52011PC0319

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Λεπτομερής επεξήγηση της τροποποιημένης πρότασης /* COM/2011/0319 τελικό */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ 1.1. Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Όπως ανακοινώθηκε στο σχέδιο πολιτικής για το άσυλο[1], η Επιτροπή υπέβαλε, στις 21 Οκτωβρίου 2009, πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα[2] (εφεξής "η οδηγία για τις διαδικασίες ασύλου").

Η πρόταση εκπονήθηκε με βάση την αξιολόγηση της εφαρμογής της υφιστάμενης οδηγίας στα κράτη μέλη. Επίσης λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα ευρείας διαδικασίας διαβούλευσης με τα κράτη μέλη, τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, μη κυβερνητικές οργανώσεις και άλλους συναφείς ενδιαφερόμενους φορείς. Οι πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της ισχύουσας οδηγίας ενοποιήθηκαν στη συνέχεια με τη μορφή έκθεσης αξιολόγησης[3], η οποία δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2009 και τα συμπεράσματα της οποίας ενίσχυσαν περαιτέρω τα επιχειρήματα υπέρ της πρότασης.

Στις 6 Απριλίου 2011, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής, η οποία σε γενικές γραμμές υποστήριζε τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

Η πρόταση αυτή συζητήθηκε επίσης στο Συμβούλιο, ιδίως στο πλαίσιο της ισπανικής προεδρίας του 2010. Ωστόσο, οι συζητήσεις ήταν δύσκολες και δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί θέση στο Συμβούλιο.

Με την υποβολή της τροποποιημένης πρότασης, η Επιτροπή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα πρωτοβουλίας της για να προωθήσει τις εργασίες επίτευξης πραγματικού κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου από το οποίο θα επωφελούνται τόσο τα κράτη μέλη όσο και οι πρόσφυγες. Η Επιτροπή έχει πολιτική ευθύνη να παράσχει πραγματικές ευκαιρίες ώστε η Ένωση να τηρήσει τη δέσμευσή της, βάσει του προγράμματος της Στοκχόλμης, για επίτευξη κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου μέχρι το 2012. Η έκδοση της τροποποιημένης οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες, η οποία εφαρμόζεται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, έδωσε ισχυρή ώθηση προς την κατεύθυνση αυτή.

Μια κοινή διαδικασία ασύλου θα πρέπει να είναι ταχεία και δίκαιη. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, η Επιτροπή συνεχίζει να εμπλουτίζει τις γνώσεις της σχετικά με τον τρόπο ενοποίησης των βέλτιστων εθνικών πρακτικών και να τις συγκεντρώνει σ΄ ένα σύστημα που διέπεται από συνοχή και είναι εύκολο να εφαρμοστεί σε όλη την Ένωση. Η τροποποιημένη πρόταση συνενώνει τις πρόσθετες γνώσεις και την πείρα που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την προηγούμενη πρόταση.

Το σύστημα που προτείνεται στην τροποποιημένη πρόταση είναι τόσο αποτελεσματικό όσο και προστατευτικό. Είναι αποδοτικό από άποψη κόστους και βοηθά στην αντιμετώπιση εν δυνάμει καταχρηστικών αιτήσεων. Εγγυάται την παρόμοια επεξεργασία των αιτήσεων σ' όλα τα κράτη μέλη. Το σύστημα αυτό σέβεται πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα και τη σχετική με αυτά αναπτυσσόμενη νομολογία, και ως εκ τούτου διασφαλίζει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τις εναντίον του προσφυγές στα δικαστήρια. Παράλληλα, είναι αρκετά ευέλικτο για να ενσωματώνει τις ιδιαιτερότητες των εθνικών νομικών συστημάτων. Οι κανόνες που το συνθέτουν έχουν αποσαφηνιστεί και απλουστευθεί ώστε να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή.

Η τροποποιημένη πρόταση θα πρέπει να εξετασθεί από κοινού με την τροποποιημένη πρόταση για την "οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής". Η εν λόγω πρόταση αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση καλύτερων και περισσότερο εναρμονισμένων απαιτήσεων υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο σ' όλη την Ένωση.

Η τροποποιημένη πρόταση σχετίζεται επίσης με τον κανονισμό για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ), που εκδόθηκε στις 19 Μαΐου 2010. Τώρα που η Υπηρεσία αυτή ξεκίνησε να λειτουργεί, μπορεί να προβλεφθεί γι΄ αυτή ένας περισσότερο συγκεκριμένος ρόλος όσον αφορά τη στήριξη των κρατών μελών για την περισσότερο αποτελεσματική εφαρμογή των κοινών κανόνων.

1.2. Γενικό πλαίσιο

Η πρόταση του 2009 και η παρούσα τροποποιημένη πρόταση αποτελούν μέρος νομοθετικής δέσμης που αποβλέπει στη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (ΚΕΣΑ).

Ειδικότερα, το 2008, μαζί με την πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής, η Επιτροπή ενέκρινε προτάσεις για την τροποποίηση των κανονισμών του Δουβλίνου και EURODAC. Το 2009, η Επιτροπή ενέκρινε προτάσεις για την τροποποίηση των οδηγιών για τις διαδικασίες ασύλου και τις ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο ιδρύθηκε με κανονισμό της 19ης Μαΐου 2010 για να αυξήσει τον συντονισμό της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών με στόχο την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινών κανόνων στον τομέα του ασύλου.

Αυτή η νομοθετική δέσμη ευθυγραμμίζεται με το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο[4], που επαναβεβαίωσε τους στόχους του προγράμματος της Χάγης και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για τη θέσπιση, το αργότερο το 2012, ενιαίας διαδικασίας ασύλου που θα αποτελείται από την παροχή κοινών εγγυήσεων. Στο ίδιο πλαίσιο, το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη συνεδρίασή του στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 2009 τόνισε την ανάγκη δημιουργίας "ενός κοινού χώρου προστασίας και αλληλεγγύης, βάσει κοινής διαδικασίας ασύλου και ομοιόμορφου καθεστώτος για τα πρόσωπα στα οποία χορηγείται διεθνής προστασία" με βάση "υψηλές προδιαγραφές ασφαλείας", και "δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες", μέχρι το 2012. Ειδικότερα, στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης τονίστηκε ότι τα πρόσωπα που χρειάζονται προστασία πρέπει να έχουν εγγυημένη πρόσβαση σε νομικά ασφαλείς και αποτελεσματικές διαδικασίες. Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, είναι σημαντικό να προσφέρεται στα πρόσωπα, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλουν αίτηση ασύλου, ισότιμο επίπεδο μεταχείρισης όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής και κοινή αντιμετώπιση όσον αφορά τις διαδικαστικές ρυθμίσεις και τον προσδιορισμό του παρεχόμενου καθεστώτος. Στόχος πρέπει να είναι οι παρεμφερείς υποθέσεις να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και να καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Εκπονήθηκε εκτίμηση επιπτώσεων ως μέρος της προετοιμασίας της προηγούμενης πρότασης. Η τροποποιημένη πρόταση βασίζεται στις ίδιες αρχές με την προηγούμενη πρόταση. Επιπλέον, αποβλέπει στη μείωση του κόστους και του διοικητικού βάρος με την απλούστευση και την αποσαφήνιση ορισμένων διατάξεων για να διευκολύνει την εφαρμογή τους. Προς τούτο, η εκτίμηση επιπτώσεων που εκπονήθηκε για την προηγούμενη πρόταση συνεχίζει να εφαρμόζεται στην τροποποιημένη πρόταση.

1.3. Συνοχή με άλλες πολιτικές και στόχους της Ένωσης

Η παρούσα πρόταση ευθυγραμμίζεται απολύτως με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε του 1999, με το πρόγραμμα της Χάγης του 2004, με το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 17 Οκτωβρίου 2008, και με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης του 2009 που απαιτεί την επίτευξη του ΚΕΣΑ μέχρι το 2012.

Η πρόταση συνάδει επίσης με τους στόχους της στρατηγικής για την Ευρώπη του 2020, ιδίως όσον αφορά την καλύτερη ενσωμάτωση των νόμιμων μεταναστών. Με την προώθηση ταχύτερων και περισσότερο αξιόπιστων διαδικασιών ασύλου, ευνοεί τη δυνατότητα απασχόλησης των προσφύγων και των προσώπων που χρήζουν επικουρικής προστασίας καθώς οι δεξιότητές τους θα επηρεαστούν σε μικρότερο βαθμό από μια μακροχρόνια περίοδο χωρίς πλήρη πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Επίσης, προσπαθεί να μειώσει το κόστος υποδοχής των κρατών μελών, προωθώντας με αυτόν τον τρόπο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

2. Διαβούλευση με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη

Ως μέρος των προπαρασκευαστικών εργασιών για την προηγούμενη πρόταση, η Επιτροπή υπέβαλε Πράσινη Βίβλο, πραγματοποίησε περισσότερες συσκέψεις εμπειρογνωμόνων, περιλαμβανομένου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες και εταίρων της κοινωνίας των πολιτών, ανέθεσε την εκπόνηση εξωτερικής μελέτης και συγκέντρωσε δεδομένα από τις απαντήσεις σε περισσότερα λεπτομερή ερωτηματολόγια. Η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση αξιολόγησης για την εφαρμογή της ισχύουσας οδηγίας στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής ενίσχυσαν περισσότερο τα πορίσματα των προπαρασκευαστικών εργασιών.

Μετά την υποβολή της προηγούμενης πρότασης τον Οκτώβριο του 2009, διενεργήθηκαν συζητήσεις σε τεχνικό επίπεδο στο Συμβούλιο, ιδίως στο πλαίσιο της ισπανικής προεδρίας. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων μερικά κράτη μέλη αντιτάχθηκαν σε συγκεκριμένες διατάξεις της πρότασης λόγω των ιδιαιτεροτήτων των συστημάτων ασύλου ή/και των νομικών τους συστημάτων. Ωστόσο, δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση ικανοποιητικών λύσεων από το Συμβούλιο.

Έγινε εμφανές ότι, για να αποφευχθεί η ενσωμάτωση πολλαπλών εξαιρέσεων για συγκεκριμένα κράτη μέλη και επομένως η διακινδύνευση της συνολικής συνοχής του προτεινόμενου συστήματος, η Επιτροπή μπορούσε να εξετάσει εκ νέου την πρόταση ώστε να προτείνει περισσότερο ολοκληρωμένη λύση στα ζητήματα που τέθηκαν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την προστιθέμενη αξία του κειμένου. Η αποσαφήνιση και η απλούστευση των προτεινόμενων διατάξεων για να διευκολυνθεί η εφαρμογή τους από τα κράτη μέλη θα πρέπει να δώσει μια ανανεωμένη ώθηση στις συζητήσεις. Επομένως, η Επιτροπή ανακοίνωσε στο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων ότι θα υπέβαλε τροποποιημένη πρόταση για αυτή την οδηγία πριν από την έναρξη της πολωνικής προεδρίας του Συμβουλίου του 2011.

Ως μέρος των προπαρασκευαστικών εργασιών για αυτή την τροποποιημένη πρόταση, η Επιτροπή διενήργησε σειρά συνεδριάσεων τεχνικής διαβούλευσης από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 2010. Επίσης, η τροποποιημένη πρόταση λαμβάνει υπόψη τις συζητήσεις στο πλαίσιο της υπουργικής διάσκεψης για την ισότητα και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας ασύλου, που διοργανώθηκε από τη βελγική προεδρία, στις 13 και 14 Σεπτεμβρίου 2010. Η διάσκεψη μεταξύ άλλων εστιάστηκε σε θέματα συνεντεύξεων, κατάρτισης, πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, διαδικασιών προτεραιότητας και κατ΄επανάληψη αιτήσεων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση στις 6 Απριλίου 2011. Το ψήφισμα σε γενικές γραμμές υποστήριζε την πρόταση της Επιτροπής. Οι περισσότερες από τις προτεινόμενες τροπολογίες είχαν ως στόχο την ενίσχυση των εγγυήσεων για τους αιτούντες. Μερικές απέβλεπαν στην παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας για τα κράτη μέλη ή στη βελτίωση της συνολικής συνοχής του κειμένου. Η ουσία του ψηφίσματος ελήφθη υπόψη για την προετοιμασία της τροποποιημένης πρότασης, η οποία επομένως ενσωματώνει πολλές τροπολογίες είτε ως προς τη διατύπωση είτε ως προς την ουσία τους.

Η θέση του Κοινοβουλίου περιλαμβάνει επίσης σημαντική σειρά τροπολογιών που θα οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές σχετικά με τις διάφορες έννοιες των ασφαλών τρίτων χωρών. Η Επιτροπή αξιολόγησε προσεκτικά αυτή την τροπολογία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ιδέα διαγραφής των εθνικών καταλόγων ασφαλών χωρών και η έγκριση κοινών καταλόγων της ΕΕ θα μπορούσε να προβλεφθεί μελλοντικά. Ωστόσο, θα είναι ρεαλιστική μόνο όταν η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο θα μπορεί να υποστηρίξει με διατηρήσιμο τρόπο την αντικατάσταση των εθνικών καταλόγων με την εκπόνηση εκθέσεων για τις χώρες καταγωγής με βάση συναφείς, αξιόπιστες, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που έχουν συγκεντρωθεί με διαφανή και αμερόληπτο τρόπο, με την ανάπτυξη κοινού μορφότυπου και κοινής μεθοδολογίας για την παρουσίαση, επαλήθευση και χρησιμοποίηση πληροφοριών για τις χώρες καταγωγής, και με την ανάλυση των πληροφοριών για τις χώρες καταγωγής.

Μολονότι οι τροπολογίες του Κοινοβουλίου σχετικά με τις διάφορες έννοιες των ασφαλών τρίτων χωρών δεν έχουν ενσωματωθεί στην τροποποιημένη πρόταση, η Επιτροπή αναγνωρίζει την ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισης των κανόνων αυτών. Προς τούτο η Επιτροπή δεσμεύεται να διενεργεί με κατάλληλο τρόπο, με τα κράτη μέλη και με τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου, τακτική επανεξέταση της χρησιμοποίησης των εννοιών αυτών. Αυτή η διαδικασία τακτικής επανεξέτασης θα πρέπει να βοηθήσει την προετοιμασία της περαιτέρω εναρμόνισης στο μέλλον.

Η τροποποιημένη πρόταση έχει ως στόχο να αποτελέσει εξισορροπημένη λύση για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο συννομοθετών.

3. ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ 3.1. Συνοπτική παρουσίαση της προτεινόμενης δράσης

Η παρούσα τροποποιημένη πρόταση έχει ως στόχο να απλουστεύσει και να αποσαφηνίσει τους κανόνες για να τους καταστήσει περισσότερο συμβατούς με τα διάφορα εθνικά νομικά συστήματα καθώς και να βοηθήσει τα κράτη μέλη στην εφαρμογή των κανόνων αυτών με τρόπο που να είναι αποδοτικός από άποψη κόστους, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κράτους.

Όπως και στην προηγούμενη πρόταση, ο συνολικός στόχος εξακολουθεί να έγκειται στην επίτευξη αποτελεσματικών και δίκαιων διαδικασιών. Η πρόταση συνεχίζει να διασφαλίζει την πλήρη τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων διότι είναι ενημερωμένη ως προς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. Σε σύγκριση με την ισχύουσα οδηγία, οι διαδικαστικές εγγυήσεις αναθεωρήθηκαν για να οδηγήσουν σε περισσότερο συνεπή εφαρμογή των διαδικαστικών αρχών. Επίσης, η πρόταση εισάγει περισσότερο συνεπείς και απλουστευμένους διαδικαστικούς μηχανισμούς και έννοιες, παρέχοντας μ' αυτόν τον τρόπο στις αρμόδιες για το άσυλο αρχές τα αναγκαία διαδικαστικά εργαλεία για την πρόληψη των καταχρήσεων και την ταχεία επεξεργασία των σαφώς αβάσιμων αιτήσεων.

Για τη διευκόλυνση της συνεπούς εφαρμογής του κεκτημένου για το άσυλο και την απλούστευση των εφαρμοστέων ρυθμίσεων, η πρόταση προβλέπει ενιαία διαδικασία, αποσαφηνίζοντας ως εκ τούτου ότι οι αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα και των δύο μορφών διεθνούς προστασίας που καθορίζονται στην οδηγία για την αναγνώριση. Η πρόταση αυξάνει τη συνοχή με την τροποποιημένη πρόταση για τις συνθήκες υποδοχής και με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο.

3.1.1. Διευκόλυνση της εφαρμογής για τα κράτη μέλη

Ορισμένες αλλαγές επήλθαν για να διασφαλιστεί ότι η πρόταση είναι περισσότερο συμβατή με τα διάφορα νομικά συστήματα και τις άλλες ρυθμίσεις των κρατών μελών. Αυτό αφορά, για παράδειγμα, τους κανόνες για τις αποφάσεις σχετικά με το δικαίωμα εισδοχής στο έδαφος, τη δυνατότητα αναβολής της λήψης απόφασης όταν η κατάσταση στη χώρα καταγωγής είναι προσωρινά αβέβαιη, και τους λόγους για την εξέταση αιτήσεων στα σύνορα. Μερικές διατάξεις έγιναν περισσότερο ευέλικτες για να διασφαλίσουν τη διευκόλυνση της εφαρμογής.

Για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν δεόντως μεγάλο αριθμό ταυτόχρονων αιτήσεων ασύλου, αναθεωρήθηκαν κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στη διαδικασία, τη διεξαγωγή προσωπικών συνεντεύξεων και την τυποποιημένη μέγιστη διάρκεια των διαδικασιών ασύλου.

Τέλος, όλες οι διατάξεις αναθεωρήθηκαν διεξοδικά σε όλο το κείμενο για να αποσαφηνιστούν και να απλουστευθούν οι κανόνες προκειμένου να διευκολυνθούν οι συζητήσεις και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή.

3.1.2. Βελτίωση της αντιμετώπισης εν δυνάμει καταχρήσεων

Η τροποποιημένη πρόταση ενισχύει την ικανότητα των κρατών μελών να αντιμετωπίζουν τις εν δυνάμει καταχρήσεις του συστήματος ασύλου. Οι νέοι κανόνες προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη πρέπει να επιταχύνουν τις διαδικασίες και να εξετάζουν στα σύνορα αιτήσεις στο πλαίσιο των οποίων ο αιτών έχει παρουσιάσει προδήλως πλαστές ή προφανώς απίθανες πληροφορίες οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με επαρκώς επαληθευμένες πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής, καθιστώντας επομένως την αίτησή του σαφώς μη πειστική. Το ίδιο ισχύει για αιτούντες που αποτελούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη.

Για την καλύτερη αντιμετώπιση αιτούντων που διαφεύγουν ή δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους τροποποιήθηκαν επίσης οι κανόνες για τη σιωπηρή ανάκληση της αίτησης. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν αίτηση που βασίζεται σε σιωπηρή ανάκληση εάν οι αρχές διαθέτουν ήδη επαρκή στοιχεία για να εξετάσουν δεόντως την αίτηση αυτή. Για να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση των αιτούντων σχετικά με τις συνέπειες της ανάκλησης, ζητείται από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν τους αιτούντες για αυτούς τους κανόνες στην αρχή της διαδικασίας.

3.1.3. Επικέντρωση στην αρχή της διαδικασίας ('Frontloading)': ταχείες, δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες

Η επικέντρωση στην αρχή της διαδικασίας σημαίνει τη διάθεση των κατάλληλων πόρων υπέρ της ποιότητας της λήψης αποφάσεων σε πρώτο βαθμό για να γίνουν οι διαδικασίες περισσότερο δίκαιες και αποτελεσματικές. Ένας από τους κυριότερους στόχους της πρότασης εξακολουθεί να είναι ένα υπόδειγμα διαδικασίας ασύλου που να μην υπερβαίνει τους έξι μήνες. Παράλληλα, η τροποποιημένη πρόταση περιλαμβάνει ορισμένες αποσαφηνίσεις για να διευκολύνει την εφαρμογή αυτής της έννοιας λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των διαφόρων κρατών μελών.

Βασικό στοιχείο της επικέντρωσης στην αρχή της διαδικασίας είναι η έγκαιρη πρόσβαση του αιτούντος στη στήριξη προκειμένου να κατανοήσει τη διαδικασία. Η τροποποιημένη πρόταση διευκρινίζει την ουσία αυτής της βασικής στήριξης για να τη διακρίνει από τη δωρεάν νομική συνδρομή που διατίθεται στις διαδικασίες άσκησης ενδίκων μέσων. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εξεύρουν τις κατάλληλες λεπτομέρειες για την παροχή της στήριξης, μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων, κρατικών λειτουργών ή ειδικευμένων κρατικών υπηρεσιών. Οι τροπολογίες θα πρέπει να καταστήσουν την εφαρμογή αυτής της βασικής διάταξης περισσότερο αποδοτική από άποψη κόστους και να εξαλείψουν τις παρανοήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε συγκρούσεις μεταξύ των κανόνων αυτών και του γενικού διοικητικού δικαίου περισσοτέρων κρατών μελών.

Η πρόταση απλουστεύει επίσης τους κανόνες για την κατάρτιση που τα κράτη μέλη πρέπει να παράσχουν στο προσωπικό που εξετάζει τις αιτήσεις και λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με αυτές. Μολονότι το υψηλό επίπεδο ικανοτήτων αυτού του προσωπικού εξακολουθεί να αποτελεί στόχο, δεδομένου ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να διασφαλιστεί η λήψη αξιόπιστων και επιδεχόμενων υπεράσπισης αποφάσεων από τις αρμόδιες για το άσυλο αρχές, οι λεπτομερείς διατάξεις απλουστεύονται και γίνονται περισσότερο συνεκτικές σε σχέση με άλλα τμήματα του κεκτημένου για το άσυλο.

Τέλος, οι διατάξεις για τους αιτούντες που χρήζουν ειδικών δικονομικών εγγυήσεων απλουστεύονται. Οι νέοι κανόνες έχουν λιγότερο επιτακτικό χαρακτήρα για να δώσουν στα κράτη μέλη περισσότερη ευχέρεια και ευελιξία προκειμένου να ληφθούν υπόψη με τον κατάλληλο τρόπο οι διάφορες εν δυνάμει ιδιαίτερες συνθήκες των αιτούντων. Παράλληλα, οι κανόνες συνεχίζουν να παρέχουν υψηλό επίπεδο εγγυήσεων για τα πρόσωπα αυτά.

3.1.4. Εγγύηση της πρόσβασης στην προστασία

Για να διασφαλιστεί ότι το πρόσωπο που εκφράζει επιθυμία να ζητήσει διεθνή προστασία έχει πραγματική ευκαιρία να υποβάλλει αίτηση, η τροποποιημένη πρόταση βελτιώνει τους κανόνες για τα αρχικά βήματα που πρέπει να γίνουν στη διαδικασία ασύλου.

Ειδικότερα, η τροποποιημένη πρόταση αποκλείει το ενδεχόμενο σύγχυσης μεταξύ της παραλαβής πλήρους αίτησης ασύλου και της βασικής πράξης καταχώρισης του προσώπου ως αιτούντος. Επομένως, διευκολύνει τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με την προτεινόμενη προθεσμία των 72 ωρών για την καταχώριση αιτούντος με την ιδιότητα αυτή μετά την έκφραση της επιθυμίας του να υποβάλει αίτηση· η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί εάν η τήρησή της είναι πρακτικά αδύνατη.

Επιπλέον, η τροποποιημένη πρόταση προβλέπει απλούς κανόνες για την κατάρτιση και τις οδηγίες για τους συνοριοφύλακες και οποιεσδήποτε άλλες αρχές είναι πιθανό να έρθουν σε επαφή με τους πιθανούς αιτούντες. Οι νέοι κανόνες θα πρέπει να βοηθήσουν τα κράτη μέλη να τους εφαρμόσουν στην πράξη, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών τους καταστάσεων.

3.1.5. Σαφείς κανόνες για τις κατ' επανάληψη αιτήσεις

Ακόμα και μετά την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας, ένα πρόσωπο πρέπει να μπορεί να υποβάλλει εκ νέου αίτηση εάν έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του, για να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα υποβολής επιτόπου ("sur place") αιτήσεων σύμφωνα με την οδηγία για την αναγνώριση. Η τροποποιημένη πρόταση αποσαφηνίζει τους κανόνες σχετικά με τις αιτήσεις αυτές για να προλάβει τις εν δυνάμει καταχρήσεις τους.

Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, κάθε μεταγενέστερη αίτηση υπόκειται σε ταχεία και αποτελεσματική προκαταρκτική εξέταση για να καθοριστεί εάν υπάρχουν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν περαιτέρω εξέταση. Εάν υπάρχουν νέα στοιχεία, η μεταγενέστερη αίτηση πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. Εάν δεν υπάρχουν, η αίτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Για την πρόληψη των καταχρήσεων, τα κράτη μέλη μπορούν τότε να παρεκκλίνουν από το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος ακόμα και εάν το πρόσωπο υποβάλλει νέες αιτήσεις διεθνούς προστασίας.

3.1.6. Ενίσχυση της συνοχής με άλλες πράξεις του κεκτημένου της ΕΕ για το άσυλο

Η τροποποιημένη πρόταση αναθεωρεί ορισμένους μηχανισμούς για να τους κάνει περισσότερο συνεκτικούς με άλλες πράξεις της ΕΕ για το άσυλο, ιδίως με την τροποποιημένη πρόταση σχετικά με την οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής. Αυτό αφορά ειδικότερα τις διατάξεις για τις ειδικές ανάγκες και τα ευάλωτα πρόσωπα και τις διαδικασίες στα σύνορα.

Η τροποποιημένη πρόταση ευθυγραμμίζει επίσης τις διατάξεις για την κατάρτιση με τις ισοδύναμες διατάξεις του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο. Επίσης, οι διατάξεις της σχετικά με την κατάρτιση και την πρόσβαση στη διαδικασία προβλέπουν περισσότερο συγκεκριμένο ρόλο για την εν λόγω Υπηρεσία. Ο στόχος έγκειται στην παροχή ευελιξίας αλλά και στήριξης στα κράτη μέλη. Η συμμετοχή της εν λόγω Υπηρεσίας θα πρέπει επίσης να προωθήσει τη συνοχή της εφαρμογής σε ολόκληρη την Ένωση.

Για τη διευκόλυνση της συνεκτικής εφαρμογής του κεκτημένου και την απλούστευση των εφαρμοστέων ρυθμίσεων, η πρόταση προβλέπει ενιαία διαδικασία, καθιστώντας σαφές με αυτόν τον τρόπο ότι οι αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα και των δύο μορφών διεθνούς προστασίας που θεσπίζονται στην οδηγία για την αναγνώριση.

3.2. Νομική βάση

Η τροποποιημένη πρόταση τροποποιεί την οδηγία 2005/85/ΕΚ και χρησιμοποιεί ως νομική βάση το άρθρο 78 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο προβλέπει τη λήψη μέτρων σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του ενιαίου καθεστώτος ασύλου ή επικουρικής προστασίας.

3.3. Εδαφική εφαρμογή

Η προτεινόμενη οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Η εφαρμογή της οδηγίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία θα καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 21 που προσαρτάται στη ΣΛΕΕ.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν δεσμεύεται από την οδηγία ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.

3.4. Αρχή της επικουρικότητας

Ο τίτλος V της ΣΛΕΕ για το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης αναθέτει ορισμένες αρμοδιότητες σχετικά με τα θέματα αυτά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι μόνο εφόσον και κατά τον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης.

Η νομική βάση της δράσης της Ένωσης θεσπίζεται στο άρθρο 78 ΣΛΕΕ. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η Ένωση "αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας χρήζει διεθνούς προστασίας και να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η πολιτική αυτή πρέπει να συνάδει με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και με το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων, καθώς και με άλλες συναφείς συμβάσεις".

Δεδομένου του διακρατικού χαρακτήρα των προβλημάτων που αφορούν το άσυλο και την προστασία των προσφύγων, η EE βρίσκεται στην κατάλληλη θέση για να προτείνει λύσεις στο πλαίσιο του ΚΕΣΑ, ιδίως σχετικά με ζητήματα που αφορούν τις διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση διεθνούς προστασίας, και ειδικότερα για την αποφυγή δευτερογενών μετακινήσεων. Μολονότι με την έκδοση της οδηγίας το 2005 επιτεύχθηκε σημαντικός βαθμός εναρμόνισης, απαιτείται περαιτέρω δράση της ΕΕ για την επίτευξη υψηλότερων και πιο εναρμονισμένων απαιτήσεων στις διαδικασίες ασύλου, καθώς και για τη λήψη περαιτέρω μέτρων για κοινές διαδικασίες ασύλου. Οι απαιτήσεις αυτές κρίνονται επίσης απαραίτητες ώστε η εξέταση των αιτήσεων, που υποβάλλουν οι αιτούντες διεθνή προστασία με βάση τις διαδικασίες του Δουβλίνου, να γίνεται με ισοδύναμους όρους στα διάφορα κράτη μέλη.

