21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Διεθνές εμπόριο και αλλαγή του κλίματος»

2011/C 21/03

Εισηγήτρια: η κ. PICHENOT

Στις 26 Φεβρουαρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 29 παράγραφος 2 του Κανονισμού της, αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Διεθνές εμπόριο και αλλαγή του κλίματος»

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές σχέσεις», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 154 ψήφους υπέρ, 4 ψήφους κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συστάσεις

1.1

Ενσωματωμένη στη στρατηγική «Ευρώπη 2020», μια νέα εμπορική πολιτική θα πρέπει να δώσει απαντήσεις στις περιβαλλοντικές ανησυχίες αποφεύγοντας, παράλληλα, να υποπέσει σε τακτικές προστατευτισμού. Θα πρέπει να εξυπηρετεί μια πιο καινοτόμο αγορά, να σέβεται το περιβάλλον και να προωθεί την κοινωνική ευημερία. Για να υλοποιηθεί η φιλοδοξία αυτή, η ΕΕ μπορεί να δώσει το παράδειγμα μιας αλλαγής στην πορεία ανάπτυξης προς ένα πρότυπο χαμηλού άνθρακα και να διατηρήσει την ηγετική θέση στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ο αντίκτυπος της οικονομικής ανάπτυξης, των μεταφορών και της διάδοσης των τεχνολογιών καθιστούν το διεθνές εμπόριο καίριο στοιχείο των συζητήσεων για την κλιματική αλλαγή και τη μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία.

1.2

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί έντονα να εξευρεθεί ολοκληρωμένη λύση στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ στη Ντόχα έτσι ώστε να διευκολυνθεί το περιβαλλοντικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μέσω της σημαντικής μείωσης των δασμολογικών και μη δασμολογικών φραγμών. Παράλληλα, θεωρεί ότι η ΕΕ οφείλει να συνεχίσει να δίνει το παράδειγμα διευκολύνοντας τη μεταφορά «πράσινων» τεχνολογιών στο πλαίσιο των διμερών και περιφερειακών εμπορικών συμφωνιών της.

1.3

Ενόψει μιας μελλοντικής εμπορικής στρατηγικής, η ΕΟΚΕ συνιστά να καταρτιστούν περισσότερες μελέτες όσον αφορά την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης και της διαχείρισης του ύδατος. Ενθαρρύνει τις κοινωνίες των πολιτών στην Ευρώπη και στις τρίτες χώρες να συμμετάσχουν ενεργά στην κατάρτιση μελετών αντικτύπου, ιδίως όσον αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη και πριν από την έναρξη των διμερών και περιφερειακών εμπορικών διαπραγματεύσεων.

1.4

Όσον αφορά τις μεταφορές, η ΕΟΚΕ στηρίζει την υιοθέτηση παγκόσμιων στόχων βάσει της Σύμβασης-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές (CCNUCC), όπως η μείωση κατά 10 % των εκπομπών από τις εναέριες μεταφορές και κατά 20 % από τις θαλάσσιες. Η απόφαση καταμερισμού των προσπαθειών μείωσης συμπεριλαμβάνει και τον τομέα των μεταφορών, διότι οι αερομεταφορές ενσωματώνονται προοδευτικά στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS) από το 2012. Μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τον ορισμό φιλόδοξων στόχων ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές ανοιχτής θάλασσας θα συνέβαλε στην προσπάθεια αυτή.

1.5

Εξαιτίας της αβεβαιότητας όσον αφορά τη συμφωνία της Κοπεγχάγης για την κλιματική αλλαγή τον Δεκέμβριο 2009 και των επακολούθων της, η δέσμη Ενέργεια-Κλίμα προβλέπει την υιοθέτηση, με τη διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο 2010, μιας έκθεσης που θα περιλαμβάνει τις «κατάλληλες προτάσεις» σχετικά με τους τομείς που ενέχουν κίνδυνο «διαρροής άνθρακα» για λόγους διεθνούς ανταγωνισμού και/ή πρόσθετου κόστους εξαιτίας της κοινοτικής τιμής για το CO2. Αν και δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα κίνδυνος αυξημένης παραγωγής, τούτο δεν μπορεί να αποκλειστεί από το 2013 και μετά. Ο κίνδυνος αυτός ενδέχεται να αυξηθεί στο μέτρο που, αφενός, η ΕΕ αυξάνει τους όγκους των ποσοστώσεων που τίθενται σε πλειστηριασμό και, αφετέρου, οι μεγάλες τρίτες χώρες καθυστερούν τη δημιουργία αγοράς ανταλλαγών εκπομπών ή εσωτερικού φόρου.

1.6

Βραχυπρόθεσμα, ο περιορισμός του κινδύνου «διαρροής άνθρακα», θα πρέπει επειγόντως να λάβει τη μορφή πρόσθετης παραχώρησης ποσοστώσεων εκπομπών, των οποίων ο όγκος θα εξαρτάται από την πρόοδο και τα αποτελέσματα των πολυμερών διαπραγματεύσεων για την κλιματική αλλαγή. Με επίκεντρο τους ευαίσθητους τομείς, βασιζόμενη στις καλύτερες αποδόσεις και διαμορφωμένη για να ικανοποιεί το διπλό κριτήριο του εμπορικού ανοίγματος και του υψηλότερου κόστους σε άνθρακα, αυτή η δωρεάν κατανομή θα πρέπει να έχει μεταβατικό χαρακτήρα, να διαμορφωθεί κατά τρόπο εμπειρικό, να τηρεί τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου καθώς και ένα πρότυπο χαμηλής παραγωγής άνθρακα.

