέπει να
συνεργάζονται
με σκοπό τον
καθορισμό
προτεραιοτήτων
για τη εκπόνηση
νέων ή
βελτιωμένων
προτύπων και
εγγράφων
καθοδήγησης
υπό το φώς της
πείρας που
αποκτήθηκε από
το ατύχημα
στην εξέδρα Deepwater Horizon
και άλλα
σοβαρά
υπεράκτια
ατυχήματα, ενώ
θα πρέπει να
αναθέτουν
αμελλητί τη
σύνταξη
εγγράφων καθοδήγησης
και προτύπων
κατ’ απόλυτη
προτεραιότητα.
(26)
Λόγω της
περιπλοκότητας
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, για την
εφαρμογή των
βέλτιστων
πρακτικών από
τους φορείς
εκμετάλλευσης
απαιτείται
μηχανισμός
επαλήθευσης
των κρίσιμων
στοιχείων
ασφαλείας από
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος. (27)
Οι
βέλτιστες
πρακτικές που
απαιτείται να
εφαρμόζονται στην
Ένωση οφείλουν
να πληρούν τις
απαιτήσεις του
κανονισμού (ΕΚ)
αριθ. 391/2009 σχετικά
με κοινούς
κανόνες και
πρότυπα για
τους οργανισμούς
επιθεώρησης
και ελέγχου
όσον αφορά τις κινητές
μη παραγωγικές
εγκαταστάσεις,
καθώς και του
αντίστοιχου
προτύπου που
έχει εκδώσει ο
Διεθνής Ναυτιλιακός
Οργανισμός[19]. (28)
Κατά την
εκτίμηση επικινδυνότητας
στην ΕΜΚ θα
πρέπει να
λαμβάνεται
υπόψη η
επικινδυνότητα
για το
περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων
των επιπτώσεων
που έχουν οι
κλιματικές
συνθήκες και η
κλιματική
αλλαγή στη
μακροπρόθεσμη
αντοχή των εγκαταστάσεων.
Δεδομένου
επιπλέον ότι
οι υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε ένα κράτος
μέλος μπορούν
να επιφέρουν
σημαντικές αρνητικές
περιβαλλοντικές
επιπτώσεις σε
άλλο κράτος
μέλος, είναι
αναγκαία η
θέσπιση και
εφαρμογή ειδικών
διατάξεων
σύμφωνα με τη
σύμβαση για
την εκτίμηση
των
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων σε
διασυνοριακό
πλαίσιο. (29)
Προκειμένου
να
διασφαλιστεί η
αποτελεσματική
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών, οι
φορείς εκμετάλλευσης
οφείλουν να
εκπονούν
εξειδικευμένα
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών για
κάθε τοποθεσία
με βάση τα
σενάρια
επικινδυνότητας
και κινδύνων
που
προσδιορίζονται
στην ΕΜΚ, να τα υποβάλλουν
στις αρμόδιες
αρχές και να
διατηρούν τους
πόρους που
απαιτούνται
για την
έγκαιρη εφαρμογή
των εν λόγω
σχεδίων όταν
αυτό
απαιτείται. (30)
Προκειμένου
να
διασφαλιστεί
ότι δεν θα
παραβλέπονται
ούτε θα
αγνοούνται οι
ανησυχίες για
την ασφάλεια,
είναι
σημαντική η
θέσπιση και
προώθηση ενδεδειγμένων
μέσων για να
αναφέρονται οι
εν λόγω ανησυχίες
και να
προστατεύονται
οι καταγγέλλοντες
δυσλειτουργίες. (31)
Η
ανταλλαγή
συγκρίσιμων
δεδομένων
μεταξύ των κρατών
μελών
καθίσταται
δυσχερής και
αναξιόπιστη λόγω
της έλλειψης
κοινής μορφής
αναφοράς
δεδομένων σε
όλα τα κράτη
μέλη. Μια κοινή
μορφή αναφοράς
δεδομένων για
την υποβολή αναφορών
από τους
φορείς
εκμετάλλευσης
προς τα κράτη
μέλη θα
διασφάλιζε τη
διαφάνεια των
σχετικών με
την ασφάλεια
και το
περιβάλλον
επιδόσεων των
φορέων
εκμετάλλευσης
και θα
καθιστούσε
προσβάσιμες
στο κοινό τις
οικείες
συγκρίσιμες
πληροφορίες
από ολόκληρη την
Ένωση σχετικά
με την
ασφάλεια των
υπεράκτιων δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και θα
συνέβαλε στη
διάδοση των
διδαγμάτων που
έχουν
αποκομιστεί
από μεγάλα
ατυχήματα και
παρ’ ολίγον
ατυχήματα. (32)
Προκειμένου
να διασφαλιστούν
ομοιόμορφες
συνθήκες για
την ανταλλαγή
πληροφοριών
και την
προώθηση της
διαφάνειας των
επιδόσεων στον
κλάδο των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων,
πρέπει να
ανατεθούν στην
Επιτροπή
εκτελεστικές
αρμοδιότητες. Οι
αρμοδιότητες
αυτές πρέπει
να ασκούνται
σύμφωνα με τον
κανονισμό (ΕΕ)
αριθ. 182/2011 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της
16ης Φεβρουαρίου
2011, για τη
θέσπιση
κανόνων και
γενικών αρχών
σχετικά με
τους τρόπους
ελέγχου από τα
κράτη μέλη της
άσκησης των
εκτελεστικών
αρμοδιοτήτων
από την Επιτροπή[20]. (33)
Θα πρέπει
να
χρησιμοποιείται
συμβουλευτική
διαδικασία για
την έκδοση των
οικείων
εκτελεστικών
πράξεων
προκειμένου να
διασφαλίζεται
η συνοχή κατά
την ανταλλαγή
των οικείων
δεδομένων σε
όλη την Ένωση. (34)
Προκειμένου
να ενισχυθεί η
εμπιστοσύνη
του κοινού στο
κύρος και στην
ακεραιότητα
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
σε ολόκληρη
την ΕΕ, τα κράτη
μέλη θα πρέπει
να υποβάλλουν
εκθέσεις
δραστηριοτήτων
και συμβάντων
και να
ενημερώνουν
αμελλητί την
Επιτροπή για
τα μεγάλα
ατυχήματα, ενώ
η Επιτροπή θα πρέπει
να δημοσιεύει
περιοδικές
εκθέσεις
σχετικά με τα
επίπεδα
δραστηριοτήτων
της ΕΕ και τις
τάσεις σχετικά
με τις
επιδόσεις του
κλάδου
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
στον τομέα της
ασφάλειας και
του περιβάλλοντος.
(35)
Η πείρα
έχει δείξει
πως είναι
απαραίτητη η
διασφάλιση του
απορρήτου των
ευαίσθητων
δεδομένων για
την προώθηση
ανοιχτού
διαλόγου
μεταξύ της
αρμόδιας αρχής
και του φορέα
εκμετάλλευσης.
Για τον σκοπό
αυτό, ο
διάλογος
μεταξύ των
φορέων εκμετάλλευσης
υπεράκτιων
εγκαταστάσεων
και όλων των κρατών
μελών θα
πρέπει να βασίζεται
σε συναφή
υπάρχοντα
διεθνή έγγραφα
και στο κεκτημένο
της ΕΕ σχετικά
με την
πρόσβαση σε
σχετικές με το
περιβάλλον
πληροφορίες,
με την
επιφύλαξη
οποιωνδήποτε υπερισχυουσών
απαιτήσεων
σχετικά με την
ασφάλεια και
την προστασία
του περιβάλλοντος.
(36)
Η αξία των
συνεργασιών
μεταξύ των
υπεράκτιων
αρχών έχει
αποδειχθεί
ξεκάθαρα από
τις
δραστηριότητες
του Φόρουμ των
Αρχών
Εποπτείας
Υπεράκτιων
Δραστηριοτήτων
της Βόρειας
Θάλασσας (North Sea Offshore
Authorities Forum) και του
Διεθνούς
Φόρουμ των
Ρυθμιστικών
Φορέων.
Παρόμοια συνεργασία
θα πρέπει να
θεσπιστεί
επισήμως σε ολόκληρη
την Ένωση, με
σκοπό την
προώθηση της
αποδοτικής
συνεργασίας
μεταξύ εθνικών
αντιπροσώπων
και της
Επιτροπής σε πρακτικό
επίπεδο. (37)
Η
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών και τα
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
περιστατικών
για μεγάλες
υπεράκτιες
καταστροφές θα
καταστούν πιο
αποτελεσματικά
μέσω συστηματικής
και
σχεδιασμένης
συνεργασίας
μεταξύ των
κρατών μελών,
καθώς επίσης
μεταξύ των
κρατών μελών
και του κλάδου,
αλλά και μέσω
ανταλλαγής συμβατών
μέσων, περιλαμβανομένης
και της
εμπειρογνωμοσύνης.
Κατά περίπτωση,
αυτές οι
ρυθμίσεις θα
πρέπει να
αξιοποιούν
επίσης τους
υπάρχοντες
πόρους και τη
βοήθεια που
είναι
διαθέσιμη από
το εσωτερικό
της Ένωσης, ιδίως
δε μέσω του
Ευρωπαϊκού
Οργανισμού για
την Ασφάλεια
στη Θάλασσα
και του
Μηχανισμού
Πολιτικής
Προστασίας της
ΕΕ. (38)
Κατά την
υλοποίηση των
υποχρεώσεων
του παρόντος κανονισμού
θα πρέπει να
λαμβάνεται
υπόψη ότι τα θαλάσσια
ύδατα που
καλύπτονται
από την
κυριαρχία ή τη
δικαιοδοσία
των κρατών
μελών
αποτελούν αναπόσπαστο
μέρος των
τεσσάρων
θαλάσσιων
περιοχών που
αναφέρονται
στο άρθρο 4
παράγραφος 1
της οδηγίας 2008/56,
συγκεκριμένα
της Βαλτικής,
του
Βορειοανατολικού
Ατλαντικού
Ωκεανού, της
Μεσογείου και
της Βαλτικής. Για
τον λόγο αυτό,
θα πρέπει να
ενισχυθεί ο
συντονισμός με
τρίτες χώρες
που ασκούν
κυριαρχία ή
δικαιοδοσία σε
ύδατα των εν
λόγω θαλάσσιων
περιοχών.
Κατάλληλα
πλαίσια
συνεργασίας
είναι μεταξύ
άλλων οι περιφερειακές
συμβάσεις για
τις θάλασσες,
όπως ορίζονται
στο άρθρο 3
παράγραφος 10
της
οδηγίας 2008/56/ΕΚ. (39)
Όσον αφορά
τη Μεσόγειο, σε
συνδυασμό με
τον παρόντα κανονισμό,
γίνονται οι
αναγκαίες ενέργειες
για την
προσχώρηση της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης στο πρωτόκολλο
για την
προστασία της
Μεσογείου
Θάλασσας από
ρύπανση που
προέρχεται από
την εξερεύνηση
και
εκμετάλλευση
της υφαλοκρηπίδας
και του
θαλασσίου
βυθού και του
υπεδάφους («Πρωτόκολλο
Υπεράκτιων
Δραστηριοτήτων»)
και στη
σύμβαση για
την προστασία
του θαλάσσιου περιβάλλοντος
και των παράκτιων
περιοχών της
Μεσογείου («Σύμβαση
της Βαρκελώνης»),
που κυρώθηκε
με την απόφαση 77/585/ΕΟΚ
του Συμβουλίου[21]. (40)
Απαιτείται
να δοθεί
ειδική προσοχή
στις σοβαρές περιβαλλοντικές
ανησυχίες
σχετικά με τα
ύδατα της
Αρκτικής,
γειτονικό
θαλάσσιο
περιβάλλον που
έχει ιδιαίτερη
σημασία για
την Κοινότητα,
προκειμένου να
διασφαλιστεί η
περιβαλλοντική
προστασία της
Αρκτικής από
οποιεσδήποτε
υπεράκτιες
δραστηριότητες,
συμπεριλαμβανομένης
της
εξερεύνησης. (41)
Τα εθνικά
εξωτερικά
σχέδια έκτακτων
αναγκών θα
πρέπει να
βασίζονται σε
εκτιμήσεις επικινδυνότητας
που
διενεργούνται
για τη σύνταξη
ΕΜΚ. Στα
σχετικά εξειδικευμένα
για κάθε
τοποθεσία σχέδια
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών για
τον περιορισμό
ατυχημάτων θα
πρέπει να
λαμβάνονται
υπόψη οι πλέον
επίκαιρες
κατευθυντήριες
γραμμές
σχετικά με την
εκτίμηση επικινδυνότητας
και τη
χαρτογράφηση
για τη
διαχείριση
καταστροφών
(έγγραφο
εργασίας των
υπηρεσιών της
Επιτροπής SEC(2010) 1626
τελικό της 21.12.2010). (42)
Η αποτελεσματική
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών απαιτεί
άμεση δράση
από τον φορέα
εκμετάλλευσης
και στενή
συνεργασία με
τις αρμόδιες
αρχές που
συντονίζουν τη
χρησιμοποίηση
πρόσθετων
πόρων για την
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών κατά
την εξέλιξη
της
κατάστασης.
Περιλαμβάνει
επίσης
ενδελεχή
διερεύνηση της
έκτακτης ανάγκης,
η οποία θα
πρέπει να
αρχίζει χωρίς
καθυστέρηση
προκειμένου να
διασφαλίζεται
η ελαχιστοποίηση
των απωλειών
σχετικών
πληροφοριών
και στοιχείων.
Μετά το συμβάν,
οι αρμόδιες
αρχές θα
πρέπει να
εξάγουν τα δέοντα
συμπεράσματα
και να
λαμβάνουν κάθε
απαραίτητο
μέτρο. (43)
Προκειμένου
να
διασφαλίζεται
η
αποτελεσματική
υλοποίηση των
απαιτήσεων του
παρόντος
κανονισμού, θα πρέπει
να καθιερωθούν
αποτελεσματικές
και αναλογικές
κυρώσεις. (44)
Προκειμένου
να
προσαρμόζονται
οι
προτεινόμενες
ελάχιστες
απαιτήσεις με
τις τελευταίες
τεχνολογικές
εξελίξεις και
τις σχετικές
πρακτικές, η
Επιτροπή θα
πρέπει να
εξουσιοδοτηθεί
να τροποποιεί
τις απαιτήσεις
των
παραρτημάτων
του παρόντος
κανονισμού
σύμφωνα με τη
διαδικασία που
αναφέρεται στο
άρθρο 4 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 182/2011. (45)
Συνεπώς,
για την
πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων
σχετιζόμενων
με υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου και τον
περιορισμό των
συνεπειών
τους, πρέπει να εξουσιοδοτηθεί
η Επιτροπή, σύμφωνα
με το άρθρο 4 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 182/2011, να εκδίδει
πράξεις όσον
αφορά τον
καθορισμό των
ελάχιστων
βασικών απαιτήσεων
για τις εν λόγω δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
σύμφωνα με τις βασικές
αρχές που
ορίζονται στον
παρόντα
κανονισμό,
ιδίως στα
παραρτήματά
του. Είναι
ιδιαιτέρως
σημαντικό να διεξάγει
η Επιτροπή τις
κατάλληλες
διαβουλεύσεις,
και σε επίπεδο
εμπειρογνωμόνων,
κατά τις
προπαρασκευαστικές
εργασίες της. (46)
Η
Επιτροπή, κατά
την
προετοιμασία
και τη σύνταξη κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων, θα
πρέπει να
διασφαλίζει
την κατά τον
δέοντα τρόπο
ταυτόχρονη και
έγκαιρη και
διαβίβαση των
συναφών
εγγράφων στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο. (47)
Πέραν των
μέτρων που
θεσπίζονται με
τον παρόντα
κανονισμό, η
Επιτροπή θα
πρέπει να
διερευνήσει
άλλα κατάλληλα
μέσα για τη
βελτίωση της
πρόληψης των
υπεράκτιων ατυχημάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και τον μετριασμό
των συνεπειών
τους. (48)
Καθώς τα
υπάρχοντα μέσα
χρηματοοικονομικής
ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων
των διευθετήσεων
συμμερισμού
επικινδυνότητας,
δεν είναι
ικανά να
αντιμετωπίσουν
όλες τις πιθανές
συνέπειες
ακραίων
ατυχημάτων, η
Επιτροπή θα
πρέπει να
προχωρήσει σε
περαιτέρω αναλύσεις
και μελέτες
των κατάλληλων
μέτρων που θα
διασφαλίσουν
επαρκώς αυστηρό
καθεστώς
ευθύνης για
ζημίες
σχετιζόμενες
με υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου,
απαιτήσεις σχετικά
με τη
οικονομική
ικανότητα,
συμπεριλαμβανομένης
της διαθεσιμότητας
ενδεδειγμένων
μέσων
χρηματοοικονομικής
ασφάλειας ή
άλλων διευθετήσεων.
(49)
Σε επίπεδο
Ένωσης είναι
σημαντικό να
συμπληρωθούν τα
τεχνικά
πρότυπα με
αντίστοιχο
νομικό πλαίσιο
για τη
νομοθεσία περί
ασφάλειας
προϊόντων, το
οποίο να
ισχύει για
όλες τις υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
στα ύδατα της
Ένωσης και όχι
μόνο για τις μη
κινητές
εγκαταστάσεις
παραγωγής. Η
Επιτροπή θα
πρέπει συνεπώς
να αναλύσει
περαιτέρω τα
πρότυπα για
την ασφάλεια
των προϊόντων
που ισχύουν
για τις
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου, ΕΞΕΔΩΣΑΝ
ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Κεφάλαιο I
Εισαγωγικές
διαταξεισ Άρθρο 1
Αντικείμενο
και πεδίο
εφαρμογής 1.
Ο παρών
κανονισμός
θεσπίζει
ελάχιστες
απαιτήσεις για
τον κλάδο και
τις εθνικές
αρχές που
εμπλέκονται σε
υπεράκτιες εκμεταλλεύσεις
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
κατόπιν
χορήγησης
άδειας σύμφωνα
με την οδηγία
94/22/ΕΚ. 2.
Ο παρών
κανονισμός
ισχύει για
όλες τις
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου που ορίζονται
στο άρθρο 2. 3.
Ο παρών
κανονισμός
ισχύει για
όλες τις
σχετικές εγκαταστάσεις,
υποθαλάσσιες
εγκαταστάσεις
και συνδεόμενες
υποδομές στα
ύδατα των
κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων
των
αποκλειστικών
οικονομικών
ζωνών τους και
των
υφαλοκρηπίδων
τους κατά την
έννοια της
Σύμβασης των
Ηνωμένων Εθνών
για το Δίκαιο
της Θάλασσας (UNCLOS). 4.
Ο παρών
κανονισμός
έχει σκοπό να
συμβάλει στην
επίτευξη των
στόχων της
οδηγίας 2008/56/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου
περί πλαισίου ενωσιακής
δράσης στο
πεδίο της
πολιτικής για
το θαλάσσιο
περιβάλλον. 5.
Οι
διατάξεις του
παρόντος
κανονισμού
ισχύουν με την
επιφύλαξη της
σχετικής
κοινοτικής
νομοθεσίας,
ιδίως δε
εκείνης που
αφορά την
υγεία και την
ασφάλεια των
εργαζομένων
στην εργασία, ιδίως
τις οδηγίες
89/391/ΕΟΚ και 92/91/ΕΟΚ. 6.
Ο παρών
κανονισμός
ισχύει με την
επιφύλαξη των
οδηγιών 85/337/ΕΚ,
2008/1/ΕΚ και 2003/4/ΕΚ. Άρθρο 2
Ορισμοί Για τους
σκοπούς του
παρόντος
κανονισμού ως: 1.
«δεκτή»
νοείται να
θεωρείται
ανεκτή η επικινδυνότητα
μεγάλου
ατυχήματος στο
μεγαλύτερο
δυνατό βαθμό
πέραν του
οποίου, παρά τη
χρησιμοποίηση
περαιτέρω
χρόνου, πόρων ή
δαπανών, δεν είναι
δυνατόν να
επιτευχθεί
σημαντική
μείωση της
επικινδυνότητας· 2.
«αποδοχή»
νοείται η
γραπτή
κοινοποίηση
από την
αρμόδια αρχή
προς τον φορέα
εκμετάλλευσης
των θετικών συμπερασμάτων
που προέκυψαν
από την
εξέταση την
οποία
διενήργησε η αρχή
επί της
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων (ΕΜΚ) του
φορέα σύμφωνα
με τις
απαιτήσεις του
παρόντος
κανονισμού· 3.
«άδεια»
νοείται άδεια
χορηγούμενη
σύμφωνα με την
οδηγία 94/22/ΕΚ· 4.
