[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 27.2.2009 COM(2009) 91 τελικό 2009/0028 (COD) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της […] για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 όσον αφορά την κυκλοφορία των προσώπων με θεώρηση μακράς διαμονής (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκεπτικό των προτάσεων Ισχύον νομικό καθεστώς Στόχος αυτών των προτάσεων είναι η διευκόλυνση της κυκλοφορίας εντός του χώρου Σένγκεν χωρίς εσωτερικά σύνορα των υπηκόων τρίτων χωρών που κατοικούν νόμιμα σε κράτος μέλος[1] με βάση θεώρηση μακράς διαμονής «D» που χορηγήθηκε από αυτό το κράτος μέλος. Σύμφωνα με το ισχύον κεκτημένο του Σένγκεν, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος είναι κάτοχος εθνικής θεώρησης μακράς διαμονής (εφεξής «θεώρηση D») άνω των τριών μηνών επιτρέπεται να διαμένει μόνο στο έδαφος του κράτους μέλους που έχει χορηγήσει τη θεώρηση και, σύμφωνα με το άρθρο 18 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (Σύμβασης του Σένγκεν)[2] όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1091/2001[3], να διέρχεται από το έδαφος των άλλων κρατών μελών μόνο προκειμένου να φθάσει στο κράτος μέλος που χορήγησε τη θεώρηση. Συνεπώς, σύμφωνα με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, οι κάτοχοι θεώρησης D δεν επιτρέπεται να ταξιδεύουν στα άλλα κράτη μέλη κατά τη διαμονή τους ούτε να διέρχονται από τα άλλα κράτη όταν επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους, δεδομένου ότι αυτό δεν προβλέπεται από τη Σύμβαση του Σένγκεν. Η διατύπωση της ανωτέρω διάταξης της Σύμβασης του Σένγκεν απορρέει από τη διαδικασία που εφαρμοζόταν τότε γενικά από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οποία οι θεωρήσεις D μετατρέπονται σε άδεια διαμονής μετά την άφιξη στο έδαφος του κράτους μέλους. Με βάση αυτή την άδεια διαμονής, οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να κυκλοφορούν εντός του χώρου Σένγκεν. Γι’ αυτό το λόγο, τα κράτη μέλη δεν έκριναν απαραίτητο κατά τη σύναψη της Σύμβασης του Σένγκεν να ρυθμίσουν είτε την κυκλοφορία και το ταξίδι επιστροφής με βάση θεώρηση D, είτε τυχόν δεύτερη διέλευση προς το κράτος μέλος που έχει χορηγήσει τη θεώρηση D. Συνεπώς, η Σύμβαση του Σένγκεν προβλέπει μόνο την αρχή της ισοδυναμίας μεταξύ των αδειών διαμονής Σένγκεν και των θεωρήσεων που ισχύουν στο χώρο Σένγκεν: άδεια διαμονής που έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος επιτρέπει σε υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος είναι κάτοχος αυτής της άδειας και έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου, να κυκλοφορεί ελεύθερα για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες στο έδαφος των άλλων κρατών μελών κατά τη διαμονή του/της (άρθρο 21 της Σύμβασης). Το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)[4] προβλέπει επίσης ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής χορηγούμενο από κράτος μέλος δύνανται να διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα άλλου κράτους μέλους χωρίς θεώρηση, για διαμονή μικρότερη του τριμήνου. Προβλήματα κατά την εφαρμογή Όλο και περισσότερα κράτη μέλη δεν αντικαθιστούν τις θεωρήσεις D με άδειες διαμονής μετά την είσοδο των υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός τους, ή τις αντικαθιστούν με μεγάλη καθυστέρηση. Αυτή η κατάσταση από νομικής και πρακτικής πλευράς έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες, όσον αφορά την κυκλοφορία στο χώρο Σένγκεν, για τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος με βάση θεώρηση D. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποχρεωμένα να συνεχίσουν να διαμένουν ως κάτοχοι θεώρησης D, με αποτέλεσμα να μην μπορούν νόμιμα, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, ούτε να ταξιδεύουν για διάφορους, νόμιμους σκοπούς (π.