1.7

Ο μηχανισμός προσαρμογής στα σύνορα δεν δικαιολογείται από τον ΠΟΕ εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση τάσσεται υπέρ της δωρεάν κατανομής· πράγματι, το EU ETS δεν ισοδυναμεί με φόρο (που αυτός μπορεί να προσαρμοστεί στα σύνορα) παρά μόνο στην περίπτωση που οι ποσοστώσεις τίθενται εξ ολοκλήρου σε πλειστηριασμό. Το πλέον σκόπιμο θα ήταν να υπάρχει προσφυγή σε τέτοιες προσαρμογές μόνον για μεταβατικές περιόδους και για ελάχιστες δασμολογικές κλάσεις, επαληθευμένες περιπτώσεις κινδύνου «διαρροής άνθρακα», εφόσον εξαντληθεί η προσφυγή στην δωρεάν κατανομή. Μόνον οι στοχοθετημένες και αιτιολογημένες προσαρμογές θα μπορούν να υποβάλλονται στον Οργανισμό επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ· τούτο είναι και το κύριο κεκτημένο της Κοπεγχάγης, δηλαδή η συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας σε λιγότερο από 2 °C.

1.8

Λόγω της βραδείας και αβέβαιης ωρίμανσης των σχεδίων για τη δημιουργία αγοράς εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής στον κόσμο, τα κράτη μέλη της ΕΕ θα απαριθμούνται, για μερικά ακόμη χρόνια, μεταξύ των ελαχίστων που έχουν καθορίσει τιμή για το CO2. Ενόψει του επερχόμενου κινδύνου «διαρροής» του άνθρακα σε ορισμένους ευρωπαϊκούς τομείς που υπόκεινται στο EU ETS, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συνιστά επίσης να αυξηθεί σημαντικά ο όγκος των μακροπρόθεσμων επενδύσεων που προορίζονται για την απεξάρτηση της οικονομίας από τον άνθρακα, τη δημιουργία προβλέψιμου και σταθερού πλαισίου κινήτρων που να προωθεί την καινοτομία, την έρευνα και την ανάπτυξη στον τομέα των καθαρών τεχνολογιών που δεν έχουν ακόμη εισαχθεί στο εμπόριο.

1.9

Προκειμένου να αναπτυχθεί μια πράσινη οικονομία και για να διατηρήσει την ηγετική της θέση στο θέμα αυτό, η Ευρώπη θα πρέπει, προς όφελος τόσο δικό της όσο και του κλίματος, να διαφυλάξει την υψηλή φιλοδοξία της όσον αφορά την προοδευτική μείωση κατά 80 % το 2050, με π.χ. έναν ενδιάμεσο στόχο ύψους 25-40 % μεταξύ 2020 και 2030. Η ΕΟΚΕ προτείνει την κατάρτιση αξιολογήσεων αντικτύπου (για το περιβάλλον, την απασχόληση και την ανάπτυξη) προκειμένου να σχεδιαστεί η μετάβαση μεταξύ 2020 και 2050.

1.10

Για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής απαιτείται ισχυρή δημόσια συλλογική δράση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα με την πίεση των αγορών (EU ETS), οι δημόσιες αρχές οφείλουν να θεσπίσουν, χωρίς καθυστέρηση, στοχοθετημένα οικονομικά και φορολογικά κίνητρα και να ενισχύσουν τις επενδύσεις στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) «καθαρών» τεχνολογιών και υπηρεσιών. Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές μπορούν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών με την ευκαιρία δημόσιων συμβάσεων.

1.11

Παράλληλα με τους παραγωγούς «εκπομπών» CO2, ο καταναλωτής καλείται να διαδραματίσει και αυτός τον δικό του ρόλο στην καταπολέμηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται άμεσα με το εμπόριο. Η ΕΟΚΕ ζητεί να εναρμονιστεί και να σταθεροποιηθεί η μεθοδολογία μέτρησης του «άνθρακα» των προϊόντων, έτσι ώστε να καλύπτονται όλα τα στάδια από τη σύλληψη έως την διανομή. Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΟΚΕ προτείνει τη βελτίωση των αναλύσεων του κύκλου ζωής με την ενίσχυση των μεθοδολογικών μελετών που αφορούν τη «συμβατότητα ως προς τον άνθρακα». Αν και η πρωτοβουλία των προδιαγραφών και της επισήμανσης του περιεχομένου σε άνθρακα πρέπει να παραμείνει ιδιωτική και αποκεντρωμένη στο εσωτερικό της ΕΕ, είναι ωστόσο απαραίτητο ένα κοινό πλαίσιο μέτρησης και αξιολόγησης το οποίο θα αποτελεί αρμοδιότητα της Επιτροπής ή ενός ειδικευμένου οργανισμού.

1.12

Ενόψει της μελλοντικής νομολογίας του οργανισμού επίλυσης των διαφορών του ΠΟΕ, η ΕΟΚΕ συνιστά να διασαφηνιστεί ο βαθμός στον οποίο οι διαδικασίες και οι μέθοδοι παραγωγής (ΔΜΠ) μπορούν να αιτιολογήσουν τον περιορισμό των συναλλαγών στο όνομα της περιβαλλοντικής εξαίρεσης (1). Ακόμη, συνιστά τη διεύρυνση της εντολής της επιτροπής «Εμπόριο και Περιβάλλον» του ΠΟΕ προκειμένου να διασαφηνιστούν οι νομικές επιπτώσεις της διαφοράς ΗΠΑ-γαρίδες.

2.   Παγκοσμιοποίηση και κλίμα

2.1

Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από μια άνευ προηγουμένου αύξηση των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών (21 % του παγκόσμιου ΑΕγχΠ το 2007, χωρίς να περιλαμβάνεται το ευρωπαϊκό εμπόριο), παρά τη μείωση κατά 12 % το 2009 εξαιτίας της κρίσης. Οι επιπτώσεις της οικονομικής ανάπτυξης, των μεταφορών και της διάδοσης τεχνολογιών καθιστούν το διεθνές εμπόριο ένα καίριο στοιχείο της συζήτησης για την κλιματική αλλαγή.