«συνδυασμένη
λειτουργία»
νοείται λειτουργία
η οποία εκτελείται
από μη
παραγωγική
εγκατάσταση
μαζί με άλλη(-ες)
εγκατάσταση(-εις)
για σκοπούς
συναφείς με
την άλλη(-ες)
εγκατάσταση(-εις)
και
επηρεάζει(-ουν)
ουσιωδώς τους
κινδύνους για
την ασφάλεια
προσώπων ή την
προστασία του
περιβάλλοντος
σε οποιαδήποτε
ή σε όλες τις
εγκαταστάσεις· 5.
«έναρξη
λειτουργιών» νοείται
το χρονικό
σημείο κατά το
οποίο στην
εγκατάσταση συμμετέχει
για πρώτη φορά στις
λειτουργίες
για τις οποίες
είναι
σχεδιασμένη· 6.
«αρμόδια
αρχή» νοείται η
αρχή που έχει συσταθεί
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό και
έχει την αρμοδιότητα
εκτέλεσης
καθηκόντων που
σχετίζονται με
το πεδίο
εφαρμογής του· 7.
«συνδεδεμένη
εγκατάσταση»
νοείται ο
υπεράκτιος
εξοπλισμός, ο
αγωγός ή άλλη
εγκατάσταση
πάνω ή κάτω από
την επιφάνεια
των υδάτων που
χρησιμοποιείται
για τη
μεταφορά
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε άλλη
κοντινή
εγκατάσταση ή
σε χερσαία
μονάδα
επεξεργασίας ή
αποθήκευσης, ή
για τη
μεταφορά και
φόρτωση
πετρελαίου σε
δεξαμενόπλοιο
πολλαπλών
δρομολογίων (shuttle
tanker)· 8.
«διαδικασία
συναίνεσης»
νοείται διαδικασία
ενδελεχούς
αξιολόγησης από
την αρμόδια
αρχής όλων των
σχετικών
πληροφοριών που
αφορούν τη
σχεδιαζόμενη
υπεράκτια
εκμετάλλευση
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
η οποία
ολοκληρώνεται
με την αποδοχή
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων από
την αρμόδια
αρχή και την
απουσία
αντιρρήσεων επί
των
κοινοποιήσεων
λειτουργιών
φρέατος ή
συνδυασμένων
λειτουργιών
που
υποβάλλονται
από τους
φορείς
εκμετάλλευσης· 9.
«ζώνη
αποκλεισμού»
νοείται η περιβάλλουσα
την
εγκατάσταση περιοχή
που έχει καθορίσει
το κράτος
μέλος εντός
της οποίας
απαγορεύονται
μη συναφείς
δραστηριότητες· 10.
«άδεια
εξερεύνησης»
νοείται άδεια
που χορηγείται
από το κράτος
μέλος για τη διεξαγωγή
ερευνών και
δοκιμών για
την παρουσία
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
στα υπόγεια
στρώματα της
περιοχής
αδειοδότησης, αλλά
όχι για την
παραγωγή
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
για εμπορικούς
σκοπούς· 11.
«εξωτερικό
σχέδιο αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών»
νοείται τοπική,
εθνική ή
περιφερειακή
στρατηγική για
την πρόληψη
της κλιμάκωσης
ή των
περιορισμό των
συνεπειών
ατυχήματος
σχετικού με
υπεράκτια
εκμετάλλευση
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
με αξιοποίηση
όλων των
διαθέσιμων
πόρων πέραν
εκείνων που
περιγράφονται
σε εσωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών· 12.
«επαλήθευση
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος»
νοείται η
εκτίμηση και
επιβεβαίωση
της
εγκυρότητας
συγκεκριμένων
γραπτών
δηλώσεων από
φυσικό ή
νομικό πρόσωπο
το οποίο δεν
υπόκειται στον
έλεγχο ή στην επιρροή
του συντάκτη
των δηλώσεων· 13.
«κλάδος»
νοούνται οι
ιδιωτικές
εταιρίες που
εμπλέκονται
άμεσα σε
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό ή
των οποίων οι
δραστηριότητες
συνδέονται
στενά με τις εν
λόγω λειτουργίες·
14.
«εγκατάσταση»
νοείται παραγωγική
ή μη
παραγωγική
εγκατάσταση· 15.
«εσωτερικό
σχέδιο αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών»
νοείται επισκόπηση
– την οποία εκπονούν
οι φορείς
εκμετάλλευσης
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις του
παρόντος
κανονισμού – των
μέτρων για την
πρόληψη της
κλιμάκωσης ή
τον περιορισμό
των συνεπειών
ατυχήματος
σχετικού με
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
εντός ζώνης
αποκλεισμού
γύρω από την
εγκατάσταση· 16.
«περιοχή
αδειοδότησης»
νοείται η
γεωγραφική
περιοχή την
οποία καλύπτει
άδεια που έχει
εκδοθεί
σύμφωνα με την
οδηγία 94/22/ΕΚ· 17.
«κάτοχος άδειας»
νοείται ο
κάτοχος άδειας
εκτέλεσης
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
σύμφωνα με την
οδηγία 94/22/ΕΚ· 18.
«μεγάλο
ατύχημα»
νοείται συμβάν
όπως πυρκαγιά
ή έκρηξη,
σημαντική
απώλεια ελέγχου
φρέατος ή
σημαντική διαρροή
υδρογονανθράκων
στο περιβάλλον,
σημαντική
ζημία σε
εγκατάσταση ή σε
εξοπλισμό επ’
αυτής, απώλεια
της δομικής
ακεραιότητας
εγκατάστασης και
οποιοδήποτε
άλλο συμβάν
που επιφέρει
θάνατο ή
σοβαρό
τραυματισμό
πέντε ή
περισσότερων
προσώπων που
βρίσκονται σε
εγκατάσταση ή
εκτελούν
εργασίες σχετικές
με
εγκατάσταση· 19.
«μεγάλος
κίνδυνος»
νοείται κατάσταση
που είναι
πιθανό να προκαλέσει
μεγάλο
ατύχημα· 20.
«μη
παραγωγική
εγκατάσταση» νοείται
εγκατάσταση η
οποία δεν
ορίζεται ως
παραγωγική και
χρησιμοποιείται
για
ερευνητικές
γεωτρήσεις ή
ως
υποστηρικτική
εγκατάσταση
για την
παραγωγή· 21.
«υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου» νοούνται
όλες οι
δραστηριότητες
που
σχετίζονται με
την εξερεύνηση,
την παραγωγή ή
την
επεξεργασία
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε υπεράκτιες
εγκαταστάσεις.
Σε αυτές
περιλαμβάνεται
η μεταφορά
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
μέσω υπεράκτιων
υποδομών
συνδεδεμένων
με εγκατάσταση
ή υποθαλάσσια
εγκατάσταση· 22.
«φορέας
εκμετάλλευσης»
νοείται ο
φορέας
εκμετάλλευσης
παραγωγικής
εγκατάστασης ή
ο ιδιοκτήτης
μη παραγωγικής
εγκατάστασης
και ο φορέας
εκμετάλλευσης
φρέατος εάν
πρόκειται για
λειτουργία
φρέατος. Οι
όροι “φορέας
εκμετάλλευσης”
και “κάτοχος άδειας”
εμπίπτουν στον
ορισμό του
άρθρου 2
παράγραφος 6 της
οδηγίας 2004/35/ΕΚ· 23.
«φορέας
εκμετάλλευσης
παραγωγικής
εγκατάστασης» νοείται
το πρόσωπο το
οποίο έχει
διορίσει ο κάτοχος
άδειας
προκειμένου να
διαχειρίζεται
και να ελέγχει
τις βασικές
λειτουργίες
παραγωγικής
εγκατάστασης· 24.
«ιδιοκτήτης»
νοείται πρόσωπο
εξουσιοδοτημένο
κατά τον νόμο για
να ελέγχει τη
λειτουργία μη
παραγωγικής
εγκατάστασης· 25.
«παραγωγή πετρελαίου
και φυσικού
αερίου» νοείται
η εξόρυξη, για
εμπορικούς
σκοπούς,
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
από υπόγεια
στρώματα της
περιοχής
αδειοδότησης, συμπεριλαμβανομένων
της υπεράκτιας
επεξεργασίας
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και της
μεταφοράς του
μέσω συνδεδεμένων
υποδομών, στις
οποίες συγκαταλέγονται
σωληνώσεις και
φέρουσες κατασκευές
και κεφαλές
γεωτρήσεων
στον θαλάσσιο
πυθμένα, ή/και
της
αποθήκευσης
φυσικού αερίου
σε υπόγειους σχηματισμούς
με σκοπό την
ανάκτησή του· 26.
«παραγωγική
εγκατάσταση»
νοείται εγκατάσταση
χρησιμοποιούμενη
για την
παραγωγή πετρελαίου
και φυσικού
αερίου 27.
«άδεια
παραγωγής» νοείται
άδεια που
χορηγείται από
το κράτος
μέλος για την παραγωγή
πετρελαίου και
φυσικού αερίου· 28.
«κοινό»
νοείται ένα ή περισσότερα
φυσικά ή
νομικά πρόσωπα
καθώς και, σύμφωνα
με την εθνική
νομοθεσία ή
πρακτική, οι
ενώσεις, οι
οργανώσεις και
οι ομάδες
αυτών· 29.
«οικεία
αρχή» νοείται
(στο πλαίσιο
της αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών σε
περίπτωση
υπεράκτιου
ατυχήματος) ο
βασικός οργανισμός
κράτους μέλους
για την αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών ο
οποίος είναι
αρμόδιος να ενεργοποιήσει
την
αντιμετώπιση
των έκτακτων
αναγκών που
προκύπτουν από
μεγάλο
υπεράκτιο ατύχημα
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου· 30.
«επικινδυνότητα»
νοείται η
πιθανότητα συγκεκριμένης
επίπτωσης
εντός
δεδομένης
χρονικής περιόδου
ή υπό
συγκεκριμένες
συνθήκες· 31.
«κατάλληλο»
νοείται οτιδήποτε
είναι απολύτως
ενδεδειγμένο
για συγκεκριμένη
απαίτηση ή
κατάσταση το
οποίο
βασίζεται σε
αντικειμενικά
στοιχεία και
αποδεικνύεται
από σχετική ανάλυση,
σύγκριση
κατάλληλων
προτύπων ή
άλλες λύσεις εφαρμοζόμενες
σε ανάλογες
περιπτώσεις
από άλλες
αρχές ή από τον
κλάδο· 32.
«λειτουργία
φρέατος»
νοείται η
διάνοιξη
φρέατος με
σκοπό την
εξερεύνηση ή
παραγωγή, συμπεριλαμβανομένων
της αναστολής
των εργασιών, της
επισκευής ή της
τροποποίησης
φρεάτων, της
οριστικής
εγκατάλειψης ή
οποιασδήποτε σχετικής
με φρέαρ λειτουργίας
η οποία ενδέχεται
να προκαλέσει
ακούσια εκροή
ρευστών ή κίνδυνο
μεγάλου
ατυχήματος 33.
«φορέας
εκμετάλλευσης
φρέατος»
νοείται το
πρόσωπο που
έχει διορίσει
ο κάτοχος άδειας
για να
σχεδιάζει και
να εκτελεί
λειτουργία
φρέατος. Κεφάλαιο II
Πρόληψη μεγαλων
κινδυνων
σχετιζομενων
με υπερακτιεσ
δραστηριοτητεσ
εκμεταλλευσησ
κοιτασματων
πετρελαιου και
φυσικου αεριου
Άρθρο 3
Γενικές αρχές
διαχείρισης επικινδυνότητας
σε υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου 1.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
και οι
αρμόδιες αρχές
λαμβάνουν όλα
τα κατάλληλα
μέτρα για την
αποτροπή μεγάλων
ατυχημάτων
προκαλούμενων
από υπεράκτια
εκμετάλλευση
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. Οι
αρμόδιες αρχές
ασκούν
εποπτεία
προκειμένου να
διασφαλίσουν
ότι οι φορείς
εκμετάλλευσης
εκπληρώνουν
αυτή την
υποχρέωση. 2.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
διασφαλίζουν
ότι όλες οι
οντότητες με τις
οποίες
συμβάλλονται
για την εκτέλεση
ειδικών
εργασιών στις
οικείες
εγκαταστάσεις
ενεργούν και
αυτοί σύμφωνα
με τις
απαιτήσεις που
ορίζονται στον
παρόντα
κανονισμό,
ιδίως στα
παραρτήματα IV
και V. Το γεγονός
ότι πράξεις ή
παραλείψεις
που οδήγησαν ή
συνέβαλαν σε
μεγάλα
ατυχήματα
εκτελέστηκαν
από τις εν λόγω
οντότητες ή το
προσωπικό τους
δεν απαλλάσσει
τους φορείς
εκμετάλλευσης
των ευθυνών
τους που
απορρέουν από
τον παρόντα
κανονισμό. 3.
Εάν,
παρόλα αυτά, συμβεί
μεγάλο ατύχημα
οι φορείς
εκμετάλλευσης
και οι αρμόδιες
αρχές
λαμβάνουν όλα
τα κατάλληλα
μέτρα για τον
περιορισμό των
συνεπειών του
στην ανθρώπινη
υγεία και στο
περιβάλλον
και, όπου αυτό
είναι δυνατόν,
για την
αποφυγή
σοβαρών προβλημάτων
στην παραγωγή
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
εντός της
Ένωσης. 4.
Οι
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
που καλύπτονται
από τον
παρόντα
κανονισμό
εκτελούνται με
βάση
συστηματική
εκτίμηση της
πιθανότητας
επικίνδυνων
συμβάντων και
των συνεπειών
τους και με
βάση την
υλοποίηση
μέτρων ελέγχου
που καθιστούν
δεκτή την
επικινδυνότητα
μεγάλων
ατυχημάτων για
πρόσωπα, το
περιβάλλον και
τους
υπεράκτιους
πόρους. Άρθρο 4
Ζητήματα
σχετικά με την
ασφάλεια στο
πλαίσιο αδειοδότησης
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σύμφωνα με την
οδηγία 94/22/ΕΚ 1.
Οι
αποφάσεις για
την αδειοδότηση
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σύμφωνα με την
οδηγία 94/22/ΕΚ
λαμβάνουν υπόψη
την ικανότητα
των αιτούντων
να πληρούν τις
προϋποθέσεις
για
συγκεκριμένες
δραστηριότητες
εντός του
πλαισίου της
εν λόγω άδειας,
όπως απαιτείται
από τις
οικείες
διατάξεις της
κοινοτικής
νομοθεσίας,
ιδίως δε του
παρόντος
κανονισμού. 2.
Συγκεκριμένα,
κατά την
αξιολόγηση της
τεχνικής και οικονομικής
ικανότητας των
οντοτήτων που
αιτούνται
άδεια για την εκτέλεση
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, λαμβάνονται
δεόντως υπόψη
η
επικινδυνότητα,
οι κίνδυνοι
και τυχόν
άλλες συναφείς
πληροφορίες
που
σχετίζονται με
την οικεία
περιοχή και το
συγκεκριμένο
στάδιο των δραστηριοτήτων
εξερεύνησης
και παραγωγής
και οι οικονομικές
ικανότητες των
αιτούντων, συμπεριλαμβανομένων
τυχόν
χρηματοοικονομικής
ασφάλειας και
της ικανότητας
κάλυψης
ευθυνών που
ενδέχεται να
προκύψουν από
τις εν λόγω
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, ιδίως
δε των ευθυνών
για
περιβαλλοντικές
ζημίες. 3.
Οι άδειες
για υπεράκτια
δραστηριότητες
εξερεύνησης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
χορηγούνται
ξεχωριστά από
τις άδειες για
δραστηριότητες
παραγωγής. 4.
Σύμφωνα
με την οδηγία
94/22/ΕΚ, οι
αδειοδοτούσες
αρχές, κατά την
αξιολόγηση της
τεχνικής και χρηματοοικονομικής
ικανότητας των
οντοτήτων που
αιτούνται
άδεια για
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, λαμβάνουν
υπόψη την
επικινδυνότητα,
τους κινδύνους
και κάθε άλλη
συναφή
πληροφορία που
σχετίζεται με
την τοποθεσία που
αφορά η αίτηση και
το
συγκεκριμένο
στάδιο των
δραστηριοτήτων
εξερεύνησης
και παραγωγής. Άρθρο 5
Συμμετοχή του
κοινού στις διαδικασίες
αδειοδότησης 1.
Τα κράτη
μέλη
διασφαλίζουν
ότι παρέχονται
έγκαιρα στο
κοινό
αποτελεσματικές
ευκαιρίες
συμμετοχής στις
διαδικασίες
που αφορούν
τις
αδειοδοτήσεις εντός
της περιοχής
δικαιοδοσίας
τους σύμφωνα
με τις
απαιτήσεις που
ορίζονται στο
παράρτημα Ι
του παρόντος
κανονισμού. Οι
διαδικασίες
είναι οι
οριζόμενες στην
οδηγία 2003/35/ΕΚ
παραρτήματα Ι
και ΙΙ. 2.
Τα κράτη
μέλη δύνανται
να καθορίζουν λεπτομερέστερες
ρυθμίσεις για
την πληροφόρηση
του κοινού και
τη διαβούλευση
με το οικείο
κοινό. 3.
Η
συμμετοχή του
κοινού
οργανώνεται με
τρόπο που
διασφαλίζει
ότι η
γνωστοποίηση
πληροφοριών
και η εμπλοκή
του κοινού δεν
θέτει σε
κίνδυνο την
ασφάλεια και
την προστασία των
υπεράκτιων
εγκαταστάσεων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και την εκμετάλλευσή
τους. Άρθρο
6
Συναίνεση για
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
εντός περιοχών
καλυπτόμενων
από άδεια 1.
Τις
εγκαταστάσεις εκμεταλλεύονται
μόνο σε
περιοχές καλυπτόμενες
από άδεια οι κάτοχοι
άδειας ή οι οντότητες
με τις οποίες
αυτοί
συμβάλλονται και
διορίζουν για
τον σκοπό αυτό
και οι οποίες
έχουν εγκριθεί
από τα κράτη
μέλη. 2.
Όταν η
αρμόδια αρχή
κρίνει ότι το
πρόσωπο που
διορίζεται από
τον κάτοχο άδειας
δεν είναι
ικανό να
ενεργεί ως
φορέας
εκμετάλλευσης
εγκατάστασης ή
ως φορέας
εκμετάλλευσης
φρέατος, ενημερώνει
σχετικά τον
κάτοχο άδειας ο
οποίος αναλαμβάνει
όλες τις
ευθύνες του φορέα
εκμετάλλευσης
σύμφωνα με τον
παρόντα κανονισμό.
3.
Οι
εγκαταστάσεις
σύμφωνα με την
παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται
να αρχίσουν ή
να συνεχίσουν να
λειτουργούν εάν
δεν έχει υποβληθεί
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με τους όρους
και τις
προθεσμίες που
ορίζονται στα
άρθρα 10 και 11 και εάν
η εν λόγω
έκθεση δεν
έχει γίνει
δεκτή από την
αρμόδια αρχή
σύμφωνα με τον
παρόντα κανονισμό. 4.
Δεν επιτρέπεται
να εκτελούνται
λειτουργίες
φρεάτων και
συνδυασμένες
λειτουργίες εάν
δεν έχει γίνει δεκτή
η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων της
εγκατάστασης
σύμφωνα με την
παράγραφο 3 του
παρόντος
άρθρου. Επιπλέον,
δεν
επιτρέπεται να
αρχίσουν ή να
εκτελούνται
λειτουργίες
εάν δεν έχει
υποβληθεί στην
αρμόδια αρχή
κοινοποίηση
λειτουργιών
φρέατος ή
συνδυασμένων
λειτουργιών
σύμφωνα με
τους όρους και
τις προθεσμίες
που ορίζονται
στα άρθρα 13 και 14
ή εάν η αρμόδια
αρχή έχει εκφράσει
αντιρρήσεις ως
προς το
περιεχόμενο
της κοινοποίησης.
Άρθρο 7
Ευθύνη για
περιβαλλοντικές
ζημίες 1.
Ο κάτοχος άδειας
ευθύνεται για
την πρόληψη
και
αποκατάσταση
περιβαλλοντικών
ζημιών,
σύμφωνα με την
οδηγία 2004/35/ΕΚ, που
προκαλούνται
από υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
εκτελούμενες
από κάτοχο άδειας
ή οποιαδήποτε
οντότητα που
συμμετέχει σε
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου βάσει
σύμβασης η
οποία έχει
υπογραφεί με
τον κάτοχο άδειας.
Η διαδικασία συναίνεσης
για
λειτουργίες
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό εφαρμόζεται
με την
επιφύλαξη της
ευθύνης του
κατόχου άδειας.
Άρθρο 8
Εθνική αρμόδια
αρχή 1.
Τα κράτη
μέλη στην
περιοχή
δικαιοδοσίας
των οποίων
εκτελούνται
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
διορίζουν
αρμόδια αρχή για
τα καθήκοντα
που ορίζονται
στον παρόντα
κανονισμό. 2.
