52010DC0418




[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ |

Βρυξέλλες, 3.8.2010

COM(2010) 418 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

γενική έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του Ταμείου Εγγυήσεων SEC(2010) 968

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ γενική έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του Ταμείου Εγγυήσεων 1

1. Εισαγωγή- Το Ταμείο που προστατεύει την Ένωση από την ενεργοποίηση των εγγυήσεων σε περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων από το 1994 3

2. Λειτουργία του Ταμείου κατα την περίοδο 2007-2009 3

2.1. Πράξεις που καλύπτει το Ταμείο 3

2.1.1. Παρακολούθηση των κινδύνων 4

2.1.2. Εξωτερικός δανεισμός της ΕΤΕπ - όγκοι και κύρια χαρακτηριστικά κινδύνων των εγγυήσεων που παρέχονται στην ΕΤΕπ 4

2.1.3. Μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή που καλύπτεται από το Ταμείο 5

2.1.4. Πράξεις Ευρατόμ που καλύπτονται από το Ταμείο 5

2.2. Τροφοδότηση του Ταμείου - ικανοποιητική εμπειρία με τον νέο μηχανισμό τροφοδότησης 5

2.3. Άλλες παράμετροι του νέου μηχανισμού τροφοδότησης 6

3. Διαχείριση των διαθεσίμων του Ταμείου στο δυσχερεσ περιβάλλον της αγοράς - Ανάπτυξη και επίδοση του Ταμείου κατά την περίοδο 2007-2009 7

3.1. Περιβάλλον κρίσης 7

3.2. Ανάπτυξη του χαρτοφυλακίου του Ταμείου 7

4. Αξιολόγηση του ποσοστού-στόχου 8

4.1. Ανάλυση χαρακτηριστικών πιστωτικού κινδύνου 8

4.2. Ποσοστό-στόχος 8

5. Αξιολόγηση του Ταμείου από εξωτερικό σύμβουλο 9

5.1. Κύρια ευρήματα: 9

5.2. Συστάσεις: 10

5.3. Συγκεκριμένη ποσοτική αξιολόγηση του ποσοστού-στόχου 10

5.4. Επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης - αυξημένος όγκος δανείων μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής 10

5.5. Πιθανή επίπτωση στην αύξηση του ρυθμού εκταμιεύσεων της ΕΤΕπ 11

5.6. Συστάσεις για το επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο για την μετά το 2013 περίοδο 11

5.7. Αναθεώρηση των θεσμικών ρυθμίσεων για τη διαχείριση των διαθεσίμων του Ταμείου που αναφέρονται στην γενική έκθεση του 2006 11

6. Συμπέρασμα 13

1. Εισαγωγή- Το Ταμείο που προστατεύει την Ένωση από την ενεργοποίηση των εγγυήσεων σε περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων από το 1994

Το Ταμείο Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις («το Ταμείο») συστάθηκε το 1994 με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 της 31ης Οκτωβρίου 1994[1] με σκοπό την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων των δικαιούχων δανείων που έχει χορηγήσει ή εγγυηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο κανονισμός του Ταμείου τροποποιήθηκε τρεις φορές[2] και επί του παρόντος λειτουργεί σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 480/2009 της 25ης Μαΐου 2009[3] (κωδικοποιημένη έκδοση).

Τρεις αναθεωρήσεις της λειτουργίας του Ταμείου πραγματοποιήθηκαν το 1998, το 2003 και το 2006. Εκτός της τελευταίας αναθεώρησης του 2006, εφαρμόστηκε ένας νέος μηχανισμός τροφοδότησης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 2007. Μια διοργανική συμφωνία[4] μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής προβλέπει ότι στο πλαίσιο της επόμενης γενικής έκθεσης σχετικά με τη λειτουργία του Ταμείου Εγγύησης πρέπει να γίνεται πλήρης ανάλυση του νέου μηχανισμού τροφοδότησης. Σε αυτό το πλαίσιο, τον Σεπτέμβριο του 2009 η Επιτροπή ανέθεσε σε μια εταιρεία συμβούλων την αξιολόγηση του Ταμείου Εγγύησης, προκειμένου να αξιολογήσει τη λειτουργία του νέου μηχανισμού τροφοδότησης και τις διαφορετικές παραμέτρους του Ταμείου Εγγύησης, και ειδικά τον στόχο του 9% όσον αφορά το ποσοστό τροφοδότησης.

Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής συμπληρώνει την παρούσα έκθεση με διαγράμματα και πίνακες.

Η παρούσα έκθεση καταδεικνύει ότι το Ταμείο Εγγυήσεων λειτουργεί εύρυθμα με την παρούσα μορφή του και ότι ο νέος μηχανισμός τροφοδότησης εκπλήρωσε τις προσδοκίες. Αυτή η ανάλυση υπόκειται στα ευρήματα της αξιολόγησης του Ταμείου Εγγύησης που εκπονήθηκε από εξωτερικό σύμβουλο, η οποία συγκεκριμένα επιβεβαιώνει ότι το ποσοστό-στόχος του 9% είναι κατάλληλο εν όψει του κινδύνου που καλύπτεται από το Ταμείο.

Συνεπώς, η έκθεση συμπεραίνει ότι επί του παρόντος δεν συντρέχει λόγος τροποποίησης της νομικής βάσης του Ταμείου ή άλλων παραμέτρων του Ταμείου.