3.5. Αρχή της αναλογικότητας

Η εκτίμηση των επιπτώσεων από την τροποποίηση της οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου[5], η οποία εκπονήθηκε ως μέρος των προπαρασκευαστικών εργασιών της προηγούμενης πρότασης, μετά από αξιολόγηση κάθε εναλλακτικής επιλογής για την επίλυση των διαπιστωθέντων προβλημάτων ώστε να εξασφαλίζεται η ιδανική ισορροπία μεταξύ του πρακτικού οφέλους και των απαιτούμενων προσπαθειών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή της δράσης εκ μέρους της EE δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου της επίλυσης των προβλημάτων αυτών. Η παρούσα τροποποιημένη πρόταση διατηρεί τις κατευθυντήριες αρχές της προηγούμενης πρότασης ενώ εισάγει πρόσθετη ευελιξία για τα κράτη μέλη, συμβάλλοντας μ' αυτόν τον τρόπο στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

3.6. Επιπτώσεις όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα

Η παρούσα πρόταση αποτέλεσε αντικείμενο εμπεριστατωμένης εξέτασης ώστε να διασφαλισθεί ότι οι διατάξεις της συνάδουν πλήρως:

– με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, και

– με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, ιδίως από τη σύμβαση της Γενεύης, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Η εξασφάλιση υψηλότερων απαιτήσεων για τις διαδικασίες ασύλου, καθώς και η συνεκτική εφαρμογή τους σε όλη την Ένωση θα έχει συνολικά θετικές συνέπειες για τους αιτούντες άσυλο και θα καταστήσει αποτελεσματικότερο το θεμελιώδες δικαίωμα ασύλου του άρθρου 18 του Χάρτη. Συγκεκριμένα, η πρόταση θα μειώσει τα περιθώρια διοικητικών σφαλμάτων στις διαδικασίες ασύλου, εξασφαλίζοντας έτσι την καλύτερη τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του Χάρτη και βελτιώνοντας την πρόσβαση στην προστασία και τη δικαιοσύνη με την εγγύηση ότι κάθε αιτών θα πρέπει να έχει σε περίπτωση αρνητικής απόφασης δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη. Επίσης, η πρόταση θα ενισχύσει την ισότητα των φύλων που καθορίζεται στο άρθρο 23 του Χάρτη, θα προωθήσει την εφαρμογή της αρχής του μείζονος συμφέροντος του παιδιού στις διαδικασίες ασύλου, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Χάρτη, και θα ενδυναμώσει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων όπως προβλέπεται στο άρθρο 21 του Χάρτη.

2009/0165 (COD)

Τροποποιημένη πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (Αναδιατύπωση)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 78 παράγραφος 2 στοιχείο δ),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[6],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[7],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

ò νέο

(1) Είναι σκόπιμο να επέλθουν ορισμένες ουσιώδεις αλλαγές στην οδηγία 2005/85/ΕΚ, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα[8]. Για λόγους σαφήνειας, είναι σκόπιμη η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(2) Η κοινή πολιτική ασύλου, που περιλαμβάνει το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ανοικτού σε εκείνους οι οποίοι, αναγκασμένοι από τις περιστάσεις, αναζητούν νομίμως προστασία στην Ö Ένωση Õ Κοινότητα. ð Η πολιτική αυτή θα πρέπει να διέπεται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο. ï

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2

(3) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την έκτακτη σύνοδο στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, συμφώνησε να καταβληθεί προσπάθεια για τη θέσπιση κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο, με βάση την πλήρη και συνολική εφαρμογή της σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων ("σύμβαση της Γενεύης"), όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, επιβεβαιώνοντας έτσι την αρχή της μη επαναπροώθησης και διασφαλίζοντας ότι κανείς δεν αποστέλλεται πίσω σε μέρος όπου θα υφίστατο διώξεις.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)

(4) Στα συμπεράσματα του Τάμπερε αναφέρεται ότι το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο θα πρέπει βραχυπρόθεσμα να περιλαμβάνει κοινές απαιτήσεις προδιαγραφές για δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου στα κράτη μέλη και, πιο μακροπρόθεσμα, Ö ενωσιακούς Õ κοινοτικούς κανόνες που θα καταλήξουν σε κοινή διαδικασία ασύλου στην Ευρωπαϊκή Ö Ένωση Õ Κοινότητα.

ê 2005/85/EΚ αιτιολογική σκέψη 4

ð νέο

(5) ð Η πρώτη φάση του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου επιτεύχθηκε μέσω της έκδοσης των συναφών νομικών πράξεων που προβλέπονται στις Συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2005/85/ΕΚ η οποία συνιστούσε ï Οι ελάχιστες προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας για τις διαδικασίες στα κράτη μέλη σχετικά με τη χορήγηση ή ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα συνιστούν έτσι ένα πρώτο μέτρο στις διαδικασίες ασύλου.

ò νέο

(6) Στις 4 Νοεμβρίου 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε το πρόγραμμα της Χάγης, το οποίο καθορίζει τους στόχους που πρέπει να υλοποιηθούν στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης κατά την περίοδο 2005-2010. Στο πλαίσιο αυτό, το πρόγραμμα της Χάγης κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ολοκληρώσει την αξιολόγηση των νομικών πράξεων της πρώτης φάσης και να υποβάλει τις νομικές πράξεις και τα μέτρα της δεύτερης φάσης στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κατ’ εφαρμογή του προγράμματος της Χάγης, ο στόχος που πρέπει να επιδιωχθεί σε σχέση με την εγκαθίδρυση κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου είναι η θέσπιση κοινής διαδικασίας ασύλου και ομοιόμορφου καθεστώτος το οποίο να ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση.

(7) Στο Ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο, το οποίο εγκρίθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2008, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επεσήμαινε ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την παροχή προστασίας και ζητούσε την ανάληψη νέων πρωτοβουλιών, ιδίως πρότασης για τη θέσπιση ενιαίας διαδικασίας ασύλου που να συμπεριλαμβάνει κοινές εγγυήσεις, ενόψει της ολοκλήρωσης της εγκαθίδρυσης κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, όπως προβλέπεται στο πρόγραμμα της Χάγης.

(8) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στη συνεδρίασή του στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 2009, ενέκρινε το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, το οποίο επαναβεβαίωσε τη δέσμευσή του για την εγκαθίδρυση ενός κοινού χώρου προστασίας και αλληλεγγύης, βάσει κοινής διαδικασίας ασύλου και ομοιόμορφου καθεστώτος για τα πρόσωπα στα οποία χορηγείται διεθνής προστασία με βάση υψηλές προδιαγραφές ασφαλείας, και δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες, μέχρι το 2012. Στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης τονίστηκε ότι τα πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας πρέπει να έχουν εγγυημένη πρόσβαση σε νομικά ασφαλείς και αποτελεσματικές διαδικασίες. Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, είναι σημαντικό να προσφέρεται στα πρόσωπα, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο καταθέτουν αίτηση ασύλου, ισότιμο επίπεδο μεταχείρισης όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής και κοινή αντιμετώπιση όσον αφορά τις διαδικαστικές ρυθμίσεις και τον προσδιορισμό του παρεχόμενου καθεστώτος. Στόχος πρέπει να είναι οι παρεμφερείς υποθέσεις να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και να καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

(9) Οι πόροι του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, η οποία ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[9], είναι σκόπιμο να αξιοποιούνται με σκοπό την επαρκή υποστήριξη των προσπαθειών των κρατών μελών σε σχέση με την εφαρμογή των απαιτήσεων που θεσπίζονται κατά τη δεύτερη φάση του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, ιδίως δε των κρατών μελών εκείνων που αντιμετωπίζουν ιδιάζουσες και δυσανάλογα μεγάλες πιέσεις για τα συστήματα ασύλου τους, εξαιτίας ειδικότερα της γεωγραφικής ή δημογραφικής τους κατάστασης.

(10) Με σκοπό να διασφαλισθεί η σφαιρική και αποτελεσματική αξιολόγηση των αναγκών διεθνούς προστασίας των αιτούντων κατά την έννοια της οδηγίας […./../ΕΕ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας και το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας («οδηγία για την αναγνώριση»)], το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις διαδικασίες χορήγησης διεθνούς προστασίας ενδείκνυται να στηρίζεται στην έννοια της ενιαίας διαδικασίας ασύλου.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5

ð νέο

(11) Κύριος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η ð περαιτέρω ανάπτυξη απαιτήσεων για τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης της διεθνούς προστασίας στα κράτη μέλη ενόψει της δημιουργίας κοινής διαδικασίας ασύλου στην Ένωση ï θέσπιση ενός ελάχιστου πλαισίου στην Κοινότητα σχετικά με τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα .

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6

ð νέο

(12) Η προσέγγιση των κανόνων σχετικά με τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης ð της διεθνούς προστασίας ï του καθεστώτος του πρόσφυγα αναμένεται να συμβάλει στον περιορισμό των δευτερογενών μετακινήσεων των αιτούντων ð διεθνή προστασία ï άσυλο μεταξύ των κρατών μελών, όταν αυτές οφείλονται στις διαφορές των νομικών πλαισίων ð , και να οδηγήσει στη δημιουργία ισοδύναμων συνθηκών για την εφαρμογή της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] στα κράτη μέλη ï.

ê 2005/85/EC αιτιολογική σκέψη 7

ð νέο

(13) Οι ελάχιστες απαιτήσεις, εκ της φύσεώς τους, επιτρέπουν Επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους απάτριδες ανιθαγενείς που ζητούν διεθνή προστασία από κράτος μέλος, όταν το αίτημα θεωρείται ότι βασίζεται στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος ðχρήζει διεθνούς προστασίας ï είναι πρόσφυγας κατά την έννοια ðτης οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] ï του άρθρου 1(A) της σύμβασης της Γενεύης.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9

ð νέο

(14) Όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από υποχρεώσεις που υπέχουν από πράξεις διεθνούς δικαίου στις οποίες είναι μέρη και οι οποίες απαγορεύουν τις διακρίσεις.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10

ð νέο

(15) Είναι βασικό να λαμβάνονται οι αποφάσεις για όλες τις αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου με βάση τα γεγονότα και πρωτίστως από αρχές το προσωπικό των οποίων έχει την απαραίτητη γνώση ή εκπαίδευση κατάρτιση σε θέματα ασύλου και ð διεθνούς προστασίας ï προσφύγων.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(16) Είναι προς το συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων ð διεθνή προστασία ï άσυλο Ö να λαμβάνεται απόφαση Õ επί των αιτήσεων το συντομότερο δυνατό, ð με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξέτασης ï. Η οργάνωση της επεξεργασίας των αιτήσεων αυτών θα πρέπει να επαφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, ούτως ώστε, ανάλογα με τις εθνικές ανάγκες, να δίδουν προτεραιότητα ή να επισπεύδουν την επεξεργασία οιασδήποτε αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας.

(17) Επίσης, είναι προς το συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων να διασφαλίζεται η ορθή αναγνώριση των αναγκών διεθνούς προστασίας ήδη στον πρώτο βαθμό. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρέχονται στους αιτούντες, από τον πρώτο βαθμό και δωρεάν, νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής τους κατάστασης. Η παροχή αυτών των πληροφοριών θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να επιτρέψει στους αιτούντες να κατανοήσουν καλύτερα τη διαδικασία, και επομένως να τους βοηθήσει να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που υπέχουν. Θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν τις πληροφορίες αυτές μόνο μέσω των υπηρεσιών εξειδικευμένων δικηγόρων. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξεύρουν τις πλέον κατάλληλες λεπτομέρειες για την παροχή αυτών των πληροφοριών, ιδίως μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων, κρατικών λειτουργών ή ειδικευμένων κρατικών υπηρεσιών.

(18) Στο πλαίσιο των διαδικασιών ενδίκων μέσων, θα πρέπει να χορηγείται στους αιτούντες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση από πρόσωπα που βάσει της εθνικής νομοθεσίας έχουν τις σχετικές ικανότητες. Επιπλέον, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συμβουλεύονται, ιδία δαπάνη, νομικούς ή άλλους συμβούλους που γίνονται δεκτοί με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 12

ð νέο

(19) Η έννοια της δημόσιας τάξης μπορεί ð μεταξύ άλλων ï να καλύπτει καταδίκη για σοβαρό έγκλημα.

ê 2005/85/EC αιτιολογική σκέψη 13

ð νέο

(20) Προς το σκοπό της ορθής αναγνώρισης των ατόμων που χρήζουν προστασίας ως πρόσφυγες κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης της Γενεύης ðή ως πρόσωπα που δικαιούνται επικουρική προστασίαï, κάθε αιτών θα πρέπει, με ορισμένες εξαιρέσεις, να έχει πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες, τη δυνατότητα να συνεργάζεται και να επικοινωνεί καταλλήλως με τις αρμόδιες αρχές ώστε να υποβάλλει τα στοιχεία της υπόθεσής του, καθώς και επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις για να προωθεί την υπόθεσή του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Επιπλέον, η εξέταση μιας αίτησης ðδιεθνούς προστασίαςï ασύλου θα πρέπει κανονικά να δίδει στον αιτούντα τουλάχιστον το δικαίωμα παραμονής εν αναμονή της απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή, πρόσβαση σε διερμηνέα για την παρουσίαση της υπόθεσής του σε περίπτωση συνέντευξης με τις αρχές, δυνατότητα επικοινωνίας με εκπρόσωπο του Ύπατου Αρμοστή των ΗΕ για τους πρόσφυγες (UNHCR) ðκαι με οργανώσεις που παρέχουν ενημέρωση ή συμβουλές σε αιτούντες διεθνή προστασίαï ή με άλλη οργάνωση που ενεργεί εξ ονόματός του, το δικαίωμα κατάλληλης κοινοποίησης της απόφασης, πραγματικό και νομικό σκεπτικό της απόφασης, τη δυνατότητα συνεννόησης με νομικό ή άλλο σύμβουλο και το δικαίωμα ενημέρωσής του για τη νομική του κατάσταση στα κρίσιμα σημεία της διαδικασίας, σε γλώσσα την οποία ðκατανοεί ήï ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί ðκαι, σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, το δικαίωμα ουσιαστικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίουï.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14

Επιπλέον, θα πρέπει να θεσπισθούν ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, λόγω της ευπαθούς θέσης τους. Εδώ, το συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να είναι πρωταρχική σκέψη των κρατών μελών.

ò νέο

(21) Προκειμένου να διασφαλισθεί αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης, οι κρατικοί λειτουργοί που έρχονται πρώτοι σε επαφή με άτομα που αναζητούν διεθνή προστασία, ιδίως εκείνοι που ασχολούνται με την επιτήρηση των χερσαίων ή θαλάσσιων συνόρων ή διενεργούν ελέγχους στα σύνορα, θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες και την αναγκαία κατάρτιση σχετικά με το πώς να αναγνωρίζουν και τι συνέχεια να δίδουν στις αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν σε υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που βρίσκονται στο έδαφος, περιλαμβανομένων των συνόρων, στα χωρικά ύδατα ή στις ζώνες διέλευσης των κρατών μελών, και οι οποίοι επιθυμούν να ζητήσουν διεθνή προστασία, κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο υποβολής αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που τα εν λόγω πρόσωπα βρίσκονται στα χωρικά ύδατα κράτους μέλους, θα πρέπει να αποβιβάζονται στην ξηρά και η εξέταση των αιτήσεών τους θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(22) Για να διευκολυνθεί η πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης στα συνοριακά σημεία διέλευσης και στα καταστήματα κράτησης, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα να ζητηθεί διεθνή προστασία. Η βασική επικοινωνία που είναι απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσουν οι αρμόδιες αρχές εάν τα πρόσωπα δηλώνουν την επιθυμία τους να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας θα πρέπει να διασφαλίζεται μέσω της δυνατότητας διερμηνείας.

(23) Εξάλλου, κατάλληλη στήριξη θα πρέπει να παρέχεται σε αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, π.χ. ανηλίκους, ασυνόδευτους ανηλίκους, άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές πράξεις βίας ή αναπήρους, ούτως ώστε να δημιουργούνται οι συνθήκες που είναι αναγκαίες για την αποτελεσματική πρόσβαση των αιτούντων αυτών στις σχετικές διαδικασίες και για την επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για την τεκμηρίωση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας.

(24) Τα εθνικά μέτρα σχετικά με την εξακρίβωση και τεκμηρίωση συμπτωμάτων και ενδείξεων βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας, στο πλαίσιο διαδικασιών που υπάγονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να βασίζονται στο «Εγχειρίδιο για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση των βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας («πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης»).

(25) Με σκοπό τη διασφάλιση ουσιαστικής ισοτιμίας μεταξύ γυναικών και ανδρών αιτούντων, οι διαδικασίες εξέτασης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες εκάστου φύλου. Ειδικότερα, οι προσωπικές συνεντεύξεις πρέπει να οργανώνονται έτσι, ώστε τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες αιτούντες να μπορούν να μιλήσουν για τις εμπειρίες που έχουν βιώσει σε περιπτώσεις διώξεων με βάση το φύλο. Η περιπλοκότητα των προβαλλόμενων ισχυρισμών που άπτονται του φύλου πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη στο πλαίσιο διαδικασιών με βάση την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας, την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής ή την έννοια των μεταγενέστερων αιτήσεων.

(26) Το "μείζον συμφέρον του παιδιού", σύμφωνα με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μέριμνα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(27) Οι διαδικασίες εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας πρέπει να διεξάγονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την ευχέρεια να εξετάζουν ενδελεχώς τις αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15

ð νέο

(28) Όταν ο αιτών υποβάλλει νέα αίτηση χωρίς να προσκομίζει νέα στοιχεία ή επιχειρήματα, θα ήταν δυσανάλογο να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να ανοίγουν νέα πλήρη εξεταστική διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ð μπορούν να απορρίπτουν την αίτηση ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου ï έχουν επιλογή μεταξύ διαδικασιών που περιλαμβάνουν εξαιρέσεις ως προς τις εγγυήσεις των οποίων απολαμβάνει κανονικά ο αιτών.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16

ð νέο

(29) Πολλές αιτήσεις ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï γίνονται στα σύνορα ή στις ζώνες διέλευσης ενός κράτους μέλους πριν από την απόφαση για την εισδοχή του αιτούντος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ð προβλέπουν, σε καλά καθορισμένες περιστάσεις, διαδικασίες για την εξέταση του παραδεκτού ή/και της ουσίας των αιτήσεων οι οποίες να επιτρέπουν την επιτόπου λήψη απόφασης επί των αιτήσεων που υποβάλλονται στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης ï προσαρμόζουν την υφιστάμενη νομοθεσία στην ιδιαίτερη κατάσταση των αιτούντων αυτών. Υπό τις περιστάσεις αυτές θα πρέπει να καθορισθούν κοινοί κανόνες για πιθανές εξαιρέσεις στις εγγυήσεις των οποίων κανονικά απολαμβάνουν οι αιτούντες. Οι συνοριακές διαδικασίες θα πρέπει να εφαρμόζονται κυρίως στους αιτούντες που δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις εισόδου στο έδαφος των κρατών μελών.

ê 2005/85/EΚ αιτιολογική σκέψη 17

ð νέο

(30) Κομβικό κριτήριο για το βάσιμο μιας αίτησης ασύλου ðδιεθνούς προστασίας ï είναι η ασφάλεια του αιτούντος στη χώρα καταγωγής. Όταν μια τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να τη χαρακτηρίσουν ως ασφαλή για το συγκεκριμένο αιτούντα, εκτός αν αυτός προβάλει σοβαρά αντεπιχειρήματα.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18

(31) Δεδομένου του επιπέδου εναρμόνισης ως προς το χαρακτηρισμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ως προσφύγων, θα πρέπει να θεσπισθούν κοινά κριτήρια για το χαρακτηρισμό τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19

Όταν το Συμβούλιο κρίνει ότι τα εν λόγω κριτήρια πληρούνται ως προς συγκεκριμένη χώρα καταγωγής και συνεπώς την έχει περιλάβει στο βασικό κοινό κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής που θα θεσπισθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι υποχρεωμένα να εξετάζουν αιτήσεις ατόμων που έχουν την εθνικότητα της χώρας αυτής ή ανιθαγενών που κατά το παρελθόν διέμεναν συνήθως στη χώρα αυτή, στη βάση του μαχητού τεκμηρίου της ασφάλειας της χώρας αυτής. Υπό το φως της πολιτικής βαρύτητας του καθορισμού ασφαλών χωρών καταγωγής, ιδίως λόγω των συνεπειών μιας αξιολόγησης της κατάστασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε μια χώρα καταγωγής και των συνεπειών της για την εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις για την κατάρτιση ή την τροποποίηση του καταλόγου έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20 (προσαρμοσμένο)

(32) Όπως προκύπτει από το καθεστώς της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας ως υποψήφιων χωρών για προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την πρόοδο που σημείωσαν αυτές προκειμένου να καταστούν μέλη, θα πρέπει να θεωρούνται ως ασφαλείς χώρες καταγωγής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας έως την ημερομηνία προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21

ð νέο

(33) Ο χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί να αποτελεί απόλυτη εγγύηση ασφάλειας για τους υπηκόους της εν λόγω χώρας. Εκ φύσεως, η αξιολόγηση στην οποία βασίζεται ο χαρακτηρισμός λαμβάνει υπόψη μόνο τις γενικές κοινωνικές, νομικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας και το κατά πόσον οι υπεύθυνοι δίωξης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας υφίστανται πράγματι κυρώσεις όταν αποδεικνύεται η ενοχή τους στην οικεία χώρα. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι, όταν ο αιτών καταδεικνύει ότι υπάρχουν ð έγκυροι ï σοβαροί λόγοι για τους οποίους η χώρα δεν πρέπει να θεωρείται ασφαλής στην περίπτωσή του, ο χαρακτηρισμός της ως ασφαλούς δεν θα ισχύει πλέον καθόσον τον αφορά.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 22 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(34) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάζουν όλες τις αιτήσεις επί της ουσίας, δηλαδή να αξιολογούν κατά πόσον ο συγκεκριμένος αιτών δικαιούται μπορεί να θεωρηθεί Ö ως πρόσωπο που δικαιούται διεθνή προστασία Õ πρόσφυγας κατά την έννοια της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για το χαρακτηρισμό και το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους καθώς και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, εκτός εάν η παρούσα οδηγία προβλέπει άλλως, ιδίως όταν μπορεί να υποτεθεί εύλογα ότι άλλη χώρα θα εξετάσει το θέμα και θα παράσχει επαρκή προστασία. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεωθούν να εξετάζουν μια αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï επί της ουσίας όταν μια πρώτη χώρα έχει χορηγήσει στον αιτούντα το καθεστώς πρόσφυγα ή άλλη επαρκή προστασία και ο αιτών θα τύχει επανεισδοχής στη χώρα αυτή.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23

ð νέο

(35) Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεωθούν να αξιολογούν μια αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï επί της ουσίας ούτε όταν ο αιτών, ως εκ της ð επαρκούς ï συνδέσεώς του με τρίτη χώρα, όπως ορίζεται από την εθνική νομοθεσία, αναμένεται ευλόγως να αναζητήσει προστασία στην τρίτη αυτή χώρα ð, και υφίστανται λόγοι για να θεωρηθεί ότι ο αιτών θα τύχει εισδοχής ή επανεισδοχής στην εν λόγω χώρα ï. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενεργήσουν έτσι μόνο αν ο συγκεκριμένος αιτών θα είναι ασφαλής στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Προς αποφυγή δευτερογενών μετακινήσεων αιτούντων, θα πρέπει να θεσπισθούν κοινές αρχές για τη θεώρηση ή το χαρακτηρισμό τρίτων χωρών ως ασφαλών από τα κράτη μέλη.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24

ð νέο

(36) Επιπλέον, όσον αφορά ορισμένες ευρωπαϊκές τρίτες χώρες οι οποίες τηρούν ιδιαιτέρως υψηλά πρότυπα ανθρώπινων δικαιωμάτων και προστασίας προσφύγων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν είτε να μη διενεργούν καθόλου είτε να διενεργούν μια περιορισμένη εξέταση των αιτήσεων ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που αφορούν αιτούντες που εισήλθαν στο έδαφός τους από τις ανωτέρω χώρες. Λόγω των πιθανών συνεπειών για τον αιτούντα μιας περιορισμένης εξέτασης ή της απουσίας εξέτασης, η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας θα πρέπει να περιορίζεται στις τρίτες χώρες σε σχέση με τις οποίες το Συμβούλιο έχει βεβαιωθεί ότι τηρούν τις υψηλές προδιαγραφές ασφαλείας της παρούσας οδηγίας. Το Συμβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει σχετικές αποφάσεις έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25

Από τη φύση των κοινών προδιαγραφών σχετικά με τις δύο έννοιες της ασφαλούς τρίτης χώρας, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, έπεται ότι η πρακτική εφαρμογή των εννοιών εξαρτάται από το κατά πόσον η εν λόγω τρίτη χώρα επιτρέπει στον αιτούντα να εισέλθει στο έδαφός της.

ò νέο

(37) Για να διευκολυνθεί η τακτική ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εθνική εφαρμογή των εννοιών της ασφαλούς χώρας καταγωγής, της ασφαλούς τρίτης χώρας και της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας και για να προετοιμαστεί η πιθανή περαιτέρω εναρμόνιση στο μέλλον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ειδοποιούν ή να ενημερώνουν σε περιοδικά διαστήματα την Επιτροπή σχετικά με τις τρίτες χώρες στις οποίες εφαρμόζονται οι έννοιες αυτές.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26

ð νέο

(38) Όσον αφορά την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα ð ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας ï, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα άτομα που τυγχάνουν του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï ενημερώνονται δεόντως για την πιθανή επανεξέταση του καθεστώτος τους και έχουν τη δυνατότητα ακροάσεως προτού οι αρχές λάβουν αιτιολογημένη απόφαση ανάκλησής του. Ωστόσο, οι εγγυήσεις αυτές δεν θα πρέπει να ισχύουν όταν οι λόγοι για την παύση του καθεστώτος του πρόσφυγα δεν σχετίζονται με μεταβολή των προϋποθέσεων στις οποίες βασίσθηκε η αναγνώριση.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 27 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(39) Σύμφωνα με βασική αρχή της Ö ενωσιακής Õ κοινοτικής νομοθεσίας, οι αποφάσεις επί αιτήσεως ασύλου ð διεθνούς προστασίας, οι αποφάσεις που αφορούν την άρνηση εκ νέου έναρξης της εξέτασης μιας αίτησης μετά την παύση της, ï και Ö οι αποφάσεις Õ περί ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα ð ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας ï πρέπει να επιδέχονται αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης. Το κατά πόσον η προσφυγή είναι αποτελεσματική, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εξέταση των σχετικών γεγονότων, εξαρτάται από το διοικητικό και δικαστικό μηχανισμό κάθε κράτους μέλους ως σύνολο.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 28

(40) Σύμφωνα με το άρθρο 72 64 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας.

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 29

ð νέο

(41) Η παρούσα οδηγία δεν αφορά διαδικασίες ð μεταξύ κρατών μελών ï που διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2003 κανονισμό (ΕΕ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ð ή ανιθαγενή ï] (κανονισμός του Δουβλίνου).

ò νέο

(42) Οι αιτούντες στους οποίους εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. […/…] [«κανονισμός του Δουβλίνου»] πρέπει να απολαύουν της εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών και εγγυήσεων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, καθώς και των ειδικών εγγυήσεων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. […/…] [«κανονισμός του Δουβλίνου»].

ê 2005/85/ ΕΚ αιτιολογική σκέψη 30

(43) Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας αξιολογείται σε τακτά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τη διετία.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31 (προσαρμοσμένο)

(44) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η καθιέρωση ελάχιστων προδιαγραφών στα κράτη μέλη για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ö Ένωσης Õ Κοινότητας, η Ö Ένωση Õ Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται για την επίτευξη του στόχου της.

ê 2005/85/EΚ αιτιολογική σκέψη 32

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που προσαρτήθηκε στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε, με επιστολή της 24ης Ιανουαρίου 2001, ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στη θέσπιση και εφαρμογή της οδηγίας.

ê 2005/85/EΚ αιτιολογική σκέψη 33

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που προσαρτήθηκε στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ιρλανδία κοινοποίησε, με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2001, ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στη θέσπιση και εφαρμογή της οδηγίας.

ò νέο

(45) Σύμφωνα με το άρθρο 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του ίδιου, όσο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία δεν έχουν κοινοποιήσει την πρόθεσή τους να αποδεχθούν το εν λόγω μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αυτού, δεν δεσμεύονται από αυτό και συνεχίζουν να δεσμεύονται από την οδηγία 2005/85/ΕΚ.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 34

(46) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, που προσαρτήθηκε στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.

ê 2005/85/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8

ð νέο

(47) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που αναγνωρίζονται ,ιδίως, στο Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ð Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία σκοπεύει να διασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και να προωθήσει την εφαρμογή των άρθρων 1, 18, 19, 21, 23, 24, και 47 του Χάρτη και πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως. ï

ò νέο

(48) Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιορίζεται στις διατάξεις εκείνες που αντιπροσωπεύουν ουσιαστική αλλαγή σε σύγκριση με την προηγούμενη οδηγία. Η υποχρέωση μεταφοράς των διατάξεων που παραμένουν αμετάβλητες απορρέει από την προηγούμενη οδηγία.

(49) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ, μέρος Β.

