52010DC0190

Εκθεση της Επιτροπης προς το Συμβουλιο, το Ευρωπαϊκο Κοινοβουλιο, την Ευρωπαϊκη Οικονομικη και Κοινωνικη Επιτροπη και την Επιτροπη των Περιφερειω - Έκθεση σχετικά με την εξωτερική εκ των υστέρων αξιολόγηση της 3ης φάσης του προγράμματος Tempus 2000-2006 /* COM/2010/0190 τελικό */


[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ |

Βρυξέλλες, 28.4.2010

COM(2010)190 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Έκθεση σχετικά με την εξωτερική εκ των υστέρων αξιολόγηση της 3ης φάσης του προγράμματος Tempus 2000-2006

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Έκθεση σχετικά με την εξωτερική εκ των υστέρων αξιολόγηση της 3ης φάσης του προγράμματος Tempus 2000-2006

1. Εισαγωγή 3

2. Ιστορικό 3

3. Σύντομη περιγραφή του προγράμματος 4

4. Η εργασία της αξιολόγησης 5

5. Τα συμπεράσματα της αξιολόγησης 5

5.1. Καταλληλότητα 5

5.2. Αποδοτικότητα 6

5.3. Αποτελεσματικότητα 6

5.4. Αντίκτυπος 7

5.5. Βιωσιμότητα 7

6. Συστάσεις των αξιολογητών και σχόλια της Επιτροπής 9

7. Συμπέρασμα 12

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Έκθεση σχετικά με την εξωτερική εκ των υστέρων αξιολόγηση της 3ης φάσης του προγράμματος Tempus 2000-2006

Εισαγωγη

Η παρούσα έκθεση υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 12 της απόφασης του Συμβουλίου 1999/311/EΚ της 29ης Απριλίου 1999. Παρουσιάζει τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τα βασικά συμπεράσματα και τις βασικές συστάσεις της εξωτερικής εκ των υστέρων αξιολόγησης της 3ης φάσης του προγράμματος Tempus (Tempus III), η οποία είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/dgs/education_culture/evalreports/education/2009/tempusreport_en.pdf .

Ιστορικο

Στόχος της πρώτης φάσης του Tempus, η οποία εγκρίθηκε το 1990[1] και κάλυπτε αρχικά τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης (ΧΚΑΕ), ήταν να συμβάλει στην κοινωνικοοικονομική μεταρρύθμιση μέσω της συνεργασίας μεταξύ ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης στην ΕΕ και στις χώρες εταίρους. Είχε σχεδιαστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προωθήσει την κοινή ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών, την κατάρτιση του επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού σε θέματα διαχείρισης και το άνοιγμα των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών εταίρων στην κοινωνία των πολιτών.

Η 2η φάση του προγράμματος επεξέτεινε τη γεωγραφική κάλυψή του και παράλληλα αύξησε τις φιλοδοξίες και τις προσδοκίες του. Καθιέρωσε ειδικές εθνικές προτεραιότητες, οι οποίες συμπλήρωσαν την αρχική προσέγγιση από την βάση προς την κορυφή, βάσει της οποίας οι πρωτοβουλίες ανήκαν αποκλειστικά στα πανεπιστήμια. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στο πρόγραμμα να προσαρμοσθεί στις πολιτικές αλλαγές και να συμβάλει στη διαδικασία της προσχώρησης των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ακολούθως προστέθηκαν δύο καινοτομικές πτυχές στην 3η φάση του Tempus (Tempus III) το 2000[2]. Εκτός από τις δοκιμασμένες προσεγγίσεις που αφορούν ειδικά κάποια χώρα δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη δυνατότητα του προγράμματος να ενθαρρύνει την περιφερειακή συνεργασία και έγινε μια πιο ρητή αναφορά στην ανάγκη να υπάρχει συνοχή και συμπληρωματικότητα ανάμεσα στο πρόγραμμα αυτό και στα άλλα κοινοτικά προγράμματα, και να δημιουργούνται συνέργιες με άλλες μορφές ενίσχυσης υπέρ των χωρών εταίρων.

Με την επέκταση[3] του Tempus III στις χώρες της νότιας και ανατολικής Μεσογείου, το πρόγραμμα επιδιώκει επίσης να προωθήσει τον διαπολιτιστικό διάλογο και την κατανόηση ως μέσο διασφάλισης της διαρκούς ανάπτυξης, της ειρήνης και της σταθερότητας και ως μέσο ενίσχυσης της διαπολιτιστικής διάστασης του προγράμματος καθώς και της διάστασης που αφορά την κοινωνία των πολιτών.

Το Tempus III έληξε τον Δεκέμβριο του 2006[4]. Η τέταρτη φάση του προγράμματος ξεκίνησε το 2007 και από τον Απρίλιο του 2009 τη διαχείρισή του έχει αναλάβει ο Εκτελεστικός Οργανισμός Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού.

Συντομη περιγραφη του προγραμματοσ

Με στόχο τη μεγιστοποίηση των αντικτύπου του στη μεταρρυθμιστική διαδικασία, το Tempus III συνδυάζει μια προσέγγιση από τη βάση προς την κορυφή, σύμφωνα με την οποία τις πρωτοβουλίες τις αναλαμβάνουν κυρίως τα πανεπιστήμια, με μια προσέγγιση από την κορυφή προς τη βάση, σύμφωνα με την οποία οι εθνικές προτεραιότητες καθορίζονται για κάθε χώρα εταίρο.

Για την επίτευξη αυτών των στόχων το Tempus III ενίσχυσε τρία είδη προγραμμάτων:

- κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα: πολυμερή προγράμματα τα οποία έχουν σχεδιασθεί για να βοηθήσουν την ανάπτυξη των προγραμμάτων σπουδών, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, την ανάπτυξη σύγχρονου υλικού διδασκαλίας και μάθησης, τη βελτίωση της διαχείρισης του πανεπιστημίου, και για να συμβάλουν στην ανάπτυξη των θεσμών στις χώρες εταίρους·

- διαρθρωτικά και συμπληρωματικά μέτρα: πολυμερή προγράμματα για την ενίσχυση βραχυπρόθεσμων παρεμβάσεων που έχουν ως στόχο τη μεταρρύθμιση του συστήματος και συνδέονται άμεσα με τις προτεραιότητες των χωρών εταίρων.

- ατομικές υποτροφίες κινητικότητας: χορηγούνται σε μεμονωμένα άτομα προκειμένου να τα βοηθήσουν να μεταβούν σε άλλες χώρες για εργασία που έχει σχέση με μια συγκεκριμένη μεταρρυθμιστική διαδικασία και με την ακαδημαϊκή συνεργασία.

Οι δικαιούχες χώρες εταίροι στο πλαίσιο του Tempus είναι οι εξής:

- Αλβανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κροατία, πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, Μαυροβούνιο, Κοσσυφοπέδιο βάσει της απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, Σερβία.

- Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Λευκορωσία, Γεωργία, Καζαχστάν, Κιργιζία, Μολδαβία, Μογγολία, Ρωσική Ομοσπονδία, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Ουκρανία και Ουζμπεκιστάν.

- Αλγερία, Αίγυπτος, Ισραήλ [5], Ιορδανία, Λίβανος, Μαρόκο, κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, Συρία και Τυνησία.

Η εργασια της αξιολογησησ

Στόχος της εξωτερικής εκ των υστέρων αξιολόγησης είναι η απόκτηση περισσότερων πληροφοριών σχετικά με το πρόγραμμα Tempus III, η παροχή συμπερασμάτων και συγκεκριμένων συστάσεων σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της τρέχουσας φάσης ώστε να αντιμετωπισθούν καλύτερα τυχόν εντοπισθείσες αδυναμίες και να μεγιστοποιηθεί η καταλληλότητα και ο αντίκτυπός του, καθώς και να αξιοποιηθούν τα παραδείγματα ορθής πρακτικής.

Τα συμπερασματα της αξιολογησησ

Καταλληλότητα

Το TEMPUS III παρέμεινε κατάλληλο όσον αφορά τους γενικούς, τους ειδικούς καθώς και τους επιχειρησιακούς στόχους του. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι διαδικασίες κοινωνικοοικονομικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, σε διάφορες μορφές, και η ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης παραμένει σημαντικό ζήτημα σε όλες τις χώρες εταίρους. Ωστόσο, ο βαθμός καταλληλότητας κάθε ειδικού στόχου διέφερε από χώρα σε χώρα ανάλογα με τη συμμετοχή της στη διαδικασία της Μπολόνια ή/και με το κατά πόσον υπήρχαν σε εξέλιξη σημαντικές πρωτοβουλίες μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης σε εθνικό επίπεδο.

Η καταλληλότητα του TEMPUS III ήταν επίσης υψηλή, λόγω του χαρακτήρα από τη βάση προς την κορυφή του προγράμματος, ο οποίος επιτρέπει τη διατύπωση εθνικών προτεραιοτήτων και τη συνεκτίμηση των διάφορων σταδίων και αναγκών της διαδικασίας μετασχηματισμού. Στις περισσότερες εάν όχι σε όλες τις χώρες, το πρόγραμμα TEMPUS εντάχθηκε πολύ καλά στις εθνικές πολιτικές, παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις απουσίαζε ο σαφής προσανατολισμός προς έναν στρατηγικό στόχο.

Το συνολικό μείγμα προσεγγίσεων του προγράμματος αποτέλεσε κατάλληλο μέσο για την επίτευξη των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων του προγράμματος, καθώς και των εκβάσεων και του αντικτύπου, και με αυτή την ποικιλία δράσεων το TEMPUS πέτυχε τους ειδικούς στόχους του, παρότι αυτό κατέστη σαφέστερο για τους στόχους που αφορούν τη μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών ή την εκπαίδευση στη διαχείριση, για παράδειγμα, παρά τον στόχο ενίσχυσης της δημοκρατίας, ο οποίος είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αξιολογηθεί.

Πέρα από τη σχέση του με τη διαδικασία της Μπολόνια, η οποία ενίσχυσε περαιτέρω την καταλληλότητα του προγράμματος, και με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης, το TEMPUS δεν ήταν –και από άλλες απόψεις– ένα απομονωμένο πρόγραμμα συνεργασίας. Είχε σαφή ρόλο σε άλλες πολιτικές της ΕΕ, παρότι η αξιολόγηση έδειξε ότι αυτός επιδέχεται βελτίωση, ιδίως όσον αφορά τον συμπληρωματικό ρόλο μεταξύ του TEMPUS και του Erasmus Mundus, το οποίο ξεκίνησε το 2004 και απέκτησε ειδική σημασία όταν οι ατομικές υποτροφίες κινητικότητας μεταφέρθηκαν σε αυτό από το TEMPUS. Από τους στόχους του μηχανισμού προενταξιακής βοήθειας και του ευρωπαϊκού μηχανισμού γειτονίας και εταιρικής σχέσης κατέστη επίσης σαφές ότι το TEMPUS μπορεί να διαδραματίσει ξεχωριστό ρόλο, για παράδειγμα όσον αφορά την ενίσχυση των ιδρυμάτων (ανώτατης εκπαίδευσης) και την προώθηση της κατανόησης μεταξύ, και την προσέγγιση, των πολιτισμών καθώς και την ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων, παρότι ο συγκεκριμένος ρόλος του φαίνεται να μην προβλήθηκε επαρκώς.

Εκτός από τον ρόλο του στα προγράμματα εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, το TEMPUS μπορεί να θεωρηθεί ότι διαδραμάτισε συμπληρωματική λειτουργία στο έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο για την προώθηση της ευρωπαϊκής έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης. Συμπληρωματικότητα διαπιστώνεται, για παράδειγμα, με τις δράσεις Marie Curie, οι οποίες είναι ανοικτές στους πολίτες τρίτων χωρών που επιθυμούν να εργασθούν στην Ευρώπη καθώς και σε δημόσιους και ιδιωτικούς/εμπορικούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της έρευνας και επιθυμούν να ενταχθούν στις διεθνείς συμπράξεις Marie Curie. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών προγραμμάτων, η αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για να επωφεληθούν πλήρως η ακαδημαϊκή εκπαίδευση και η ακαδημαϊκή έρευνα η μία από την άλλη, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στη συμπληρωματικότητα ή στην προσδοκώμενη συνέργια μεταξύ εκπαιδευτικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων από όση έχει δοθεί έως τώρα.

Αποδοτικότητα

Γενικά, τα επίπεδα χρηματοδότησης του TEMPUS III θεωρήθηκαν υπερβολικά χαμηλά για τους φιλόδοξους στόχους του. Λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες προκλήσεις στις επιλέξιμες χώρες, το γεγονός ότι ο συνολικός προϋπολογισμός δαπανήθηκε και τα επίπεδα χρηματοδότησης υπήρξαν ανεπαρκή για τη χρηματοδότηση όλων των σχετικών και ποιοτικών προτάσεων θεωρήθηκε ένδειξη ελλιπούς χρηματοδότησης. Τα επίπεδα χρηματοδότησης για τα προγράμματα γενικά θεωρήθηκαν επαρκή.

Το TEMPUS θεωρήθηκε πρόγραμμα αποτελεσματικό από άποψη κόστους σε σύγκριση με τα προγράμματα συνεργασίας (τεχνική συνδρομή), και η πολυμερής φύση του κατέστησε το μέσο πολιτικής ουσιαστικά αποδοτικό από άποψη κόστους, παρότι σε διαφορετικό βαθμό για κάθε μέσο.

Οι ερωτηθέντες εξέφρασαν γενικά την ικανοποίησή τους όσον αφορά την αυστηρότητα της διαδικασίας επιλογής. Το μόνο ουσιαστικό πρόβλημά τους ήταν η, κατά τη γνώμη τους, έντονη τεχνική επικέντρωση, ενώ θα έπρεπε να αυξηθεί η βαρύτητα που αποδίδεται στις εθνικές ανάγκες και προτεραιότητες «επί τόπου».

Η διαδικασία παρακολούθησης βελτιώθηκε σημαντικά μετά την ενδιάμεση αξιολόγηση και η μόνη εναπομένουσα αδυναμία που εντοπίσθηκε αφορούσε την περιορισμένη παροχή σχολίων και παρατηρήσεων (σε όλα τα μέλη των συμπράξεων) σχετικά με την επιτόπια παρακολούθηση.

Τα εθνικά γραφεία Tempus, τα εθνικά σημεία επαφής και οι αντιπροσωπείες της ΕΕ εκπλήρωσαν ρόλους υποστήριξης του προγράμματος και των συμμετεχόντων σε αυτό. Ωστόσο, η αξιολόγηση έδειξε ότι ο τρόπος με τον οποίο οι παράγοντες αυτοί εκπλήρωσαν τους αντίστοιχους ρόλους τους διέφερε σημαντικά στις διάφορες χώρες και ότι υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης.

Αποτελεσματικότητα

Το TEMPUS III είχε σημαντική συνολική συμβολή στην ανάπτυξη των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων των πέντε συγκεκριμένων γραμμών δράσης της «διαδικασίας της Μπολόνια». Το επίτευγμα αυτό περιελάμβανε «βασικούς» στόχους ανώτατης εκπαίδευσης, όπως την ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών, την ανάπτυξη συγκρίσιμων και συμβατών διπλωμάτων οργανωμένων σε μια δομή τριών κύκλων, τη διασφάλιση ποιότητας, την αναγνώριση ξένων διπλωμάτων, τη μεταρρύθμιση των δομών και των ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης καθώς και την ανάπτυξη προφίλ δεξιοτήτων – μολονότι περισσότερο σε επίπεδο μεμονωμένων ιδρυμάτων παρά σε επίπεδο εθνικής πολιτικής, όπου η διάρκεια και οι δυνατότητες που προσφέρουν τα διαρθρωτικά και συμπληρωματικά μέτρα και η αδυναμία πρόσβασης σε ανώτερους παράγοντες στο επίπεδο της πολιτικής είχαν ενίοτε ως αποτέλεσμα πιο έμμεσες συνέπειες.

Ανάλογα με το πραγματικό περιεχόμενο των προγραμμάτων και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης, το TEMPUS συνέβαλε επίσης στην ευρύτερη κοινωνική σημασία της ανώτατης εκπαίδευσης, για παράδειγμα καθιερώνοντας ή βελτιώνοντας τους συνδέσμους μεταξύ της ανώτατης εκπαίδευσης, των επιχειρήσεων, της έρευνας και της καινοτομίας. Η φύση από τη βάση προς την κορυφή του TEMPUS III και το υψηλό επίπεδο διαπροσωπικής επικοινωνίας συνέβαλε αναμφίβολα στην προώθηση της κατανόησης μεταξύ, και στην προσέγγιση, των πολιτισμών, αλλά η συμβολή στην ανάπτυξη «ελεύθερων και ακμαζουσών κοινωνιών των πολιτών» και ο ρόλος των ΜΚΟ θα πρέπει να αποσαφηνισθούν.

Οι εκπαιδευτικοί ήταν εκείνοι που επωφελήθηκαν κυρίως από τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα, ιδίως μέσω των επαφών με ξένους συναδέλφους, της καλύτερης ενημέρωσης για άλλους πολιτισμούς και για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, της βελτίωσης της κατάρτισης και του εμψυχωτικού αντικτύπου των ευκαιριών επαγγελματικής εξέλιξης και κινητικότητας. Οι σπουδαστές επωφελήθηκαν επίσης –μέσω της πρόσβασης σε νέο υλικό/μεθόδους μάθησης, της βελτίωσης των προσόντων και της καλύτερης ενημέρωσης για άλλους πολιτισμούς– παρότι λιγότερο όσον αφορά τη βελτίωση της απασχολησιμότητάς τους, όπου τα αποτελέσματα είναι περισσότερο έμμεσα.

Η συμμετοχή ήταν γεωγραφικά ισορροπημένη. Τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης της ΕΕ ανέφεραν την αυξημένη διεθνοποίηση ως το μεγαλύτερο όφελος από τη συμμετοχή τους στο TEMPUS III. Οι οικονομικοί παράγοντες ήταν σπάνια ο μόνος λόγος για τη συμμετοχή τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν ο λόγος για τον οποίο συμμετείχαν λιγότερο και για τον οποίο η συμμετοχή παρέμεινε σχετικά συγκεντρωμένη. Η γεωγραφική κάλυψη εντός των χωρών εταίρων ήταν ισορροπημένη, με συμμετοχή των περισσότερων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Οι μη πανεπιστημιακοί φορείς (π.χ. υπουργεία ή φορείς πιστοποίησης/κατάρτισης) συμμετείχαν γενικά, παρότι το επίπεδο συμμετοχής δεν ήταν πάντοτε τόσο διαδεδομένο ούτε τόσο υψηλό όσο αναμενόταν.

Το μέγεθος, η εμβέλεια και η μοναδική φύση του TEMPUS III είχαν ως αποτέλεσμα να αναδειχθεί ένα αναγνωρίσιμο «σήμα» ποιότητας TEMPUS στις χώρες εταίρους – ιδίως στους διαχειριστές πανεπιστημίων, στο συμμετέχον διδακτικό προσωπικό και στους εθνικούς παράγοντες της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά ίσως λιγότερο στους σπουδαστές και στο λοιπό προσωπικό. Στα κράτη μέλη της ΕΕ, το «σήμα» ήταν λιγότερο έκδηλο, ανταγωνιζόμενο συχνά εθνικά προγράμματα συνεργασίας ή υποστήριξης τρίτων χωρών.

Αντίκτυπος

Ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, ακόμη και σε επίπεδο μεμονωμένων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, το TEMPUS III συνέβαλε σημαντικά στον εκσυγχρονισμό της διδασκαλίας και στην ικανότητά της να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας και της αγοράς εργασίας. Αναπτύχθηκαν πολλά νέα προγράμματα σπουδών, συχνά ως απόκριση σε εξαιρετικά συγκεκριμένες ανάγκες της αγοράς, οι οποίες δεν καλύπτονταν προηγουμένως. Ωστόσο, θα απαιτηθεί κάποιος χρόνος προτού μια «κρίσιμη μάζα» αποφοίτων, καταρτισμένων μέσω του TEMPUS III, να έχει σαφή αντίκτυπο στην αγορά εργασίας σε εθνικό επίπεδο.

Το πρόγραμμα είχε επίσης σημαντικό αντίκτυπο στα άτομα, συμβάλλοντας στην εισαγωγή μιας νοοτροπίας αλλαγής και παροχής κινήτρων, ιδίως για το νεαρό προσωπικό, για την υποστήριξη και την εκτέλεση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Συνέβαλε στην αλλαγή νοοτροπίας και στην υιοθέτηση μια ανοικτής στάσης στις αλλαγές και στις καινοτομίες παρέχοντας ταυτόχρονα νέες προοπτικές σταδιοδρομίας στους συμμετέχοντες.

Ο αντίκτυπος όσον αφορά τη χρήση από τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση των δεξιοτήτων που ανέπτυξαν μέσω του TEMPUS III ώστε να επηρεάσουν τα αντίστοιχα ιδρύματά τους ήταν θετικός στο επίπεδο ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Πολλοί υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων έλαβαν μέρος σε προγράμματα, και πολλοί εξ αυτών θα μπορέσουν στο μέλλον να διαδραματίσουν έναν ρόλο στις μεταρρυθμίσεις των ιδρυμάτων τους. Σε εθνικό επίπεδο, το TEMPUS III δεν μπόρεσε να εμπλέξει εξίσου ενεργά τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής, οι οποίοι, ως ομάδα, εμφανίζουν επίσης συχνά υψηλό βαθμό εναλλαγής προσωπικού. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι το TEMPUS III μπόρεσε να παραγάγει σημαντικά αποτελέσματα σε επίπεδο μεμονωμένων ιδρυμάτων σε τομείς όπως η διασφάλιση ποιότητας ή η γενική διακυβέρνηση των πανεπιστημίων, ο επηρεασμός της εθνικής νομοθεσίας, με εξαίρεση στις υποψήφιες χώρες όπου υπήρξαν αρκετά προφανή παραδείγματα, ήταν περισσότερο έμμεσος, καθώς το πρόγραμμα τροφοδότησε μάλλον τις συζητήσεις πολιτικής παρά επέφερε άμεσες αλλαγές.

Το TEMPUS III συνέβαλε στη δημιουργία ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης με αυξημένο διεθνή προσανατολισμό και ευελιξία, ως πλατφόρμα στην οποία τα επιμέρους ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης θα μπορούν να αυξήσουν τον επαγγελματισμό τους στο μέλλον. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον συναφή αντίκτυπο στο επίπεδο των μεμονωμένων μελών του προσωπικού, αποτέλεσε κατά πάσα πιθανότητα τον σημαντικότερο αντίκτυπο του προγράμματος. Το πρόγραμμα συνέβαλε επίσης σημαντικά στη μακροπρόθεσμη διαδικασία σύγκλισης των προτύπων και των πρακτικών της ανώτατης εκπαίδευσης μεταξύ των χωρών εταίρων και της ΕΕ – τα οποία ενσωματώνονται κυρίως στη διαδικασία της Μπολόνια και στο ευρύτερο πρόγραμμα μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Τέλος, το TEMPUS III είχε σημαντικό αντίκτυπο στην εγκαθίδρυση ή στην αναζωπύρωση της περιφερειακής συνεργασίας μεταξύ χωρών εταίρων σε όλες τις περιφέρειες, και είχε σημαντικό αντίκτυπο, ο οποίος συχνά παραγνωρίζεται, όσον αφορά την ενίσχυση της συνεργασίας εντός των επιμέρους χωρών εταίρων.

Βιωσιμότητα

Πολλά οφέλη και αποτελέσματα του προγράμματος είχαν διάρκεια. Η πείρα ή οι γνώσεις που αποκτήθηκαν στα προγράμματα, η αύξηση των γνώσεων σε έναν τομέα μελέτης, η βελτίωση των πρακτικών εργασίας, η βελτίωση των δεξιοτήτων διδασκαλίας και διαχείρισης, η καλύτερη γνώση άλλων πολιτισμών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, τα νέα προγράμματα σπουδών, σε συνδυασμό με μια πιο καινοτόμο νοοτροπία στα ιδρύματα είναι στοιχεία που παρέμειναν μετά τη λήξη των σχεδίων. Τα αποτελέσματα των διαρθρωτικών και συμπληρωματικών μέτρων, λόγω της φύσης τους που αφορά την παροχή υποστήριξης σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ήταν λιγότερα απτά, αλλά τα περισσότερα αποτελέσματα πολιτικής χρησιμοποιούνταν ακόμη στους οργανισμούς που έλαβαν μέρος στο πρόγραμμα.

Σε πολλές περιπτώσεις, το πρόγραμμα παρότρυνε διαρκείς εταιρικές σχέσεις στην ανώτατη εκπαίδευση, με τη συμμετοχή χωρών της ΕΕ και χωρών εταίρων σε διάφορους βαθμούς, ανάλογα με τον χαρακτήρα του προγράμματος, και τη συνέχιση της ακαδημαϊκής συνεργασίας μετά τη λήξη του προγράμματος.

Τα συμμετέχοντα ιδρύματα συνέβαλαν σημαντικά στη συνέχιση της χρηματοδότησης: οι μισοί από τους εταίρους συνέχισαν τις συναφείς δραστηριότητές τους μέσω ίδιων πηγών χρηματοδότησης, όπως εθνικοί προϋπολογισμοί, άλλες πολυμερείς ή διμερείς πηγές και εξωτερική άντληση κονδυλίων. Ως προς αυτό, φαίνεται ότι υπήρξε υψηλό επίπεδο ανάληψης χρηματοδοτικών υποχρεώσεων από τους διάφορους εμπλεκόμενους ενδιαφερόμενους ώστε να συνεχισθούν οι δραστηριότητες και τα δίκτυα που εγκαθιδρύθηκαν. Ωστόσο, πρέπει να παρασχεθούν περισσότερα κίνητρα στους ενδιαφερομένους ώστε να συνεργασθούν πιο ενεργητικά στη διάδοση των αποτελεσμάτων και στην προώθηση των επιτευγμάτων, που τείνουν να είναι περιορισμένες λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης.

Συστασεισ των αξιολογητων και σχολια της Επιτροπησ

Στην έκθεση αξιολόγησης διατυπώνονται ορισμένες συστάσεις, οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια μαζί με τα σχόλια της Επιτροπής.

Σύσταση 1 – Ενίσχυση του στρατηγικού προσανατολισμού του προγράμματος

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι ο διάλογος πολιτικής μπορεί οπωσδήποτε να ενισχυθεί. Στο Tempus IV, καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες για την ενίσχυση του διαλόγου με τα υπουργεία. Τα υπουργεία καθορίζουν τις εθνικές προτεραιότητες, μέσω των αντιπροσωπειών και κατόπιν διαβούλευσης με τους ενδιαφερομένους σε εθνικό επίπεδο. Τα υπουργεία διατυπώνουν επίσης την άποψή τους σχετικά με τον περιορισμένο κατάλογο των προγραμμάτων που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν. Στις χώρες εταίρους συστάθηκε ομάδα εμπειρογνωμόνων για τη μεταρρύθμιση στην ανώτατη εκπαίδευση, η οποία εγκρίθηκε από τα υπουργεία, και οι εν λόγω εμπειρογνώμονες αποτελούν σημαντικό σύνδεσμο μεταξύ του ακαδημαϊκού κόσμου και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, και σε πολλές περιπτώσεις παρέχουν συμβουλές στα υπουργεία τους. Τέλος, οι δείκτες επιδόσεων βάσει των οποίων τα προγράμματα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις επανεξετάσθηκαν πρόσφατα και θα διευκολύνουν τη σύνδεση της παρακολούθησης των προγραμμάτων με τα εθνικό πλαίσια στρατηγικής.

Σύσταση 2 – Βελτίωση της αποτελεσματικής συνέργιας με το Erasmus Mundus και άλλες κοινοτικές δράσεις και ενθάρρυνση των συνδέσμων με την έρευνα

Η Επιτροπή κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες ώστε να σχεδιάσει το TEMPUS IV και το Erasmus Mundus ως συμπληρωματικά προγράμματα (συνεργασία/μεταρρύθμιση των ιδρυμάτων έναντι προώθησης της κινητικότητας). Τα εθνικά γραφεία Tempus έχουν πλέον ρητή εντολή και συναφή καθήκοντα προώθησης του Erasmus Mundus και άλλων πρωτοβουλιών της ΕΕ στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης. Οι ενημερώσεις σχετικά με το Erasmus Mundus αποτελούν μόνιμο θέμα στις τακτικές συνεδριάσεις των εθνικών γραφείων Tempus/εθνικών σημείων επαφής, και το Erasmus Mundus επενδύει ολοένα και περισσότερο ώστε να διατηρεί τα εθνικά γραφεία Tempus συστηματικά ενημερωμένα σχετικά με τις εξελίξεις.

Μια από τις προτεραιότητες της Επιτροπής είναι επίσης η ενθάρρυνση των συνδέσμων με πολιτικές και προγράμματα στον τομέα της έρευνας, και ιδίως με τις δράσεις Marie Curie, οι οποίες στοχεύουν στη διεθνή κινητικότητα ερευνητών και στην ανάπτυξη των σταδιοδρομιών τους. Ειδικό θέμα δραστηριοτήτων στο Tempus IV αποτελεί η υποστήριξη της ανάπτυξης του τριγώνου της γνώσης στις χώρες εταίρους, και πρόσφατα δρομολογήθηκε μια μελέτη για την καταγραφή των διδακτορικών σπουδών στις γειτονικές χώρες, η οποία περιλαμβάνει επίσης στοιχεία που συνδέονται με πολιτικές και προγράμματα στον τομέα της έρευνας.

Στην πραγματικότητα, η σύσταση που αφορά τη συμπληρωματικότητα δεν πρέπει να περιορίζεται στο Erasmus Mundus και στην έρευνα, αλλά πρέπει να αφορά επίσης τις άλλες μορφές διμερούς στήριξης στην ανώτατη εκπαίδευση που παρέχει η Επιτροπή σε πολλές χώρες εταίρους κυρίως μέσω των αντιπροσωπειών (στήριξη του προϋπολογισμού, τομεακό πρόγραμμα). Ομοίως, πρέπει να αναφέρεται επίσης σε συναφή προγράμματα που καλύπτουν άλλες περιοχές, και ειδικότερα το EDULINK, το οποίο σχεδιάσθηκε για την προώθηση της περιφερειακής και πολυμερούς δικτύωσης μεταξύ ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης της ομάδας χωρών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ) και της ΕΕ, και το Nyerere, το οποίο προωθεί την ακαδημαϊκή κινητικότητα στην ίδια περιοχή. Η σύνδεση των υφιστάμενων περιφερειακών πρωτοβουλιών με τον πολιτικό διάλογο σε κάθε χώρα στον τομέα της εκπαίδευσης πρέπει να περιλαμβάνεται στη σύσταση.

Σύσταση 3 – Επανεξέταση του επιπέδου χρηματοδότησης ενόψει των στόχων του TEMPUS

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι υπάρχουν επαρκή προγράμματα υψηλής ποιότητας, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν αύξηση του προϋπολογισμού, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει πολύ μεγάλη ζήτηση για το πρόγραμμα (1η πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το Tempus IV: λήφθηκαν 530 προτάσεις / επιλέγηκαν 76 προγράμματα – 2η πρόσκληση υποβολής προτάσεων: λήφθηκαν 610 προτάσεις / επιλέγηκαν 69 προγράμματα). Το ποσοστό επιλογής είναι πολύ χαμηλό, γύρω στο 12%. Πολλά πολύ καλά προγράμματα δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν λόγω των περιορισμών του προϋπολογισμού. Η ικανότητα απορρόφησης του Tempus είναι πολύ υψηλή.

Οι προϋπολογισμοί των επιμέρους προγραμμάτων αυξήθηκαν στο TEMPUS IV. Περιορισμένος αριθμός προγραμμάτων πρώτης γενεάς του TEMPUS IV θα ολοκληρωθούν στο τέλος του 2011. Θα είναι ενδεχομένως σκόπιμο να ερευνηθεί κατά πόσον δαπανήθηκαν όλα τα κεφάλαια των προγραμμάτων, και να επανεξετασθούν ενδεχομένως οι προϋπολογισμοί των επιμέρους προγραμμάτων ενόψει των μελλοντικών δημοσιονομικών προοπτικών για το Tempus. Θα είναι επίσης σημαντικό να εξετασθεί η ιδέα της αύξησης της χρηματοδότησης στο επίπεδο όλων των συμμετεχουσών περιφερειών, προκειμένου να αποφευχθούν μεγάλες ανισορροπίες μεταξύ χωρών (όπως η Ρωσική Ομοσπονδία) και περιφερειών (για παράδειγμα, οι χώρες της Μεσογείου).

Σύσταση 4 – Εμπλουτισμός της ποιότητας των προτάσεων προγραμμάτων

Τα τελευταία χρόνια, η Επιτροπή πραγματοποιεί σημαντικές επενδύσεις στην κατάρτιση των εθνικών γραφείων Tempus και των εθνικών σημείων επαφής όσον αφορά τις δεξιότητες προετοιμασίας προγραμμάτων. Οι πληροφορίες σχετικά με προηγούμενα προγράμματα καθίστανται διαθέσιμες ολοένα και πιο συστηματικά (δικτυακός τόπος, συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις – συλλογές προγραμμάτων, μελέτες με ορθές πρακτικές από προγράμματα).

Σύσταση 5 – Βελτίωση της αποτελεσματικότητας της επιτόπιας παρακολούθησης

Για το Tempus IV αναπτύχθηκε επικαιροποιημένη προσέγγιση επιτόπιας παρακολούθησης. Καθορίσθηκαν τρεις στόχοι παρακολούθησης: πρόληψη (αρχικά στάδια του προγράμματος), παροχή συμβουλών (ενδιάμεσα) και έλεγχος (εκ των υστέρων). Τέθηκαν ποσοτικοί στόχοι με έντονη έμφαση στην προληπτική λειτουργία, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να πραγματοποιείται επίσκεψη σε όλα τα νεοεπιλεχθέντα προγράμματα εντός των έξι πρώτων μηνών. Οργανώνονται επιτόπιες ενημερώσεις και παρέχονται συστηματικά σχόλια και παρατηρήσεις στους συμβαλλομένους ώστε να μπορούν να βελτιώσουν το πρόγραμμά τους.

Επιπλέον των μέσων αυτών, σε πολλές χώρες πραγματοποιούνται επίσης επισκέψεις στα προγράμματα παρακολούθησης προσανατολισμένες στα αποτελέσματα.

Σύσταση 6 – Παροχή μεγαλύτερης υποστήριξης στα εθνικά σημεία επαφής στα νέα κράτη μέλη

Τα πανεπιστήμια είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες στα νέα κράτη μέλη, όσον αφορά την ανταλλαγή των εμπειριών τους ως πρόσφατων δικαιούχων του προγράμματος. Πανεπιστήμια της Πολωνίας, της Σλοβενίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας και των κρατών της Βαλτικής υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήρια στο TEMPUS III και συνεχίζουν να συμμετέχουν ενεργά στο TEMPUS IV. Δεν είναι δυνατόν να εξετασθούν ευκαιρίες χρηματοδότησης για τα εθνικά σημεία επαφής, τα οποία είναι τα σημεία ενημέρωσης στα κράτη μέλη.

Σύσταση 7 – Καλύτερος καθορισμός της συμμετοχής των αντιπροσωπειών της ΕΕ για τη βελτίωση του (διαρθρωτικού) διαλόγου με τις εθνικές αρχές σχετικά με την ανώτατη εκπαίδευση

Η συμμετοχή των αντιπροσωπειών της ΕΕ είναι πιθανώς ο τομέας στον οποίο καταγράφηκε η μεγαλύτερη βελτίωση τα τελευταία χρόνια. Οι αντιπροσωπείες συμμετέχουν σε όλα τα στάδια υλοποίησης του προγράμματος. Συμμετέχουν στη διαβούλευση των υπουργείων για τη θέσπιση των προτεραιοτήτων του προγράμματος, διατυπώνουν την άποψή τους όσον αφορά τον περιορισμένο κατάλογο προγραμμάτων, προσκαλούνται στις ημερίδες πληροφόρησης και συμμετέχουν στην επιτόπια παρακολούθηση των προγραμμάτων. Είναι ο βασικός συνομιλητής για τις επαφές με τα υπουργεία και συμμετέχουν επίσης στην ομάδα εμπειρογνωμόνων για τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης καθώς και στις δραστηριότητές της.

Σύσταση 8 – Συνέχιση προγραμμάτων τύπου TEMPUS μετά την προσχώρηση στην ΕΕ

Ο μηχανισμός συνεργασίας στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης για τα ιδρύματα των κρατών μελών της ΕΕ είναι το πρόγραμμα διά βίου μάθησης (Erasmus), και τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης στις υποψήφιες χώρες καθίστανται αυτομάτως επιλέξιμα για συμμετοχή στο Erasmus όταν γίνονται κράτη μέλη. Η Επιτροπή καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για την προετοιμασία των υποψήφιων χωρών για συμμετοχή στο πρόγραμμα διά βίου μάθησης και προτείνει, επιπλέον, τη συμπερίληψη μιας συνόδου σχετικά με τη μετά Tempus εποχή στις ημερίδες πληροφόρησης για το Tempus (όπως συμβαίνει ήδη στην Κροατία).

Σύσταση 9 – Μεγαλύτερη έμφαση στις βέλτιστες πρακτικές – πληροφορίες σχετικά με συνδέσεις με την αγορά εργασίας και την κοινωνία των πολιτών

Η συνεργασία πανεπιστημίων-επιχειρήσεων είναι ένα από τα θέματα προτεραιότητας στο Tempus IV. Ολοένα και περισσότερα προγράμματα υλοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα και η συμμετοχή των επιχειρήσεων ενθαρρύνεται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων (εταιρικές σχέσεις πολλαπλών παραγόντων). Αυτό είναι ένα απτό αποτέλεσμα το οποίο απορρέει από το συνέδριο που διοργανώθηκε στο Αμμάν το 2007 σχετικά με τη συνεργασία πανεπιστημίων/επιχειρήσεων (βλέπε επίσης την έκθεση με τίτλο «Linking the worlds of work and education through Tempus» (Συνδέοντας την επαγγελματική και την εκπαιδευτική σφαίρα μέσω του Tempus)[6]).

Σύσταση 10 – Αναβάθμιση της προτεραιότητας σε σχέδια μεταρρύθμισης της διαχείρισης

Η μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης αποτελεί ρητό θέμα πολιτικής στο Tempus IV, και ολοένα και περισσότερα προγράμματα έχουν ως αντικείμενο το θέμα αυτό. Το 2009 ολοκληρώθηκε μελέτη σχετικά με τη διακυβέρνηση των πανεπιστημίων, βασισμένη σε βέλτιστες πρακτικές του Tempus στον συγκεκριμένο τομέα, ενώ εξελίξεις στον τομέα της πολιτικής λαμβάνουν χώρα τόσο στην ΕΕ όσο και στις χώρες εταίρους. Το 2010, θα πραγματοποιηθούν τρία σεμινάρια πολιτικής στην Ουκρανία, στο Καζαχστάν και στο Μαρόκο, με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων και υπευθύνων χάραξης πολιτικής στις συζητήσεις σχετικά με τους τρόπους αύξησης της διαφάνειας και της αποδοτικότητας της διακυβέρνησης των πανεπιστημίων.

Σύσταση 11 – Μεγαλύτερη έμφαση στη δυνατότητα πρόσβασης (ίσες ευκαιρίες) στα προγράμματα

Η ισότητα ευκαιριών αναφέρεται ρητά ως κριτήριο ποιότητας στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων του Tempus IV και μπορεί να αναφέρεται σαφέστερα κατά τις ημερίδες πληροφόρησης για το Tempus.

Σύσταση 12 – Υποστήριξη πρόσθετων φιλοδοξιών προγραμμάτων, όπως η περίπτωση κοινών ή διπλών διπλωμάτων

Η Επιτροπή θα εξετάσει το είδος των πρόσθετων φιλοδοξιών και θα διερευνήσει τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσουν τα προγράμματα. Η αντιπροσωπεία της ΕΚ στη Μόσχα ξεκίνησε πρόσφατα μελέτη σχετικά με τα διπλά διπλώματα στη Ρωσική Ομοσπονδία, και η εν λόγω μελέτη θα αναδείξει αναμφίβολα ζητήματα τα οποία μπορούν να διερευνηθούν περαιτέρω.

Σύσταση 13 – Βελτίωση της διάδοσης και της χρήσης των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων

Η διάδοση αποτελεί κριτήριο ποιότητας για την αξιολόγηση των προτάσεων και είναι επίσης σημαντικό στοιχείο το οποίο εξετάζει κατά την παρακολούθηση των προγραμμάτων. Στον τομέα αυτό έχουν γίνει πολλά τα τελευταία χρόνια. Έχουν εκπονηθεί θεματικές μελέτες σχετικά με τη συνεργασία πανεπιστημίων-επιχειρήσεων, τη διασφάλιση ποιότητας και τη διακυβέρνηση, τις οποίες ακολούθησαν θεματικά σεμινάρια με τη συμμετοχή ευρέος φάσματος ενδιαφερομένων. Εκπονούνται συλλογές προγραμμάτων, οι οποίες επικαιροποιούνται συνεχώς, και τα ιδιαίτερα επιτυχημένα προγράμματα προσκαλούνται για να μοιραστούν τις εμπειρίες τους σε διάφορα φόρα.

Συμπερασμα

Το πρόγραμμα TEMPUS παραμένει εξαιρετικά κατάλληλο όσον αφορά τον κύριο στόχο του, δηλαδή την προώθηση της μεταρρύθμισης και του εκσυγχρονισμού της ανώτατης εκπαίδευσης σε επίπεδο ιδρυμάτων. Οι δραστηριότητες συνέβαλαν σε διάφορα επίπεδα στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, οι οποίες, υπό άλλες συνθήκες, πιθανότατα δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί ή θα είχαν αναπτυχθεί με πολύ πιο αργό ρυθμό. Ταυτόχρονα είναι σαφές ότι σε πολλές χώρες απαιτείται περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και ότι αναμένονται ή έχουν ήδη εμφανισθεί σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά τη μεταρρύθμιση των δομών της ανώτατης εκπαίδευσης. Το Tempus αποτελεί, για αρκετές χώρες εταίρους, τη μοναδική ευκαιρία συνεργασίας με άλλα ιδρύματα σε άλλες χώρες και είναι το μόνο λειτουργικό πρόγραμμα συνεργασίας που μπορεί να προσφέρει η ΕΕ (και τα κράτη μέλη) σε ορισμένες από τις χώρες.

Η λογική παρέμβασης και οι βασικοί μηχανισμοί διαχείρισης για την υποστήριξη της εν λόγω διαδικασίας έχουν επιβεβαιωθεί πλήρως, και έχουν θεσπισθεί σημαντικές βελτιώσεις στην τελευταία φάση του προγράμματος, Tempus IV.

Η πρωτοτυπία και η επιτυχία του προγράμματος έγκεινται σε μεγάλο βαθμό στην καθοδηγούμενη από τη ζήτηση προσέγγιση «από τη βάση προς την κορυφή», βάσει της οποίας τα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης αναλαμβάνουν τις δικές τους πρωτοβουλίες στο πλαίσιο πρόσκλησης υποβολής προτάσεων με ευρείες δυνατότητες, και με έντονη επικέντρωση στη συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων. Το υψηλό επίπεδο διαπροσωπικής επικοινωνίας συνέβαλε στην προώθηση της κατανόησης μεταξύ, και στην προσέγγιση, των πολιτισμών. Τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να διατηρηθούν. Το Tempus, μέσω της πολυμερούς φύσης, της προσέγγισης προγραμμάτων και των μηχανισμών διαχείρισής του, αποδεικνύεται ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός από άποψη κόστους μηχανισμός πολιτικής, ιδίως σε σύγκριση με άλλες κλασικές παρεμβάσεις τεχνικής συνδρομής.

Είναι σαφές ότι το ιδιαίτερα ισχυρό σημείο των προγραμμάτων Tempus είναι συνήθως η καταλληλότητά τους όσον αφορά τη μεταρρύθμιση και την αναβάθμιση των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης των χωρών εταίρων, ο αντίκτυπός τους σε άτομα, επαγγέλματα, περιεχόμενο, μεθόδους, βελτιωμένα προσόντα, διεθνοποίηση και στην οργάνωση των σπουδών και στα συμμετέχοντα ιδρύματα. Τα αποτελέσματα των προγραμμάτων έχουν διάρκεια, διατηρούντα, αναπτύσσονται περαιτέρω και αξιοποιούνται εντός των ιδρυμάτων. Το Tempus είναι ένας μηχανισμός τον οποίο οι ακαδημαϊκές κοινότητες στις χώρες εταίρους μπορούν να δοκιμάσουν, να χρησιμοποιήσουν και να αξιοποιήσουν για να υποστηρίξουν τις ανάγκες τους και να εντάξουν στις εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο και πέραν αυτού, εντός της ευρύτερης κοινότητας ανώτατης εκπαίδευσης της διαδικασίας της Μπολόνια. Το Tempus είναι ένα αναγνωρίσιμο και ποιοτικό σήμα στις χώρες εταίρους. Είναι επίσης ένα πρόγραμμα το οποίο χαίρει μεγάλης εκτίμησης στην ΕΕ και από τα ιδρύματα των κρατών μελών.

Το πρόγραμμα εξακολουθεί να προσελκύει έντονο ενδιαφέρον και πολλές αιτήσεις συμμετοχής πολύ καλής ποιότητας, οι οποίες ωστόσο δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν λόγω περιορισμών του προϋπολογισμού. Η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο αύξησης της χρηματοδότησης για όλες τις περιφέρειες που καλύπτονται από το πρόγραμμα στον βαθμό που το επιτρέπει το δημοσιονομικό πλαίσιο και με την επιφύλαξη άλλων προτεραιοτήτων συνεργασίας, προκειμένου να υποστηριχθούν πλήρως οι πολύ φιλόδοξοι στόχοι και οι προκλήσεις στην ανώτατη εκπαίδευση καθώς και οι σημαντικές εξελίξεις στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα.

[1] Απόφαση του Συμβουλίου 90/233/ΕΟΚ της 7ης Μαΐου 1990.

[2] Απόφαση του Συμβουλίου 1999/311/ΕΚ της 29ης Απριλίου 1999.

[3] Απόφαση του Συμβουλίου 2002/601/ΕΚ της 27ης Ιουνίου 2002.

[4] Η απόφαση που αφορά την επέκταση του προγράμματος Tempus προς τις χώρες MEDA τροποποίησε τη διάρκεια του προγράμματος σε τρόπο ώστε να λήξουν ταυτόχρονα τα προγράμματα Tempus, Socrates και Leonardo da Vinci.

[5] Η συμμετοχή του Ισραήλ είναι δυνατή μόνο στη βάση της αυτοχρηματοδότησης.

[6] http://eacea.ec.europa.eu/tempus/doc/linking.pdf