2. Λειτουργία του Ταμείου κατα την περίοδο 2007-2009

2.1. Πράξεις που καλύπτει το Ταμείο

Τρεις είναι οι δανειοδοτικές πράξεις που καλύπτονται από το Ταμείο με εγγυήσεις αφορούν τρία βάσει του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης: εγγυήσεις για τα εξωτερικά δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και εγγυήσεις δανείων, εξωτερικά δάνεια της Ευρατόμ και δάνεια μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής (ΜΧΣ) της ΕΕ προς τρίτες χώρες. Το οργανόγραμμα του Ταμείου στο έγγραφο των υπηρεσιών της Επιτροπής περιγράφει τη λειτουργία του Ταμείου και όλες τις χρηματοδοτικές ροές που περιλαμβάνει η λειτουργία του Ταμείου.

2.1.1. Παρακολούθηση των κινδύνων

Το Ταμείο καλύπτει κινδύνους που συνδέονται με δάνεια και εγγυήσεις δανείων υπέρ τρίτων χωρών. Στα τέλη του 2009 το Ταμείο κάλυψε ποσό 16,361 δισεκατομμυρίων ευρώ εγγυημένων δανειοδοτικών πράξεων, εκ των οποίων 16,239 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούσαν κεφάλαιο και 122 εκατομμύρια ευρώ τόκους υπερημερίας. Από τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ η εντολή της ΕΤΕπ για εξωτερικά δάνεια[5] το 2007 το ποσό των κεφαλαίων που καλύφθηκαν αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 15% ετησίως και έφθασε στα 16,361 εκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση των κεφαλαίων που καλύφθηκαν από το Ταμείο δε σημαίνει ότι το Ταμείο διατρέχει υψηλότερο κίνδυνο ανά ευρώ που κάλυψε. Η παρακολούθηση των κινδύνων που επωμίζεται η ΕΤΕπ καταδεικνύει ότι οι πιστωτικοί κίνδυνοι παραμένουν σταθεροί όσον αφορά τις νέες πράξεις, εφόσον τα νέα δάνεια συνάπτονται για έργα που έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά κινδύνου με τα χαρτοφυλάκια των υπαρχόντων δανείων (βλ. γραφήματα στην ενότητα 5 του εγγράφου των υπηρεσιών της Επιτροπής). Αυτό ισχύει από το 2000. Για τον λόγο αυτό, η προηγούμενη γενική έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα το 2006 ότι το ποσοστό-στόχος διατηρήθηκε στο 9%.

2.1.2. Εξωτερικός δανεισμός της ΕΤΕπ - όγκοι και κύρια χαρακτηριστικά κινδύνων των εγγυήσεων που παρέχονται στην ΕΤΕπ

Περίπου το 97% των συνολικών ανεξόφλητων ποσών που καλύπτονται από το Ταμείο αφορά εγγυήσεις δανείων που δίδονται για δάνεια που χορηγούνται από την ΕΤΕπ για έργα σε τρίτες χώρες Από τις προβλέψεις σχετικά με την εκτέλεση της παρούσας εντολής προκύπτει ότι αυτό το υψηλό ποσοστό των εγγυήσεων της ΕΤΕπ στον κίνδυνο που καλύπτεται από το ταμείο θα παραμείνει αμετάβλητο στο μέλλον. Αν ένας δικαιούχος δανείου δεν προβεί στην οφειλόμενη πληρωμή την ημερομηνία που καθίσταται απαιτητή, η ΕΤΕπ ζητά από την Επιτροπή να καταβάλλει τα ποσά που οφείλει ο υπερήμερος οφειλέτης σύμφωνα με την αντίστοιχη σύμβαση εγγύησης μεταξύ της Επιτροπής και της ΕΤΕπ. Αν η ΕΤΕπ διαθέτει δεύτερο δημόσιο ή ιδιώτη εγγυητή επιπροσθέτως της εγγύησης της ΕΕ, υποχρεούται να ενεργοποιήσει αυτήν την εγγύηση, πριν καταπέσει η εγγύηση της ΕΕ.

Πίνακας 1: Ποσοστό των πράξεων της ΕΤΕπ που καλύφθηκε από το Ταμείο το 2009 (οφειλόμενο κεφάλαιο και τόκοι)

[pic]

Η εγγύηση της ΕΕ καλύπτει όλους τους πιστωτικούς κινδύνους μιας εγγυημένης δανειοδοτικής πράξης σε τρίτη χώρα. Όλες οι χρηματοδοτικές πράξεις που συνάπτει η ΕΤΕπ με μια χώρα, με ένα δημόσιο φορέα ή έναν ιδιωτικό φορέα που καλύπτεται από κρατική εγγύηση, καλύπτονται αυτοδικαίως από μια γενική εγγύηση. Για άλλους τύπους πράξεων, κυρίως πράξεις που αφορούν στον ιδιωτικό τομέα, η εγγύηση περιορίζεται στις επακριβώς καθορισμένες περιπτώσεις πολιτικού κινδύνου.

2.1.3. Μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή που καλύπτεται από το Ταμείο

Για το συγκεκριμένο είδος πράξεων που καλύπτονται από το Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δανείζεται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και δανείζει περαιτέρω το προϊόν του δανείου (στη βάση τύπου «back-to-back») σε χώρες μη μέλη (δάνεια ΜΧΣ). Όλα τα δάνεια ΜΧΣ πρέπει να εγκριθούν ένα-ένα από το Συμβούλιο. Η αποπληρωμή του δανείου είναι προγραμματισμένη, ώστε να συμπίπτει με την αποπληρωμή των δανειακών οφειλών της ΕΕ.

