[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ | Βρυξέλλες, 29.9.2010 COM(2010) 522 τελικό 2010/0276 (CNS) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EΕ) αριθ. …/… ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ που τροποποιεί τον κανονισμό (EΚ) Αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ Η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση κατέδειξε και επέτεινε την ανάγκη μεγαλύτερου συντονισμού και ενισχυμένης εποπτείας των οικονομικών πολιτικών στην οικονομική και νομισματική ένωση (ΟΝΕ). Τα υφιστάμενα εργαλεία και οι μέθοδοι συντονισμού και εποπτείας επέτρεψαν στην ΕΕ να αντεπεξέλθει σε μια κρίση την οποία κανένα κράτος μέλος δεν θα μπορούσε να είχε αντιμετωπίσει από μόνο του. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη αντέδρασαν γρήγορα και συνεχίζουν να συνεργάζονται προκειμένου να ανακάμψουν από μια πρωτοφανή για τη γενιά μας κρίση. Ωστόσο, οι πρόσφατες εμπειρίες αποκάλυψαν επίσης ότι εξακολουθούν να υφίστανται κενά και αδυναμίες στο ισχύον σύστημα συντονισμού και στις υφιστάμενες διαδικασίες εποπτείας. Υπάρχει γενική συμφωνία στο γεγονός ότι το πλαίσιο για την ΟΝΕ θα πρέπει να ενισχυθεί επειγόντως, ώστε να παγιωθεί η μακροοικονομική σταθερότητα και η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια βιώσιμη αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Η κρίση ανέτρεψε ριζικά τις ευνοϊκές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες που επικρατούσαν μέχρι το 2007 και κατέστησε για μία ακόμη φορά εμφανές ότι τα έκτακτα έσοδα που συσσωρεύθηκαν κατά τη διάρκεια των ευνοϊκών περιόδων δεν είχαν επαρκώς χρησιμοποιηθεί προκειμένου να δημιουργηθούν τα απαραίτητα περιθώρια για την απορρόφηση των κραδασμών σε δυσμενείς συγκυρίες. Στα περισσότερα κράτη μέλη θα χρειαστούν σοβαρές προσπάθειες εξυγίανσης προκειμένου να επανέλθει το δημόσιο χρέος σε πτωτική τροχιά. Ο επείγων χαρακτήρας της εξυγίανσης αυτής καθίσταται εντονότερος καθώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και οικονομίες αντιμετωπίζουν τα αποτελέσματα της δημογραφικής γήρανσης, τα οποία θα εντείνουν περαιτέρω την πίεση στην προσφορά εργατικού δυναμικού και στα δημόσια οικονομικά. Η μείωση των επιπέδων του χρέους αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα στις περισσότερες χώρες, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών επιπτώσεων που ασκούνται, μέσω της αύξησης των φόρων και των ασφαλίστρων κινδύνου, στα οικονομικά κίνητρα και στην ανάπτυξη. Το βασικό εργαλείο για τον συντονισμό και την εποπτεία της δημοσιονομικής πολιτικής είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), το οποίο θέτει σε εφαρμογή τις διατάξεις της Συνθήκης για τη δημοσιονομική πειθαρχία. Η ενίσχυση του Συμφώνου έχει μεγάλη σημασία, τόσο για την αύξηση της αξιοπιστίας της συμφωνηθείσας στρατηγικής για την συντονισμένη έξοδο από τη δημοσιονομική κρίση όσο και για την αποφυγή επανάληψης σφαλμάτων του παρελθόντος. Η δέσμη προτάσεων που υποβάλλεται τώρα αποσκοπεί στην ενίσχυση του Συμφώνου με: i) τη βελτίωση των διατάξεών του με βάση την αποκτηθείσα πείρα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κρίσης· ii) την παροχή αποτελεσματικότερων εκτελεστικών μέσων· και iii) τη συμπλήρωση των διατάξεών του με εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια. Η εν λόγω δέσμη μέτρων αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης της οικονομικής διακυβέρνησης, υπό το πρίσμα της στρατηγικής για την Ευρώπη του 2020, που περιλαμβάνει προτάσεις για την αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών μέσω ενισχυμένης εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών προειδοποίησης και επιβολής κυρώσεων. Οι διάφορες πτυχές του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, πρόκειται να ενσωματωθούν σε έναν νέο κύκλο εποπτείας, το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, που θα συμπεριλάβει τις ισχύουσες διαδικασίες βάσει του ΣΣΑ και των γενικών προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της ταυτόχρονης υποβολής προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης και εθνικών προγραμμάτων μεταρρύθμισης. 2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ Οι γενικές γραμμές των προτάσεων που ακολουθούν εξαγγέλθηκαν από την Επιτροπή σε δύο ανακοινώσεις: Ενίσχυση του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, της 12ης Μαΐου 2010, και Ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών για τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την απασχόληση – Εργαλεία για ισχυρότερη οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ, της 30ής Ιουνίου 2010. Επιλέγοντας την επίσημη ανακοίνωση, η Επιτροπή θέλησε να τονίσει τη δέσμευσή της για την ενίσχυση του διαλόγου με τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, εκπονώντας παράλληλα συγκεκριμένες προτάσεις για τη λήψη μέτρων. Τον Ιούνιο του 2010, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνώρισε την επείγουσα ανάγκη ενδυνάμωσης του συντονισμού των οικονομικών μας πολιτικών. Η συμφωνία περιλάμβανε τους αρχικούς προσανατολισμούς όσον αφορά το ΣΣΑ και τη δημοσιονομική εποπτεία. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε: i) στην ενδυνάμωση τόσο του προληπτικού όσο και του διορθωτικού σκέλους του ΣΣΑ, περιλαμβανομένων κυρώσεων και λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ· ii) να δοθεί, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εποπτείας, πρωτεύων ρόλος στα επίπεδα και στην εξέλιξη του χρέους και της γενικότερης διατηρησιμότητάς τους· iii) να διασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες και μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια τα οποία συνάδουν με το ΣΣΑ· iv) να διασφαλιστεί η ποιότητα των στατιστικών δεδομένων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Ειδική Ομάδα για την οικονομική διακυβέρνηση, της οποίας προεδρεύει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου και η οποία συστάθηκε τον Μάρτιο του 2010, και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μεριμνήσουν ώστε να αναπτυχθούν περαιτέρω ταχέως και να καταστούν λειτουργικοί οι εν λόγω προσανατολισμοί. Μεταξύ της Επιτροπής και της Ειδικής Ομάδας αναπτύχθηκε εποικοδομητική σχέση. Η Επιτροπή συνέβαλε στο έργο της Ειδικής Ομάδας μέσω των προαναφερθεισών ανακοινώσεων και με εισηγήσεις ad hoc. 3. ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ Η νομική βάση για το ΣΣΑ περιέχεται στα άρθρα 121 και 126 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΣΣΑ αποτελείται από: τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (αναφερόμενος ως το προληπτικό σκέλος)· τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (αναφερόμενος ως το διορθωτικό σκέλος)· και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν, το 2005, με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 και συμπληρώθηκαν με την έκθεση του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2005, με τίτλο «Βελτίωση της εφαρμογής του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης». Με τις παρούσες προτάσεις επιδιώκονται περαιτέρω τροποποιήσεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97. Στον νέο κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ, με βάση το άρθρο 136 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 121 παράγραφος 6, προτείνονται πρόσθετα εκτελεστικά μέτρα. Οι απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών αποτελούν αντικείμενο μιας νέας οδηγίας του Συμβουλίου, με βάση το άρθρο 126 παράγραφος 14: η οδηγία αποσκοπεί, ιδίως, στη διευκρίνιση των υποχρεώσεων των εθνικών αρχών να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες. Σκοπός του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ είναι να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη ακολουθούν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές, ώστε να μην χρειάζεται να θεσπιστούν αυστηρότερες μορφές συντονισμού προκειμένου να αποφευχθεί η διακινδύνευση της διατηρησιμότητας των δημοσίων οικονομικών, με δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο της ΟΝΕ. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη καλούνται να υποβάλλουν προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης, περιγράφοντας τις σχεδιαζόμενες ενέργειες για την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων (ΜΔΣ), οι οποίοι ορίζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους (δηλ. προσαρμογή για το αποτέλεσμα του κύκλου και εξαιρουμένων των έκτακτων και λοιπών προσωρινών μέτρων) και διαφοροποιούνται ανάλογα με τη χώρα σε ένα σχεδόν ισοσκελισμένο ισοζύγιο που να αντικατοπτρίζει το επίπεδο του δημόσιου χρέους και των υποχρεώσεων που γεννώνται από τη δημογραφική γήρανση. Τα κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους αναμένεται να συγκλίνουν προς τον στόχο αυτόν με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ σε διαρθρωτικούς όρους. Ωστόσο, η πρόοδος προς την κατεύθυνση της επίτευξης των ΜΔΣ υπήρξε γενικά ανεπαρκής, αφήνοντας τα δημόσια οικονομικά εκτεθειμένα στην αρνητική οικονομική συγκυρία. Επιπλέον, το διαρθρωτικό ισοζύγιο αποδείχθηκε στην πράξη ανεπαρκές μέτρο της υποκείμενης δημοσιονομικής θέσης μιας χώρας, λόγω της δυσκολίας να αξιολογηθεί η κυκλική θέση της οικονομίας σε πραγματικό χρόνο και της αδυναμίας να ληφθούν επαρκώς υπόψη τα έκτακτα έσοδα και η υστέρηση των εσόδων που δεν συνδέονται άμεσα με τον οικονομικό κύκλο (ιδιαίτερα, οι εξελίξεις στην αγορά κατοικιών και στις χρηματοπιστωτικές αγορές). Αποτέλεσμα των προαναφερθέντων είναι ότι, σε ορισμένες χώρες, ακόμη και οι φαινομενικά υγιείς δημοσιονομικές θέσεις πριν από την κρίση έκρυβαν ισχυρή εξάρτηση από τα έκτακτα έσοδα για τη χρηματοδότηση των δαπανών· η αντιστροφή αυτής της τάσης συνέβαλε στην εκτόξευση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών, η προτεινόμενη αναμόρφωση του προληπτικού σκέλους, με παράλληλη διατήρηση των σημερινών ΜΔΣ και της υποχρέωσης ετήσιας σύγκλισης της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ, καθιστά τα στοιχεία αυτά λειτουργικά στο πλαίσιο μιας νέας αρχής που επιτάσσει συνετή χάραξη της δημοσιονομικής πολιτικής. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η αύξηση των ετήσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει – και εάν ο ΜΔΣ δεν έχει επιτευχθεί, θα πρέπει να είναι σαφώς κατώτερη – έναν συνετό μεσοπρόθεσμο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, εκτός εάν ο ΜΔΣ έχει υπερκαλυφθεί σε μεγάλο βαθμό ή η υπέρβαση της αύξησης των δαπανών σε σχέση με τον συνετό αυτό μεσοπρόθεσμο ρυθμό αντισταθμίζεται από επιλεκτικά μέτρα στο σκέλος των εσόδων. Ο βασικός στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι τα έκτακτα έσοδα δεν δαπανώνται, αλλά αντίθετα διοχετεύονται στη μείωση του χρέους. Η νέα αρχή θα αποτελέσει πλαίσιο αναφοράς, σε σχέση με το οποίο θα εξετάζονται τα δημοσιονομικά σχέδια των χωρών στο πρόγραμμα σταθερότητας και σύγκλισης. Επιπλέον, η αδυναμία τήρησης του συμφωνηθέντος ρυθμού αύξησης των δαπανών, σε συνδυασμό με τα αναφερθέντα μέτρα για τα έσοδα, θα εκθέτει τα οικεία κράτη μέλη στο ενδεχόμενο προειδοποίησης από την Επιτροπή, σε περίπτωση δε εμμένουσας ή/και ιδιαίτερα σοβαρής παράλειψης, θα εκδίδεται σύσταση του Συμβουλίου για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 121 της Συνθήκης. Η σύσταση αυτή, μολονότι εκδίδεται στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους, θα υποστηρίζεται, για πρώτη φορά και μόνο για τις χώρες της ζώνης του ευρώ, από μηχανισμό εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 136 της Συνθήκης, με τη μορφή τοκοφόρου κατάθεσης, που ανέρχεται στο 0,2% του ΑΕΠ. Καθιερώνεται διαδικασία μηχανισμού «αντίστροφης ψηφοφορίας» για την επιβολή της τοκοφόρου κατάθεσης: με την έκδοση σύστασης, η κατάθεση καθίσταται απαιτητή με πρόταση της Επιτροπής, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει περί του αντιθέτου με ειδική πλειοψηφία, εντός δέκα ημερών. Το Συμβούλιο θα έχει τη δυνατότητα να μειώσει το ποσό της κατάθεσης μόνο με ομοφωνία ή βασιζόμενο σε πρόταση της Επιτροπής και αιτιολογημένο αίτημα του οικείου κράτους μέλους. Η κατάθεση επιστρέφεται με τόκο, εφόσον το Συμβούλιο βεβαιωθεί για τον τερματισμό της κατάστασης που οδήγησε στην εν λόγω κατάθεση. Το διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ αποσκοπεί στην αποφυγή σοβαρών σφαλμάτων στις δημοσιονομικές πολιτικές, τα οποία είναι δυνατόν να υπονομεύσουν τη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών και να θέσουν δυνητικά σε κίνδυνο την ΟΝΕ. Αυτό μεταφράζεται σε υποχρέωση των κρατών μελών να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία ορίζονται σε σχέση με ένα αριθμητικό όριο για το έλλειμμα (3% του ΑΕΠ) και το χρέος (60% του ΑΕΠ ή επαρκής πτωτική πορεία προς το όριο αυτό). Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ), που επιβάλλει την απαγόρευση υπερβολικών ελλειμμάτων, προβλέπει αλληλουχία μέτρων τα οποία, για τις χώρες της ζώνης του ευρώ, περιλαμβάνουν την πιθανή επιβολή οικονομικών κυρώσεων. Η ΔΥΕ εφαρμόστηκε κατ’ επανάληψη σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, ακόμη και κάτω από τις έκτακτες περιστάσεις κατά την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην παγίωση των προσδοκιών για ελεγχόμενη έξοδο από την κρίση. Προέκυψαν, όμως, αρκετές αδυναμίες. Ενώ τα κριτήρια για το έλλειμμα και το χρέος είναι κατ’ αρχήν ισότιμα, και τα επίμονα υψηλά επίπεδα του χρέους υπονομεύουν σοβαρότερα τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών σε σχέση με τα εκάστοτε υψηλά ελλείμματα, στην πράξη το όριο του «3% του ΑΕΠ» αποτέλεσε τον αποκλειστικό σχεδόν στόχο της ΔΥΕ, με το χρέος να παίζει μέχρι σήμερα οριακό μόνο ρόλο. Αυτό οφείλεται στον λιγότερο ευκρινή χαρακτήρα του ορίου του χρέους σε σύγκριση με εκείνο του ελλείμματος, συμπεριλαμβανομένης της ασάφειας της έννοιας της μείωσης με ικανοποιητικό ρυθμό και του μεγαλύτερου αντικτύπου του δείκτη του χρέους σε μεταβλητές εκτός του ελέγχου της κυβέρνησης, και ιδίως στον πληθωρισμό. Η ΔΥΕ στηρίζεται στην αρχή ενός ισχυρού μηχανισμού επιβολής, καθώς οι οικονομικές κυρώσεις μπορούν, και θα πρέπει, να επιβάλλονται σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράλειψης διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος. Ωστόσο, οι κυρώσεις αυτές εφαρμόζονται, αναμφίβολα, υπερβολικά αργά ώστε να είναι αποτελεσματικές για την αποτροπή σοβαρών σφαλμάτων στη δημοσιονομική πολιτική, που μπορεί ωστόσο να οφείλεται στο γεγονός ότι η δημοσιονομική κατάσταση της οικείας χώρας μπορεί να έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά την απειλή επιβολής προστίμου λιγότερο αξιόπιστη την ίδια τη στιγμή που θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην πράξη. Τέλος, η πρόσφατη κρίση κατέδειξε το γεγονός ότι, εάν η υποχρέωση διόρθωσης των υπερβολικών ελλειμμάτων συμβάλλει στη στήριξη των προσδοκιών για τη διατήρηση της φερεγγυότητας των κυβερνήσεων, το χρονοδιάγραμμα της διόρθωσης και ο χαρακτήρας της προσαρμογής θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν παραμέτρους που να αφορούν ολόκληρη την ΟΝΕ. Για τη διόρθωση των αδυναμιών αυτών, υποβάλλονται οι ακόλουθες βασικές προτάσεις μεταρρύθμισης του διορθωτικού σκέλους. Το κριτήριο της ΔΥΕ όσον αφορά το χρέος πρόκειται να καταστεί λειτουργικό, με τη θέσπιση, κυρίως, μιας αριθμητικής τιμής αναφοράς για τον καθορισμό του αν ο δείκτης του χρέους μειώνεται επαρκώς ώστε να προσεγγίζει το όριο του 60% του ΑΕΠ με ικανοποιητικό ρυθμό. Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης του χρέους προς το ΑΕΠ, όταν υπερβαίνει το 60%, θα θεωρείται ότι μειώνεται με ικανοποιητικό ρυθμό εάν η απόκλισή του σε σχέση με την τιμή αναφοράς του 60% του ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών ετών με ρυθμό της τάξης του ενός εικοστού ετησίως. Η μη συμμόρφωση με την εν λόγω αριθμητική τιμή αναφοράς, ωστόσο, δεν οδηγεί αναγκαστικά στην ενεργοποίηση της ΔΥΕ για την οικεία χώρα, καθώς η απόφαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους συναφείς παράγοντες, ιδίως για την αξιολόγηση της πορείας του χρέους, όπως, για παράδειγμα, αν η πολύ χαμηλή ονομαστική ανάπτυξη εμποδίζει τη μείωση του χρέους, καθώς και παράγοντες κινδύνου που συνδέονται με τη διάρθρωση του χρέους, το επίπεδο του χρέους του ιδιωτικού τομέα και τις τεκμαρτές υποχρεώσεις λόγω της δημογραφικής γήρανσης. Παράλληλα με τη μεγαλύτερη έμφαση που δίνεται στο χρέος, θα πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή σε σχετικούς παράγοντες στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με το κριτήριο του ελλείμματος, εάν η χώρα έχει επίπεδο χρέους κατώτερο του ορίου του 60% του ΑΕΠ. Η περισσότερο ευέλικτη προσέγγιση που προτείνεται, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικοί παράγοντες προκειμένου να καθοριστεί η ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, μπορεί επίσης να βοηθήσει χώρες οι οποίες προβαίνουν στη μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών τους συστημάτων, πέραν της τρέχουσας προβλεπόμενης πενταετούς μεταβατικής περιόδου. Οι ειδικές διατάξεις του ΣΣΑ για τη μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων αναφορικά με το κριτήριο του ελλείμματος εκτείνονται επίσης και στο κριτήριο του χρέους, με την πρόβλεψη της ίδιας πενταετούς μεταβατικής περιόδου για τον συνυπολογισμό του καθαρού κόστους των μεταρρυθμίσεων αυτών κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του χρέους. Τέλος, τα ίδια στοιχεία θα λαμβάνονται υπόψη σε περίπτωση μερικής ή ολικής ακύρωσης μεταρρυθμίσεων των συνταξιοδοτικών συστημάτων που είχαν τεθεί προηγουμένως σε εφαρμογή, τόσο κατά τη διάρκεια της έναρξης όσο και κατά τη διάρκεια της άρσης της διαδικασίας ΔΥΕ. Η εκτέλεση θα ενισχυθεί με την εισαγωγή νέας δέσμης οικονομικών κυρώσεων για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, οι οποίες θα επιβάλλονται πολύ νωρίτερα στη διαδικασία σύμφωνα με προοδευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα, μετά την απόφαση με την οποία η χώρα τίθεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, θα επιβάλλεται μια μη τοκοφόρος κατάθεση ύψους 0,2% του ΑΕΠ. Η κατάθεση αυτή θα μετατρέπεται σε πρόστιμο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την αρχική σύσταση για τη διόρθωση του ελλείμματος. Το ποσό ισούται με τη σταθερή συνιστώσα των κυρώσεων που προβλέπονται ήδη στο τελευταίο στάδιο της ΔΥΕ. Συνδέεται επίσης με τον προϋπολογισμό της ΕΕ, γεγονός το οποίο θα διευκολύνει τη σχεδιαζόμενη μετάβαση σε σύστημα επιβολής με βάση τον προϋπολογισμό της ΕΕ, όπως περιγράφεται συνοπτικά στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 2010. Η συνεχιζόμενη μη συμμόρφωση θα οδηγεί στην ενίσχυση των κυρώσεων, σύμφωνα με τις ήδη υφιστάμενες διατάξεις του ΣΣΑ. Για τη μείωση της διακριτικής ευχέρειας κατά την εκτέλεση, προβλέπεται η προσφυγή σε μηχανισμό «αντίστροφης ψηφοφορίας» για την επιβολή των νέων κυρώσεων σε σχέση με τα διαδοχικά στάδια της ΔΥΕ. Ειδικότερα, σε κάθε στάδιο της ΔΥΕ, η Επιτροπή θα υποβάλλει πρόταση για τη σχετική κύρωση, και αυτή θα θεωρείται ότι έχει εγκριθεί, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει να αντιταχθεί με ειδική πλειοψηφία, εντός δέκα ημερών. Το ύψος της μη τοκοφόρου κατάθεσης ή του προστίμου θα μπορεί να μειωθεί ή να ακυρωθεί μόνο με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου ή βάσει ειδικής πρότασης της Επιτροπής, λόγω έκτακτων οικονομικών περιστάσεων ή μετά από αιτιολογημένο αίτημα του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, διευκρινίζονται τα κριτήρια για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις συστάσεις σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας παράτασης των προθεσμιών για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, δίνοντας ρητά έμφαση στις δημοσιονομικές μεταβλητές που μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στον άμεσο έλεγχο της κυβέρνησης, ιδίως οι δαπάνες, κατ’ αναλογία με την προσέγγιση που προτείνεται για το προληπτικό σκέλος. Εκτός από τις διευθετήσεις λόγω των ειδικών για κάθε χώρα περιστάσεων, προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης των προθεσμιών και σε περίπτωση γενικής οικονομικής κρίσης. Η αποτελεσματική εφαρμογή του δημοσιονομικού συντονιστικού πλαισίου της ΟΝΕ δεν μπορεί να αναμένεται να προέλθει μόνον από τις διατάξεις που θεσπίζονται σε επίπεδο ΕΕ. Η ιδιαίτερα αποκεντρωμένη φύση της χάραξης των δημοσιονομικών πολιτικών στην ΕΕ και η γενική υποχρέωση εθνικής οικειοποίησης των ενωσιακών κανόνων καθιστούν αναγκαίο να αντικατοπτρίζουν τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια τους στόχους του πλαισίου δημοσιονομικού συντονισμού της ΟΝΕ. Το εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο αποτελεί τη δέσμη των στοιχείων που διαμορφώνουν τη βάση της εθνικής δημοσιονομικής διακυβέρνησης, δηλ. το ιδιαίτερο θεσμικό υπόβαθρο κάθε χώρας, βάσει του οποίου χαράσσεται η δημοσιονομική πολιτική σε εθνικό επίπεδο. Το υπόβαθρο αυτό περιλαμβάνει το δημόσιο λογιστικό σύστημα, τις στατιστικές, τις μεθόδους προγνώσεων, τους αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, τις δημοσιονομικές διαδικασίες που διέπουν όλα τα στάδια κατάρτισης του προϋπολογισμού, και ειδικότερα των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πλαισίων, και τις δημοσιονομικές σχέσεις ανάμεσα στους υποτομείς της κυβέρνησης. Παρά το γεγονός ότι πρέπει να γίνονται σεβαστές οι ειδικές ανάγκες και προτιμήσεις των κρατών μελών, ξεχωρίζουν ορισμένα κριτήρια, των οποίων η τήρηση είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλίζεται ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας, καθώς και η συνοχή με το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΟΝΕ. Τα κριτήρια αυτά αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, η οποία προτείνεται με σκοπό τη συμπλήρωση της μεταρρύθμισης του ΣΣΑ. Προς τον σκοπό αυτόν, πρέπει αρχικά να εξασφαλιστεί ότι τα θεμελιώδη στοιχεία των εθνικών δημοσιονομικών πλαισίων, συγκεκριμένα τα θέματα που αφορούν τη λογιστική και τη στατιστική, καθώς και τις μεθόδους πρόγνωσης, συνάδουν με τα ελάχιστα ευρωπαϊκά πρότυπα για τη διευκόλυνση της διαφάνειας και της παρακολούθησης των δημοσιονομικών εξελίξεων. Τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια πρέπει επίσης να υιοθετήσουν μια προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων που τίθενται σε επίπεδο ΕΕ. Επιπλέον, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες που να συντελούν στη συμμόρφωση με τα όρια για το έλλειμμα και το χρέος. Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι τα κριτήρια αυτά ισχύουν σε όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης. Οι εθνικές αρχές οφείλουν επίσης να εγγυώνται τη διαφάνεια της δημοσιονομικής διαδικασίας, με την παροχή λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά τα εκτός προϋπολογισμού κονδύλια, τις φορολογικές τους δαπάνες και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις τους. 2010/0276 (CNS) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EΕ) αριθ. …/… ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ που τροποποιεί τον κανονισμό (EΚ) Αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 126 παράγραφος 14 δεύτερο εδάφιο, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[1], Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της Ένωσης, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη, θα πρέπει να εξασφαλίζει την τήρηση των κατευθυντήριων αρχών που αποτελούν η σταθερότητα των τιμών, τα υγιή δημόσια οικονομικά, οι υγιείς νομισματικές συνθήκες και το σταθερό ισοζύγιο πληρωμών. (2) Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης αποτελείτο αρχικά από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών[2], τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος[3] και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της 17ης Ιουνίου 1997[4]. Οι κανονισμοί (EΚ) αριθ. 1466/97 και (EΚ) αριθ. 1467/97 τροποποιήθηκαν το 2005 με τους κανονισμούς (EΚ) αριθ. 1055/2005 και (EΚ) αριθ. 1056/2005 αντίστοιχα. Επιπλέον, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 2005 έκθεση για τη «βελτίωση της εφαρμογής του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης». (3) Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης βασίζεται στον στόχο για υγιή δημόσια οικονομικά ως μέσο για τη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών σταθερότητας των τιμών και για ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη που στηρίζεται σε χρηματοπιστωτική σταθερότητα και συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. (4) Το κοινό πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να αναβαθμισθεί, ιδίως όσον αφορά τη δημοσιονομική εποπτεία, ώστε να αντιστοιχεί στον υψηλό βαθμό ενοποίησης που έχουν επιτύχει οι οικονομίες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στη ζώνη του ευρώ. (5) Οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας θα πρέπει να ενισχυθούν, ιδιαίτερα προσδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στο επίπεδο και την εξέλιξη του χρέους και στη συνολική διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. (6) Η εφαρμογή της ισχύουσας διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, που βασίζεται τόσο το κριτήριο του ελλείμματος όσο και το κριτήριο του χρέους, προϋποθέτει τον καθορισμό ενός ενδεικτικού ποσοστού με βάση το οποίο αξιολογείται κατά πόσον ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό. (7) Η διαπίστωση της ύπαρξης υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του χρέους και τα στάδια που οδηγούν σ’ αυτή θα πρέπει να μην βασίζονται αποκλειστικά στη μη συμμόρφωση με το ενδεικτικό ποσοστό, αλλά να λαμβάνεται πάντοτε υπόψη όλο το φάσμα των κρίσιμων παραγόντων που αναφέρει η Επιτροπή στην έκθεσή της βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης. (8) Κατά τη διαπίστωση της ύπαρξης υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του ελλείμματος και στα στάδια που οδηγούν σ’ αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όλο το φάσμα των κρίσιμων παραγόντων που αναφέρονται στην έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης, αν ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν δεν υπερβαίνει την τιμή αναφοράς. (9) Στην έκθεση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 θα πρέπει να εξετάζεται δεόντως η ποιότητα του εθνικού φορολογικού πλαισίου, δεδομένου ότι διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη δημοσιονομική εξυγίανση και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. (10) Προκειμένου να διευκολυνθεί ο έλεγχος της συμμόρφωσης με τις συστάσεις και τις ειδοποιήσεις του Συμβουλίου για διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, αυτές θα πρέπει να θέτουν ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους ανάλογους με την απαιτούμενη βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματος χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα. (11) Για να αξιολογείται καλύτερα η αποτελεσματικότητα της δράσης θα είναι χρήσιμο να λαμβάνονται ως σημείο αναφοράς οι στόχοι των δαπανών της γενικής κυβέρνησης, σε συνδυασμό με την εφαρμογή των ειδικών μέτρων που προβλέπονται στον τομέα των εσόδων. (12) Κατά την αξιολόγηση της σκοπιμότητας παράτασης της προθεσμίας για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, θα πρέπει να λαμβάνεται ειδικότερα υπόψη η ύπαρξη σοβαρής οικονομικής επιβράδυνσης γενικής φύσεως. (13) Είναι σκόπιμο να ενισχυθεί η εφαρμογή των οικονομικών κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 126 παράγραφος 11 της Συνθήκης ώστε να αποτελούν πραγματικό κίνητρο για συμμόρφωση με τις ειδοποιήσεις βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9. (14) Για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση των συμμετεχόντων κρατών μελών με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, θα πρέπει να θεσπισθούν κυρώσεις βασιζόμενες σε κανόνες δυνάμει του άρθρου 136 της Συνθήκης, που εξασφαλίζουν δίκαιους, ταχείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς συμμόρφωσης με τους κανόνες του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης. (15) Στις παραπομπές που περιλαμβάνει ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1467/97 θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αντικατάσταση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009 για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[5]. (16) Ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1467/97 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1467/97 τροποποιείται ως ακολούθως: 1. Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: " Άρθρο 1 1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διατάξεις για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, με σκοπό την αποφυγή υπερβολικών δημοσίων ελλειμμάτων και, όταν προκύπτουν παρόμοια ελλείμματα, την ταχεία διόρθωσή τους, εξετάζοντας την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας με βάση τα κριτήρια του δημοσίου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «συμμετέχοντα κράτη μέλη» νοούνται εκείνα των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ." 2. Το άρθρο 2 τροποποιείται ως ακολούθως: α) στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "1. Η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα θεωρείται έκτακτη, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο α) της Συνθήκης, εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του οικείου κράτους μέλους και που έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή εάν οφείλεται σε σοβαρή οικονομική επιβράδυνση." β) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α: "1α. Εφόσον υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) θεωρείται ότι μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης, αν η διαφορά σε σχέση με την τιμή αναφοράς μειώθηκε κατά την προηγούμενη τριετία με ρυθμό της τάξης του ενός εικοστού κατ’ έτος. Για διάστημα τριών ετών από τις [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], λαμβάνεται υπόψη ο αναδρομικός χαρακτήρας του δείκτη αυτού κατά την εφαρμογή του." γ) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "3. Κατά την εκπόνηση της έκθεσης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλους τους κρίσιμους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Η έκθεση απεικονίζει δεόντως την εξέλιξη της μεσοπρόθεσμης οικονομικής κατάστασης (ιδίως τη δυνητική ανάπτυξη, τις επικρατούσες κυκλικές