2.2

Μέχρι σήμερα, κανένα πλήρες θεωρητικό πλαίσιο δεν ορίζει ούτε απαριθμεί το σύνολο των αλληλεπιδράσεων και των αιτίων που συνδέουν το εμπόριο με το κλίμα (2). Η μέτρηση της επίδρασης του εμπορίου στο κλίμα και στο περιβάλλον γενικότερα υλοποιείται μέσω ερευνών που βασίζονται στη χρήση τριών αλληλένδετων μεταβλητών. Πρώτον, μια μεταβλητή κλίμακας: το εμπόριο συμβάλλει στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και, κατά συνέπεια, αυξάνει τις εκπομπές. Δεύτερον, μια μεταβλητή σύνθεσης: η γεωγραφική ανασύνθεση ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση ή μείωση των εκπομπών ανάλογα με τον ρυπογόνο ή μη χαρακτήρα των παραγωγών στις οποίες ειδικεύονται οι διάφορες χώρες στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Τρίτον, μια μεταβλητή τεχνικής: υπό την πίεση των κοινωνιών των πολιτών και με τη βοήθεια των επιχειρήσεων και της δράσης των δημόσιων αρχών, αναπτύσσονται καθαρότερες τεχνολογίες και μειώνονται οι εκπομπές. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που υπόκεινται στο EU ETS συνέβαλαν στο να επιτύχει η ΕΕ τους στόχους μείωσης που προέβλεπε το πρωτόκολλο του Κιότο.

2.3

Το άθροισμα των τριών αυτών επιπτώσεων του εμπορίου στις εκπομπές CO2 είναι αρνητικό εξαιτίας του τεράστιου όγκου συναλλαγών ο οποίος δεν αντισταθμίζεται ακόμη από την διάδοση καθαρών τεχνολογιών. Η απόσταση μεταξύ των διαφόρων τόπων παραγωγής και τελικής κατανάλωσης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε αυτός που πάντοτε βαραίνει περισσότερο το ισοζύγιο του άνθρακα.

2.4

Ωστόσο, η ιδιαίτερη σχέση του κλίματος με το εμπόριο έγκειται στις μεταφορές (3) και, σε τελική ανάλυση, στις εκπομπές. Το πετρέλαιο εκπροσωπεί σήμερα το 95 % της ενέργειας που χρησιμοποιείται παγκοσμίως για τις μεταφορές, με αποτέλεσμα ο τομέας των εθνικών και διεθνών μεταφορών να συμβάλει στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (κατά τι λιγότερο του 15 % των συνολικών εκπομπών).

2.5

Το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς εμπορίου πραγματοποιείται δια θαλάσσης (90 % του μεταφερόμενου βάρους). Αυτός ο τρόπος μεταφοράς παραμένει από τους λιγότερο ρυπογόνους όσον αφορά τις εκπομπές CO2 ανά χιλιόμετρο και ανά μεταφερόμενο τόνο. Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ), οι εκπομπές των θαλάσσιων μεταφορών ενδέχεται να διπλασιαστούν μέχρι το 2050 ιδίως λόγω της αύξησης των συναλλαγών μεταξύ των χωρών του Νότου.

2.6

Τέλος, η παρατηρούμενη κρίση του ύδατος αποτελεί μια άλλη σοβαρή συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Μέχρι το 2020 και εάν δεν ληφθεί προληπτική δράση, το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού ενδέχεται να αντιμετωπίσει το φάσμα της λειψυδρίας. Ήδη περισσότερο από 1,5 δισεκατομμύρια κάτοικοι του πλανήτη δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό ή σε εγκαταστάσεις αποχέτευσης. Ακόμη, ανάλογα με τη γεωγραφική θέση, η γεωργία θα πληγεί από την έλλειψη ύδατος με αποτέλεσμα το εμπόριο να αποτελεί στρατηγικό στοιχείο για την διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων στον τομέα της ενεργειακής, κλιματικής και διατροφικής ασφάλειας. Συμβάλλοντας στην αποτελεσματική κατανομή των σπάνιων πόρων, το διεθνές εμπόριο μπορεί να περιορίσει την παγκόσμια πίεση στους υδάτινους πόρους.

3.   Δυνητικός ρόλος του εμπορίου στη διάδοση τεχνολογιών μετριασμού και προσαρμογής του κλίματος

3.1

Η Διακυβερνητική Ομάδα για τις Κλιματικές Μεταβολές (IPCC) προέβη σε απογραφή μιας σειράς τεχνολογιών μετριασμού και προσαρμογής που μπορούν να συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων που σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές. Πολλές από τις τεχνολογίες αυτές εξετάζονται στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ στο κεφάλαιο των περιβαλλοντικών αγαθών και υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα οι αιολικοί ή υδροηλεκτρικοί στρόβιλοι, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες, τα φωτοβολταϊκά κύτταρα ή οι απαραίτητοι εξοπλισμοί για τη λειτουργία εγκαταστάσεων και τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

3.2

Οι διαπραγματεύσεις για τα περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες στο πλαίσιο της Ντόχα μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της πρόσβασης σε αγαθά και τεχνολογίες που είναι φιλικά προς το κλίμα. Ωστόσο, είναι περιορισμένο το άμεσο κέρδος για το κλίμα από την ελευθέρωση του εμπορίου. Για ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, και τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι δασμολογικοί φραγμοί είναι χαμηλοί ή μέτριοι (2 % κατά μέσο όρο στις πλούσιες χώρες και 6 % κατά μέσο όρο στις αναπτυσσόμενες). Αντίθετα, τα εμπόδια για τις επενδύσεις και οι μη δασμολογικοί φραγμοί αποτελούν σημαντική τροχοπέδη στη διάδοσή τους· πρόκειται συγκεκριμένα για τα τεχνικά και βιομηχανικά πρότυπα, τα διοικητικά εμπόδια, η υποχρεωτική εμπορική παρουσία του εισαγωγέα υπηρεσιών στη χώρα εισαγωγής και ο περιορισμός των δραστηριοτήτων για τις ξένες επιχειρήσεις.