2.1.4. Πράξεις Ευρατόμ που καλύπτονται από το Ταμείο

Το δάνειο της Ευρατόμ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση έργων εντός των κρατών-μελών (απόφαση του Συμβουλίου 77/270/Ευρατόμ) ή ορισμένων τρίτων χωρών (Ουκρανία, Ρωσία ή Αρμενία) (απόφαση του Συμβουλίου 94/179/Ευρατόμ). Το 1990 το Συμβούλιο έθεσε ένα όριο δανεισμού ύψους 4 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων περίπου 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν ήδη εγκριθεί και εκταμιευτεί. Το 2002, η Επιτροπή πρότεινε την αύξηση του ορίου δανεισμού από 4 δισεκατομμύρια ευρώ σε 6 δισεκατομμύρια ευρώ, επ’ αυτού όμως δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία με το Συμβούλιο.

Όσον αφορά τα δάνεια ΜΧΣ, η Ευρατόμ δανείζεται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές (στη βάση του «back-to-back») και δανείζει περαιτέρω το προϊόν του δανείου σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας σε ορισμένες τρίτες χώρες. Η αποπληρωμή του δανείου είναι έτσι προγραμματισμένη, ώστε να συμπίπτει με την αποπληρωμή των δανειακών οφειλών της Ευρατόμ.

Το 2009 ποσοστό των πράξεων της Ευρατόμ ήταν οριακό (μικρότερο από 1%) σε σύγκριση με το συνολικό ανεξόφλητο ποσό των κεφαλαίων και τόκων που καλύπτονται από το Ταμείο (βλέπε πίνακα 1 παραπάνω).

2.2. Τροφοδότηση του Ταμείου - ικανοποιητική εμπειρία με το ν νέο μηχανισμό τροφοδότησης

Ο νέος μηχανισμός τροφοδότησης που θεσπίστηκε το 2007 τροποποίησε τους κανόνες τροφοδότησης για το Ταμείο, τερματίζοντας στην προηγούμενη πρακτική τροφοδότησης του Ταμείου που βασιζόταν στις προβλέψεις των συναπτόμενων δανείων ανεξάρτητα από τις πραγματικές εκταμιεύσεις. Ο νέος μηχανισμός τροφοδότησης βασίζεται επί του παρόντος στις καθαρές εκταμιεύσεις. Αυτή η αλλαγή πέτυχε τον βασικό σκοπό της, δηλαδή τη βελτίωση της λειτουργίας του Ταμείου με τη μείωση των ετήσιων μεταφορών μεταξύ του προϋπολογισμού της Ένωσης και του Ταμείου σε μόνο μία καταβολή ετησίως, και με τη βελτίωση της ακρίβειας των δημοσιονομικών ροών μεταξύ του Ταμείου και του προϋπολογισμού. Πράγματι, καθώς η τροφοδότηση πραγματοποιείται βάσει των καθαρών εκταμιεύσεων των εγγυημένων δανείων, οι απαραίτητοι δημοσιονομικοί πόροι για την τροφοδότηση μπορούν να ενσωματώνονται εγκαίρως στην κανονική δημοσιονομική διαδικασία. Αυτή η αλλαγή έθεσε τέλος στη δομική υπερτροφοδότηση που είχε παρατηρηθεί με τον προηγούμενο μηχανισμό τροφοδότησης, ο οποίος ήταν κατάλληλος για το στάδιο εκκίνησης του Ταμείου.

Όπως φαίνεται στον πίνακα 2 του εγγράφου των υπηρεσιών της Επιτροπής κατά το πρώτο μισό του τρέχοντος δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2007-2011, οι διαθέσιμοι δημοσιονομικοί πόροι για την τροφοδότηση του Ταμείου ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ περίπου, που αποφασίστηκαν από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, ήταν υπερεπαρκείς για την τροφοδότηση του Ταμείου. Ωστόσο, ανάλογα με το ποσοστό υλοποίησης της εντολής της ΕΤΕπ για τα εξωτερικά δάνεια, οι εκτιμήσεις για τις ανάγκες του Ταμείου για τα έτη 2012 και 2013 υποδεικνύουν ότι το Ταμείο μπορεί να χρειαστεί περίπου 598 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό που περιλαμβάνεται στον ενδεικτικό δημοσιονομικό προγραμματισμό για τα έτη 2012-2013 είναι 400 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό θα αυξηθεί με τους τόκους επί των διαθεσίμων του Ταμείου (βλέπε ενότητα 3.2). Για ολόκληρη την περίοδο 2007-2013 το σύνολο των πόρων που χρησιμοποιήθηκαν και έχουν προβλεφθεί αναμένεται να ανέλθουν σε ποσό κατά πολύ χαμηλότερο των 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε αρχικά προβλεφθεί για το δημοσιονομικό πλαίσιο 2007-2013. Η αναλογία μεταξύ του συνόλου των μεταφορών από τον προϋπολογισμό στο Ταμείο και η συνολική δημοσιονομική επιχορήγηση αναμένεται να ανέλθει περίπου στο 60% στο τέλος της περιόδου 2007-2013.

2.3. Άλλες παράμετροι του νέου μηχανισμού τροφοδότησης

Προκειμένου να προστατεύσει τον προϋπολογισμό της ΕΕ από κλυδωνισμούς, ο μηχανισμός τροφοδότησης προβλέπει έναν μηχανισμό εξομάλυνσης που στοχεύει στον περιορισμό του ετήσιου ποσού που μεταφέρεται στο Ταμείο, σε περίπτωση μεγάλων αθετήσεων υποχρεώσεων. Επιπλέον καθιερώθηκαν οι επονομαζόμενες τιμές ενεργοποίησης μηχανισμών. Η λειτουργία των τιμών αυτών είναι η ενημέρωση της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής σχετικά με μεγάλες ζημίες του Ταμείου (τιμή ενεργοποίησης 80%, δηλ. όταν η τιμή του Ταμείου είναι χαμηλότερη του 80% του ποσού- στόχου) ή η εκπόνηση έκθεσης από την Επιτροπή για εξαιρετικά μέτρα που μπορεί να απαιτούνται για την ανασύσταση του Ταμείου (τιμή ενεργοποίησης 70%).

Η λειτουργία του μηχανισμού εξομάλυνσης μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Στην περίπτωση που, συνεπεία μιας ή περισσοτέρων αθετήσεων υποχρεώσεων, το ποσό που καλύπτεται από το Ταμείο υπερβεί τα 100 εκατομμύρια ευρώ σε ένα δεδομένο έτος (που έχει επίπτωση στον προϋπολογισμό στην αρχή του έτους n+2 μετά την αθέτηση υποχρέωσης), το ποσό άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ καταβάλλεται στο Ταμείο σε ετήσιες δόσεις μέγιστου ποσού 100 εκατομμυρίων ευρώ κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών. Το ποσό της ετήσιας δόσης θα είναι το μικρότερο από τα εξής δύο: 100 εκατομμύρια ευρώ ή το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό (άρθρο 6 του κανονισμού αριθ. 480/2009).

Ο μηχανισμός εξομάλυνσης δεν έχει ενεργοποιηθεί από τη θέσπιση του νέου μηχανισμού τροφοδότησης καθώς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν έχει υπάρξει ενεργοποίηση των εγγυήσεων του Ταμείου.

3. Διαχείριση των διαθεσίμων του Ταμείου στο δυσχερεσ περιβάλλον της αγοράς - Ανάπτυξη και επίδοση του Ταμείου κατά την περίοδο 2007-2009

3.1. Περιβάλλον κρίσης

Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2007 - 2009 η απόλυτη απόδοση του χαρτοφυλακίου του Ταμείου παρέμεινε διαχρονικά θετική και το χαρτοφυλάκιο δεν υπέστη καμία κεφαλαιακή ζημία ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Ούτε οι εξωτερικοί ούτε οι εσωτερικοί ελεγκτές ή το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε ανησυχία σχετικά με τη διαχείριση των διαθεσίμων του Ταμείου από την ΕΤΕπ υπό την επίβλεψη των υπηρεσιών της Επιτροπής. Η ΕΤΕπ διαχειρίστηκε τα διαθέσιμα του Ταμείου υπό την επίβλεψη της Επιτροπής με μεγάλη επιτυχία σε ένα δύσκολο χρηματοοικονομικό περιβάλλον.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 2007-2009 το Ταμείο είχε συνολικά μέση ετήσια απόδοση περίπου +4,6928%. Όμως, στο πλαίσιο της πιο σοβαρής κρίσης στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κατά το πρόσφατο παρελθόν, το Ταμείο είχε μέση χαμηλότερη επίδοση από τον δείκτη αναφοράς του της τάξεως των -15,27 περίπου μονάδων βάσης ανά έτος. Το ύψος του συνόλου των κεφαλαίων που διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου Εγγύησης ανήλθε στις 31 Δεκεμβρίου 2009 στην αγοραστική τιμή των 1.204,5 εκατομμυρίων ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των μετρητών), με τροποποιημένη διάρκεια 3,01 έτη.

3.2. Ανάπτυξη του χαρτοφυλακίου του Ταμείου

Το γράφημα 2 του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής καταδεικνύει ότι ο όγκος του Ταμείου μειώθηκε το 2007 μετά την εφαρμογή του νέου μηχανισμού τροφοδότησης, για να αυξηθεί το 2008 και να φτάσει τα 1.204,5 εκατομμύρια ευρώ το 2009. Η μείωση το 2007 οφείλεται στον αργό ρυθμό εκταμίευσης των δανείων στην αρχή της τρέχουσας εντολής της ΕΤΕπ, που είχε ως αποτέλεσμα πλεόνασμα ύψους 125,75 εκατομμυρίων ευρώ τα οποία μεταφέρθηκαν από το Ταμείο στον προϋπολογισμό. Κατά μέσο όρο τα διαθέσιμα του Ταμείου αυξάνονταν κατά +2,5% ανά έτος από το 2007. Η αξία των διαθέσιμων του Ταμείου αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται και να ανέλθει περίπου στα 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2013. Η πιθανή επιτάχυνση του ρυθμού των εκταμιεύσεων βάσει της εντολής εξωτερικών δανείων το 2010 και η πιθανή αύξηση των πράξεων ΜΧΣ εξηγούν τις προβλέψεις για γρηγορότερη αύξηση της αξία των διαθεσίμων του Ταμείου (βλέπε ενότητες 6 και 7 του εγγράφου των υπηρεσιών της Επιτροπής).