χ. επαγγελματικούς σκοπούς, διασκέψεις, επισκέψεις) στα άλλα κράτη μέλη, ούτε να διέρχονται από το έδαφος των άλλων κρατών μελών όταν επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους. Θεώρηση «D+C» - Κανονισμός 1091/2001 Προκειμένου να αντιμετωπιστεί εν μέρει το πρόβλημα των καθυστερήσεων στη χορήγηση αδειών διαμονής μετά την άφιξη, το 2001 θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1091/2001[5] βάσει γαλλικής πρωτοβουλίας) η θεώρηση D+C, η οποία παρέχει στους κατόχους θεώρησης D μακράς διαμονής που χορηγήθηκε από κράτος μέλος τη δυνατότητα να κυκλοφορούν ελεύθερα στο χώρο Σένγκεν κατά τους τρεις πρώτους μήνες της περιόδου ισχύος της θεώρησης D, υπό τον όρο ότι η θεώρηση έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τους κανόνες του Σένγκεν που ισχύουν για τις θεωρήσεις βραχείας διαμονής [συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων βάσει του καταλόγου των ανεπιθύμητων υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS)]. Ωστόσο, στην πράξη φαίνεται ότι τα περισσότερα κράτη μέλη είτε δεν χορηγούν καθόλου θεωρήσεις D+C είτε χορηγούν πολύ λίγες. Επίσης, παρατηρήθηκε σε πολλές περιπτώσεις ότι αυτό το είδος θεώρησης ή οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή του είναι λίγο ή καθόλου γνωστές στο προξενικό προσωπικό και επομένως οι αιτούντες δεν ενημερώνονται για αυτή τη δυνατότητα. Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις τα προγράμματα καταγραφής εθνικών θεωρήσεων και επεξεργασίας δεν παρέχουν καν τη δυνατότητα εξέτασης των αιτήσεων για θεώρηση αυτού του τύπου ή εκτύπωσης της αυτοκόλλητης θεώρησης. Ταυτόχρονα, ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν στις διπλωματικές και προξενικές τους αρχές να χορηγούν άμεσα άδειες διαμονής, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο περιττές τις θεωρήσεις D+C. Επιπλέον, μόλις λήξει η περίοδος των τριών μηνών από την αρχική ημερομηνία ισχύος της θεώρησης D+C δεν επιτρέπεται πλέον στους κατόχους – που μέχρι τότε βρίσκονταν νόμιμα στο έδαφος του κράτους μέλους που χορήγησε τη θεώρηση – να κυκλοφορούν στο σύνολο του εδάφους των κρατών μελών εάν εν τω μεταξύ η θεώρηση D+C δεν έχει αντικατασταθεί από τίτλο διαμονής. Τα πρόσωπα αυτά, για τα οποία απαιτείται θεώρηση βραχείας διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου[6], πρέπει συνεπώς να υποβάλουν στο κράτος κατοικίας τους αίτηση για ξεχωριστή θεώρηση βραχείας διαμονής C, προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, στην πράξη ορισμένα κράτη μέλη αρνούνται να χορηγήσουν θεωρήσεις Σένγκεν σε πρόσωπα τα οποία διαμένουν ήδη στο χώρο του Σένγκεν. Επίσης, σύμφωνα με την ερμηνεία ορισμένων κρατών μελών, αυτοί οι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση για πρόσθετη θεώρηση Σένγκεν βραχείας διαμονής κατά τους έξι αυτούς μήνες, δεδομένου ότι έχουν ήδη διαμείνει στον χώρο Σένγκεν τρεις μήνες με βάση τη θεώρηση D+C. Σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι θεώρησης D+C ή D δεν επιτρέπεται να διέλθουν από τα άλλα κράτη μέλη, δεδομένου ότι έχει λήξει η περίοδος των 90 ημερών επιτρεπόμενης διαμονής σε περίοδο έξι μηνών. Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, η Επιτροπή – στην πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα Θεωρήσεων[7] – πρότεινε την κατάργηση της θεώρησης D+C για λόγους απλούστευσης και απαίτησε από τα κράτη μέλη να επιταχύνουν τη χορήγηση αδειών διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη – για διάφορους λόγους – δεν δείχνουν να επιθυμούν ή να μπορούν να χορηγούν εγκαίρως άδειες διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών που κατοικούν στο έδαφός τους. Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει να θεσπιστεί η αρχή της ισοδυναμίας μεταξύ των θεωρήσεων μακράς και βραχείας διαμονής που χορηγούνται από τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν προκειμένου να επιλύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος με θεώρηση μακράς διαμονής. Η θέσπιση της ισοδυναμίας μεταξύ των θεωρήσεων D και C εξετάστηκε για πρώτη φορά από ορισμένα κράτη μέλη και την Επιτροπή κατά τις συζητήσεις της ανεπίσημης ομάδας εργασίας για τις θεωρήσεις στη Λουμπλιάνα, στις 21 και 22 Ιανουαρίου 2008, και στη συνέχεια επίσης στην ομάδα εργασίας για τις θεωρήσεις στις 26 και 27 Μαρτίου 2008 κατά τις συζητήσεις για τον Κοινοτικό Κώδικα Θεωρήσεων στο πλαίσιο της κατάργησης των θεωρήσεων D+C. Οι παρούσες προτάσεις βασίζονται επίσης σε καταγγελίες και ερωτήσεις που ελήφθησαν από τα κράτη μέλη και από υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν σε κράτος μέλος με βάση θεώρηση D+C ή D. Υποχρέωση χορήγησης αδειών διαμονής Σκοπός των προτάσεων αυτών δεν είναι να ενθαρρύνουν τα κράτη μέλη να μη χορηγούν άδειες διαμονής