συνθήκες, τον πληθωρισμό, τις υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες) και την εξέλιξη της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής κατάστασης (ιδίως τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης κατά τις "ευνοϊκές συγκυρίες", τις δημόσιες επενδύσεις, την εφαρμογή πολιτικών στο πλαίσιο της κοινής αναπτυξιακής στρατηγικής για την Ένωση και τη συνολική ποιότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδίως σε συμμόρφωση με την οδηγία […] του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών). Στην έκθεση αναλύονται επίσης οι σημαντικές εξελίξεις της μεσοπρόθεσμης κατάστασης του χρέους (συγκεκριμένα, απεικονίζει δεόντως τους παράγοντες κινδύνου, ιδίως τη διάρθρωση της ληκτότητας του χρέους και το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται αυτό, τις πράξεις αποθεμάτων-ροών, τα συσσωρευμένα αποθεματικά και άλλα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου· τις εγγυήσεις, ιδίως τις συνδεόμενες με τον χρηματοπιστωτικό κλάδο· τις υποχρεώσεις, άμεσες και έμμεσες, που σχετίζονται με τη δημογραφική γήρανση· και το ιδιωτικό χρέος, στον βαθμό που δύναται να αντιπροσωπεύει έμμεσες ενδεχόμενες υποχρεώσεις για το Δημόσιο). Επιπλέον, η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη οποιονδήποτε άλλο παράγοντα ο οποίος, κατά τη γνώμη του οικείου κράτους μέλους, συμβάλλει στην ολοκληρωμένη ποιοτική αξιολόγηση της υπέρβασης της τιμής αναφοράς και τον οποίον το κράτος μέλος έχει υποβάλει στην Επιτροπή και το Συμβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις οικονομικές συνεισφορές για την προαγωγή της διεθνούς αλληλεγγύης και την επίτευξη των πολιτικών στόχων της Ένωσης, ιδίως της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας." δ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "4. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο προβαίνουν σε ισόρροπη συνολική αξιολόγηση όλων των κρίσιμων παραγόντων, και ειδικότερα, του βαθμού στον οποίο επηρεάζουν, ως επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις, την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια του ελλείμματος και/ή του χρέους. Κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με βάση το κριτήριο του ελλείμματος, εάν ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, οι παράγοντες αυτοί λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο πριν από τη λήψη της απόφασης για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που προβλέπεται στο άρθρο 126 παράγραφοι 4, 5 και 6 της Συνθήκης, μόνο εάν πληρούνται απολύτως και οι δύο προϋποθέσεις της θεμελιώδους αρχής — ότι, για να ληφθούν υπόψη οι κρίσιμοι παράγοντες, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης πρέπει να παραμένει πλησίον της τιμής αναφοράς και ότι η υπέρβαση της τιμής αυτής είναι προσωρινή." ε) Η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "7. Όσον αφορά τα κράτη μέλη στα οποία η υπέρβαση του ελλείμματος ή η παράβαση των υποχρεώσεων με βάση το κριτήριο του χρέους σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης οφείλεται σε εφαρμογή μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος που εισάγει σύστημα πολλαπλών πυλώνων το οποίο περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό και πλήρως κεφαλαιοποιητικό πυλώνα, η Επιτροπή και το Συμβούλιο λαμβάνουν υπόψη και το κόστος της μεταρρύθμισης για τον υπό δημόσια διαχείριση πυλώνα, όταν αξιολογούν τις εξελίξεις των στοιχείων του ελλείμματος και του χρέους κατά τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο λόγος του χρέους υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, το κόστος της μεταρρύθμισης λαμβάνεται υπόψη μόνον εάν το έλλειμμα παραμένει πλησίον της τιμής αναφοράς. Για τον σκοπό αυτό, επί πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω μεταρρύθμισης, λαμβάνεται υπόψη το καθαρό κόστος της, όπως επηρεάζει την εξέλιξη του ελλείμματος και του χρέους, με βάση γραμμική φθίνουσα κλίμακα. Επιπλέον, ανεξάρτητα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταρρύθμισης, λαμβάνεται υπόψη το καθαρό κόστος της, όπως επηρεάζει την εξέλιξη του χρέους για μεταβατική περίοδο πέντε ετών από τις [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] με βάση την ίδια γραμμική φθίνουσα κλίμακα. Το καθαρό κόστος που υπολογίζεται με τον τρόπο αυτό λαμβάνεται υπόψη και κατά την έκδοση απόφασης του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 12 της Συνθήκης για την κατάργηση ορισμένων ή όλων των αποφάσεων που έχει λάβει με βάση το άρθρο 126 παράγραφοι 6 έως 9 και 11 της Συνθήκης, εάν το έλλειμμα μειώνεται ουσιωδώς και σταθερά και έχει φθάσει σε επίπεδο που προσεγγίζει την τιμή αναφοράς και, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των κριτηρίων του χρέους, το χρέος ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Επιπλέον, λαμβάνεται εξίσου υπόψη και η μείωση αυτού του καθαρού κόστους συνεπεία μερικής η ολικής ματαίωσης της προαναφερθείσας μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος." 3. Το άρθρο 3 τροποποιείται ως ακολούθως: α) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "2. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και εφόσον κρίνει ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει στο Συμβούλιο γνώμη και πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφοι 5 και 6 της Συνθήκης." β) Στην παράγραφο 3, η παραπομπή στο «άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 3605/93» αντικαθίσταται από την παραπομπή στο «άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 479/2009». γ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "4. Στις συστάσεις που απευθύνει δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης, το Συμβούλιο ορίζει μέγιστη προθεσμία έξι μηνών, εντός της οποίας το οικείο κράτος μέλος πρέπει να αναλάβει αποτελεσματική δράση. Το Συμβούλιο ορίζει επίσης προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η οποία θα πρέπει να λήγει εντός του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο διαπιστώθηκε το υπερβολικό έλλειμμα, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Στην σύσταση, το Συμβούλιο καλεί το κράτος μέλος να επιτύχει ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους οι οποίοι, με βάση τις προβλέψεις στις οποίες βασίζεται η σύσταση, συνεπάγονται μια ελάχιστη ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικού αποτελέσματός του κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ, ως ενδεικτικό ποσοστό, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και προσωρινά μέτρα, ώστε να διασφαλισθεί η διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη σύσταση." δ) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 4α: "4α. Εντός της μέγιστης προθεσμίας έξι μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 4, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη δράση που ανέλαβε ανταποκρινόμενο στη σύσταση του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης. Στην έκθεση αναφέρονται οι στόχοι για τις δημόσιες δαπάνες και τα μέτρα κατά διακριτική ευχέρεια από πλευράς εσόδων, σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης, και παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί και το είδος των μέτρων που σχεδιάζονται για την επίτευξη των στόχων. Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται." ε) Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "5. Εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σύμφωνα με τη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης και μετά την έκδοση της σύστασης αυτής προκύψουν απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά συμβάντα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης. Με την αναθεωρημένη σύσταση, λαμβανομένων υπόψη των κρίσιμων παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, δύναται ιδίως να παραταθεί η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά ένα έτος κατά κανόνα. Το Συμβούλιο αξιολογεί την ύπαρξη απρόβλεπτων αντίξοων οικονομικών συμβάντων με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά σε σχέση με τις οικονομικές προβλέψεις που περιλαμβάνονται στη σύστασή του. Το Συμβούλιο δύναται επίσης να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, την έκδοση αναθεωρημένης σύστασης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής επιβράδυνσης γενικής φύσεως." 4. Στο άρθρο 4, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "2. Το Συμβούλιο, προκειμένου να εκτιμήσει εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση κατ' εφαρμογή των συστάσεων δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της Συνθήκης, βασίζεται στην έκθεση που υποβάλλει το οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4α του παρόντος κανονισμού και την εφαρμογή της, καθώς και στις αποφάσεις που έχει εξαγγείλει δημόσια η κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους." 5. Το άρθρο 5 τροποποιείται ως ακολούθως: α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: '1. Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο ειδοποιεί το οικείο συμμετέχον κράτος μέλος να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης, λαμβάνεται εντός δύο μηνών από την απόφαση με την οποία το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι δεν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8. Στην ειδοποίηση, το Συμβούλιο καλεί το οικείο κράτος μέλος να επιτύχει ελάχιστη ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματός του κατά τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ, ως ενδεικτικό ποσοστό, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα, ώστε να διασφαλισθεί η διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ειδοποίηση. Το Συμβούλιο υποδεικνύει επίσης τα μέτρα που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων αυτών." β) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α: "1α. Κατόπιν της ειδοποίησης στην οποία προβαίνει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή και το Συμβούλιο σχετικά με τη δράση που ανέλαβε ανταποκρινόμενο στην ειδοποίηση του Συμβουλίου. Στην έκθεση αναφέρονται οι στόχοι για τις δημόσιες δαπάνες και τα μέτρα κατά διακριτική ευχέρεια από πλευράς εσόδων, και παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις ειδικές συστάσεις του Συμβουλίου, ώστε να είναι το τελευταίο σε θέση να λάβει, εν ανάγκη, απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται." γ) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "2. Εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σε συμμόρφωση με την ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης και μετά την έκδοση της ειδοποίησης αυτής προκύψουν απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά συμβάντα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης. Με την αναθεωρημένη ειδοποίηση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, δύναται ιδίως να παραταθεί η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά ένα έτος κατά κανόνα. Το Συμβούλιο αξιολογεί την ύπαρξη απρόβλεπτων αντίξοων οικονομικών συμβάντων με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά σε σχέση με τις οικονομικές προβλέψεις που περιλαμβάνονται στη σύστασή του. Το Συμβούλιο δύναται επίσης να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, την έκδοση αναθεωρημένης ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής επιβράδυνσης γενικής φύσεως." 6. Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Άρθρο 6 1. Το Συμβούλιο, προκειμένου να αξιολογήσει εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση κατ' εφαρμογή της ειδοποίησής του βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης, βασίζεται στην έκθεση που υποβάλλει το οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1α του παρόντος κανονισμού και την εφαρμογή της, καθώς και στις αποφάσεις που έχει εξαγγείλει δημόσια η κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους. 2. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 126 παράγραφος 11 της Συνθήκης, το Συμβούλιο επιβάλλει κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από τη λήψη της απόφασης του Συμβουλίου με την οποία ειδοποιεί το οικείο συμμετέχον κράτος μέλος να λάβει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9." 7. Στο άρθρο 7, η παραπομπή στο «άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 3605/93» αντικαθίσταται από παραπομπή στο «άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 479/2009". 8. Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Άρθρο 8 Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο επιτείνει τις κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της Συνθήκης, λαμβάνεται το αργότερο εντός δύο μηνών από τις ημερομηνίες γνωστοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 479/2009. Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο καταργεί μερικές ή και όλες τις αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 12 της συνθήκης, λαμβάνεται το συντομότερο και οπωσδήποτε εντός δύο μηνών από τις ημερομηνίες γνωστοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 479/2009." 9. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 9, η παραπομπή στο «άρθρο 6» αντικαθίστανται από παραπομπή στο άρθρο 6 παράγραφος 2." 10. Το άρθρο 10 τροποποιείται ως ακολούθως: α) Η εισαγωγική φράση της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "1. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο παρακολουθούν τακτικά την εκτέλεση των μέτρων τα οποία λαμβάνει:" β) Στην παράγραφο 3, η παραπομπή στον «κανονισμό (EΚ) αριθ. 3605/93» αντικαθίσταται από παραπομπή στον «κανονισμό (EΚ) αριθ. 479/2009». 11. Το άρθρο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Άρθρο 11 Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει να επιβάλει κυρώσεις σε συμμετέχον κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της Συνθήκης, απαιτεί κατά κανόνα την καταβολή προστίμου. Το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει τη συμπλήρωση αυτού του προστίμου με άλλα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 126 παράγραφος 11 της Συνθήκης." 12. Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Άρθρο 12 1. Το ύψος του προστίμου περιλαμβάνει μια σταθερή συνιστώσα ίση με το 0,2% του ΑΕΠ, και μία μεταβλητή. Η μεταβλητή συνιστώσα ανέρχεται στο ένα δέκατο της διαφοράς μεταξύ του ελλείμματος, εκφρασμένου σε ποσοστό του ΑΕΠ κατά το προηγούμενο έτος, και είτε της τιμής αναφοράς για το δημόσιο έλλειμμα είτε, εάν η μη τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας περιλαμβάνει το κριτήριο του χρέους, του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστού επί του ΑΕΠ που θα έπρεπε να έχει επιτευχθεί κατά το ίδιο έτος σύμφωνα με την ειδοποίηση που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης. 2. Κάθε έτος, μέχρις ότου καταργηθεί η απόφαση σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, το Συμβούλιο αξιολογεί κατά πόσον το οικείο συμμετέχον κράτος μέλος έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα ανταποκρινόμενο στην ειδοποίηση του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της Συνθήκης. Κατά την ετήσια αυτή αξιολόγηση, αν το οικείο συμμετέχον μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την ειδοποίηση του Συμβουλίου, το τελευταίο αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11, να ενισχύσει τις κυρώσεις. Εάν αποφασισθεί η επιβολή συμπληρωματικού προστίμου, αυτό υπολογίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τη μεταβλητή συνιστώσα του προστίμου της παραγράφου 1. 