Επιπροσθέτως της τροφοδότησης μέσω του σχετικού κονδυλίου του προϋπολογισμού, η άλλη κύρια πηγή εσόδων του Ταμείου είναι οι τόκοι επί των διαθεσίμων του. Οι τόκοι επί των διαθεσίμων του Ταμείου έφθασαν στα ιστορικά χαμηλότερα επίπεδά τους καθώς άρχισαν να μειώνονται από το 2007 λόγω της γενικής ύφεσης της αγοράς επιτοκίων. Οι τόκοι που προέκυψαν κατά την περίοδο 2007-2009 ανήλθαν στα 146 εκατομμύρια ευρώ (βλέπε πίνακα 1 του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, εισροές και εκροές από την ίδρυση του Ταμείου). Στα τέλη του 2009 τα συνολικά διαθέσιμα του ταμείου ήταν 1.204,5 εκατομμύρια ευρώ (αγοραστική αξία). Το 84,3% του ποσού αυτού επενδύθηκε σε ομόλογα, το 15,6% σε καταθέσεις και το 0,1% τηρήθηκαν σε λογαριασμούς όψεως.

4. Αξιολόγηση του ποσοστού-στόχου

Το 2006 τροποποιήθηκε η νομική βάση του Ταμείου προκειμένου να εφαρμοσθεί ο νέος μηχανισμός τροφοδότησης το 2007[6], και η Επιτροπή συμφώνησε να παρουσιάσει στην παρούσα γενική έκθεση μια ανάλυση της λειτουργίας του νέου μηχανισμού. Επιπλέον, συμφωνήθηκε να επανεξεταστεί η καταλληλότητα των κυρίων παραμέτρων του Ταμείου, κυρίως το ποσοστό-στόχος του 9% (σχέση του μεγέθους του Ταμείου προς το συνολικό ποσό κινδύνων που καλύπτονται).

4.1. Ανάλυση χαρακτηριστικών πιστωτικού κινδύνου

Τα χαρακτηριστικά πιστωτικού κινδύνου του Ταμείου δεν τροποποιήθηκαν από την τελευταία γενική έκθεση του 2006 (βλέπε παράγραφο 2.1.1 ανωτέρω και γραφήματα στην ενότητα 5 στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής: τα χαρακτηριστικά κινδύνου των δανείων που καλύφθηκαν από το Ταμείο το 2006 και το 2009). Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου το Ταμείο δεν ενεργοποίησε εγγυήσεις για να καλύψει αθέτηση υποχρεώσεων. Η ανάλυση των χαρακτηριστικών πιστωτικού κινδύνου των δανείων που καλύφθηκαν από το ταμείο υποδεικνύει ότι το ποσοστό-στόχος δεν χρειαζόταν μεταβολή. Ο κίνδυνος αθέτησης υποχρεώσεων από τους δικαιούχους των δανείων υφίσταται και αντικατοπτρίζεται στη διατήρηση του ποσοστού-στόχου στο 9%. Σημειώνεται ότι περίπου το 14% του δανειστικού χαρτοφυλακίου το 2009 βαθμολογήθηκε με λιγότερο από Β (Moody's ή αντίστοιχο), που σημαίνει ότι σύμφωνα με τα ιστορικά σωρευτικά ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων όσον αφορά τους διάφορους βαθμούς πιστοληπτικής ικανότητας για κινδύνους του δημοσίου σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα που δημοσιεύονται από μεγάλους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων σε 1 έτος δεν είναι αμελητέα.

Η σχετική σταθερότητα των χαρακτηριστικών κινδύνου οφείλεται στη γεωγραφική κατανομή των δανειοδοτικών πράξεων που καλύπτονται από το Ταμείο, η οποία παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη την περίοδο 2000-2009. Η κατανομή που προέβλεπε η εντολή της ΕΤΕπ συνέβαλε σε αυτήν τη σταθερότητα καθώς η κατανομή των δανειοδοτικών πράξεων μεταξύ της προηγούμενης και της τρέχουσας εντολής είναι παρόμοια. Περίπου το 81% των δανειοδοτικών πράξεων εστιάζουν στις μεσογειακές χώρες και περιλαμβάνουν εν δυνάμει υποψήφιες και υποψήφιες χώρες (βλέπε γράφημα 3 στο έγγραφο των υπηρεσιών της Επιτροπής: η γεωγραφική κατανομή των δανειοδοτικών πράξεων που καλύφθηκαν από το Ταμείο το 2009). Το Ταμείο καλύπτει τον πιστωτικό κίνδυνο αθέτησης υποχρεώσεων σε 42 χώρες. Οι 10 πρώτες χώρες αντιστοιχούν στο 81% της συνολικού κινδύνου. Ο μέγιστος κίνδυνος σε μία χώρα αντιστοιχεί στο 27% του συνολικού κινδύνου για το 2009.

Από το 1994 το Ταμείο χρειάσθηκε να ενεργοποιήσει εγγυήσεις για το ποσό των 478 εκατομμυρίων ευρώ συνολικά και είχε ποσοστό ανάκτησης 100% (βλέπε πίνακα 1 του SWD). Οι τελευταίες καταπτώσεις έγιναν το 2003 και το 2004 σχετικά με τη Δημοκρατία της Αργεντινής για συνολικό ποσό περίπου 10 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Τα ποσά ανακτήθηκαν πλήρως το 2004 και το 2008 όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας.