3.3

Ενόψει της μελλοντικής εμπορικής στρατηγικής του 2020 που προβλέπει η Επιτροπή, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η παρούσα γνωμοδότηση παρέχει ήδη στοιχεία για την αξιολόγηση των καθορισμένων στόχων που επιδιώκουν «μέτρα για το άνοιγμα του εμπορίου σε τομείς του μέλλοντος όπως η τεχνολογία, τα οικολογικά προϊόντα, τα προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας και η διεθνής τυποποίηση κυρίως στους αναπτυσσόμενους τομείς». Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ συνιστά να εκπονηθούν περισσότερες μελέτες σχετικά με την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των πτυχών που άπτονται του ύδατος. Ακόμη, ενθαρρύνει την κοινωνία των πολιτών στην Ευρώπη και στις τρίτες χώρες να δραστηριοποιηθεί, ενόψει των διμερών και περιφερειακών εμπορικών διαπραγματεύσεων, στις μελέτες αντίκτυπου και ειδικότερα όσον αφορά το κεφάλαιο της βιώσιμης ανάπτυξης.

3.4

Όσον αφορά το πόσιμο ύδωρ, το διεθνές εμπόριο μπορεί να παρέμβει στον τομέα της μεταφοράς τεχνολογίας (εγκαταστάσεις αφαλάτωσης του θαλασσίου ύδατος, επαναχρησιμοποίηση των λυμάτων και τεχνικές καθαρισμού). Συνεπώς, πρέπει να ενσωματωθεί η πτυχή αυτή σε κάθε χωριστή διαπραγμάτευση που συνιστά η ΕΟΚΕ για το εμπόριο περιβαλλοντικών αγαθών και υπηρεσιών.

3.5

Όσον αφορά τις μεταφορές, η ΕΟΚΕ στηρίζει την υιοθέτηση παγκόσμιων στόχων βάσει της Σύμβασης-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές (CCNUCC), όπως μείωση κατά 10 % των εκπομπών για τις εναέριες μεταφορές και κατά 20 % για τις θαλάσσιες. Η απόφαση καταμερισμού των προσπαθειών μείωσης συμπεριλαμβάνει και τον τομέα των μεταφορών, διότι οι αερομεταφορές ενσωματώνονται προοδευτικά στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS) από το 2012. Μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τον ορισμό φιλόδοξων στόχων ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές ανοιχτής θάλασσας θα συνέβαλε στην προσπάθεια αυτή.

3.6

Μεταξύ των εμποδίων για τη διάδοση των καθαρών τεχνολογιών και υπηρεσιών συγκαταλέγεται συχνά η ενισχυμένη προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, ιδίως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σημείωσαν μεγάλη αύξηση από τα τέλη της δεκαετίας του 90. Αν και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας επιτρέπουν στον κάτοχό τους να περιορίσει τη διαθεσιμότητα, τη χρήση και την ανάπτυξη τεχνολογιών χρήσιμων για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η διανοητική ιδιοκτησία αποτελεί καίριο ζήτημα για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και την ανάπτυξη μη διαθέσιμων ακόμη τεχνολογιών. Αντίθετα, δεν φαίνεται να είναι βραχυπρόθεσμα το πιο καθοριστικό εμπόδιο για τη διάδοση των καθαρών τεχνολογιών. Το σημερινό κόστος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στις τεχνολογίες που μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο παραμένει, κατά μέσο όρο, περιορισμένο. Είναι σημαντικό να επιλυθούν τα προβλήματα της μη τήρησης και της περιορισμένης εφαρμογής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που αποτελούν ένα ακόμη αρνητικό κίνητρο για την εξαγωγή προς ορισμένες χώρες.

3.7

Για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής απαιτείται ισχυρή δημόσια συλλογική δράση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα με την πίεση των αγορών (EU ETS), οι δημόσιες αρχές οφείλουν να θεσπίσουν χωρίς καθυστέρηση στοχοθετημένα οικονομικά και φορολογικά κίνητρα και να ενισχύσουν τις επενδύσεις στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) «καθαρών» τεχνολογιών και υπηρεσιών που δεν διατίθενται ακόμη στο εμπόριο. Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές μπορούν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών στα πλαίσια δημόσιων συμβάσεων.

3.8

Η σχέση αιτίου και αιτιατού μεταξύ εμπορικού ανοίγματος και ανάπτυξης θέτει το ερώτημα της ευθύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών των χωρών εισαγωγής στις εκπομπές. Η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες απορροφούν το ήμισυ των κινεζικών εξαγωγών. Τίθεται πλέον το ζήτημα μιας «λογιστικής άνθρακα» που δεν περιορίζονται στις αρχικές πηγές εκπομπών και στην αρχή των διαδικασιών παραγωγής, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο των παραγόντων, από την σύλληψη έως τη διανομή.

3.9

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι η γεωγραφική διασπορά και η έντονη κινητικότητα των παγκοσμιοποιημένων συστημάτων παραγωγής καθιστά δύσκολη την ακριβή και σταθερή μέτρηση της τιμής άνθρακα ενός προϊόντος. Η δυσκολία αυτή που υφίστανται και στην συγκριτική μελέτη μεγάλου αριθμού δραστηριοτήτων και καθηκόντων, δεν διευκολύνει τον καθορισμό εμπορικών πολιτικών που επιδιώκουν την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των καταναλωτών όπως οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, η επισήμανση, η οικολογική σήμανση και η πιστοποίηση. Η εξέλιξη της συμπεριφοράς και των ατομικών επιλογών σε μια εποχή κρίσης δείχνει ότι οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει να ενθαρρύνονται· ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι δεν αντικαθιστούν την κανονιστική δράση των δημοσίων αρχών με φορολόγηση των εκπομπών στην πηγή. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ συνιστά τη βελτίωση των αναλύσεων του κύκλου ζωής και την ενίσχυση των μελετών που αφορούν δύσκολα μεθοδολογικά ζητήματα, όπως η λογιστική του άνθρακα αλλά και οικονομικές πτυχές που συνδέονται με τον αναλυτικό προσδιορισμό της λογιστικής αυτής, έτσι ώστε να περικλείει διαδοχικά όλους τους παράγοντες της διαδικασίας παραγωγής.

