[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 6.11.2009 COM(2009) 623 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Στοιχεία της νέας εταιρικής σχέσης μεταξύ της ΕΕ και των Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών (ΥΧΕ) 1. Εισαγωγή Οι Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη[1] (ΥΧΕ) συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα μέσω καθεστώτος που βασίζεται στις διατάξεις του Μέρους IV της συνθήκης ΕΚ και στους λεπτομερείς κανόνες και διαδικασίες που θεσπίζονται επί του παρόντος στην απόφαση για τη σύνδεση των Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της 27ης Νοεμβρίου 2001[2]. Ωστόσο, αυτή η απόφαση του Συμβουλίου του 2001 βασίζεται σε προσέγγιση ανάλογη με εκείνη για τη συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και των κρατών ΑΚΕ, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών ΑΚΕ και των σημερινών ΥΧΕ. Στις 25 Ιουνίου 2008 η Επιτροπή εξέδωσε Πράσινη Βίβλο για τις μελλοντικές σχέσεις της ΕΕ και των ΥΧΕ[3] για να εγκαινιάσει ανοικτή συζήτηση σχετικά με την αντικατάσταση της προσέγγισης αυτής με μία προσέγγιση που να προσαρμόζεται στις ειδικές ανάγκες των ΥΧΕ, το δυναμικό τους και την ιδιαίτερη σχέση τους με την ΕΕ. Η παρούσα ανακοίνωση παρέχει επισκόπηση του αποτελέσματος της δημόσιας διαβούλευσης που εγκαινιάστηκε με αυτή την Πράσινη Βίβλο και καθορίζει τη θέση της Επιτροπής σχετικά με ουσιαστικά στοιχεία της νέας εταιρικής σχέσης μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ, η οποία θα καθοδηγήσει τις περαιτέρω εργασίες κατά την περίοδο 2011-2012, προκειμένου να αντικατασταθεί η ισχύουσα απόφαση για τη σύνδεση των ΥΧΕ με την ΕΚ μετά από τη λήξη ισχύος της στις 31 Δεκεμβρίου 2013. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ειδική σχέση μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ πρέπει να μεταβεί από την κλασική προσέγγιση αναπτυξιακής συνεργασίας σε αμοιβαία εταιρική σχέση για τη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης των ΥΧΕ και την προώθηση των αξιών και των προτύπων της ΕΕ στον ευρύτερο κόσμο. Η Επιτροπή, αφού συνεκτίμησε τις παρατηρήσεις που έλαβε ως απάντηση στη δημόσια διαβούλευση, ιδίως από τις ΥΧΕ και τα τέσσερα κράτη μέλη με τα οποία συνδέονται αυτές (Δανία, Γαλλία, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο), πιστεύει ότι πρέπει να επικεντρωθεί στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αντοχής των ΥΧΕ, καθώς και στη συνεργασία με άλλους εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη δεόντως ταυτόχρονα την ποικιλομορφία των ΥΧΕ. 2. Δημόσια διαβούλευση σχετικά με τις μελλοντικές σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ Η Πράσινη Βίβλος εγκαινίασε δημόσια διαβούλευση που διήρκεσε από την 1η Ιουλίου έως τις 17 Οκτωβρίου 2008[4]. Στις 3 Οκτωβρίου 2008[5], η Επιτροπή διοργάνωσε διάσκεψη ενδιαφερομένων στις Βρυξέλλες για να παρουσιάσει τα ζητήματα που τέθηκαν στην Πράσινη Βίβλο. Επιπλέον, η Επιτροπή, οι ΥΧΕ και τα κράτη μέλη με τα οποία συνδέονται αυτές συζήτησαν σχετικά με την Πράσινη Βίβλο στο ετήσιο φόρουμ των ΥΧΕ στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2008[6]. Από τις συνεισφορές που ελήφθησαν ως απάντηση στην Πράσινη Βίβλο καθώς και από τις συζητήσεις κατά τη διάρκεια της διάσκεψης των ενδιαφερομένων και του φόρουμ των ΥΧΕ για το 2008, προέκυψε ευρεία συναίνεση μεταξύ των άμεσα ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με ορισμένα γενικά ζητήματα[7]. Μία από τις κοινές απόψεις αφορά το γεγονός ότι η θέση της καταπολέμησης της φτώχειας στο επίκεντρο των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ δεν ανταποκρίνεται πλέον στην επιτόπου πραγματικότητα και πρέπει να αντικατασταθεί από νέα προσέγγιση. Η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των ΥΧΕ και της ΕΕ πρέπει να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο αυτής της νέας λογικής. Η σχέση αυτή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ΥΧΕ, ιδίως την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή τους, την ποικιλομορφία και τον ευάλωτο χαρακτήρα τους, καθώς και την περιβαλλοντική τους σημασία. Πρέπει επίσης να αποβλέπει στην ενίσχυση της αντοχής τους και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους, ιδίως στις περιοχές που βρίσκονται. Ένα βασικό μήνυμα πρέπει να είναι ότι οι ΥΧΕ, ως «προκεχωρημένα φυλάκια» της Ευρώπης σε όλο τον κόσμο, πρέπει να θεωρούνται από την ΕΕ ως πλεονέκτημα και όχι ως βάρος. Σε πολλές συνεισφορές σημειώθηκε ότι η αλληλεγγύη μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ πρέπει να βασίζεται στο γεγονός ότι όλοι οι κάτοικοι των ΥΧΕ είναι κατ' αρχήν[8] πολίτες της ΕΕ, ως υπήκοοι των κρατών μελών με τα οποία συνδέονται οι ΥΧΕ, και στους στενούς δεσμούς που απορρέουν από την κοινή ιστορία και τις συνταγματικές παραδόσεις. Στις συνεισφορές αυτές υποστηρίζεται ότι η νέα σύνδεση πρέπει να εστιάζεται περισσότερο στο δυναμικό των ΥΧΕ παρά στην καταπολέμηση της φτώχειας, ενώ παράλληλα πρέπει να ανταποκρίνεται στον ευάλωτο χαρακτήρα τους. Σύμφωνα με μερικές συνεισφορές, αυτό σημαίνει επίσης ότι οι ΥΧΕ δεν πρέπει να ζημιωθούν μελλοντικά όσον αφορά την κοινοτική χρηματοοικονομική βοήθεια και ότι η πρόσβαση των ΥΧΕ στη χρηματοδότηση γενικότερα πρέπει να διευκολύνεται. Επιπλέον, η δημόσια διαβούλευση επιβεβαίωσε τις προκλήσεις και το δυναμικό των ΥΧΕ από περιβαλλοντική άποψη και τα αμοιβαία συμφέροντα της ΕΕ και των ΥΧΕ στον τομέα αυτό. Πολλές συνεισφορές κατέδειξαν τη σημασία των ΥΧΕ και της πλούσιας βιοποικιλότητάς τους ως παγκόσμιας περιβαλλοντικής κληρονομιάς. Επίσης, πρότειναν ότι οι ΥΧΕ θα μπορούσαν επωφελώς να θεωρηθούν ως εργαστήρια για την εξέταση του αντίκτυπου της κλιματικής αλλαγής ή ως τόποι δοκιμής περιβαλλοντικών πιλοτικών σχεδίων. Πολλοί ενδιαφερόμενοι πρότειναν τη διάθεση ειδικών και πρόσθετων πόρων για την περιβαλλοντική προστασία στις ΥΧΕ, την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και τη μείωση του κινδύνου καταστροφών. Μολονότι υπάρχει γενική ζήτηση για ενισχυμένη εταιρική σχέση μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ, μόνο λίγες συνεισφορές παρέχουν στοιχεία για τις πραγματικές αρμοδιότητες που πρέπει να συνεπάγεται η σχέση αυτή για τις ίδιες τις ΥΧΕ. Επίσης, σε πολλές απαντήσεις ζητείται ο καλύτερος συνυπολογισμός των ΥΧΕ και ακόμα και η αμεσότερη συμμετοχή τους στη χάραξη πολιτικών της ΕΕ σε τομείς που είναι πιθανό να τις επηρεάζουν. Μερικές συνεισφορές υπογραμμίζουν την ανάγκη στήριξης των ΥΧΕ ώστε να γίνουν περισσότερο ανταγωνιστικές, παραδείγματος χάριν μέσω της δημιουργίας κέντρων αριστείας, της ενίσχυσης της περιφερειακής συνεργασίας και ολοκλήρωσης, της ενίσχυσης του ρόλου τον οποίο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι ΥΧΕ ως «προκεχωρημένα φυλάκια» της ΕΕ στις αντίστοιχες περιοχές τους, της απλούστευσης των κανόνων καταγωγής και των υγειονομικών και των φυτοϋγειονομικών απαιτήσεων για εισαγωγές στην Κοινότητα, κ.λπ. Παρά τη σημασία που προσδίδεται στην περιφερειακή συνεργασία, φαίνεται ότι ο βαθμός συμμετοχής μιας ΥΧΕ στις διαδικασίες περιφερειακής ολοκλήρωσης, όπου είναι δυνατόν, εξαρτάται από τα πραγματικά πλεονεκτήματα που θα αποφέρει σε κάθε εταίρο. Σχεδόν όλες οι συνεισφορές ζητούν ένα νέο πλαίσιο το οποίο να μπορεί να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ποικιλομορφία των ΥΧΕ. Ειδικότερα σε σχέση με τα εμπορικά θέματα, τονίζονται οι διαφορετικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται οι ΥΧΕ. Συνεπώς, υπάρχει ισχυρή ζήτηση για μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά την αντιμετώπιση των ειδικών προκλήσεων των ΥΧΕ. Ωστόσο, μερικές συνεισφορές που ζητούν μεγαλύτερη διαφοροποίηση υπογραμμίζουν ταυτόχρονα τη σημασία διατήρησης συνεκτικού συνολικού πλαισίου για όλες τις ΥΧΕ. 3. Μια νέα εταιρική σχέση μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ Τηρώντας το σκοπό της σύνδεσης των ΥΧΕ με την Κοινότητα σύμφωνα με το άρθρο 182 της συνθήκης ΕΚ, η λογική της απόφασης για τη σύνδεση των Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα του 2001 πρέπει να αντικατασταθεί σήμερα με μια περισσότερο σύγχρονη προσέγγιση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη συναίνεση των ΥΧΕ και των κρατών μελών με τα οποία συνδέονται αυτές, όσον αφορά την ιδέα ότι η αλληλεγγύη μεταξύ της ΕΕ και των ΥΧΕ πρέπει να βασίζεται στην ιδιαίτερή τους σχέση και τη συμμετοχή τους στην ίδια «ευρωπαϊκή οικογένεια». Από αυτή την άποψη, η Επιτροπή εκτιμά ότι η συνολική λογική της σύνδεσης πρέπει να έγκειται στην εξασφάλιση της βιώσιμης ανάπτυξης των ΥΧΕ, καθώς και στη συνδρομή για την προώθηση των αρχών και των προτύπων της ΕΕ σε όλο τον κόσμο. Αφενός, από την αναγκαία αλληλεγγύη από την ΕΕ προς τους κατοίκους των ΥΧΕ — κατ' αρχήν ευρωπαίους πολίτες ως υπηκόους των κρατών μελών με τα οποία συνδέονται οι ΥΧΕ — συνεπάγεται ότι η ΕΕ πρέπει να προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη των ΥΧΕ, ως προς τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές της. Αφετέρου, αυτή η ειδική σχέση μαζί με τη θέση των ΥΧΕ σε όλο τον πλανήτη μπορεί να μετατρέψει επίσης τη σύνδεσή τους με την ΕΕ σε προνομιούχο δίοδο για την προώθηση των αξιών και των προτύπων της ΕΕ σε μια όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση. Επομένως, η Επιτροπή πιστεύει ότι η μελλοντική σχέση πρέπει να είναι περισσότερο αμοιβαία και να βασίζεται στα κοινά συμφέροντα. Η νέα σύνδεση, λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη νέα λογική, πρέπει να αποβλέπει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ΥΧΕ, την ενίσχυση της αντοχής τους και την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των ΥΧΕ και άλλων εταίρων στις περιοχές όπου βρίσκονται, στην ΕΕ και πέραν αυτής. Αυτό δεν απαιτεί πλέον σχέση μεταξύ χορηγού βοήθειας και δικαιούχου βοήθειας όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά νέο πλαίσιο συνεργασίας. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, οι εσωτερικές πολιτικές της Κοινότητας, και ιδίως η περιφερειακή της πολιτική, προσφέρουν ενδιαφέροντα παραδείγματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές αυτές ή μέρη τους πρέπει να εφαρμόζονται ως έχουν στις ΥΧΕ ή ότι οι ΥΧΕ πρέπει να υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής αυτών των πολιτικών. Αντί αυτού, οι λεπτομερείς κανόνες και διαδικασίες για τη σύνδεση των ΥΧΕ με την Κοινότητα μετά το 2013 πρέπει να συνεχίσουν να βασίζονται στο άρθρο 187 της συνθήκης ΕΚ, αλλά πρέπει να εμπνέονται από τις επιτυχείς μεθόδους που ακολουθούνται κατά την εφαρμογή των εσωτερικών πολιτικών της Κοινότητας. Από τη σκοπιά αυτή, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι η περιφερειακή πολιτική της Κοινότητας εφαρμόζεται σε καθεμία από τις 271 περιφέρειες της ΕΕ, με την έννοια ότι αποτελεί ενιαίο πλαίσιο πολιτικής το οποίο όμως είναι ικανό να καλύπτει όλη την μεγάλη ποικιλομορφία των περιφερειών αυτών. Επιπλέον, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη στρατηγική της ΕΕ προς τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, που είναι αποτέλεσμα συνολικής και συνεπούς προσέγγισης όλων των κοινοτικών πολιτικών. Η εξέλιξη της παρούσας σχέσης μεταξύ χορηγού βοήθειας και δικαιούχου βοήθειας προς μια νέα εταιρική σχέση συνεπάγεται την αλλαγή του τρόπου λήψης χρηματοοικονομικής βοήθειας από τις ΥΧΕ από το 2014 και μετέπειτα, με την επιφύλαξη των συζητήσεων για το μελλοντικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Από την πλευρά αυτή, τα διαρθρωτικά ταμεία μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης, ιδίως η στρατηγική προσέγγιση της πολιτικής συνοχής και η ως εκ τούτου θεματική και οικονομική συγκέντρωση στην τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού. Επιπλέον, όπως ήδη ισχύει σε μεγάλο βαθμό σήμερα, η κοινοτική χρηματοοικονομική βοήθεια προς τις ΥΧΕ πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για τη συγχρηματοδότηση προγραμμάτων. Πράγματι, οι συνεισφορές από τις ίδιες τις ΥΧΕ ή τα συνδεόμενα με αυτές κράτη μέλη εξασφαλίζουν την οικειοποίηση των προγραμμάτων από τις ΥΧΕ. Παρά τα προαναφερόμενα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η διατήρηση της προσέγγισης για την καταπολέμηση της φτώχειας σε μερικές ΥΧΕ μπορεί να δικαιολογείται, εάν ληφθεί υπόψη ότι μερικές ΥΧΕ προς το παρόν δικαιούνται επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια[9]. Ωστόσο, οι πραγματικές