4.2. Ποσοστό-στόχος

Βάσει των προηγούμενων παρατηρήσεών μας και της ανάλυσης των χαρακτηριστικών πιστωτικού κινδύνου για τις τρέχουσες δανειοδοτικές πράξεις που καλύπτονται από το Ταμείο η κυριότερη παράμετρος του Ταμείου (το ποσοστό-στόχος 9%) καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να καλύπτεται επαρκώς ο κίνδυνος που επωμίζεται το Ταμείο και η ενδεχόμενη εξέλιξη του εν λόγω πιστωτικού κινδύνου λόγω των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης.

5. Αξιολόγηση του Ταμείου από εξωτερικό σύμβουλο

Την αξιολόγηση του Ταμείου ανέλαβαν οι εταιρείες GHK Consulting και Volterra Consulting από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως τον Φεβρουάριο του 2010.

Σκοπός της αξιολόγησης ήταν η εκτίμηση της καταλληλότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του Ταμείου, με ειδική έμφαση στην καταλληλότητα των τρεχόντων επιπέδων των κύριων παραμέτρων του Ταμείου κυρίως του ποσοστού-στόχου.

Προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ζητήματα αξιολόγησης, η μελέτη συνδύασε διάφορες ποιοτικές και ποσοτικές τεχνικές, συμπεριλαμβανομένης της δευτερογενούς στατιστικής έρευνας και ανάλυσης, των συνεντεύξεων, καθώς και της ποσοτικής ανάλυσης κινδύνου (προσομοιώσεις Monte Carlo).

5.1. Κύρια ευρήματα:

- Το Ταμείο είναι ένας αποτελεσματικός και αποδοτικός μηχανισμός για την κάλυψη των κινδύνων που σχετίζονται με τις εξωτερικές πράξεις δανεισμού της ΕΕ.

- Το κόστος λειτουργίας του Ταμείου κρίνεται ικανοποιητικό σε σχέση με τη δημοσιονομική προστασία και τη σταθερότητα που παρέχει το Ταμείο.

- Οι τρέχουσες μέθοδοι διαχείρισης του Ταμείου λειτουργούν αποτελεσματικά και είναι κατάλληλες για τον σκοπό που καλούνται να εξυπηρετήσουν.

- Το ποσοστό-στόχος του 9% βρίσκεται στο κατάλληλο επίπεδο και παρέχει επαρκή σε περίπτωση ζημιών. Ακόμα και σε ένα ακραίο σενάριο[7] (αθέτηση υποχρεώσεων σε βαθμό που ακόμα δεν έχει παρατηρηθεί στα δάνεια της ΕΕ), η ποσοτική αξιολόγηση δείχνει ότι μπορεί να προβλεφθεί ετήσια ζημία ένα προς είκοσι.

- ο μηχανισμός τροφοδότησης λαμβάνει επαρκώς υπόψη του τα χαρακτηριστικά κινδύνου του Ταμείου. Δεδομένης της «μη πιθανής» παραβίασης από το Ταμείο των ορίων του 80% ή του 70 %, ο τρέχων μηχανισμός αφήνει επαρκή περιθώρια για τους κινδύνους σε περιπτώσεις μη εξόφλησης δανείων.

Όσον αφορά την επάρκεια των δημοσιονομικών πόρων που προβλέπονται για το Ταμείο, τα συμπεράσματα της αξιολόγησης είναι τα εξής:

- οι καταβολές στο Ταμείο που οφείλονται σε ζημίες περιορίζονται από τον μηχανισμό εξομάλυνσης στα 100 εκατομμύρια ευρώ. Τα αποτελέσματα της προσομοίωσης υποδηλώνουν ότι ο μηχανισμός εξομάλυνσης και το όριο των 100 εκατομμυρίων ευρώ είναι κατάλληλα·

- οι καταβολές στο Ταμείο που προκύπτουν από πρόσθετες εκταμιεύσεις προβλέπεται να αυξηθούν άνω του ετήσιου κονδυλίου του προϋπολογισμού, το οποίο ανέρχεται στα 200 εκατομμύρια ευρώ.

5.2. Συστάσεις:

- το Ταμείο πρέπει να συνεχίσει να καλύπτει τις πράξεις εξωτερικού δανεισμού της ΕΕ·

- το ποσοστό-στόχος του Ταμείου πρέπει να παραμείνει στο 9 %, με δυνατότητα επανεξέτασης κατά καιρούς·

- στο επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο οι δημοσιονομικοί πόροι που προβλέπονται για το Ταμείο πρέπει να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τα αναμενόμενα χαρακτηριστικά των αναγκών τροφοδότησης. Ομοίως, θα πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη αύξησης του ετήσιου κονδυλίου του προϋπολογισμού από 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ·

- πρέπει να διεξαχθεί περαιτέρω ανάλυση για να καθοριστεί αν η ίδια ποιότητα υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου μπορεί να επιτευχθεί από την Επιτροπή (σε σύγκριση με την ΕΤΕπ) με χαμηλότερο κόστος (σε σχέση με τις αμοιβές διαχείρισης που καταβάλλονται στην ΕΤΕπ).