ê 2005/85/ΕΚ

ð νέο

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεισ

Άρθρο 1

Σκοπός

Στόχος Σκοπός της παρούσας οδηγία είναι η θέσπιση ð κοινών διαδικασιών ï ελάχιστων προδιαγραφών για τις διαδικασίες δια των οποίων τα κράτη μέλη για τη χορήγηση και ανάκληση χορηγούν και ανακαλούν ð του καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] ï το καθεστώς του πρόσφυγα.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

α)           "σύμβαση της Γενεύης": η σύμβαση της 28ης Ιουλίου 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967·

β)           αίτηση ή αίτηση ασύλου": η αίτηση την οποία υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας από κράτος μέλος σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης. Κάθε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας τεκμαίρεται ως αίτηση ασύλου εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος ζητεί ρητά άλλο είδος προστασίας που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής αίτησης·

ò νέο

β)           "αίτηση" ή "αίτηση διεθνούς προστασίας": η αίτηση προστασίας προς κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι ζητεί καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν ζητεί ρητώς άλλη μορφή προστασίας, μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση], δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς·

ê 2005/85/ΕΚ

ð νέο

γ)           "αιτών" ή "αιτών ð διεθνή προστασία ï άσυλο": ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση·

ò νέο

δ)           "αιτών που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων": κάθε αιτών ο οποίος, εξαιτίας της ηλικίας, του φύλου, του γενετήσιου προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, αναπηρίας, σοβαρής σωματικής ασθένειας, ψυχικής ασθένειας, μετατραυματικών διαταραχών ή των επακόλουθων βασανιστηρίων, βιασμού, ή άλλων σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας χρήζει ειδικών εγγυήσεων προκειμένου να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία·

ê 2005/85/ΕΚ

ð νέο

ε δ)        "τελεσίδικη απόφαση": η απόφαση που ορίζει κατά πόσον χορηγείται στον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή στον ο ανιθαγενής καθεστώς αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ð ή επικουρικής προστασίας ï δυνάμει της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ και η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση ένδικου μέσου στο πλαίσιο του κεφαλαίου V της παρούσας οδηγίας, ασχέτως εάν με την άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου οι αιτούντες αποκτούν τη δυνατότητα να παραμένουν στα εν λόγω κράτη μέλη μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική απόφαση, με την επιφύλαξη του παραρτήματος ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας·

στ ε)       "αποφαινόμενη αρχή": κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως στις εν λόγω υποθέσεις, με την επιφύλαξη του παραρτήματος I·

ζ στ)       "πρόσφυγας": ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 στοιχείο δ) της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 1 της σύμβασης της Γενεύης, όπως καθορίσθηκε στην οδηγία 2004/83/ΕΚ·

ò νέο

η)           "πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία": ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 στοιχείο στ) της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση]·

θ)           "καθεστώς διεθνούς προστασίας": η αναγνώριση από κράτος μέλος υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενή ως πρόσφυγα ή ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία·

ê 2005/85/ΕΚ

ι ζ)         "καθεστώς πρόσφυγα": η αναγνώριση από ένα κράτος μέλος υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα·

ò νέο

ια)          καθεστώς επικουρικής προστασίας»: η αναγνώριση από ένα κράτος μέλος υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία·

ιβ)          "ανήλικος": υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ηλικίας κάτω των 18 ετών·

ê 2005/85/EΚ (προσαρμένο)

ð νέο

ιγ η)       "ασυνόδευτος ανήλικος": ð ο ανήλικος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] ï πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών που εισέρχεται στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικα ο οποίος έχει την ευθύνη του δυνάμει του νόμου ή του εθιμικού δικαίου και για όσο χρονικό διάστημα δεν τελεί πρακτικώς υπό την επιμέλεια αυτού· επίσης, ανήλικος που εγκαταλείπεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στο έδαφος των κρατών μελών·

ιδ θ)       "εκπρόσωπος": ð το πρόσωπο ή η οργάνωση που έχει ορισθεί από τους αρμόδιους φορείς για να ενεργεί ως νόμιμος κηδεμόνας με καθήκον να συνδράμει και να αντιπροσωπεύει ασυνόδευτο ανήλικο, έτσι ώστε διασφαλίζει το μείζον συμφέρον του ανηλίκου και να διενεργεί νομικές πράξεις για λογαριασμό του οσάκις είναι αναγκαίο. Όταν μια οργάνωση ενεργεί ως εκπρόσωπος, ορίζει ένα πρόσωπο που θα είναι υπεύθυνο για την άσκηση των καθηκόντων του νόμιμου κηδεμόνα του ανήλικου, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ï πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματος οργάνωσης που εκπροσωπεί τον ασυνόδευτο ανήλικο ως νόμιμος κηδεμόνας, το πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματος εθνικής οργάνωσης υπεύθυνης για την επιμέλεια και την ευημερία των ανηλίκων ή κάθε άλλος κατάλληλος εκπρόσωπος που έχει ορισθεί για την προάσπιση των συμφερόντων του ανηλίκου αυτού·

ιε ι)        "ανάκληση του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα": η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει, να τερματίσει ή να αρνηθεί να ανανεώσει το καθεστώς πρόσφυγα ð ή επικουρικής προστασίας ï σύμφωνα με την οδηγία […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ·

ιστ ια)    "παραμονή στο κράτος μέλος": η παραμονή στο έδαφος, περιλαμβανομένων των συνόρων, ή στις ζώνες διέλευσης του κράτους μέλους στο οποίο υπεβλήθη ή εξετάζεται η αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου·.

ò νέο

ιζ)          "μεταγενέστερη αίτηση": η περαιτέρω αίτηση που υποβάλλεται μετά τη λήψη τελεσίδικης απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο αιτών ρητά ανακάλεσε την αίτησή του και περιπτώσεων όπου η αποφαινόμενη αρχή απέρριψε αίτηση μετά από τη σιωπηρή της ανάκληση σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.           Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις ð διεθνούς προστασίαςï ασύλου που υποβάλλονται στο έδαφος, περιλαμβανομένων των συνόρων ð , στα χωρικά ύδατα ï ή στις ζώνες διέλευσης των κρατών μελών, καθώς και στην ανάκληση του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα.

2.           Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεων διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου που υποβάλλονται σε αντιπροσωπείες των κρατών μελών.

3.           Όταν τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ή εισάγουν διαδικασία διά της οποίας οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται τόσο ως αιτήσεις βάσει της σύμβασης της Γενεύης όσο και ως αιτήσεις άλλων μορφών διεθνούς προστασίας, που παρέχονται υπό τις περιστάσεις του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία σε όλα τα στάδια της διαδικασίας τους.

3. 4.       Επιπλέον, τα ð Τα ï κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία σε διαδικασίες για την έκδοση αποφάσεων όσον αφορά αιτήσεις παροχής οποιασδήποτε μορφής διεθνούς προστασίας ð που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] ï.

Άρθρο 4

Υπεύθυνες αρχές

1.           Για όλες τις διαδικασίες, τα κράτη μέλη ορίζουν αποφαινόμενη αρχή υπεύθυνη για τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων βάσει της παρούσας οδηγίας, και ιδίως των άρθρων 8 παράγραφος 2 και 9. ð Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται στην εν λόγω αρχή τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. ï

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003, οι αιτήσεις για άσυλο που υποβάλλονται σε ένα κράτος μέλος προς τις αρχές άλλου κράτους μέλους που διενεργούν εκεί ελέγχους όσον αφορά τη μετανάστευση διεκπεραιώνονται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου υποβάλλεται η αίτηση.

2.           Ωστόσο, τα ð Τα ï κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι υπεύθυνη είναι άλλη αρχή Ö διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 Õ προς τους εξής σκοπούς:

α)      ð διεκπεραίωση υποθέσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. […/…] [κανονισμό του Δουβλίνου], και ï διεκπεραίωση υποθέσεων στις οποίες εξετάζεται η μεταφορά του αιτούντος σε άλλο κράτος σύμφωνα με τις διατάξεις που καθιερώνουν κριτήρια και μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου, έως ότου γίνει η μεταφορά ή αρνηθεί το κράτος, προς το οποίο γίνεται η αίτηση, να αναλάβει ή να πάρει πίσω τον αιτούντα·

β)      λήψη απόφασης σχετικά με την αίτηση σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί ασφαλείας, εφόσον πριν ληφθεί η απόφαση ζητηθεί η γνώμη της αποφαινόμενης αρχής ως προς το κατά πόσον ο αιτών δύναται να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·

γ)      διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 32, με την προϋπόθεση ότι η αρχή αυτή έχει πρόσβαση στο φάκελο του αιτούντος για την προηγούμενη αίτηση·

δ)      διεκπεραίωση υποθέσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 35 παράγραφος 1·

β ε)   ð χορήγηση ή ï άρνηση εισόδου στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου ð 43 ï 35 παράγραφοι 2 έως 5, υπό τους όρους και όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό στις παραγράφους αυτές ð και βάσει της γνώμης της αποφαινόμενης αρχής. ï·

στ)    απόδειξη ότι ο αιτών επιδιώκει να εισέλθει ή έχει εισέλθει στο κράτος μέλος από ασφαλή τρίτη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 36, υπό τους όρους και όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό.

ò νέο

3.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το προσωπικό της αποφαινόμενης αρχής να είναι καλά καταρτισμένο. Προς τούτο, τα κράτη μέλη παρέχουν αρχική, και όπου απαιτείται, συμπληρωματική κατάρτιση η οποία θα περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που αναγράφονται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης υπόψη την κατάρτιση που αποφασίζεται και αναπτύσσεται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

4. 3.       Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν Ö ορίζεται αρχή Õ ορίζονται αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 2, το προσωπικό Ö της εν λόγω αρχής Õ των εν λόγω αρχών να έχει τις κατάλληλες γνώσεις ή να λαμβάνει την απαιτούμενη κατάρτιση ώστε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

ò νέο

5.           Οι αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται σε ένα κράτος μέλος προς τις αρχές άλλου κράτους μέλους, το οποίο διενεργεί εκεί συνοριακούς ελέγχους και ελέγχους μετανάστευσης, διεκπεραιώνονται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου υποβάλλεται η αίτηση.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

Άρθρο 5

Ευνοϊκότερες διατάξεις

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές προδιαγραφές απαιτήσεις για τις διαδικασίες διά των οποίων χορηγείται και ανακαλείται ð η διεθνής προστασία ï το καθεστώς του πρόσφυγα, εφόσον οι προδιαγραφές απαιτήσεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Βασικές αρχές και εγγυήσεις

Άρθρο 6

Πρόσβαση στη διαδικασία

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την αυτοπρόσωπη ð κατάθεση ï υποβολή των αιτήσεων ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου ή/και την ð κατάθεσή ï υποβολή τους σε συγκεκριμένο τόπο ð, με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 ï.

ò νέο

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας να έχει πραγματική δυνατότητα να καταθέτει την αίτηση το συντομότερο δυνατό.

3.           Όταν ένα πρόσωπο δηλώνει την επιθυμία του να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να καταχωριστεί το γεγονός ότι αυτό το πρόσωπο είναι αιτών το συντομότερο δυνατό και όχι μετά την πάροδο 72 ωρών από τη δήλωσή του αυτή.

Προς τούτο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το προσωπικό των αρχών που είναι πιθανό να παραλάβει τις δηλώσεις αυτές, να λαμβάνει συναφείς οδηγίες και την απαιτούμενη κατάρτιση.

Κατά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τις συναφείς κατευθυντήριες γραμμές που αναπτύσσονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο.

4.           Όταν μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ζητά ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά αδύνατη στην πράξη την τήρηση της προθεσμίας των 72 ωρών που θεσπίζεται στην παράγραφο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν την παράταση αυτής της προθεσμίας σε 7 εργάσιμες ημέρες.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε ενήλικας που διαθέτει νομική ικανότητα να έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ασύλου αυτοπροσώπως.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εξαρτώμενοι ενήλικες να συναινούν στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή, εάν αυτό δεν ισχύει, να μπορούν να υποβάλουν την αίτησή τους αυτοπροσώπως.

Η συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή, το αργότερο, κατά την προσωπική συνέντευξη με τον εξαρτώμενο ενήλικα.

4.           Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν στην εθνική τους νομοθεσία:

α)      τις περιπτώσεις όπου ένας ανήλικος μπορεί να υποβάλει ο ίδιος αίτηση·

β)      τις περιπτώσεις στις οποίες η αίτηση του ασυνόδευτου ανηλίκου πρέπει να κατατεθεί από εκπρόσωπο όπως προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ)      τις περιπτώσεις στις οποίες η υποβολή αίτησης ασύλου κρίνεται ότι συνιστά επίσης υποβολή αίτησης ασύλου για οποιονδήποτε άγαμο ανήλικο.

5.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές στις οποίες είναι πιθανόν να απευθυνθεί όποιος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση ασύλου να είναι σε θέση να τον ενημερώσουν ως προς το πώς και πού μπορεί να υποβάλει την εν λόγω αίτηση και ως προς το γεγονός ότι μπορεί να τους ζητήσει να διαβιβάσουν την αίτησή του προς την αρμόδια αρχή.

ê 2005/85/ΕΚ άρθρο 6

ð νέο

Άρθρο 7

Υποβολή αιτήσεων εξ ονόματος εξαρτώμενων προσώπων ή ανηλίκων

1. 2.       Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε ενήλικας που διαθέτει νομική ικανότητα να έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου αυτοπροσώπως.

2. 3.       Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εξαρτώμενοι ενήλικες να συναινούν στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή, εάν αυτό δεν ισχύει, να μπορούν να υποβάλουν την αίτησή τους αυτοπροσώπως.

Η συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή, το αργότερο, κατά την προσωπική συνέντευξη με τον εξαρτώμενο ενήλικα. ð Πριν ζητηθεί η συναίνεση, κάθε ενήλικας μεταξύ των εν λόγω προσώπων ενημερώνεται κατ’ ιδίαν σχετικά με τις συναφείς διαδικαστικές συνέπειες και σχετικά με το δικαίωμά του να υποβάλει αυτοτελή αίτηση διεθνούς προστασίας. ï

ò νέο

3.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ένας ανήλικος να έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας είτε αυτοπροσώπως, εάν είναι νομικά ικανός να συμμετέχει στις διαδικασίες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, είτε μέσω των γονέων του ή άλλου ενήλικου μέλους της οικογένειάς του, ή ενηλίκου ο οποίος είναι υπεύθυνος γι΄αυτόν δυνάμει της νομοθεσίας ή της εθνικής πρακτικής του εν λόγω κράτους μέλους ή εκπροσώπου.

4.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κατάλληλοι φορείς για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 10 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[10] να έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας εξ ονόματος ασυνόδευτου ανηλίκου εφόσον, με βάση εξατομικευμένη εκτίμηση της προσωπικής κατάστασης του ανηλίκου, οι εν λόγω φορείς θεωρούν ότι ο ανήλικος έχει ενδεχομένως ανάγκη προστασίας κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση].

ê 2005/85/ΕΚ άρθρο 6

ð νέο

5. 4.       Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν στην εθνική τους νομοθεσία:

α)      τις περιπτώσεις όπου ένας ανήλικος μπορεί να υποβάλει ο ίδιος αίτηση·

β)      τις περιπτώσεις στις οποίες η αίτηση του ασυνόδευτου ανηλίκου πρέπει να κατατεθεί από εκπρόσωπο όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 17 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ)      τις περιπτώσεις στις οποίες η υποβολή κατάθεση αίτησης ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου κρίνεται ότι συνιστά επίσης υποβολή κατάθεση αίτησης ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου για οποιονδήποτε άγαμο ενήλικο.

ò νέο

Άρθρο 8

Ενημέρωση και παροχή συμβουλών στα σημεία διέλευσης των συνόρων και σε κέντρα κράτησης

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διατίθενται πληροφορίες για τη δυνατότητα να ζητηθεί διεθνής προστασία σε κέντρα κράτησης και στα σημεία διέλευσης των συνόρων, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης, στα εξωτερικά σύνορα. Τα κράτη μέλη παρέχουν δυνατότητα διερμηνείας στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη διαδικασία σ' αυτούς τους χώρους.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οργανώσεις που ενημερώνουν και συμβουλεύουν τους αιτούντες διεθνή προστασία να έχουν πρόσβαση στα σημεία διέλευσης των συνόρων, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης, στα εξωτερικά σύνορα. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την παρουσία τέτοιων οργανώσεων στους χώρους αυτούς και να εξαρτούν την πρόσβαση αυτή από συμφωνία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 9 7

Δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος έως ότου εξετασθεί η αίτηση

1.           Στους αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ. Το δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν εξαίρεση μόνο όταν , σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 34, ð ένα πρόσωπο υποβάλλει ï μια μεταγενέστερη αίτηση ð που προβλέπεται στο άρθρο 41ï δεν θα εξετασθεί περαιτέρω ή όταν προτίθενται να παραδώσουν ή να εκδώσουν, ανάλογα με την περίπτωση, ένα πρόσωπο είτε σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει υποχρεώσεων στο πλαίσιο ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως[11] ή άλλως, είτε σε τρίτη χώρα, ð εξαιρουμένης της χώρας καταγωγής του εν λόγω αιτούντος, ï ή, τέλος, σε διεθνή ποινικά δικαστήρια.

ò νέο

3.           Ένα κράτος μέλος δύναται να εκδώσει έναν αιτούντα σε τρίτη χώρα κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 2 μόνον εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι η απόφαση για την έκδοση δεν θα οδηγήσει σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση κατά παράβαση των διεθνών υποχρεώσεων του κράτους μέλους.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

Άρθρο 10 8

Προϋποθέσεις για την εξέταση των αιτήσεων

1.           Με την επιφύλαξη του άρθρου 23 παράγραφος 4 σημείο i), τα ð Τα ï κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου να μην απορρίπτονται ούτε να αποκλείεται η εξέτασή τους εκ μόνου του γεγονότος ότι δεν υποβλήθηκαν το ταχύτερο δυνατόν.

ò νέο

2.           Κατά την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η αποφαινόμενη αρχή εξακριβώνει καταρχάς κατά πόσον οι αιτούντες μπορούν να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες, και, σε αντίθετη περίπτωση, εξακριβώνει κατά πόσον οι αιτούντες δικαιούνται επικουρικής προστασίας.

ê 2005/85/ΕΚ

ð νέο

3. 2.       Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις της αποφαινόμενης αρχής επί των αιτήσεων ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου να λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)      οι αιτήσεις να εξετάζονται και οι αποφάσεις να λαμβάνονται σε ατομική βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα·

β)      να λαμβάνονται συγκεκριμένες και ακριβείς πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως από την ð Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο και την ï Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ως προς τη γενική κατάσταση στις χώρες καταγωγής των αιτούντων άσυλο και, όπου χρειάζεται, στις χώρες μέσω των οποίων διήλθαν και να προβλέπεται ότι το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εξέταση των αιτήσεων και τη λήψη των αποφάσεων έχει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες·

γ)      το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις και λαμβάνει αποφάσεις να γνωρίζει τις συναφείς προδιαγραφές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στον τομέα της νομοθεσίας περί ασύλου και προσφύγων· .

ò νέο

δ)      το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις και λαμβάνει αποφάσεις να έχει λάβει οδηγίες και να μπορεί να ζητήσει συμβουλές, εφόσον είναι αναγκαίο, από εμπειρογνώμονες επί ειδικών ζητημάτων, π.χ. επί ιατρικών, πολιτιστικών ή θρησκευτικών ή ζητημάτων που άπτονται των παιδιών ή του φύλου.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

4. 3.       Οι αρχές που αναφέρονται στο κεφάλαιο V έχουν, μέσω της αποφαινόμενης αρχής ή του αιτούντος ή άλλως, πρόσβαση στις γενικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 2 στοιχείο β), οι οποίες είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

5. 4.       Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κανόνες όσον αφορά τη μετάφραση εγγράφων σχετικών με την εξέταση των αιτήσεων.

Άρθρο 11 9

Προϋποθέσεις για τη λήψη απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις για τις αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου να δίδονται γραπτώς.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε, όταν απορρίπτεται αίτηση ð όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας ï, να αναφέρονται στην απόφαση οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι και να δίδονται γραπτώς πληροφορίες για τις δυνατότητες προσβολής αρνητικής απόφασης.

Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αναφέρουν τους λόγους μη χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα εφόσον χορηγείται στον αιτούντα καθεστώς που παρέχει βάσει της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας τα ίδια δικαιώματα και οφέλη με το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι λόγοι μη χορήγησης να αναφέρονται στο φάκελο του αιτούντος και να έχει πρόσβαση στο φάκελο αυτό ο αιτών κατόπιν αιτήσεώς του.

Επιπλέον, τα ð Τα ï κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να παρέχουν γραπτώς πληροφορίες για τις δυνατότητες προσβολής αρνητικής απόφασης όταν ο αιτών έχει ενημερωθεί σε προηγούμενο στάδιο γραπτώς ή με ηλεκτρονικό μέσο στο οποίο ο αιτών έχει πρόσβαση.

3.           Για τους σκοπούς του άρθρου 76 παράγραφος 23 και οσάκις η αίτηση βασίζεται στην ίδια αιτιολογία, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μία μόνο απόφαση, που να καλύπτει όλους τους εξαρτωμένους ð , εκτός εάν αυτό θα οδηγούσε σε κοινολόγηση της ιδιαίτερης κατάστασης ενός αιτούντος που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, ιδίως σε περιπτώσεις διώξεων με βάση το φύλο, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου και/ή την ηλικία ï.

Άρθρο 12 10

Εγγυήσεις για τους αιτούντες ð διεθνή προστασία ï άσυλο

1.           Τα κράτη μέλη, με τις διαδικασίες του κεφαλαίου III, μεριμνούν ώστε να παρέχονται σε όλους τους αιτούντες ð διεθνή προστασία ï άσυλο οι ακόλουθες εγγυήσεις:

α)      Να ενημερώνονται, σε γλώσσα την οποία ð κατανοούν ή ï ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν, για τη διαδικασία που ακολουθείται και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους κατά τη διαδικασία καθώς και για τις τυχόν συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις τους και της μη συνεργασίας με τις αρχές· να ενημερώνονται για τις προθεσμίες, καθώς και ως προς τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους ώστε να συμμορφωθούν με την υποχρέωση για υποβολή των στοιχείων όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 7 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ ð , καθώς και ως προς τις συνέπειες ρητής ή σιωπηρής ανάκλησης της αίτησης ï. Οι πληροφορίες τους δίδονται εγκαίρως ώστε να μπορέσουν να ασκήσουν τα δικαιώματα που εγγυάται η παρούσα οδηγία και να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 13 11.

β)      Να τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να εκθέσουν την περίπτωσή τους στις αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη θεωρούν απαραίτητο να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες τουλάχιστον όταν η αποφαινόμενη αρχή καλεί τον αιτούντα ο αιτών Ö πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο Õ σε συνέντευξης όπως αναφέρεται στα άρθρα 14, 15, 12 και 13 ð 16, 17 και 34 ï και δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η δέουσα επικοινωνία χωρίς διερμηνέα. Σε αυτή την περίπτωση και σε άλλες περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές καλούν τον αιτούντα, οι υπηρεσίες αυτές αμείβονται από το Δημόσιο.

γ)      Να μη στερούνται της ευκαιρίας να επικοινωνούν με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή κάθε άλλη οργάνωση που ð παρέχει νομικές ή άλλες συμβουλές σε αιτούντες διεθνή προστασία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ï που εργάζεται εξ ονόματος της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στο έδαφος των κρατών μελών βάσει συμφωνίας με το εν λόγω κράτος μέλος.

ò νέο

δ)      Να μη στερούνται οι ίδιοι και, εάν απαιτείται, οι νομικοί τους σύμβουλοι της πρόσβασης στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχείο β), όταν η αποφαινόμενη αρχή συνεκτιμά τις εν λόγω πληροφορίες για να λάβει απόφαση επί της αίτησής τους.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ε δ)   Να τους κοινοποιείται σε εύλογο χρόνο η απόφαση της αποφαινόμενης αρχής για την αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου. Εάν ένας νομικός ή άλλος σύμβουλος εκπροσωπεί νομίμως τον αιτούντα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να κοινοποιήσουν την απόφαση σε αυτόν αντί στον αιτούντα ð διεθνή προστασία ï άσυλο.

στ ε)  Να ενημερώνονται σχετικά με το αποτέλεσμα της απόφασης της αποφαινόμενης αρχής σε γλώσσα που ð κατανοούν ή ï ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν εάν δεν τους παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση νομικός ή άλλος σύμβουλος και όταν δεν διατίθενται δωρεάν νομική συνδρομή. Η παρεχόμενη ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες για τη δυνατότητα προσβολής αρνητικής απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 119 παράγραφος 2.

2.           Τα κράτη μέλη, τηρώντας τις διαδικασίες που προβλέπονται στο κεφάλαιο V, μεριμνούν ώστε όλοι οι αιτούντες άσυλο να απολαμβάνουν των εγγυήσεων ισοδύναμων με εκείνες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) ð , δ) ï και ε δ) του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 13 11

Υποχρεώσεις των αιτούντων ð διεθνή προστασία ï άσυλο

1.           ð Τα κράτη μέλη επιβάλλουν στους αιτούντες διεθνή προστασία την υποχρέωση να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς τους και των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση]. ï Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στους αιτούντες άσυλο ð άλλες ï υποχρεώσεις συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές στο μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτές είναι αναγκαίες για τη διεκπεραίωση της αίτησης.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν, ιδίως, να προβλέπουν ότι:

α)      οι αιτούντες άσυλο πρέπει να αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές ή να παρουσιάζονται ενώπιόν τους αυτοπροσώπως, χωρίς καθυστέρηση ή σε καθορισμένο χρόνο·

β)      οι αιτούντες άσυλο πρέπει να παραδίδουν τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους και σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης, όπως τα διαβατήριά τους, και ·

γ)      οι αιτούντες άσυλο πρέπει να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τον παρόντα τόπο διαμονής ή τη διεύθυνσή τους και να τις ενημερώνουν για την αλλαγή του το συντομότερο δυνατόν. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι ο αιτών υποχρεούται να δέχεται κάθε γνωστοποίηση στον πιο πρόσφατο τόπο διαμονής ή στη διεύθυνση που έχει δηλώσει κατά τον τρόπο αυτό·

δ)      οι αρμόδιες αρχές μπορούν να κάνουν σωματική έρευνα στον αιτούντα και να ερευνήσουν τα αντικείμενα που φέρει ð , υπό την προϋπόθεση ότι η έρευνα διεξάγεται από πρόσωπο του ιδίου φύλου ï ·

ε)      οι αρμόδιες αρχές μπορούν να φωτογραφίζουν τον αιτούντα, και

στ)    οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καταγράφουν τις προφορικές δηλώσεις του αιτούντος, εφόσον έχει ενημερωθεί σχετικά εκ των προτέρων.

Άρθρο 14 12

Πρόσωπα που καλούνται σε πΠροσωπική συνέντευξη

1.           Πριν από τη λήψη απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή πρέπει να παρέχεται στον αιτούντα άσυλο η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με την αίτηση ð διεθνούς προστασίας του ï ασύλου με πρόσωπο αρμόδιο, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, για τη διεξαγωγή ανάλογων συνεντεύξεων. ð Οι συνεντεύξεις επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας διεξάγονται από το προσωπικό της αποφαινόμενης αρχής. ï

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να παρέχουν την ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σε κάθε ενήλικα μεταξύ των εξαρτώμενων προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3.

ò νέο

Όταν μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ζητά ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά αδύνατη στην πράξη την έγκαιρη διεξαγωγή συνεντεύξεων επί της ουσίας της αίτησης από την αποφαινόμενη αρχή, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το προσωπικό διαφορετικής αρχής μπορεί προσωρινά να συμμετάσχει στη διενέργεια των συνεντεύξεων αυτών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το προσωπικό της εν λόγω αρχής λαμβάνει εκ των προτέρων την απαιτούμενη κατάρτιση η οποία περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναγράφονται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 και στο άρθρο 18 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας.

Όταν ένα πρόσωπο έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασία εξ ονόματος των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, παρέχεται σε κάθε ενδιαφερόμενο ενήλικο η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν στην εθνική νομοθεσία τις περιπτώσεις στις οποίες παρέχεται σε ανήλικο η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης.

2.           Η προσωπική συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης μπορεί να παραλειφθεί όταν:

α)      η αποφαινόμενη αρχή δύναται να λάβει θετική απόφαση ð όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα ï βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ή

β)      η αρμόδια αρχή είχε ήδη συνάντηση με τον αιτούντα για να τον βοηθήσει στη συμπλήρωση της αίτησής του και στην υποβολή των ουσιωδών πληροφοριών σχετικά με την αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, ή

γ)      η αποφαινόμενη αρχή, έπειτα από πλήρη εξέταση των πληροφοριών που παρέσχε ο αιτών, θεωρεί την αίτηση ως αβάσιμη όταν ισχύουν οι περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχεία α), γ), ζ), η) και ι).

3.      Η προσωπική συνέντευξη μπορεί επίσης να παραλειφθεί όταν

β)      δεν είναι πρακτικά εφικτή, ειδικότερα όταν η ð αποφαινόμενη ï αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο αιτών είναι ανίκανος ή δεν μπορεί να συμμετάσχει σε συνέντευξη, για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του. Εάν υπάρχουν αμφιβολίες, ð η αποφαινόμενη αρχή συμβουλεύεται ιατρικό εμπειρογνώμονα για να εξακριβώσει κατά πόσον η κατάσταση λόγω της οποίας ο αιτών είναι ανίκανος ή δεν δύναται να συμμετάσχει σε συνέντευξη είναι προσωρινή ή μόνιμη ï τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν βεβαίωση ιατρού ή ψυχολόγου.

Όταν Ö δεν διεξάγεται προσωπική συνέντευξη Õ το κράτος μέλος δεν παρέχει την ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σύμφωνα με το στοιχείο β) την παρούσα παράγραφο, ή, ενδεχομένως, Ö με τον Õ στον εξαρτώμενο, πρέπει να καταβάλλονται εύλογες προσπάθειες ώστε να δίνεται η δυνατότητα στον αιτούντα ή στον εξαρτώμενο να υποβάλλουν συμπληρωματικά στοιχεία.

