12.8.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 189/8


Τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων στην υπόθεση COMP/39.188 — Μπανάνες

(σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 της απόφασης 2001/462/ΕΚ, ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2001, σχετικά με τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού — ΕΕ L 162 της 19.6.2001, σ. 21)

2009/C 189/04

Με βάση το σχέδιο απόφασης στην προαναφερθείσα υπόθεση διατυπώνονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις.

Κοινοποίηση αιτιάσεων

Η κοινοποίηση αιτιάσεων (ΚΑ) εγκρίθηκε στις 20 Ιουλίου 2007 και διαβιβάσθηκε στις ακόλουθες εταιρείες ή ομίλους εταιρειών: Chiquita Brands International Inc, Chiquita International Ltd, Chiquita International Services Group N.V. και Chiquita Banana Company B.V. (Chiquita), Dole Food Company Inc και Dole Fresh Fruit Europe OHG (Dole), Fresh Del Monte Produce Inc, Del Monte Fresh Produce International Inc, Del Monte (Γερμανία) GmbH και Del Monte (Κάτω Χώρες) BV (Del Monte)· Fyffes plc, Fyffes International, Fyffes Group Limited και Fyffes BV (Fyffes)· FSL Holdings NV και Firma Leon van Parys NV (LVP), Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert & Co KG (Weichert).

Στην κοινοποίηση αιτιάσεων η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι οι παραλήπτες είχαν συμμετάσχει σε ενιαία και συνεχή παράβαση του άρθρου 81 με την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους όγκους μπανανών και τις τιμές αναφοράς και με τον καθορισμό τιμών μέσω του συντονισμού των τιμών αναφοράς για τις μπανάνες.

Μετά την κοινοποίηση αιτιάσεων, χορηγήθηκε στα μέρη πρόσβαση στον φάκελο έρευνας της Επιτροπής είτε με DVD είτε, όσον αφορά τις αιτήσεις επιείκειας και τα σχετικά έγγραφα, στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής.

Διαδικασίες

Στα μέρη χορηγήθηκε αρχικώς προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσουν στην κοινοποίηση αιτιάσεων. Βάσει αιτιολογημένων αιτημάτων χορηγήθηκαν διάφορες παρατάσεις στα μέρη που το ζήτησαν. Οι παρατάσεις, οι οποίες αφορούσαν κυρίως ισχυρισμούς σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο της Επιτροπής, ισοδυναμούσαν περίπου σε δύο επιπλέον μήνες. Όλα τα μέρη απάντησαν εγκαίρως και υπέβαλαν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή σχετικά με τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν εναντίον τους.

Επιπλέον, όλα τα μέρη άσκησαν το δικαίωμα ακρόασης που τους παρέχει το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004 (1). Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στις 4-6 Φεβρουαρίου 2008.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αρκετά μέρη υπέβαλαν πολυάριθμες καταγγελίες για εικαζόμενες διαδικαστικές παρατυπίες ισχυριζόμενοι ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά τους για ακρόαση. Μολονότι στην πλειοψηφία τους οι καταγγελίες αυτές επιλύθηκαν από τη ΓΔ Ανταγωνισμού, ορισμένες παραπέμφθηκαν στον σύμβουλο ακροάσεων. Οι καταγγελίες εξετάστηκαν προσεκτικά από μένα, ή από τον τότε αρμόδιο σύμβουλο ακροάσεων, και τα μέρη ενημερώθηκαν δεόντως. Ιδιαίτερα, προβλήθηκε το επιχείρημα ότι η έλλειψη πρακτικών, απομαγνητοφωνήσεων ή/και σημειώσεων για τις συναντήσεις στο πλαίσιο του προσπελάσιμου φακέλου έρευνας είχε ως αποτέλεσμα παραβίαση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του αιτούντος επιεική μεταχείριση. Επίσης προβλήθηκε το επιχείρημα ότι το δικαίωμα ακρόασης δεν ήταν δυνατό να ασκηθεί με τον δέοντα τρόπο διότι ο φάκελος έρευνας περιείχε πολυάριθμες μη αναγνώσιμες σελίδες. Επίσης ένα μέρος ζήτησε να του παρασχεθούν εικαζόμενα απαλλακτικά έγγραφα, τα οποία δεν υπήρχαν στον φάκελο της έρευνας αλλά κατά τη γνώμη του υπήρχαν σε άλλες Γενικές Διευθύνσεις της Επιτροπής. Τέλος, διάφορα μέρη ισχυρίστηκαν ότι τα δικαιώματα υπεράσπισης απαιτούν επίσης πρόσβαση στα έγγραφα που υποβάλλονται στην Επιτροπή μετά την κοινοποίηση αιτιάσεων, κυρίως οι απαντήσεις άλλων μερών στην κοινοποίηση αιτιάσεων.

Πρώτον, όσον αφορά την έλλειψη πρακτικών, απομαγνητοφωνήσεων ή/και σημειώσεων από τις συνεδριάσεις με τον αιτούντα επιεική μεταχείριση (που έθιξαν οι LVP, Fyffes/Weichert και Dole), η εξέταση οδήγησε στο ακόλουθο συμπέρασμα. Στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης, το δικαίωμα υπεράσπισης των μερών δεν επιβάλλει στις υπηρεσίες της Επιτροπής τη γενική υποχρέωση να συντάσσουν πρακτικά ή να προβαίνουν σε μαγνητοφωνήσεις των συνεδριάσεων. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνο εάν η Επιτροπή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στην απόφασή της επιχειρήματα που προβλήθηκαν προφορικά και στην περίπτωση αυτή απαιτείται η σύνταξη γραπτού κειμένου. Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση χρησιμοποιήθηκαν ως επιχειρήματα μόνο εταιρικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν επισήμως, τα δικαιώματα υπεράσπισης των μερών δεν είναι δυνατό να έχουν παραβιαστεί από το γεγονός ότι δεν συντάχθηκαν έγγραφα των εν λόγω συνεδριάσεων. Σχετικά με αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι μονομερείς σημειώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής δεν αντιπροσωπεύουν παρά μόνο την εικόνα που διαμόρφωσε και την ερμηνεία που έδωσε η ίδια η Επιτροπή σχετικά με όσα ειπώθηκαν. Για τον λόγο αυτό, οι σημειώσεις αυτές συνιστούν μη προσπελάσιμες εσωτερικές σημειώσεις και δεν έχουν αποδεικτική αξία, ούτε ενοχοποιητική ούτε απαλλακτική.

Δεύτερον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ύπαρξη μη αναγνώσιμων εγγράφων στον φάκελο μπορεί να στοιχειοθετήσει παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης και ειδικότερα, παραβίαση της αρχής της ισότητας των μέσων (LVP, Fyffes/Weichert, Dole), συνήχθη το ακόλουθο συμπέρασμα. Στον βαθμό που τα αρχικά έγγραφα στον φάκελο έρευνας της Επιτροπής είναι συγκρίσιμης ποιότητας με τα αντίγραφα στα DVD των μερών, η Επιτροπή δεν μπορούσε να γνωρίζει καλύτερα τα έγγραφα που ήταν μη αναγνώσιμα ή μετά βίας αναγνώσιμα από ότι τα μέρη που συμμετείχαν στη διαδικασία. Η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής, κατόπιν σχετικού αιτήματος και εφόσον αυτό ήταν δυνατό, παρείχε στα αιτούντα μέρη νέα αντίγραφα συγκρίσιμης ποιότητας με τα αρχικά έγγραφα του φακέλου. Για τον λόγο αυτόν, τα μέρη είχαν πρόσβαση στα ίδια έγγραφα συγκρίσιμης ποιότητας όπως και η ίδια η Επιτροπή. Συνεπώς, συνήχθη το συμπέρασμα ότι τηρήθηκε η αρχή της ισότητας των μέσων.

Τρίτον, όσον αφορά το αίτημα παροχής δυνητικά απαλλακτικών εγγράφων που δεν περιέχονται στον φάκελο έρευνας, αλλά είναι στην κατοχή της Επιτροπής (Fyffes/Weichert), ο τότε σύμβουλος ακροάσεων είχε την ακόλουθη άποψη. Κατά γενικό κανόνα η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παρέχει έγγραφα που δεν περιέχονται στον φάκελο έρευνας. Ωστόσο, βάσει αιτιολογημένου αιτήματος το οποίο προσδιορίζει σαφώς το/α έγγραφο/α και εξηγεί τη σημασία για την υπεράσπιση και την ενδεχόμενη απαλλακτική αξία, η Επιτροπή μπορεί να υποχρεωθεί να παράσχει τα έγγραφα αυτά, εκτός και εάν το αιτούν μέρος μπορεί να αποκτήσει τις πληροφορίες αυτές από άλλες πηγές χωρίς ιδιαίτερα σημαντική προσπάθεια. Αντίθετα, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδεχθεί ένα μη συγκεκριμένο αίτημα το οποίο αφορά μεγάλο αριθμό εγγράφων. Το αίτημα εκτιμήθηκε με βάση τα κριτήρια αυτά και κρίθηκε εν μέρει δικαιολογημένο. Έτσι, ζητήθηκε από την ΓΔ Ανταγωνισμού να λάβει κατάλληλα μέτρα για την αναζήτηση και παροχή εγγράφων στα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία ήταν σαφώς προσδιορισμένα στο αίτημά τους. Αντίθετα, απορρίφθηκε το αίτημα που αναφερόταν σε έγγραφα με αόριστο και αφηρημένο τρόπο ή σε έγγραφα τα οποία μπορούσαν να αποκτηθούν από άλλες πηγές.

Τέλος, όσον αφορά το εικαζόμενο δικαίωμα πρόσβασης στις απαντήσεις άλλων μερών στην κοινοποίηση αιτιάσεων (Del Monte), το δικαίωμα αυτό δεν ισχύει κατά γενικό κανόνα. Από το σημείο 27 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για την πρόσβαση στο φάκελο συνάγεται ότι πρόσβαση σε έγγραφα που παραλαμβάνονται από την Επιτροπή μετά την κοινοποίηση αιτιάσεων μπορεί να χορηγηθεί μόνο εάν τα έγγραφα αυτά μπορούν να περιέχουν νέα αποδεικτικά στοιχεία, είτε ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά. Δεδομένου ότι η απάντηση ενός μέρους στην κοινοποίηση αιτιάσεων συνιστά την ατομική του υπεράσπιση, σπάνια μπορεί να θεωρηθεί ενοχοποιητική ή απαλλακτική όσον αφορά άλλα μέρη στο πλαίσιο της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή απαγορεύεται να χρησιμοποιήσει αποδεικτικά στοιχεία κατά ενός μέρους χωρίς να του έχει δώσει προηγουμένως το δικαίωμα ακρόασης σχετικά με τα στοιχεία αυτά. Ωστόσο, ένα αίτημα για πληροφορίες εν δυνάμει απαλλακτικές δεν μπορεί να διατυπώνεται γενικόλογα, αλλά να είναι αιτιολογημένο και να αναφέρει, σε γενικούς τουλάχιστον όρους, τον τρόπο με τον οποίο μία ιδιαίτερη πληροφορία μπορεί να είναι χρήσιμη για την υπεράσπιση ενός μέρους και να επηρεάσει την πορεία της διοικητικής διαδικασίας. Επομένως, τα δικαιώματα υπεράσπισης δεν παραβιάζονται όταν η Επιτροπή αρνείται σε ένα μέρος την πρόσβαση στις απαντήσεις άλλων μερών στην κοινοποίηση αιτιάσεων βάσει γενικού αιτήματος με το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι απαντήσεις ενδέχεται να περιέχουν απαλλακτικές πληροφορίες. Με βάση τα κριτήρια αυτά θεωρώ ότι η άρνηση της ΓΔ Ανταγωνισμού να αποδεχθεί το αίτημα του εν λόγω μέρους δεν μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

Σχέδιο απόφασης

Μετά τις γραπτές και προφορικές ανακοινώσεις των μερών, η Επιτροπή ήρε όλες τις αντιρρήσεις της κατά των Fyffes plc, Fyffes International, Fyffes Group Limited και Fyffes BV (Fyffes) καθώς και κατά των FSL Holdings NV και Firma Leon van Parys NV (LVP). Η Επιτροπή ήρε επίσης όλες τις αντιρρήσεις της κατά των Fresh Del Monte Produce Inc., Del Monte Fresh Produce International Inc., Del Monte (Γερμανία) GmbH και Del Monte (Κάτω Χώρες) BV, σχετικά με την εικαζόμενη συμμετοχή της Del Monte στην παράβαση. Ωστόσο, διατηρεί την ευθύνη της Fresh Del Monte Produce Inc. για τη συμμετοχή στην παράβαση της Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert & Co KG, διότι η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρώτη από τις δύο αυτές εταιρείες άσκησε καθοριστική επιρροή στη δεύτερη.

Επιπλέον, όσον αφορά τους άλλους παραλήπτες του σχεδίου απόφασης, περιορίστηκε η έκταση των αιτιάσεων κατά των μερών σε σύγκριση με την κοινοποίηση αιτιάσεων και η διάρκεια της παράβασης μειώθηκε σημαντικά.

Κατά τη γνώμη μου, το σχέδιο απόφασης αφορά μόνο τις αιτιάσεις σχετικά με τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους.

Συμπέρασμα

Θεωρώ ότι στην υπόθεση αυτή έγινε σεβαστό το δικαίωμα ακρόασης όλων των συμμετεχόντων στη διαδικασία.

Βρυξέλλες, 10 Οκτωβρίου 2008.

Karen WILLIAMS


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ, ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 18.