3.10

Για να είναι αποτελεσματική, μια πολιτική περιβάλλοντος οφείλει να διακρίνει τα προϊόντα σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις μεθόδους παραγωγής τους. Η μετάβαση προς μια οικονομία με χαμηλές εκπομπές άνθρακα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο εάν είναι δυνατό να διατηρούνται τα προϊόντα που κατασκευάζονται με μεθόδους χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Συνεπώς, πρέπει να ευνοηθούν ορισμένες τεχνικές σε σχέση με άλλες. Εάν οι καταναλωτές, με βάση την επισήμανση, πραγματοποιούν διάκριση μεταξύ της οικολογικής ή μη μεθόδου παραγωγής των προϊόντων, αλλάζει έτσι η σχέση ανταγωνισμού και καθίσταται δυνατή η διάκριση μεταξύ δύο προϊόντων που έχουν κατασκευαστεί διαφορετικά.

3.11

Σε έναν κόσμο όπου η τιμή του CO2 είναι διαφοροποιημένη, το ζήτημα της ομοιότητας των προϊόντων - κεντρικής έννοιας του ΠΟΕ- δεν μπορεί να αποσιωπηθεί στις συζητήσεις για το εμπόριο και το κλίμα. Ενόψει της μελλοντικής νομολογίας του οργανισμού επίλυσης των διαφορών του ΠΟΕ, η ΕΟΚΕ συνιστά να διασαφηνιστεί ο βαθμός στον οποίο οι διαδικασίες και μέθοδοι παραγωγής (ΔΜΠ) μπορούν να αιτιολογήσουν περιορισμό των ανταλλαγών στο όνομα της περιβαλλοντικής εξαίρεσης (4). Ακόμη, συνιστά τη διεύρυνση της εντολής της επιτροπής «Εμπόριο και Περιβάλλον» του ΠΟΕ προκειμένου να διασαφηνιστούν οι νομικές επιπτώσεις της διαφοράς ΗΠΑ-γαρίδες.

4.   Σχέση ανταγωνιστικότητας και κλίματος

4.1

Οι εμπορικές και κλιματικές διαπραγματεύσεις εντάσσονται σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις· η πρώτη αφορά τις εξαιρετικά μακροπρόθεσμες πολιτικές και μέτρα και η δεύτερη τις πλέον βραχυπρόθεσμες. Ο πολύπλοκος χαρακτήρας των σχέσεων μεταξύ των εμπορικών και κλιματικών πολιτικών έγκειται στην επικάλυψη των δύο χρονικών αυτών φάσεων. Μέτρα υπέρ του κλίματος μπορούν να έχουν βραχυπρόθεσμες εμπορικές επιπτώσεις ενώ εμπορικά μέτρα μπορούν να έχουν πολύ μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στο κλίμα.

4.2

Σε έναν ιδανικό κόσμο, το CO2 θα έπρεπε να έχει ενιαία τιμή, επιτρέποντας έτσι στις οικονομίες παγκοσμίως να αναπτύσσονται χωρίς να παράγουν περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου, ούτε να προκαλούν διακρίσεις ή στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων χωρών. Η πορεία των συζητήσεων για την κλιματική αλλαγή δείχνει ότι τούτο δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύντομα. Για πολλά χρόνια ακόμη, η τιμή του CO2 δεν θα είναι ενιαία στον κόσμο και θα φθάνει από τα 20 έως τα 30 ευρώ ανά τόνο ανάλογα με το μέσο προβλεπόμενο επίπεδο εντός του ευρωπαϊκού χώρου έναντι μηδενικής τιμής στην συντριπτική πλειοψηφία άλλων χωρών ή περιοχών.

4.3

Η ΕΟΚΕ αναγνώρισε ότι, σε έναν κόσμο που απέχει του ιδανικού, οι κίνδυνοι απώλειας της ανταγωνιστικότητας και «διαρροής» άνθρακα (μετακίνηση των βιομηχανιών που παράγουν αέρια του θερμοκηπίου από χώρες και περιοχές με τον υψηλότερο φόρο για το CO2) αφορούν κυρίως την ομάδα των πλέον φιλόδοξων χωρών στον τομέα της φορολόγησης των εκπομπών CO2, δηλαδή την Ευρώπη. Η επεξεργασία και η εφαρμογή διεθνών τομεακών συμφωνιών παραμένει ανοιχτή για περισσότερο από μία δεκαετία. Λόγω έλλειψης συναίνεσης, δεν έχουν σημειωθεί αποτελέσματα, αλλά η δυνατότητα αυτή πρέπει να αξιοποιηθεί για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η ανάπτυξη φτηνών ανανεώσιμων πηγών και ευφυών δικτύων θα συμβάλλει επίσης στον περιορισμό των κινδύνων απώλειας ανταγωνιστικότητας.

4.4

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής (5), η οποία συνάδει με τη δήλωση του Μαρτίου 2010 και αναφέρει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πρέπει να βρίσκονται σε ισότιμη θέση με τους ξένους ανταγωνιστές τους. Βραχυπρόθεσμα και ανάλογα με τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις για την κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να παραχωρηθεί στους τομείς που αντιμετωπίζουν κίνδυνο διαρροής πρόσθετη δωρεάν χορήγηση που να ανέρχεται στο 100 % κατά την αρχή της μετά το Κιότο περιόδου (2013-2014).