Οι
αρμόδιες αρχές
που διορίζονται
σύμφωνα με την
παράγραφο 1
είναι αρμόδιες
για τα ακόλουθα
καθήκοντα: α) την
αξιολόγηση και
αποδοχή
εκθέσεων περί
μεγάλων
κινδύνων, την
αξιολόγηση
κοινοποιήσεων
μελέτης και
την αξιολόγηση
κοινοποιήσεων
λειτουργιών
φρέατος ή
συνδυασμένων
λειτουργιών,
καθώς και
άλλων συναφών
εγγράφων που
υποβάλλονται
σε αυτήν· β) την
πραγματοποίηση
επιθεωρήσεων, τη
διενέργεια ερευνών
και τη λήψη μέτρων
επιβολής· γ) τη
σύνταξη εκθέσεων
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό. 3.
Η αρμόδια
αρχή
οργανώνεται
σύμφωνα με τις
διατάξεις του
άρθρου 19 κατά
τρόπο ώστε να
διασφαλίζονται
η αμερόληπτη
εκτέλεση ενδεχομένως
αντικρουόμενων
καθηκόντων, η
εμπειρογνωμοσύνη
και η γενική
αποτελεσματικότητα
ως προς τη
ρύθμιση των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. 4.
Τα κράτη
μέλη
διασφαλίζουν
ότι η αρμόδια
αρχή διαθέτει
επαρκείς
πόρους
προκειμένου να
εκτελεί τα καθήκοντά
της σύμφωνα με
τον παρόντα
κανονισμό. 5.
Η αρμόδια
αρχή προσπαθεί
να προετοιμάζει
και να εφαρμόζει
συντονισμένες
ή κοινές
διαδικασίες
προκειμένου να
ασκεί τα
καθήκοντά της
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό και εκπληρώνει
τις απαιτήσεις
τυχόν άλλης εφαρμοστέας
νομοθεσίας της
Ένωσης. Όταν η
αρμόδια αρχή
περιλαμβάνει διαφορετικούς
οργανισμούς, αυτοί
πρέπει να
αποφεύγουν την
αλληλεπικάλυψη
ρυθμιστικών
καθηκόντων. Κεφάλαιο III
Προετοιμασία
και εκτελεση
υπερακτιων
δραστηριοτητων
εκμεταλλευσησ
κοιτασματων
πετρελαιου και
φυσικου αεριου
με βαση
αξιολογηση
κινδυνων Άρθρο 9
Όροι για την
εκμετάλλευση
υπεράκτιων
εγκαταστάσεων 1.
Με την
επιφύλαξη των
μεταβατικών
διατάξεων του
άρθρου 39, ο
φορέας
εκμετάλλευσης
παραγωγικής ή
μη παραγωγικής
εγκατάστασης
υποβάλλει στην
αρμόδια αρχή τα
ακόλουθα
έγγραφα: α) στην
περίπτωση
προγραμματισμένης
παραγωγικής εγκατάστασης,
κοινοποίηση
μελέτης
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις του
παραρτήματος ΙΙ
μέρος 1· β) έκθεση
περί μεγάλων
κινδύνων που
περιέχει τις
λεπτομέρειες
που εξειδικεύονται
στο άρθρο 10 ή στο
άρθρο 11· γ) εσωτερικό
σχέδιο αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών
σύμφωνα με το
άρθρο 12, ως μέρος
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων· δ) σύνοψη
της πολιτικής
του φορέα
εκμετάλλευσης
για την
πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων
σύμφωνα με το
άρθρο 18, ως μέρος
της έκθεσης
περί μεγάλων
κινδύνων. 2.
Η αρμόδια
αρχή
παραλαμβάνει
την
κοινοποίηση
μελέτης το
αργότερο 24
εβδομάδες πριν
από την
σκοπούμενη
υποβολή
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων για
την
προγραμματισμένη
λειτουργία. 3.
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων κοινοποιείται
στην αρμόδια
αρχή εντός
προθεσμίας που
ορίζεται από
την αρμόδια
αρχή και το αργότερο
12 εβδομάδες
πριν από την
προγραμματισμένη
έναρξη της
εκμετάλλευσης. Άρθρο 10
Έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
παραγωγική
εγκατάσταση 1.
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
παραγωγική
εγκατάσταση
περιέχει τις
λεπτομέρειες
που εξειδικεύονται
στο παράρτημα ΙΙ
μέρη 2 και 5. 2.
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από μια
παραγωγική
εγκατάσταση επιτρέπεται
να εντάσσεται
σε έκθεση που
εκπονείται για
ομάδα
εγκαταστάσεων εφόσον
συμφωνήσει η
αρμόδια αρχή. 3.
Όταν
γίνονται σημαντικές
τροποποιήσεις
στην
παραγωγική
εγκατάσταση, ή
όταν πρόκειται
να
αποσυναρμολογηθεί
η εγκατάσταση,
η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
παραγωγική
εγκατάσταση
τροποποιείται
σύμφωνα με το
παράρτημα ΙΙ
μέρος 6 και
υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή. 4.
Όταν απαιτούνται
περαιτέρω
πληροφορίες
προτού γίνει δεκτή
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων, η
αρμόδια αρχή
ζητά περαιτέρω
πληροφορίες ή
αλλαγές των
υποβληθέντων εγγράφων.
5.
Η
τροποποιημένη
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
παραγωγική
εγκατάσταση
σύμφωνα με την
παράγραφο 3
υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή εντός
προθεσμίας που
καθορίζεται
από την
αρμόδια αρχή
και το
αργότερο 6 εβδομάδες
πριν από την
έναρξη των
προγραμματισμένων
εργασιών. Οι
προγραμματισμένες
εργασίες δεν
αρχίζουν εάν
δεν έχει γίνει δεκτή
από την
αρμόδια αρχή η
τροποποιημένη
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων για
την παραγωγική
εγκατάσταση. 6.
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
παραγωγική
εγκατάσταση
υπόκειται σε
περιοδική επανεξέταση
από τον φορέα εκμετάλλευσης
τουλάχιστον
ανά πενταετία
ή και συχνότερα,
ανάλογα με τις απαιτήσεις
της αρμόδιας
αρχής, και τα
αποτελέσματα
της επανεξέτασης
υποβάλλονται
στην αρμόδια
αρχή. Άρθρο 11
Έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
μη παραγωγική
εγκατάσταση 1.
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
μη παραγωγική
εγκατάσταση
περιέχει τις
λεπτομέρειες που
εξειδικεύονται
στο
παράρτημα ΙΙ
μέρη 3 και 5. 2.
Όταν
γίνονται
σημαντικές
τροποποιήσεις
στην μη παραγωγική
εγκατάσταση, ή
όταν πρόκειται
να
αποσυναρμολογηθεί
η εγκατάσταση,
η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
μη παραγωγική
εγκατάσταση
τροποποιείται
σύμφωνα με το
παράρτημα ΙΙ
μέρος 6 (εκτός
της
παραγράφου 4) και
υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή. 3.
Όταν
πρόκειται για
σταθερή μη
παραγωγική
εγκατάσταση, η
τροποποιημένη
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με την
παράγραφο 2
υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή εντός
προθεσμίας που
καθορίζεται
από την
αρμόδια αρχή
και το
αργότερο 2 εβδομάδες
πριν από την
έναρξη προγραμματισμένων
εργασιών. Οι
προγραμματισμένες
εργασίες δεν
αρχίζουν εάν δεν
έχει γίνει
δεκτή από την
αρμόδια αρχή η
τροποποιημένη
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων για τη
μη παραγωγική
εγκατάσταση. 4.
Όταν
πρόκειται για
κινητή μη
παραγωγική
εγκατάσταση, η
τροποποιημένη
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με την
παράγραφο 2
υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή εντός
προθεσμίας που
καθορίζεται από
την αρμόδια
αρχή και
οπωσδήποτε το
αργότερο
2 εβδομάδες
πριν από την
έναρξη των λειτουργιών
της
εγκατάστασης.
Η λειτουργία
της εγκατάστασης
δεν επιτρέπεται
να αρχίσει εάν δεν
έχει γίνει
δεκτή από την
αρμόδια αρχή η
τροποποιημένη
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων για
τη μη
παραγωγική
εγκατάσταση. 5.
Όταν
απαιτούνται
περαιτέρω
πληροφορίες
προτού γίνει δεκτή
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων, η
αρμόδια αρχή
ζητά περαιτέρω
πληροφορίες ή
αλλαγές των
υποβληθέντων
εγγράφων. 6.
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
μη παραγωγική
εγκατάσταση
υπόκειται σε
περιοδική επανεξέταση
από τον φορέα
εκμετάλλευσης
τουλάχιστον
ανά πενταετία
ή και
συχνότερα,
ανάλογα με τις απαιτήσεις
της αρμόδιας
αρχής, και τα
αποτελέσματα
της
επανεξέτασης
υποβάλλονται
στην αρμόδια αρχή. Άρθρο 12
Εσωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών 1.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
εκπονούν
εσωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών
λαμβάνοντας
υπόψη τις
εκτιμήσεις
κινδύνων μεγάλων
ατυχημάτων που
έχουν γίνει
κατά τη
σύνταξη της
τελευταίας
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων. Σε
περίπτωση
διάνοιξης
φρέατος από
κινητή μη
παραγωγική
εγκατάσταση, η
εκτίμηση
κινδύνων
σύμφωνα με την
κοινοποίηση
φρέατος
ενσωματώνεται
στο σχέδιο αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών της
εγκατάστασης. 2.
Το
εσωτερικό
σχέδιο αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών για
παραγωγικές
και για μη
παραγωγικές
εγκαταστάσεις υποβάλλεται
στην αρμόδια
αρχή ως μέρος
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων. 3.
Όταν
πρόκειται για μη
παραγωγικές
εγκαταστάσεις στις
οποίες
εκτελούνται
λειτουργίες
φρέατος και
των οποίων τροποποιείται
το εσωτερικό
σχέδιο αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών λόγω
της ιδιαίτερης
φύσης της
τοποθεσίας του
φρέατος,
πρέπει να
κοινοποιείται
στην αρμόδια
αρχή η εν λόγω τροποποίηση
του εσωτερικού
σχεδίου αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών κατά
την υποβολή
της
κοινοποίησης
φρέατος. Άρθρο 13
Κοινοποίηση
λειτουργιών
φρέατος 1.
Το
αργότερο 21
ημέρες πριν
από την έναρξη
λειτουργίας
φρέατος, ο
φορέας
εκμετάλλευσης
του φρέατος αποστέλλει
στην αρμόδια
αρχή
κοινοποίηση
που περιέχει
λεπτομέρειες
σχετικά με τη
μελέτη του
φρέατος και τη
λειτουργία του
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις του
παραρτήματος ΙΙ
μέρος 4. 2.
Η αρμόδια
αρχή εξετάζει
την
κοινοποίηση
και λαμβάνει τα
μέτρα που κρίνει
αναγκαία
προτού επιτραπεί
να αρχίσει λειτουργία
φρέατος. 3.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης
φρέατος
κοινοποιεί αμέσως
στην αρμόδια
αρχή τυχόν
σημαντική
αλλαγή των
στοιχείων της
κοινοποίησης
φρέατος και
ενημερώνει
αμέσως τον ανεξάρτητο
επιθεωρητή
φρεάτων
σύμφωνα με το
άρθρο 15
παράγραφος 3
στοιχείο β). Άρθρο 14
Κοινοποίηση
συνδυασμένων
λειτουργιών 1.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης
εγκατάστασης η
οποία πρόκειται
να ενταχθεί σε
συνδυασμένη λειτουργία
αποστέλλει
στην αρμόδια
αρχή κοινοποίηση
που περιέχει
λεπτομέρειες
της συνδυασμένης
λειτουργίας
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις του
παραρτήματος ΙΙ
μέρος 7. Οι
φορείς
εκμετάλλευσης των
σχετικών
εγκαταστάσεων μπορούν
να συμφωνήσουν
να συντάξει
την κοινοποίηση
συνδυασμένων
λειτουργιών
ένας από αυτούς
για λογαριασμό
και των
υπολοίπων. Η
κοινοποίηση
υποβάλλεται το
αργότερο 21
ημέρες πριν
από την έναρξη
των
συνδυασμένων
λειτουργιών. 2.
Η αρμόδια
αρχή εξετάζει
την
κοινοποίηση
και λαμβάνει
τα μέτρα που
κρίνει αναγκαία
προτού
επιτραπεί να
αρχίσει η
συνδυασμένη
λειτουργία. 3.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης
που συντάσσει
την κοινοποίηση
ενημερώνει
αμελλητί την
αρμόδια αρχή
για τυχόν
σημαντική
αλλαγή των
στοιχείων της
κοινοποίησης. Άρθρο 15
Επαλήθευση από
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος 1.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης καθιερώνουν
μηχανισμούς για
την επαλήθευση
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος
και για την
επιθεώρηση
φρεάτων από
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος και
περιγράφουν
αυτούς τους
μηχανισμούς
στο πλαίσιο
της πολιτικής
για την πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων,
που αποτελεί
μέρος των
εκθέσεων περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με το άρθρο 18. 2.
Η επιλογή
του
ανεξάρτητου
τρίτου μέρους
για την
επαλήθευση και
ο σχεδιασμός
των μηχανισμών
επαλήθευσης
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος
και
ανεξάρτητης
επιθεώρησης φρεάτων
πληρούν τα
κριτήρια του
παραρτήματος ΙΙ
μέρος 5. 3.
Ο
μηχανισμός για
την επαλήθευση
παραγωγικών
και μη
παραγωγικών
εγκαταστάσεων από
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος καθορίζεται: α) για
εγκαταστάσεις,
προκειμένου να
επιβεβαιώνεται
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος ότι
τα συγκεκριμένα
συστήματα και
τα κρίσιμα για
την ασφάλεια
στοιχεία που
προσδιορίζονται
στις
εκτιμήσεις επικινδυνότητας
και στο
σύστημα
διαχείρισης
ασφαλείας της
εγκατάστασης
είναι
κατάλληλα και
επικαιροποιημένα,
και ότι το
χρονοδιάγραμμα
επιθεωρήσεων
και δοκιμών
του συστήματος
ελέγχου
μεγάλων
κινδύνων είναι
κατάλληλο και
επικαιροποιημένο
και εκτελείται
όπως έχει
προβλεφθεί· β) για προγράμματα
γεωτρήσεων,
προκειμένου να
επιβεβαιώνεται
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος ότι
η μελέτη φρέατος
και τα μέτρα
ελέγχου φρέατος
είναι κατάλληλα
για τις
αναμενόμενες
συνθήκες του
φρέατος και συνιστούν
τη βάση σε
περίπτωση
αλλαγών της
μελέτης φρέατος
για
οποιονδήποτε
λόγο. 4.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
διασφαλίζουν
ότι τα αποτελέσματα
του μηχανισμού
επαλήθευσης
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος σύμφωνα
με το παρόν
άρθρο παράγραφος
1 στοιχείο α)
κοινοποιούνται
στην αρμόδια
αρχή κατόπιν
αιτήματός της. 5.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
διασφαλίζουν
ότι τα ευρήματα
και τα σχόλια
του
ανεξάρτητου
επιθεωρητή φρεάτων
σύμφωνα με το
παρόν άρθρο
παράγραφος 1
στοιχείο β)
περιλαμβάνονται
στην
κοινοποίηση
φρέατος
σύμφωνα με το
άρθρο 13. 6.
Όταν
πρόκειται για
παραγωγικές
εγκαταστάσεις,
ο μηχανισμός
επαλήθευσης
τίθεται σε
ισχύ πριν από την
υποβολή της
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων στην
αρμόδια αρχή.
Όταν πρόκειται
για μη
παραγωγική
εγκατάσταση, ο
μηχανισμός
τίθεται σε
ισχύ προτού η
μη παραγωγική
εγκατάσταση τεθεί
σε συγκεκριμένη
λειτουργία. 7.
Οι μη
παραγωγικές
εγκαταστάσεις
που λειτουργούν
σε ύδατα της
Ένωσης πληρούν
τις απαιτήσεις
των σχετικών
διεθνών συμβάσεων,
όπως ορίζεται
στον κανονισμό
(ΕΚ) αριθ. 391/2009 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
της 23ης
Απριλίου 2009[22] ή
στον κώδικα
για την
κατασκευή και
τον εξοπλισμό
κινητών
μονάδων
γεώτρησης
ανοιχτής
θάλασσας (Κώδικας
MODU 2009).
Πιστοποιούνται
από οργανισμό
αναγνωρισμένο
στην Ένωση
σύμφωνα με τον
προαναφερόμενο
κανονισμό. Άρθρο 16
Εξουσιοδότηση
απαγόρευσης
δραστηριότητας 1.
Η αρμόδια
αρχή
απαγορεύει τη λειτουργία
ή τη θέση σε λειτουργία
οποιασδήποτε
εγκατάστασης ή
μέρους εγκατάστασης
όταν κρίνει
σαφώς ανεπαρκή
τα μέτρα που
προτείνει ο
φορέας
εκμετάλλευσης
για την
πρόληψη και το μετριασμό
μεγάλων
ατυχημάτων
σύμφωνα με τα
άρθρα 10, 11, 13 και 14. 2.
Όταν δεν
υποβάλλονται
εγκαίρως η
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με τα άρθρα 10 και
11 ή οι
κοινοποιήσεις
σύμφωνα με τα
άρθρα 13 και 14, η
αρμόδια αρχή δύναται,
σε εξαιρετικές
περιπτώσεις
και όταν
κρίνει ότι δεν διακυβεύεται
η ασφάλεια και
η προστασία
του
περιβάλλοντος,
να συμφωνήσει
σε μείωση της
προθεσμίας
υποβολής της
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων ή
κοινοποίησης. 3.
Η αρμόδια
αρχή απαιτεί
από τον φορέα
εκμετάλλευσης
να λαμβάνει
οποιαδήποτε
κατάλληλα
συμπληρωματικά
μέτρα που η
αρμόδια αρχή
κρίνει
αναγκαία για
την
αποκατάσταση
της
συμμόρφωσης
σύμφωνα με το
άρθρο 3
παράγραφος 1. 4.
Η αρμόδια
αρχή
απαγορεύει τη
χρήση
οποιασδήποτε εγκατάστασης
ή μέρους εγκατάστασης
όταν το
αποτέλεσμα
επιθεώρησης,
περιοδικής επανεξέτασης
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με τα άρθρα 10 και
11 ή αλλαγών
κοινοποιήσεων
σύμφωνα με τα
άρθρα 13 και 14
καταδεικνύει
ότι δεν πληρούνται
οι απαιτήσεις
του παρόντος
κανονισμού ή
ότι υπάρχουν εύλογες
ανησυχίες
σχετικά με την
ασφάλεια των
λειτουργιών ή
εγκαταστάσεων. Άρθρο 17
Διασυνοριακές
επιπτώσεις 1.
Όταν
κράτος μέλος κρίνει
ότι λειτουργία
φρέατος ή
εγκατάστασης ενδέχεται
να επιφέρει
σημαντικές
αρνητικές επιπτώσεις
στα ύδατα
άλλου κράτους
μέλους σε
περίπτωση
ατυχήματος, ή
κατόπιν
αιτήματος από
κράτος μέλος το
οποίο είναι
πιθανόν να
υποστεί
σημαντικές
επιπτώσεις, το
κράτος μέλος στην
περιοχή
δικαιοδοσίας του
οποίου
πρόκειται να
εκτελούνται οι
λειτουργίες
κοινοποιεί στο
επηρεαζόμενο
κράτος μέλος
τις σχετικές
πληροφορίες και
επιδιώκει να
λάβει προληπτικά
μέτρα για την αποτροπή
ζημιών. 2.
Η
παράγραφος 1
εφαρμόζεται με
την επιφύλαξη
άλλων ανάλογων
διατάξεων του
δικαίου της
Ένωσης, ιδίως
της οδηγίας
85/337/ΕΟΚ του
Συμβουλίου της
27ης Ιουνίου 1985
για την
εκτίμηση των
επιπτώσεων
ορισμένων
σχεδίων
δημοσίων και
ιδιωτικών
έργων στο περιβάλλον[23] και
της σύμβασης
για την
εκτίμηση των
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων σε
διασυνοριακό
πλαίσιο. Κεφάλαιο IV
Βέλτιστη
πρακτικη για
τον ελεγχο
μεγαλων κινδυνων Άρθρο 18
Πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων από
φορείς
εκμετάλλευσης 1.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
συντάσσουν
έγγραφο στο
οποίο
προσδιορίζουν
την πολιτική
τους για την
πρόληψη
μεγάλων ατυχημάτων
και
διασφαλίζουν
την υλοποίησή
της σε ολόκληρη
την οργάνωση
των υπεράκτιων
εκμεταλλεύσεών
τους, μεταξύ
άλλων, με την
υιοθέτηση ενδεδειγμένων
ρυθμίσεων
παρακολούθησης
για να
διασφαλίζουν
την
αποτελεσματικότητα
της πολιτικής. 2.
Το
έγγραφο που
αναφέρεται
στην
παράγραφο 1
υποβάλλεται
στις αρμόδιες
αρχές ως μέρος
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων σύμφωνα
με τα άρθρα 10 και
11 ή με την
κοινοποίηση
λειτουργιών
φρέατος
σύμφωνα με το άρθρο 13. 3.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
περιγράφουν
τις οργανωτικές
ρυθμίσεις τους
για την
αντιμετώπιση μεγάλων
κινδύνων στο
πλαίσιο
συστήματος
διαχείρισης
ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων
ρυθμίσεων για
τη σύνταξη και
υποβολή
εκθέσεων περί
μεγάλων
κινδύνων, και
κοινοποιήσεων
φρεάτων κατά
περίπτωση,
σύμφωνα με τα
άρθρα 10, 11 και 13,
καθώς και τους
οικείους
μηχανισμούς
επαλήθευσης
από ανεξάρτητο
τρίτο μέρος των
μέτρων αντιμετώπισης
μεγάλων
κινδύνων
σύμφωνα με το
άρθρο 15 και το
παράρτημα ΙΙ
μέρος 5. 4.
Η πολιτική
και τα
συστήματα διαχείρισης
ασφαλείας διαμορφώνονται
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις που
ορίζονται στο
παράρτημα IV και
αποσαφηνίζουν
την πρωταρχική
ευθύνη του φορέα
εκμετάλλευσης
για την
αντιμετώπιση
της
επικινδυνότητας
μεγάλων
κινδύνων που
είναι
αποτέλεσμα των
δραστηριοτήτων
του. 5.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης καθορίζουν,
και υποβάλλουν
τακτικά προς
γνωμοδότηση
στους αντιπροσώπους
των οικείων
κρατών μελών
σύμφωνα με το άρθρο
27, τις
προτεραιότητες
του κλάδου
όσον αφορά τη
σύνταξη ή/και
αναθεώρηση
προτύπων και
κατευθυντήριων
γραμμών για τις
βέλτιστες
πρακτικές αντιμετώπισης
των κινδύνων
μεγάλων
υπεράκτιων
ατυχημάτων καθόλη
τη διάρκεια της
μελέτης και του
κύκλου εκμετάλλευσης
των υπεράκτιων
εγκαταστάσεων,
και ακολουθούν
τουλάχιστον τις
γενικές
γραμμές κατά
το παράρτημα IV. 6.
Οι
κάτοχοι άδειας,
οι φορείς
εκμετάλλευσης
και οι βασικοί
ανάδοχοι που
έχουν την έδρα
τους στην
Ένωση επιδιώκουν
να εκτελούν
τις υπεράκτιες
εκμεταλλεύσεις
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
εκτός της
Ένωσης σύμφωνα
με τις αρχές
που προσδιορίζονται
στον παρόντα
κανονισμό. Άρθρο 19
Απαιτήσεις για
αρμόδιες αρχές 1.
Η αρμόδια
αρχή προβαίνει
στις
κατάλληλες διευθετήσεις
προκειμένου να
διασφαλίζει
την ανεξαρτησία
της από
συγκρούσεις
συμφερόντων μεταξύ,
αφενός, των
ρυθμίσεων για
την ασφάλεια
και την περιβαλλοντική
προστασία και,
αφετέρου, των
καθηκόντων που
σχετίζονται με
την οικονομική
ανάπτυξη των
κρατών μελών,
ιδίως όσον
αφορά την
αδειοδότηση
υπεράκτιων δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, και την
πολιτική για
τα σχετικά
έσοδα και την
είσπραξή τους. 2.
Η αρμόδια
αρχή
αποσαφηνίζει
την έκταση των αρμοδιοτήτων
και καθηκόντων
της, ώστε να μη
εκχωρεί στον
εαυτό της πρωταρχική
ευθύνη για τον
έλεγχο της
επικινδυνότητας
μεγάλων κινδύνων,
σύμφωνα με το
άρθρο 18
παράγραφος 3. 3.
Η αρμόδια
αρχή χαράσσει
πολιτική για την
ενδελεχή
αξιολόγηση των
εκθέσεων περί
μεγάλων
κινδύνων και
των
κοινοποιήσεων
σύμφωνα με τα
άρθρα 10, 11, 13 και 14, την
επιθεώρηση, τη διερεύνηση
και την επιβολή
των σχετικών
με τους
μεγάλους
κινδύνους πτυχών
των υπεράκτιων
εκμεταλλεύσεων
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
που εκτελούνται
στην περιοχή
δικαιοδοσίας
της. 4.
Η αρμόδια
αρχή βασίζει
την οργάνωση
και τις επιχειρησιακές
διαδικασίες
της στις αρχές
που ορίζονται
στο παράρτημα ΙΙΙ. Άρθρο 20
Διασφάλιση της
συμμόρφωσης με
το ρυθμιστικό
πλαίσιο για
την πρόληψη
μεγάλων ατυχημάτων 1.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
συμμορφώνονται
με τον παρόντα
κανονισμό και
με τα μέτρα που καθορίζονται
στην έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων για
παραγωγικές
και μη
παραγωγικές
εγκαταστάσεις
και στα σχέδια
που
αναφέρονται
στην κοινοποίηση
φρέατος και
στην
κοινοποίηση
συνδυασμένων
λειτουργιών
σύμφωνα με τα
άρθρα 10, 11, 13 και 14. 2.
Όταν η μη
συμμόρφωση με
τις διατάξεις
της παραγράφου
1 του παρόντος
άρθρου συνεπάγεται
άμεσο κίνδυνο
για την
ανθρώπινη
υγεία και
απειλεί να
επιφέρει άμεση
σημαντική
αρνητική
επίπτωση στην
ασφάλεια ή/και
στο
περιβάλλον, η
λειτουργία της
εγκατάστασης ή
η λειτουργία
του σχετικού
μέρους της
αναστέλλεται
από τον φορέα
εκμετάλλευσης
μέχρις ότου
αποκατασταθεί
η συμμόρφωση. 3.
Όταν
λαμβάνονται τα
μέτρα που αναφέρονται
στην παράγραφο
2 του παρόντος
άρθρου, ο
φορέας εκμετάλλευσης
ενημερώνει
σχετικά την
αρμόδια αρχή
χωρίς
καθυστέρηση. 4.
Η αρμόδια αρχή
καταρτίζει
ετήσια σχέδια
για την
αποτελεσματική
εποπτεία, συμπεριλαμβανομένων
επιθεωρήσεων,
των
δραστηριοτήτων
που ενέχουν
μεγάλους
κινδύνους, με
βάση την
επικινδυνότητα
και λαμβάνοντας
ιδιαιτέρως
υπόψη, και
επαληθεύοντας,
τη συμμόρφωση
με τα έγγραφα που
της
υποβάλλονται
σύμφωνα με το
άρθρο 9. Παρακολουθεί
την
αποτελεσματικότητά
της εποπτείας και
λαμβάνει τυχόν
αναγκαία μέτρα
για τη
βελτίωσή της. Άρθρο 21
Ανώνυμες
αναφορές που
εκφράζουν
ανησυχίες σχετικά
με την
ασφάλεια 1.
Οι
αρμόδιες αρχές
καθορίζουν διαδικασίες
που καθιστούν
δυνατή την
υποβολή
ανώνυμων
αναφορών για
ανησυχίες σχετικά
με την
ασφάλεια ή/και
το περιβάλλον από
υπεράκτιες εκμεταλλεύσεις
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. Οι αρμόδιες
αρχές καθορίζουν
επίσης
διαδικασίες
για τη
διερεύνηση των
αναφορών
αυτών,
τηρώντας την
ανωνυμία των
εμπλεκομένων. 2.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
κοινοποιούν
στους εργαζομένους
τους, καθώς και
στους
εργαζομένους
των οικείων
υπεργολάβων,
λεπτομέρειες
σχετικά με τις εθνικές
διευθετήσεις
που έχουν
θεσπιστεί με
βάση την
παράγραφο 1, και
διασφαλίζουν
ότι στις
σχετικές επαγγελματικές
καταρτίσεις
και
κοινοποιήσεις
περιλαμβάνεται
μνεία για τις
ανώνυμες
αναφορές. Κεφάλαιο V
Διαφάνεια και
ανταλλαγη
πληροφοριων Άρθρο 22
Ανταλλαγή
πληροφοριών 1.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
και οι αρμόδιες
αρχές
ανταλλάσσουν, τουλάχιστον,
τις
πληροφορίες
που
περιγράφονται
στο παράρτημα VI. 2.
Η
Επιτροπή καθορίζει
μέσω
εκτελεστικής
πράξης κοινή
μορφή αναφοράς
δεδομένων και
τις λεπτομέρειες
των προς
ανταλλαγή
πληροφοριών. Η
εν λόγω εκτελεστική
πράξη εκδίδεται
σύμφωνα με τη
συμβουλευτική
διαδικασία που
προβλέπεται
στο άρθρο 4 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 182/2001. 3.
Τα κράτη
μέλη τηρούν
επικαιροποιημένα
αρχεία των
πόρων για την
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών τους
οποίους
διαθέτουν στην
περιοχή
δικαιοδοσίας
τους τόσο οι
ιδιωτικές όσο
και οι
δημόσιες
οντότητες. Τα
αρχεία αυτά τίθενται
στη διάθεση
των λοιπών
κρατών μελών
και των
πιθανώς
επηρεαζόμενων
χωρών και της
Επιτροπής. Άρθρο 23
Διαφάνεια 1.
Οι
πληροφορίες
σύμφωνα με το
παράρτημα VI
δημοσιοποιούνται
χωρίς να απαιτείται
σχετικό αίτημα
σύμφωνα με τις
εφαρμοστέες
διατάξεις της ενωσιακής
νομοθεσίας
σχετικά με την
πρόσβαση σε
περιβαλλοντικές
πληροφορίες. 2.
Η
Επιτροπή
καθορίζει
επίσης, μέσω
εκτελεστικού
μέτρου, κοινή
μορφή
δημοσίευσης η
οποία
διευκολύνει τη
διασυνοριακή
σύγκριση των
δεδομένων. Η εν
λόγω
εκτελεστική πράξη
εκδίδεται
σύμφωνα με τη
συμβουλευτική
διαδικασία που
προβλέπεται
στο άρθρο 4 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 182/2011. Μολονότι
παραμένει
προσβάσιμη στο
ευρύ κοινό, η
κοινή μορφή
δημοσίευσης διαμορφώνεται
με σκοπό να
καθιστά δυνατή
την αξιόπιστη
σύγκριση των εθνικών
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
και
ρυθμιστικών
πρακτικών
σύμφωνα με το
παρόν άρθρο
και το άρθρο 24. 3.
Όταν
δημοσιεύουν τα
εθνικά σχέδια
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών
σύμφωνα με το
άρθρο 30, τα κράτη
μέλη διασφαλίζουν
ότι οι
γνωστοποιούμενες
πληροφορίες
δεν θέτουν σε
κίνδυνο την
ασφάλεια και
την προστασία
των υπεράκτιων
εγκαταστάσεων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και τη
λειτουργία
τους. Άρθρο 24
Υποβολή εκθέσεων
σχετικά με τις επιπτώσεις
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
στην ασφάλεια
και το
περιβάλλον 1.
Τα κράτη
μέλη
συντάσσουν
ετήσια έκθεση
σχετικά με: α) τον
αριθμό, την
παλαιότητα και
τη θέση των
εγκαταστάσεων
που βρίσκονται
στην περιοχή
δικαιοδοσίας
τους· β) τον
αριθμό και το
είδος των
επιθεωρήσεων
και
διερευνήσεων
που
διενεργήθηκαν,
τυχόν μέτρων
επιβολής και
διώξεων που
ασκήθηκαν· γ) δεδομένα
για συμβάντα
σύμφωνα με το
κοινό σύστημα
αναφορών που
απαιτείται κατά
το άρθρο 22· δ) τυχόν
σημαντική
αλλαγή του
ρυθμιστικού
πλαισίου για
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες· ε) τις
σχετικές με
την ασφάλεια
και το
περιβάλλον επιδόσεις
των υπεράκτιων
εκμεταλλεύσεων
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
στην περιοχή
δικαιοδοσίας
τους. 2.
Τα κράτη
μέλη ορίζουν
αρχή αρμόδια
για την
ανταλλαγή
πληροφοριών
σύμφωνα με το
άρθρο 22 και τη
δημοσίευση
πληροφοριών
σύμφωνα με το άρθρο 23
και
ενημερώνουν
σχετικά την
Επιτροπή. 3.
Ανά
διετία, η
Επιτροπή
δημοσιεύει
εκθέσεις για
την ασφάλεια
των υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
σε όλη την
Ένωση με βάση
τις
πληροφορίες
που της
υποβάλλονται
από τα κράτη
μέλη και τον
Ευρωπαϊκό
Οργανισμό για
την Ασφάλεια
στη Θάλασσα. Η
Επιτροπή επικουρείται
στο έργο της
αυτό από τα
οικεία κράτη
μέλη σύμφωνα
με το άρθρο 26. Άρθρο 25
Διερεύνηση
μεγάλου
ατυχήματος 1.
Αμέσως έπειτα
από μεγάλο
ατύχημα, ο
φορέας
εκμετάλλευσης κοινοποιεί
στην αρμόδια
αρχή τις
σχετικές πληροφορίες,
συμπεριλαμβανομένων
των
περιστάσεων
του ατυχήματος
και των
συνεπειών του. 2.
Τα κράτη
μέλη διερευνούν
ενδελεχώς τα
μεγάλα
ατυχήματα που
προκαλούν
σημαντικές
ζημίες (σε
πρόσωπα και
στο
περιβάλλον) ή
μεγάλες
απώλειες
περιουσιακών
στοιχείων. Στην
έκθεση της
έρευνας
περιλαμβάνεται
αξιολόγηση της
αποτελεσματικότητας
της ρύθμισης της
οικείας
εγκατάστασης
από την
αρμόδια αρχή
πριν από το ατύχημα,
καθώς και
συστάσεις για
επαρκείς
αλλαγές στις
σχετικές
ρυθμιστικές
πρακτικές εάν
αυτό
απαιτείται. 3.
Σύνοψη
της έκθεσης
έρευνας, η
οποία
συντάσσεται σύμφωνα
με την
παράγραφο 2 του
παρόντος
άρθρου, κοινοποιείται
στην Επιτροπή
κατά το πέρας
της διερεύνησης
ή κατά το πέρας
των νομικών
διαδικασιών,
ανάλογα με το
ποια από τις δύο
ημερομηνίες
είναι
μεταγενέστερη.
Ειδική έκδοση
της έκθεσης, λαμβανομένων
υπόψη πιθανών
νομικών
περιορισμών,
δημοσιεύεται για
του σκοπούς
των άρθρων 22 και
23. 4.
Έπειτα
από τις
έρευνές της
σύμφωνα με την
παράγραφο 2, η
αρμόδια αρχή εφαρμόζει
τυχόν
συστάσεις από
τη διερεύνηση
που εμπίπτουν
στο πεδίο της
εξουσιοδότησής
της. Άρθρο 26
Εμπιστευτικότητα
1.
Οι
αρμόδιες αρχές
κοινοποιούν
τις
πληροφορίες που
λαμβάνουν
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό σε οποιοδήποτε
φυσικό ή
νομικό πρόσωπο
κατόπιν
αιτήματός του. 2.
Είναι
δυνατόν να απορριφθούν
αιτήματα για
την παροχή
πληροφοριών
που λαμβάνει η
αρμόδια αρχή
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό όταν
πληρούνται οι
προϋποθέσεις
του άρθρου 4
παράγραφος 2
της οδηγίας
2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[24]. 3.
Σύμφωνα
με την
παράγραφο 2, ή με
σκοπό τη
συμμετοχή του
κοινού σύμφωνα
με το άρθρο 5, ο
φορέας εκμετάλλευσης
χορηγεί στην
αρμόδια αρχή
και δημοσιοποιεί
έκδοση του
σχετικού
εγγράφου από το
οποίο έχουν
διαγραφεί οι
εμπιστευτικές
πληροφορίες. Κεφάλαιο IV
Συντονισμός
και συνεργασια Άρθρο 27
Συνεργασία των
κρατών μελών 1.
Οι
αρμόδιες αρχές
ανταλλάσουν
τακτικά
γνώσεις, πληροφορίες
και πείρα και
διεξάγουν
διαβουλεύσεις
σχετικά με την
εφαρμογή του
σχετικού
εθνικού και ενωσιακού
νομικού
πλαισίου με
τον κλάδο,
άλλους ενδιαφερόμενους
και την
Επιτροπή. 2.
Οι
ανταλλασσόμενες
πληροφορίες
σύμφωνα με την
παράγραφο 1
αφορούν κατά
κύριο λόγο τη λειτουργικότητα
των μέτρων για
την εκτίμηση επικινδυνότητας,
την πρόληψη
ατυχημάτων,
την επαλήθευση
της
συμμόρφωσης
και την
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών που
σχετίζονται με
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
εντός της Ένωσης,
καθώς και
πέραν των
ορίων της, κατά
περίπτωση. 3.
Καθορίζονται
σαφείς προτεραιότητες
και
διαδικασίες
για τη σύνταξη
και την επικαιροποίηση
κατευθυντήριων
εγγράφων με
σκοπό να
προσδιορίζεται
και να διευκολύνεται
η εφαρμογή των
βέλτιστων
πρακτικών στα
πεδία που
αναφέρονται
στην παράγραφο
2. 4.
Κράτος
μέλος μπορεί
να ζητά τη
γνώμη άλλων
κρατών μελών
που
συμμετέχουν
στην ανταλλαγή
πληροφοριών
σύμφωνα με την
παράγραφο 1
όσον αφορά κάθε
απόφαση άλλου
κράτους μέλους
η οποία
επιφέρει πιθανές
αρνητικές
διασυνοριακές
επιπτώσεις. Άρθρο 28
Συντονισμένη
προσέγγιση
όσον αφορά την
ασφάλεια σε
γειτονικές
περιοχές και
διεθνείς
δραστηριότητες 1.
Η
Επιτροπή, σε
στενή
συνεργασία με
τα κράτη μέλη, προάγει
τη συνεργασία
με τρίτες
χώρες που
εκτελούν
υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
στις ίδιες
θαλάσσιες
περιοχές με
κράτη μέλη
συμπεριλαμβανομένης,
κατά περίπτωση,
της
συνεργασίας
στο πλαίσιο
περιφερειακών συμβάσεων
για τη θάλασσα. 2.
Η
Επιτροπή
αξιολογεί την
ασφάλεια των
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε ύδατα
τρίτων χωρών
που γειτνιάζουν
με ύδατα
κρατών μελών
και υποστηρίζει
συντονισμένη
προσέγγιση για
την αμοιβαία
ανταλλαγή πείρας
και την
προώθηση προληπτικών
μέτρων και
περιφερειακών
σχεδίων αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών. 3.
Η
Επιτροπή
προωθεί υψηλά
πρότυπα
ασφαλείας για
τις υπεράκτιες
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
σε διεθνές επίπεδο
στα κατάλληλα
διεθνή και
περιφερειακά
φόρουμ, συμπεριλαμβανομένων
εκείνων που αφορούν
τα ύδατα της
Αρκτικής. Κεφάλαιο VII
Ετοιμότητα και
αντιμετωπιση
εκτακτησ
αναγκης Άρθρο 29
Απαιτήσεις για
τα εσωτερικά
σχέδια
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών 1.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης καταρτίζει
εσωτερικά
σχέδια
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών τα
οποία: α) να
ενεργοποιούνται
για να
περιορίζεται αρχόμενο
μεγάλο ατύχημα
εντός εγκατάστασης
ή εντός της
ζώνης
αποκλεισμού
την οποία έχει καθορίσει
το κράτος
μέλος γύρω από
την περίμετρο
της
εγκατάστασης ή
την κεφαλή του
φρέατος στον
θαλάσσιο
πυθμένα· β) να εφαρμόζονται
εναρμονισμένα
με το
εξωτερικό
σχέδιο έκτακτων
αναγκών όταν
το ατύχημα έχει
κλιμακωθεί
πέραν των
ορίων της
εγκατάστασης. 2.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης διατηρεί
ανά πάσα
στιγμή
διαθέσιμα τον
εξοπλισμό και την
εμπειρογνωμοσύνη
που
σχετίζονται με
το σχέδιο και
τα αξιοποιεί
από κοινού,
ανάλογα με τις
ανάγκες, με το
κράτος μέλος
κατά την εκτέλεση
του οικείου εξωτερικού
σχεδίου αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών. 3.
Το
εσωτερικό
σχέδιο έκτακτων
αναγκών καταρτίζεται
σύμφωνα με τις
διατάξεις του
παραρτήματος V
και
επικαιροποιείται
ανάλογα με τυχόν
αλλαγή στην
εκτίμηση της
επικινδυνότητας
μεγάλων κινδύνων
του προγράμματος
γεωτρήσεων ή στην
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων, κατά
περίπτωση. Κάθε
τέτοια
επικαιροποίηση
κοινοποιείται
στην αρχή που
είναι αρμόδια να
καταρτίζει τα
εξωτερικά σχέδια
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών για
την οικεία
περιοχή. 4.
Το
εσωτερικό σχέδιο
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών εναρμονίζεται
με άλλες
διατάξεις
σχετικές με
την προστασία
και τη διάσωση
προσωπικού από
την πληγείσα
εγκατάσταση
έτσι ώστε να
διασφαλίζονται
επαρκείς
προοπτικές
επιβίωσης. 5.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης
δοκιμάζει
περιοδικά την
αποτελεσματικότητα
των εσωτερικών
σχεδίων
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών. Άρθρο 30
Εξωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών και
ετοιμότητα για
έκτακτες
ανάγκες 1.
Τα κράτη
μέλη καταρτίζουν
εξωτερικά
σχέδια έκτακτων
αναγκών που
καλύπτουν όλες
τις υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου
και τις
δυνητικά
επηρεαζόμενες
περιοχές εντός
του τομέα
αρμοδιότητάς
τους. 2.
Τα
εξωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών καταρτίζονται
σε συνεργασία
με τους σχετικούς
φορείς εκμετάλλευσης
και, κατά
περίπτωση, κατόχους
αδειών και εναρμονίζονται
με τα
εσωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών των
εγκαταστάσεων
οι οποίες
βρίσκονται ή
προγραμματίζεται
να δημιουργηθούν
στη
συγκεκριμένη
περιοχή.
Λαμβάνεται
υπόψη κάθε
επικαιροποίηση
των εσωτερικών
σχεδίων που
κοινοποιείται από
φορέα
εκμετάλλευσης. 3.
Τα
εξωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών καταρτίζονται
σύμφωνα με τις
διατάξεις των
παραρτημάτων Ι
και V, κοινοποιούνται
στην Επιτροπή
και
δημοσιοποιούνται,
κατά
περίπτωση. 4.
Τα κράτη
μέλη λαμβάνουν
όλα τα
κατάλληλα
μέτρα προκειμένου
να επιτύχουν
υψηλό επίπεδο
συμβατότητας
και
διαλειτουργικότητας
του εξοπλισμού
αντιμετώπισης
και της εμπειρογνωμοσύνης
μεταξύ όλων
των κρατών
μελών μιας
γεωγραφική
περιοχή και
πέραν αυτής,
κατά περίπτωση.
Τα κράτη μέλη
ενθαρρύνουν
τον κλάδο
προκειμένου να
αναπτύξει
συμβατά μέσα παρέμβασης,
κατά το πνεύμα
της παρούσας
παραγράφου. 5.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
συνεργάζονται
με τα κράτη
μέλη για την
υλοποίηση των
διατάξεων της
παραγράφου 4
του παρόντος
άρθρου. 6.
Τα κράτη
μέλη τηρούν
επικαιροποιημένα
αρχεία των
πόρων για την
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών τους
οποίους
διαθέτουν στην
επικράτεια ή
στην περιοχή
δικαιοδοσίας
τους τόσο οι
ιδιωτικές όσο
και οι
δημόσιες
οντότητες. Τα
αρχεία αυτά
τίθενται στη
διάθεση των
λοιπών κρατών
μελών και, σε
αμοιβαία βάση,
σε γειτονικές
τρίτες χώρες
και στην
Επιτροπή. 7.
Τα κράτη
μέλη και οι
φορείς
εκμετάλλευσης
δοκιμάζουν
τακτικά την
ετοιμότητά
τους για την
αποτελεσματική
αντιμετώπιση υπεράκτιων
ατυχημάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου.
Άρθρο 31
Αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών 1.
Ο φορέας
εκμετάλλευσης
ενημερώνει
αμελλητί τις οικείες
αρχές για
μεγάλο ατύχημα
ή για
κατάσταση η
οποία ενέχει
άμεση
επικινδυνότητα
μεγάλου
ατυχήματος.
Όταν
απαιτείται, οι
οικείες αρχές
βοηθούν τον
εμπλεκόμενο φορέα
εκμετάλλευσης
προκειμένου να
αποτραπεί η
κλιμάκωση της
επικινδυνότητας
ή του
ατυχήματος. 2.
Σε
περίπτωση
ατυχήματος, οι
οικείες αρχές,
σε συνεργασία
με τους
εμπλεκόμενους
φορείς
εκμετάλλευσης,
λαμβάνουν όλα
τα αναγκαία
μέτρα για την
αποτροπή της
κλιμάκωσης του
ατυχήματος και
τον μετριασμό
των συνεπειών
του. 3.
Σε
περίπτωση
μεγάλου
ατυχήματος που
υπερβαίνει τις
εθνικές
δυνατότητες
αντιμετώπισης,
το πληττόμενο
κράτος μέλος δύναται
να ζητήσει
πρόσθετη
βοήθεια από
κράτη μέλη και
από τον
Ευρωπαϊκό
Οργανισμό για
την Ασφάλεια
στη Θάλασσα
μέσω του
Μηχανισμού
Πολιτικής
Προστασίας της
ΕΕ που έχει δημιουργηθεί
δυνάμει της
οδηγίας 2007/779/ΕΚ
του
Συμβουλίου. 4.
Κατά την
εξέλιξη της
αντιμετώπισης
της έκτακτων
αναγκών, το
κράτος μέλος
συλλέγει τις
πληροφορίες
που απαιτούνται
για την πλήρη
ανάλυση του
ατυχήματος. Άρθρο 32
Διασυνοριακή
ετοιμότητα για
έκτακτες
ανάγκες και
αντιμετώπισή
τους 1.
Όταν
είναι
προβλέψιμες οι
διασυνοριακές
επιπτώσεις ατυχημάτων
σε υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
τα κράτη μέλη
κοινοποιούν τις
σχετικές
πληροφορίες
στην Επιτροπή
και στα πιθανώς
επηρεαζόμενα
κράτη μέλη ή
τρίτες χώρες, σε
αμοιβαία βάση,
και λαμβάνουν
υπόψη τις
διαπιστωθείσες
επικινδυνότητες
κατά την κατάρτιση
του εξωτερικού
σχεδίου έκτακτων
αναγκών. Τα εν
λόγω κράτη
μέλη
συντονίζουν τα
οικεία σχέδια έκτακτων
αναγκών
προκειμένου να
διευκολύνουν
την από κοινού
αντιμετώπιση
ατυχήματος. 2.
Τα κράτη
μέλη
συντονίζουν
μέτρα σχετικά
με περιοχές
πέραν των
ορίων της
Ένωσης
προκειμένου να
αποτρέπουν
πιθανές αρνητικές
επιπτώσεις από
υπεράκτιες εκμεταλλεύσεις
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου. 3.
Τα κράτη
μέλη
δοκιμάζουν
τακτικά την
ετοιμότητά τους
για την
αποτελεσματική
αντιμετώπιση
ατυχημάτων σε
συνεργασία με
πιθανώς επηρεαζόμενα
κράτη μέλη,
σχετικούς οργανισμούς
της ΕΕ ή τρίτων χωρών.
Η Επιτροπή δύναται
να συμβάλλει
στη διενέργεια
ασκήσεων που
αποσκοπούν στη
δοκιμή
διασυνοριακών
και ενωσιακών
μηχανισμών
αντιμετώπισης.
4.
Σε περίπτωση μεγάλου
ατυχήματος, ή
όταν υφίσταται
άμεση απειλή
για τέτοιο
ατύχημα, το οποίο
επιφέρει ή ενδέχεται
να επιφέρει
διασυνοριακές
επιπτώσεις, το
κράτος μέλος στην
περιοχή
δικαιοδοσίας του
οποίου
ενεργοποιείται
το σχέδιο έκτακτων
αναγκών
ενημερώνει
αμελλητί την
Επιτροπή και
τα κράτη μέλη
που ενδέχεται
να επηρεαστούν
από την
έκτακτη ανάγκη. Κεφάλαιο VIII
Τελικές
διαταξεις Άρθρο 33
Κυρώσεις Τα κράτη
μέλη θεσπίζουν
κυρώσεις που
επιβάλλονται
σε περίπτωση
παράβασης του
παρόντος
κανονισμού από
τον κλάδο και
λαμβάνουν όλα
τα αναγκαία μέτρα
για να
εξασφαλίζουν
την επιβολή
τους. Οι προβλεπόμενες
κυρώσεις
πρέπει να
είναι
ουσιαστικές,
αναλογικές και
αποτρεπτικές. Άρθρο 34
Εξουσιοδοτήσεις
της Επιτροπής 1.
Η
Επιτροπή
εξουσιοδοτείται
να εκδίδει κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις
σύμφωνα με το
άρθρο 35 του
παρόντος
κανονισμού για
την προσαρμογή
των απαιτήσεων
με τις
τελευταίες
συναφείς
τεχνολογικές
εξελίξεις και
τις
διαδικασίες
των
παραρτημάτων I-VI. 2.
Η
Επιτροπή
μπορεί επίσης
να εκδίδει κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις
σύμφωνα με το
άρθρο 35 του
παρόντος κανονισμού
για τη
διασφάλιση της
ακριβούς
εφαρμογής των
απαιτήσεων του
κανονισμού
όσον αφορά: α) τα
στοιχεία που πρέπει
να υποβάλλονται
στο πλαίσιο
κοινοποίησης
μελέτης ή
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων, τα
οποία
εξειδικεύονται
στο
παράρτημα ΙΙ σημεία
1, 2, 3, 6· β) την
κοινοποίηση
φρέατος /
συνδυασμένων
λειτουργιών, που
εξειδικεύεται
στο
παράρτημα ΙΙ σημεία
4 και 7· γ) τις
απαιτήσεις που
αφορούν την
επαλήθευση από
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος, που
εξειδικεύονται
στο
παράρτημα ΙΙ σημείο
5· δ) τις
απαιτήσεις για
τη λειτουργίας
και οργάνωση
των αρμόδιων
αρχών, οι
οποίες εξειδικεύονται
στο
παράρτημα ΙΙΙ
και ε) τις
απαιτήσεις που
σχετίζονται με
την πρόληψη μεγάλων
κινδύνων από
τους φορείς
εκμετάλλευσης,
οι οποίες
εξειδικεύονται
στο
παράρτημα IV. Άρθρο 35
Άσκηση της
εξουσιοδότησης 1.
Η εξουσία
έκδοσης κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων ανατίθεται
στην Επιτροπή
σύμφωνα με τις
προϋποθέσεις που
καθορίζονται
στο παρόν
άρθρο. 2.
Η
εξουσιοδότηση
που αναφέρεται
στο άρθρο 34 εκχωρείται
στην Επιτροπή επ’
αόριστον από
την ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος κανονισμού. 3.
Η
εξουσιοδότηση
που αναφέρεται
στο άρθρο 34
μπορεί να
ανακληθεί ανά
πάσα στιγμή
από το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο ή
το Συμβούλιο. Η
απόφαση
ανάκλησης
περατώνει την
εξουσιοδότηση
που προσδιορίζεται
στην εν λόγω
απόφαση. Αρχίζει
να ισχύει την
επόμενη της
δημοσίευσης
της απόφασης
στην Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης ή σε
μεταγενέστερη
ημερομηνία που
ορίζεται σε αυτήν.
Δεν θίγει την
εγκυρότητα
οποιωνδήποτε
κατ’
εξουσιοδότηση πράξεων
που ισχύουν
ήδη. 4.
Μόλις
εκδώσει κατ’
εξουσιοδότηση
πράξη, η
Επιτροπή την
κοινοποιεί ταυτοχρόνως
στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο
Συμβούλιο. 5.
Κατ’
εξουσιοδότηση
πράξη που
εκδίδεται
σύμφωνα με το
άρθρο 34 τίθεται
σε ισχύ μόνο,
εφόσον δεν
διατυπωθούν
αντιρρήσεις
είτε από το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
είτε από το
Συμβούλιο,
εντός προθεσμίας
δύο μηνών από
την
κοινοποίηση της
εν λόγω πράξης
στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και στο Συμβούλιο
ή εάν, πριν από
τη λήξη της
προθεσμίας
αυτής, το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο
ενημερώσουν
αμφότερα την
Επιτροπή ότι
δεν πρόκειται
να προβάλουν
αντιρρήσεις. Η εν λόγω
προθεσμία
παρατείνεται
κατά 2 μήνες με
πρωτοβουλία
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου ή
του
Συμβουλίου. Άρθρο 36
Διαδικασία
επιτροπής 1.
Η
Επιτροπή
επικουρείται
από επιτροπή. Η
εν λόγω επιτροπή
είναι επιτροπή
κατά την
έννοια του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 182/2011. 2.
Οσάκις
γίνεται
αναφορά στην
παρούσα
παράγραφο,
εφαρμόζεται το
άρθρο 5 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 182/2011. Άρθρο 37
Τροποποίηση
της οδηγίας
2004/35/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου της
21ης Απριλίου 2004
σχετικά με την
περιβαλλοντική
ευθύνη όσον
αφορά την πρόληψη
και την
αποκατάσταση
περιβαλλοντικής
ζημίας [25] 1.
Το άρθρο 2
παράγραφος 1
στοιχείο β) της
οδηγίας αυτής αντικαθίσταται
από το
ακόλουθο
κείμενο: «β) Ζημία
των υδάτων,
ήτοι οιαδήποτε
ζημία επηρεάζει
δυσμενώς σε
σημαντικό
βαθμό (i) την
οικολογική,
χημική ή/και
ποσοτική
κατάσταση,
ή/και το
οικολογικό
δυναμικό, όπως
ορίζει η
οδηγία 2000/60/ΕΚ, των
συγκεκριμένων
υδάτων,
εξαιρουμένων
των δυσμενών
επιπτώσεων
στις οποίες
εφαρμόζεται το
άρθρο 4,
παράγραφος 7
της εν λόγω
οδηγίας, ή (ii) την
περιβαλλοντική
κατάσταση των
συγκεκριμένων
θαλάσσιων
υδάτων, όπως
ορίζει η οδηγία
2008/56/ΕΚ, στο βαθμό
που
συγκεκριμένες
πτυχές της
περιβαλλοντικής
κατάστασης δεν
καλύπτονται ήδη
από την
οδηγία 2000/60/ΕΚ.» 2.
Τα κράτη
μέλη θέτουν σε
ισχύ τις
αναγκαίες
νομοθετικές,
κανονιστικές
και διοικητικές
διατάξεις για
να
συμμορφωθούν
με την ανωτέρω
παράγραφο
εντός ενός
έτους από την
έναρξη ισχύος
του παρόντος
κανονισμού.
Ενημερώνουν
αμέσως την Επιτροπή
σχετικά. Άρθρο 38
Μεταβατικές
διατάξεις Οι
φορείς
εκμετάλλευσης
εγκαταστάσεων
συμμορφώνονται
πλήρως με τον
παρόντα
κανονισμό
εντός δύο ετών
από την έναρξη
ισχύος του, με
τις ακόλουθες εξαιρέσεις:
α) Οι
φορείς
εκμετάλλευσης
μη παραγωγικών
εγκαταστάσεων
για τις οποίες
έχει συναφθεί
σχετική
σύμβαση αλλά
οι οποίες δεν
έχουν δημιουργηθεί
ακόμη στη θέση
τους
συμμορφώνονται
πλήρως με τον
παρόντα κανονισμό
εντός ενός έτους
από την έναρξη
ισχύος του ή νωρίτερα
κατόπιν
συμφωνίας με
την αρμόδια
αρχή. β) Οι
φορείς
εκμετάλλευσης
προγραμματισμένων
εγκαταστάσεων
συμμορφώνονται
πλήρως με τον
παρόντα
κανονισμό, εκτός
εάν υπάρξει
διαφορετική
συμφωνία με
την αρμόδια
αρχή και, σε
κάθε περίπτωση
το αργότερο
εντός ενός
έτους από την
έναρξη ισχύος
του. γ) Οι
φορείς
εκμετάλλευσης
συμμορφώνονται
πλήρως με τον
παρόντα
κανονισμό
εντός τριών
μηνών από την
έναρξη ισχύος
του ή νωρίτερα
κατόπιν
συμφωνίας με
την αρμόδια
αρχή. Άρθρο 39
Έναρξη ισχύος 1.
Ο παρών
κανονισμός
αρχίζει να
ισχύει την
επόμενη ημέρα
από τη
δημοσίευσή του
στην Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. 2.
Ο παρών
κανονισμός
είναι
δεσμευτικός ως
προς όλα τα
μέρη του και
ισχύει άμεσα
σε κάθε κράτος
μέλος. Βρυξέλλες,
[..] Για το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο Για
το Συμβούλιο Ο
Πρόεδρος Ο
Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
I
Συμμετοχή του
κοινού σε
σχέση με τις
άδειες βάσει
της οδηγίας
94/22/ΕΚ 1.
Τα κράτη
μέλη μεριμνούν
ώστε: α) να
ενημερώνεται το
κοινό, με δημόσιες
ανακοινώσεις ή
άλλα πρόσφορα
μέσα, όπως τα
ηλεκτρονικά μέσα
όπου αυτά
είναι
διαθέσιμα,
σχετικά με την
υποβολή
αιτήσεων
αδειοδότησης
σε κράτη μέλη και
να διατίθενται
στο κοινό οι
σχετικές
πληροφορίες που
αφορούν τις εν
λόγω προτάσεις,
συμπεριλαμβανομένων,
μεταξύ άλλων,
πληροφοριών
σχετικά με το
δικαίωμα
συμμετοχής του
κοινού και με τον
φορέα στον
οποίο μπορεί
το κοινό να
υποβάλλει
παρατηρήσεις ή
ερωτήσεις· β) το
κοινό να έχει
το δικαίωμα να
διατυπώνει
παρατηρήσεις
και γνώμες
όταν όλες οι
επιλογές είναι
ακόμη δυνατές,
πριν από τη
λήψη των
αποφάσεων επί
των αιτήσεων
αδειοδότησης· γ) κατά
τη λήψη των
αποφάσεων, να
λαμβάνονται
δεόντως υπόψη
τα
αποτελέσματα
της συμμετοχής
του κοινού· δ) αφού
εξετάσει τις
παρατηρήσεις
και γνώμες του
κοινού, το κράτος
μέλος να
καταβάλλει
εύλογες
προσπάθειες για
να ενημερώσει
το κοινό
σχετικά με τις
αποφάσεις που
ελήφθησαν και
τους λόγους
και εκτιμήσεις
επί των οποίων
βασίζονται οι
εν λόγω
αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένης
της
πληροφόρησης
όσον αφορά τη
διαδικασία συμμετοχής
του κοινού. 2.
Παρέχονται
εύλογα
χρονοδιαγράμματα
που προβλέπουν
επαρκή χρόνο
για καθένα από
τα διάφορα
στάδια
συμμετοχής του
κοινού. Το
κράτος μέλος καθορίζει
το κοινό που
δικαιούται να
συμμετέχει για
τους σκοπούς
της παραγράφου
1,
συμπεριλαμβανομένων
των μη
κυβερνητικών
οργανώσεων οι
οποίες ανταποκρίνονται
στις
απαιτήσεις που
επιβάλλονται βάσει
της εθνικής
νομοθεσίας,
όπως είναι οι
οργανώσεις που
προάγουν την
προστασία του
περιβάλλοντος
ή την ασφάλεια στην
ανοικτή
θάλασσα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
II
Απαιτήσεις περί
εγγράφων
σχετικών με τη
διαδικασία
συναίνεσης
1.
Πληροφορίες
που
υποβαλλονται
με την κοινοποιηση
μελετησ για
παραγωγικη
εγκατασταση
Η
κοινοποίηση
μελέτης για
παραγωγική
εγκατάσταση
βάσει του
άρθρου 9
περιλαμβάνει
τουλάχιστον τις
κατωτέρω
πληροφορίες: (1) το
όνομα και τη
διεύθυνση του
φορέα
εκμετάλλευσης της
εγκατάστασης· (2) περιγραφή
της μεθόδου
μελέτης που
εφαρμόστηκε, των
σχετικών
προτύπων που
χρησιμοποιήθηκαν
και των
μελετητικών
επιλογών που
προέκυψαν με
την εν λόγω μέθοδο· (3) περιγραφή
της μελετητικής
ιδέας όσον
αφορά τα
σενάρια
μεγάλων
κινδύνων από
τη
συγκεκριμένη
εγκατάσταση
και την
τοποθεσία της,
καθώς και τα
βασικά
χαρακτηριστικά
για τον έλεγχο
της
επικινδυνότητας· (4) στοιχεία
που
καταδεικνύουν
ότι η μελετητική
ιδέα μειώνει
την
επικινδυνότητα
μεγάλων
κινδύνων σε
αποδεκτό
επίπεδο· (5) περιγραφή
της
εγκατάστασης
και των
συνθηκών που επικρατούν
στην προβλεπόμενη
τοποθεσία· (6) περιγραφή
των ειδών των
προς εκτέλεση
λειτουργιών
που
συνεπάγονται
μεγάλους
κινδύνους· (7) γενική
περιγραφή του
συστήματος διαχείρισης
ασφαλείας με
το οποίο θα
διατηρείται η
αποτελεσματικότητα
των
προβλεπόμενων
μέτρων ελέγχου
της
επικινδυνότητας
μεγάλων κινδύνων,
συμπεριλαμβανομένου
του μηχανισμού
ανεξάρτητης επαλήθευσης
που θα
επιλεγεί.
2.
Πληροφορίες
που πρεπει να παρέχονται
με την εκθεση περί
μεγαλων
κινδυνων από
την
εκμετάλλευση
παραγωγικησ
εγκαταστασησ
Η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων από
παραγωγική
εγκατάσταση
βάσει του
άρθρου 10
περιλαμβάνει
τουλάχιστον
τις κατωτέρω
πληροφορίες: (1) περιγραφή
του τρόπου με
τον οποίο λήφθηκε
υπόψη η
απάντηση της
αρμόδιας αρχής
στην κοινοποιηθείσα
μελέτη· (2) σύνοψη
τυχόν συμμετοχής
των
εργαζομένων
στη σύνταξη
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων· (3) περιγραφή
της
εγκατάστασης
και της
συνδεδεμένης υποδομής
και
οποιωνδήποτε
άλλων
κατασκευών, συμπεριλαμβανομένων
των φρεάτων
που σχετίζονται
με αυτήν· (4) αποδεικτικά
στοιχεία ότι
έχουν
προσδιοριστεί
όλοι οι
μεγάλοι κίνδυνοι,
ότι έχουν
εκτιμηθεί η
πιθανότητα να
συμβούν και οι
συνέπειές τους
και ότι τα
μέτρα ελέγχου
τους είναι
κατάλληλα για
τη μείωση σε αποδεκτό
επίπεδο της
επικινδυνότητας
να επέλθει
συμβάν που
συνεπάγεται
μεγάλους
κινδύνους για
πρόσωπα και
για το
περιβάλλον· (5) λεπτομέρειες
σχετικά με τα
είδη των προς
εκτέλεση λειτουργιών
που ενέχουν
μεγάλους
κινδύνους,
καθώς και τον
μέγιστο αριθμό
προσώπων που
μπορούν να
βρίσκονται
στην
εγκατάσταση οποιαδήποτε
στιγμή· (6) λεπτομέρειες
σχετικά με τη
μονάδα και τις
ρυθμίσεις για
τη διασφάλιση
του ελέγχου
φρεάτων, της
ασφάλειας των
διαδικασιών,
του
περιορισμού
επικίνδυνων ουσιών,
της πρόληψης
πυρκαγιάς και έκρηξης,
της προστασίας
του εργατικού
δυναμικού από
επικίνδυνες
ουσίες, καθώς
και της
προστασίας του
περιβάλλοντος
από αρχόμενο μεγάλο
ατύχημα που ενέχει
μεγάλους
κινδύνους (σε εναρμόνιση
με το
εσωτερικό
σχέδιο έκτακτων
αναγκών βάσει
του
παραρτήματος V)· (7) λεπτομέρειες
σχετικά με τις ρυθμίσεις
για την
προστασία
προσώπων από
μεγάλους
κινδύνους πάνω
στην πλατφόρμα
και για τη
διασφάλιση της
ασφαλούς
εκκένωσης και διάσωσής
τους και
σχετικά με τη
συντήρηση των
συστημάτων ελέγχου
για την
πρόληψη ζημιών
στην εγκατάσταση
και στο
περιβάλλον σε
περίπτωση που,
λόγω
εκκένωσης,
έχει
αποχωρήσει όλο
το προσωπικό· (8) σχετικοί
κώδικες,
πρότυπα και
κατευθυντήριες
γραμμές που
χρησιμοποιούνται
κατά την
κατασκευή και
θέση σε
λειτουργία της
εγκατάστασης· (9) πληροφορίες
σχετικά με το
σύστημα
διαχείρισης
ασφαλείας για
λειτουργίες,
συντήρηση,
τροποποίηση
και
μηχανισμούς επαλήθευσης,
συμπεριλαμβανομένων
των βασικών επιχειρησιακών
περιορισμών
της
εγκατάστασης
που θα
ελέγχεται από
το σύστημα
διαχείρισης· (10) πληροφορίες
σχετικά με το
μηχανισμό
επαλήθευσης
βάσει της
ενότητας 5 σημείο
2 του παρόντος
παραρτήματος· (11) τυχόν
άλλες συναφείς
λεπτομέρειες,
λόγου χάρη
όταν δύο ή
περισσότερες
εγκαταστάσεις
λειτουργούν σε
συνδυασμό με
τρόπο που
επηρεάζει την
πιθανότητα μεγάλων
κινδύνων σε οποιαδήποτε
από τις
εγκαταστάσεις
ή σε όλες· (12) τις
πληροφορίες οι
οποίες
σχετίζονται με
τις απαιτήσεις
βάσει του
παρόντος
κανονισμού και
λαμβάνονται
σύμφωνα με
άλλη εφαρμοστέα
κοινοτική
νομοθεσία,
ιδίως με τις
οδηγίες 92/91/ΕΚ
και 85/337/ΕΟΚ· (13) περιγραφή
των πτυχών του
περιβάλλοντος
που ενδέχεται
να επηρεαστούν
σημαντικά,
εκτίμηση των
δυνητικών επιδράσεων
στο περιβάλλον
που προσδιορίστηκαν,
ιδίως εκλύσεις
ρύπων στο
περιβάλλον,
καθώς και περιγραφή
των τεχνικών
και μη
τεχνικών
μέτρων που προβλέπονται
για την
πρόληψη, τη μείωση
ή την
αντιστάθμιση
τους,
συμπεριλαμβανομένης
της παρακολούθησης.
3.
Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται με
την έκθεση
περί μεγάλων
κινδύνων από
την
εκμετάλλευση
μη παραγωγικήσ
εγκατάστασης
Η έκθεση
περί μεγάλων
κινδύνων από
μη παραγωγική
εγκατάσταση
βάσει του
άρθρου 11
περιλαμβάνει τουλάχιστον
τις κατωτέρω
πληροφορίες: (1) το
όνομα και τη
διεύθυνση του
φορέα
εκμετάλλευσης
της
εγκατάστασης· (2) σύνοψη
τυχόν
συμμετοχής των
εργαζομένων
στη σύνταξη
της έκθεσης
περί μεγάλων
κινδύνων · (3) περιγραφή
της
εγκατάστασης
και, όταν
πρόκειται για κινητή
εγκατάσταση,
λεπτομέρειες
σχετικά με τα μέσα
μετακόμισής της
από μια
τοποθεσία σε
άλλη και του
συστήματος σταθεροποίησής
της· (4) λεπτομέρειες
σχετικά με τα
είδη των προς
εκτέλεση
λειτουργιών με
μεγάλους
κινδύνους τις
οποίες είναι
ικανή να
εκτελεί η
εγκατάσταση,
καθώς και τον
μέγιστο αριθμό
προσώπων που μπορούν
να βρίσκονται
στην
εγκατάσταση
οποιαδήποτε
στιγμή· (5) αποδεικτικά
στοιχεία ότι
έχουν
προσδιοριστεί
όλοι οι
μεγάλοι
κίνδυνοι, ότι
έχουν εκτιμηθεί
η πιθανότητα
να συμβούν και
οι συνέπειές
τους και ότι τα
μέτρα ελέγχου
τους είναι
κατάλληλα για
τη μείωση σε
αποδεκτό
επίπεδο της
επικινδυνότητας
να επέλθει
συμβάν που
συνεπάγεται
μεγάλους κινδύνους
για πρόσωπα
και για το
περιβάλλον· (6) λεπτομέρειες
σχετικά με τη
μονάδα και τις
ρυθμίσεις για
τη διασφάλιση
του ελέγχου
φρεάτων, της
ασφάλειας των
διαδικασιών,
του
περιορισμού
επικίνδυνων
ουσιών, της πρόληψης
πυρκαγιάς και
έκρηξης, της
προστασίας του
εργατικού
δυναμικού από
επικίνδυνες
ουσίες, καθώς
και της προστασίας
του
περιβάλλοντος
από αρχόμενο
μεγάλο ατύχημα
που ενέχει
μεγάλους
κινδύνους (σε
εναρμόνιση με
το εσωτερικό
σχέδιο έκτακτων
αναγκών βάσει
του
παραρτήματος V)· (7) λεπτομέρειες
σχετικά με τις
ρυθμίσεις για
την προστασία
προσώπων από
μεγάλους κινδύνους
πάνω στην
πλατφόρμα και
για τη
διασφάλιση της
ασφαλούς
εκκένωσης και
διάσωσής τους
και σχετικά με
τη συντήρηση
των συστημάτων
ελέγχου για
την πρόληψη
ζημιών στην
εγκατάσταση
και στο
περιβάλλον σε
περίπτωση που,
λόγω
εκκένωσης,
έχει αποχωρήσει
όλο το προσωπικό· (8) σχετικοί
κώδικες,
πρότυπα και
κατευθυντήριες
γραμμές που
χρησιμοποιούνται
κατά την
κατασκευή και
θέση σε
λειτουργία της
εγκατάστασης· (9) αποδεικτικά
στοιχεία ότι
έχουν
προσδιοριστεί
όλοι οι
μεγάλοι
κίνδυνοι για
όλες τις
δραστηριότητες
που είναι
ικανή να
εκτελεί η
εγκατάσταση
και ότι έχει
μειωθεί σε
αποδεκτό
επίπεδο η
επικινδυνότητα
να επέλθει
συμβάν που
συνεπάγεται
μεγάλους κινδύνους
για πρόσωπα
και για το
περιβάλλον· (10) λεπτομέρειες
σχετικά με
τους
περιβαλλοντικούς,
μετεωρολογικούς
και οφειλόμενους
στον θαλάσσιο
πυθμένα
περιορισμούς της
ασφάλειας των
λειτουργιών
και σχετικά με τις
ρυθμίσεις για
τον
προσδιορισμό
της επικινδυνότητας
λόγω κινδύνων οφειλόμενων
στον θαλάσσιο
πυθμένα και στη
θάλασσα, όπως
αγωγοί και αγκυροβόλια
γειτονικών
εγκαταστάσεων· (11) πληροφορίες
σχετικά με το
σύστημα
διαχείρισης ασφαλείας
για
λειτουργίες,
συντήρηση και
τροποποίηση· (12) πληροφορίες
σχετικά με το
μηχανισμό
επαλήθευσης βάσει
της ενότητας 5 σημείο
2 του παρόντος
παραρτήματος. (13) τυχόν
άλλες συναφείς
λεπτομέρειες,
λόγου χάρη
όταν δύο ή
περισσότερες
εγκαταστάσεις
λειτουργούν σε
συνδυασμό με
τρόπο που επηρεάζει
την πιθανότητα
μεγάλων
κινδύνων σε
οποιαδήποτε
από τις
εγκαταστάσεις
ή σε όλες· (14) περιγραφή
των πτυχών του
περιβάλλοντος
που ενδέχεται
να επηρεαστούν
σημαντικά,
εκτίμηση των
δυνητικών
επιδράσεων στο
περιβάλλον που
προσδιορίστηκαν,
ιδίως εκλύσεις
ρύπων στο
περιβάλλον,
καθώς και
περιγραφή των
τεχνικών και
μη τεχνικών
μέτρων που
προβλέπονται για
την πρόληψη, τη
μείωση ή την
αντιστάθμιση
τους,
συμπεριλαμβανομένης
της
παρακολούθησης.
4.
Πληροφορίες
που πρέπει να
παρέχονται με την
κοινοποιηση
λειτουργιών
φρεατοσ
Η
κοινοποίηση
φρέατος βάσει
του άρθρου 13
περιλαμβάνει
τουλάχιστον
τις κατωτέρω
πληροφορίες: (1) το
όνομα και τη
διεύθυνση του
φορέα
εκμετάλλευσης
του φρέατος· (2) την
ονομασία της
εγκατάστασης
που θα
χρησιμοποιηθεί
και το όνομα
του ιδιοκτήτη· (3) λεπτομέρειες
που
προσδιορίζουν
το φρέαρ και κάθε
σύνδεση με
άλλα φρέατα ή
άλλα σχέδια
ανάπτυξης· (4) πληροφορίες
σχετικά με το
πρόγραμμα
εργασιών στο
φρέαρ, περιλαμβανομένης
και της
περιόδου
λειτουργίας
του, την
επαλήθευση των
φραγμών για
την πρόληψη
της απώλειας
ελέγχου του
φρέατος, καθώς
και την
προβλεπόμενη
κατάσταση του
φρέατος κατά
την ολοκλήρωση
των
λειτουργιών· (5) τυχόν λεπτομέρειες
σχετικά με τον
εξοπλισμό
ασφαλείας που
θα χρησιμοποιείται
οι οποίες δεν
περιγράφονται
στην τρέχουσα
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων για
την
εγκατάσταση· (6) εκτίμηση
κινδύνων η
οποία περιέχει
περιγραφή: α) των ιδιαίτερων
κινδύνων που
σχετίζονται με
τη λειτουργία
του φρέατος, β) των
κινδύνων υπογείως,
γ) κάθε δραστηριότητας
στην επιφάνεια
ή κάτω από την
επιφάνεια της
θάλασσας που ενέχουν
πιθανότητες
ταυτόχρονων μεγάλων
κινδύνων, δ) κατάλληλων
μέτρων
ελέγχου· (7) λεπτομέρειες
σχετικά με τη
μελέτη του
φρέατος, συμπεριλαμβανομένων
των φραγμών
για την
πρόληψη της
απώλειας
ελέγχου του
φρέατος
(εξοπλισμός, ρευστά
γεώτρησης και
τσιμέντο κ.λπ.),
τον έλεγχο της
κατεύθυνσης
της διαδρομής
του φρέατος,
καθώς και τους περιορισμούς
της ασφαλούς
λειτουργίας
σύμφωνα με την
εκτίμηση
κινδύνων· (8) λεπτομέρειες
σχετικά με τη
διαμόρφωση του
φρέατος κατά
το πέρας των
λειτουργιών –
δηλαδή, μόνιμη
ή προσωρινή
εγκατάλειψη·
και κατά την
ολοκλήρωση για
μελλοντική
χρήση· (9) όταν
πρόκειται για
υπάρχον φρέαρ,
συναφείς πληροφορίες
σχετικά με το
ιστορικό και
την κατάστασή
του· (10) όταν
πρόκειται για
τροποποίηση
ήδη
υποβληθείσας
κοινοποίησης
φρέατος,
επαρκείς
λεπτομέρειες για
την πλήρη
επικαιροποίηση
της
κοινοποίησης· (11) όταν
πρόκειται για
φρέαρ μέσω μη
παραγωγικής
εγκατάστασης,
τις κατωτέρω πρόσθετες
πληροφορίες: α) λεπτομέρειες
σχετικά με τις
μετεωρολογικές,
θαλάσσιες και
σχετικές με το
θαλάσσιο βυθό
συνθήκες στην
εν λόγω
τοποθεσία, συμπεριλαμβανομένων
τυχόν φυσικών
εμποδίων, όπως
αγωγών, β) λεπτομέρειες
σχετικά με τις
περιβαλλοντικές
συνθήκες που
έχουν συνεκτιμηθεί
στο πλαίσιο
του εσωτερικού
σχεδίου έκτακτων
αναγκών για
την
εγκατάσταση, γ) λεπτομέρειες
σχετικά με τις
διατάξεις για
τη αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών, συμπεριλαμβανομένης
της περίπτωσης
μεγάλου περιβαλλοντικού
ατυχήματος, οι
οποίες δεν
περιγράφονται
στην έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων και δ) περιγραφή
του τρόπου με
τον οποίο θα
συντονίζονται
τα συστήματα
διαχείρισης
του φορέα
εκμετάλλευσης του
φρέατος και
του ιδιοκτήτη
της
εγκατάστασης ώστε
να διασφαλίζεται
ο
αποτελεσματικός
έλεγχος των
μεγάλων κινδύνων
ανά πάσα
στιγμή· (12) δήλωση
ανεξάρτητης
επιθεώρησης
φρέατος βάσει
της ενότητας 5 σημείο
1 του παρόντος
παραρτήματος. (13) τις
πληροφορίες οι
οποίες
σχετίζονται με
τις απαιτήσεις
βάσει του
παρόντος
κανονισμού και
λαμβάνονται
σύμφωνα με
άλλη
εφαρμοστέα κοινοτική
νομοθεσία,
ιδίως με τις
οδηγίες 92/91/ΕΚ
και 85/337/ΕΟΚ.
5.
Ζητήματα
σχετικα με τον μηχανισμο
επαληθευσης
1.
Το
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος πληροί
τις κατωτέρω
απαιτήσεις
σχετικά με την
ανεξαρτησία
του από τον
φορέα
εκμετάλλευσης
της εγκατάστασης
ή τον φορέα
εκμετάλλευσης
του φρέατος: α) τα
καθήκοντά του
δεν απαιτούν
να εξετάσει
πτυχή κρίσιμου
στοιχείου
ασφαλείας ή
συγκεκριμένης
μονάδας με το
οποίο ή την
οποία έχει
ασχοληθεί στο
παρελθόν, ή που
θα μπορούσε να επηρεάσει
την
αντικειμενικότητά
του· β) είναι
επαρκώς
ανεξάρτητος
από σύστημα διοίκησης
το οποίο είναι,
ή ήταν, αρμόδιο
για
οποιαδήποτε
συνιστώσα του
ανεξάρτητου
μηχανισμού
επαλήθευσης ή
επιθεώρησης
φρέατος ώστε
να
διασφαλίζεται
η αντικειμενικότητά
του κατά την
εκτέλεση των
καθηκόντων του
στο πλαίσιο του
μηχανισμού. 2.
Το
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος πρέπει
να πληροί τις
κατωτέρω
απαιτήσεις
σχετικά με την
ικανότητά του: α) τεχνική
ικανότητα,
δηλαδή να
διαθέτει
επαρκή αριθμό
προσωπικού με
τα κατάλληλα
προσόντα και
τη δέουσα
πείρα· β) κατάλληλη
κατανομή αρμοδιοτήτων
από τον φορέα
εκμετάλλευσης
σε προσωπικό
που έχει τα
προσόντα για
την άσκηση αυτών
των
αρμοδιοτήτων· γ) κατάλληλες
ρυθμίσεις για
τη ροή
πληροφοριών
μεταξύ του
φορέα
εκμετάλλευσης
και του
ανεξάρτητου τρίτου
μέρους· δ) επαρκή
εξουσιοδότηση του
ανεξάρτητου τρίτου
μέρους από τον
φορέα
εκμετάλλευσης
προκειμένου το
ανεξάρτητο
τρίτο μέρος να
είναι σε θέση
να εκτελεί τα
καθήκοντά του
επαρκώς. 3.
Για τους
σκοπούς του
άρθρου 13
παράγραφος 3, στις
σημαντικές
αλλαγές
κοινοποίησης
φρέατος συγκαταλέγονται:
α) κάθε αλλαγή
που ενδέχεται
να παραβιάζει τους
σκοπούς της
αρχικής
μελέτης του προγράμματος
γεωτρήσεων,
ιδίως όσον
αφορά τον
έλεγχο του
φρέατος και
τους λοιπούς
φραγμούς ροής
και την
επαλήθευσή
τους· β) κάθε
ουσιαστική
αλλαγή της
μονάδας ή του
εξοπλισμού ή του
συστήματος
διαχείρισης ή του
φορέα
εκμετάλλευσης φρέατος
που
κοινοποιείται
σύμφωνα με το
παράρτημα ΙΙ
μέρος 4· γ) κάθε
αλλαγή της
εκτίμηση επικινδυνότητας,
συμπεριλαμβανομένων
των
περιπτώσεων που
η
επικινδυνότητα
οφείλεται στις
συνθήκες που προέκυψαν
κατά τις λειτουργίες
του φρέατος. Οι
σημαντικές
αλλαγές πρέπει
να αναφέρονται
στον
ανεξάρτητο
επιθεωρητή
φρέατος για
περαιτέρω
επαλήθευση από
αυτόν και τα
αποτελέσματα
της περαιτέρω
επαλήθευσης πρέπει
να κοινοποιούνται
στην αρμόδια
αρχή. 4.
Όταν
πρόκειται για
κοινοποίηση
φρέατος, αυτή
περιλαμβάνει
δήλωση από τον
ανεξάρτητο
επιθεωρητή
φρεάτων με την
οποία
βεβαιώνεται
ότι η εκτίμηση επικινδυνότητας
που αφορά τη
μελέτη του
φρέατος και
τους φραγμούς του
για την
πρόληψη της
απώλειας
ελέγχου είναι
κατάλληλη για
όλες τις αναμενόμενες
συνθήκες και
περιστάσεις. 5.
Όταν
πρόκειται για
τη λειτουργία
εγκατάστασης,
η έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων περιλαμβάνει: α) δήλωση
του
ανεξάρτητου
τρίτου μέρους
επαλήθευσης
που πιστοποιεί
ότι τα κρίσιμα
στοιχεία
ασφαλείας και το
σύστημα
συντήρησής τους,
όπως ορίζονται
στην έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων,
είναι, ή θα
είναι,
κατάλληλα· β) περιγραφή
του μηχανισμού
επαλήθευσης συμπεριλαμβανομένων
της επιλογής
ανεξάρτητων
τρίτων φορέων
επαλήθευσης,
των μέσων που
χρησιμοποιούνται
για να επαληθεύεται
ότι τα κρίσιμα
στοιχεία
ασφαλείας και κάθε
συγκεκριμένη
μονάδα που
υπάγεται στο
μηχανισμό συντηρούνται
σωστά και
παραμένουν σε
καλή κατάσταση· γ) τα
μέσα που
αναφέρονται
στο εδάφιο 5
στοιχείο β) περιλαμβάνουν
την εξέταση
και τις
απαραίτητες δοκιμές
των κρίσιμων
στοιχείων
ασφαλείας από
ανεξάρτητα πρόσωπα
με κατάλληλα
προσόντα,
επαλήθευση της
μελέτης, τα
πρότυπα, την
πιστοποίηση ή
άλλο σύστημα εξασφάλισης
της συμμόρφωσης
των κρίσιμων
στοιχείων
ασφαλείας, επιθεώρηση
των εν
εξελίξει
εργασιών,
υποβολή αναφοράς
για κάθε περίπτωση
μη συμμόρφωσης,
καθώς και λήψη
διορθωτικών μέτρων
από τον φορέα
εκμετάλλευσης.
6.
Πληροφορίες
που παρεχονται
όσον αφορά
σημαντικη
αλλαγη σε
εγκατασταση,
περιλαμβανομενησ
και της
απομακρυνσησ
σταθερησ
εγκαταστασησ
Όταν
πρόκειται να
γίνουν
σημαντικές αλλαγές
σε
εγκατάσταση,
οι πληροφορίες
που παρέχονται
στην αρμόδια
αρχή βάσει των
άρθρων 10 και 11
περιλαμβάνουν
τουλάχιστον
τις κατωτέρω
πληροφορίες: 1.
το όνομα
και τη
διεύθυνση του
φορέα
εκμετάλλευσης της
εγκατάστασης· 2.
σύνοψη
τυχόν
συμμετοχής των
εργαζομένων
στη σύνταξη
της
αναθεωρημένης
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων· 3.
όταν
πρόκειται για
σημαντική
τροποποίηση,
επαρκείς
πληροφορίες
προκειμένου να
καταστεί
δυνατή η πλήρης
επικαιροποίηση
της
προηγούμενης
έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων και
του σχετικού
εσωτερικού σχεδίου
έκτακτων
αναγκών της
εγκατάστασης
και να
αποδειχθεί ότι
η επικινδυνότητα
μεγάλων
κινδύνων έχει
μειωθεί σε
αποδεκτό
επίπεδο·. 4.
σε
περίπτωση
παύσης χρήσης
σταθερής
παραγωγικής
εγκατάστασης: α) τα
μέσα για την απομόνωση
όλων των
επικίνδυνων
ουσιών και,
όταν πρόκειται
για φρέατα
συνδεδεμένα με
την εγκατάσταση,
για τη μόνιμη
σφράγιση των
φρεάτων από
την εγκατάσταση
και το
περιβάλλον· β) περιγραφή
της
επικινδυνότητας
μεγάλων
κινδύνων που
σχετίζονται με
την
αποσυναρμολόγηση
της εγκατάστασης,
του συνολικού
εκτιθέμενου
πληθυσμού και
των μέτρων
ελέγχου επικινδυνότητας· γ) τις
ρυθμίσεις αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών για τη
διασφάλιση της
ασφαλούς εκκένωσης
και διάσωσης
του προσωπικού
και για την
πρόληψη
μεγάλου περιβαλλοντικού
ατυχήματος.
7.
Πληροφορίες
που παρέχονται
με κοινοποιηση
συνδυασμένων
λειτουργιων
Η
κοινοποίηση
συνδυασμένων
λειτουργιών
βάσει του
άρθρου 14
περιλαμβάνει
τουλάχιστον
τις κατωτέρω
πληροφορίες: (1) το
όνομα και τη
διεύθυνση του
φορέα
εκμετάλλευσης που
συντάσσει την
κοινοποίηση· (2) σε
περίπτωση που
εμπλέκονται
και άλλοι
φορείς
εκμετάλλευσης
στις
συνδυασμένες
λειτουργίες,
τα ονόματα και οι
διευθύνσεις
τους, συμπεριλαμβανομένης
επιβεβαίωσης
ότι συμφωνούν
με τα
περιεχόμενα
της
κοινοποίησης· (3) περιγραφή
του τρόπου
συντονισμού
των συστημάτων
διαχείρισης
των
εγκαταστάσεων
που συμμετέχουν
στη
συνδυασμένη
λειτουργία με
σκοπό τη
μείωση της
επικινδυνότητας
μεγάλου
ατυχήματος· (4) λεπτομέρειες
για κάθε
εξοπλισμό που
χρησιμοποιείται
σε σχέση με τη
συνδυασμένη
λειτουργία αλλά
δεν
περιγράφεται
στην τρέχουσα
έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων για
οποιαδήποτε
από τις
εγκαταστάσεις
που συμμετέχουν
στις
συνδυασμένες
λειτουργίες· (5) σύνοψη
της εκτίμησης επικινδυνότητας
που
διενεργείται
από όλους τους
φορείς
εκμετάλλευσης που
συμμετέχουν
στις
συνδυασμένες
λειτουργίες, η
οποία
περιλαμβάνει: α) περιγραφή
κάθε δραστηριότητας
κατά τη
συνδυασμένη
λειτουργία η
οποία ενδέχεται
να ενέχει κινδύνους
που είναι
δυνατόν να
προκαλέσουν
μεγάλο ατύχημα
στην
εγκατάσταση ή
σε σχέση με
αυτήν· β) περιγραφή
κάθε μέτρου
ελέγχου επικινδυνότητας
που λήφθηκε ως
αποτέλεσμα της
εκτίμησης επικινδυνότητας· (6) περιγραφή
της
συνδυασμένης
λειτουργίας
και πρόγραμμα
εργασιών, που
περιλαμβάνει
τις ημερομηνίες
της
αναμενόμενης
έναρξης και
περάτωσης της
συνδυασμένης
λειτουργίας
και αντίγραφο
συμφωνίας των
φορέων
εκμετάλλευσης
που
συμμετέχουν
στις συνδυασμένες
λειτουργίες. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
Διατάξεις από τις
αρμόδιες αρχές
για τη ρύθμιση
λειτουργιών
που ενέχουν μεγάλους
κινδύνους 1.
Για τους
σκοπούς του
διορισμού
αρμόδιας αρχής
για τα
ρυθμιστικά
καθήκοντα που
προβλέπονται στον
παρόντα
κανονισμό όσον
αφορά την
ασφάλεια και
την προστασία
του
περιβάλλοντος,
τα κράτη μέλη
λαμβάνουν
υπόψη τα
ακόλουθα
ελάχιστα
κριτήρια: α) οργανωτικές
διευθετήσεις
που καθιστούν
δυνατή την
αποτελεσματική
εκτέλεση όλων
των καθηκόντων
που προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων
διευθετήσεων
για τη ρύθμιση
της ασφάλειας
και της
προστασίας του
περιβάλλοντος
με ισότιμο
τρόπο· β) δήλωση
πολιτικής όσον
αφορά τους
στόχους της
εποπτείας και
επιβολής και
τον τρόπο με
τον οποίο η αρμόδια
αρχή θα
επιτυγχάνει τη
διαφάνεια, τη
συνοχή, την
αναλογικότητα
και την
αντικειμενικότητα
κατά τη
ρύθμιση των
υπεράκτιων
δραστηριοτήτων
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων πετρελαίου
και φυσικού
αερίου. Η
αρμόδια αρχή
θα πρέπει να
καθιστά σαφή
για το κοινό τον
διαχωρισμό των
αρμοδιοτήτων μεταξύ
του
ρυθμιστικού
φορέα και του
φορέα εκμετάλλευσης,
με τον
τελευταίο να
έχει την πρωταρχική
αρμοδιότητα για
τον έλεγχο της
επικινδυνότητας
και τον πρώτο
να είναι
αρμόδιος να
επαληθεύει ότι
ο φορέας
εκμετάλλευσης
εφαρμόζει επαρκή
μέτρα τα οποία
θα είναι
πιθανώς
αποτελεσματικά
για τον έλεγχο
της
επικινδυνότητας
μεγάλων
κινδύνων· γ) δήλωση
στρατηγικής
που περιγράφει
τα καθήκοντα της
αρμόδιας
αρχής, τις
προτεραιότητες
ανάληψης
δράσης
(παραδείγματος
χάρη για τη
μελέτη και τη λειτουργία
εγκαταστάσεων,
για τη
διαχείριση της
ακεραιότητας
και για την
ετοιμότητα και
την αντιμετώπιση),
καθώς και τον
τρόπο με τον
οποίο είναι
οργανωμένη· δ) επιχειρησιακές
διαδικασίες
που
περιγράφουν
τον τρόπο με
τον οποίο η
αρμόδια αρχή θα
επιθεωρεί και θα
επιβάλλει την
εκτέλεση των
καθηκόντων των
φορέων
εκμετάλλευσης
βάσει του
παρόντος
κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων
του τρόπου με
τον οποίο θα διεκπεραιώνει,
θα αξιολογεί
και θα αποδέχεται
εκθέσεις περί
μεγάλων
κινδύνων και
κοινοποιήσεις
φρεάτων και
του τρόπου με
τον οποίο θα
καθορίζεται η
συχνότητα
επιθεωρήσεων
των μέτρων
ελέγχου της
επικινδυνότητας
μεγάλων
κινδύνων (συμπεριλαμβανομένων
των
περιβαλλοντικών)
για δεδομένη
εγκατάσταση ή δραστηριότητα· ε) διαδικασίες
για την
εκπλήρωση των
καθηκόντων της
αρμόδιας αρχής
βάσει του
παρόντος
κανονισμού με
την επιφύλαξη
των λοιπών αρμοδιοτήτων
της, λόγου χάρη όσον
αφορά τις
χερσαίες
εκμεταλλεύσεις
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, και των διευθετήσεων
που βασίζονται
στην οδηγία
92/91/ΕΚ· στ) όταν η
αρμόδια αρχή
αποτελείται
από δύο ή
περισσότερους
οργανισμούς,
επίσημη
συμφωνία που καθορίζει
τους
απαραίτητους
μηχανισμούς για
την από κοινού
λειτουργία της
αρμόδιας
αρχής, στους
οποίους
περιλαμβάνονται
η εποπτεία, η
παρακολούθηση
και οι
ανασκοπήσεις
από την ανώτερη
διοίκηση, ο από
κοινού προγραμματισμός
και οι από
κοινού
επιθεωρήσεις,
ο διαχωρισμός
των αρμοδιοτήτων
που αφορούν τη
διεκπεραίωση
των εκθέσεων περί
μεγάλων
κινδύνων, οι από
κοινού διερευνήσεις,
η εσωτερική
επικοινωνία
και η υποβολή
εκθέσεων προς φορείς
εκτός αρμόδιας
αρχής. 2.
Τα κράτη
μέλη θεσπίζουν
της
απαραίτητες
διατάξεις για
την υλοποίηση
των ως άνω διευθετήσεων,
οι οποίες
περιλαμβάνουν: α) επαρκή
εμπειρογνωμοσύνη
από ειδικούς, η
οποία είναι
διαθέσιμη
εσωτερικά ή παρέχεται
από εξωτερικές
πηγές, με σκοπό
την επιθεώρηση
και διερεύνηση
δραστηριοτήτων,
τη λήψη μέτρων
επιβολής και
τη
διεκπεραίωση
των εκθέσεων περί
μεγάλων
κινδύνων και των
κοινοποιήσεων· β) όταν
χρησιμοποιούνται
εξωτερικές
πηγές
εμπειρογνωμοσύνης,
επαρκείς
γραπτές
κατευθυντήριες
γραμμές και εποπτεία,
προκειμένου να
διασφαλίζεται
η συνοχή ως
προς την
χρησιμοποιούμενη
προσέγγιση και
να διασφαλίζεται
ότι η κατά τον
νόμο
διορισθείσα
αρμόδια αρχή
διατηρεί την
πλήρη ευθύνη
βάσει του
παρόντος
κανονισμού· γ) επαρκείς
πόρους για
εκπαίδευση σε
σημαντικά
θέματα,
επικοινωνία,
πρόσβαση σε
τεχνολογία,
έξοδα ταξιδίου
και διαμονής
για το
προσωπικό της
αρμόδιας αρχής
κατά την
εκτέλεση των
ρυθμιστικών
καθηκόντων του
και με τρόπο
που να καθιστά
δυνατή την
ενεργή
συνεργασία
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
βάσει του άρθρου 27·
δ) κατά
περίπτωση,
απαίτηση
προκειμένου οι
φορείς εκμετάλλευσης
ή/και
ιδιοκτήτες
εγκαταστάσεων
να αποζημιώνουν
την αρμόδια
αρχή για το
κόστος εκτέλεσης
των καθηκόντων
που εκτελούν
βάσει του παρόντος
κανονισμού· ε) διενέργεια
ή προώθηση της
έρευνας σχετικής
με τα
καθήκοντα της
αρμόδιας αρχής
βάσει του παρόντος
κανονισμού· στ) σύνταξη
εκθέσεων από
την αρμόδια
αρχή. 3.
Οι
διαδικασίες
αξιολόγησης
της έκθεσης περί
μεγάλων
κινδύνων, των
κοινοποιήσεων,
των εσωτερικών
σχεδίων έκτακτων
αναγκών και
άλλων σχετικών
εγγράφων
περιλαμβάνουν: α) ποσοτική
ανάλυση της
εκτίμησης επικινδυνότητας, β) αξιολόγηση
της κρίσης του
φορέα
εκμετάλλευσης όσον
αφορά τις
σημαντικές
λεπτομέρειες
σχετικά με την
τοποθεσία των εκμεταλλεύσεων, γ) αξιολόγηση
των εφαρμοζόμενων
τεχνικών και
οργανωτικών
προτύπων· δ) αξιολόγησης
των τεχνικών
λύσεων· ε) αξιολόγηση
των διευθετήσεων
του φορέα
εκμετάλλευσης
για τη
διαχείριση
αλλαγών των επιχειρησιακών
σχεδίων· στ) σύγκριση
των εφαρμοζόμενων
λύσεων με
λύσεις που εφαρμόζονται
σε άλλες
ανάλογες περιπτώσεις· ζ) αξιολόγηση
της συνοχής
μεταξύ των
σχεδίων έκτακτων
αναγκών και
των
προσδιορισθέντων
κινδύνων· η) αξιολόγηση
των διευθετήσεων
του φορέα
εκμετάλλευσης
για τη διακοπή
των λειτουργιών
σε περίπτωση
επερχόμενου
κινδύνου· θ) αξιολόγηση
της
διαθεσιμότητας
του εξοπλισμού
αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών και
της επάρκειας
των
διαδικασιών
που προβλέπονται
για την
αποτελεσματική
χρησιμοποίηση
του εν λόγω
εξοπλισμού. 4.
Οι
αρμόδιες αρχές
πρέπει να
είναι σαφώς
ανεξάρτητες
από
οποιονδήποτε
κυβερνητικό
οργανισμό όσον
αφορά τις
χορηγίες προς
τον κλάδο, την
αδειοδότηση ή την
είσπραξη
εσόδων. Η
αρμόδια αρχή
πρέπει να μην
διατυπώνει
πολιτική θέση
όσον αφορά τον τομέα
του πετρελαίου
και του
φυσικού
αερίου. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
Διατάξεις από τους
φορείς
εκμετάλλευσης
για την πρόληψη
μεγάλων
ατυχημάτων 1.
Για τους
σκοπούς
υλοποίησης της
πολιτικής
πρόληψης
μεγάλων
ατυχημάτων και
του συστήματος
διαχείρισης
ασφαλείας του
φορέα εκμετάλλευσης
βάσει του
άρθρου 18,
πρέπει να
λαμβάνονται
υπόψη τα
ακόλουθα: α) η
πολιτική
πρόληψης
μεγάλων ατυχημάτων
πρέπει να καθορίζεται
γραπτώς και να
προσδιορίζει
τους συνολικούς
στόχους και
την οργάνωση
για τον έλεγχο
των κινδύνων
μεγάλου
ατυχήματος,
καθώς και τον
τρόπο
εφαρμογής των
εν λόγων διευθετήσεων
σε εταιρικό
επίπεδο· β) το
σύστημα
διαχείρισης
ασφαλείας
πρέπει να
είναι
ενσωματωμένο
στο συνολικό
σύστημα διοίκησης
του φορέα
εκμετάλλευσης
και να
περιλαμβάνει
οργανωτική
δομή, αρμοδιότητες,
πρακτικές,
διαδικασίες, μεθόδους
και πόρους για
τον καθορισμό
και την
υλοποίηση της
πολιτικής για
την
αντιμετώπιση μεγάλων
κινδύνων. 2.
Το
σύστημα
διαχείρισης
ασφαλείας
πρέπει να περιλαμβάνει,
μεταξύ άλλων, τα
ακόλουθα: α) οργανωτική
δομή, ατομικοί
ρόλοι και αρμοδιότητες· β) προσδιορισμό
και εκτίμηση των
μεγάλων
κινδύνων – της
πιθανότητας
και των συνεπειών
τους· γ) ενσωμάτωση
των
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων σε
εκτιμήσεις μεγάλων
κινδύνων που
περιλαμβάνονται
στην έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων· δ) αντιμετώπιση
των μεγάλων
κινδύνων κατά
τις συνήθεις
λειτουργίες· ε) διαχείριση
αλλαγών· στ) προγραμματισμό
για έκτακτες
ανάγκες και
αντιμετώπισή
τους· ζ) περιορισμό
της
περιβαλλοντικής
ζημίας, η) παρακολούθηση
των επιδόσεων· θ) διευθετήσεις
περί ελέγχου
και ανασκόπησης. 3.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
δίνουν
ιδιαίτερη
προσοχή στην
αξιολόγηση των
απαιτήσεων
περί αξιοπιστίας
και
ακεραιότητας
όλων των
κρίσιμων για
την ασφάλεια
συστημάτων και
βασίζουν τα οικεία
συστήματα
επιθεώρησης
και συντήρησης
στην επίτευξη
αυτού του
επιπέδου
ακεραιότητας της
ασφάλειας. 4.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
διασφαλίζουν
ότι ανά πάσα
στιγμή οι
επικίνδυνες
ουσίες
περιέχονται σε
αγωγούς,
δοχεία και
συστήματα
προοριζόμενα
για τον ασφαλή
περιορισμό
τους. Επιπλέον,
οι φορείς
εκμετάλλευσης
διασφαλίζουν
ότι καμία
επιμέρους
αστοχία
φραγμού για
την πρόληψη
της απώλειας περιορισμού
δεν είναι δυνατόν
να επιφέρει
ατύχημα που ενέχει
μεγάλους κινδύνους.
5.
Ο φορείς
εκμετάλλευσης
διασφαλίζουν
ότι διαθέτουν
κατάλληλο
πλαίσιο για
την
παρακολούθηση
της συμμόρφωσης
με όλες τις
σχετικές
ρυθμιστικές διατάξεις
ενσωματώνοντας
τα ρυθμιστικά
τους καθήκοντα
που αφορούν
την ασφάλεια
έναντι μεγάλων
κινδύνων και
την προστασία
του
περιβάλλοντος
στις συνήθεις
επιχειρησιακές
διαδικασίες
τους. 6.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
δίνουν
ιδιαίτερη
προσοχή στην
δημιουργία και
διατήρηση
ισχυρής
αντίληψης περί
ασφαλείας που
αυξάνει την
πιθανότητα συνεχώς
ασφαλών
λειτουργιών
και περιλαμβάνει
μεταξύ άλλων: α) εκτενή
έλεγχο των
διεργασιών· β) ανταμοιβή
και αναγνώριση
των επιθυμητών
συμπεριφορών· γ) τακτική
αξιολόγηση των
δυνατοτήτων
και στόχων των
οργανισμών· δ) διατήρηση
υψηλών
προτύπων ως
θεμελιώδη
εταιρική αξία· ε) επίσημα
συστήματα εντολών
και ελέγχου
που
περιλαμβάνουν τη
συμμετοχή των
ανωτέρων
στελεχών της
διοίκησης και
του εργατικού
δυναμικού και στ) επάρκεια
σε όλα τα
επίπεδα
λειτουργίας. 7.
Ο κλάδος
συνεργάζεται
με την αρμόδια
αρχή για την
υιοθέτηση και
υλοποίηση
σχεδίου
προτεραιοτήτων
για την
εκπόνηση
προτύπων,
κατευθυντήριων
γραμμών και
κανόνων που
διασφαλίζουν
την εφαρμογή βέλτιστων
πρακτικών ως
προς την
πρόληψη
μεγάλων κινδύνων
και τον
περιορισμό των
συνεπειών
μεγάλων
κινδύνων σε
περίπτωση που
παρ’ όλα αυτά
συμβούν. Στα
ζητήματα που
πρέπει να
ληφθούν υπόψη
περιλαμβάνονται: α) βελτίωση
της
ακεραιότητας
των φρεάτων,
του εξοπλισμού
ελέγχου
φρεάτων και
των φραγμών,
καθώς και παρακολούθηση
της
αποτελεσματικότητάς
τους· β) βελτίωση
του
πρωτεύοντος
περιορισμού
στα συστήματα
ασφαλείας διεργασιών· γ) βελτίωση
του
δευτερεύοντος
περιορισμού
που αναστέλλει
την κλιμάκωση αρχόμενου
μεγάλου
ατυχήματος, συμπεριλαμβανομένων
των εκρήξεων
φρεάτων· δ) αξιόπιστη
λήψη αποφάσεων
σε
περιβάλλοντα
υψηλής πίεσης· ε) διαχείριση
και εποπτεία
δραστηριοτήτων
που ενέχουν μεγάλους
κινδύνους· στ) επάρκεια
όσων κατέχουν νευραλγικές
θέσεις· ζ) αποτελεσματική
εκτίμηση επικινδυνότητας
για την
αξιολόγηση
μεταβαλλόμενων
συνθηκών· η) αξιολόγηση
της
αξιοπιστίας
κρίσιμων για
την ασφάλεια
συστημάτων· θ) βασικοί
δείκτες επιδόσεων
ως προς την
ακεραιότητα
των συστημάτων
ασφαλείας· ι) αποτελεσματική
ενσωμάτωση
συστημάτων
διαχείρισης
ασφαλείας
μεταξύ φορέων
εκμετάλλευσης,
φορέων
εκμετάλλευσης
φρεάτων,
ιδιοκτητών
γεωτρύπανων
και άλλων
εμπλεκομένων
σε
συνδυασμένες
λειτουργίες. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
Απαιτήσεις
σχετικά με την
ετοιμότητα και
αντιμετώπιση
καταστάσεων έκτακτων
αναγκών
1.
Εσωτερικά
σχέδια έκτακτων
αναγκών
1.
Τα
εσωτερικά
σχέδια έκτακτων
αναγκών πρέπει
να
περιλαμβάνουν,
μεταξύ άλλων, τα
ακόλουθα: α) τα
ονοματεπώνυμα
ή τις θέσεις
των προσώπων
που είναι
εξουσιοδοτημένα
να
ενεργοποιούν
διαδικασίες
έκτακτης
ανάγκης και
του προσώπου
που διευθύνει
την εσωτερική
αντιμετώπιση
έκτακτων αναγκών· β) το
ονοματεπώνυμο
ή τη θέση του
προσώπου που
είναι ο αρμόδιος
σύνδεσμος με
την αρχή που
είναι αρμόδια για
το εξωτερικό
σχέδιο έκτακτων
αναγκών· γ) όλες
τις
προβλέψιμες
συνθήκες ή τα
προβλέψιμα συμβάντα
που ενδέχεται
να προκαλέσουν
μεγάλο
ατύχημα, όπως
περιγράφεται
στην έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων στην
οποία
επισυνάπτεται
το σχέδιο· δ) περιγραφή
των μέτρων που
πρέπει να λαμβάνονται
για τον έλεγχο
των συνθηκών ή
συμβάντων και
για τον
περιορισμό των
επιπτώσεών
τους μέσα στην
εγκατάσταση ή
στη ζώνη
αποκλεισμού
της· ε) περιγραφή
του διαθέσιμου
εξοπλισμού και
των διαθέσιμων
πόρων· στ) διευθετήσεις
για τον
περιορισμό της
επικινδυνότητας
για τα πρόσωπα
που εργάζονται
στην
εγκατάσταση,
συμπεριλαμβανομένων
του συστήματος
προειδοποίησης
και των
ενεργειών στις
οποίες πρέπει
να προβούν
μετά την προειδοποίησή
τους· ζ) διευθετήσεις
για το
συντονισμό των
διευθετήσεων
για τη διάσωση
που
περιγράφονται
στην έκθεση περί
μεγάλων
κινδύνων, λόγου
χάρη όπως
περιγράφονται
στο
παράρτημα ΙΙ
μέρος 2 σημείο 7
και μέρος 3 σημείο
7 για τη
διασφάλιση καλών
προοπτικών
επιβίωσης των
προσώπων που
βρίσκονται
στην
εγκατάσταση
κατά τη
διάρκεια μεγάλου
ατυχήματος· η) διευθετήσεις
για την
έγκαιρη
ειδοποίηση
σχετικά με το
συμβάν των
αρχών που
έχουν την αρμοδιότητα
ενεργοποίησης
του εξωτερικού
σχεδίου έκτακτων
αναγκών, το
είδος των
πληροφοριών
που πρέπει να
περιέχει η
αρχική ειδοποίηση
και διευθετήσεις
για την παροχή
περισσότερο
εμπεριστατωμένων
πληροφοριών
μόλις είναι
διαθέσιμες· θ) διευθετήσεις
για την
εκπαίδευση του
προσωπικού
όσον αφορά τα καθήκοντα
που αναμένεται
να εκτελεί και,
όταν αυτό
κρίνεται
αναγκαίο,
συντονισμό με
εξωτερικούς
φορείς αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών· ι) διευθετήσεις
για το
συντονισμό της
εσωτερικής αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών με την
εξωτερική
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών. 2.
Οι φορείς
εκμετάλλευσης
πρέπει να
συντάσσουν κατάλογο
του διαθέσιμου
εξοπλισμού στον
οποίο να
αναφέρεται το
ιδιοκτησιακό
καθεστώς, η
τοποθεσία, ο
τρόπος
μεταφοράς και ο
τρόπος
χρησιμοποίησής
του στην
εγκατάσταση. Στον
κατάλογο
πρέπει να
προσδιορίζονται
τα
εφαρμοζόμενα
μέτρα που
διασφαλίζουν
τη διατήρηση
του εξοπλισμού
και των
σχετικών
διαδικασιών σε
επιχειρησιακή
ετοιμότητα.
2.
Εξωτερικά
σχέδια έκτακτων
αναγκών
1.
Τα
εξωτερικά
σχέδια έκτακτων
αναγκών πρέπει
να
περιλαμβάνουν,
μεταξύ άλλων, τα
ακόλουθα: α) τα
ονοματεπώνυμα
ή τις θέσεις
των προσώπων
που είναι
εξουσιοδοτημένα
να
ενεργοποιούν
διαδικασίες
έκτακτης
ανάγκης και
του προσώπου
που διευθύνει
την εξωτερική
αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών· β) διευθετήσεις
σχετικά με τη
λήψη των
σημάτων
έγκαιρης προειδοποίησης
για τυχόν ατυχήματα
και τις
σχετικές
διαδικασίες
συναγερμού και
κλήσης
ενισχύσεων· γ) διευθετήσεις
για το συντονισμό
των
απαιτουμένων
μέσων προς
εφαρμογή του
εξωτερικού
σχεδίου έκτακτων
αναγκών· δ) διευθετήσεις
για την
υποβοήθηση του
εσωτερικού
σχεδίου έκτακτων
αναγκών που
χρησιμοποιείται
για την
αντιμετώπιση
συμβάντων στην
εγκατάσταση
και στη ζώνη
αποκλεισμού γύρω
από αυτήν· ε) λεπτομερή
περιγραφή των
εκτός του
χώρου της μονάδας
διευθετήσεων
για την αντιμετώπιση
έκτακτων
αναγκών· στ) διευθετήσεις
για την παροχή
κατάλληλων
πληροφοριών
και συμβουλών
σχετικά με το
ατύχημα σε
πρόσωπα και
οργανισμούς
που μπορεί να
επηρεαστούν
από το ατύχημα·
ζ) διευθετήσεις
για την παροχή
πληροφοριών
στις υπηρεσίες
έκτακτων
αναγκών άλλων
κρατών μελών
και στην
Επιτροπή, σε
περίπτωση
μεγάλου
ατυχήματος με
ενδεχόμενες
διασυνοριακές
συνέπειες· η) διευθετήσεις
για τον
μετριασμό των
αρνητικών
επιπτώσεων στα
είδη άγριας
ζωής τόσο στις
χερσαίες όσο
και στις
θαλάσσιες
περιοχές, συμπεριλαμβανομένων
των
περιπτώσεων
στις οποίες
ζώα καλυμμένα με
πετρέλαιο
φτάνουν στην
ακτή νωρίτερα
από την
καθαυτό
κηλίδα. 2.
Η αρχή που
φέρει την
πρωταρχική
ευθύνη αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών πρέπει
να παράσχει τα
ακόλουθα: α) κατάλογο
του διαθέσιμου
εξοπλισμού
στον οποίο να
αναφέρεται το
ιδιοκτησιακό
καθεστώς, η
τοποθεσία, ο
τρόπος
μεταφοράς και
ο τρόπος
χρησιμοποίησής
του στην
εγκατάσταση· β) περιγραφή
των εφαρμοζόμενων
μέτρων που
διασφαλίζουν
τη διατήρηση
του εξοπλισμού
και των
σχετικών
διαδικασιών σε
επιχειρησιακή
ετοιμότητα· γ) κατάλογο
του εξοπλισμού
τον οποίο
κατέχει ο
κλάδος και ο οποίος
είναι
διαθέσιμος σε
περίπτωση
έκτακτης
ανάγκης· δ) περιγραφή
των γενικών
διευθετήσεων
για έκτακτες
ανάγκες σε
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
εκμετάλλευσης
πετρελαίου και
φυσικού
αερίου, συμπεριλαμβανομένων
των
αρμοδιοτήτων
και ευθυνών
όλων των
εμπλεκομένων
και των φορέων
που είναι αρμόδιοι
για την τήρηση
των εν λόγω διευθετήσεων· ε) μέτρα
που
διασφαλίζουν
ότι ο
εξοπλισμός, το
προσωπικό και
οι διαδικασίες
είναι σε
επιχειρησιακή
ετοιμότητα και
επικαιροποιημένα
ανά πάσα
στιγμή. 3.
Τα
εξωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών
εξηγούν σαφώς
το ρόλο των
οικείων αρχών,
των φορέων αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών, των
συντονιστών
και των λοιπών
εμπλεκομένων
στην
αντιμετώπιση
έκτακτων αναγκών,
προκειμένου να
διασφαλίζεται
η συνεργασία
σε κάθε
έκτακτη
ανάγκη. 4.
Οι διευθετήσεις
πρέπει να
περιλαμβάνουν
διατάξεις
σχετικά με μεγάλο
ατύχημα που πιθανώς
να υπερβαίνει
τις
δυνατότητες
του κράτους
μέλους ή τα
όριά του, οι
οποίες
προβλέπουν: α) ανταλλαγή
σχεδίων με
γειτονικά
κράτη μέλη και
την Επιτροπή· β) την
κατάρτιση
διασυνοριακών
καταλόγων των μέσων
αντιμετώπισης,
τα οποία
ανήκουν τόσο
στον κλάδο όσο και
στα κράτη, και
όλων των
απαραίτητων
προσαρμογών
για να
καταστούν τα
μέσα και οι
διαδικασίες συμβατά
μεταξύ όμορων
χωρών και
κρατών μελών· γ) διαδικασίες
για την
επίκληση του
Μηχανισμού Πολιτικής
Προστασίας της
ΕΕ (που
ιδρύθηκε βάσει
της οδηγίας 2007/779/ΕΚ)· δ) τη
διευθέτηση
διασυνοριακών
ασκήσεων
σχετικά με τα
εξωτερικά
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
αναγκών. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
Ανταλλαγή
πληροφοριών
και διαφάνεια 1.
Η κοινή
μορφή αναφοράς
δεδομένων για
δείκτες μεγάλων
κινδύνων που
θα καθοριστεί
από την
Επιτροπή σύμφωνα
με τα άρθρα 22 και
23 θα καθιστά
δυνατή τη
σύγκριση
πληροφοριών
μεταξύ κρατών
μελών και επιμέρους
φορέων
εκμετάλλευσης.
2.
Κατά τον
καθορισμό των
απαιτήσεων
αναφοράς σύμφωνα
με το σημείο 1
πρέπει να
προβλεφθούν
τουλάχιστον οι
κατωτέρω
πληροφορίες
και δεδομένα: α) πληροφορίες
σχετικές με
την ακούσια εκροή
υδρογονανθράκων
ή άλλων
επικίνδυνων
ουσιών, είτε
έχουν
αναφλεχθεί
είτε όχι· β) πληροφορίες
σχετικές με
την απώλεια
ελέγχου φρέατος
που απαιτεί
την
ενεργοποίηση
του εξοπλισμού
ελέγχου
φρέατος, ή
αστοχία
φραγμού
φρέατος που
χρειάζεται
αντικατάσταση ή
επισκευή· γ) αστοχία
βασικού
στοιχείου του
συστήματος
ασφαλείας διεργασιών
της
εγκατάστασης· δ) σημαντική
απώλεια της
δομικής
ακεραιότητας,
ή απώλεια της
προστασίας από
τις επιπτώσεις
πυρκαγιάς ή
έκρηξης, ή απώλεια
των μέσων
σταθεροποίησης
επιπλέουσας εγκατάστασης· ε) σκάφη
σε πορεία
σύγκρουσης και
υπαρκτές
συγκρούσεις
σκάφους με
υπεράκτια
εγκατάσταση· στ) ατυχήματα
ελικοπτέρων
πάνω ή κοντά σε
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις
ή καθ’ οδόν προς
υπεράκτιες
εγκαταστάσεις· ζ) κάθε
θανατηφόρο
ατύχημα· η) κάθε
σοβαρό
τραυματισμό
πέντε ή
περισσότερων
προσώπων στο
ίδιο ατύχημα· θ) κάθε
εκκένωση
προσωπικού που
δεν εκτελεί
βασικά
καθήκοντα· ι) μεγάλο
περιβαλλοντικό
ατύχημα. 3.
Οι
πληροφορίες κατά
το σημείο 2 περιλαμβάνουν
τόσο πληροφορίες
για υπαρκτά
συμβάντα όσο
και αναλυτικά
δεδομένα
σχετικά με
δραστηριότητες
εκμετάλλευσης
κοιτασμάτων
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
και είναι
σαφείς. Οι
πληροφορίες
και τα
δεδομένα που
παρέχονται
καθιστούν
εφικτή τη
σύγκριση μεμονωμένων
φορέων εκμετάλλευσης
όχι μόνο εντός
κράτους μέλους,
αλλά και σε όλο
το εύρος του
κλάδου μεταξύ
διαφορετικών
κρατών μελών. 4.
Σκοπός
της συλλογής
και
συγκέντρωσης
των στοιχείων κατά
το σημείο 2
είναι η παροχή
έγκαιρης
προειδοποίησης
για (περαιτέρω)
επιδείνωση
κρίσιμων για
την ασφάλεια
και το
περιβάλλον
φραγμών, με
σκοπό τη λήψη
προληπτικών
διορθωτικών
μέτρων Οι
πληροφορίες
αυτές πρέπει
επίσης να
αποδεικνύουν
τη συνολική
αποτελεσματικότητα
των μέτρων και
ελέγχων που εφαρμόζονται
από μεμονωμένους
φορείς
εκμετάλλευσης
και από τον
κλάδο ως
σύνολο, ιδίως
για την
πρόληψη κινδύνων
μεγάλων
ατυχημάτων και
για την
ελαχιστοποίηση
της
επικινδυνότητας
για το
περιβάλλον. 5.
Για να
ικανοποιούνται
οι απαιτήσεις
του άρθρου 23, εκπονείται
απλουστευμένη
μορφή
προκειμένου να
διευκολυνθεί η
δημοσίευση των
σημαντικών
δεδομένων που
προβλέπονται στο
σημείο 2 και η
σύνταξη των
εκθέσεων
σύμφωνα με το
άρθρο 24, με τρόπο
που τα
δεδομένα να
είναι εύκολα
προσβάσιμα για
το κοινό και να
διευκολύνεται η
διασυνοριακή
σύγκρισή τους. [1] Παραδείγματα:
Deepwater Horizon στις ΗΠΑ το 2010
(11 θάνατοι), Montara
στην Αυστραλία
το 2009, Usumacinta στο
Μεξικό το 2007
(22 θάνατοι) [2] Λόγου χάρη
διαρροές
πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
αστοχίες στην
ασφάλεια της
διαδικασίας
παραγωγής και
στον έλεγχο
των φρεάτων·
αστοχίες εξαιτίας
άκυρων
σχεδιαστικών
αλλαγών·
μεγάλος αριθμός
καθυστερήσεων
στις εργασίες
συντήρησης κρίσιμων
στοιχείων
ασφαλείας. Πρόσφατα
παραδείγματα
συμβάντων: Gullfaks C το
Μάιο του 2010, Gannet F το 2011 –
και τα δύο στη
Βόρεια Θάλασσα [3] COM(2010) 560 τελικό. [4] ΕΕ L 175 της 5.7. 85, σ.
40. [5] ΕΕ L 73 της 14.3. 97,
σ. 5. [6] ΕΕ L 156 της 25.6.03, σ.
17. [7] ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ.
114. [8] Το κέντρο
επιχειρήσεων
του Μηχανισμού
Πολιτικής
Προστασίας. [9] Ο EMSA
ιδρύθηκε μετά
τις
καταστροφές
που προκάλεσαν
τα
πετρελαιοφόρα Erika
(1999) και Prestige (2002) με
σκοπό να
διασφαλιστεί
υψηλό, ενιαίο και
αποτελεσματικό
επίπεδο
ασφάλειας,
προστασίας,
πρόληψης της
μόλυνσης και
αντιμετώπισης
σε περιπτώσεις
θαλάσσιας
ρύπανσης. [10] SEC (2010) 1346
Ενέργεια 2020, Μια
στρατηγική για
ανταγωνιστική,
αειφόρο και
ασφαλή
ενέργεια. [11] Το Φόρουμ
του Βερολίνου
(γνωστό και ως
Φόρουμ Ορυκτών
Καυσίμων)
είναι ετήσια
συνάντηση
ενδιαφερομένων
που συγκαλεί η
Επιτροπή. Στο
διάστημα μεταξύ
των ετήσιων
συναντήσεων
της
ολομέλειας,
τρεις ομάδες
εργασίας
συναντώνται σε
τακτική βάση
για να
συζητήσουν
επίκαιρα θέματα. [12] Στο
παρελθόν
προτιμήθηκε η
θέσπιση
οδηγιών ως πράξεις
για κλάδους
υψηλής
επικινδυνότητας
/ υψηλής αξίας
(π.χ. οδηγία IPPC,
οδηγία SEVESO II), ενώ
όταν πρόκειται
για πιο
περιορισμένους
τομείς υψηλής
επικινδυνότητας,
όπως η
πολιτική
αεροπορία,
συχνά χρησιμοποιούνται
κανονισμοί για
να θεσπιστεί το
σχετικό νομικό
πλαίσιο. [13] ΕΕ C της , σ. . [14] ΕΕ C της , σ. . [15] ΕΕ L 164 της 25.6.2008, σ.
19. [16] ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ.
56. [17] ΕΕ L 183,
της 29.6.1989, σ. 1. [18] ΕΕ L 348,
της 28.11.1992, σ. 9 [19] Κώδικας
για την
κατασκευή και
τον εξοπλισμό
κινητών
μονάδων
γεώτρησης
ανοιχτής
θάλασσας, της
2ας Δεκεμβρίου
2009 (Κώδικας MODU 2009). [20] ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ.
13. [21] ΕΕ L 240 της 19.9.1977, σ.
1. [22] ΕΕ L 131, 28.5.2009, σ. 11. [23] ΕΕ L 175 της 5.7.1985, σ.
40. [24] ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ.
26. [25] ΕΕ L 154 της 30.4.2004, σ.
56.