DOCPROPERTY "Classification" ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 450/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον δείκτη κόστους εργασίας /* COM/2011/0102 τελικό */
[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ | Βρυξέλλες, 8.3.2011 COM(2011) 102 τελικό ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 450/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ν δείκτη κόστους εργασίας 1. Εισαγωγή Το κόστος εργασίας ανά πραγματοποιηθείσα ώρα εργασίας αποτελεί σημαντική συνιστώσα για την ανάλυση της βραχυπρόθεσμης και μεσοπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης. Η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βασίζονται σε έναν δείκτη κόστους εργασίας ανά πραγματοποιηθείσα ώρα εργασίας για την αξιολόγηση της πληθωριστικής πίεσης που μπορεί να δημιουργείται από τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας. Ο δείκτης πρέπει να υπολογιστεί ταχέως, για κάθε κράτος μέλος, για το σύνολο της ΕΕ και για την ευρωζώνη. Επίσης, ο δείκτης κόστους εργασίας είναι σημαντικός για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις των κοινωνικών εταίρων και για την ίδια την Επιτροπή όσον αφορά την παρακολούθηση των βραχυπρόθεσμων εξελίξεων του κόστους εργασίας. Ο δείκτης κόστους εργασίας είναι ένας από τους κύριους ευρωπαϊκούς οικονομικούς δείκτες (ΚΕΟΔ).[1] Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 450/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με τον δείκτη κόστους εργασίας[2] (εφεξής ο «κανονισμός για τον δείκτη κόστους εργασίας») θεσπίζει ένα κοινό πλαίσιο για την κατάρτιση και τη διαβίβαση συγκρίσιμων δεικτών κόστους εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή (Eurostat) δημοσιεύει τριμηνιαίο δελτίο τύπου σχετικά με τον δείκτη ωριαίου κόστους εργασίας[3]. Τον Ιούλιο του 2003 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1216/2003[4], ο οποίος ορίζει λεπτομερέστερα τις διαδικασίες διαβίβασης του δείκτη, τις συγκεκριμένες (εποχιακές) διορθώσεις που πρέπει να γίνονται και το περιεχόμενο των εθνικών εκθέσεων ποιότητας. Στη συνέχεια, τον Μάρτιο του 2007, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 224/2007[5]. Ο ανωτέρω κανονισμός τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1216/2003 και επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δείκτη κόστους εργασίας προκειμένου να καλύψει τις οικονομικές δραστηριότητες που ορίζονται στους τομείς Λ, Μ, Ν και Ξ της NACE αναθ. 1. Η επέκταση αυτή σημαίνει ότι θα καλυφθούν ακόμη και μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες, οι οποίες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των εν λόγω τομέων και, ενδεχομένως, έχουν διαφορετική δυναμική από αυτή των εμπορεύσιμων υπηρεσιών. Τον Αύγουστο του 2007, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 973/2007[6] ο οποίος τροποποίησε ορισμένους κανονισμούς σχετικά με ειδικούς στατιστικούς τομείς, μεταξύ των οποίων και ο δείκτης κόστους εργασίας, έτσι ώστε να εφαρμοστεί η στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE αναθεώρηση 2. Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 450/2003 αναφέρει ότι η Επιτροπή πρέπει, ανά διετία, να υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η έκθεση θα πρέπει να εξετάζει, ειδικότερα, την ποιότητα των στοιχείων που διαβιβάζονται. Οι ετήσιες εθνικές εκθέσεις ποιότητας είναι υποχρεωτικές, βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού για τον δείκτη κόστους εργασίας. Στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1216/2003, η ποιότητα του δείκτη του κόστους εργασίας ορίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες διαστάσεις: καταλληλότητα, ακρίβεια, επικαιρότητα και χρονική συνέπεια, προσβασιμότητα και σαφήνεια, συγκρισιμότητα, συνοχή και πληρότητα. Η συγκρισιμότητα και η πληρότητα έχουν βελτιωθεί σημαντικά, έτσι η παρούσα έκθεση θα επικεντρωθεί στην ακρίβεια, την επικαιρότητα και τη συνοχή. Οι μικρές παρατυπίες όσον αφορά τις καθυστερήσεις διαβίβασης δεν θα αναφερθούν, καθώς αποτελούσαν προσωρινό φαινόμενο. 2. Η γενικη προοδοσ μετα την τελευταια εκθεση Έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος από την τελευταία έκθεση που εκδόθηκε το 2008[7]. Η νέα ταξινόμηση NACE αναθ. 2 εφαρμόστηκε, όπως ζητήθηκε, στην πρώτη διαβίβαση τον Ιούνιο του 2009. Η θέσπιση της NACE αναθ. 2 απαίτησε πολλούς πόρους στα κράτη μέλη. Σε πολλές περιπτώσεις, υπαγόρευσε μια εις βάθος επανεξέταση των μεθόδων συλλογής στοιχείων, που έχει ως αποτέλεσμα αλλαγές που στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας του δείκτη κόστους εργασίας. Ταυτόχρονα, η παρέκκλιση για μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες έληξε και όλα τα κράτη μέλη παρείχαν τα στοιχεία κατά τη διάρκεια του 2009. Η επικαιρότητα βελτιώθηκε σημαντικά και μόνο δύο κράτη μέλη (Βέλγιο και Ιρλανδία) εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ορισμένες δυσκολίες όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις νόμιμες ημερομηνίες διαβίβασης. Υπήρξαν σημαντικές αναθεωρήσεις σε προηγούμενα στοιχεία, αλλά αυτό ήταν αναπόφευκτο, δεδομένης της εισαγωγής της νέας ταξινόμησης NACE αναθ. 2 και των αλλαγών που εισήχθησαν στα συστήματα συλλογής σε ορισμένα κράτη μέλη. Για να βοηθηθούν οι χρήστες και για να είμαστε ανοιχτοί σχετικά με την έκταση των αναθεωρήσεων, ο δικτυακός τόπος της Eurostat παρουσιάζει όλα τα αριθμητικά στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη από τον Ιούνιο του 2009 και μετά. Η διαθεσιμότητα και η ποιότητα του δείκτη κόστους εργασίας γενικά βελτιώθηκαν. Ορισμένα κράτη μέλη θέσπισαν αλλαγές στα συστήματά τους συλλογής στοιχείων για να απομακρυνθούν τυχόν παραμένουσες παρεκκλίσεις από τα πρότυπα και τις έννοιες ποιότητας που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 450/2003. Παραδείγματος χάριν, η Ιρλανδία και η Σουηδία περιλαμβάνουν πλέον μη τακτικές πληρωμές, ενώ η Φινλανδία καλύπτει πλέον όλα τα είδη εργαζομένων και όχι μόνο τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης. Σημειώθηκε, επίσης, αξιοσημείωτη βελτίωση όσον αφορά τα μεταδεδομένα που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη. Περισσότερα κράτη μέλη παρείχαν εθνικές εκθέσεις ποιότητας εγκαίρως, ενώ σχεδόν όλα υποβάλλουν πλέον τα μεταδεδομένα ανά τρίμηνο, επεξηγώντας αλλαγές στα στοιχεία. Η μεταβλητότητα του δείκτη μειώθηκε, λόγω κυρίως της βελτίωσης της σειράς των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν, οι οποίες παρακολουθούνται στενότερα από ό,τι στο παρελθόν. Η λήψη του δείκτη κόστους εργασίας από όλα τα κράτη μέλη σημαίνει ότι η Eurostat μπορεί να καταρτίσει τις