5.3. Συγκεκριμένη ποσοτική αξιολόγηση του ποσοστού-στόχου

Η εξωτερική αξιολόγηση του Ταμείου που επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στην ποσοτική ανάλυση των χαρακτηριστικών κινδύνου του Ταμείου και το αντίστοιχο επίπεδο των διαθέσιμων του Ταμείου επιβεβαίωσε το συμπέρασμα των υπηρεσιών της Επιτροπής ότι το επίπεδο του ποσοστού-στόχου 9% επιτρέπει στο Ταμείο να εκπληρώσει το βασικό σκοπό του, ο οποίος είναι η παροχή ρευστότητας σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων από δανειζόμενους της ΕΕ και η παροχή δημοσιονομικής σταθερότητας. Η μελέτη επιβεβαιώνει ότι το τρέχον επίπεδο του 9% είναι κατάλληλο σε σχέση με τον παρόντα πιστωτικό κίνδυνο των δανείων και των πράξεων εγγυημένων δανείων που καλύπτονται από το Ταμείο. Η ανάλυση ευαισθησίας που εκπονήθηκε από τους εξωτερικούς συμβούλους, κατέδειξε ότι η πρόθεση της διατήρησης του ποσοστού-στόχου στο 9% είναι μια συνετή προσέγγιση όσον αφορά τα χαρακτηριστικά κινδύνου του χαρτοφυλακίου, που ήδη λαμβάνει υπόψη έναν αναπόφευκτο βαθμό αβεβαιότητας σχετικά με την πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων. Η μείωση του ποσοστού-στόχου από το τρέχον επίπεδο του 9%, που θα επέτρεπε τη μείωση της χρησιμοποίησης δημοσιονομικών πόρων που χορηγούνται για τη χρηματοδότηση της τροφοδότησης του Ταμείου, δεν θα αποτελούσε συνετή προσέγγιση. Αυτό όντως ισχύει, ειδικά αν κάποιος λάβει υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου του υπάρχοντος δανειοδοτικού χαρτοφυλακίου που καλύπτεται από το Ταμείο και εν όψει της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης πολλών χωρών συνεπεία της οικονομικής κρίσης.

5.4. Επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης - αυξημένος όγκος δανείων μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής

Η ένταση της διεθνούς οικονομικής κρίσης οδήγησε διάφορες χώρες που βρίσκονται στο προενταξιακό στάδιο και τις γείτονες χώρες να προσεγγίσουν την Επιτροπή, επίσημα ή ανεπίσημα, με αιτήματα για δάνεια ΜΧΣ. Η έγκριση δανείων ΜΧΣ υπέρ αυτών των χωρών θα σήμαινε την χορήγηση 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ κατά την περίοδο 2010 και 2011 (δεν υπάρχει πρόβλεψη για την περίοδο πέραν του 2011) καθώς και επιπλέον 135 εκατ. ευρώ κατά μέγιστο όριο για τροφοδότηση του Ταμείου από το 2012 το νωρίτερο, ανάλογα με το ρυθμό εκταμίευσης των δανείων.

5.5. Πιθανή επίπτωση στην αύξηση του ρυθμού εκταμιεύσεων της ΕΤΕπ

Ο ρυθμός εκταμιεύσεων της ΕΤΕπ για δάνεια που έχουν συναφθεί βάσει της τρέχουσας εντολής που παρατηρήθηκε την περίοδο 2007-2009 ήταν αργός. Συνεπώς, οι ετήσιες μεταφορές από τον προϋπολογισμό στο Ταμείο ήταν σαφώς κατώτερες των διαθέσιμων δημοσιονομικών μέσων. Η πιθανή αύξηση του ρυθμού εκταμίευσης της ΕΤΕπ σε συνδυασμό με την αύξηση των πράξεων ΜΧΣ κατά 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ θα σήμαινε ότι ο διαθέσιμος προϋπολογισμός για το Ταμείο πιθανόν να μην ήταν επαρκής χωρίς την αύξηση του σχετικού κονδυλίου για την τροφοδότηση του Ταμείου κατά την περίοδο 2012-2013. Το γεγονός αυτό θα αύξανε την πίεση στο κονδύλιο του προϋπολογισμού 01 04 01 14 για την τροφοδότηση του Ταμείου έως το τέλος του δημοσιονομικού πλαισίου το 2013.

5.6. Συστάσεις για το επόμε νο δημοσιονομικό πλαίσιο για την μετά το 2013 περίοδο

Είναι δύσκολο να εκτιμηθούν οι δημοσιονομικοί πόροι του Ταμείου μετά το 2014. Θα εξαρτηθούν κυρίως από τη μελλοντική μεταρρύθμιση της χρηματοδοτικής δομής της ΕΕ (βάσει της έκθεσης Camdessus[8]) και πιο συγκεκριμένα από τη νέα εξωτερική εντολή της ΕΤΕπ σύμφωνα με τα νέα δημοσιονομικά πλαίσια. Κατά την αξιολόγηση του Ταμείου πραγματοποιήθηκαν προσομοιώσεις βάσει μιας πανομοιότυπης εντολής για το επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο. Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων επιβεβαιώνουν ότι το προφίλ εκταμιεύσεων της ΕΤΕπ θα έχει και πάλι μεγάλη επίπτωση στις ανάγκες τροφοδότησης του Ταμείου (βλέπε ενότητα 9 του εγγράφου των υπηρεσιών της Επιτροπής). Βάσει της τρέχουσας κατάστασης δεν συνιστάται η θέσπιση ενιαίου ετήσιου προϋπολογισμού για την τροφοδότηση του Ταμείου. Αυτή η πτυχή πρέπει να ληφθεί υπόψη, όταν συνταχθεί το επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο για την μετά το 2013 περίοδο.