4.5

Στην τελική φάση της πλήρους δημοπράτησης κατά την οποία η τιμή των ποσοστώσεων θα μπορεί να εξομοιώνεται με φόρο, διάφορα μέτρα προσαρμογής στα σύνορα θα μπορούσαν να διορθώσουν τα προβλήματα απώλειας ανταγωνιστικότητας που προκαλούνται από τις προσπάθειες μείωσης των εκπομπών, οι οποίες σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερες στην Ευρώπη από ό,τι στους εμπορικούς της εταίρους. Είτε λάβουν τη μορφή φόρου εισαγωγής, είτε μηχανισμού ενσωμάτωσης του άνθρακα στα σύνορα, είτε ακόμη υποχρέωσης των ευρωπαίων εισαγωγέων να αγοράζουν πιστώσεις εκπομπών από το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (EU ETS ή επίσης αποκαλούμενο «ευρωπαϊκή αγορά άνθρακα»), οι μηχανισμοί αυτοί αποτελούν την απάντηση στην εσωτερίκευση του κόστους της οικονομικής δραστηριότητας των τομέων που υπόκεινται στο EU ETS.

4.6

Διάφορες μελέτες έδειξαν ότι η μείωση της ανταγωνιστικότητας και οι «διαρροές» άνθρακα δεν φαίνονται σημαντικές κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων φάσεων της εφαρμογής των EU ETS. Μεταξύ 2005 και 2012, οι παραχωρήσεις ποσοστώσεων εκπομπών είναι γενναιόδωρες και ουσιαστικά δωρεάν (6). Λόγω απουσίας της ιδανικής λύσης που θα είναι μια παγκόσμια αγορά άνθρακα, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στηρίζει τη θέσπιση διαφορετικών συστημάτων ανωτάτου ορίου και ανταλλαγής ποσοστώσεων εκπομπών για τα δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα ή άλλα, το ίδιο αποτελεσματικά, συστήματα ανώτατου ορίου και εμπορίας. Η ΕΟΚΕ προτείνει να εξεταστούν όλες οι δυσκολίες και οι λύσεις για την εναρμόνισή τους με βάση την περιφερειακή ολοκλήρωση και συνεκτίμηση των διακυμάνσεων του ευρωπαϊκού συστήματος ανταλλαγών.

4.7

Οι κίνδυνοι απώλειας ανταγωνιστικότητας και διαρροής υφίστανται για την τρίτη φάση του EU ETS (2013-2020) κατά τη διάρκεια της οποίας προβλέπεται προοδευτική παραχώρηση με πλειστηριασμό και ετήσια μείωση των διαθέσιμων ποσοστώσεων εκπομπών, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης των εκπομπών κατά 20 % το 2020 σε σχέση με το 1990. Στην τελική φάση, το 100 % των ποσοστώσεων θα υπόκεινται σε πλειστηριασμό το 2025 με όριο ύψους 70 % το 2020. Εάν τελικά αποφασιστεί μείωση των εκπομπών κατά 30 %, θα πρέπει να επανεξεταστούν τα όρια θέσης σε πλειστηριασμό, προκειμένου να διαμορφωθούν ανάλογα με τα αποτελέσματα άλλων χωρών που ανέλαβαν δεσμεύσεις στη συμφωνία της Κοπεγχάγης.

5.   Η ευρωπαϊκή απάντηση: η δέσμη ενέργεια-κλίμα και οι επιπτώσεις της στο εμπόριο

5.1

Λόγω των κινδύνων απώλειας ανταγωνιστικότητας και «διαρροής» άνθρακα που προκύπτουν από τη σταδιακή δημοπράτηση των ποσοστώσεων και του ανώτατου ορίου των εκπομπών το 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει στη δέσμη μέτρων για την ενέργεια και το κλίμα μια απάντηση σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο συνίσταται στον εντοπισμό των εκτεθειμένων τομέων με βάση δύο κριτήρια: αφενός, την ένταση των συναλλαγών ( άνοιγμα στις συναλλαγές εκτός Ευρώπης) και, αφετέρου, τον αντίκτυπο κόστους του CO2. Ένας πρώτος κατάλογος των «ευαίσθητων» τομέων καταρτίστηκε τον Δεκέμβριο 2009 και θα επανεξετάζεται ανά πέντε έτη. 200 έως 300 τομείς εξετάστηκαν από την Επιτροπή (7). Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί ότι μόνον οι τομείς που πληρούν τα συσσωρευμένα κριτήρια κόστους CO2 και έντασης των συναλλαγών θα μπορούν να τυγχάνουν από το 2013 δωρεάν παραχωρήσεων CO2 σε ποσοστό 100 % με βάση κοινούς δείκτες αναφοράς ως προς την απόδοση. Μια πρώτη εξέταση απαριθμεί ελάχιστους τομείς. Η ΕΟΚΕ αναφέρει ότι την απαίτηση αυτή (συσσωρευμένα κριτήρια κόστους CO2 και έντασης των συναλλαγών) πληρούν μόνο έντεκα τομείς (8).

5.2

Μη δεσμευτική και χωρίς φιλοδοξίες, η συμφωνία της Κοπεγχάγης υπολείπεται σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα που ευχόταν η ΕΟΚΕ στη δήλωσή της του Νοεμβρίου 2009. Απλή δήλωση και χωρίς τη νομική αξία μιας Συνθήκης, η συμφωνία της Κοπεγχάγης αφήνει, επιπλέον, άλυτο το ζήτημα του μέλλοντος του πρωτοκόλλου του Κιότο. Ωστόσο, παρουσιάζει το πλεονέκτημα να προσφέρει μια πρώτη βάση καταγραφής και σύγκρισης των εθνικών προσπαθειών μετριασμού. Στο παράρτημα της Κοπεγχάγης, η Ευρώπη διατηρεί στο πλαίσιο της συμφωνίας την υπό όρους προσφορά της για τη μείωση κατά 30 % των αερίων θερμοκηπίων «εάν οι υπόλοιπες βιομηχανικές χώρες δεσμευτούν να πραγματοποιήσουν ανάλογες προσπάθειες».