3. 4.       Η έλλειψη προσωπικής συνέντευξης σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λαμβάνει απόφαση επί αιτήσεως ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου.

4. 5.       Η έλλειψη προσωπικής συνέντευξης δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο στοιχεία β) και γ) και της παραγράφου 3 δεν επιδρά δυσμενώς στην απόφαση της αποφαινόμενης αρχής.

5. 6.       Ανεξάρτητα από το άρθρο 2820 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη, όταν αποφασίζουν επί της αιτήσεως ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου, μπορούν να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών δεν παρουσιάσθηκε για την προσωπική συνέντευξη, εκτός εάν είχε σοβαρούς λόγους να απουσιάσει.

Άρθρο 15 13

Προϋποθέσεις της προσωπικής συνέντευξης

1.           Η προσωπική συνέντευξη κατά κανόνα γίνεται χωρίς την παρουσία μελών της οικογένειας, εκτός εάν η αποφαινόμενη αρχή κρίνει ότι η παρουσία τους είναι απαραίτητη προκειμένου να διενεργηθεί η δέουσα εξέταση.

2.           Η προσωπική συνέντευξη πρέπει να διεξάγεται υπό συνθήκες που να εξασφαλίζουν τη δέουσα εμπιστευτικότητα.

3.           Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι προσωπικές συνεντεύξεις διεξάγονται σε συνθήκες που επιτρέπουν στους αιτούντες να εκθέσουν διεξοδικά τους λόγους των αιτήσεών τους. Για αυτό το σκοπό, τα κράτη μέλη:

α)      μεριμνούν ώστε το πρόσωπο που διεξάγει τη συνέντευξη να διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα για να συνεκτιμήσει τις προσωπικές ð και ï ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση, συμπεριλαμβανομένης της πολιτιστικής καταγωγής ð , του φύλου, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ï ή της ευαισθησίας του αιτούντος ð κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής] ï , στο μέτρο που είναι δυνατό, και

ò νέο

β)      οσάκις είναι εφικτό, προβλέπουν ότι η συνέντευξη με τον αιτούντα διεξάγεται από πρόσωπο του ίδιου φύλου, εφόσον το ζητήσει ο αιτών·

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

γ β)   επιλέγουν ð ικανό ï διερμηνέα ικανό δυνάμενο να εξασφαλίσει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτούντος και του προσώπου που διεξάγει τη συνέντευξη. Δεν είναι απαραίτητο η ð Η ï επικοινωνία να διενεργείται στη γλώσσα που προτιμά ο αιτών άσυλο Ö εκτός Õ εάν υπάρχει άλλη γλώσσα την οποία ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνήσει ð με σαφήνεια ï. ð Οσάκις είναι εφικτό, τα κράτη μέλη παρέχουν διερμηνέα του ιδίου φύλου εφόσον το ζητήσει ο αιτών ï·

ò νέο

δ)      μεριμνούν ώστε το πρόσωπο που διεξάγει τη συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας να μη φοράει στρατιωτική στολή ή στολή των δυνάμεων επιβολής του νόμου·

ε)      μεριμνούν ώστε οι συνεντεύξεις με ανηλίκους να διεξάγονται με τρόπο κατάλληλο για παιδιά.

ê 2005/85/ΕΚ

4.           Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν κανόνες όσον αφορά την παρουσία τρίτων στην προσωπική συνέντευξη.

5.           Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και για τη συνάντηση που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο β).

ò νέο

Άρθρο 16

Περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης

Κατά τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, η αποφαινόμενη αρχή μεριμνά ώστε να παραχωρείται στον αιτούντα κατάλληλη ευκαιρία για να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την, κατά το δυνατόν, πλήρη τεκμηρίωση της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση]. Αυτό περιλαμβάνει την ευκαιρία να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με στοιχεία τα οποία ενδεχομένως λείπουν ή/και σχετικά με τυχόν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στο πλαίσιο των δηλώσεών του.

ê 2005/85/ΕΚ

Άρθρο 14

Καθεστώς της έκθεσης για την προσωπική συνέντευξη, στο πλαίσιο της διαδικασίας

1.           Τα κράτη μέρη μεριμνούν ώστε για κάθε προσωπική συνέντευξη να συντάσσεται γραπτή έκθεση η οποία να περιλαμβάνει τις βασικές πληροφορίες σχετικά με την αίτηση, όπως τις παραθέτει ο αιτών σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη. Όταν παρέχεται πρόσβαση μόνο μετά την απόφαση της αποφαινόμενης αρχής, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πρόσβαση να είναι δυνατή όσο νωρίς απαιτείται για να μπορέσει να προετοιμασθεί και να ασκηθεί σε εύθετο χρόνο το ένδικο μέσο.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν την έγκριση του αιτούντος ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης για την προσωπική συνέντευξη.

Όταν ο αιτών αρνείται να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης, οι λόγοι άρνησης περιλαμβάνονται στο φάκελό του.

Η άρνηση του αιτούντος να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λάβει απόφαση επί της αιτήσεώς του.

4.           Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και για τη συνάντηση που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο β).

ò νέο

Άρθρο 17

Έκθεση και καταγραφή των προσωπικών συνεντεύξεων

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε για κάθε προσωπική συνέντευξη να συντάσσεται διεξοδική έκθεση που να περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία.

2.           Τα κράτη μέλη μπορεί να προβλέπουν την ακουστική ή οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να επισυνάπτεται στην έκθεση η καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης.

3.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο αιτών να έχει την ευκαιρία να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις ή/και να παράσχει διευκρινίσεις σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες που περιλαμβάνονται στην έκθεση, στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης ή εντός καθορισμένου χρονικού ορίου πριν από τη λήψη απόφασης εκ μέρους της αποφαινόμενης αρχής. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο αιτών να ενημερώνεται πλήρως για το περιεχόμενο της έκθεσης, με τη συνδρομή διερμηνέα εάν είναι απαραίτητο. Κατόπιν, τα κράτη μέλη ζητούν από τον αιτούντα να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης.

Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να ζητήσουν από τον αιτούντα να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης εάν η συνέντευξη καταγράφηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2 και εάν η καταγραφή είναι παραδεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο στις διαδικασίες που αναφέρονται στο Κεφάλαιο V.

4.           Σε περίπτωση που ο αιτών αρνηθεί να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης, οι λόγοι της άρνησης αυτής καταχωρούνται στον φάκελο του αιτούντος.

Η άρνηση του αιτούντος να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λάβει απόφαση επί της αίτησης.

5.           Οι αιτούντες δεν στερούνται πρόσβασης στην έκθεση και, ενδεχομένως, στην καταγραφή πριν από τη λήψη απόφασης εκ μέρους της αποφαινόμενης αρχής.

Άρθρο 18

Ιατρικές εκθέσεις

1.           Τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε αιτούντα να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση προκειμένου να προσκομίσει ιατρική βεβαίωση στην αποφαινόμενη αρχή για να στηρίξει τις δηλώσεις του σχετικά με διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη στο παρελθόν. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον αιτούντα να προσκομίσει τα αποτελέσματα της ιατρικής εξέτασης στην αποφαινόμενη αρχή εντός ευλόγου προθεσμίας αφότου ενημερώθηκε σχετικά με τα δικαιώματά του σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Το γεγονός ότι ο αιτών δεν προσκομίζει τα αποτελέσματα της ιατρικής εξέτασης εντός της εν λόγω προθεσμίας, χωρίς να συντρέχει βάσιμος λόγος, δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας.

2.           Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, όταν η αποφαινόμενη αρχή θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να εκτιμάται ότι η ικανότητα του αιτούντος να συμμετάσχει στη συνέντευξη ή/και να προβεί σε ακριβείς και συνεκτικές δηλώσεις δεν υφίσταται ή είναι περιορισμένη λόγω διαταραχών μετατραυματικής καταπόνησης, δίωξης ή σοβαρής βλάβης που υπέστη στο παρελθόν, μεριμνά ώστε η ιατρική εξέταση να διενεργείται με τη συναίνεση του αιτούντος. Η άρνηση του αιτούντος να υποβληθεί σε αυτή την ιατρική εξέταση δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας.

3.           Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλες ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η παροχή αμερόληπτης και υψηλής στάθμης ιατρικής εμπειρογνωμοσύνης για τις ανάγκες της ιατρικής εξέτασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.           Τα κράτη μέλη θεσπίζουν περαιτέρω κανόνες και ρυθμίσεις για τον εντοπισμό και την τεκμηρίωση συμπτωμάτων βασανιστηρίων και άλλων μορφών σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής βίας, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

5.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα που πραγματοποιούν συνεντεύξεις με αιτούντες κατ’ εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας να λαμβάνουν κατάρτιση όσον αφορά την ευαισθητοποίηση στα συμπτώματα των βασανιστηρίων και των ιατρικών προβλημάτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα του αιτούντα να συμμετάσχει στη συνέντευξη.

6.           Τα πορίσματα των ιατρικών εξετάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραγράφους 1 και 2 εκτιμώνται από την αποφαινόμενη αρχή μαζί με τα λοιπά στοιχεία της αίτησης.

Άρθρο 19

Δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών στο πλαίσιο των πρωτοβάθμιων διαδικασιών

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται, κατόπιν αιτήματος, δωρεάν νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες στους αιτούντες στο πλαίσιο των πρωτοβάθμιων διαδικασιών που προβλέπονται στο Κεφάλαιο III. Τούτο περιλαμβάνει, τουλάχιστον, την παροχή στον αιτούντα πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσής του και επεξήγησης των πραγματικών και νομικών λόγων στους οποίους στηρίχτηκε τυχόν αρνητική απόφαση.

2.           Η δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών υπόκειται στους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 21.

Άρθρο 20

Δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση στις διαδικασίες ενδίκων μέσων

ê 2005/85/ΕΚ άρθρο 15 παράγραφος 2

ð νέο

1.           Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης αποφαινόμενης αρχής, τΤα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχεται, κατόπιν αιτήματος, δωρεάν νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση ,υπό τους όρους της παραγράφου 3 ð στο πλαίσιο των διαδικασιών ενδίκων μέσων που προβλέπονται στο Παράρτημα V. Τούτο περιλαμβάνει, τουλάχιστον, την κατάρτιση των αναγκαίων διαδικαστικών εγγράφων και τη συμμετοχή εξ ονόματος του αιτούντος σε ακροαματική διαδικασία ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. ï

ò νέο

2.           Επίσης, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν δωρεάν νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση στις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που προβλέπονται στο Κεφάλαιο III. Σ΄αυτές τις περιπτώσεις, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 19.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι δεν χορηγείται δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση εάν ένα δικαστήριο θεωρεί ότι το ένδικο μέσο του αιτούντος δεν έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

Σ΄αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην περιορίζεται αυθαιρέτως η νομική συνδρομή και εκπροσώπηση και να μην εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτούντος στη δικαιοσύνη.

4.           Η δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση υπόκειται στους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 21.

Άρθρο 21

Όροι για τη δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών και τη δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 19, καθώς και η νομική συνδρομή και εκπροσώπηση που αναφέρονται στο άρθρο 20 παρέχονται από μη κυβερνητικές οργανώσεις, κρατικούς λειτουργούς ή ειδικευμένες κρατικές υπηρεσίες.

ê 2005/85/ΕΚ άρθρο 15 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

1.           Τα κράτη μέλη παρέχουν στους αιτούντες άσυλο τη δυνατότητα να συμβουλευθούν, ιδία δαπάνη και κατά τρόπο ουσιαστικό, νομικό ή άλλο σύμβουλο, που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας, σε θέματα σχετικά με τις οικείες αιτήσεις ασύλου.

2. 3.       Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν στην εθνική νομοθεσία τους ότι χορηγείται ð η δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 19 και η ï δωρεάν νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση Ö που αναφέρονται στο άρθρο 20 χορηγούνται Õ:

α)      μόνο για τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με το κεφάλαιο V και όχι για οποιαδήποτε περαιτέρω ένδικα μέσα ή αιτήσεις επανεξέτασης που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, περιλαμβανομένης της επανάληψης της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως όσον αφορά ένδικο μέσο μετά την άσκηση περαιτέρω ένδικου μέσου ή την υποβολή περαιτέρω αίτησης επανεξέτασης, ή/και

α β)   μόνο σε όσους δεν έχουν επαρκείς πόρους, ή/και

β γ)   μόνο Ö μέσω των υπηρεσιών που παρέχονται από Õ σε νομικούς ή άλλους συμβούλους που καθορίζονται ειδικά από την εθνική νομοθεσία για συνδρομή ή/και εκπροσώπηση των αιτούντων ð διεθνή προστασία ï άσυλο,. ή/και

(δ)     μόνο εάν είναι πιθανόν να εκδοθεί θετική απόφαση μετά την άσκηση ένδικου μέσου ή την αίτηση επανεξέτασης.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση που παρέχεται δυνάμει του στοιχείου δ) δεν περιορίζεται αυθαιρέτως.

3. 4.       Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κανόνες σχετικά με την υποβολή και τη διεκπεραίωση των αιτημάτων ð παροχής νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών βάσει του άρθρου 19 και ï νομικής συνδρομής ή/και εκπροσώπησης Ö βάσει του άρθρου 20 Õ.

4. 5.       Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν:

α)      να επιβάλλουν χρηματικά /και χρονικά όρια στην ð δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 19 και στην ï παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής ή/και εκπροσώπησης Ö που αναφέρεται στο άρθρο 20 Õ, εφόσον τα όρια αυτά δεν περιορίζουν αυθαιρέτως την πρόσβαση στη ð δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών και στη ï νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση·

β)      να προβλέπουν ότι, όσον αφορά τα τέλη και άλλα έξοδα, η μεταχείριση των αιτούντων δεν θα είναι ευνοϊκότερη από εκείνη που επιφυλάσσεται κατά γενικό κανόνα στους υπηκόους τους σε θέματα σχετικά με τη νομική συνδρομή.

5. 6.       Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν να τους επιστραφεί το σύνολο ή μέρος των καταβληθέντων εξόδων εάν και από τη στιγμή που έχει βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική κατάσταση του αιτούντος ή εάν η απόφαση χορήγησης αυτής της οικονομικής ενίσχυσης είχε ληφθεί με βάση ψευδείς πληροφορίες που είχε δώσει ο αιτών.

ê 2005/85/ΕΚ άρθρο 15 παράγραφος 1 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 22

Δικαίωμα νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας

1.           Τα κράτη μέλη παρέχουν Στους στους αιτούντες άσυλο Ö παρέχεται Õ τη η δυνατότητα, να συμβουλευθούν, ιδία δαπάνη και κατά τρόπο ουσιαστικό, νομικό ή άλλο σύμβουλο, που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας, σε θέματα σχετικά με τις οικείες αιτήσεις ασύλου ð διεθνούς προστασίας, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, ακόμα και μετά από αρνητική απόφαση ï .

ò νέο

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις μη κυβερνητικές οργανώσεις να παράσχουν νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση σε αιτούντες διεθνή προστασία στο πλαίσιο διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο III και στο κεφάλαιο V.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 23 16

Πεδίο εφαρμογής της νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο νομικός ή άλλος σύμβουλος, που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας και που παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση σε αιτούντα ð διεθνή προστασία ï άσυλο βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του αιτούντος ð δυνάμει των οποίων λαμβάνεται ή θα ληφθεί απόφαση ï οι οποίες είναι πιθανόν ότι θα εξετασθούν από τις αρχές που αναφέρονται στο κεφάλαιο V, εφόσον οι πληροφορίες σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης.

Τα κράτη μέλη δύνανται να κάνουν εξαίρεση όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, την ασφάλεια των οργανισμών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες ή την ασφάλεια των προσώπων τα οποία αφορούν οι πληροφορίες ή εάν θίγονται οι έρευνες σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή οι διεθνείς σχέσεις των κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, Ö τα κράτη μέλη: Õ

ò νέο

α)      παραχωρούν πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες ή πηγές σε νομικό ή άλλο σύμβουλο ο οποίος έχει υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας ή, τουλάχιστον, σε ειδικευμένες κρατικές υπηρεσίες στις οποίες επιτρέπεται, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να εκπροσωπούν τον αιτούντα για αυτό τον συγκεκριμένο σκοπό, στο βαθμό που οι πληροφορίες έχουν σημασία για την εξέταση της αίτησης ή για τη λήψη απόφασης περί ανάκλησης της διεθνούς προστασίας·

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

β)      Ö παρέχουν Õ η πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες ή πηγές πρέπει να είναι δυνατή για στις αρχές που αναφέρονται στο κεφάλαιο V, εκτός εάν η πρόσβαση αυτή αποκλείεται σε περιπτώσεις που άπτονται της εθνικής ασφαλείας.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο νομικός ή άλλος σύμβουλος που παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση στον αιτούντα άσυλο να έχει πρόσβαση σε κλειστές ζώνες, όπως χώρους κράτησης και ζώνες διέλευσης, για να συνεννοείται με τον αιτούντα ð , σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 και το άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής] ï. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα επισκέψεων στους αιτούντες σε κλειστές ζώνες, μόνο όταν οι εν λόγω περιορισμοί είναι, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, αντικειμενικά απαραίτητοι για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση της ζώνης ή για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εξέτασης της αίτησης, εφόσον η πρόσβαση από το νομικό ή άλλο σύμβουλο δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη.

ò νέο

3.           Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στον αιτούντα να προσέλθει στην προσωπική συνέντευξη συνοδευόμενος από νομικό ή άλλο σύμβουλο που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

4. 3.       Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κανόνες για την παράσταση των νομικών ή άλλων συμβούλων σε όλες τις συνεντεύξεις κατά τη διαδικασία, με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 2517 παράγραφος 1 στοιχείο β).

4.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στον αιτούντα επιτρέπεται να συνοδεύεται στην προσωπική συνέντευξη από το νομικό ή άλλο σύμβουλο που γίνεται δεκτός με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν την παρουσία του αιτούντος στην προσωπική συνέντευξη έστω κι αν αυτός εκπροσωπείται βάσει της εθνικής νομοθεσίας από νομικό ή άλλο σύμβουλο και μπορούν να ζητήσουν από τον αιτούντα να απαντήσει αυτοπροσώπως στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις.

Η απουσία νομικού ή άλλου συμβούλου δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να διεξαγάγει την προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα ð , με την επιφύλαξη του άρθρου 25 παράγραφος 1 στοιχείο β) ï.

ò νέο

Άρθρο 24

Αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν τον έγκαιρο εντοπισμό των αιτούντων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Προς τούτο, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον μηχανισμό που προβλέπεται στο άρθρο 22 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής].

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το παρόν άρθρο να εφαρμόζεται επίσης εάν καταστεί προφανές σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας ότι ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι παρέχεται στους αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων επαρκής χρόνος και η κατάλληλη υποστήριξη για να παρουσιάσουν τα στοιχεία της αίτησής τους όσο το δυνατό πληρέστερα και με όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Σε περίπτωση που η αποφαινόμενη αρχή θεωρεί ότι ένας αιτών έχει υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, το άρθρο 31 παράγραφος 6 και το άρθρο 32 παράγραφος 2 δεν εφαρμόζονται.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 25 17

Εγγυήσεις για τους ασυνόδευτους ανήλικους

1.           Για όλες τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 14 ð , 15, 16, ï και 17 12 και 14, τα κράτη μέλη:

α)      λαμβάνουν το συντομότερο δυνατόν μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι ο ασυνόδευτος ανήλικος διαθέτει εκπροσώπηση ή/και συνδρομή από εκπρόσωπο ð προκειμένου να μπορέσει να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ï κατά την εξέταση της αίτησης. ð Ο εκπρόσωπος έχει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της μέριμνας για τα παιδιά και ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την αρχή του μείζονος συμφέροντος του παιδιού. ï ο Ο εκπρόσωπος αυτός μπορεί επίσης να είναι ο εκπρόσωπος που αναφέρεται στην οδηγία […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής] στο άρθρο 19 της οδηγίας 2003/9/ΕΚ της 27ης Ιανουαρίου 2003 σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη[12]·

β)      μεριμνούν ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στον εκπρόσωπο να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, σχετικά με τον τρόπο που θα πρέπει να προετοιμασθεί για την προσωπική συνέντευξη. Τα κράτη μέλη ð μεριμνούν ώστε ï επιτρέπουν ο εκπρόσωπος στον εκπρόσωπο ð ή/και ο νομικός ή άλλος σύμβουλος που αναγνωρίζεται με την ιδιότητα αυτή βάσει της εθνικής νομοθεσίας ï να παρίστανται παρίσταται στην εν λόγω προσωπική συνέντευξη και ð να έχουν τη δυνατότητα ï να υποβάλλει υποβάλλουν ερωτήσεις ή παρατηρήσεις, εντός του πλαισίου που ορίζει ο διεξάγων τη συνέντευξη.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την παρουσία του ασυνόδευτου ανηλίκου στην προσωπική συνέντευξη ακόμη κι αν ο εκπρόσωπος είναι παρών.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν να μη διορίσουν εκπρόσωπο εφόσον ο ασυνόδευτος ανήλικος:

α)      θα ενηλικιωθεί, κατά πάσα πιθανότητα, ð θα συμπληρώσει το 18ο έτος ï προτού ληφθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό, ή

β)      μπορεί να επωφεληθεί, δωρεάν, νομικού ή άλλου συμβούλου, αναγνωρισμένου ως προς την ιδιότητά του αυτή από την εθνική νομοθεσία, προκειμένου να φέρει εις πέρας τα καθήκοντα που ορίζονται ανωτέρω για τον εκπρόσωπο, ή

γ)      είναι ή ήταν έγγαμος.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες την 1η Δεκεμβρίου 2005 νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, να μη διορίσουν εκπρόσωπο όταν ο ασυνόδευτος ανήλικος είναι ηλικίας τουλάχιστον 16 ετών, εκτός εάν δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει την αίτησή του χωρίς εκπρόσωπο.

3. 4.       Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)      εάν ένας ασυνόδευτος ανήλικος έχει κληθεί σε προσωπική συνέντευξη για την αίτησή του για ð διεθνή προστασία ï άσυλο όπως ορίζεται στα άρθρα 14, 15, ð 16, ï 17, και ð 34 ï 12, 13 και 14, η συνέντευξη αυτή να διεξάγεται από πρόσωπο που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων·

β)      ένας υπάλληλος που έχει τις αναγκαίες γνώσεις σχετικά με τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων να προετοιμάζει την απόφαση της αποφαινόμενης αρχής επί της αιτήσεως του ασυνόδευτου ανηλίκου.

ò νέο

4.           Στους ασυνόδευτους ανήλικους και στον εκπρόσωπό τους, παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 19, καθώς και οι πληροφορίες για τις διαδικασίες ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στο κεφάλαιο IV.

ê 2005/85/ΕΚ

ð νέο

5.           Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεως ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου ð όταν, μετά τις γενικές δηλώσεις ή άλλα συναφή αποδεικτικά στοιχεία, τα κράτη μέλη έχουν ακόμα αμφιβολίες σχετικά με την ηλικία του αιτούντος. Εάν αυτές οι αμφιβολίες εξακολουθούν να υπάρχουν μετά την ιατρική εξέταση, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι ο αιτών είναι ανήλικος ï.

ò νέο

Οποιαδήποτε ιατρική εξέταση πραγματοποιείται με πλήρη σεβασμό της αξιοπρέπειας του αιτούντος, με την επιλογή των λιγότερο παρεμβατικών εξετάσεων.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται ιατρικές εξετάσεις, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)      οι ασυνόδευτοι ανήλικοι να ενημερώνονται, πριν από την εξέταση της αίτησής τους για ð διεθνούς προστασίας ï άσυλο, και σε γλώσσα την οποία ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν, σχετικά με τη δυνατότητα προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρική εξέταση· πρόκειται μεταξύ άλλων για πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο εξέτασης και τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποτελεσμάτων της ιατρικής εξέτασης στην εξέταση της αίτησης για ð διεθνούς προστασίας ï άσυλο, καθώς και ως προς τον αντίκτυπο της άρνησης του ασυνόδευτου ανηλίκου να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση·

β)      οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ή/και οι εκπρόσωποί τους να συναινούν στη διενέργεια εξέτασης για τον προσδιορισμό της ηλικίας των συγκεκριμένων ανηλίκων, και

γ)      η απόφαση απόρριψης αίτησης ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου ασυνόδευτου ανηλίκου που αρνήθηκε να υποβληθεί σε αυτή την ιατρική εξέταση να μη βασίζεται μόνο στην άρνηση αυτή.

Το γεγονός ότι ένας ασυνόδευτος ανήλικος έχει αρνηθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αιτήσεως ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου.

ò νέο

6.           Το άρθρο 20 παράγραφος 3, το άρθρο 31 παράγραφος 6, το άρθρο 32 παράγραφος 2, το άρθρο 33 παράγραφος 3 στοιχείο γ), το άρθρο 38 και το άρθρο 43 δεν εφαρμόζονται σε ασυνόδευτους ανήλικους.

ê 2005/85/ΕΚ

7. 6.       Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου τα κράτη μέλη ενεργούν λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη την προάσπιση των συμφερόντων του παιδιού.

ê 2005/85/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 26 18

Κράτηση

1.           Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο για το λόγο και μόνο ότι ζητεί ð διεθνή προστασία ï άσυλο. ð Οι λόγοι και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και οι εγγυήσεις των οποίων απολαύουν οι αιτούντες διεθνή προστασία που τελούν υπό κράτηση συνάδουν με την οδηγία […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής] ï.

2.           'Όταν υποβάλλουν έναν αιτούντα ð διεθνή προστασία ï άσυλο σε κράτηση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ταχείας δικαστικής επανεξέτασης ð σύμφωνα με την οδηγία […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής]ï.

Άρθρο 27 19

Διαδικασία ανάκλησης της αίτησης

1.           Εφόσον τα κράτη μέλη προβλέπουν τη δυνατότητα ρητής ανάκλησης της αίτησης στην εθνική τους νομοθεσία, όταν ένας αιτών άσυλο ανακαλέσει ρητά την αίτησή του για ð διεθνή προστασία ï άσυλο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει είτε να σταματήσει την εξέταση είτε να απορρίψει την αίτηση.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέψουν ότι η αποφαινόμενη αρχή μπορεί να αποφασίσει να σταματήσει την εξέταση χωρίς λήψη απόφασης. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να συμπεριλάβει σχετικό σημείωμα στο φάκελο του αιτούντος.

Άρθρο 28 20

Διαδικασία σιωπηρής ανάκλησης της αίτησης ή υπαναχώρησης από αυτήν

1.           Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών ð διεθνή προστασία ï άσυλο έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του για άσυλο, ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει είτε να σταματήσει την εξέταση είτε ð,σε περίπτωση που η αποφαινόμενη αρχή, θεωρήσει την αίτηση ως αβάσιμη αφού την εξετάσει επαρκώς επί της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας […/…/Ε] [οδηγία για την αναγνώριση] και μετά από προσωπική συνέντευξη, ï να απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι ο αιτών δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα σύμφωνα με την οδηγία 2004/83/ΕΚ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν ότι ο αιτών έχει ανακαλέσει σιωπηρά την αίτησή του για ð διεθνή προστασία ï άσυλο ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν, ιδίως όταν διαπιστώνεται ότι:

α)      δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 4 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ ή δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη όπως προβλέπεται στα άρθρα 14, 15, ð 16 ï και 17 12, 13 και 14 Ö της εν λόγω οδηγίας Õ , εκτός εάν ο αιτών αποδείξει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ότι αυτό οφείλεται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του·

β)      διέφυγε ή αναχώρησε χωρίς άδεια από το μέρος όπου ζούσε ή ευρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να έρθει σε επαφή με την αρμόδια αρχή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ή δεν εκπλήρωσε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος την υποχρέωση αναφοράς ή άλλες υποχρεώσεις επικοινωνίας.

Για το σκοπό της εφαρμογής των προκειμένων διατάξεων, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να ορίσουν χρονικά όρια ή κατευθυντήριες γραμμές.

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο αιτών που αναφέρεται και πάλι στην αρμόδια αρχή μετά τη λήψη απόφασης να σταματήσει η εξέταση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, να δικαιούται να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του, ð ή να δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση η οποία δεν υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 40 και 41 ï , εκτός εάν η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34.

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ένα χρονικό όριο ð τουλάχιστον ενός έτους ï μετά το οποίο η υπόθεση του αιτούντος δεν θα μπορεί να επανεξετασθείð ή η νέα αίτηση θα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεταγενέστερη αίτηση και να υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 40 και 41 ï.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο αυτό να μην απομακρυνθεί κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στην αποφαινόμενη αρχή να συνεχίσει την εξέταση από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει.

ò νέο

3.           Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. […/…] [κανονισμός του Δουβλίνου].

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 29 21

Ο ρόλος της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες

1.           Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στην Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες:

α)      να έχει πρόσβαση στους αιτούντες ð διεθνή προστασία ï άσυλο, συμπεριλαμβανομένων των τελούντων υπό κράτηση ð , στα σύνορα και ï Ö στις Õ ζώνες διέλευσης αερολιμένων ή λιμένων ·

β)      να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες για τις ατομικές αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου, για την πρόοδο της διαδικασίας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών άσυλο συμφωνεί σχετικά·

γ)      να παρουσιάζει τις απόψεις της ενώπιον των αρμόδιων αρχών, κατά την άσκηση των εποπτικών της δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 35 της σύμβασης της Γενεύης, σχετικά με τις ατομικές αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

2.           Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης σε οργάνωση που εργάζεται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους εξ ονόματος της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες βάσει συμφωνίας με αυτό το κράτος μέλος.

