Έκθεση της Επιτροπης προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την πρόοδο όσον αφορά τα μέτρα διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια και τις επενδύσεις σε υποδομή /* COM/2010/0330 τελικό */
EL Βρυξέλλες, 25.6.2010 COM(2010)330 τελικό ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ για την πρόοδο όσον αφορά τα μέτρα διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια και τις επενδύσεις σε υποδομή ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ για την πρόοδο όσον αφορά τα μέτρα διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια και τις επενδύσεις σε υποδομή I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα έκθεση πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας 2005/89/ΕΚ («Οδηγία») της 18ης Ιανουαρίου 2006 σχετικά με τα μέτρα διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και τις επενδύσεις υποδομής. Σκιαγραφεί την πρόοδο που έχουν σημειώσει τα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας και τις βασικές αλλαγές στην παρακολούθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό. Σκοπός της οδηγίας είναι η θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό, την εξασφάλιση ενός επαρκούς επιπέδου παραγωγικής ικανότητας, μιας ικανοποιητικής ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης και ενός επαρκούς επιπέδου διασύνδεσης μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, η οδηγία θεσπίζει ένα πλαίσιο εντός του οποίου τα κράτη μέλη καθορίζουν διαφανείς, σταθερές, χωρίς διακρίσεις πολιτικές σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό, οι οποίες είναι συμβατές με μια ανταγωνιστική εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού. Η οδηγία συμπληρώνει τα μέτρα που προβλέπονται ήδη από την οδηγία περί ηλεκτρισμού 2003/54/ΕΚ και τον κανονισμό 1228/03 για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας. Συνολικά, οι διατάξεις αυτών των νομοθετημάτων παρέχουν ένα σύνολο συνεκτικών βασικών κανόνων για αυτά τα σημαντικά ζητήματα που συμβάλλουν στη διασφάλιση της επάρκειας παραγωγής και μεταφοράς. II. ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟ 3: ΚΥΡΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Οι διατάξεις της οδηγίας αποσκοπούν στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας στον εφοδιασμό με ηλεκτρισμό δημιουργώντας ένα ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα και καθορίζοντας τους ρόλους και τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών και όλων των σχετικών φορέων. Για να γίνει αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν υπόψη τους παράγοντες όπως η ανάγκη ύπαρξης ενός σταθερού ρυθμιστικού περιβάλλοντος, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας («ΑΠΕ») και η ανάγκη τακτικής συντήρησης και ανανέωσης των δικτύων ηλεκτρισμού. Συνολικά, τα κράτη μέλη έχουν ενσωματώσει επαρκώς το άρθρο αυτό είτε μέσω νέων νομοθετικών απαιτήσεων, είτε με τη χρήση διατάξεων άλλων οδηγιών που καλύπτουν τους ίδιους στόχους. Οι διατάξεις της οδηγίας θα ενισχυθούν μέσω του τρίτου πακέτου για την εσωτερικής αγοράς ενέργειας («τρίτο πακέτο»), το οποίο απαιτεί από τις εταιρείες εκμετάλλευσης του συστήματος μεταφοράς να ενισχύσουν τη συνεργασία τους σε διάφορους τομείς, ιδίως όσον αφορά τον σχεδιασμό επενδύσεων. Το τρίτο πακέτο θεσπίζει επίσης το ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου (ENTSO-E) για την κατάρτιση σχεδίων ανάπτυξης του δικτύου, την εκπόνηση μοντέλου του ενοποιημένου δικτύου, την κατάστρωση υποθετικών εξελίξεων και την εκτίμηση της επανατακτικότητας του ενοποιημένου συστήματος και της ικανότητάς του να αποδώσει αποτελέσματα. Τα αναπτυξιακά σχέδια πρέπει να έχουν επαρκές βάθος χρόνου που να επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό επενδυτικών χασμάτων, ειδικότερα με γνώμονα διασυνοριακές δυναμικότητες. Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένα σημαντικά εμπόδια στην ευρωπαϊκή αγορά . Ο κίνδυνος τιμών είναι ένα βασικό ζήτημα σχετικά με τη σκοπιμότητα των επενδυτικών έργων. Η συνύπαρξη ανοιχτών αγορών ενέργειας και ρυθμιζόμενων ενεργειακών τιμών εξακολουθεί να αποτελεί κοινό φαινόμενο στα κράτη μέλη της ΕΕ: περισσότερα από τα μισά κράτη μέλη έχουν ρυθμιζόμενες ενεργειακές τιμές [1]. Τα συστήματα ρυθμιζόμενων τιμών που είναι γενικού χαρακτήρα και δεν είναι διαφανή και στοχευμένα αποκλειστικά σε ευάλωτους πελάτες δεν θεωρούνται απαραίτητα. Τα υποκείμενα σε ρύθμιση τιμολόγια συχνά δεν αντανακλούν τα επίπεδα τιμών χονδρικής, γεγονός το οποίο μπορεί να είναι επιζήμιο για τις επενδύσεις σε νέες παραγωγικές ικανότητες. Μεσοπρόθεσμα, αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό. Η επικαιροποίηση ή ανανέωση των στοιχείων παραγωγής και δικτύου, ιδίως σε σχέση με την επίτευξη των στόχων ΑΠΕ, απαιτεί σημαντικές επενδύσεις τα επόμενα χρόνια. Οι επενδύσεις αυτές πρέπει να χρηματοδοτηθούν, γεγονός που σημαίνει ότι οι επενδυτές πρέπει να είναι σίγουροι ότι