συνολικές στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να προβεί σε επαρκώς ακριβείς συγκρίσεις της εξέλιξης του ωριαίου κόστους εργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια θέματα για τα οποία απαιτείται ακόμη να καταβληθούν ιδιαίτερες προσπάθειες από ορισμένα κράτη μέλη προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία εναρμόνισης. Τα θέματα αυτά αναλύονται στη συνέχεια. Ενώ τα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει την αναγκαία υποδομή για την κατάρτιση του δείκτη κόστους εργασίας, η Επιτροπή (Eurostat) διατήρησε και ενίσχυσε το σύστημα κατάρτισής της για την έγκαιρη παραλαβή, επαλήθευση, επεξεργασία, αποθήκευση και διάδοση των στοιχείων που αφορούν τον δείκτη κόστους εργασίας. Οι εν λόγω διαδικασίες, οι οποίες τέθηκαν πλήρως σε λειτουργία το 2005, υπόκεινται σε διαρκή αναθεώρηση και επικαιροποίηση. 3. αξιολογηση της συμμορφωσης (εως τον σεπτεμβριο του 2010) 3.1 Επισκόπηση Ορισμένα κράτη μέλη, που, στην έκθεση του 2008, αναφέρονται ως μη πλήρως συμμορφούμενα, έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν. Οι Κάτω Χώρες συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις εγκαιρότητας που ορίζονται στον κανονισμό για τον δείκτη κόστους εργασίας. Η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ιρλανδία προέβησαν στις αναγκαίες αλλαγές στα συστήματα συλλογής τους για να συμμορφωθούν με τους ορισμούς του δείκτη κόστους εργασίας. Η Αυστρία επανεξέτασε τη μέθοδο εκτίμησής της και βελτίωσε την εγκαιρότητα της παράδοσης στοιχείων. Ωστόσο, στους τομείς Ζ έως Σ της NACE αναθ. 2 παρουσιάστηκαν μάλλον μεγάλες αναθεωρήσεις στις πρώτες εκτιμήσεις τους, ενώ υπάρχει ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης. Η Ελλάδα βελτιώθηκε σε πολλές πτυχές, αλλά τα αριθμητικά στοιχεία για τον δείκτη κόστους εργασίας εξακολουθούν να είναι πολύ μεταβλητά. Καθώς πλέον όλα τα κράτη μέλη υποβάλλουν τις βασικές μεταβλητές του δείκτη κόστους εργασίας που ορίζονται στον σχετικό κανονισμό, η ενέργεια συμμόρφωσης μπορεί να επικεντρωθεί σε άλλες απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό για τον δείκτη κόστους εργασίας. Παραδείγματος χάριν, η ποιότητα των εποχιακών διαδικασιών προσαρμογής θα αξιολογείται περισσότερο σε βάθος στο μέλλον, με το σκεπτικό ότι ο εποχιακά προσαρμοζόμενος δείκτης κόστους εργασίας θα είναι η κύρια αναφορά στα δελτία τύπου της Eurostat, όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες μακροοικονομικές στατιστικές για περιόδους μικρότερες του έτους. Η Σουηδία και η Φινλανδία είναι τα μόνα κράτη μέλη που δεν στέλνουν εποχιακά προσαρμοσμένα στοιχεία στη Eurostat. Στην περίπτωση της Φινλανδίας, αυτό δικαιολογείται από τη βραχυχρόνια σειρά που είναι διαθέσιμη με το νέο σύστημα συλλογής της (από το 2007). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1216/2003 προέβλεπε την πραγματοποίηση μελετών σκοπιμότητας από ορισμένα κράτη μέλη για να εξετάσουν με ποιο τρόπο μπορεί να παραχθεί ο δείκτης για τον υπολογισμό του συνολικού κόστους εργασίας χωρίς τα επιμίσθια. Σε πολλές περιπτώσεις, τα αποτελέσματα των μελετών σκοπιμότητας ήταν αρνητικά και δεν σημειώθηκε ουσιαστική πρόοδος τα τελευταία χρόνια. Σήμερα η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Μάλτα, η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ιρλανδία δεν υπολογίζουν το συνολικό κόστος εργασίας χωρίς τα επιμίσθια. Η Βουλγαρία, η Γερμανία και η Ιρλανδία θα είναι σε θέση να το πράξουν στο εγγύς μέλλον. Η Αυστρία και η Ιταλία μπορούν να υπολογίσουν το συνολικό κόστος εργασίας χωρίς τα επιμίσθια, αλλά με πολύ μερική κάλυψη όσον αφορά τομείς ή μέγεθος μονάδας της NACE. Η Γαλλία και η Μάλτα δεν θεωρούν σκόπιμο τον υπολογισμό συνολικού κόστους εργασίας χωρίς τα επιμίσθια. 3.2 Λεπτομερή στοιχεία ελλείψεων σχετικά με την ποιότητα 3.2.1 Ακρίβεια Υπάρχουν ανησυχίες ως προς την ακρίβεια όσον αφορά ποικίλες πτυχές του δείκτη κόστους εργασίας. Γενικά, οι ανησυχίες αυτές οφείλονται σε ελλείψεις των βασικών στοιχείων και μπορούν να έχουν ως συνέπεια υψηλό βαθμό μεταβλητότητας της σειράς του δείκτη κόστους εργασίας. Επίσης, τα ανακριβή στοιχεία μπορεί να μην είναι πλήρως συγκρίσιμα με τα στοιχεία άλλων κρατών μελών, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει, επιπροσθέτως, σε ασυνέπειες μεταξύ του δείκτη κόστους εργασίας και άλλων πηγών στοιχείων οι οποίες μετρούν παρόμοιες πτυχές (π.χ. εξέλιξη ωρομισθίου εργαζομένων, όπως μετριούνται από εθνικούς λογαριασμούς). Γενικά, τα οικεία κράτη μέλη πραγματεύονται τα γνωστά προβλήματα σχετικά με την ακρίβεια στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης ποιότητας και η Επιτροπή (Eurostat) παρακολουθεί την πρόοδο που σημειώνεται ή προγραμματίζεται στο πλαίσιο της εφαρμογής καλύτερων πηγών. Επί του παρόντος, τρία κράτη μέλη παρουσιάζουν προβλήματα ακρίβειας. Η Γερμανία και η Ουγγαρία δεν χρησιμοποιούν, επί του παρόντος, τα βασικά στοιχεία τα οποία θα τους επέτρεπαν να συμμορφώνονται πλήρως με τον κανονισμό. Τα στοιχεία για τον δείκτη κόστους εργασίας που παρέδωσε η Ελλάδα εμφανίζουν συχνά ανεξήγητους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίοι δεν είναι καθόλου συμβατοί με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας. Γερμανία: Στο πρώτο τρίμηνο του 2010 η Γερμανία άρχισε να χρησιμοποιεί τη νέα τριμηνιαία έρευνα αποδοχών ως την κύρια πηγή για τον υπολογισμό του δείκτη κόστους εργασίας. Προηγουμένως ως πηγή χρησιμοποιούνταν τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών. Η αλλαγή σε μια συγκεκριμένη πηγή θα πρέπει να θεωρηθεί ως βελτίωση, αλλά σημαίνει επίσης ότι υπήρχε μικρότερη κάλυψη μικρών επιχειρήσεων σε ορισμένους οικονομικούς τομείς. Επί του παρόντος χρησιμοποιούνται μέθοδοι που μειώνουν το πρόβλημα κάλυψης. Οι εργαζόμενοι μικρών επιχειρήσεων καλύπτονται στους συντελεστές στάθμισης που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του δείκτη κόστους εργασίας για το άθροισμα των τομέων B έως Σ της NACE αναθ. 2. Ελλάδα: Υψηλός βαθμός μεταβλητότητας της σειράς δείκτη κόστους εργασίας και ευρείες αναθεωρήσεις. Η έκθεση ποιότητας που απεστάλη το 2009 είναι πολύ συνοπτική για να επιτρέψει να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα όσον αφορά τις αιτίες των προβλημάτων ακρίβειας. Ουγγαρία: Τα βασικά στοιχεία δεν καλύπτουν πολύ μικρές επιχειρήσεις, δηλαδή τις επιχειρήσεις με λιγότερους από 5 εργαζομένους, και δεν γίνεται τεκμαρτή εκτίμηση για αυτές. 3.2.2 Επικαιρότητα Η επικαιρότητα εξακολούθησε να βελτιώνεται από την τελευταία έκθεση του 2008 και μετά. Ωστόσο, για διάφορους λόγους, ορισμένα κράτη μέλη δεν παρέδωσαν τον δείκτη κόστους εργασίας εγκαίρως (70 ημέρες μετά το τρίμηνο αναφοράς) για ορισμένα τρίμηνα. Η επικαιρότητα είναι στοιχείο κρίσιμης σημασίας δεδομένου ότι οι καθυστερήσεις στην παράδοση των στοιχείων έχουν ως αποτέλεσμα τη χρήση εκτιμήσεων για τα συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης. Αυτή η λύση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα περιττές ευρείες αναθεωρήσεις. Παρακάτω παρατίθενται τα κράτη μέλη που παρέδωσαν τα στοιχεία τόσο καθυστερημένα (> t+75), ώστε να μην ήταν εφικτή η συμπερίληψή τους στο τριμηνιαίο δελτίο τύπου που εκδίδει η Επιτροπή. Η Eurostat χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει παρεκτάσεις των τιμών δείκτη κόστους εργασίας των εν λόγω χωρών για τα συνολικά στατιστικά στοιχεία της ΕΕ και της ευρωζώνης που δημοσιεύτηκαν για συγκεκριμένο τρίμηνο. Το Βέλγιο δεν παρέδωσε εγκαίρως τα στοιχεία σε τρεις περιπτώσεις τα τελευταία τέσσερα τρίμηνα. Οι καθυστερήσεις διαβίβασης μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με εκείνες των προηγούμενων ετών. Το Βέλγιο καταβάλλει περαιτέρω προσπάθειες όσον αφορά τις εργασίες με τα διοικητικά μητρώα και την ορθολογική οργάνωση των διαδικασιών. Το Βέλγιο δεσμεύτηκε να επιτύχει πλήρη συμμόρφωση από το 2011 και μετά. Η Ιρλανδία δεν παρέδωσε εγκαίρως στοιχεία τα τελευταία δύο τρίμηνα του 2009, ενώ δεν παρέδωσε στοιχεία και για τα δύο τρίμηνα του 2010. Οι λόγοι είναι προβλήματα με την εφαρμογή της νέας ταξινόμησης NACE αναθ. 2 και την εισαγωγή νέου συστήματος συλλογής στοιχείων. Η κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί το 2011. Η Επιτροπή ζήτησε από τις χώρες να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι στο μέλλον θα τηρούνται οι προθεσμίες για την υποβολή των στοιχείων. 3.2.3 Συνοχή Στην ετήσια έκθεση ποιότητας, ζητείται από τα κράτη μέλη να συγκρίνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης του δείκτη κόστους εργασίας με τους ρυθμούς ανάπτυξης του ωρομισθίου των εργαζομένων στους εθνικούς λογαριασμούς (ορισμός ΕΣΛ95). Και οι δύο συλλογές στοιχείων μετρούν το ίδιο φαινόμενο με αποκλίσεις όσον αφορά τους ορισμούς, την πληρότητα των πηγών και τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των ρυθμών ανάπτυξης. Δεν μπορεί να αναμένεται πλήρης συνοχή, αλλά ο βαθμός συνοχής μεταξύ των δύο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης για την ποιότητα του δείκτη κόστους εργασίας. Καθώς δεν παράγουν όλα τα κράτη μέλη τριμηνιαία στοιχεία για τα ωρομίσθια των εργαζομένων (στοιχεία εθνικών λογαριασμών), δεν είναι δυνατή πλήρης επισκόπηση της συνοχής. Η ακόλουθη επισκόπηση βασίζεται στις εκθέσεις ποιότητας από το 2008. Περαιτέρω, καθώς οι εθνικοί λογαριασμοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την ταξινόμηση NACE αναθ. 1, ενώ ο δείκτης κόστους εργασίας χρησιμοποιεί τη NACE αναθ. 2, η σύγκριση περιορίζεται σε πολύ μικρό αριθμό τομέων NACE σε συγκεντρωτικό επίπεδο. Κύπρος και Μάλτα: Καθώς οι εθνικοί λογαριασμοί είναι η πηγή για το δείκτη κόστους εργασίας (Μάλτα) ή ο δείκτης κόστους εργασίας είναι η πηγή για τους εθνικούς λογαριασμούς (Κύπρος), η συνοχή είναι αναπόφευκτη. Τσεχική Δημοκρατία, Γερμανία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Αυστρία, Σλοβενία: Επαρκής βαθμός συνοχής. Οι κατευθύνσεις των ρυθμών ανάπτυξης είναι γενικά οι ίδιες και οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι παρόμοιου μεγέθους. Δανία, Γαλλία, Εσθονία, Λιθουανία, Ρουμανία και Σλοβακία: Χαμηλός βαθμός συνοχής· Μεγάλες διαφορές στους ρυθμούς ανάπτυξης από τις δύο πηγές. Βέλγιο, Βουλγαρία, Ιρλανδία, Λετονία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Φινλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο: Δεν υπάρχουν τριμηνιαία στοιχεία εθνικών λογαριασμών ή δεν αναφέρονται στην έκθεση ποιότητας. Η Eurostat αναλύει λεπτομερώς τη συνοχή του δείκτη κόστους εργασίας με τα στοιχεία εθνικών λογαριασμών και την έρευνα κόστους εργασίας και θα εξακολουθήσει να το πράττει. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης συζητιούνται συχνά με κράτη μέλη με σκοπό τη βελτίωση της συνοχής στους διάφορους στατιστικούς τομείς. 4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συνολικά, ο βαθμός συμμόρφωσης με τον κανονισμό για τον δείκτη κόστους εργασίας εξακολούθησε να αυξάνεται από την προηγούμενη έκθεση του 2008 και μετά. Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν πλέον συμμορφωθεί. Τα κράτη μέλη εξακολούθησαν να διοχετεύουν πόρους σε ενέργειες εφαρμογής με σκοπό την επίτευξη πιο συγκρίσιμης και έγκαιρης σειράς δεικτών. Το γεγονός αυτό έχει σαφώς βελτιώσει τη συνολική ποιότητα και, κατά συνέπεια, τη χρησιμότητα των στοιχείων. Η επικαιρότητα της παράδοσης των στοιχείων βελτιώθηκε, ενώ ο αριθμός των κρατών μελών με προβλήματα ακρίβειας μειώθηκε. Τα τελευταία χρόνια η Επιτροπή (Eurostat) παρότρυνε τακτικά τα κράτη μέλη να επιταχύνουν τις προσπάθειές τους για βελτίωση. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί τακτικά τα εκκρεμή θέματα μη συμμόρφωσης και ποιότητας μέσω των στοιχείων που παραδίδονται και άλλων εθνικών εγγράφων. Σε περιπτώσεις όπου δεν έχει σημειωθεί η επιθυμητή ή η επιδιωκόμενη βελτίωση, η Επιτροπή θα επικοινωνεί με τις αντίστοιχες εθνικές αρχές και θα λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την επιβολή της συμμόρφωσης. [1] COM (2002) 661, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις στατιστικές της ευρωζώνης. [2] ΕΕ L 69 της 13.3.2003, σ. 1. [3] Το τριμηνιαίο δελτίο τύπου δημοσιεύεται κατά τις ημερομηνίες που ορίζονται στο ημερολόγιο δημοσίευσης· και τα δύο δελτία περιλαμβάνονται στον ιστότοπο της Eurostat (http://ec.europa.eu/eurostat). [4] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1216/2003 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 2003, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 450/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το δείκτη κόστους εργασίας (ΕΕ L 169 της 8.7.2003, σ. 37). [5] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 224/2007 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2007, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1216/2003 όσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες που καλύπτει ο δείκτης κόστους εργασίας (ΕΕ L 64 της 2.3.2007, σ. 23). [6] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 973/2007 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 2007, για τροποποίηση ορισμένων κανονισμών ΕΚ που αφορούν ειδικούς στατιστικούς τομείς και εκδόθηκαν για την εφαρμογή της στατιστικής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE αναθεώρηση 2 (ΕΕ L 216 της 21.8.2007, σ. 10 ). [7] COM(2009) 33.