και να επιτρέπουν στους υπηκόους τρίτων χωρών να διαμένουν με βάση θεώρηση μακράς διαμονής. Αντίθετα, αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με ορισμένες οδηγίες που επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χορηγούν άδειες διαμονής σε ορισμένες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών. Σύμφωνα με την οδηγία 2005/71/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας[8], η απόφαση σχετικά με αίτηση για άδεια διαμονής εκδίδεται το συντομότερο δυνατό, και όταν ενδείκνυται, με εσπευσμένες διαδικασίες. Η οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία[9] προβλέπει την υποχρέωση χορήγησης άδειας διαμονής στους σπουδαστές που καλύπτονται από αυτή την οδηγία για χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους (ανανεώσιμη) ή τουλάχιστον για τη διάρκεια του προγράμματος σπουδών εάν είναι κατώτερη από ένα έτος. Η απόφαση σχετικά με τέτοιου είδους αίτηση εκδίδεται και κοινοποιείται στον αιτούντα εντός χρονικού διαστήματος που δεν εμποδίζει τη συνέχιση των εν λόγω σπουδών. Επιπλέον, μπορούν να θεσπιστούν ταχείες διαδικασίες για τη χορήγηση αδειών διαμονής ή θεωρήσεων για σπουδαστές με συμφωνίες μεταξύ των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για τα θέματα εισόδου και διαμονής. Η οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης[10] προβλέπει επίσης την υποχρέωση χορήγησης άδειας διαμονής διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους στα μέλη οικογένειας υπηκόων τρίτων χωρών που ήδη κατοικούν νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους. Σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ[11] σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που κατοικούν με αυτόν περισσότερο από τρεις μήνες σε άλλο κράτος μέλος το οποίο δεν είναι η χώρα καταγωγής του πολίτη της Ένωσης χορηγείται δελτίο διαμονής το αργότερο εντός εξαμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η βεβαίωση υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής χορηγείται αμέσως. Η οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου[12] σχετικά με τους επί μακρόν διαμένοντες είναι επίσης συναφής δεδομένου ότι οι επί μακρόν διαμένοντες έχουν δικαίωμα – υπό ορισμένες περιστάσεις – να διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος το οποίο πρέπει να χορηγήσει στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας άδεια διαμονής το αργότερο έξι μήνες μετά την υποβολή της αίτησης. Οι διατάξεις αυτές δεν επηρεάζονται από τις παρούσες προτάσεις. Περιεχόμενο των προτάσεων Οι παρούσες προτάσεις επεκτείνουν την αρχή της ισοδυναμίας μεταξύ άδειας διαμονής και θεωρήσεων βραχείας διαμονής στις θεωρήσεις D μακράς διαμονής. Επομένως, η θεώρηση μακράς διαμονής θα έχει τα ίδια αποτελέσματα με την άδεια διαμονής όσον αφορά την κυκλοφορία στο χώρο Σένγκεν. Υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος είναι κάτοχος θεώρησης D μακράς διαμονής που έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος θα μπορούσε να μεταβεί σε άλλα κράτη μέλη για τρεις μήνες ανά εξάμηνο, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον κάτοχο άδειας διαμονής. Οι κανόνες σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεων για διαμονή μακράς διαρκείας παραμένουν αμετάβλητοι, όπως στην περίπτωση των κανόνων σχετικά με τη χορήγηση άδειας διαμονής όταν θεσπίστηκε η αρχή της ισοδυναμίας μεταξύ άδειας διαμονής και θεώρησης βραχείας διαμονής. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αποκαθίσταται η βασική ιδέα του χώρου Σένγκεν χωρίς εσωτερικά σύνορα, σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο μπορεί να ταξιδεύει στο χώρο Σένγκεν για βραχεία διαμονή τριών μηνών ανά εξάμηνο με το έγγραφο βάσει του οποίου ευρίσκεται νόμιμα σε κράτος μέλος. Οι προτάσεις κανονισμών, οι οποίες καταρτίστηκαν στη νομική βάση του άρθρου 62 παράγραφος 2 στοιχείο α) και παράγραφος 3 και του άρθρου 63 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, θα τροποποιήσουν: - τα άρθρα 18, 21 και 25 της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 (μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, - το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν), το οποίο αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών. Λόγω των αλληλοσυγκρουόμενων διαδικασιών λήψης αποφάσεων που συνδέονται με τις διάφορες νομικές βάσεις, η Επιτροπή έπρεπε να καταρτίσει δύο ξεχωριστές προτάσεις: - Η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 όσον αφορά την κυκλοφορία των προσώπων με θεώρηση μακράς διαμονής βασίζεται στο άρθρο 62 παράγραφος 2 στοιχείο α) και παράγραφος 3 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και θα εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης. - Η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν όσον αφορά τη θεώρηση μακράς διαμονής και τις καταχωρήσεις στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν βασίζεται στο άρθρο 63 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και θα εγκριθεί ομόφωνα στο Συμβούλιο αφού ζητηθεί η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά την κατάρτιση των προτάσεων ελήφθη υπόψη η σημερινή διατύπωση της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα Θεωρήσεων (Κώδικα Θεωρήσεων), ο οποίος θα καταργήσει τις διατάξεις σχετικά με τις θεωρήσεις D+C. Ο Κώδικας Θεωρήσεων αναμένεται ότι θα έχει θεσπιστεί όταν θα εκδοθούν αυτοί οι κανονισμοί. Η ημερομηνία εφαρμογής αυτών των κανονισμών θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την εφαρμογή του Κώδικα Θεωρήσεων (έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος του). Θέματα ασφάλειας Το άρθρο 25 της Σύμβασης υποχρεώνει τα κράτη μέλη που προτίθενται να χορηγήσουν άδεια διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας να συμβουλεύονται το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS). Σε περίπτωση που ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι πρόσωπο που έχει καταχωριστεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, το κράτος μέλος διαβουλεύεται πρώτα με το κράτος μέλος που προέβη στην καταχώριση και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο τίτλος διαμονής χορηγείται μόνο για ουσιώδεις λόγους που μπορεί ειδικότερα να είναι λόγοι ανθρωπιστικού χαρακτήρα ή να απορρέουν από διεθνείς υποχρεώσεις. Ομοίως, όταν υπήκοος τρίτης χώρας, κάτοχος τίτλου διαμονής που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος, έχει καταχωριστεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, το κράτος μέλος που τον έχει καταχωρίσει συνεννοείται με το άλλο κράτος μέλος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής, προκειμένου να αποφασισθεί αν υφίστανται επαρκείς λόγοι για να ανακληθεί ο τίτλος διαμονής. Το άρθρο αυτό θα τροποποιηθεί με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν όσον αφορά τη θεώρηση μακράς διαμονής και τις καταχωρίσεις στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν με την προσθήκη διάταξης σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση να συμβουλεύονται το SIS και τα άλλα κράτη μέλη σε περίπτωση καταχώρισης θα ισχύει επίσης όταν τα κράτη μέλη προτίθενται να χορηγήσουν θεώρηση μακράς διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ή όταν τα κράτη μέλη ανακαλύπτουν καταχώριση για υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος είναι κάτοχος έγκυρης θεώρησης μακράς διαμονής. Η υποχρέωση να συμβουλεύονται το SIS κατά την επεξεργασία αιτήσεων θεώρησης μακράς διαμονής θα διασφαλίσει τον ίδιο έλεγχο για τους αιτούντες θεώρηση μακράς διαμονής με αυτόν που ισχύει για τους κατόχους άδειας διαμονής που χορηγήθηκε από κράτος μέλος. Συνεπώς, η ελεύθερη κυκλοφορία των κατόχων θεώρησης μακράς διαμονής στα άλλα κράτη μέλη δεν θα αποτελεί πρόσθετο κίνδυνο ασφάλειας για τα κράτη μέλη σε σύγκριση με τους κατόχους άδειας διαμονής και θεώρησης βραχείας διαμονής Σένγκεν. Επίσης, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή, οι θεωρήσεις μακράς διαμονής χορηγούνται από τα κράτη μέλη με βάση τον ενιαίο τύπο θεώρησης βραχείας διαμονής που παρέχει μεγάλο βαθμό ασφάλειας, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1995, για την καθιέρωση θεώρησης ενιαίου τύπου[13]. 2009/0028 (COD) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της […] για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 όσον αφορά την κυκλοφορία των προσώπων με θεώρηση μακράς διαμονής ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 2 στοιχείο α) και παράγραφος 3, την πρόταση της Επιτροπής, Αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν[14] θεσπίζει κανόνες για τις θεωρήσεις μακράς διαμονής οι οποίοι επιτρέπουν στους κατόχους τους να διέρχονται από το έδαφος των κρατών μελών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)[15], θεσπίζει τις προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών. Προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηκόων τρίτων χωρών - κατόχων εθνικής θεώρησης μακράς διαμονής στον χώρο Σένγκεν χωρίς εσωτερικά σύνορα - πρέπει να ληφθούν συμπληρωματικά μέτρα. (2) Οι θεωρήσεις μακράς διαμονής θα πρέπει να αντικατασταθούν εγκαίρως από άδειες διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών μετά την είσοδό τους στο έδαφος κράτους μέλους, ώστε να επιτρέπουν σε αυτούς που κατοικούν νόμιμα σε κράτος μέλος με βάση θεώρηση μακράς διαμονής να ταξιδεύουν στα άλλα κράτη μέλη κατά τη διαμονή τους ή να διέρχονται από το έδαφος των άλλων κρατών όταν επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερα κράτη μέλη δεν αντικαθιστούν τις θεωρήσεις μακράς διαμονής με άδειες διαμονής ή τις αντικαθιστούν με μεγάλη καθυστέρηση μετά την είσοδο των υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός τους. Αυτή η κατάσταση από νομικής και πρακτικής πλευράς έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες, όσον αφορά την κυκλοφορία στο χώρο Σένγκεν, για τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος με βάση θεώρηση μακράς διαμονής. (3) Προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν με βάση θεώρηση μακράς διαμονής, ο παρών κανονισμός επεκτείνει την αρχή της ισοδυναμίας μεταξύ αδειών διαμονής και θεωρήσεων βραχείας διαμονής που χορηγούνται από τα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν στις θεωρήσεις μακράς διαμονής. Επομένως, η θεώρηση μακράς διαμονής θα πρέπει να έχει τα ίδια αποτελέσματα με την άδεια διαμονής όσον αφορά την κυκλοφορία στο χώρο Σένγκεν χωρίς εσωτερικά σύνορα. (4) Συνεπώς, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος είναι κάτοχος θεώρησης μακράς διαμονής που έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να ταξιδεύει σε άλλα κράτη μέλη για τρεις μήνες ανά εξάμηνο, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον κάτοχο άδειας διαμονής. Οι κανόνες σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεων μακράς διαμονής δεν θα αλλάξουν. (5) Η Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 θα πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα. (6) Ο παρών κανονισμός δεν έχει ως στόχο να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να μη χορηγούν άδειες διαμονής ούτε θα πρέπει να επηρεάσει την υποχρέωση των κρατών μελών να χορηγούν άδειες διαμονής σε ορισμένες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών, όπως προβλέπεται από άλλες κοινοτικές πράξεις. (7) Οι κανόνες σχετικά με τη χρησιμοποίηση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν και τη συνεννόηση με τα άλλα κράτη μέλη, κατά την επεξεργασία αίτησης άδειας διαμονής, σε περίπτωση καταχώρισης θα πρέπει να ισχύει και για την επεξεργασία αιτήσεων θεώρησης μακράς διαμονής όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. …/... του Συμβουλίου της […] για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν όσον αφορά τη θεώρηση μακράς διαμονής και τις καταχωρίσεις στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν. Συνεπώς, η ελεύθερη κυκλοφορία των κατόχων θεώρησης μακράς διαμονής στα άλλα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να αποτελεί επιπλέον κίνδυνο ασφάλειας για τα κράτη μέλη. (8) Εφόσον ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ειδικότερα η θέσπιση των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία με θεώρηση μακράς διαμονής, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να εκδώσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. (9) Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη διεθνή προστασία και την μη επαναπροώθηση. (10) Ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, σύμφωνα με το πρωτόκολλο για την ενσωμάτωσή του στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στο παράρτημα Α της απόφασης 1999/435/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1999[16], για τον ορισμό του κεκτημένου του Σένγκεν, προκειμένου να προσδιοριστεί, δυνάμει των οικείων διατάξεων της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομική βάση για καθεμία από τις διατάξεις ή αποφάσεις που συνιστούν το κεκτημένο του Σένγκεν. (11) Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που συνήφθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν[17], που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο Β της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της συμφωνίας αυτής[18]. (12) Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν[19], που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχεία Β και Γ της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2008[20]. (13) Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια του πρωτοκόλλου που υπογράφηκε μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχεία Β και Γ της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/261/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Φεβρουαρίου 2008[21]. (14) Δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και συνεπώς δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός βασίζεται στο κεκτημένο Σένγκεν δυνάμει των διατάξεων του τίτλου IV, του τρίτου μέρους της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία πρέπει να αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω πρωτοκόλλου, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος κανονισμού, εάν θα τον μεταφέρει ή όχι στο εθνικό της δίκαιο. (15) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία δεν συμμετέχουν στη έκδοση του παρόντος κανονισμού και, συνεπώς, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, δεν δεσμεύονται από αυτόν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή του. (16) Όσον αφορά τα κράτη μέλη τα οποία δεν εφαρμόζουν ακόμη πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν, ο παρών κανονισμός αποτελείται από διατάξεις οι οποίες βασίζονται στο κεκτημένο Σένγκεν ή συνδέονται άλλως με αυτό κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003 και του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 (1) Στο άρθρο 21 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, παρεμβάλλεται η εξής παράγραφος 2α: «2α. Το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας που θεσπίζεται στην παράγραφο 1 ισχύει επίσης για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι είναι κάτοχοι έγκυρης θεώρησης μακράς διαμονής την οποία έχει χορηγήσει ένα από τα κράτη μέλη όπως προβλέπεται στο άρθρο 18.» (2) Το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «β) να διαθέτουν έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή, εκτός εάν διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή έγκυρη θεώρηση μακράς διαμονής.» Άρθρο 2 Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την υποχρέωση των κρατών μελών να χορηγούν τίτλους διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών όπως προβλέπεται από άλλες πράξεις του κοινοτικού δικαίου. Άρθρο 3 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Εφαρμόζεται από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της […] για τη θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα Θεωρήσεων (Κώδικα Θεωρήσεων). Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Βρυξέλλες, […] Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος [1] Στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης, ως « κράτη μέλη » νοούνται τα κράτη μέλη της ΕΕ που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν. [2] ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 1. [3] ΕΕ L 150 της 6.6.2001, σ. 4. [4] ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1. [5] ΕΕ L 150 της 6.6.2001, σ. 4. [6] ΕΕ L 81 της 21.3.2001, σ. 1. [7] COM(2006) 403 τελικό. [8] ΕΕ L 289 της 3.11.2005, σ. 15. [9] ΕΕ L 375 της 23.12.2004, σ. 12. [10] ΕΕ L 251 της 3.10.2003, σ. 12. [11] ΕΕ L 229 της 29.6.2004, σ. 35. [12] ΕΕ L 16 της 23.1.2004, σ. 44. [13] ΕΕ L 164 της 14.7.1995, σ. 1 [14] ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 1. [15] ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1. [16] ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 1-16 [17] ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 36. [18] ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31. [19] ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ.52. [20] ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 1. [21] ΕΕ L 183 της 26.3.2008, σ. 3.