μπορούν να ανακτήσουν το μακροπρόθεσμο οριακό κόστος. Το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης αυτής θα προέλθει σίγουρα από την αγορά. Ο τρόπος με τον οποίο τα μέτρα αναφορικά με τους στόχους ΑΠΕ αλληλεπιδρούν με τη συνολική αγορά ηλεκτρισμού και ο τρόπος ανάπτυξης του δικτύου από τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης του συστήματος μεταφοράς θα καταστούν όλο και πιο σημαντικά ζητήματα. Μια βαθιά και ρευστή ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της αστάθειας των τιμών και στην προώθηση επενδύσεων που θα βελτιώσουν την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρισμού. ΑΡΘΡΟ 4: ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΤΥΟΥ Αναφορικά με τη λειτουργική ασφάλεια δικτύου, η οδηγία ορίζει ότι τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς (ΔΣΜ) καθορίζουν ελάχιστους λειτουργικούς κανόνες και υποχρεώσεις ασφαλείας δικτύου. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές του διασυνδεδεμένου συστήματος μεταφοράς και διανομής (ΔΣΔ) ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των δικτύων. Μεταξύ των άλλων απαιτήσεων, θεσπίζονται υποχρεώσεις επίσης ως προς την επίτευξη στόχων ποιότητας εφοδιασμού και ασφάλειας δικτύου. Οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης των δικτύων ηλεκτρισμού βρίσκονται στο επίκεντρο της επίλυσης των πιθανών αναταραχών στον εφοδιασμό με ηλεκτρισμό. Η διαφάνεια και η ανταλλαγή πληροφοριών με άλλες επιχειρήσεις εκμετάλλευσης του δικτύου είναι πολύ σημαντική. Ο βελτιωμένος συντονισμός μειώνει τον κίνδυνο διακοπών παροχής ηλεκτρισμού και προστατεύει τους ευρωπαίους καταναλωτές. Οι ικανότητες διασύνδεσης μεταξύ των ΔΣΜ διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διατήρηση και τη βελτίωση της ασφάλειας του συστήματος κατά τη διάρκεια περιόδων διακοπής της παραγωγής. Οι αστοχίες του δικτύου και οι διακοπές παροχής ηλεκτρισμού το 2003 και το 2006 προκλήθηκαν ή επιδεινώθηκαν από τον ανεπαρκή συντονισμό στη λειτουργία του δικτύου και από ελλείποντες συνδέσμους στα ηλεκτρικά δίκτυα. Το γεγονός αυτό κατέδειξε με σαφήνεια τα όρια της εθελοντικής συνεργασίας. Στα περισσότερα κράτη μέλη, οι κανόνες λειτουργίας του δικτύου καταρτίζονται από τους ΔΣΜ από τεχνική σκοπιά με κάποιου είδους σύστημα έγκρισης που περιλαμβάνει ρυθμιστικές αρχές και/ή την κυβέρνηση. Σε όλα τα κράτη μέλη, τα κριτήρια λειτουργικής ασφάλειας του δικτύου για έκτακτες διαδικασίες λειτουργίας ορίζονται εκ των προτέρων και υφίστανται διατάξεις για συνεργασία με παρακείμενους ΔΣΜ σε σχέση με ζητήματα συνάφειας για την επίτευξη λειτουργικής ασφάλειας. Για παράδειγμα, στη Δημοκρατία της Τσεχίας, το Λουξεμβούργο, την Πορτογαλία και τη Σλοβακική Δημοκρατία, η κυβέρνηση αναλαμβάνει σαφή ρόλο στην επίτευξη και την ανάπτυξη της λειτουργικής ασφάλειας. Η οδηγία περί ηλεκτρισμού 2005/89/ΕΚ απαιτεί από τους ΔΣΜ και, κατά περίπτωση, τους ΔΣΔ, να θέτουν και να εκπληρώνουν στόχους ποιότητας εφοδιασμού και ασφάλειας δικτύου. Το 2008, το Συμβούλιο των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας (CEER) διενήργησε μια άσκηση συγκριτικής ανάλυσης για την ποιότητα του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό [2]. Η έρευνα έδειξε ότι όλα τα κράτη μέλη παρακολουθούν τις μη σχεδιαζόμενες διακοπές διάρκειας άνω των τριών λεπτών και ότι συνολικά, η συνέχεια του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό στην Ευρώπη βελτιώνεται, ενώ τα λεπτά απώλειας εφοδιασμού κατ' έτος μειώνονται σχεδόν συνεχώς από το 2002. Η έρευνα έδειξε επίσης ότι τα περισσότερα κράτη μέλη συγκεντρώνουν κάποιες πληροφορίες για τα αίτια των διακοπών. Όπως είναι αναμενόμενο, η συνέχεια του εφοδιασμού είναι καλύτερη στις αστικές παρά στις αγροτικές περιοχές. Ωστόσο, συνεχίζονται οι προσπάθειες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (CENELEC) για την ανάπτυξη εναρμονισμένων δεικτών συνεχούς εφοδιασμού, με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων παρακολούθησης της συνέχειας εφοδιασμού. Η Επιτροπή συγκαλεί διετείς συνεδριάσεις της Διασυνοριακής Επιτροπής Ηλεκτρισμού, όπου συζητούνται οι προοπτικές εφοδιασμού με ηλεκτρισμό κατά τη θερινή ή τη χειμερινή περίοδο. Σκοπός των συνεδριάσεων είναι η ανταλλαγή πληροφοριών για την αύξηση των γνώσεων σε σχέση με πιθανά ζητήματα εφοδιασμού. Η εποχιακή (θερινή ή χειμερινή) έκθεση προοπτικών καταρτίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και παρουσιάζει τη σύνοψη των εθνικών ή περιφερειακών δεδομένων εξισορρόπησης ενέργειας μεταξύ της προβλεπόμενης παραγωγής και της μέγιστης ζήτησης σε εβδομαδιαία βάση για την επερχόμενη θερινή/ χειμερινή περίοδο. Εάν η κατάσταση το απαιτήσει, η Επιτροπή δύναται να θεσπίσει επιτόπιους «πυρήνες επαγρύπνησης» (cellules de vigilance) για κρίσιμες περιόδους, για τη διασφάλιση της άμεσης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ γειτονικών χωρών και των επιχειρήσεων εκμετάλλευσης των συστημάτων μεταφοράς. Ένας τέτοιος «πυρήνας επαγρύπνησης» δημιουργήθηκε κατά τους θερινούς μήνες 2007-2009. Το κύριο συμπέρασμα των συναντήσεων που έγιναν την περίοδο 2007-2009 είναι ότι τα εθνικά ισοζύγια φορτίου παραγωγής στις περισσότερες χώρες θεωρούνται γενικά επαρκή για ασφαλείς λειτουργίες συστήματος υπό κανονικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια δυσμενών καιρικών συνθηκών ή άλλων συγκεκριμένων περιόδων όπου υπάρχει πιθανός κίνδυνος ελλείψεων ηλεκτρικής ισχύος, εφαρμόζονται μέτρα άμβλυνσης - οι απαιτούμενες εισαγωγές μπορούν να πραγματοποιηθούν με τις υφιστάμενες ικανότητες διασύνδεσης. Το τρίτο πακέτο έχει αυξήσει τα καθήκοντα των ρυθμιστικών αρχών και έχει συμπεριλάβει σε αυτά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης και τον έλεγχο των επιδόσεων του παρελθόντος σε σχέση με την ασφάλεια δικτύου και τους κανόνες αξιοπιστίας και τη θέσπιση ή έγκριση προτύπων και απαιτήσεων για την ποιότητα εξυπηρέτησης και εφοδιασμού ή τη συμβολή σε αυτά από κοινού με άλλες αρμόδιες αρχές. Οι ρυθμιστικές αρχές οφείλουν επίσης να εξασφαλίζουν ότι οι ΔΣΜ και οι ΔΣΔ συμμορφώνονται με τις ευθύνες τους σύμφωνα με την οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης της ικανότητας των δικτύων να καλύπτουν την εύλογη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, σε επίπεδο μεταφοράς, οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να παρακολουθούν τα επενδυτικά σχέδια των ΔΣΜ και τη συμφωνία τους με το σχέδιο ανάπτυξης δικτύου σε επίπεδο Κοινότητας, το οποίο περιλαμβάνει προοπτικές επάρκειας παραγωγής που θα επιτευχθούν από το ENTSO-E. ΑΡΘΡΟ 5: ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΤΗ ΖΗΤΗΣΗ Προκειμένου να διατηρηθεί ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και τη διαθεσιμότητα παραγωγικών ικανοτήτων. Αυτό πρέπει να γίνει ενθαρρύνοντας τη δημιουργία ενός πλαισίου αγοράς χονδρικής που να εξασφαλίζει την κατάλληλη κατεύθυνση όσον αφορά τις τιμές για την παραγωγή και την κατανάλωση και απαιτώντας από τους ΔΣΜ να διασφαλίζουν ότι υπάρχει διαθέσιμο κατάλληλο επίπεδο αποθεμάτων εφεδρικής παραγωγικής ικανότητας για σκοπούς εξισορρόπησης ή/και να λαμβάνουν ισοδύναμα μέτρα βάσει των απαιτήσεων της αγοράς. Ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας Οι τάσεις ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας που παρουσιάζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη 2η Στρατηγική Έκθεση Ενέργειας [3] εμφανίζουν αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας που συμφωνεί με τις προβλέψεις των ευρωπαϊκών φορέων του κλάδου ηλεκτρισμού, αν και σε κάπως χαμηλότερο επίπεδο. Η Επιτροπή εκτιμά ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες τάσεις και πολιτικές η ετήσια αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας θα ανέρχεται περίπου στο 1% για τα επόμενα 20 έτη [4]. Η προσφάτως δημοσιευμένη πρόβλεψη επάρκειας του ENTSO-E [5] για την περίοδο 2010-2025 αναφέρει ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί, με τα περισσότερα κράτη μέλη να αναφέρουν αρκετά μεγάλη αύξηση του φορτίου μετά το 2015. Ετήσια μέση αύξηση φορτίου ENTSO-E | 2010 έως 2015 | 2010 έως 2015 | 2020 έως 2025 | Ιανουάριος 7 μ.μ. | 1,32% | 1,45% | 1,21% | Ιούλιος 11 π.μ. | 1,49% | 1,66% | 1,32% | Πηγή δεδομένων: Έκθεση πρόβλεψης επάρκειας συστήματος του ENTSO-E Οι προβλέψεις αυτές πρέπει να ληφθούν υπόψη πλέον σε συνδυασμό με την πρόσφατη οικονομική κρίση, η οποία έχει προκαλέσει μεγάλες μειώσεις στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την Ευρώπη. Χρόνο με το χρόνο, η μηνιαία κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ μειώθηκε κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 5%, 10%, 6% και 5% τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2009 αντίστοιχα. Η ευρωπαϊκή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας μειώθηκε μάλιστα σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο τον Ιούνιο του 2009, ήτοι -23% σε σχέση με την αρχή του έτους [6]. Η μείωση στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σταμάτησε και επέστρεψε η αύξηση σε κάποιο βαθμό αλλά τα επίπεδα παρέμειναν ουσιαστικά χαμηλότερα σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Πολωνία και η Πορτογαλία, προβλέπουν ότι τα προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας και η μεγαλύτερη τεχνολογική απόδοση θα επηρεάσουν την αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας σε αυτές. Άλλες αναφέρουν ότι η μετάβαση προς τα ενεργειακά συστήματα χαμηλών επιπέδων άνθρακα μπορεί να αυξήσει τη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως σε σχέση με την κατανάλωση από αντλίες θέρμανσης και ηλεκτρικά οχήματα. Η άμεση εξοικονόμηση ενέργειας και οι επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση είναι μεταξύ των πλέον οικονομικών τρόπων αντιστάθμισης των μελλοντικών αυξήσεων στη ζήτηση. Βάσει των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία 2006/32/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες, όλα τα κράτη μέλη έχουν καταρτίσει τα δικά τους εθνικά σχέδια δράσης ενεργειακής απόδοσης (ΕΣΔΕΑ) που αναφέρουν ολοκληρωμένα τις δράσεις και τα μέτρα που εφαρμόζουν. Σύμφωνα με την ανάλυση των ΕΣΔΕΑ που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πέραν των άμεσων χρηματοδοτικών μέτρων, όπως οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια, ορισμένα κράτη μέλη σχεδιάζουν ή έχουν ήδη εφαρμόσει φορολογικές εκπτώσεις για επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση σε ορισμένους τομείς (π.χ. στέγαση, βιομηχανίες κλπ.) και χρησιμοποιούν τη φορολογία της ενέργειας για να παρακινήσουν άμεσα την εξοικονόμηση ενέργειας σε άλλες περιπτώσεις. Μεσοπρόθεσμα, η αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων όπως αυτά θα είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό. Μακροπρόθεσμα, ο ρόλος του ηλεκτρισμού στην τελική κατανάλωση ενέργειας πιθανόν να συνεχίσει να αυξάνεται. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα είναι πολύ σημαντικές για να διασφαλιστεί ότι μπορούμε να επιτύχουμε τις απαιτούμενες μειώσεις στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μετά το 2020 για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η πρόκληση για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι να διασφαλιστεί ότι οι ενεργειακές αγορές στην Ευρώπη, υποκείμενες σε ρύθμιση και μη, μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που επιτρέπει στους επενδυτές να πραγματοποιήσουν τις σημαντικές κεφαλαιακές επενδύσεις που απαιτούνται. Είναι επίσης απαραίτητη η κατάλληλη υποστήριξη για την ανάπτυξη τεχνολογιών για την εξεύρεση λύσεων χαμηλών ή μηδενικών επιπέδων άνθρακα στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Παραγωγική επάρκεια Από το 1997 έως το 2007, στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ οι εγκατεστημένη παραγωγική ικανότητα αυξήθηκε κατά 18% στα 779 GW. Η εγκατεστημένη παραγωγική ικανότητα των εργοστασίων θερμοηλεκτρικής ισχύος αυξήθηκε κατά 16%, οι υδροηλεκτρικές δυναμικότητες αυξήθηκαν κατά 5% και σημειώθηκε ενδεκαπλάσια αύξηση στην παραγωγή από ΑΠΕ [7]. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αιολικής Ενέργειας [8], οι εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας αντιστοιχούν στο 61% του συνόλου των νέων εγκαταστάσεων το 2009, το δεύτερο συνεχόμενο έτος κατά το οποίο οι ΑΠΕ αντιστοιχούν στην πλειονότητα των νέων εγκαταστάσεων ενέργειας. Οι επενδύσεις σε ευρωπαϊκά αιολικά πάρκα το 2009 ανήλθαν σε 13 δις ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί περίπου σε 10,2 GW νέας παραγωγικής ικανότητα αιολικής ενέργειας ή στο 39% του συνόλου της νέας παραγωγικής ικανότητας. Η ενσωμάτωση μεγάλης κλίμακας αιολικών συστημάτων θαλάσσης θα προκαλέσει στην εσωτερική αγορά σημαντικά ζητήματα αναφορικά με την ανάπτυξη υποδομών, την εξισορρόπηση και την ανάκτηση του κόστους. Εξαιρουμένης της αύξησης στις ΑΠΕ, η παραγωγή θερμικής ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την ΕΕ. Το 2007, η πλειονότητα της συνολικής εγκατεστημένης ικανότητας στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ προήλθε από τα εργοστάσια θερμοηλεκτρικής ενέργειας (58%), τα εργοστάσια υδροηλεκτρικής ενέργειας (18%) και τα πυρηνικά εργοστάσια (17%), ενώ η παραγωγική ικανότητα άλλων ΑΠΕ (εξαιρουμένης της υδροηλεκτρικής) συμμετείχε με ποσοστό 7% το 2007 έναντι 1% το 1997. (...PICT...) Έως σήμερα, η παραγωγική ικανότητα της ΕΕ συμβαδίζει με τη σταθερά αυξανόμενη ζήτηση. Μια λεπτομερής ανάλυση που διενεργήθηκε από το ENTSO-E στην πρόβλεψη επάρκειας του συστήματός της δείχνει ότι θα υπάρξει επαρκής παραγωγική ικανότητα για την περίοδο από το 2010 έως το 2025. Ωστόσο, οι εθνικές εκθέσεις που υπέβαλαν τα κράτη μέλη δείχνουν ότι η εθνική παραγωγική επάρκεια εξαρτάται από σημαντικές υποθέσεις και ιδίως την παράταση της διάρκειας ζωής των υφιστάμενων μονάδων. Χωρίς την εγκατάσταση υφιστάμενων μονάδων παραγωγής, θα απαιτηθεί πρόσθετη ικανότητα 100-300 GW από το 2009 έως το 2025. Η έκθεση επάρκειας συστήματος του ENTSO-E αναφέρει ότι η καθαρή παραγωγική ικανότητα θα αυξηθεί και στα δύο σενάριά της (συντηρητικό σενάριο (ScA) και σενάριο βέλτιστης εκτίμησης (ScB)) όπως παρουσιάζεται στο σχήμα ακολούθως [9]: (...PICT...) (...PICT...) (...PICT...) (...PICT...) Η παραγωγική επάρκεια μπορεί να εκτιμηθεί συγκρίνοντας τη διαφορά μεταξύ της ζήτησης και της αξιόπιστα διαθέσιμης ικανότητας, η οποία ονομάζεται υπολειπόμενη παραγωγική ικανότητα. Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει ότι η υπολειπόμενη παραγωγική ικανότητα είναι θετική∙ ωστόσο, με δεδομένο ένα χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης νέας παραγωγής βάσει του σεναρίου Α, το επίπεδο μειώνεται σημαντικά μετά το 2015. (...PICT...) (...PICT...) Είναι σαφές ότι η παραγωγική επάρκεια θα ποικίλει μεταξύ των κρατών μελών και ότι θα υπάρξουν διαφορετικές περιστάσεις εντός κάθε δικαιοδοσίας ως προς τους τομείς βασικής, μεσαίας και μέγιστης παραγωγής. Είναι σημαντικό να εξεταστούν όχι μόνο οι νέες εγκαταστάσεις παραγωγής αλλά και η ηλικία των υφιστάμενων παραγωγικών μονάδων. Η δεύτερη επισκόπηση ενεργειακής στρατηγικής περιλάμβανε μια αναλυτική επισκόπηση της ηλικίας της λειτουργικής παραγωγικής ικανότητας. Συνοπτικά, στο τέλος του 2008, η πλειονότητα των ευρωπαϊκών γεννητριών φυσικού αερίου ήταν ηλικίας μικρότερης των 5 ετών. Ωστόσο, η πλειονότητα των εργοστασίων άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας ήταν ηλικίας άνω των 21 ετών. Πολλά εξ αυτών πλησιάζουν στην ηλικία παροπλισμού, η οποία είναι περίπου 40 ή περισσότερα έτη από την έναρξη λειτουργίας, ανάλογα με τον τύπο παραγωγής. Ο συνδυασμός της ανάγκης αντικατάστασης των «γηρασμένων» εργοστασίων με το αυξανόμενο μερίδιο της παραγωγής ενέργειας βάσει ΑΠΕ, ιδίως παράκτιων και υπεράκτιων αιολικών συστημάτων, ως αποτέλεσμα των δεσμεύσεων για το 2020 και της οδηγίας 2001/80/ΕΚ για τις εκπομπές αερίων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης, παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης του συστήματος κατά τα επόμενα χρόνια ως προς την εξισορρόπηση και ως προς την επάρκεια δικτύου. Μετά το 2015, θα απαιτηθούν πρόσθετες επενδύσεις στην παραγωγική ικανότητα για να διατηρηθεί το επίπεδο επάρκειας σε κατάλληλα επίπεδα. Η Ευρωπαϊκή ομάδα ρυθμιστικών αρχών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο (ERGEG) έχει εκφράσει ανησυχίες ότι η χρηματοοικονομική κρίση μπορεί να καθυστερήσει τις απαραίτητες επενδύσεις που εξετάζονται ήδη, καθώς η οικονομική βιωσιμότητα των έργων αυτών αμφισβητείται λόγω της χαμηλότερης ζήτησης για ηλεκτρισμό. Οι περισσότερες χώρες αφήνουν την επίτευξη της παραγωγικής επάρκειας στην αγορά. Η οδηγία 2005/89/ΕΚ ορίζει, ωστόσο, ένα σύνολο πιθανών μέτρων τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κράτη μέλη για την εξασφάλιση του εφοδιασμού. Οι παρεμβάσεις αυτές δύναται να εξεταστούν επιπρόσθετα στη διαδικασία υποβολής προσφορών της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ αναφέρει ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών πρέπει να θεωρηθεί ως ύστατη λύση στην περίπτωση που η διαδικασία χορήγησης αδειών δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει επαρκή ικανότητα για την κάλυψη της ζήτησης. Η υποβολή προσφορών συνιστά μεγάλη παρέμβαση στην αγορά η οποία μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση μεταξύ των υφιστάμενων και των νέων παραγωγικών ικανοτήτων και αποτυχία του επενδυτικού κύκλου στην περίπτωση που οι παραγωγοί είναι πιθανόν να είναι απρόθυμοι να επενδύσουν εάν μια επόμενη προσφορά θα μπορούσε να μειώσει ουσιαστικά την αξία της επένδυσής τους. Οι διάφορες εθνικές προσεγγίσεις έχουν σχεδόν πάντα επιπτώσεις στις γειτονικές αγορές. Μια προσφορά για νέα παραγωγική ικανότητα κοντά στα σύνορα μιας γειτονικής χώρας δύναται να επηρεάσει την επενδυτική συμπεριφορά και εκεί (μετατόπιση σχεδιαζόμενων επενδύσεων) και να επηρεάσει το διασυνοριακό εμπόριο. Συνεπώς, η υποβολή προσφορών θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο ως το τελικό μέτρο αποφυγής των φυσικών ελλείψεων στον εφοδιασμό, όταν δεν υπάρχει απολύτως κανένας άλλος τρόπος να διασφαλιστούν οι απαιτούμενες ικανότητες στον ενδεδειγμένο χρόνο της πιθανής έλλειψης. Αρκετά κράτη μέλη (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Δανία και Ιρλανδία) χρησιμοποιούν διαφορετικά συστήματα για την παροχή παραγωγικών ικανοτήτων. Η κατάσταση όσον αφορά τις προσφορές διαφέρει, ωστόσο, στην περίπτωση της παραγωγικής ικανότητας ΑΠΕ, η οποία εξακολουθεί να μην είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οικονομικά βιώσιμη χωρίς συγκεκριμένα κίνητρα. Επομένως, οι διαδικασίες υποβολής προσφορών χρησιμοποιούνται συχνά από τα κράτη μέλη. Η παραγωγή από αιολική ενέργεια αποτελεί αξιοσημείωτη προσθήκη στον συνδυασμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ και η χρήση διαδικασιών υποβολής προσφορών για την προώθησή της πρέπει εν γένει να συμβαδίζουν με προσεκτική αξιολόγηση της επίδρασής της στην αγορά. ΑΡΘΡΟ 6: ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΔΙΚΤΥΟΥ Τα κράτη μέλη καθορίζουν ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που παρέχει επενδυτικές κατευθύνσεις για τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης συστημάτων τόσο μεταφοράς όσο και διανομής προκειμένου να αναπτύξουν τα δίκτυά τους ώστε να ικανοποιείται η εφικτή ζήτηση της αγοράς. Το πλαίσιο πρέπει επίσης να διευκολύνει τις επενδύσεις και, όπου είναι αναγκαίο, την ανανέωση δικτύων. Με εξαίρεση την Ολλανδία και τη Ρουμανία, τα κράτη μέλη δεν όφειλαν να τροποποιήσουν την υφιστάμενη νομοθεσία περί ενέργειας για να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή. Η ενίσχυση του δικτύου μπορεί να είναι απαραίτητη για να μπορέσουν τα εργοστάσια παραγωγής να παράγουν στο μέγιστο δυνατό επίπεδο και για τη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας από τους παραγωγούς στους καταναλωτές. Το χειμώνα του 2009 υπογραμμίστηκε η εύθραυστη κατάσταση των υφιστάμενων ηλεκτρικών δικτύων κατά την αντιμετώπιση καταστάσεων αυξημένης κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Ωστόσο, οι ενισχύσεις του δικτύου μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά από το μακροχρόνιο εθνικό σχεδιασμό και τις διαδικασίας χορήγησης άδειας. Στα περισσότερα κράτη μέλη, οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης του δικτύου υποχρεούνται να αναπτύξουν και να συντηρήσουν το δίκτυο σύμφωνα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις για να διασφαλιστεί η λειτουργική και μακροπρόθεσμη ασφάλεια του εφοδιασμού, είτε με νομοθεσία είτε μέσω αδειών, όταν το κόστος των επενδύσεων ανακτάται μέσω των τιμών μεταφοράς ή διανομής. Σύμφωνα με την οδηγία, οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης του συστήματος μεταφοράς και, κατά περίπτωση, διανομής πρέπει να θέτουν και να επιτυγχάνουν στόχους ποιότητας εφοδιασμού και ασφάλειας δικτύου. Η απαίτηση αυτή υπονοεί την εισαγωγή ρυθμιστικών κινήτρων για την επένδυση σε αποδοτικά και αποτελεσματικά δίκτυα. Όπως αναφέρουν τα κράτη μέλη, η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται από τα περισσότερα εξ αυτών από το 2008. Η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται συνήθως σε μικρές αποστάσεις από την κατανάλωση. Ωστόσο, η φυσική του ηλεκτρισμού σημαίνει ότι μεταφέρεται σε μεγάλες αποστάσεις στιγμιαία, διευκολύνοντας το διασυνοριακό εμπόριο. Οι εθνικές πολιτικές για την παραγωγική ικανότητα συνδυάζονται με τις ικανότητες διασύνδεσης. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν επιλέξει να μην επενδύσουν στην τοπική παραγωγή αλλά να βασίζονται σε συμβάσεις διασύνδεσης και εφοδιασμού με γειτονικά κράτη. (...PICT...) Κατά τα τελευταία δέκα χρόνια, οι καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ ήταν σχετικά σταθερές ωστόσο, μεγάλες διαφορές παρατηρούνται μεταξύ των κρατών μελών. Το 2007, οι καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ ανήλθαν σε 10,5 TWh. Μεταξύ των 27 κρατών μελών, η Γαλλία είναι παραδοσιακά ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η Ιταλία είναι ο μεγαλύτερος καθαρός εισαγωγέας. Στις χώρες όπου η εγχώρια ικανότητα ηλεκτροπαραγωγής δεν θα επαρκεί για την κάλυψη της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις περιόδους μέγιστης κατανάλωσης, η ικανότητα διασύνδεσης συνήθως επαρκεί για την κάλυψη της ζήτησης. Η επάρκεια της ικανότητας διασύνδεσης δεν ορίζεται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και η οδηγία 2005/89/ΕΚ δεν θεσπίζει κάποιο συγκεκριμένο απαιτούμενο επίπεδο διασύνδεσης μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, ένας στόχος επιπέδου διασύνδεσης της τάξης τουλάχιστον του 10% της εγκατεστημένης παραγωγικής ικανότητας συμφωνήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης στις 15 και 16 Μαρτίου 2002. Τα χαμηλά επίπεδα διασύνδεσης έχουν ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς και αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Η ύπαρξη επαρκούς ικανότητας φυσικής διασύνδεσης μεταφοράς, είτε διασυνοριακής είτε όχι, δεν αποτελεί ωστόσο επαρκή προϋπόθεση για την πλήρη αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού. Ο πλήρης κατάλογος γραμμών διασυνοριακής διασύνδεσης παρέχεται στην στατιστική επετηρίδα του ENTSO-E [10]. Οι φυσικές τιμές των γραμμών διασυνοριακής διασύνδεσης διαφέρουν σημαντικά από την πραγματικά διαθέσιμη ικανότητα στα ιδιαιτέρως διασυνδεδεμένα δίκτυα μεταφοράς στην Ευρώπη. Για σκοπούς σχεδιασμού, οι τιμές Συνολικής Ικανότητας Μεταφοράς (ΣΙΜ) και Καθαρής Ικανότητας Μεταφοράς (ΚΙΜ) απαιτούνται ώστε να μπορέσουν οι φορείς της αγοράς να προβλέπουν και να σχεδιάζουν τις συναλλαγές τους. Το παρακάτω διάγραμμα παρουσιάζει την πραγματική ικανότητα διασυνοριακής μεταφοράς για την χειμερινή περίοδο 2009 [11]: (...PICT...) (...PICT...) Η υλοποίηση του στόχου ανανεώσιμης ενέργειας για το 2020 απαιτεί περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση της υποδομής δικτύου, συμπεριλαμβανομένων ευφυών δικτύων και διασυνδέσεων. Η οδηγία 2009/28/ΕΚ απαιτεί τη λήψη από τα κράτη μέλη κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση αυτών των απαιτούμενων εξελίξεων και την επιτάχυνση των διαδικασιών έγκρισης για την υποδομή δικτύου και τον συντονισμό της έγκρισης των υποδομών δικτύου με τις διοικητικές διαδικασίες και τις διαδικασίες σχεδιασμού για την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όσον αφορά τα έργα διασυνοριακής διασύνδεσης που σχεδιάζονται στο εγγύς μέλλον και που αναφέρουν οι εθνικές αρχές (ή είναι γνωστά με άλλο τρόπο), παρέχεται κατάλογος στο παράρτημα 1 της παρούσας έκθεσης. ΑΡΘΡΟ 7: ΕΚΘΕΣΕΙΣ Η παρακολούθηση και η δημοσίευση εκθέσεων σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού αποτελεί υποχρέωση επιβαλλόμενη ήδη με το άρθρο 4 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν ανά διετία έκθεση με συγκεκριμένη αναφορά στο ισοζύγιο προσφοράς/ ζήτησης στην εθνική αγορά για τα επόμενα πέντε χρόνια, τις σχεδιαζόμενες νέες επενδύσεις για τα επόμενα πέντε ή περισσότερα χρόνια, την παραγωγική ικανότητα, την ποιότητα και το επίπεδο συντήρησης του δικτύου, καθώς και τα μέτρα για την κάλυψη της μέγιστης ζήτησης και των πιθανών ελλείψεων. Το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής της έκθεσης παρακολούθησης επεξηγείται περαιτέρω στο άρθρο 7 της οδηγίας 2005/89/ΕΚ. Τα περισσότερα κράτη μέλη παρέχουν εκθέσεις με πληροφορίες για προβλέψεις κατανάλωσης και παραγωγής, καθώς και τις ανάγκες παραγωγής και επενδύσεων δικτύου με χρονοδιαγράμματα άνω των 20 ετών. Το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις εθνικές εκθέσεις για την επάρκεια του συστήματος ηλεκτρισμού είναι ότι η επάρκεια πρόκειται να παραμείνει σε κατάσταση παρόμοια με την υφιστάμενη. Η ποιότητα των αναφορών ποικίλει μεταξύ των κρατών μελών. Ορισμένα κράτη μέλη δημοσιεύουν ολοκληρωμένα δεδομένα και καλύπτουν όλα τα ζητήματα που προσδιορίζονται στην οδηγία (για παράδειγμα η Φινλανδία), ενώ ορισμένες εκθέσεις θα μπορούσαν να βελτιωθούν παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες. Οι εκθέσεις από λιγότερο ώριμες αγορές ηλεκτρισμού, για παράδειγμα, δεν περιγράφουν επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η λειτουργία των αγορών χονδρικής τους θα συμβάλει στην επάρκεια παραγωγής και μετάδοσης. Η τρίτη δέσμη μέτρων στον ενεργειακό τομέα έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις συμφωνίες παρακολούθησης. Η έκθεση πρόβλεψης της επάρκειας συστήματος του ENTSO-E για την περίοδο 2010-2025 ήταν η πρώτη προσπάθεια αξιολόγησης της επάρκειας του συστήματος ηλεκτρισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το νέο δεκαετές αναπτυξιακό σχέδιο θα καλύψει όλες τις πτυχές που σχετίζονται με την παρακολούθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού – ως προς την επάρκεια παραγωγής και ως προς την επάρκεια μεταφοράς. Η Επιτροπή έχει προτείνει τη βελτίωση του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου που επιβάλλει υποχρεώσεις αναφοράς στα κράτη μέλη για την υποδομή ενέργειας μέσω ενός σχεδίου κανονισμού όσον αφορά την κοινοποίηση στην Επιτροπή επενδυτικών έργων σε ενεργειακές υποδομές εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει αποτελεσματικά τις διατάξεις της οδηγίας είτε μέσω της δημιουργίας νέων νομοθετικών διατάξεων είτε μέσω της χρήσης υφιστάμενων διατάξεων που απορρέουν από άλλα ευρωπαϊκά νομοθετήματα. Βραχυπρόθεσμα, φαίνεται να υπάρχει επαρκής ικανότητα δικτύου και παραγωγής για την κάλυψη της ευρωπαϊκής ζήτησης ηλεκτρισμού. Ωστόσο, η εικόνα καθίσταται λιγότερη σαφής μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Τα γηρασμένα εργοστάσια παραγωγής πρέπει να αντικατασταθούν. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχουν σαφείς κατευθύνσεις στην αγορά για τις νέες επενδύσεις και τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν υπόψη τους τις καθυστερήσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν οι διαδικασίες σχεδιασμού τους. Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση μπορεί επίσης να είναι δυσκολότερη δεδομένου του υφιστάμενου οικονομικού κλίματος. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξετάσουν πλήρως και να προετοιμαστούν για τα αποτελέσματα της εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων ΑΠΕ, ιδίως παράκτιων και υπεράκτιων αιολικών συστημάτων, στα συστήματά τους. Καθώς αυξάνεται το επίπεδο διείσδυσης, η εν λόγω ενσωμάτωση απαιτεί αλλαγές στους κανόνες και τις διαδικασίες εξισορρόπησης, καθώς και σημαντικές επενδύσεις δικτύου που θα απαιτηθούν με την πάροδο του χρόνου για την επίτευξη του νέου τύπου παραγωγής. Παρομοίως, μπορεί να απαιτηθεί να συνυπολογιστούν αλλαγές σε μοντέλα ζήτησης καθώς τίθενται σε ισχύ μέτρα ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων των έξυπνων μετρητών. Όπως υποστηρίζουν οι ρυθμιστικές αρχές, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν σχέδια βάσει κινήτρων για τη διευκόλυνση νέων επενδύσεων δικτύου ενώ θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση της τεχνολογίας έξυπνου δικτύου. Η Τρίτη δέσμη μέτρων στον ενεργειακό τομέα θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην παρακολούθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού. Η υποχρέωση του ENTSO-E να παράσχει, ανά δύο έτη, ένα 10ετές αναπτυξιακό σχέδιο που να καλύπτει όλες τις συναφείς πτυχές για την παρακολούθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού ως προς την επάρκεια παραγωγής και μεταφοράς αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου. Αν και δεν είναι δεσμευτικό ως προς τη φύση του, θα αποτελέσει την κατάλληλη βάση για τους κωδικούς δικτύου της ENTSO ως προς την ασφάλεια και την αξιοπιστία δικτύου. Καθώς η ΕΕ προσεγγίζει τους κλιματικούς της