5.7. Αναθεώρηση των θεσμικών ρυθμίσεων για τη διαχείριση των διαθεσίμων του Ταμείου που αναφέρονται στην γενική έκθεση του 2006

Το 2003 η επιτροπή προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε θέσει το θέμα της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της ΕΤΕπ από την Επιτροπή ή από την ίδια την ΕΤΕπ. Ο μόνος λόγος για τον οποίο προτάθηκε αυτή η αλλαγή ήταν η πιθανότητα μείωσης του κόστους στην περίπτωση που η Επιτροπή διαχειριζόταν απευθείας τα διαθέσιμα. Καμία ένδειξη δεν υπάρχει ότι η ποιότητα διαχείρισης των διαθεσίμων από την ΕΤΕπ θα μπορούσε να σχολιαστεί αρνητικά και να δικαιολογήσει μια τέτοια αλλαγή. Ωστόσο, μόνο μια συγκριτική ανάλυση των διοικητικών εξόδων της ΕΤΕπ και της Επιτροπής θα παρείχε τα απαραίτητα απτά στοιχεία για να προταθεί μια τέτοια αλλαγή. Επί του παρόντος δεν υφίστανται αξιόπιστα, λεπτομερή στοιχεία για το κόστος διαχείρισης των διαθεσίμων του Ταμείου από την Επιτροπή σε σύγκριση με την ΕΤΕπ.

Η Επιτροπή θα αποφασίσει μελλοντικά για το αν θα πρέπει να διεξαχθεί παρόμοια ανάλυση. Ενόσω εκκρεμεί μια τέτοια απόφαση, δεν υποβάλλεται καμία πρόταση για την αλλαγή της ρύθμισης με την ΕΤΕπ.

6. Συμπέρασμα

Ο νέος μηχανισμός τροφοδότησης επέφερε τις αναμενόμενες βελτιώσεις στη δημοσιονομική διαδικασία με συνέπεια η τροφοδότηση να βασίζεται στις παρατηρούμενες καθαρές εκταμιεύσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο βελτιώθηκε η δημοσιονομική διαδικασία για την τροφοδότηση του Ταμείου.

Μια ενδελεχής ποσοτική ανάλυση του κινδύνου που καλύπτει το Ταμείο και το ποσοστό-στόχος του 9% του Ταμείου κατέδειξαν ότι αυτό το ποσοστό-στόχος και οι άλλες κύριες παράμετροι του Ταμείου είναι κατάλληλες. Η Επιτροπή δεν θεωρεί επομένως ότι υφίσταται ανάγκη μεταβολής του ποσοστού-στόχου ή άλλων παραμέτρων του Ταμείου. Ωστόσο, οι εν λόγω παράμετροι πρέπει να εξετάζονται κατά καιρούς προκειμένου να αξιολογείται αν εξακολουθούν να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τους το προφίλ κινδύνου που επωμίζεται το Ταμείο. Μια τέτοια αναθεώρηση θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο της επόμενης γενικής έκθεσης για τη λειτουργία του Ταμείου, που προβλέπεται για το 2013.

Υπό το παρόν δημοσιονομικό πλαίσιο οι συνολικοί δημοσιονομικοί πόροι που προβλέπονται για το Ταμείο είναι κατάλληλοι, ωστόσο μπορούν να υπάρξουν βελτιώσεις όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των αναγκών τροφοδότησης του Ταμείου. Αυτές θα περιληφθούν στον σχεδιασμό του δημοσιονομικού πλαισίου για την μετά το 2013 περίοδο.

[1] Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 του Συμβουλίου (ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 1).

[2] Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1149/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 139, 2.6.1999, σ. 1), Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2273/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ L 396, 31.12.2004, σ. 28), Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 89/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 22, 31.1.2007, σ. 1).

[3] ΕΕ L 2009 145, 10.6.2009, σ. 10.

[4] 2005/0025 (CNS) της 16ης Ιανουαρίου 2007.

[5] Η "εντολή" αναφέρεται στον φάκελο εγγύησης που παρέχεται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ στην ΕΤΕπ. Οι εντολές συνήθως χορηγούνται για τη διάρκεια του χρηματοδοτικού πλαισίου (τρέχουσα περίοδος 2007-2013) και υποδιαιρούνται ανά περιφέρειες και ανά τομείς δραστηριότητας.

[6] [Βλ. υποσημείωση 2].

[7] Συνήθως το Ταμείο καλείται μόνο για να αποζημιώσει για το ποσό μιας καταβολής που δεν πραγματοποιήθηκε (τόκοι και/ή κεφάλαιο) σε μια δεδομένη ημερομηνία καταβολής. Αυτό σημαίνει ότι το συνολικό ποσό των μελλοντικών οφειλόμενων καταβολών επηρεάζει το Ταμείο μόνο σε βάθος χρόνου όταν οι καταβολές αυτές καθίστανται οφειλόμενες. Θεωρητικά, μετά από μια καταβολή που δεν πραγματοποιείται, ο πιστωτής ενός δανείου μπορεί να απαιτήσει όλες τις μελλοντικές καταβολές αν δεν αναμένεται ότι τα ποσά αυτά θα καταβληθούν. Προκειμένου να προσομοιωθεί η μέγιστη πίεση στο Ταμείο, η ποσοτική ανάλυση προσομοίωσε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο οι μη πραγματοποιηθείσες καταβολές ενεργοποιούν μια επιτάχυνση όλων των μελλοντικά οφειλόμενων καταβολών.

[8] Η έκθεση Camdessus εκπονήθηκε από μια ομάδα «Σοφών» στο πλαίσιο της μεσοπρόθεσμης εξέτασης της εξωτερικής εντολής της ΕΤΕπ τον Φεβρουάριο του 2010.