5.3

Λόγω της παρούσας κατάστασης των επιπέδων δέσμευσης των υπολοίπων βιομηχανικών χωρών, η Ευρώπη μπορεί να περιοριστεί στον στόχο του – 20 %. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορεί να επιλέξει να περιορίσει τα προβλήματα απώλειας ανταγωνιστικότητας και διαρροής άνθρακα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκοί τομείς που έχουν ενταχθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή δεν απομακρύνει εντελώς το ζήτημα της διαρροής άνθρακα για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι οι στόχοι και οι δεσμεύσεις μείωσης των άλλων χωρών περιλαμβάνονται απλά στο παράρτημα της συμφωνίας της Κοπεγχάγης χωρίς να έχει προσδιορισθεί σαφώς κάποιος νομικός μηχανισμός σύγκρισης των εκπομπών μεταξύ χωρών,

Ο δεύτερος είναι ότι παρά την ανακοίνωση της δημιουργίας αγορών άνθρακα σε διάφορα μέρη του κόσμου (στον Καναδά το 2010, την Αυστραλία το 2011 και τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2012), οι προθεσμίες συνεχώς μετατίθενται. Οι τιμές CO2 που αναμένονται στις αγορές είναι ακόμη περιορισμένες και παραμένουν χαμηλότερες της μέσης κοινοτικής τιμής.

5.4

Συνδέοντας την προσφορά της για μείωση των εκπομπών κατά 30 % το 2020 με τις προσπάθειες και τις δεσμεύσεις των υπολοίπων χωρών, η Ευρώπη εξαρτάται πλέον από μια υποθετική πολυμερή συμφωνία προκειμένου να προβεί σε πραγματική αλλαγή πορείας προς την ανάπτυξη ενός προτύπου χαμηλής κατανάλωσης άνθρακα και να επιτύχει να διαιρέσει δια του 4 τις εκπομπές της ως το 2050. Ανεξάρτητα από κάθε όρο και στόχο αυτού του είδους, η σταδιακή «απεξάρτηση» της οικονομίας από τον άνθρακα εκλαμβάνεται στις ΗΠΑ και την Κίνα έως μια μονομερής λογική από τη «βάση στην κορυφή» όσον αφορά τις επενδύσεις και την καινοτομία. Κατά έναν τρόπο, η συμφωνία της Κοπεγχάγης αποτελεί στοίχημα στην τεχνολογία. Ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσει και η Ευρώπη.

5.5

Για να αναπτύξει μια πράσινη οικονομία και για να διατηρήσει την ηγετική της θέση στο θέμα αυτό, η Ευρώπη θα πρέπει, προς όφελος τόσο δικό της όσο και του κλίματος, να να είναι ιδιαίτερα φιλόδοξη όσον αφορά την προοδευτική μείωση ώστε να επιτευχθεί η εμίωση κατά 80 % το 2050, με π.χ. έναν ενδιάμεσο στόχο ύψους 25-40 % μεταξύ 2020 και 2030. Η ΕΟΚΕ προτείνει την επεξεργασία αξιολογήσεων αντικτύπου (για το περιβάλλον, την απασχόληση και την ανάπτυξη) προκειμένου να προβλεφθεί η μετάβαση μεταξύ 2020 και 2050.

5.6

Ο καθορισμός του ενδιάμεσου αυτού στόχου πρέπει να συνοδεύεται από κανονιστικά και φορολογικά μέτρα που να ευνοούν την αύξηση των επενδύσεων στην έρευνα και στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών. Όπως υπογραμμίζει και η ανακοίνωση Ευρώπη 2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (9), οι δαπάνες για Ε&Α είναι χαμηλότερες του 2 % στην Ευρώπη, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέρχονται στο 2,6 % και στην Ιαπωνία στο 3,4 %, κυρίως λόγω του χαμηλού επιπέδου ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτά τα επίπεδα δαπανών για Ε&Α δεν συνάδουν με τους στόχους της Ένωσης (3 %) και το διακύβευμα του κλίματος. Για την επίτευξη προόδου στην κατεύθυνση αυτή, η ΕΟΚΕ προτείνει την κατάρτιση αναλύσεων αντίκτυπου (για το περιβάλλον, την απασχόληση και την ανάπτυξη) προκειμένου να προβλεφθεί η μετάβαση στην επόμενη φάση το 2020 καθώς και στις μετέπειτα (2030, 2040, 2050).

5.7

Και στις δύο περιπτώσεις, είτε μετριοπαθής είτε φιλόδοξη επιλογή, τα κράτη μέλη της ΕΕ διατρέχουν τον κίνδυνο να περιλαμβάνονται για μερικά ακόμη χρόνια μεταξύ των ελάχιστων χωρών που ορίζουν τιμή για το CO2 (σε επίπεδο όχι αμελητέο) μέσω μιας αγοράς ανταλλαγών ποσοστώσεων εκπομπών. Χωρίς να απαρνηθεί τις υψηλές πολυμερείς φιλοδοξίες της για τις επόμενες διασκέψεις των συμβαλλομένων μερών στο Μεξικό (2010) και στην Ινδία (2011), η Ευρώπη δεν πρέπει να διακινδυνεύσει να παραμελήσει πολιτικές από τη «βάση προς τα άνω» στους τομείς της έρευνας, της καινοτομίας και των επενδύσεων. Όμως, εάν επικεντρωθεί στα αποτελέσματα της αγοράς άνθρακα, η ΕΕ διατρέχει τον κίνδυνο να παραμελήσει άλλες χρήσιμες πολιτικές υπέρ της έρευνας, της καινοτομίας και των επενδύσεων. Ήδη, τα διάφορα σχέδια ανάκαμψης στην Ευρώπη δεν πέτυχαν τον στόχο αυτό, σε αντίθεση με την Ασία και την Αμερική.