στόχους για το 2020, τα κράτη μέλη πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση για ενδεχόμενα ζητήματα ασφάλειας του εφοδιασμού και να λαμβάνουν εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα για τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή των συστημάτων τους στις νέες προκλήσεις, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να απολαμβάνουν υψηλής ποιότητας, χαμηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα και συνεχή εφοδιασμό με ηλεκτρισμό. Η παρούσα έκθεση διευκρίνισε ορισμένες από τις μελλοντικές εξελίξεις στο ευρωπαϊκό σύστημα ηλεκτρισμού, ιδίως όσον αφορά την ενσωμάτωση μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ανάγκη μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον ενεργειακό τομέα: στροφή των καυσίμων προς τον ηλεκτρισμό στο συνολικό ενεργειακό μίγμα· αύξηση της απόστασης μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης λόγω της μεγαλύτερης εξάρτησης από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας· διαλείπουσα παραγωγή από τις κύριες ανανεώσιμες πηγές (αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα), με αύξηση της ανάγκης εξισορρόπησης της παραγωγικής ικανότητας, είτε είναι συμβατική είτε ανανεώσιμη· δυνητικά αυξημένος ρόλος των εισαγωγών ηλεκτρισμού από περιοχές εκτός της ΕΕ, λόγω του υψηλού δυναμικού «πράσινου ηλεκτρισμού» σε γειτονικές περιοχές. Οι εξελίξεις αυτές απαιτούν μαζικές επενδύσεις και κατάλληλα επενδυτικά σχέδια για την έγκαιρη πραγματοποίηση των επενδύσεων αυτών, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται ο ανταγωνισμός, η βιωσιμότητα και η ασφάλεια του εφοδιασμού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταρτίζει επί του παρόντος μια δέσμη μέτρων για τις υποδομές στον τομέα της ενέργειας, ο ρόλος της οποίας θα είναι η ενθάρρυνση της ανάπτυξης ευρωπαϊκών ενεργειακών υποδομών. Αυτή η νέα δέσμη θα βασιστεί στο τρέχον πλαίσιο των διευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας (ΔΕΔ-Ε) και θα δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες διαδικασίες και τη χρηματοδότηση για την ανάπτυξη υποδομών. Παράρτημα 1 Κατάλογος καταγεγραμμένων προθέσεων επενδύσεων διασυνοριακής διασύνδεσης για τα επόμενα πέντε έτη 1. Γαλλία-Βέλγιο· 2. Γαλλία-Ισπανία· 3. Γαλλία-Ιταλία· 4. Βουλγαρία-ΠΓΔΜ∙ 5. Δανία-Νορβηγία· 6. Εσθονία-Φινλανδία· 7. Εσθονία-Λετονία· 8. Φινλανδία-Σουηδία· 9. Σουηδία-Νορβηγία· 10. Σουηδία-Λιθουανία· 11. Λιθουανία-Πολωνία· 12. Ελλάδα-Τουρκία· 13. Γερμανία-Πολωνία· 14. Γερμανία-Κάτω Χώρες· 15. Ιρλανδία-Ηνωμένο Βασίλειο· 16. Ηνωμένο Βασίλειο-Ολλανδία· 17. Ηνωμένο Βασίλειο-Βέλγιο· 18. Ηνωμένο Βασίλειο-Γαλλία· 19. Ρουμανία-Σερβία· 20. Σλοβακία-Ουγγαρία· 21. Σλοβενία-Ιταλία· 22. Αυστρία-Ουγγαρία· 22. Αυστρία-Ιταλία· 23. Μάλτα-Ιταλία· 24. Πορτογαλία-Ισπανία Το Ευρωπαϊκό σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας προβλέπει επίσης υποστήριξη για την ενσωμάτωση υπεράκτιων αιολικών συστημάτων. Τα δύο έργα ενσωμάτωσης υπεράκτιων αιολικών συστημάτων στο δίκτυο είναι το Baltic-Kriegers Flak και το North Sea Grid. [1] http://ec.europa.eu/energy/gas_electricity/benchmarking_reports_en.htm [2] 4η Έκθεση συγκριτικής ανάλυσης για την ποιότητα του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό, Αναφ. C08-EQS-24-04, 10 Δεκεμβρίου 2008. Η έρευνα δεν παρείχε πληροφορίες για την Ιρλανδία, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, τη Λετονία, τη Μάλτα ή τη Σλοβακική Δημοκρατία. [3] http://ec.europa.eu/energy/strategies/2008/doc/2008_11_ser2/strategic_energy_review_wd_future_position2.pdf [4] Τάσεις έως το 2030- επικαιροποίηση 2007∙ http://bookshop.europa.eu/is-bin/INTERSHOP.enfinity/WFS/EU-Bookshop-Site/en_GB/-/EUR/ViewPublication-Start?PublicationKey=KOAC07001 [5] www.entsoe.eu/fileadmin/user_upload/_library/publications/entsoe/outlookreports/SAF_2010-2025_final.pdf [6] Για πιο αναλυτικές πληροφορίες, βλ. τις τριμηνιαίες εκθέσεις για τις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στην ακόλουθη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/energy/observatory/electricity/electricity_en.htm [7] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. επίσης την ετήσια έκθεση 2009 του παρατηρητηρίου αγοράς για την ενέργεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, SEC(2009) 1734 [8] http://www.ewea.org/fileadmin/emag/statistics/2009generalstats/ [9] Περιλαμβάνονται τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ και άλλα μέλη του ENTSO-E [10] http://www.entsoe.eu/index.php?id=55, Στατιστική επετηρίδα, Στοιχεία γραμμών διασύνδεσης, Πίνακας T9. [11] Οι τιμές ΚΙΜ του EΝTSO-E για το χειμώνα 2009-10 έχουν χρησιμοποιηθεί προσθέτοντας τις τιμές εισαγωγής ανά χώρα και λαμβάνοντας υπόψη τους συνολικούς περιορισμούς εισαγωγών, όταν αυτοί έχουν ανακοινωθεί. Για την εγκατεστημένη παραγωγική ικανότητα, έχουν χρησιμοποιηθεί οι τιμές της Eurostat για το 2007. --------------------------------------------------