Άρθρο 30 22

Συλλογή πληροφοριών σχετικά με ατομικές περιπτώσεις

Για το σκοπό της εξέτασης ατομικών περιπτώσεων, τα κράτη μέλη:

α)           δεν αποκαλύπτουν άμεσα τις πληροφορίες που αφορούν ατομικές αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου, ή το γεγονός ότι έχει υποβληθεί αίτηση, στους φερόμενους ως διώκτες υπεύθυνους της δίωξης ð ή της πρόκλησης σοβαρής βλάβης ï του αιτούντος άσυλο·

β)           δεν ζητούν πληροφορίες από τους φερόμενους ως διώκτες υπεύθυνους της δίωξης ð ή της πρόκλησης σοβαρής βλάβης ï κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να τους αποκαλυφθεί άμεσα το γεγονός ότι ο αιτών έχει υποβάλει αίτηση ασύλου και θα έθετε σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του αιτούντος και των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων ή την ελευθερία και την ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να ζουν στη χώρα καταγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΒΑΘΜΟ

ΤΜΗΜΑ I

Άρθρο 31 23

Διαδικασία εξέτασης

1.           Τα κράτη μέλη εξετάζουν τις αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου στο πλαίσιο διαδικασίας εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ.

2.           Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

ò νέο

3.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε διαδικασία να ολοκληρώνεται εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης.

Τα κράτη μέλη δύνανται να παρατείνουν την ανωτέρω προθεσμία για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από έξι επιπλέον μήνες σε περιπτώσεις στις οποίες:

α)      ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά ή νομικά ζητήματα.

β)      μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ζητήσουν ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη αδύνατη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι μηνών

γ)      η καθυστέρηση μπορεί να αποδοθεί σαφώς στη μη συμμόρφωση του αιτούντος με τις υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 13.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να αναμένεται από την αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο λόγω της αβέβαιης κατάστασης στη χώρα καταγωγής η οποία αναμένεται να είναι πρόσκαιρη.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

4.           Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση εντός εξαμήνου, ο ενδιαφερόμενος αιτών:

α)      είτε ενημερώνεται σχετικά με την καθυστέρηση·ð και ï

β)      είτε λαμβάνει, κατόπιν αιτήσεως, πληροφορίες σχετικά με ð τους λόγους της καθυστέρησης και ï το χρόνο κατά τον οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αιτήσεώς του. Η ενημέρωση αυτή δεν θεμελιώνει υποχρέωση των κρατών έναντι του αιτούντος να λάβουν απόφαση εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας.

ò νέο

Οι συνέπειες της μη λήψης απόφασης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 καθορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

5. 3.       Τα κράτη μέλη μπορούν να δώσουν προτεραιότητα ή να επιταχύνουν τυχόν στην εξέταση ð αίτησης διεθνούς προστασίας ï σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, μεταξύ άλλων όταν η αίτηση είναι πιθανόν να θεωρηθεί ως βάσιμη ή όταν ο αιτών έχει ειδικές ανάγκες:

ò νέο

α)      όταν η αίτηση είναι πιθανόν να θεωρηθεί ως βάσιμη

β)      όταν ο αιτών είναι ευάλωτο πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής], ή χρειάζεται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, ιδίως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι

γ)      σε άλλες περιπτώσεις εξαιρουμένων των αιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

6. 4.       Επιπλέον, τΤα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ μπορεί να λάβει προτεραιότητα ή επιταχυνθεί ð ή/και να διενεργηθεί στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 ï εφόσον:

α)      ο αιτών, κατά την υποβολή της αίτησης και την παρουσίαση των περιστατικών, απλώς έθεσε θέματα τα οποία είναι άνευ ή ελάχιστης σημασίας για την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας ð ή πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία ï δυνάμει της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ; ή

β)      ο αιτών προδήλως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας ή ως δικαιούμενος να λάβει το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, ή

γ)      η αίτηση ασύλου θεωρείται ως αβάσιμη:

β i)    διότι ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας αυτής των άρθρων 29, 30 και 31 , ή

ii)       διότι η χώρα, που δεν είναι κράτος μέλος, θεωρείται ως ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτούντα, με την επιφύλαξη του άρθρου 28 παράγραφος 1, ή

γ δ)   ο αιτών παραπλάνησε τις αρχές με την παρουσίαση ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων όσον αφορά την ταυτότητα ή/και την εθνικότητά ιθαγένειά του, που μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση, ή

ε)      ο αιτών υπέβαλε άλλη αίτηση ασύλου στην οποία δηλώνει άλλα προσωπικά δεδομένα, ή

δστ)  ο αιτών δεν έχει παράσχει πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί με εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητά του ή είναι πιθανόν ότι Ö ο αιτών Õ έχει καταστρέψει ή πετάξει κακόπιστα έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο που θα βοηθούσε στον προσδιορισμό της ταυτότητας ή της εθνικότητάς ιθαγένειάς του, ή

ε ζ)    ο αιτών έχει παρουσιάσει ασυνεπείς, αντιφατικές,ð σαφώς ψευδείς ή προφανώς ï απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες ð οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με επαρκώς τεκμηριωμένες πληροφορίες της χώρας καταγωγής, ï Ö καθιστώντας έτσι Õ που καθιστούν σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ð ως προς το εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως πρόσφυγα ή προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία δυνάμει ï ότι αποτέλεσε θύμα διώξεων δυνάμει της οδηγίας […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] της οδηγίας 2004/83/ΕΚ; ή

η)      ο αιτών έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση στην οποία δεν επικαλείται κανένα νέο κρίσιμο στοιχείο σχετικά με την προσωπική του κατάσταση ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ή

θ)      ο αιτών χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψε να υποβάλει την αίτησή του πρωτύτερα, ενώ μπορούσε να το πράξει, ή

στ ι)  ο αιτών υποβάλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης που θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή του, ή

(ια)    ο αιτών παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 4 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ ή στα άρθρα 11 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) και 20 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, ή

ιβ)     ο αιτών εισήλθε παράνομα στο έδαφος του κράτους μέλους ή παρέτεινε παράνομα την παραμονή του σε αυτό και, χωρίς εύλογη αιτία, δεν παρουσιάσθηκε στις αρχές ούτε υπέβαλε αίτηση ασύλου το συντομότερο δυνατόν λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της εισόδου του, ή

ζ ιγ)   ο αιτών ð ενδέχεται για σοβαρούς λόγους να θεωρείται ότι ï συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους, ή έχει απελαθεί διά της βίας για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας τάξης δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.; ή

ιδ)     ο αιτών αρνείται να συμμορφωθεί με την υποχρέωση να υποβληθεί σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων σύμφωνα με την οικεία κοινοτική ή/και εθνική νομοθεσία, ή

ιε)     η αίτηση υποβλήθηκε από άγαμο ανήλικο στον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχείο γ) αφού η αίτηση των γονέων ή του γονέα που έχουν την ευθύνη του ανηλίκου απορρίφθηκε και δεν επικαλείται νέα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του.

ò νέο

7.           Τα κράτη μέλη ορίζουν εύλογες προθεσμίες για την έκδοση απόφασης κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία σύμφωνα με την παράγραφο 6 οι οποίες διασφαλίζουν κατάλληλη και πλήρη εξέταση.

8.           Το γεγονός ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε μετά από παράτυπη είσοδο στο έδαφος ή στα σύνορα, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης, καθώς και η έλλειψη εγγράφων ή η χρήση πλαστών εγγράφων, δεν συνεπάγονται αυτοδικαίως εφαρμογή της πρωτοβάθμιας διαδικασίας σύμφωνα με την παράγραφο 6.

ê 2005/85/EΚ

Άρθρο 24

Ειδικές διαδικασίες

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν τις ακόλουθες ειδικές διαδικασίες που παρεκκλίνουν από τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου:

α) προκαταρκτική εξέταση για τη διεκπεραίωση υποθέσεων που εξετάζονται στο πλαίσιο του τμήματος ΙV·

β)      διαδικασίες για τη διεκπεραίωση υποθέσεων που εξετάζονται στο πλαίσιο του τμήματος V.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέψουν παρέκκλιση όσον αφορά το τμήμα VΙ.

ê 2005/85/EΚ άρθρο 28 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 32

Αβάσιμες αιτήσεις

1.           Με την επιφύλαξη του άρθρου των άρθρων 27 19 και 20, τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν αίτηση ασύλου ως αβάσιμη εφόσον η αποφαινόμενη αρχή διαπιστώσει ότι ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï για να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας δυνάμει της οδηγίας […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ.

2.           Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο β) και Στις στις περιπτώσεις αβάσιμων αιτήσεων ασύλου για τις οποίες ισχύουν οποιεσδήποτε από τις περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 31 παράγραφος 6 ð στοιχεία α) έως στ) ï 23 παράγραφος 4 στοιχεία α) και γ) έως ιε), τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεωρούν μια αίτηση ως προδήλως αβάσιμη, εφόσον λαμβάνει το χαρακτηρισμό αυτό στην εθνική νομοθεσία.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

ΤΜΗΜΑ II

Άρθρο 33 25

Περιπτώσεις απαράδεκτων αιτήσεων

1.           Πέραν των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. […/…] [κανονισμός του Δουβλίνου] (ΕΚ) αριθ. 343/2003, τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να εξετάζουν εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για ð διεθνή προστασία ï το χαρακτηρισμό του ως πρόσφυγα σύμφωνα με την οδηγία […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ όταν μια αίτηση θεωρείται ως απαράδεκτη δυνάμει του παρόντος άρθρου.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση ð για διεθνή προστασία ï ασύλου ως απαράδεκτη ð μόνο ï δυνάμει του παρόντος άρθρου εάν:

α)      το καθεστώς του πρόσφυγα έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος·

β)      μια χώρα που δεν είναι κράτος μέλος θεωρείται ως πρώτη χώρα ασύλου για τον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο35 26·

γ)      μια χώρα που δεν είναι κράτος μέλος θεωρείται ως ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο 38 27·

δ)      επιτραπεί στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος για κάποιο άλλο λόγο συνεπεία του οποίου έχει λάβει καθεστώς ισοδύναμο προς τα δικαιώματα και τα οφέλη που απορρέουν από το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·

ε)      έχει επιτραπεί στον αιτούντα να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους για άλλους λόγους που εμποδίζουν την επαναπροώθησή του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσδιορισμού καθεστώτος δυνάμει του στοιχείου δ)·

(δ στ) ð η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας ή πρόσωπο που δικαιούται διεθνή προστασία δυνάμει της οδηγίας […/…/ΕΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] ï ο αιτών υπέβαλε ταυτόσημη αίτηση έπειτα από τελεσίδικη απόφαση·

(ε ζ)  πρόσωπο εξαρτώμενο από τον αιτούντα υποβάλει αίτηση, αφού το πρόσωπο αυτό έχει συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 6 παράγραφος 3 να αποτελέσει η περίπτωσή του τμήμα αίτησης υποβαλλόμενης για λογαριασμό του και δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του προσώπου αυτού τα οποία να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης.

ò νέο

Άρθρο 34

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τη συνέντευξη για το παραδεκτό της αίτησης

1.           Πριν από τη λήψη απόφασης για απόρριψη αίτησης ως απαράδεκτης, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με την εφαρμογή των λόγων που προβλέπει το άρθρο 33, στην περίπτωσή τους. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε προσωπική συνέντευξη σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης. Τα κράτη μέλη δύνανται κατ' εξαίρεση να μην εφαρμόσουν την παρούσα διάταξη μόνο σύμφωνα με το άρθρο 42 σε περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων.

2.           Η παράγραφος 1 ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 5 του κανονισμού (EΕ) αριθ[…/…] [κανονισμός του Δουβλίνου].

3.           Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το πρόσωπο που λαμβάνει τη συνέντευξη για το παραδεκτό της αίτησης δεν φοράει στρατιωτική στολή ή στολή των δυνάμεων επιβολής του νόμου.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

ΤΜΗΜΑ III

Άρθρο 35 26

Έννοια της πρώτης χώρας ασύλου

Μία χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτη χώρα ασύλου για ένα συγκεκριμένο αιτούντα ð διεθνή προστασία ï άσυλο εάν:

α)           έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας από τη χώρα αυτή και απολαύει ακόμη της σχετικής προστασίας, ή

β)           απολαύει άλλης επαρκούς προστασίας στην εν λόγω χώρα, επωφελούμενος μεταξύ άλλων από την αρχή της μη επαναπροώθησης,

με την προϋπόθεση ότι θα γίνει εκ νέου δεκτός στη χώρα αυτή.

Κατά την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωση του αιτούντος ð διεθνή προστασία ï άσυλο, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους το άρθρο 38 παράγραφος 1 27 παράγραφος 1. ð Δίδεται στον αιτούντα η δυνατότητα να αμφισβητήσει την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωσή του. ï

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 27

Έννοια των ασφαλών τρίτων χωρών

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν την έννοια των ασφαλών τρίτων χωρών μόνο εφόσον οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι η μεταχείριση του αιτούντος άσυλο στην οικεία τρίτη χώρα θα πληροί τα εξής κριτήρια:

α) δεν απειλούνται η ζωή και η ελευθερία λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων, και

β)      τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης, και

γ)      τηρείται η απαγόρευση της απομάκρυνσης κατά παράβαση του δικαιώματος αποφυγής των βασανιστηρίων και της σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, όπως ορίζεται στο διεθνές δίκαιο, και

δ)      υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα και, στην περίπτωση που ο αιτών αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, να του χορηγηθεί προστασία σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης.

2.           Η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας υπόκειται στους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων:

α)      των κανόνων που απαιτούν σύνδεσμο μεταξύ του αιτούντος άσυλο και της οικείας τρίτης χώρας, βάσει της οποίας θα ήταν εύλογο για τον αιτούντα να μεταβεί στη συγκεκριμένη χώρα·

β)      των κανόνων σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές προκειμένου να κρίνουν ότι η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας μπορεί να εφαρμοσθεί σε συγκεκριμένη χώρα ή συγκεκριμένο αιτούντα. Η μεθοδολογία αυτή μπορεί π.χ. να περιλαμβάνει μια εξέταση του ασφαλούς χαρακτήρα της χώρας για συγκεκριμένο αιτούντα ή/και τον εθνικό χαρακτηρισμό των χωρών που θεωρούνται ως γενικά ασφαλείς·

γ)      των κανόνων σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο οι οποίοι επιτρέπουν να εξετάζεται χωριστά κατά πόσον η οικεία τρίτη χώρα είναι ασφαλής για συγκεκριμένο αιτούντα και οι οποίοι επιτρέπουν, τουλάχιστον, στον αιτούντα να προσβάλλει την εφαρμογή της εννοίας της ασφαλούς τρίτης χώρας επικαλούμενος ως λόγο το γεγονός ότι στη χώρα αυτή θα υποστεί βασανιστήρια ή σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.

3.           Κατά την εφαρμογή απόφασης που βασίζεται αποκλειστικά στο παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη:

α)      ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα, και

β)      του χορηγούν έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας ότι η αίτηση δεν έχει εξετασθεί επί της ουσίας.

4.           Όταν η τρίτη χώρα δεν επιτρέπει στον αιτούντα άσυλο να εισέλθει στο έδαφός της, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε αυτός να έχει πρόσβαση σε διαδικασία σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που περιγράφονται στο κεφάλαιο ΙΙ.

5.           Τα κράτη μέλη ενημερώνουν περιοδικώς την Επιτροπή σχετικά με τις χώρες έναντι των οποίων εφαρμόζεται η αρχή αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28

Αβάσιμες αιτήσεις

1.           Με την επιφύλαξη των άρθρων 19 και 20, τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν αίτηση ασύλου ως αβάσιμη μόνο εάν η αποφαινόμενη αρχή αποδείξει ότι ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ.

2.           Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στις περιπτώσεις αβάσιμων αιτήσεων ασύλου για τις οποίες ισχύουν οποιεσδήποτε από τις περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχεία α) και γ) έως ιε), τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεωρούν μια αίτηση ως προδήλως αβάσιμη, εφόσον λαμβάνει το χαρακτηρισμό αυτό στην εθνική νομοθεσία.

ê 2005/85/EΚ

Άρθρο 29

Ελάχιστος κοινός κατάλογος τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής

1.           Το Συμβούλιο, λαμβάνοντας απόφαση με ειδική πλειοψηφία έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ελάχιστο κοινό κατάλογο τρίτων χωρών που θεωρούνται από τα κράτη μέλη ως ασφαλείς χώρες καταγωγής σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ.

2.           Το Συμβούλιο μπορεί, λαμβάνοντας απόφαση με ειδική πλειοψηφία έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να τροποποιεί το ελάχιστο κοινό κατάλογο προσθέτοντας ή αφαιρώντας τρίτες χώρες, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ. Η Επιτροπή εξετάζει κάθε αίτημα του Συμβουλίου ή κράτους μέλους να υποβάλει πρόταση τροποποίησης του καταλόγου.

3.           Κατά την υποβολή της πρότασής της σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, η Επιτροπή θα κάνει χρήση πληροφοριών από τα κράτη μέλη, δικών της πληροφοριών και, όπου κρίνεται απαραίτητο, πληροφοριών από την Ύπατη Αρμοστεία των ΗΕ για τους πρόσφυγες, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς.

4.           Όταν το Συμβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την αφαίρεση τρίτης χώρας από τον ελάχιστο κοινό κατάλογο, η σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 υποχρέωση των κρατών μελών αναστέλλεται έναντι της χώρας αυτής από την επομένη της έκδοσης της απόφασης με την οποία το Συμβούλιο ζητεί την υποβολή της πρότασης.

5.           Όταν κράτος μέλος ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο για την αφαίρεση τρίτης χώρας από το ελάχιστο κοινό κατάλογο, το εν λόγω κράτος μέλος γνωστοποιεί εγγράφως στο Συμβούλιο την αίτηση που υπέβαλε στην Επιτροπή. Η δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 υποχρέωση του εν λόγω κράτους μέλους αναστέλλεται έναντι της τρίτης χώρας από την επομένη της γνωστοποίησης της αίτησης στο Συμβούλιο.

6.           Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται για τις δυνάμει των παραγράφων 4 και 5 αναστολές.

7.           Οι δυνάμει των παραγράφων 4 και 5 αναστολές λαμβάνουν τέλος έπειτα από τρεις μήνες, εκτός αν η Επιτροπή υποβάλει πρόταση, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, για την αφαίρεση της τρίτης χώρας από τον ελάχιστο κοινό κατάλογο. Οι αναστολές λαμβάνουν τέλος ούτως ή άλλως όταν το Συμβούλιο απορρίψει πρόταση της Επιτροπής για αφαίρεση της τρίτης χώρας από τον κατάλογο.

8.           Η Επιτροπή υποβάλλει, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με το εάν η κατάσταση μιας χώρας του ελαχίστου κοινού καταλόγου εξακολουθεί να συνάδει προς το παράρτημα ΙΙ. Κατά την υποβολή της έκθεσης η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει τυχόν συστάσεις ή προτάσεις τις οποίες θεωρεί σκόπιμες.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 30

Εθνικός χαρακτηρισμός τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής

1.           Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 29, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ, τον εθνικό χαρακτηρισμό τρίτων χωρών εκτός από εκείνες που περιλαμβάνονται στο ελάχιστο κοινό κατάλογο ως ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων ασύλου. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς εφόσον στο τμήμα αυτό πληρούνται οι όροι του παραρτήματος ΙΙ.

2.           Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 η οποία επιτρέπει τον εθνικό χαρακτηρισμό τρίτων χωρών, πέραν των περιλαμβανομένων στον ελάχιστο κοινό κατάλογο, ως ασφαλών χωρών καταγωγής για τους σκοπούς της εξέτασης αιτήσεων ασύλου, εφόσον κρίνουν ότι τα πρόσωπα στις συγκεκριμένες τρίτες χώρες δεν υφίστανται γενικά:

α)      ούτε δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·

β)      ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να διατηρήσουν νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 η οποία επιτρέπει τον εθνικό χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς ή χώρας ή τμήματος χώρας ως ασφαλούς για συγκεκριμένη ομάδα ατόμων στη χώρα αυτή, εφόσον οι όροι της παραγράφου 2 πληρούνται σε σχέση με αυτό το τμήμα ή ομάδα.

4.           Τα κράτη μέλη, όταν αξιολογούν εάν μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, λαμβάνουν υπόψη τους τη νομική κατάσταση, την εφαρμογή του δικαίου και τις γενικές πολιτικές συνθήκες στην εν λόγω τρίτη χώρα.

5.           Η αξιολόγηση του κατά πόσον μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς.

6.           Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις χώρες που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς χώρες καταγωγής βάσει του παρόντος άρθρου.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 36 31

Έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής

1.           Τρίτη χώρα που έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με Ö την παρούσα οδηγία Õ τις διατάξεις του άρθρου 29 ή του άρθρου 30 μπορεί, έπειτα από ατομική εξέταση της αίτησης, να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής για συγκεκριμένο αιτούντα άσυλο μόνο εφόσον ο αιτών:

α)      έχει την ιθαγένεια της χώρας αυτής, ή

β)      είναι ανιθαγενής και είχε προηγουμένως τη συνήθη διαμονή του στην εν λόγω χώρα,

και δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται και όσον αφορά το χαρακτηρισμό του ως πρόσφυγα ð ή προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασίαï σύμφωνα με την οδηγία […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/EΚ.

2.           Τα κράτη μέλη θεωρούν την αίτηση ασύλου αβάσιμη, σύμφωνα με την παράγραφο 1, στην περίπτωση που η τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως ασφαλής δυνάμει του άρθρου 29.

2. 3.       Τα κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους περαιτέρω κανόνες και λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας.

ê 2005/85/EΚ άρθρο 30

ð νέο

Άρθρο 37

Εθνικός χαρακτηρισμός τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής

1.           Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 29, τΤα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει, σύμφωνα με το παράρτημα I II, τον εθνικό χαρακτηρισμό τρίτων χωρών εκτός από εκείνες που περιλαμβάνονται στο ελάχιστο κοινό κατάλογο ως ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς εφόσον στο τμήμα αυτό πληρούνται οι όροι του παραρτήματος ΙΙ.

2.           Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 η οποία επιτρέπει τον εθνικό χαρακτηρισμό τρίτων χωρών, πέραν των περιλαμβανομένων στον ελάχιστο κοινό κατάλογο, ως ασφαλών χωρών καταγωγής για τους σκοπούς της εξέτασης αιτήσεων ασύλου, εφόσον κρίνουν ότι τα πρόσωπα στις συγκεκριμένες τρίτες χώρες δεν υφίστανται γενικά:

α)      ούτε δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·

β)      ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.

3.           Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να διατηρήσουν νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 η οποία επιτρέπει τον εθνικό χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς ή χώρας ή τμήματος χώρας ως ασφαλούς για συγκεκριμένη ομάδα ατόμων στη χώρα αυτή, εφόσον οι όροι της παραγράφου 2 πληρούνται σε σχέση με αυτό το τμήμα ή ομάδα.

4.           Τα κράτη μέλη, όταν αξιολογούν εάν μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, λαμβάνουν υπόψη τους τη νομική κατάσταση, την εφαρμογή του δικαίου και τις γενικές πολιτικές συνθήκες στην εν λόγω τρίτη χώρα.

ò νέο

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να επανεξετάζεται τακτικά η κατάσταση στις τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

ê 2005/85/EΚ άρθρο 30

ð νέο

3. 5.       Η αξιολόγηση του κατά πόσον μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, ð την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, ï την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς.

4. 6.       Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις χώρες που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς χώρες καταγωγής βάσει του παρόντος άρθρου.

ê 2005/85/EΚ άρθρο 27

ð νέο

Άρθρο 38

Έννοια των ασφαλών τρίτων χωρών

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν την έννοια των ασφαλών τρίτων χωρών μόνο εφόσον οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι η μεταχείριση του αιτούντος ð διεθνή προστασία ï άσυλο στην οικεία τρίτη χώρα θα πληροί τα εξής κριτήρια:

α)      δεν απειλούνται η ζωή και η ελευθερία λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων,

ò νέο

β)      δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στην οδηγία […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση],

ê 2005/85/EΚ άρθρο 27

ð νέο

γ β)   τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης,

δ γ)   τηρείται η απαγόρευση της απομάκρυνσης κατά παράβαση του δικαιώματος αποφυγής των βασανιστηρίων και της σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, όπως ορίζεται στο διεθνές δίκαιο, και

ε δ)   υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα και, στην περίπτωση που ο αιτών αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, να του χορηγηθεί προστασία σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης.

2.           Η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας υπόκειται στους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων:

α)      των κανόνων που απαιτούν σύνδεσμο μεταξύ του αιτούντος ð διεθνή προστασία ï άσυλο και της οικείας τρίτης χώρας, βάσει της οποίας θα ήταν εύλογο για τον αιτούντα να μεταβεί στη συγκεκριμένη χώρα·

β)      των κανόνων σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές προκειμένου να κρίνουν ότι η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας μπορεί να εφαρμοσθεί σε συγκεκριμένη χώρα ή συγκεκριμένο αιτούντα. Η μεθοδολογία αυτή μπορεί π.χ. να περιλαμβάνει μια εξέταση του ασφαλούς χαρακτήρα της χώρας για συγκεκριμένο αιτούντα ή/και τον εθνικό χαρακτηρισμό των χωρών που θεωρούνται ως γενικά ασφαλείς·

γ)      των κανόνων σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο οι οποίοι επιτρέπουν να εξετάζεται χωριστά κατά πόσον η οικεία τρίτη χώρα είναι ασφαλής για συγκεκριμένο αιτούντα και οι οποίοι επιτρέπουν, τουλάχιστον, στον αιτούντα να προσβάλλει την εφαρμογή της εννοίας της ασφαλούς τρίτης χώρας επικαλούμενος ως λόγο το γεγονός ότι ð η τρίτη χώρα δεν είναι ασφαλής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται ï στη χώρα αυτή θα υποστεί βασανιστήρια ή σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία. ð Ο αιτών έχει επίσης τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ αυτού και της τρίτης χώρας σύμφωνα με το στοιχείο α). ï

3.           Κατά την εφαρμογή απόφασης που βασίζεται αποκλειστικά στο παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη:

α)      ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα, και

β)      του χορηγούν έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας, στη γλώσσα της χώρας αυτής, ότι η αίτηση δεν έχει εξετασθεί επί της ουσίας.

4.           Όταν η τρίτη χώρα δεν επιτρέπει στον αιτούντα ð διεθνή προστασία ï άσυλο να εισέλθει στο έδαφός της, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε αυτός να έχει πρόσβαση σε διαδικασία σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που περιγράφονται στο κεφάλαιο ΙΙ.

5.           Τα κράτη μέλη ενημερώνουν περιοδικώς την Επιτροπή σχετικά με τις χώρες έναντι των οποίων εφαρμόζεται η αρχή αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

ê 2005/85/EΚ άρθρο 36

ð νέο

Άρθρο 39

Έννοια της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας των ευρωπαϊκών ασφαλών τρίτων χωρών

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η εξέταση της αίτησης ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου και της ασφάλειας του αιτούντος υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο ΙΙ, δεν διεξάγεται ή δεν διεξάγεται πλήρως όταν η αρμόδια αρχή διαπιστώνει βάσει των γεγονότων ότι ο αιτών άσυλο ð διεθνή προστασία ï επιδιώκει να εισέλθει ή έχει μόλις εισέλθει παράνομα στο έδαφος της χώρας της από ασφαλή τρίτη χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.           Μια τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής τρίτη χώρα κατά την έννοια της παραγράφου 1 μόνον εφόσον:

α)      έχει επικυρώσει και τηρεί τις διατάξεις της σύμβασης της Γενεύης χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς·

β)      εφαρμόζει διαδικασία ασύλου προβλεπόμενη από τη νομοθεσία· και

γ)      έχει επικυρώσει την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τηρεί τις διατάξεις της, περιλαμβανομένων των κανόνων περί πραγματικής προσφυγής, και

δ)      έχει λάβει το χαρακτηρισμό αυτό από το Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3.           Το Συμβούλιο, λαμβάνοντας απόφαση με ειδική πλειοψηφία έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ή τροποποιεί έναν κοινό κατάλογο τρίτων χωρών οι οποίες θεωρούνται από όλα τα κράτη μέλη ως ασφαλείς χώρες καταγωγής κατά την έννοια της παραγράφου 1.

43.         Τα οικεία κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους τις λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 και ορίζουν τις συνέπειες των αποφάσεων δυνάμει των διατάξεων αυτών σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης που έχει καθιερωθεί με τη σύμβαση της Γενεύης, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης εξαιρέσεων από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου για ανθρωπιστικούς ή πολιτικούς λόγους ή για λόγους δημοσίου διεθνούς δικαίου.

54.         Κατά την εφαρμογή απόφασης που βασίζεται αποκλειστικά στο παρόν άρθρο, τα οικεία κράτη μέλη:

α)      ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα, και

β)      του χορηγούν έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας, στη γλώσσα της χώρας αυτής, ότι η αίτηση δεν έχει εξετασθεί επί της ουσίας.

65.         Όταν η ασφαλής τρίτη χώρα δεν δέχεται εκ νέου τον αιτούντα άσυλο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε αυτός να έχει πρόσβαση σε διαδικασία σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που περιγράφονται στο κεφάλαιο II.