5.8

Εξετάζοντας σοβαρά το ζήτημα, η ΕΟΚΕ συνιστά να ακολουθηθεί ρεαλιστική προσέγγιση όσον αφορά την αντιμετώπιση των διαρροών άνθρακα. Ευρέως διαδεδομένη, η δωρεάν παραχώρηση πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται έτσι ώστε να υπάρχει συνοχή με τις στρατηγικές επιλογές της Ένωσης. Η προσαρμογή στα σύνορα δεν μπορεί να αιτιολογηθεί στον ΠΟΕ ενόσω η Ευρωπαϊκή Ένωση τάσσεται υπέρ της δωρεάν κατανομής· πράγματι, το EU ETS δεν ισοδυναμεί με φόρο (που αυτός μπορεί να προσαρμοστεί στα σύνορα) παρά μόνο στην περίπτωση που οι ποσοστώσεις τίθενται εξολοκλήρου σε πλειστηριασμό. Το πλέον σκόπιμο θα ήταν να υπάρχει προσφυγή σε τέτοιες προσαρμογές μόνον για μεταβατικές περιόδους και για ελάχιστες δασμολογικές κλάσεις, σε διαπιστωμένες περιπτώσεις κινδύνου «διαρροής άνθρακα» όταν εξαντληθεί η προσφυγή στην δωρεάν κατανομή. Μόνον οι πολύ στοχευμένες και αιτιολογημένες προσαρμογές θα μπορούν να υποβάλλονται στον Οργανισμό επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ· τούτο είναι και το κύριο κεκτημένο της Κοπεγχάγης, δηλαδή η συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας σε λιγότερο από 2 °C.

5.9

Μεσοπρόθεσμα, μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει επαρκή χρηματοδότηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής μετριασμού. Η εφαρμογή της μπορεί να ξεκινήσει με πιλοτικά σχέδια για τη σύλληψη και την αποθήκευση άνθρακα και να προβλέπει τη σύσταση επιτροπής παρακολούθησης των επενδύσεων και επιμερισμό της διανοητικής ιδιοκτησίας. Η λήψη προσωρινών μέτρων προσαρμογής είναι αξιόπιστη μόνον εάν συνοδεύεται από πολιτικές καινοτομίας που επιδιώκουν την εξεύρεση λύσεων βιώσιμης ανάπτυξης.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Άρθρο XX ΠΟΕ. ΤΟ άρθρο XX της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου(GATT) προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης από τους κανόνες των ελεύθερων συναλλαγών εφόσον τα μέτρα λαμβάνονται για την προστασία του περιβάλλοντος.

(2)  Commerce et changement climatique, OMC et PNUE, juin 2009.

(3)  CESE 461/2010, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ

(4)  Βλ. υποσημείωση 16.

(5)  Οδηγία 2009/29/ΕΚ, ΕΕ αριθ. L 140 της 5.6.2009, σελ. 63.

(6)  Η πρώτη φάση του EU ETS (2005-2007) ήταν πειραματική και κατέστησε δυνατό τον καθορισμό της τιμής του άνθρακα, το ελεύθερο εμπόριο ποσοστώσεων εκπομπών σε όλη την ΕΕ και την διαμόρφωση της απαραίτητης υποδομής για την εποπτεία, δήλωση και επαλήθευση των πραγματικών εκπομπών των επιχειρήσεων που υπόκεινται στο σύστημα. Η δεύτερη φάση (2008-2012) συμπίπτει με την πρώτη δεσμευτική περίοδο του πρωτοκόλλου του Κιότο (πενταετής περίοδος κατά την οποία η ΕΕ και τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν τους στόχους εκπομπών που ορίζει το πρωτόκολλο). Μια υπερβάλλουσα χορήγηση δικαιωμάτων κατά την πρώτη φάση οδήγησε σε πτώση των τιμών του CO2 κατά την έναρξη της δεύτερης φάσης. Η υπερβάλλουσα χορήγηση δικαιωμάτων κατά τη δεύτερη φάση συνεχίζεται σε ορισμένους τομείς.

(7)  Βλ. άρθρο 10α(15) της Οδηγίας 2003/87/CE σύμφωνα με το οποίο ένας τομέας ή επιμέρους τομέας θεωρείται ότι εκτίθεται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα εφόσον το άθροισμα του άμεσου και του έμμεσου πρόσθετου κόστους λόγω της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οδηγεί σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, που υπολογίζεται ως ποσοστό ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, τουλάχιστον κατά 5%·: εφόσον η ένταση των συναλλαγών με τρίτες χώρες, που ορίζεται ως η σχέση μεταξύ της συνολικής αξίας των εξαγωγών συν την αξία των εισαγωγών από τρίτες χώρες, και το συνολικό μέγεθος της αγοράς για την Κοινότητα (ετήσιος κύκλος εργασιών + σύνολο εισαγωγών από τρίτες χώρες), υπερβαίνει το 10 %. Οι τομείς αυτοί είναι οι ακόλουθοι: παραγωγή αμύλων και προϊόντων αμύλου, ζάχαρης, άλλων ποτών που προέρχονται από ζύμωση, αιθυλικής αλκοόλης από υλικά που υφίστανται ζύμωση, χαρτιού και χαρτονιού, προϊόντων διύλισης πετρελαίου, επίπεδου και κοίλου γυαλιού, κεραμικών πλακιδίων και κυβόλιθων, σωλήνων από χυτοσίδηρο, η παραγωγή μολύβδου, ψευδαργύρου και κασσιτέρου. Εάν στα δύο αυτά κριτήρια προστεθεί το κριτήριο του πρόσθετου κόστους κατά 30 % ή σε εμπορικό άνοιγμα μεγαλύτερο του 30 %, ο κατάλογος συμπεριλαμβάνει 13 ακόμη τομείς, δηλαδή ένα σύνολο 27 τομέων.

(8)  Απόφαση της Επιτροπής της 24.12.2009, που κοινοποιήθηκε με το έγγραφο C(2009) 10251 (1) EE αριθ. L 1 της 5.1.2010, σελ 10-18.

(9)  COM(2010) 2020 « ΕΥΡΩΠΗ 2020: Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη »