|
1.10.2009 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 236/20 |
Πρόταση θέσης στο αρχείο της καταγγελίας 2009/4209
2009/C 236/07
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ολοκλήρωσαν την έρευνα σχετικά με την καταγγελία 2009/4209 που αφορούσε την αμοιβή των ειδικευόμενων ιατρών στην Ιταλία, κατά τη χρονική περίοδο από το 1982 έως το 1991.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής αφού εξέτασαν την καταγγελία και την τεκμηρίωση που διαβίβασαν οι καταγγέλλοντες σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο θέμα αυτό κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κατά το παρόν στάδιο δεν διαπιστούται στη συγκεκριμένη περίπτωση καμία παραβίαση της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ (1).
Η οδηγία 93/16/ΕΟΚ για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων των ιατρών και τον συντονισμό της ειδίκευσής τους προβλέπει όντως ότι οι ιατροί που παρακολουθούν εκπαίδευση ειδικότητας λαμβάνουν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης αυτής τη δέουσα αμοιβή. Η υποχρέωση αυτή απορρέει ειδικά από την οδηγία 82/76/ΕΟΚ (2) με την οποία είχε τροποποιηθεί η οδηγία 75/363/ΕΟΚ· οι οδηγίες αυτές είχαν κωδικοποιηθεί από την οδηγία 93/16/ΕΟΚ, η οποία καταργήθηκε από την οδηγία 2005/36/ΕΚ (3).
Η καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας 82/76/ΕΟΚ ήταν η της 1ης Ιανουαρίου 1983. Με απόφαση της 7ης Ιουλίου1987, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνώρισε ότι η Ιταλία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, μη μεταφέροντας εμπρόθεσμα την οδηγία 82/76/ΕΟΚ. Η Ιταλία με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 257/1991 που εκδόθηκε το 1991 (και άρχισε να ισχύει την 1ης Σεπτεμβρίου 1991), μετέφερε όντως την οδηγία, αλλά περιόρισε το δικαίωμα αμοιβής στα ακαδημαϊκά έτη από το 1991-92 και μετά. Το Δικαστήριο στις προδικαστικές αποφάσεις του στις υποθέσεις C-131/97 Carbonari και C-371/97 Gozza, θεώρησε ότι η ζημία που είχαν υποστεί οι ειδικευμένοι ιατροί (που είχαν εγγραφεί μεταξύ των ακαδημαϊκών ετών 1983-84 και 1990-91) μπορούσε να αποκατασταθεί με την αναδρομική εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί αμοιβής, ο δε εθνικός δικαστής έπρεπε να μην εφαρμόσει εθνικές διατάξεις που ήταν αντίθετες προς την οδηγία (εκείνες οι οποίες περιόριζαν το δικαίωμα αμοιβής στα έτη 1991-92 και ακόλουθα).
Κατόπιν, δεδομένου ότι πολλοί ειδικευμένοι ιατροί είχαν εγγραφεί πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1991-92, υπέβαλαν προσφυγές ενώπιον των αστικών και διοικητικών δικαστηρίων στην Ιταλία, ζητώντας αποζημίωση. Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Λατίου, Τμήμα πρώτο α) στις αποφάσεις του της 25ης Φεβρουαρίου 1994 έκανε δεκτές τις εφέσεις: «Το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 257, της 8ης Αυγούστου πρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη από τον εθνικό δικαστή στον βαθμό που περιορίζει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μόνο στους ιατρούς που έχουν γίνει δεκτοί για εκπαίδευση ειδικότητας, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1991-92, και αφήνει εν ισχύ το παλαιό πρόγραμμα εκπαίδευσης ιατρικής ειδικότητας.»