ò νέο

6.           Τα κράτη μέλη ενημερώνουν περιοδικώς την Επιτροπή σχετικά με τις χώρες έναντι των οποίων ισχύει η έννοια αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

ê 2005/85/EΚ άρθρο 36

7.           Τα κράτη μέλη που έχουν χαρακτηρίσει τρίτες χώρες ως ασφαλείς χώρες σύμφωνα με τη νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 και βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 2 στοιχεία α), β) και γ) μπορούν να εφαρμόζουν την παράγραφο 1 στις εν λόγω τρίτες χώρες έως ότου το Συμβούλιο θεσπίσει τον κοινό κατάλογο δυνάμει της παραγράφου 3.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΤΜΗΜΑ IV

Άρθρο 40 32

Μεταγενέστερες αιτήσεις

1.           Όταν ένα πρόσωπο που έχει υποβάλει αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου σε κράτος μέλος προβαίνει σε περαιτέρω διαβήματα ή υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση στο ίδιο κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να εξετάζει τα περαιτέρω διαβήματα ή τα στοιχεία της μεταγενέστερης αίτησης στο πλαίσιο της εξέτασης της προηγούμενης αίτησης ή της εξέτασης της αίτησης επανεξέτασης ή του ένδικου μέσου, εφόσον οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λάβουν υπόψη τους και να εξετάσουν όλα τα στοιχεία στα οποία βασίζονται τα περαιτέρω διαβήματα ή η μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο αυτό.

2.           Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν ειδική διαδικασία όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, όταν ένα πρόσωπο υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση ασύλου:

α)      μετά την απόσυρση ή παραίτηση εκ της προηγούμενης αιτήσεώς του δυνάμει των άρθρων 19 ή 20·

β)      μετά τη λήψη απόφασης σχετικά με την προηγούμενη αίτηση. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εφαρμόζουν τη διαδικασία αυτή μόνο μετά τη λήψη τελεσίδικης απόφασης..

2. 3.       ð Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο δ), ï η Η μεταγενέστερη αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου υποβάλλεται κατ’ αρχήν σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να καθορισθεί εάν , μετά την ανάκληση της προηγούμενης αίτησης ή μετά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου επί της αιτήσεως, προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως πρόσφυγα ð ή προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία ï δυνάμει της οδηγίας […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/EΚ.

3. 4.       Εάν, μετά την η προκαταρκτική εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 3 του παρόντος άρθρου Ö καταλήξει στο συμπέρασμα ότι Õ προκύψουν ή υποβληθούν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα Ö έχουν προκύψει ή υποβληθεί Õ από τον αιτούντα τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως πρόσφυγα ð ή προσώπου που πληροί τις προϋποθέσεις για επικουρική προστασία ï δυνάμει της οδηγίας Ö […/…/EΚ] [οδηγία για την αναγνώριση] Õ 2004/83/EΚ, η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ. Ö Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβάλουν άλλους λόγους για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης. Õ

5.           Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, να εξετάζουν περαιτέρω μεταγενέστερη αίτηση όταν υπάρχουν άλλοι λόγοι που επιτάσσουν την επανεξέταση της αίτησης.

4. 6.       Τα κράτη μέλη μπορούν να εξετάσουν περαιτέρω την αίτηση μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία, ιδίως με την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 46 39.

ò νέο

5.           Σε περίπτωση μη περαιτέρω εξέτασης μιας μεταγενέστερης αίτησης δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αίτηση θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο δ).

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

6. 7.       Η διαδικασία του παρόντος άρθρου μπορεί να εφαρμόζεται επίσης και στην περίπτωση:

α)      εξαρτωμένου προσώπου το οποίο υποβάλλει αίτηση αφού έχει συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 6 παράγραφος 3, να αποτελέσει η περίπτωσή του τμήμα αίτησης η οποία υποβάλλεται για λογαριασμό του ð , ή/και ï

β)      ð άγαμου ανήλικου ο οποίος υποβάλλει αίτηση μετά από την υποβολή αίτησης για λογαριασμό του δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο γ) ï .

Σε ð αυτές τις περιπτώσεις ï αυτή την περίπτωση, η προκαταρκτική εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 3 του παρόντος άρθρου θα αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη στοιχείων που να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης εκ μέρους του εξαρτωμένου προσώπου ð ή του άγαμου ανήλικου ï.

ò νέο

7.           Εφόσον ένα πρόσωπο έναντι του οποίου πρέπει να εκτελεσθεί απόφαση μεταφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (EΕ) […/…] [κανονισμός του Δουβλίνου] προβαίνει σε περαιτέρω διαβήματα ή υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση στο κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά, τα εν λόγω διαβήματα ή μεταγενέστερες αιτήσεις εξετάζονται από το αρμόδιο κράτος μέλος, όπως ορίζεται στον κανονισμό (EΕ) […/…] [κανονισμός του Δουβλίνου], σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 41

Ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται όταν μια μεταγενέστερη αίτηση έχει απορριφθεί ή κριθεί απαράδεκτη

Στην περίπτωση που ένα πρόσωπο υποβάλει νέα αίτηση διεθνούς προστασίας στο ίδιο κράτος μέλος αφού αυτό εξέδωσε τελεσίδικη απόφαση με την οποία έκρινε αίτηση ως απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 40 παράγραφος 5 ή μετά από τελεσίδικη απόφαση απόρριψης προηγούμενης μεταγενέστερης αίτησης ως αβάσιμης, τα κράτη μέλη δύνανται:

α)           να προβούν σε εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος, υπό την προϋπόθεση ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι πεπεισμένη ότι η απόφαση επιστροφής δεν θα οδηγήσει σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση κατά παράβαση των διεθνών και ενωσιακών υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους·

β)           να προβλέψουν την επίσπευση της διαδικασίας εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο στ)· στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν από τις προθεσμίες που ισχύουν κανονικά για τις ταχείες διαδικασίες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

γ)           να παρεκκλίνουν από τις προθεσμίες που ισχύουν κανονικά για τις διαδικασίες κρίσης του παραδεκτού που προβλέπονται στα άρθρα 33 και 34, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

ê 2005/85/EΚ

Άρθρο 33

Μη εμφάνιση

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 διαδικασία σε περίπτωση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αιτούντα ο οποίος, είτε εκ προθέσεως είτε λόγω βαρείας αμέλειας, δεν εμφανίζεται σε κέντρο υποδοχής ή ενώπιον των αρμόδιων αρχών κατά την καθορισμένη ημερομηνία.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 42 34

Διαδικαστικοί κανόνες

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες ð διεθνή προστασία ï άσυλο των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 32 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 10 παράγραφος 1.

2.           Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 32. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων:

α)      να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·

β)      να απαιτούν την υποβολή των νέων πληροφοριών από το συγκεκριμένο αιτούντα εντός προθεσμίας από τη στιγμή κατά την οποία έλαβε τις εν λόγω πληροφορίες·;

β γ)   να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη ð , εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6 ï.

Οι κανόνες Ö αυτοί Õ δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.

3.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)      ο αιτών να ενημερώνεται καταλλήλως για την έκβαση της προκαταρκτικής εξέτασης και, στην περίπτωση που η αίτηση δεν θα εξετασθεί περαιτέρω, για τους λόγους και για τις δυνατότητες άσκησης ένδικου μέσου ή υποβολής αίτησης επανεξέτασης της απόφασης.,

β)      εάν ισχύει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 2, η αποφαινόμενη αρχή να εξετάζει περαιτέρω τη μεταγενέστερη αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου II το ταχύτερο δυνατόν.

ΤΜΗΜΑ V

Άρθρο 43 35

Διαδικασίες στα σύνορα

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν διαδικασίες, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, προκειμένου να αποφασίζουν, στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσής των κρατών μελών, σχετικά με:

α)      ð το παραδεκτό μιας ï αίτησης τις αιτήσεις ð , δυνάμει του άρθρου 33, ï που υποβάλλεται υποβάλλονται στα σημεία αυτά ð ή/και ï

ò νέο

β)      την ουσία μιας αίτησης σε διαδικασία δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 6.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

2.           Ωστόσο, όταν δεν υπάρχουν διαδικασίες όπως αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005, διαδικασίες που παρεκκλίνουν από τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, προκειμένου να αποφασίζουν, στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης, κατά πόσον πρέπει να επιτρέψουν να εισέλθουν στο έδαφός τους αιτούντες άσυλο οι οποίοι έφθασαν και υπέβαλαν την αίτησή τους στα σημεία αυτά.

3.           Με τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εξασφαλίζεται ιδίως ότι οι ενδιαφερόμενοι:

α)      μπορούν να παραμείνουν στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης των κρατών μελών, με την επιφύλαξη του άρθρου 7·

β)      πρέπει να ενημερώνονται αμέσως σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ)      έχουν πρόσβαση, εάν είναι αναγκαίο, σε υπηρεσίες διερμηνέα, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

δ)      καλούνται, προτού λάβει απόφαση η αρμόδια αρχή στις διαδικασίες αυτές, σε προσωπική συνέντευξη σχετικά με την αίτηση ασύλου που υπέβαλαν, την οποία συνέντευξη διενεργούν πρόσωπα με κατάλληλη γνώση των κανόνων που ισχύουν σύμφωνα με τη νομοθεσία περί ασύλου και προσφύγων, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 12, 13 και 14·

ε)      έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύονται δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο, που έχει γίνει δεκτός ή αναγνωρίζεται με την ιδιότητά του αυτή από την εθνική νομοθεσία, όπως προβλέπεται από το άρθρο 15 παράγραφος 1, και

στ)    έχουν διορισμένο εκπρόσωπο στην περίπτωση που πρόκειται για ασυνόδευτους ανηλίκους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 17 παράγραφος 1, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 17 παράγραφος 2 ή 3.

Επιπλέον, εφόσον αρμόδια αρχή δεν επιτρέπει την είσοδο, η εν λόγω αρμόδια αρχή αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους η αίτηση ασύλου θεωρείται ως αβάσιμη ή απαράδεκτη.

2. 4.       Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η απόφαση στο πλαίσιο των διαδικασιών της παραγράφου 1 2 να λαμβάνεται εντός εύλογης προθεσμίας. Αν δεν έχει ληφθεί απόφαση εντός τεσσάρων εβδομάδων, επιτρέπεται στον αιτούντα η είσοδος στο έδαφος του κράτους μέλους προκειμένου να εξετασθεί η αίτησή του σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

3. 5.       Στην περίπτωση ιδιόμορφων αφίξεων ή αφίξεων που αφορούν μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών οι οποίοι υποβάλλουν αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου στα σύνορα ή σε ζώνη διέλευσης, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικώς αδύνατη Ö στην πράξη Õ η εκεί εφαρμογή της παραγράφου 1 ή της ειδικής διαδικασίας των παραγράφων 2 και 3, οι εν λόγω διαδικασίες μπορούν να εφαρμόζονται επίσης όπου και επί όσο χρονικό διάστημα φιλοξενούνται κανονικά οι συγκεκριμένοι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς σε σημεία πλησίον των συνόρων ή της ζώνης διέλευσης.

ê 2005/85/EΚ

Άρθρο 36

Έννοια των ευρωπαϊκών ασφαλών τρίτων χωρών

1.           Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η εξέταση της αίτησης ασύλου και της ασφάλειας του αιτούντος υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο ΙΙ, δεν διεξάγεται ή δεν διεξάγεται πλήρως όταν η αρμόδια αρχή διαπιστώνει βάσει των γεγονότων ότι ο αιτών άσυλο επιδιώκει να εισέλθει ή έχει μόλις εισέλθει παράνομα στο έδαφος της χώρας της από ασφαλή τρίτη χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.           Μια τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής τρίτη χώρα κατά την έννοια της παραγράφου 1 μόνον εφόσον:

α)      έχει επικυρώσει και τηρεί τις διατάξεις της σύμβασης της Γενεύης χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς·

β)      εφαρμόζει διαδικασία ασύλου προβλεπόμενη από τη νομοθεσία·

γ)      έχει επικυρώσει την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τηρεί τις διατάξεις της, περιλαμβανομένων των κανόνων περί πραγματικής προσφυγής, και

δ)      έχει λάβει το χαρακτηρισμό αυτό από το Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3.           Το Συμβούλιο, λαμβάνοντας απόφαση με ειδική πλειοψηφία έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ή τροποποιεί έναν κοινό κατάλογο τρίτων χωρών οι οποίες θεωρούνται από όλα τα κράτη μέλη ως ασφαλείς χώρες καταγωγής κατά την έννοια της παραγράφου 1.

4.           Τα οικεία κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους τις λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 και ορίζουν τις συνέπειες των αποφάσεων δυνάμει των διατάξεων αυτών σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης που έχει καθιερωθεί με τη σύμβαση της Γενεύης, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης εξαιρέσεων από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου για ανθρωπιστικούς ή πολιτικούς λόγους ή για λόγους δημοσίου διεθνούς δικαίου.

5.           Κατά την εφαρμογή απόφασης που βασίζεται αποκλειστικά στο παρόν άρθρο, τα οικεία κράτη μέλη:

α)      ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα, και

β)      του χορηγούν έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας, στη γλώσσα της χώρας αυτής, ότι η αίτηση δεν έχει εξετασθεί επί της ουσίας.

6.           Όταν η ασφαλής τρίτη χώρα δεν δέχεται εκ νέου τον αιτούντα άσυλο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε αυτός να έχει πρόσβαση σε διαδικασία σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που περιγράφονται στο κεφάλαιο ΙΙ.

7.           Τα κράτη μέλη που έχουν χαρακτηρίσει τρίτες χώρες ως ασφαλείς χώρες σύμφωνα με τη νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 και βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 2 στοιχεία α), β) και γ) μπορούν να εφαρμόζουν την παράγραφο 1 στις εν λόγω τρίτες χώρες έως ότου το Συμβούλιο θεσπίσει τον κοινό κατάλογο δυνάμει της παραγράφου 3.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ð ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ï ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΑ

Άρθρο 44 37

Ανάκληση του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μπορεί να αρχίζει εξέταση για την ανάκληση του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα συγκεκριμένου προσώπου, όταν έρχονται στο φως νέα στοιχεία ή πορίσματα που δείχνουν ότι υπάρχουν λόγοι επανεξέτασης του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του ως πρόσφυγα.

Άρθρο 45 38

Διαδικαστικοί κανόνες

1.           Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν η αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο ανάκλησης του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï πρόσφυγα υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς σύμφωνα με το άρθρο 14 ð ή το άρθρο 19 ï της οδηγίας […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/EΚ, ο ενδιαφερόμενος απολαύει των ακόλουθων εγγυήσεων:

α)      ενημερώνεται εγγράφως ότι η αρμόδια αρχή επανεξετάζει αν συγκεντρώνει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ð διεθνή προστασία ï να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας και ενημερώνεται επίσης για τους λόγους της επανεξέτασης αυτής, και

β)      έχει τη δυνατότητα να προβάλει, στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) 10 παράγραφος 1 στοιχείο β) και τα άρθρα 14, 15, ð 16 ï και 17 12, 13 και 14 ή με γραπτή δήλωση, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να ανακληθεί το καθεστώς ð διεθνούς προστασίας ï του ως πρόσφυγα.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής:

γ)      η αρμόδια αρχή είναι σε θέση να λαμβάνει ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως, ανάλογα με την περίπτωση, πληροφορίες από ð την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο και ï την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), όσον αφορά τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής των ενδιαφερομένων προσώπων, και

δ)      όταν συλλέγονται πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου να επανεξετασθεί το καθεστώς ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα, οι πληροφορίες αυτές δεν λαμβάνονται από τους υπεύθυνους της δίωξης ð ή της πρόκλησης σοβαρής βλάβης ï κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να πληροφορούνται απευθείας οι εν λόγω φορείς ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ð δικαιούχος διεθνούς προστασίας ï πρόσφυγας του οποίου το καθεστώς είναι υπό επανεξέταση, ή να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του ενδιαφερομένου και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτόν, ή η ελευθερία και η ασφάλεια των μελών της οικογενείας του που εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα καταγωγής.

2.           Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει το καθεστώς ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα δίδεται γραπτώς. Η απόφαση αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους και παρέχονται γραπτώς πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσβολής της απόφασης.

3.           Μόλις ληφθεί από την αρμόδια αρχή η απόφαση περί ανάκλησης του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα, ισχύουν εξίσου το άρθρο 20 15, παράγραφος 2, ð το άρθρο 22 ï , το άρθρο 23 παράγραφος 1 16, παράγραφος 1 και το άρθρο 29 21.

4.           Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι το καθεστώς ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα εκπνέει εκ του νόμου σε περίπτωση λήξεως της ισχύος του σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ ή εάν ο ð δικαιούχος διεθνούς προστασίας ï πρόσφυγας έχει παραιτηθεί κατά τρόπο κατηγορηματικό από την αναγνώρισή του ð ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας ï πρόσφυγα. ð Τα κράτη μέλη μπορούν ακόμη να θεσπίσουν διάταξη σύμφωνα με την οποία το καθεστώς διεθνούς προστασίας εκπνέει εκ του νόμου σε περίπτωση που ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας έχει αποκτήσει την ιθαγένεια του οικείου κράτους μέλους. ï

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ

Άρθρο 46 39

Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής

1.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες ð διεθνή προστασία ï άσυλο να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:

α)      απόφαση επί της αιτήσεως ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου, περιλαμβανομένων των αποφάσεων:

ò νέο

i))      με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα ή/και το καθεστώς επικουρικής προστασίας,

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

ii i)     με τις οποίες η αίτηση κρίνεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 25 παράγραφος 2,

iii ii)    που λαμβάνονται στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης κράτους μέλους όπως περιγράφεται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 35 παράγραφος 1,

iii)      να μη διεξαχθεί εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 36;

β)      άρνηση να αρχίσει εκ νέου η εξέταση της αίτησης η οποία σταμάτησε σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28 19 και 20;

γ)      απόφαση να μην εξετασθεί περαιτέρω η μεταγενέστερη αίτηση σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 34·

δ)      απόφαση περί αρνήσεως της εισόδου στο πλαίσιο των προβλεπόμενων δυνάμει του άρθρου 35 παράγραφος 2 διαδικασιών,

(γ ε)  απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος ð διεθνούς προστασίας ï του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 45 38.

ò νέο

2.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα τα οποία έχει αναγνωρίσει η αποφαινόμενη αρχή ότι πληρούν τις προϋποθέσεις επικουρικής προστασίας, να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, έναντι της απόφασης που κρίνει αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα.

Στα εν λόγω πρόσωπα παρέχονται τα δικαιώματα και τα ευεργετήματα που εξασφαλίζονται στους δικαιούχους επικουρικής προστασίας σύμφωνα με την οδηγία […./../EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] εν αναμονή της έκβασης της διαδικασίας του ένδικου μέσου.

3.           Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποτελεσματική προσφυγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να εξασφαλίζει πλήρη εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως ex nunc εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία […./../EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση], τουλάχιστον κατά την άσκηση ένδικων μέσων ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

4. 2.       Τα κράτη μέλη ορίζουν τις ð εύλογες ï προθεσμίες και θεσπίζουν τις λοιπές απαιτούμενες διατάξεις για την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής από τον αιτούντα σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ò νέο

Οι προθεσμίες δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την πρόσβαση των αιτούντων σε πραγματική προσφυγή σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να προβλέπουν αυτεπάγγελτη επανεξέταση των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 43.

ê 2005/85/EΚ

3.           Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εφόσον απαιτείται διατάξεις σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις τους όσον αφορά:

α)      το κατά πόσον η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος καθ’ όσο διάστημα εκκρεμεί·

β)      τη δυνατότητα να ζητηθούν ασφαλιστικά μέτρα ή μέτρα προστασίας όταν η προσφυγή σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος καθ’ όσο διάστημα εκκρεμεί· τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι λαμβάνονται αυτοδικαίως ασφαλιστικά μέτρα, και

γ)      τους λόγους προσβολής απόφασης λαμβανομένης δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σύμφωνα με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ).

ò νέο

5.           Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή ή, σε περίπτωση άσκησης εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής.

6.           Σε περίπτωση απόφασης που κρίνει αίτηση ως αβάσιμη εφόσον ισχύουν οιεσδήποτε από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο α) έως ζ) ή απόφασης η οποία κρίνει αίτηση ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή δ), και εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής δεν προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, η δυνατότητα παραμονής του αιτούντος στο έδαφος του κράτους μέλους κρίνεται από δικαστήριο είτε με αίτηση του ενδιαφερόμενου είτε αυτεπάγγελτα.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 43.

7.           Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στον αιτούντα να παραμείνει στο έδαφός τους εν αναμονή της έκβασης της διαδικασίας σχετικά με το εάν ο αιτών δύναται ή όχι να παραμείνει στο έδαφος που αναφέρεται στην παράγραφο 6.

8.           Οι παράγραφοι 5, 6 και 7 ισχύουν με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του κανονισμού (EΕ) αριθ […/…] [κανονισμός του Δουβλίνου].

ê 2005/85/EΚ

9. 4.       Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν προθεσμίες για την εξέταση της απόφασης της αποφαινόμενης αρχής από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

5.           Όταν στον αιτούντα έχει χορηγηθεί καθεστώς που παρέχει σύμφωνα με την εθνική και κοινοτική νομοθεσία τα ίδια δικαιώματα και οφέλη με το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτών διαθέτει πραγματική προσφυγή στην περίπτωση που αποφασισθεί από δικαστήριο ότι η προσφυγή δυνάμει της παραγράφου 1 είναι απαράδεκτη ή είναι απίθανο να φέρει αποτέλεσμα λόγω ανεπαρκούς ενδιαφέροντος του αιτούντος για τη συνέχιση της διαδικασίας.

10. 6.     Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους όρους σύμφωνα με τους οποίους να μπορεί να τεκμαίρεται ότι ο αιτών ανακάλεσε σιωπηρά ή παραιτήθηκε από την προσφυγή του σύμφωνα με την παράγραφο 1 καθώς και τους κανόνες για τη διαδικασία που ακολουθείται σε αυτές τις περιπτώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 47 40

Προσβολή εκ μέρους των δημοσίων αρχών

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των δημόσιων αρχών να προσβάλλουν τις διοικητικές ή/και δικαστικές αποφάσεις όπως προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 48 41

Απόρρητο

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές που εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία να δεσμεύονται από την αρχή του απορρήτου, όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία, σε σχέση με οιαδήποτε πληροφορία λαμβάνουν στο πλαίσιο της εργασίας τους.

ò νέο

Άρθρο 49

Συνεργασία

Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα εθνικό σημείο επαφής και ανακοινώνει τη διεύθυνσή του στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ανακοινώνει την πληροφορία αυτή και στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

Τα κράτη μέλη, σε συνεννόηση με την Επιτροπή, λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο για την καθιέρωση άμεσης συνεργασίας και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 50 42

Υποβολή εκθέσεων

Το αργότερο την 1η Δεκεμβρίου 2009 ð .........[13] ï, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη και προτείνει τις τυχόν τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι χρήσιμα για την κατάρτιση της εν λόγω έκθεσης. Μετά την υποβολή της έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη τουλάχιστον ανά ð πενταετία ï διετία.

Άρθρο 51 43

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.           Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο την 1η Δεκεμβρίου 2007 Ö τα άρθρα […] [τα άρθρα που υπέστησαν αλλαγές ως προς την ουσία σε σχέση με την προγενέστερη οδηγία] το αργότερο την […] Õ. Όσον αφορά το άρθρο 15, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο την 1η Δεκεμβρίου 2008. Ö Κοινοποιούν Õ Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την στην Επιτροπή Ö το κείμενο αυτών των διατάξεων, καθώς και τον πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας Õ.

ò νέο

2.           Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με το άρθρο 31 παράγραφος 3 μέσα σε [τρία χρόνια από την ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο]. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών, καθώς και τον πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

3.           Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις Ö που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 Õ, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Ö Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές στην οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος αυτής της παραπομπής και της διατύπωσης αυτής της δήλωσης καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Õ

4.           Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των Ö βασικών Õ διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία Ö και από πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας Õ.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

Άρθρο 52 44

Μεταβατικές διατάξεις Μεταβατική περίοδος

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 43 στις αιτήσεις ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου που κατατίθενται μετά την ð […] ï 1η Δεκεμβρίου 2007 και στις διαδικασίες ανάκλησης ð της διεθνούς προστασίας ï του καθεστώτος του πρόσφυγα που κινούνται μετά την ð […] ï 1η Δεκεμβρίου 2007. ð Αιτήσεις που υποβάλλονται πριν από την […] και διαδικασίες για την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα που κινούνται πριν από την […] διέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίσθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2005/85/EΚ. ï

ò νέο

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 2 στις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που κατατίθενται μετά την […]. Αιτήσεις που υποβάλλονται πριν από την […] διέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίσθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2005/85/EΚ.

ê

Άρθρο 53

Κατάργηση

Η οδηγία 2005/85/EΚ καταργείται για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία από την [επομένη της ημερομηνίας που καθορίζεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας], με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας που εμφαίνεται στο παράρτημα II μέρος B.

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο Παράρτημα III.

ê 2005/85/EΚ

Άρθρο 54 45

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ê

Τα άρθρα […] εφαρμόζονται από την [επομένη της ημερομηνίας που καθορίζεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1].

ê 2005/85/EΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 55 46

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ö τις Συνθήκες Õ.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

ê 2005/85/EΚ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Ορισμός της "αποφαινομένης αρχής"

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, η Ιρλανδία μπορεί, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 17παράγραφος 1 του νόμου περί προσφύγων του 1996 (όπως τροποποιήθηκε), να θεωρεί ότι:

- ως "αποφαινόμενη αρχή", κατά το άρθρο 2 στοιχείο ε) της παρούσας οδηγίας, νοείται, όσον αφορά την εξέταση του κατά πόσον πρέπει να αναγνωρισθεί ο αιτών ως πρόσφυγας, το "Office of the Refugee Applications Commissioner", και

- στις "αποφάσεις σε πρώτο βαθμό", κατά το άρθρο 2 στοιχείο ε) της παρούσας οδηγίας, περιλαμβάνονται οι συστάσεις του "Refugee Applications Commissioner" ως προς το κατά πόσον πρέπει να αναγνωρισθεί ο αιτών ως πρόσφυγας.

Η Ιρλανδία θα γνωστοποιήσει στην Επιτροπή οποιεσδήποτε τροποποιήσεις των διατάξεων του άρθρου 17παράγραφος 1 του νόμου περί προσφύγων του 1996 (όπως τροποποιήθηκε).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I II

Χαρακτηρισμός των ασφαλών χωρών καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 29 και του άρθρου 30 παράγραφος 1 37 παράγραφος 1.

Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας […/…/EΕ] [οδηγία για την αναγνώριση] 2004/83/ΕΚ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

Κατά την εκτίμηση αυτή λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή της κακομεταχείρισης μέσω των με τα εξής:

α) σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της χώρας και τρόπος εφαρμογής τους·

β) τήρηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στην Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ή/και στο διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ή/και στη σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της εν λόγω Ευρωπαϊκής σύμβασης, και

γ) τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης·

δ) πρόβλεψη μηχανισμού πραγματικής προσφυγής κατά των παραβιάσεων των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών.

ê 2005/85/EΚ

ð νέο

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Ορισμός του "αιτούντος" ή "αιτούντος άσυλο"

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας η Ισπανία δύναται, στο βαθμό που εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του νόμου "Ley 30/1992 de Régimen jurídico de las Administraciones Públicas y del Procedimiento Administrativo Común" της 26ης Νοεμβρίου 1992 και του νόμου "Ley 29/1998 de la Jurisdicción Contencioso-Administrativa" της 13ης Ιουλίου 1998, να θεωρεί ότι, για τους σκοπούς του κεφαλαίου V, στον ορισμό του "αιτούντος" ή "αιτούντος άσυλο" στο άρθρο 2 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας θα περιλαμβάνεται και ο "recurrente", όπως ορίζεται στις προαναφερόμενες πράξεις.

Ο "recurrente" θα απολαύει των αυτών εγγυήσεων με τον "αιτούντα" ή τον "αιτούντα άσυλο", όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, για το σκοπό της άσκησης του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής κατά το κεφάλαιο V.

Η Ισπανία θα κοινοποιήσει στην Επιτροπή τυχόν σχετικές τροποποιήσεις της προαναφερόμενης πράξης.