3. Κανένα από τα πρόστιμα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο του 0,5% του ΑΕΠ." 13. Το άρθρο 13 καταργείται και η παραπομπή του άρθρου 15 σ’ αυτό αντικαθίσταται από παραπμπή στο «άρθρο 12». 14. Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Άρθρο 16 Τα πρόστιμα που αναφέρονται στο άρθρο 12 του παρόντος κανονισμού αποτελούν άλλα έσοδα που αναφέρονται στο άρθρο 311 της Συνθήκης και διανέμονται μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν παρουσιάζουν υπερβολικό έλλειμμα, όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 της Συνθήκης και δεν υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικής ανισορροπίας κατά την έννοια του κανονισμού (EΕ) αριθ. […/…], κατ' αναλογία προς το μερίδιό τους στο συνολικό ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΙ) των επιλέξιμων κρατών μελών." 15. Όλες οι παραπομπές στο «άρθρο 104» αντικαθίστανται σε ολόκληρο τον κανονισμό από παραπομπές στο «άρθρο 126 της Συνθήκης». 16. Στο σημείο 2 του παραρτήματος, οι παραπομπές της στήλης I στο «άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου» αντικαθίστανται από παραπομπές στο «άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου». Άρθρο 2 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. ….., Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΓΙΑ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ 1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 1.1. Ονομασία της πρότασης/πρωτοβουλίας Κανονισμός του Συμβουλίου για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. 1.2. Σχετικός(-οί) τομέας(-είς) πολιτικής στη διάρθρωση ΔΒΔ/ΠΒΔ [6] Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις 1.3. Χαρακτήρας της πρότασης/πρωτοβουλίας ( Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση ( Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση μετά από πιλοτικό σχέδιο/ προπαρασκευαστική δράση[7] ( Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά την παράταση υφιστάμενης δράσης ( Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά δράση προσανατολισμένη προς νέα δράση 1.4. Στόχοι 1.4.1. Ο(οι) πολυετής(είς) στρατηγικός(οί) στόχος(οι) της Επιτροπής που αφορά η πρόταση/πρωτοβουλία Προώθηση της οικονομικής μεγέθυνσης, της δημιουργίας απασχόλησης και της διατηρήσιμης ανάπτυξης της ΕΕ. 1.4.2. Ειδικός(οί) στόχος(οι) και δραστηριότητα(ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ Ειδικοί στόχοι : Αριθ. 1 και 3. - Εξασφάλιση του αποτελεσματικού συντονισμού των πολιτικών και της συνολικής συνεκτικότητάς τους, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της απάντησης της ΕΕ στην οικονομική κρίση, της υλοποίησης της ατζέντας 2020 της ΕΕ και της διατηρήσιμης ανάπτυξης, καθώς και για την αύξηση του αναπτυξιακού δυναμικού των κρατών μελών και της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ· - Στήριξη της προσπάθειας των κρατών μελών για την επίτευξη υγιών δημοσιονομικών θέσεων και διατηρήσιμων δημόσιων οικονομικών υψηλής ποιότητας όσον αφορά τη συνεισφορά τους στην ανάπτυξη. Σχετική(ές) δραστηριότητα(ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ Οικονομική και Νομισματική Ένωση 1.4.3. Αναμενόμενο(α) αποτέλεσμα(τα) και επιπτώσεις Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους στοχοθετημένους(ες) δικαιούχους/ομάδες. Η ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2010) 367 υπογράμμιζε την ανάγκη μιας σαφώς καθορισμένης πολιτικής προσέγγισης για (i) την τόνωση της οικονομικής ανάκαμψης, (ii) την επαναφορά των δημόσιων οικονομικών σε υγιείς βάσεις και (iii) την ενεργή προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η προτεινόμενη τροποποίηση του κανονισμού, που συνιστά το διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), αποτελεί μέρος των επίσημων νομοθετικών προτάσεων που είχαν εξαγγελθεί στην προαναφερόμενη ανακοίνωση. Οι τροποποιήσεις αυτές σκοπό έχουν την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και ανταποκρίνονται ιδίως στην ανάγκη αποτελεσματικής επιβολής της οικονομικής επιτήρησης των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών μέσω κατάλληλων κινήτρων και κυρώσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στο δημόσιο χρέος και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. 1.4.4. Δείκτες αποτελεσμάτων και αντίκτυπου Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της υλοποίησης της πρότασης/πρωτοβουλίας. Η επίτευξη του γενικού στόχου της Επιτροπής για την προώθηση της οικονομικής μεγέθυνσης, της δημιουργίας απασχόλησης και της διατηρήσιμης ανάπτυξης της ΕΕ μετράται μέσω των εξής δεικτών αντίκτυπου: - τον βαθμό στον οποίο τα κράτη μέλη παρουσιάζουν δημοσιονομικά αποτελέσματα σύμφωνα με το ΣΣΑ· - τη δυνητική ανάπτυξη/παραγωγή. Η επίτευξη του ειδικού στόχου #3 που προαναφέρθηκε μετρείται μέσω του εξής δείκτη αποτελεσμάτων: ποσοστό των επιμέρους συστάσεων της Επιτροπής που συνδέονται με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) και εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη (εφόσον εκδοθούν από το Συμβούλιο). 1.5. Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας 1.5.1. Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών Η νομοθετική πρόταση αποτελεί μέρος των μέτρων που είχε εξαγγείλει η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της (2010) 367 της 30ής Ιουνίου 2010, στην οποία αναπτύσσονται περαιτέρω οι ιδέες πολιτικής που είχε ήδη παρουσιάσει στην ανακοίνωση COM(2010) 250 της 12ης Μαΐου 2010 και βασίζεται στους προσανατολισμούς που συμφωνήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης Ιουνίου 2010. 1.5.2. Προστιθέμενη αξία παρέμβασης της ΕΕ Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των αρμοδιοτήτων της ΕΕ όπως προκύπτουν από τον τίτλο VIII (για την οικονομική και νομισματική πολιτική) της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 1.5.3. Διδάγματα που αποκομίστηκαν από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι πρέπει να βελτιωθεί ο συντονισμός της οικονομικής πολιτικής, και ιδίως να ενισχυθεί το προληπτικό και διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ. 1.5.4. Συνέπεια και ενδεχόμενη συνέργεια με άλλα συναφή μέσα Η νομοθετική πρόταση αποτελεί ένα από τα στοιχεία μιας δέσμης μέτρων εκτεταμένης οικονομικής μεταρρύθμισης που παρουσιάστηκε στην ανακοίνωση COM(2010) 367 της 30ής Ιουνίου 2010. 1.6. Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της δράσης ( Πρόταση/πρωτοβουλία περιορισμένης διάρκειας - ( Ισχύουσα πρόταση/πρωτοβουλία από την [ΗΗ/ΜΜ]ΕΕΕΕ [μέχρι την [ΗΗ/ΜΜ]ΕΕΕΕ - ( Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ μέχρι το ΕΕΕΕ ( Πρόταση/πρωτοβουλία απεριόριστης διάρκειας - Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το ΕΕΕΕ μέχρι το ΕΕΕΕ, - και στη συνέχεια λειτουργία με κανονικό ρυθμό. 1.7. Προβλεπόμενη(-ες) μέθοδος(-οι) διαχείρισης [8] ( Κεντρική άμεση διαχείριση από την Επιτροπή ( Κεντρική έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης σε: - ( εκτελεστικούς οργανισμούς - ( οργανισμούς που έχουν συσταθεί από τις Κοινότητες[9] - ( εθνικούς δημόσιους οργανισμούς/ οργανισμούς με αποστολή δημόσιας υπηρεσίας - ( πρόσωπα επιφορτισμένα με την εκτέλεση συγκεκριμένων δράσεων δυνάμει του τίτλου V της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 49 του δημοσιονομικού κανονισμού. ( Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη ( Αποκεντρωμένη διαχείριση με τρίτες χώρες ( Από κοινού διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς ( θα προσδιοριστεί ) Αν αναφέρονται περισσότεροι τρόποι διαχείρισης, παρακαλείσθε να τους διευκρινίσετε στο τμήμα «Παρατηρήσεις». Παρατηρήσεις 2. ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 2.1. Διατάξεις στον τομέα της παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων Να προσδιοριστούν η συχνότητα και οι όροι των διατάξεων αυτών. μ.δ. 2.2. Σύστημα διαχείρισης και ελέγχου 2.2.1. Κίνδυνος(οι) που έχει(ουν) επισημανθεί μ.δ. 2.2.2. Προβλεπόμενη(ες) μέθοδος(οι) ελέγχου μ.δ. 2.3. Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας Να προσδιοριστούν τα ισχύοντα ή τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας. μ.δ. 3. ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 3.1. Τομέας(είς) του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμή(ές) δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται Η νομοθετική πρόταση δεν απαιτεί πρόσθετους ανθρώπινους ή χρηματοδοτικούς πόρους. - Υφιστάμενες γραμμές προϋπολογισμού για δαπάνες Κατά σειρά τομέων πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού. Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου | Γραμμή προϋπολογισμού | Είδος δαπάνης | Συμμετοχή | Αριθμός [Περιγραφή…...….] | ΔΠ/ΜΔΠ ([10]) | από χώρες ΕΖΕΣ[11] | υποψήφιων χωρών[12] | τρίτων χωρών | κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού | [XX.YY.YY.YY] | ΔΠ/ΜΔΠ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | - Νέες γραμμές του προϋπολογισμού, των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία : καμία Κατά σειρά τομέων πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού. Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου | Γραμμή προϋπολογισμού | Είδος δαπάνης | Συμμετοχή | Αριθμός [Ονομασία…..] | ΔΠ/ΜΔΠ | χωρών ΕΖΕΣ | υποψήφιων χωρών | τρίτων χωρών | κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού | [XX.YY.YY.YY] | ΝΑΙ/ΟΧΙ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | ΝΑΙ/ΟΧΙ | 3.2. Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις δαπάνες 3.2.1. Συνοπτική παρουσίαση του εκτιμώμενου αντικτύπου στις δαπάνες σε εκατ. ευρώ (3 δεκαδικά ψηφία) Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου: | Αριθμός | [Ονομασία…...….] | σε εκατ. ευρώ (3 δεκαδικά ψηφία) - 3.2.3.2. Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους - ( Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων - ( Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω: Εκτίμηση η οποία πρέπει να διατυπωθεί σε ακέραιο αριθμό (ή το πολύ με ένα δεκαδικό ψηφίο) Έτος N | Έτος N+1 | Έτος N+2 | Έτος N+3 | να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6) | ( Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων) | XX 01 01 01 (στην έδρα και στα γραφεία αντιπροσωπείας της Επιτροπής) | XX 01 01 02 (σε αντιπροσωπεία) | XX 01 05 01 (Έμμεση έρευνα) | XX 01 05 01 (Άμεση έρευνα) | ( Εξωτερικό προσωπικό (σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης: ΙΠΑ) [20] | XX 01 02 01 (CA, INT, SNE από το «συνολικό κονδύλιο») | XX 01 02 02 (CA, INT, JED, LA και SNE στις αντιπροσωπείες) | XX 01 05 02 (ΣΥ, ΠΠ, ΑΕΕ - Άμεση έρευνα) | Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) | ΣΥΝΟΛΟ | XX είναι ο σχετικός τομέας πολιτικής ή τίτλος του προϋπολογισμού. Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που απασχολείται ήδη στη διαχείριση της δράσης ή/και που έχει μετακινηθεί στο πλαίσιο της ίδιας ΓΔ και θα συμπληρωθούν, ενδεχομένως, από όλα τα συμπληρωματικά κονδύλια που μπορεί να διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση της δράσης ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής των πιστώσεων με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων: Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι | Εξωτερικό προσωπικό | 3.2.4. Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο - ( Η πρόταση είναι συμβατή με τον ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. - ( Η πρόταση απαιτεί αναπρογραμματισμό του σχετικού τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός με τον προσδιορισμό των σχετικών γραμμών του προϋπολογισμού και των αντίστοιχων ποσών. - ( Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί εφαρμογή του μέσου ευελιξίας ή αναθεώρηση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου[23]. Να εξηγηθεί η ανάγκη με τον προσδιορισμό των σχετικών τομέων και γραμμών του προϋπολογισμού, καθώς και των αντίστοιχων ποσών. 3.2.5. Συμμετοχή τρίτων μερών στη χρηματοδότηση - ( Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτα μέρη - ( Η πρόταση/πρωτοβουλία προβλέπει συγχρηματοδότηση που εκτιμάται ως ακολούθως: Πιστώσεις σε εκατ. ευρώ (3 δεκαδικά ψηφία) Έτος N | Έτος N+1 | Έτος N+2 | Έτος N+3 | να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6) | Σύνολο | Έτος N | Έτος N+1 | Έτος N+2 | Έτος N+3 | να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6) | Άρθρο …. | | | | | | | | | |Για τα διάφορα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστεί(ούν) η(οι) γραμμή(ές) δαπανών του προϋπολογισμού που έχει(ουν) επηρεαστεί. Να προσδιοριστεί η μέθοδος υπολογισμού των επιπτώσεων στα έσοδα. [pic][pic][pic] [1] ΕΕ C , σ. [2] ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1. [3] ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6. [4] ΕΕ C 236 της 2.8.1997, σ. 1. [5] ΕΕ L 145 της 10.6.2009, σ. 1. [6] ΔΒΔ: διαχείριση βάσει δραστηριοτήτων – ΠΒΔ: προϋπολογισμός βάσει δραστηριοτήτων. [7] Όπως αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 6 στοιχεία α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού. [8] Οι λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης, καθώς και οι παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο BudgWeb: {0><}0{>http://www.cc.cec/budg/man/budgmanag/budgmanag_en.html [9] Όπως προβλέπεται στο άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού. [10] ΔΠ= Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ= Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις [11] ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. [12] Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνάμει υποψήφιες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. [13] Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. [14] Τεχνική ή/και διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων ή/και δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα. [15] Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. [16] Τα αποτελέσματα αφορούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που θα παρασχεθούν (παράδειγμα: αριθμός ανταλλαγών σπουδαστών που χρηματοδοτήθηκαν, αριθμός χλμ οδών που κατασκευάστηκαν, κ.λπ.). [17] Όπως περιγράφεται στο Τμήμα 1.4.2. «Ειδικός(οι) στόχος (οι)…» [18] Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. [19] Τεχνική ή/και διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων ή/και δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα. [20] CA = Συμβασιούχος υπάλληλος, INT= Προσωρινό προσωπικό («Intérimaire»), JED= «Jeune Expert en Délégation» ( Νεαρός εμπειρογνώμονας σε αντιπροσωπεία), LA= Τοπικός υπάλληλος, SNE= Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας. [21] Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού βάσει επιχειρησιακών πιστώσεων (πρώην γραμμές «BA») [22] Κυρίως για τα διαρθρωτικά ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ). [23] Βλ. σημεία 19 και 24 της διοργανικής συμφωνίας. [24] Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης) τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 25% για έξοδα είσπραξης.