Παρά την απόφαση αυτή, η Ιταλία αρνήθηκε να καταβάλει τα δέοντα στους ιατρούς που είχαν πραγματοποιήσει εκπαίδευση ειδικότητας πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1990-91 και προτίμησε να εκδώσει τον νόμο αριθ. 370, της 19ης Οκτωβρίου 1999, που προβλέπει στο άρθρο 11 ότι θα πρέπει να καταβάλλεται σε κάθε ιατρό που έχει παρακολουθήσει εκπαίδευση ειδικότητας κατά την χρονική περίοδο 1983-1991, υποτροφία ποσού 13 000 000 LIT, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός καλύπτεται προσωπικά από την δικαστική απόφαση. Με υπουργικό διάταγμα καθορίζονταν οι λεπτομέρειες εφαρμογής για την υποβολή της αίτησης για υποτροφία. Ορισμένοι ιατροί είχαν υποβάλει προσφυγή κατά του υπουργικού αυτού διατάγματος η οποία οδήγησε σε απόφαση που αναγνώριζε δικαίωμα αποζημίωσης στους ιατρούς που είχαν παρακολουθήσει εκπαίδευση ειδικότητας και είχαν εγγραφεί πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1991-92.
Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, επί του παρόντος οι ιατροί που είχαν παρακολουθήσει εκπαίδευση ειδικότητας από την προθεσμία μεταφοράς της σχετικής οδηγίας (31 Δεκεμβρίου 1982) και είχαν εγγραφεί στο πρόγραμμα εκπαίδευσης πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1991-92 απώλεσαν το δικαίωμα αποζημίωσης λόγω της καθυστερημένης και ατελούς μεταφοράς της οδηγίας από μέρους της Ιταλίας. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατανοούν ότι οι σημερινοί καταγγέλλοντες προσάπτουν στην Ιταλία το γεγονός ότι δεν είχε τροποποιήσει τη σχετική ιταλική νομοθετική ρύθμιση.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεδομένου ότι έλαβαν και άλλες συναφείς αιτήσεις Ιταλών ιατρών σχετικά με το θέμα, διαπίστωσαν ότι όπως προέκυπτε από την εθνική νομολογία οι αρχές που είχε θέσει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις αποφάσεις του στις υποθέσεις C-131/97 Carbonari και C-371/97 Gozza είχαν τηρηθεί πλήρως από τον εθνικό δικαστή. Ο εθνικός δικαστής δέχθηκε την αρχή της αναδρομικής ισχύος του δικαιώματος αμοιβής μη εφαρμόζοντας τις εθνικές διατάξεις που ήταν αντίθετες προς την οδηγία 82/76/ΕΟΚ (άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 257/1991 που περιορίζει το δικαίωμα αμοιβής στα ακαδημαϊκά έτη 1991-92 και ακόλουθα) και αναγνώρισε το δικαίωμα αμοιβής και κατά συνέπεια το δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας. Παρά ταύτα, σε ορισμένες περιπτώσεις ο εθνικός δικαστής αρνήθηκε την αποκατάσταση της ζημίας λόγω της παραγραφής της πράξης βάσει των διατάξεων του ισχύοντος εθνικού δικαίου. Η απόφαση αυτή δεν φαίνεται αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ειδικότερα στην απόφασή του της 5ης Μαρτίου 1996, στις υποθέσεις C-46/93 Brasserie du pêcheur και C-48/93 και Factortame, όπου προσδιορίζει ότι απουσία κοινοτικών διατάξεων σχετικών με την αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί ιδιώτες, τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την αποκατάσταση καθορίζονται από την εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκά από εκείνα που αφορούν συναφείς αξιώσεις που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο (σημείο 83 της προαναφερθείσας απόφασης της 5ης Μαρτίου 1996). Στη συγκεκριμένη υπόθεση κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου τηρείται η αρχή αυτή.
Κατά συνέπεια, οι σχετικές υπηρεσίες προτείνουν στην Επιτροπή να θέσει την καταχωριθσείσα καταγγελία στο αρχείο.
Τούτο δεν εμποδίζει να ανοιχθεί εκ νέου και να επανεξετασθεί η υπόθεση, εάν περιέλθουν σε γνώση της Επιτροπής, ακόμη και μετά τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο, συμπληρωματικά στοιχεία που δικαιολογούν την κίνηση διαδικασίας με το ίδιο θέμα.
(1) ΕΕ L 165 της 7.7.1993, σ. 1.
(2) ΕΕ L 43 της 15.2.1982, σ. 21.
(3) ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22.