ê

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II IV

Μέρος A

Καταργούμενη οδηγία (αναφέρεται στο άρθρο 53)

Οδηγία 2005/85/EΚ του Συμβουλίου || (ΕΕ L 326, της 13.12.2005, σ. 13)

Μέρος B

Προθεσμία για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο (αναφέρεται στο άρθρο 51)

Οδηγία || Προθεσμίες για τη μεταφορά

2005/85/ΕΚ || Πρώτη προθεσμία: 1η Δεκεμβρίου 2007 Δεύτερη προθεσμία: 1η Δεκεμβρίου 2008

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 2005/85/EΚ || Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1 || Άρθρο 1

Άρθρο 2 στοιχεία α) έως γ) || Άρθρο 2 στοιχεία α) έως γ)

- || Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 2 στοιχεία δ) έως στ) || Άρθρο 2 στοιχεία ε) έως ζ)

- || Άρθρο 2 στοιχεία η) και θ)

Άρθρο 2 στοιχείο ζ) || Άρθρο 2 στοιχείο ι)

- || Άρθρο 2 στοιχεία ια) και ιβ)

Άρθρο 2 η) έως ια) || Άρθρο 2 στοιχεία ιγ) έως ιστ)

- || Άρθρο 2 ιζ)

Άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 || Άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 3 παράγραφος 3 || -

Άρθρο 3 παράγραφος 4 || Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο || Άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο || -

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) || Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β) έως δ) || -

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο ε) || Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο στ) || -

- || Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 3 || Άρθρο 4 παράγραφος 4

- || Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 5 || Άρθρο 5

Άρθρο 6 παράγραφος 1 || Άρθρο 6 παράγραφος 1

- || Άρθρο 6 παράγραφοι 2 έως 4

Άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3 || Άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2

- || Άρθρο 7 παράγραφος 3

- || Άρθρο 7 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 4 || Άρθρο 7 παράγραφος 5

Άρθρο 6 παράγραφος 5 || -

- || Άρθρο 8

Άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 || Άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 2

- || Άρθρο 9 παράγραφος 3

Άρθρο 8 παράγραφος 1 || Άρθρο 10 παράγραφος 1

- || Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο α) έως γ) || Άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχείο α) έως γ)

- || Άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχείο δ)

Άρθρο 8 παράγραφοι 3 και 4 || Άρθρο 10 παράγραφοι 4 και 5

Άρθρο 9 παράγραφος 1 || Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 9 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο || Άρθρο 11 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο || -

Άρθρο 9 παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο || Άρθρο 11 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 3 || Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α) έως γ) || Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ)

- || Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε) || Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ)

Άρθρο 10 παράγραφος 2 || Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 11 || Άρθρο 13

Άρθρο 12 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο || Άρθρο 14 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο || -

- || Άρθρο 14 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο || Άρθρο 14 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) || Άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο β) || -

Άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) || -

Άρθρο 12 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο || Άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 12 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο || Άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφοι 4 έως 6 || Άρθρο 14 παράγραφοι 3 έως 5

Άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2 || Άρθρο 15 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχείο α) || Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο α)

- || Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχείο β) || Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο γ)

- || Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο δ)

- || Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ε)

Άρθρο 13 παράγραφος 4 || Άρθρο 15 παράγραφος 4

Άρθρο 13 παράγραφος 5 || -

- || Άρθρο 16

Άρθρο 14 || -

- || Άρθρο 17

- || Άρθρο 18

- || Άρθρο 19

Άρθρο 15 παράγραφος 1 || Άρθρο 22 παράγραφος 1

Άρθρο 15 παράγραφος 2 || Άρθρο 20 παράγραφος 1

- || Άρθρο 20 παράγραφοι 2 έως 4

- || Άρθρο 21 παράγραφος 1

Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο α) || -

Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) || Άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο δ) || -

Άρθρο 15 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο || -

Άρθρο 15 παράγραφοι 4 έως 6 || Άρθρο 21 παράγραφοι 3 έως 5

- || Άρθρο 22 παράγραφος 2

Άρθρο 16 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο || Άρθρο 23 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 16 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη φράση || Άρθρο 23 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο αρχικές λέξεις

- || Άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 16 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο δεύτερη φράση || Άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 16 παράγραφος 2 πρώτη φράση || Άρθρο 23 παράγραφος 2

Άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερη φράση || -

- || Άρθρο 23 παράγραφος 3

Άρθρο 16 παράγραφος 3 || Άρθρο 23 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 16 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο || -

Άρθρο 16 παράγραφος 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο || Άρθρο 23 παράγραφος 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

- || Άρθρο 24

Άρθρο 17 παράγραφος 1 || Άρθρο 25 παράγραφος 1

Άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο α) || Άρθρο 25 παράγραφος 2

Άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) || -

Άρθρο 17 παράγραφος 3 || -

Άρθρο 17 παράγραφος 4 || Άρθρο 25 παράγραφος 3

- || Άρθρο 25 παράγραφος 4

Άρθρο 17 παράγραφος 5 || Άρθρο 25 παράγραφος 5

- || Άρθρο 25 παράγραφος 6

Άρθρο 17 παράγραφος 6 || Άρθρο 25 παράγραφος 7

Άρθρο 18 || Άρθρο 26

Άρθρο 19 || Άρθρο 27

Άρθρο 20 παράγραφοι 1 και 2 || Άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2

- || Άρθρο 28 παράγραφος 3

Άρθρο 21 || Άρθρο 29

Άρθρο 22 || Άρθρο 30

Άρθρο 23 παράγραφος 1 || Άρθρο 31 παράγραφος 1

Άρθρο 23 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο || Άρθρο 31 παράγραφος 2

- || Άρθρο 31 παράγραφος 3

Άρθρο 23 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο || Άρθρο 31 παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο

- || Άρθρο 31 παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 23 παράγραφος 3 || Άρθρο 31 παράγραφος 5 αρχικές λέξεις

- || Άρθρο 31 παράγραφος 5 στοιχεία α) έως γ)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο α) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο α)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο β) || -

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο γ) (i) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο β)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο γ) (ii) || -

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο δ) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο γ)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο ε) || -

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο στ) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο δ)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο ζ) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο ε)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχεία η) και θ) || -

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο ι) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο στ)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχεία ια) και ιβ) || -

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο ιγ) || Άρθρο 31 παράγραφος 6 στοιχείο ζ)

Άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχεία ιδ) και ιε) || -

- || Άρθρο 31 παράγραφοι 7 και 8

Άρθρο 24 || -

- || Άρθρο 32 (μετακινηθέν άρθρο 28)

Άρθρο 25 || Άρθρο 33

Άρθρο 25 παράγραφος 1 || Άρθρο 33 παράγραφος 1

Άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) || Άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ)

Άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχεία δ) και ε) || -

Άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχεία στ) και ζ) || Άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχεία δ) και ε)

- || Άρθρο 34

Άρθρο 26 || Άρθρο 35

Άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο α) || Άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α)

- || Άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως δ) || Άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως ε)

Άρθρο 27 παράγραφοι 2 έως 5 || Άρθρο 38 παράγραφοι 2 έως 5

Άρθρο 28 || Άρθρο 32

Άρθρο 29 || -

Άρθρο 30 παράγραφος 1 || Άρθρο 37 παράγραφος 1

Άρθρο 30 παράγραφοι 2 έως 4 || -

- || Άρθρο 37 παράγραφος 2

Άρθρο 30 παράγραφοι 5 και 6 || Άρθρο 37 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 31 παράγραφος 1 || Άρθρο 36 παράγραφος 1

Άρθρο 31 παράγραφος 2 || -

Άρθρο 31 παράγραφος 3 || Άρθρο 36 παράγραφος 2

Άρθρο 32 παράγραφος 1 || Άρθρο 40 παράγραφος 1

Άρθρο 32 παράγραφος 2 || -

Άρθρο 32 παράγραφος 3 || Άρθρο 40 παράγραφος 2

Άρθρο 32 παράγραφος 4 || Άρθρο 40 παράγραφος 3 πρώτη φράση

Άρθρο 32 παράγραφος 5 || Άρθρο 40 παράγραφος 3 δεύτερη φράση

Άρθρο 32 παράγραφος 6 || Άρθρο 40 παράγραφος 4

- || Άρθρο 40 παράγραφος 5

Άρθρο 32 παράγραφος 7, πρώτο εδάφιο || Άρθρο 40 παράγραφος 6 στοιχείο α)

- || Άρθρο 40 παράγραφος 6 στοιχείο β)

Άρθρο 32 παράγραφος 7, δεύτερο εδάφιο || Άρθρο 40 παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο

- || Άρθρο 40 παράγραφος 7

- || Άρθρο 41

Άρθρο 33 || -

Άρθρο 34 παράγραφοι 1 και 2 στοιχείο α) || Άρθρο 42 παράγραφοι 1 και 2 στοιχείο α)

Άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο β) || -

Άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο γ) || Άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 34 παράγραφος 3 στοιχείο α) || Άρθρο 42 παράγραφος 3

Άρθρο 34 παράγραφος 3 στοιχείο β) || -

Άρθρο 35 παράγραφος 1 || Άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο α)

- || Άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 35 παράγραφοι 2 και 3 στοιχεία α) έως στ) || -

Άρθρο 35 παράγραφος 4 || Άρθρο 43 παράγραφος 2

Άρθρο 35 παράγραφος 5 || Άρθρο 43 παράγραφος 3

Άρθρο 36 παράγραφοι 1 έως 2 στοιχείο γ) || Άρθρο 39 παράγραφοι 1 έως 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο δ) || -

Άρθρο 36 παράγραφος 3 || -

Άρθρο 36 παράγραφοι 4 έως 6 || Άρθρο 39 παράγραφοι 3 έως 5

- || Άρθρο 39 παράγραφος 6

Άρθρο 36 παράγραφος 7 || -

Άρθρο 37 || Άρθρο 44

Άρθρο 38 || Άρθρο 45

- || Άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i)

Άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχείo α) σημεία i) και ii) || Άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείo α) σημεία ii) και iii)

Άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο iii) || -

Άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχείο β) || Άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στοιχείο δ) || -

Άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχείο ε) || Άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

- || Άρθρο 46 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 39 παράγραφος 2 || Άρθρο 46 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

- || Άρθρο 46 παράγραφος 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 39 παράγραφος 3 || -

- || Άρθρο 46 παράγραφοι 5 έως 8

Άρθρο 39 παράγραφος 4 || Άρθρο 46 παράγραφος 9

Άρθρο 39 παράγραφος 5 || -

Άρθρο 39 παράγραφος 6 || Άρθρο 41 παράγραφος 10

Άρθρο 40 || Άρθρο 47

Άρθρο 41 || Άρθρο 48

- || Άρθρο 49

Άρθρο 42 || Άρθρο 50

Άρθρο 43 πρώτο εδάφιο || Άρθρο 51 παράγραφος 1

- || Άρθρο 51 παράγραφος 2

Άρθρο 43 δεύτερο και τρίτο εδάφιο || Άρθρο 51 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 44 || Άρθρο 52 πρώτο εδάφιο

- || Άρθρο 52 δεύτερο εδάφιο

- || Άρθρο 53

Άρθρο 45 || Άρθρο 54

Άρθρο 46 || Άρθρο 55

Παράρτημα I || -

Παράρτημα II || Παράρτημα I

Παράρτημα III || -

- || Παράρτημα II

- || Παράρτημα III

[1]               Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Σχέδιο πολιτικής για το άσυλο - Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της προστασίας σε όλη την ΕΕ, COM(2008)360, 17.6.2008.

[2]               ΕΕ L 326 της 13.12.2005, σ. 13.

[3]               Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 2005/85/ΕΚ, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, COM(2010) 465, 8.9.2010.

[4]               Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, έγγραφο του Συμβουλίου 13440/08.

[5]               Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα – Εκτίμηση επιπτώσεων, SEC(2009)1376, 21.10.2009.

[6]               ΕΕ C […], […], σ. […].

[7]               ΕΕ C […], […], p. […].

[8]               ΕΕ L 326 της 13.12.2005, σ. 13.

[9]               ΕΕ L 132 της 29.5.2010, σ.11.

[10]             ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98.

[11]             Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1).

[12]             ΕΕ L 31 της 6.2.2003, σ. 18.

[13]             Τέσσερα έτη μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας

Η λεπτομερής επεξήγηση της τροποποιημένης πρότασης παρουσιάζεται σε σύγκριση με την πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/85/ΕΚ που υπέβαλε η Επιτροπή το 2009.

Άρθρο 1

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 2

Σε σύγκριση με την πρόταση του 2009 στο άρθρο έχουν επέλθει οι ακόλουθες αλλαγές:

δ)         Ο ορισμός των αιτούντων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων:

i)       εισάγει περισσότερο συγκεκριμένο όρο, ήτοι τον όρο «αιτών που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων», ο οποίος απεικονίζει καλύτερα το γεγονός ότι για τους σκοπούς της οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες,

ii)       εισάγει τις περιπτώσεις του γενετήσιου προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου όπου οι αιτούντες μπορούν να χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων δεδομένου ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, η εξέταση της αίτησης και ιδίως η προσωπική συνέντευξη πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο αιτών είναι ικανός να παρουσιάσει την υπόθεσή του, και

iii)      αποσαφηνίζει το χαρακτήρα ορισμένων λόγων με την αντικατάσταση του όρου «προβλήματα ψυχικής υγείας» με τους όρους «σοβαρή σωματική ασθένεια, ψυχική ασθένεια ή μετατραυματικές διαταραχές».

ιδ)          Η τροποποιημένη πρόταση εκτείνει την εμβέλεια του όρου «εκπρόσωπος» για να αποσαφηνίσει ότι, ανάλογα με το συγκεκριμένο εθνικό σύστημα, όχι μόνο ένα πρόσωπο αλλά και μια οργάνωση μπορεί να εκπροσωπεί νόμιμα ένα ασυνόδευτο ανήλικο.

ιζ)          Ο νέος ορισμός των μεταγενέστερων αιτήσεων είναι απαραίτητος για να στηρίξει την αποσαφήνιση των κανόνων για τις μεταγενέστερες αιτήσεις σε όλο το κείμενο.

Άρθρο 3

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 4

Η τροποποιημένη πρόταση εισάγει σημαντικές αλλαγές για να απλουστεύσει τους κανόνες και να διευκολύνει την εφαρμογή τους.

Αποσαφηνίζεται ότι θα πρέπει να παρέχονται στην αποφαινόμενη αρχή τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της και ότι το προσωπικό της αποφαινόμενης αρχής θα πρέπει να είναι καλά καταρτισμένο. Για την απλούστευση των κανόνων για τις δραστηριότητες κατάρτισης που πρέπει να παρέχονται στο προσωπικό, η τροποποιημένη πρόταση ευθυγραμμίστηκε με τους συναφείς κανόνες του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο [κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 439/2010] με παραπομπή στο άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ε) του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, αυτή η απαίτηση για την κατάρτιση καλύπτει τώρα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)           διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα και ενωσιακό κεκτημένο στον τομέα του ασύλου, συμπεριλαμβανομένων ειδικών νομικών ζητημάτων και ζητημάτων νομολογίας,

β)           θέματα που συνδέονται με την εξέταση των αιτήσεων ασύλου ανηλίκων και ευάλωτων ατόμων με ειδικές ανάγκες,

γ)           τεχνικές συνέντευξης,

δ)           χρήση δόκιμων ιατρικών και νομικών εκθέσεων στις διαδικασίες ασύλου,

ε)           θέματα που συνδέονται με την παραγωγή και τη χρησιμοποίηση πληροφοριών για τις χώρες καταγωγής,

στ)         συνθήκες υποδοχής, μεταξύ άλλων ιδιαίτερη προσοχή που δίνεται στις ευάλωτες ομάδες και στα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια.

Όσον αφορά τις εξαιρέσεις από την αρχή της ενιαίας αποφαινόμενης αρχής, ένα νέο στοιχείο β) εισήχθη για τις περιπτώσεις όπου άλλη αρχή (π.χ. οι συνοριοφύλακες) χορηγεί ή αρνείται την είσοδο στο έδαφος σε περίπτωση διαδικασίας στα σύνορα. Αποσαφηνίστηκε ότι σ΄αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση για την είσοδο πρέπει να βασίζεται στη γνώμη της αποφαινόμενης αρχής. Η αλλαγή αυτή αποβλέπει την ευθυγράμμιση των κανόνων της οδηγίας με διάφορες ρυθμίσεις των κρατών μελών για τους ελέγχους στα σύνορα.

Άρθρο 5

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 6

Για την παροχή σαφέστερης δομής, το άρθρο 6 της πρότασης του 2009 διαιρέθηκε σε δύο άρθρα: το άρθρο 6 της τροποποιημένης πρότασης θεσπίζει κανόνες για τη γενική αρχή της εύκολης και έγκαιρης πρόσβασης, ενώ το νέο άρθρο 7 αφορά τις αιτήσεις που υποβάλλονται εξ ονόματος εξαρτώμενων προσώπων ή ανηλίκων.

Η ορολογία του άρθρου έχει αποσαφηνιστεί σε σύγκριση τόσο με την πρόταση του 2009 όσο και με την ισχύουσα οδηγία. Καθιερώνεται σαφέστερη διάκριση μεταξύ των όρων «υποβολή» και «κατάθεση» σε σχέση με αίτηση διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με τον ορισμό της αίτησης του άρθρου 2 στοιχείο β) μια αίτηση θεωρείται ότι «υποβλήθηκε» μόλις το πρόσωπο που μπορεί να θεωρηθεί ότι ζητεί καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας υποβάλει αίτηση προστασίας προς κράτος μέλος. Η πράξη αυτή δεν απαιτεί διοικητικές διατυπώσεις. Οι συναφείς διοικητικές διατυπώσεις ολοκληρώνονται με την «κατάθεση» μιας αίτησης. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη παρέχουν πραγματική δυνατότητα κατάθεσης αίτησης το συντομότερο δυνατό, παρά τους τυχόν πρακτικούς περιορισμούς σύμφωνα με την παράγραφο 1, σε κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να υποβάλει αίτηση.

Στην παράγραφο 3, αποσαφηνίζεται ότι εντός 72 ωρών πρέπει να πραγματοποιείται μόνο η καταχώριση ως αιτούντος του προσώπου που έχει υποβάλει αίτηση, και όχι ότι η πλήρης καταχώριση της αίτησης πρέπει να πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας αυτής. Ο κανόνας αυτός είναι σαφέστερος και περισσότερο συμβατός με τις ιδιαιτερότητες των εθνικών συστημάτων ασύλου.

Η απαίτηση διευκόλυνσης της πρόσβασης στις διαδικασίες ασύλου από αρχές διαφορετικές από την αποφαινόμενη αρχή έχει απλουστευθεί. Τώρα αποτελεί γενική αρχή ότι το προσωπικό των αρχών που είναι πιθανόν να παραλάβει αιτήσεις, λαμβάνει συναφείς οδηγίες και την απαιτούμενη κατάρτιση για να συμμορφώνεται με την υποχρέωση διευκόλυνσης της πρόσβασης στη διαδικασία. Η παραπομπή στις κατευθυντήριες γραμμές που αναπτύσσονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο αποβλέπει στη διασφάλιση περαιτέρω εναρμόνισης με επιχειρησιακά μέσα.

Για να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις αιτήσεις σε περίπτωση που μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση, η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας των 72 ωρών σε 7 εργάσιμες ημέρες.

Άρθρο 7

Η τροποποιημένη πρόταση αποσαφηνίζει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες ο ανήλικος μπορεί να υποβάλει αίτηση αυτοπροσώπως. Αυτό περιλαμβάνει την προϋπόθεση ότι ο ανήλικος είναι νομικά ικανός να συμμετέχει σε διαδικασίες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ή μπορεί να υποβάλει αίτηση μέσω των γονέων του ή άλλων ενήλικων μελών της οικογένειας.

Άρθρο 8 (αντιστοιχεί στο άρθρο 7 της πρότασης του 2009)

Το άρθρο απλουστεύει τους κανόνες του αντίστοιχου άρθρου 7 της πρότασης του 2009. Η απλούστευση έχει ως στόχο να παράσχει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή αυτών των κανόνων. Ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα διερμηνείας, αποσαφηνίστηκε ότι η δυνατότητα αυτή πρέπει να παρέχεται στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη διαδικασία. Κατ’ ουσία, ο στόχος είναι να μπορούν τα πρόσωπα που επιθυμούν να ζητήσουν διεθνή προστασία να το πράξουν. Ο όρος «δυνατότητα» υποδηλώνει ότι τα κράτη μέρη έχουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια να εξεύρουν τον κατάλληλο τρόπο.

Άρθρο 9 (αντιστοιχεί στο άρθρο 8 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 10 (αντιστοιχεί στο άρθρο 9 της πρότασης του 2009)

Προκειμένου να υπάρξει αντανάκλαση της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και του ειδικού σημαντικού της ρόλου στην ΕΕ για τη στήριξη των κρατών μελών όσον αφορά τις αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής στις διαδικασίες ασύλου, αντιστράφηκε η σειρά μεταξύ της Υπηρεσίας αυτής και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

Στο πλαίσιο της παραγράφου 3 στοιχείο β), η παραπομπή στο δικαίωμα του αιτούντος και του νομικού συμβούλου να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής διαγράφηκε από το άρθρο αυτό. Μεταφέρθηκε στο άρθρο 12 παράγραφος 1 ως νέο στοιχείο δ) για να βελτιωθεί η συνοχή του κειμένου.

Ένα συμπληρωματικό στοιχείο προστέθηκε στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) για να διασφαλιστεί ότι το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις και λαμβάνει αποφάσεις έχει επίσης τη δυνατότητα να ζητήσει συμβουλές επί θρησκευτικών ζητημάτων που μπορεί να έχουν σημασία σε περιπτώσεις όπου οι πρόσφυγες καταδιώκονται για λόγους σχετικούς με τη θρησκεία.

Άρθρο 11 (αντιστοιχεί στο άρθρο 10 της πρότασης του 2009)

Δύο συμπληρωματικοί λόγοι προστέθηκαν στην παράγραφο 3 για να ληφθεί υπόψη ότι η κοινολόγηση συγκεκριμένων πληροφοριών για το γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα αιτούντος σε περίπτωση μίας μόνο απόφασης που καλύπτει όλους τους εξαρτώμενους.

Άρθρο 12 (αντιστοιχεί στο άρθρο 11 της πρότασης του 2009)

Η παράγραφος 1 στοιχεία α) και στ) τροποποιήθηκε. Η πρόταση ορίζει ότι η γλώσσα που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενημέρωση του αιτούντος σχετικά με τη διαδικασία θα πρέπει να είναι η γλώσσα την οποία κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί ο αιτών. Επιπλέον, βάσει του στοιχείου α) για να αυξηθεί η συνειδητοποίηση των συνεπειών της ανάκλησης από τον αιτούντα, τα κράτη μέλη πρέπει να ενημερώνουν τους αιτούντες για τους κανόνες αυτούς στην αρχή της διαδικασίας. Αυτή η εγγύηση είναι απαραίτητη λόγω των αλλαγών στους κανόνες για την ανάκληση.

Στην παράγραφο 1 στοιχείο β) αποσαφηνίστηκε ότι δεν είναι σε θέση μόνο η αποφαινόμενη αρχή να καλεί τον αιτούντα σε συνέντευξη, αλλά και οι άλλες αρμόδιες αρχές στην περίπτωση της συνέντευξης επί του παραδεκτού.

Το νέο στοιχείο δ) περιλαμβάνει το δικαίωμα των αιτούντων, και εάν απαιτείται των νομικών τους συμβούλων, να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχείο β). Η αλλαγή αυτή δεν εισάγει νέες υποχρεώσεις· το δικαίωμα αυτό έχει μεταφερθεί από το άρθρο 10 διότι η εισαγωγή της πρόσβασης στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β) διασφαλίζει μεγαλύτερη συνοχή στο παρόν άρθρο 12 όσον αφορά τη δομή του κειμένου.

Άρθρο 13 (αντιστοιχεί στο άρθρο 12 της πρότασης του 2009)

Η τροποποιημένη πρόταση καθιστά τη διατύπωση της παραγράφου 1 πιο συγκεκριμένη και συνεκτική χωρίς να αλλάζει το περιεχόμενό της.

Άρθρο 14 (αντιστοιχεί στο άρθρο 13 της πρότασης του 2009)

Οι κανόνες για τις προσωπικές συνεντεύξεις έγιναν πιο ευέλικτοι. Παρόλο που ο γενικός κανόνας παραμένει ότι οι συνεντεύξεις επί της ουσίας της αίτησης διενεργούνται από το προσωπικό της αποφαινόμενης αρχής, σε περίπτωση που μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το προσωπικό διαφορετικής αρχής μπορεί να συμμετάσχει στη διενέργεια των συνεντεύξεων αυτών. Ωστόσο, σ’ αυτή την περίπτωση, το προσωπικό λαμβάνει την ίδια κατάρτιση με αυτή που παρέχεται στο προσωπικό της αποφαινόμενης αρχής. Η πρακτική αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο προσωρινά, όσο διαρκούν αυτές οι συνθήκες.

Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 απλουστεύθηκε και αποσαφηνίστηκε χωρίς να αλλάξει η υποχρέωση παροχής ευκαιρίας προσωπικής συνέντευξης σε κάθε εξαρτώμενο ενήλικο.

Στην παράγραφο 2 στοιχείο β) ο όρος «αρμόδια αρχή» άλλαξε σε «αποφαινόμενη αρχή» για να διασφαλιστεί ότι εναπόκειται πάντα στην αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει ότι μπορεί να παραλειφθεί η προσωπική συνέντευξη σε περίπτωση που ο αιτών είναι ανίκανος ή δεν μπορεί να συμμετάσχει σε συνέντευξη.

Άρθρο 15 (αντιστοιχεί στο άρθρο 14 της πρότασης του 2009)

Στην παράγραφο 3 στοιχείο α), αποσαφηνίστηκε ότι το πρόσωπο που διεξάγει τη συνέντευξη πρέπει να διαθέτει τα προσόντα για να συνεκτιμήσει τις προσωπικές και (αντί για «ή») γενικές συνθήκες που περιβάλλουν τις αιτήσεις προκειμένου να λάβει τη δέουσα απόφαση. Πρόκειται για σώρευση και όχι για εναλλαγή στοιχείων δηλαδή και τα δύο στοιχεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ο γενετήσιος προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου προστέθηκαν στο κατάλογο των παραδειγμάτων συνθηκών που πρέπει να συνεκτιμηθούν διότι αυτά αποτελούν επίσης στοιχεία που μπορεί να πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.

Στην παράγραφο 3 στοιχείο γ), η διατύπωση απλουστεύθηκε χωρίς να αλλάξει το περιεχόμενο των διατάξεων.

Στην παράγραφο 3 στοιχείο δ), ο κανόνας ότι ο διεξάγων τη συνέντευξη δεν φοράει στολή έγινε περισσότερο συγκεκριμένος, εξαιρουμένων μόνο των στρατιωτικών στολών και των στολών των δυνάμεων επιβολής του νόμου.

Στην παράγραφο 3 στοιχείο ε), η διατύπωση έγινε περισσότερο ακριβής.

Άρθρο 16 (αντιστοιχεί στο άρθρο 15 της πρότασης του 2009)

Το άρθρο αυτό απλουστεύθηκε για να διευκολυνθεί η εφαρμογή του από τα κράτη μέλη. Η απαίτηση συνάφειας των ερωτήσεων που υποβάλλονται στον αιτούντα με την εξακρίβωση απαλείφθηκε διότι αυτή καλύπτεται σιωπηρά από την απαίτηση παραχώρησης στον αιτούντα κατάλληλης ευκαιρίας για να παρουσιάσει τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την υπόθεσή του.

Άρθρο 17 (αντιστοιχεί στο άρθρο 16 της πρότασης του 2009)

Το άρθρο αυτό μεταβλήθηκε σε σημαντικό βαθμό σε σύγκριση με την πρόταση του 2009. Δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη η απομαγνητοφώνηση κάθε προσωπικής συνέντευξης. Σύμφωνα με τους προτεινόμενους κανόνες, πρέπει να συντάσσεται διεξοδική έκθεση που να περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συνέντευξης. Επίσης, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την ακουστική ή οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης. Ωστόσο, ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να συντάσσεται διεξοδική έκθεση και η καταγραφή να επισυνάπτεται στην έκθεση.

Ο αιτών πρέπει να έχει την ευκαιρία να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση. Για το σκοπό αυτό, ο αιτών πρέπει να ενημερώνεται για το περιεχόμενο της έκθεσης στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης ή εντός καθορισμένου χρονικού ορίου πριν από τη λήψη απόφασης εκ μέρους της αποφαινόμενης αρχής. Ο όρος «πλήρως» υποδηλώνει ότι αυτή η ενημέρωση πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του περιεχομένου με σφαιρικό τρόπο και, εάν είναι απαραίτητο, με τη συνδρομή διερμηνέα.

Η πρόταση απαιτεί από τα κράτη μέλη να ζητούν από τον αιτούντα να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης. Προβλέπεται μια εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, όταν η συνέντευξη καταγράφεται ακουστικά ή οπτικοακουστικά. Σε αυτή την περίπτωση, ο αιτών πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παραπέμπει στην καταγραφή, που επισυνάπτεται στην έκθεση, ως αποδεικτικό στοιχείο στις διαδικασίες ενδίκων μέσων.

Εάν ο αιτών αρνείται να εγκρίνει την έκθεση, αυτό σημειώνεται στο φάκελο. Ωστόσο, αυτή η άρνηση δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λάβει απόφαση.

Άρθρο 18 (αντιστοιχεί στο άρθρο 17 της πρότασης του 2009)

Η πρόταση έχει ως στόχο να αναθεωρήσει σημαντικά τους κανόνες για τις ιατρικές εκθέσεις. Ο τίτλος του άρθρου μεταβλήθηκε με την αφαίρεση του όρου «νομικές» για να αντανακλά καλύτερα το σημερινό περιεχόμενο του άρθρου αυτού.

Η πρώτη πρόταση της παραγράφου 1 θεσπίζει τη γενική αρχή ότι θα πρέπει να επιτρέπεται στον αιτούντα να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση προκειμένου να προσκομίσει ιατρική βεβαίωση στην αποφαινόμενη αρχή για να στηρίξει την αίτησή του. Η εμβέλεια αυτής της ιατρικής βεβαίωσης είναι περιορισμένη και έχει ως στόχο να στηρίξει την αίτηση του αιτούντος όσον αφορά διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη στο παρελθόν. Με αυτόν τον τρόπο αποσαφηνίζεται ότι η ίδια η ιατρική βεβαίωση δεν αποτελεί απόδειξη δίωξης. Τα κράτη μέλη μπορούν να θέτουν μια εύλογη προθεσμία για την προσκόμιση της βεβαίωσης ώστε να μην υπάρξει καθυστέρηση της εξέτασης και της απόφασης. Για να γίνουν οι διαδικασίες περισσότερο αποτελεσματικές και να αποφευχθούν οι καταχρήσεις ή η μη απαραίτητη καθυστέρηση, η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα να ληφθεί απόφαση χωρίς να συνεκτιμηθεί η βεβαίωση αν αυτή δεν έχει προσκομισθεί εγκαίρως χωρίς να συντρέχει βάσιμος λόγος.

Η ιατρική εξέταση μπορεί να είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την εξέταση της αίτησης όταν ο αιτών δεν μπορεί να εκθέσει με σαφήνεια τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησής του. Για αυτό το λόγο, η παράγραφος 2 απαιτεί από την αποφαινόμενη αρχή να διενεργεί αυτεπάγγελτα, με τη συναίνεση του αιτούντος, ιατρική εξέταση, εάν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να εκτιμάται ότι ο αιτών πάσχει από διαταραχές μετατραυματικής καταπόνησης, δίωξης ή σοβαρής βλάβης που υπέστη στο παρελθόν ώστε να μη μπορεί να συμμετάσχει στη συνέντευξη. Η άρνηση του αιτούντος να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λάβει απόφαση.

Η νέα παράγραφος 5 αποσαφηνίζει το περιεχόμενο της κατάρτισης που πρέπει να παρέχεται από τα κράτη μέλη στα πρόσωπα που πραγματοποιούν τις συνεντεύξεις με τους αιτούντες. Ο όρος «ευαισθητοποίηση» υποδηλώνει ότι η κατάρτιση πρέπει να έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι τα πρόσωπα που την πραγματοποιούν γνωρίζουν και είναι ικανά να αναγνωρίσουν τα συμπτώματα που μπορεί να υποδεικνύουν προηγούμενα βασανιστήρια ή άλλα ιατρικά προβλήματα του αιτούντος που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ικανότητά του να συμμετάσχει στη συνέντευξη.

Άρθρα 19 έως 22 (αντιστοιχούν στο άρθρο 18 της πρότασης του 2009)

Τα νέα άρθρα 19 έως 22 έχουν ως στόχο να προσαρμόσουν και να διασαφηνίσουν κανόνες για το δικαίωμα νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης ώστε οι κανόνες αυτοί να γίνουν περισσότερο ευέλικτοι ενώ να διασφαλίζεται παράλληλα ότι παρέχονται δωρεάν νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες σε εκείνους που το ζητούν και δεν έχουν επαρκείς πόρους. Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικά στοιχεία του «frontloading» (επικέντρωση στην αρχή της διαδικασίας). Η επιλογή αυτής της προσέγγισης υποστηρίχθηκε πλήρως από τα πορίσματα ενός σχεδίου στο ΗΒ, του καλούμενου «Solihull pilot», που παρουσιάστηκε στην υπουργική διάσκεψη για το άσυλο τον Σεπτέμβριο του 2010. Το σχέδιο αυτό επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι η επικέντρωση της στήριξης στην αρχή της διαδικασίας ασύλου, ιδίως με την παροχή πρόσβασης των αιτούντων άσυλο σε κατάλληλες νομικές συμβουλές στην αρχή της διαδικασίας, οδηγεί σε σημαντική βελτίωση της ποιότητας των πρωτοβάθμιων αποφάσεων.

Σε σύγκριση με την πρόταση του 2009, η ορολογία άλλαξε για την αποφυγή πιθανής σύγχυσης μεταξύ τριών διαφορετικών εννοιών: 1. του ελαχίστου επιπέδου παροχής νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών σε πρώτο βαθμό, 2. της δωρεάν νομικής συνδρομής για την διασφάλιση της αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη όσον αφορά τις διαδικασίες ενδίκων μέσων, και 3. του δικαιώματος επικοινωνίας των αιτούντων με νομικό ή άλλο σύμβουλο ιδία δαπάνη. Για την παροχή σαφέστερων κανόνων και δομής, το άρθρο 18 της πρότασης του 2009 διαιρέθηκε σε τέσσερα άρθρα. Η διαίρεση αυτών των άρθρων διασαφηνίζει τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων αυτών εννοιών κατά τα διαφορετικά στάδια της διαδικασίας.

Άρθρο 19

Το άρθρο αυτό θεσπίζει τους κανόνες για τη δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών στις πρωτοβάθμιες διαδικασίες. Ο τίτλος του άρθρου έχει ως στόχο να διασαφηνίσει ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν, κατόπιν αιτήματος, δωρεάν νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες στους αιτούντες στο πλαίσιο των πρωτοβάθμιων διαδικασιών και ότι αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως «νομική συνδρομή και εκπροσώπηση». Επομένως, σύμφωνα με τα εθνικά νομικά συστήματα πολλών κρατών μελών, για τη συμμόρφωση με αυτή την υποχρέωση δεν είναι αναγκαίος ο διορισμός δικηγόρου για κάθε αιτούντα.

Επίσης, η διάταξη καθορίζει ένα ελάχιστο επίπεδο παροχής νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών. Πρώτον, περιλαμβάνει την επεξήγηση των διαδικαστικών βημάτων, μηχανισμών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ενδέχεται να έχουν σημασία στην περίπτωση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων συνεργασίας και υποβολής των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας για την αναγνώριση. Δεύτερον, περιλαμβάνει σε περίπτωση αρνητικής απόφασης την επεξήγηση των πραγματικών λόγων και των λόγων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου για την απόρριψη, ώστε να μπορεί ο αιτών να λάβει πιο εμπεριστατωμένη απόφαση για το κατά πόσον πρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του σε πραγματική προσφυγή. Αυτή η διασαφήνιση αποδείχτηκε αναγκαία λόγω της πείρας από τις συζητήσεις σχετικά με την προηγούμενη πρόταση.

Σημειώνεται ότι το άρθρο 20 παράγραφος 2 διασαφηνίζει ότι εάν τα κράτη μέλη παρέχουν δωρεάν νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση στις πρωτοβάθμιες διαδικασίες, αυτή εικάζεται ότι περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται βάσει της δωρεάν παροχής νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών.

Η παράγραφος 2 παραπέμπει σε περαιτέρω όρους που πρέπει να εφαρμόζονται οι οποίοι περιγράφονται παρακάτω στο άρθρο 21.

Άρθρο 20

Ο τίτλος του νέου αυτού άρθρου υποδηλώνει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν για την παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης κατά τις διαδικασίες ενδίκων μέσων. Στην ορολογία της τροποποιημένης πρότασης, η δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση σημαίνουν τη συνδρομή και την εκπροσώπηση του αιτούντα από ικανό πρόσωπο· στα εθνικά συστήματα περισσότερων κρατών μελών αυτό σημαίνει ειδικευμένο δικηγόρο. Επίσης, στο άρθρο αυτό προβλέπονται ελάχιστες απαιτήσεις οι οποίες περιλαμβάνουν την κατάρτιση διαδικαστικών εγγράφων και τη συμμετοχή σε ακροαματική διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου. Η συμμετοχή αυτή περιορίζεται σε πρωτοβάθμιες διαδικασίες ενδίκων μέσων. Στα επόμενα στάδια, τα κράτη μέλη δεν δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία για την παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης. Δεδομένου ότι οι ελάχιστες απαιτήσεις βάσει αυτής της διάταξης περιλαμβάνουν τόσο τη συνδρομή (κατάρτιση των εγγράφων) όσο και την εκπροσώπηση (συμμετοχή στην ακροαματική διαδικασία), διασαφηνίστηκε ότι η παρούσα διάταξη καλύπτει τόσο τη νομική συνδρομή όσο «και» (αντί για «ή/και») την εκπροσώπηση.

Η παράγραφος 2 αναφέρεται στην πρακτική περισσότερων κρατών μελών όπου ήδη διατίθεται στις πρωτοβάθμιες διαδικασίες (π.χ. διοικητικές διαδικασίες ενώπιον της αποφαινόμενης αρχής), δωρεάν νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση (παρεχόμενη από δικηγόρους). Αυτή η παράγραφος αφορά τα συστήματά τους και διασαφηνίζει ότι στην περίπτωση αυτή τα εν λόγω κράτη μέλη δεν πρέπει να παρέχουν επιπρόσθετα τις νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 19, δεδομένου ότι η νομική συνδρομή και εκπροσώπηση από δικηγόρο καλύπτει ήδη τις ανάγκες αυτές.

Η παράγραφος 3 περιγράφει τη δυνατότητα του καλούμενου «βάσιμου της αίτησης». Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μπορούν να προβλέπουν ότι δεν χορηγείται δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση εάν το ένδικο μέσο δεν έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Ωστόσο, αυτό πρέπει να αξιολογείται από δικαστήριο και όχι από την αποφαινόμενη αρχή. Το δεύτερο εδάφιο περιορίζει την εφαρμογή του «βάσιμου της αίτησης» με την παραπομπή στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ που ορίζει ότι σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους παρέχεται νομική αρωγή, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Επομένως, αυτό το εδάφιο πρέπει να διαβασθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας που προβλέπει τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η δωρεάν παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών στις πρωτοβάθμιες διαδικασίες και δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση στις διαδικασίες ενδίκων μέσων μπορούν να παρέχονται μόνο σε όσους δεν έχουν επαρκείς πόρους.

Άρθρο 21

Το άρθρο αυτό θεσπίζει τους γενικούς όρους που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις δωρεάν παροχής νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών και δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης. Η νέα παράγραφος 1 έχει ως στόχο να δώσει ευρεία διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τρόπο συμμόρφωσης με αυτές τις υποχρεώσεις. Ο διορισμός δικηγόρου θεωρείται ως τυποποιημένη λύση, ωστόσο τα κράτη μέλη μπορούν να πληρούν τις υποχρεώσεις βάσει των άρθρων 19 και 20 μέσω ΜΚΟ ή κρατικών λειτουργών ή ειδικευμένων κρατικών υπηρεσιών. Η διάταξη αυτή επιτρέπει να συνεκτιμώνται τα ισχύοντα συστήματα περισσοτέρων κρατών μελών.

Άρθρο 22

Το άρθρο αυτό διατηρεί το δικαίωμα του αιτούντος να συμβουλεύεται δικηγόρο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η κύρια διάκριση μεταξύ των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 19 έως 21 είναι ότι το παρόν άρθρο καλύπτει μόνο το δικαίωμα του αιτούντος να συμβουλεύεται δικηγόρο ιδία δαπάνη. Επίσης, ορίζεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις μη κυβερνητικές οργανώσεις να παράσχουν τέτοιες υπηρεσίες.

Άρθρο 23 (αντιστοιχεί στο άρθρο 19 της πρότασης του 2009)

Η τροποποιημένη πρόταση εισάγει αλλαγή όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες κατά τη διάρκεια διαδικασιών που θέτουν ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Με στόχο την τήρηση της αρχής της ισότητας των διαδίκων και σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσβαση στους φακέλους μόνο σε ειδικευμένες κρατικές υπηρεσίες (συνήγοροι) όταν τίθεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η πρόταση έχει ως στόχο να διασφαλίσει τη δέουσα εκπροσώπηση του αιτούντος χωρίς να αποκαλύπτονται ευαίσθητες ή εμπιστευτικές πληροφορίες. Οι κανόνες επιτρέπουν στον εκπρόσωπο (κρατικό λειτουργό, συνήγορο) να μην επικοινωνεί με τον αιτούντα.

Άρθρο 24 (αντιστοιχεί στο άρθρο 20 της πρότασης του 2009)

Η τροποποιημένη πρόταση έχει ως στόχο να απλουστεύσει τις διατάξεις για τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες. Αποβλέπει στη θέσπιση αρχών και επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξεύρουν τους πλέον κατάλληλους τρόπους.

Πρώτον, ο τίτλος του άρθρου, σύμφωνα με τον ορισμό στο άρθρο 2 στοιχείο δ) διασαφηνίζει ότι, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, κατά τις διαδικασίες πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη κατάσταση των αιτούντων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Αυτό γίνεται ιδίως για να διασαφηνιστεί ότι οι ειδικές διαδικαστικές ανάγκες και οι ειδικές ανάγκες υποδοχής μπορεί να διαφέρουν.

Η πρώτη παράγραφος ορίζει ότι οι αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων πρέπει να εντοπίζονται εγκαίρως. Η διάταξη αυτή συνάδει πλήρως με τις συναφείς διατάξεις της τροποποιημένης πρότασης της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τον μηχανισμό που περιγράφεται στο άρθρο 22 της τροποποιημένης πρότασης για την εν λόγω οδηγία.

Η πρόταση παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη όσον αφορά τους τρόπους εντοπισμού αιτούντων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων εάν αυτό καταστεί προφανές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αυτό μπορεί να ισχύει ιδίως για ορισμένες τραυματικές διαταραχές που μπορεί να αποκαλύπτονται μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα.

Η δεύτερη παράγραφος περιγράφει, σε γενικές γραμμές, την αρχή παροχής επαρκούς χρόνου και κατάλληλης υποστήριξης στους αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων για να παρουσιάσουν τα στοιχεία της αίτησής τους. Αυτός ο κανόνας έχει ως στόχο να παράσχει μέγιστη ευελιξία στα κράτη μέλη όσον αφορά τον συγκεκριμένο τρόπο εφαρμογής της διάταξης αυτής σε διάφορες περιπτώσεις.

Άρθρο 25 (αντιστοιχεί στο άρθρο 21 της πρότασης του 2009)

Η τροποποιημένη πρόταση κατ’ ουσία επεκτείνει την υποχρέωση του εκπροσώπου να συνδράμει ένα ασυνόδευτο ανήλικο. Η εμβέλεια της συνδρομής διασαφηνίστηκε και διευρύνθηκε ενόψει των ειδικών διαδικαστικών αναγκών των ασυνόδευτων ανηλίκων. Τώρα η διάταξη απαιτεί από τον εκπρόσωπο να συνδράμει τον ανήλικο προκειμένου αυτός να μπορέσει να επωφεληθεί όλων των δικαιωμάτων και να συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην οδηγία. Η απαίτηση της αμεροληψίας απαλείφθηκε δεδομένου ότι ο εκπρόσωπος ενεργεί προς το συμφέρον του ασυνόδευτου ανήλικου. Ωστόσο, διασαφηνίστηκε ότι ο εκπρόσωπος πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με την αρχή του μείζονος συμφέροντος του παιδιού.

Η παράγραφος 2 στοιχείο β) απαλείφτηκε διότι το γεγονός και μόνο ότι ο ανήλικος είναι ή ήταν έγγαμος δεν συνεπάγεται ότι αυτός δεν χρειάζεται συνδρομή. Αυτό αφορά πιθανές περιπτώσεις καταναγκαστικών γάμων.

Στην παράγραφο 3 στοιχείο α) η απαίτηση διεξαγωγής της συνέντευξης από πρόσωπο που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει επίσης τις συνεντεύξεις επί του παραδεκτού της αίτησης.

Η παράγραφος 4 διευκρινίζει ότι παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες όχι μόνο στον ασυνόδευτο ανήλικο αλλά και στον εκπρόσωπό του και ότι επίσης αυτό ισχύει και στην περίπτωση της ανάκλησης καθεστώτος, συνεπώς καλύπτει όλες τις διαδικασίες στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

Η παράγραφος 5 εισάγει μια αλλαγή όσον αφορά τις ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας των ανηλίκων ορίζοντας ότι εάν από την εξέταση δεν μπορούν να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα σχετικά με το θέμα αυτό, ο αιτών θεωρείται ανήλικος.

Η παράγραφος 6 αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής του «βάσιμου της αίτησης» στην παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης στην περίπτωση διαδικασιών ενδίκων μέσων για να διασφαλιστεί η προστασία του συμφέροντος αυτών των ασυνόδευτων ανήλικων.

Άρθρο 26 (αντιστοιχεί στο άρθρο 22 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 27 (αντιστοιχεί στο άρθρο 23 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 28 (αντιστοιχεί στο άρθρο 24 της πρότασης του 2009)

Το άρθρο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα απόρριψης της αίτησης ως αβάσιμης εάν θεωρηθεί ότι ανακλήθηκε σιωπηρώς υπό τον όρο ότι η αίτηση εξετάστηκε επαρκώς μετά από προσωπική συνέντευξη.

Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι μετά από τη διακοπή της υπόθεσης λόγω σιωπηρής ανάκλησης, οι αιτούντες που αναφέρονται και πάλι στην αρμόδια αρχή μπορούν να υποβάλουν νέα αίτηση. Κατά γενικό κανόνα, αυτή η νέα αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταγενέστερη αίτηση. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απαράδεκτη διότι δεν περιλαμβάνει νέα στοιχεία. Ωστόσο, εάν ο αιτών αναφέρεται και πάλι στην αρμόδια αρχή μετά από ένα έτος από τότε που θεωρήθηκε ανακληθείσα η προηγούμενη αίτηση, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται βάσει της οδηγίας να επανεξετάσουν την υπόθεση και μπορούν να αντιμετωπίσουν τη νέα αίτηση ως μεταγενέστερη αίτηση. Αυτές οι διατάξεις αποβλέπουν στην παροχή εργαλείων για την καταπολέμηση των καταχρηστικών και επαναλαμβανόμενων αιτήσεων.

Άρθρο 29 (αντιστοιχεί στο άρθρο 25 της πρότασης του 2009)

Η διατύπωση της παραγράφου 1 στοιχείο α) έχει ευθυγραμμιστεί με άλλα άρθρα της οδηγίας και δεν αλλάζει το περιεχόμενο της διάταξης.

Άρθρο 30 (αντιστοιχεί στο άρθρο 26 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 31 (αντιστοιχεί στο άρθρο 27 της πρότασης του 2009)

Η τροποποιημένη πρόταση εισάγει διάφορες αλλαγές όσον αφορά την διαδικασία εξέτασης σε πρώτο βαθμό και τις ταχείες διαδικασίες. Οι αλλαγές έχουν ως στόχο να καλύψουν ιδιαιτερότητες των εθνικών συστημάτων των κρατών μελών και να διασφαλίσουν μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικά μέσα για την αντιμετώπιση των καταχρήσεων.

Η παράγραφος 3 διατηρεί τη γενική προθεσμία των έξι μηνών για την ολοκλήρωση της διαδικασίας σε πρώτο βαθμό. Ωστόσο, καθιερώνονται δύο πρόσθετες εξαιρέσεις, ήτοι στην περίπτωση που μεγάλος αριθμός αιτούντων καταθέτει ταυτόχρονα αίτηση και όταν η αποφαινόμενη αρχή δεν μπορεί να τηρήσει την προθεσμία λόγω μη συμμόρφωσης του αιτούντος με τις υποχρεώσεις του.

Επίσης, τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην περίπτωση που η αποφαινόμενη αρχή δεν μπορεί να λάβει απόφαση λόγω αβέβαιης κατάστασης στη χώρα καταγωγής η οποία αναμένεται να είναι πρόσκαιρη. Σε αυτή την περίπτωση τα κράτη μέλη μπορούν να υπερβαίνουν την προθεσμία έξι μηνών + έξι μηνών. Ωστόσο, ο αιτών διατηρεί το καθεστώς του ως αιτών.

Οι λόγοι για την απόδοση προτεραιότητας τροποποιήθηκαν για να ευθυγραμμιστεί η οδηγία με την τροποποιημένη πρόταση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής: τα κράτη μέλη μπορούν να δώσουν προτεραιότητα στην εξέταση όταν ο αιτών είναι ευάλωτος. Η ορολογία προσαρμόστηκε στο νέο όρο «αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων». Επίσης, γίνεται ρητή αναφορά στους ασυνόδευτους ανήλικους στο πλαίσιο των περιπτώσεων που η κατά προτεραιότητα εξέταση μπορεί να είναι ιδιαιτέρως αιτιολογημένη.

Η παράγραφος 6 διασαφηνίζει τους λόγους βάσει της παραγράφου αυτής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για την επιτάχυνση της εξέτασης όσο και για τη διενέργεια της εξέτασης στα σύνορα. Αυτή η αλλαγή έχει ως στόχο τη συνεκτίμηση των εθνικών συστημάτων των κρατών μελών που εφαρμόζουν τη γενική διαδικασία στα σύνορα. Ωστόσο, ο κατάλογος των περιπτώσεων που μπορούν να επιταχυνθούν ή να εξετασθούν στα σύνορα παραμένει εξαντλητικός.

Δύο λόγοι επιτάχυνσης (και διαδικασίας στα σύνορα) εισήχθησαν εκ νέου:

Το στοιχείο ε) εισάγει εκ νέου το στοιχείο ζ) της οδηγίας του 2005. Αυτός ο λόγος αποβλέπει στην παροχή δυνατότητας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των καταχρηστικών περιπτώσεων. Η διατύπωση προσαρμόστηκε και ορίζει ότι αυτός ο λόγος μπορεί να χρησιμοποιείται όταν ο αιτών έχει παρουσιάσει σαφώς ψευδείς ή προφανώς απίθανες πληροφορίες οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με επαρκώς τεκμηριωμένες πληροφορίες της χώρας καταγωγής του. Η αλλαγή αυτή έχει ως στόχο να προσθέσει ένα αντικειμενικό στοιχείο σε αυτό το λόγο.

Το στοιχείο ζ) εισάγει εκ νέου το στοιχείο ιγ) της οδηγίας του 2005 που αφορά περιπτώσεις κινδύνου για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Διασαφηνίστηκε ότι μπορεί να επιταχυνθεί η εξέταση αίτησης εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρείται ότι ο αιτών συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.

Η παράγραφος 7 της πρότασης του 2009 διαγράφηκε. Η απαίτηση διασφάλισης κατάλληλης και πλήρους εξέτασης μεταφέρθηκε στη νέα παράγραφο 7. Οι κανόνες για τις προδήλως αβάσιμες αιτήσεις διαγράφηκαν δεδομένου ότι το άρθρο 28 της οδηγίας του 2005 που εισήχθη εκ νέου καλύπτει αυτούς τους κανόνες.

Άρθρο 32 (αντιστοιχεί στο άρθρο 28 της οδηγίας του 2005)

Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 28 της οδηγίας του 2005. Η αλλαγή στο περιεχόμενο αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες τίθενται ζητήματα εθνικής ασφάλειας διότι αυτός είναι ο μόνος λόγος επιτάχυνσης που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως αβάσιμος, δεδομένου ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος επιτάχυνσης δεν βασίζεται στη διαπίστωση ότι η αίτηση είναι αβάσιμη. Το άρθρο 28 της πρότασης του 2009 απαλείφτηκε διότι κάλυπτε τους ίδιους κανόνες.

Άρθρο 33 (αντιστοιχεί στο άρθρο 29 της πρότασης του 2009)

Το στοιχείο δ) τροποποιήθηκε διότι ο όρος «ταυτόσημη» ήταν πολύ περιοριστικός και καθιστούσε αδύνατη στην πράξη την εφαρμογή αυτού του λόγου μη παραδεκτού καθώς και μη συμβατή με τους κανόνες για τις μεταγενέστερες αιτήσεις που έπρεπε να υπηρετεί. Η τροποποιημένη πρόταση διευκρινίζει ότι αυτός ο λόγος μη παραδεκτού μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν δεν υπάρχουν νέα στοιχεία σε περίπτωση μεταγενέστερης αίτησης. Ο σύνδεσμος με τις μεταγενέστερες αιτήσεις (και τον ορισμό τους) κατέστη σαφέστερος.

Άρθρο 34 (αντιστοιχεί στο άρθρο 30 της πρότασης του 2009)

Οι κανόνες ευθυγραμμίστηκαν με τους γενικούς κανόνες για την προσωπική συνέντευξη. Αυτό αφορά την απαίτηση ότι το πρόσωπο που διεξάγει τη συνέντευξη δεν θα πρέπει να φοράει στρατιωτική στολή ή στολή των δυνάμεων επιβολής του νόμου.

Άρθρο 35 (αντιστοιχεί στο άρθρο 31 της πρότασης του 2009)

Η τροποποιημένη πρόταση προβλέπει τη ρητή δυνατότητα του αιτούντος να αμφισβητήσει την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωσή του.

Άρθρο 36 (αντιστοιχεί στο άρθρο 34 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 37 (αντιστοιχεί στο άρθρο 33 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 38 (αντιστοιχεί στο άρθρο 32 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 39 (αντιστοιχεί στο άρθρο 38 της πρότασης του 2009)

Για λόγους συνοχής, προστέθηκε νέα παράγραφος 6 με την οποία απαιτείται από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν περιοδικώς την Επιτροπή σχετικά με τις χώρες έναντι των οποίων ισχύει η έννοια της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας. Αυτό αντιστοιχεί σε ισοδύναμη υποχρέωση σχετικά με τις ασφαλείς τρίτες χώρες.

Άρθρο 40 (αντιστοιχεί στο άρθρο 35 παράγραφοι 1 έως 7 και 9 της πρότασης του 2009)

Οι κανόνες για τις επαναλαμβανόμενες ή μεταγενέστερες αιτήσεις διασαφηνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική αντιμετώπιση των αιτήσεων αυτών. Ο ορισμός του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» παρέχει σαφές πεδίο εφαρμογής για αυτούς τους κανόνες. Μια μεταγενέστερη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί απαράδεκτη εάν δεν υπάρχουν νέα στοιχεία τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες να παρασχεθεί στον αιτούντα καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η ύπαρξη νέων στοιχείων πρέπει να επαληθευτεί μέσω προκαταρκτικής εξέτασης. Εάν υπάρχουν νέα στοιχεία, η μεταγενέστερη αίτηση πρέπει να εξετασθεί σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. Έχει διευκρινισθεί ότι εάν δεν υπάρχουν νέα στοιχεία, η αίτηση θεωρείται απαράδεκτη. Οι κανόνες για τις μεταγενέστερες αιτήσεις μπορούν επίσης να εφαρμοστούν όταν ένας άγαμος ανήλικος καταθέτει χωριστή αίτηση.

Άρθρο 41 (αντιστοιχεί στο άρθρο 35 παράγραφοι 8 και 9 της πρότασης του 2009)

Το περιεχόμενο αυτών των κανόνων δεν άλλαξε, αλλά το κείμενο αναδιαρθρώθηκε για είναι περισσότερο σαφές.

Άρθρο 42 (αντιστοιχεί στο άρθρο 36 της πρότασης του 2009)

Η παράγραφος 3 στοιχείο β) διαγράφηκε διότι ήταν περιττή. Ο κανόνας αυτός καλύπτεται από το άρθρο 40 παράγραφος 3.

Άρθρο 43 (αντιστοιχεί στο άρθρο 37 της πρότασης του 2009)

Το άρθρο αυτό παρέμεινε ως είχε. Ωστόσο, οι αλλαγές στα άρθρα 31 και 33 επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού μέσω παραπομπών. Οι πρόσθετοι λόγοι επιτάχυνσης επιτρέπουν στα κράτη μέλη να εξετάζουν αυτές τις περιπτώσεις και στη διαδικασία στα σύνορα. Η αλλαγή στους κανόνες για το απαράδεκτο των αιτήσεων που δεν έχουν νέα στοιχεία επιτρέπει επίσης την ευρύτερη χρήση των διαδικασιών στα σύνορα.

Άρθρο 44 (αντιστοιχεί στο άρθρο 39 της πρότασης του 2009)

Δεν υπάρχουν αλλαγές σε σύγκριση με την πρόταση του 2009.

Άρθρο 45 (αντιστοιχεί στο άρθρο 40 της πρότασης του 2009)

Η παράγραφος 4 άλλαξε. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το καθεστώς διεθνούς προστασίας εκπνέει εκ του νόμου εάν ο δικαιούχος του καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει αποκτήσει την ιθαγένεια του οικείου κράτους μέλους.

Άρθρο 46 (αντιστοιχεί στο άρθρο 41 της πρότασης του 2009)

Οι κανόνες για το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής έχουν διατηρηθεί στην ουσία τους για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Οι αλλαγές αφορούν τα ακόλουθα στοιχεία:

Στην παράγραφο 5, διασαφηνίστηκε ότι ο αιτών έχει το δικαίωμα να παραμένει στο έδαφος του κράτους μέλους μέχρι να λήξει η προθεσμία άσκησης ένδικου μέσου.

Στην παράγραφο 6, προστέθηκε συμπληρωματικός λόγος όταν δεν πρέπει να προβλέπεται αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα: αυτό ισχύει στην περίπτωση που η αίτηση θεωρήθηκε απαράδεκτη διότι ένα άλλο κράτος μέλος έχει ήδη χορηγήσει στον αιτούντα καθεστώς πρόσφυγα. Διευκρινίστηκε ότι μπορούν να γίνουν εξαιρέσεις από την αρχή της αυτόματης αναστολής μόνο σε περίπτωση που ισχύουν οι λόγοι επιτάχυνσης ή μη παραδεκτού. Ως συνέπεια της επέκτασης των λόγων επιτάχυνσης στο σημείο 31 παράγραφος 6, η παρούσα παράγραφος έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από ότι στην πρόταση του 2009.

Στην παράγραφο 9, απαλείφτηκε η υποχρέωση θέσπισης προθεσμιών για τη λήψη αποφάσεων από τα δικαστήρια σχετικά με τα ένδικα μέσα για να καλυφθούν ιδιαιτερότητες των εθνικών δικαστικών συστημάτων.

Η παράγραφος 5 της οδηγίας του 2005 διαγράφηκε για να διασφαλιστεί η συνοχή με την παράγραφο 2 και με την οδηγία για την αναγνώριση.