αναπτυξιακές ανάγκες των εν λόγω ΥΧΕ πρέπει να αξιολογηθούν σε σχέση με τις ανάγκες των άλλων δικαιούχων βοήθειας της ΕΕ, και πρέπει να καταρτιστεί ένας αντίστοιχος κατάλογος. Συνεπώς, η Κοινότητα πρέπει, ενδεχομένως, να παράσχει μόνο αναπτυξιακή βοήθεια σε πολύ περιορισμένο αριθμό ΥΧΕ. Βεβαίως, αυτό δεν πρέπει να επηρεάζει την επιλεξιμότητα μιας ΥΧΕ για άλλες μορφές χρηματοοικονομικής βοήθειας για τη στήριξη των στόχων της σύνδεσης ΥΧΕ-ΕΕ. 3.1. Τρεις κεντρικοί στόχοι που προσαρμόζονται στην ιδιαιτερότητα των ΥΧΕ 3.1.1. Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας Η προώθηση της ανταγωνιστικότητας στις ΥΧΕ πρέπει να αποτελεί έναν από τους κεντρικούς στόχους της μελλοντικής σύνδεσης μεταξύ των ΥΧΕ και της ΕΕ. Εστιάζοντας σε μοχλούς ανταγωνιστικότητας, όπως η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση, η τεχνολογική πρόοδος και η καινοτομία, οι τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών, η μακροοικονομική σταθερότητα, το κράτος δικαίου, η χρηστή διακυβέρνηση (ιδίως στον τομέα της φορολογίας), η διαφάνεια και η χρηστή λειτουργία των θεσμών και ένα σταθερό πλαίσιο πολιτικής για τη στήριξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως σε θέματα πηγών τεχνολογίας και ανάπτυξης αναπτυξιακών σχεδίων, καθώς και η βιώσιμη διαχείριση και η αξιοποίηση των περιβαλλοντικών στοιχείων, θα μπορούσε να ενισχυθεί το δυναμικό των ΥΧΕ για τη μετατροπή τους σε κέντρα περιφερειακής αριστείας. Η εστιασμένη συνεργασία του επιχειρηματικού κλάδου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο από την άποψη αυτή. 3.1.2. Ενίσχυση της αντοχής Ο δεύτερος κεντρικός στόχος θα μπορούσε να έγκειται περισσότερο στη μείωση του ευάλωτου χαρακτήρα των ΥΧΕ παρά στην καταπολέμηση της φτώχειας όπως συμβαίνει σήμερα. Οι απαντήσεις στην Πράσινη Βίβλο καταδεικνύουν την ανεπάρκεια της παρούσας παραδοσιακής προσέγγισης της αναπτυξιακής συνεργασίας όσον αφορά την αντιμετώπιση των πραγματικών προκλήσεων στις ΥΧΕ. Η ενίσχυση της αντοχής των ΥΧΕ είναι σημαντική διότι ο ευάλωτος χαρακτήρας τους δυσχεραίνει την ανάπτυξη του δυναμικού τους. Με την επιφύλαξη της ειδικής κατάστασης των λιγότερο αναπτυγμένων ΥΧΕ, η μελλοντική σύνδεση θα μπορούσε επομένως να εστιάσει στη βελτίωση της ικανότητας των ΥΧΕ να ανταποκρίνονται στις οικονομικές κρίσεις, την ενεργειακή εξάρτηση και τις περιβαλλοντικές προκλήσεις καθώς και στη μείωση του εξαιρετικά ευάλωτου χαρακτήρα τους έναντι των συνεπειών των φυσικών καταστροφών. 3.1.3. Προώθηση της συνεργασίας Η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των ΥΧΕ και των άλλων εταίρων πρέπει να αποτελεί τον τρίτο βασικό στόχο ο οποίος πρέπει να επιδιωχθεί στο πλαίσιο της μελλοντικής συνεργασίας. Αυτή η συνεργασία όχι μόνο παγιώνει τη βιώσιμη ανάπτυξη των ΥΧΕ αλλά έχει μεγάλη σημασία ώστε να μπορέσουν οι ΥΧΕ να συμβάλουν στην προώθηση των αξιών και των προτύπων της ΕΕ σε όλον τον κόσμο, ιδίως όσον αφορά τις γειτονικές χώρες. Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων διαδικασιών περιφερειακής ολοκλήρωσης στις χώρες ΑΚΕ και των συμφωνιών οικονομικής εταιρικής σχέσης μεταξύ της ΕΕ και των περιοχών ΑΚΕ, η ένταξη των ΥΧΕ στις περιφερειακές και παγκόσμιες αγορές και η ενεργός συνεργασία τους με άλλους εταίρους, όπου είναι δυνατό, είναι κρίσιμες για την αξιοποίηση της βιώσιμης ανάπτυξής τους, την πλήρη εκμετάλλευση της παγκοσμιοποίησης και την ελαχιστοποίηση των αρνητικών της συνεπειών. Η ενισχυμένη συνεργασία μπορεί να αυξήσει επίσης την ικανότητα των ΥΧΕ να αντιμετωπίζουν τον ευάλωτο χαρακτήρα τους, π.χ. μέσω οικονομιών κλίμακας, περιφερειακών πρωτοβουλιών για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών ή διασυνοριακής περιβαλλοντικής προστασίας. Πρόσθετα, μπορεί να ενισχύσει τις πολιτιστικές ανταλλαγές και να οδηγήσει σε καλύτερη αμοιβαία κατανόηση, σεβασμό για την ποικιλομορφία και προώθηση των βασικών αξιών. Επίσης, η ΕΕ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την εμπειρογνωμοσύνη των ΥΧΕ στο πλαίσιο της στήριξης της στις αναπτυσσόμενες χώρες. 3.2. Αρχές και άξονες συνεργασίας που αντανακλούν νέα προσέγγιση Για την επίτευξη των τριών προαναφερόμενων στόχων, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό είναι αλληλεξαρτώμενοι, η Επιτροπή καθόρισε αρχές και άξονες συνεργασίας. Δεν είναι αναγκαστικά όλοι εξίσου σημαντικοί για καθεμία ΥΧΕ αλλά πρέπει να εξετάζονται ανάλογα με την ειδική κατάσταση κάθε ΥΧΕ. Επιπλέον, με την επιφύλαξη του νέου δημοσιονομικού πλαισίου, πρέπει να μελετηθεί το θέμα του καλύτερου τρόπου παροχής τεχνικής και χρηματοοικονομικής βοήθειας από την Κοινότητα για να επιτευχθούν οι στόχοι της σύνδεσης, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του συντονισμού με χρηματοδοτικά μέσα για τις γειτονικές εξόχως απόκεντρες περιοχές, τα κράτη ΑΚΕ ή συναφείς τρίτες χώρες. Επιπρόσθετα, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον οι ΥΧΕ μπορούν να στοχοθετηθούν καλύτερα στο πλαίσιο οριζόντιων κοινοτικών προγραμμάτων, στα οποία έχουν κατ' αρχήν πρόσβαση, όπως συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις με την άμεση ή έμμεση στοχοθέτηση των εξόχως απόκεντρων περιοχών (όπως το ειδικό πρόγραμμα «Ικανότητα» στο πλαίσιο του 7ου προγράμματος-πλαισίου έρευνας). Επιπλέον, δεδομένου ότι οι ΥΧΕ συχνά τονίζουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και οι οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι το μικρό μέγεθός τους περιορίζει τις θεσμικές τους ικανότητες, η υπέρβαση των προβλημάτων αυτών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για τις ΥΧΕ και τα συνδεόμενα με αυτές κράτη μέλη, εάν είναι αναγκαίο με τη βοήθεια της ΕΕ. Παράλληλα, οι ΥΧΕ (ή/και τα συνδεόμενα με αυτές κράτη μέλη) πρέπει να αποκτήσουν τις αναγκαίες ικανότητες για να ακολουθούν τις σχετικές εξελίξεις στην πολιτική της ΕΕ και να συγκεντρώνουν στατιστικά δεδομένα που είναι αναγκαία για την κατάρτιση ενοποιημένης διάγνωσης της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής κατάστασης των ΥΧΕ με σκοπό τη μεταγενέστερη ανάπτυξη κατάλληλων πολιτικών και στρατηγικών. 3.2.1. Κέντρα αριστείας και πραγματογνωμοσύνης Έχοντας ως βάση τη σαφή διάγνωση των προκλήσεων και ευκαιριών μιας ΥΧΕ στην περιοχή της, η μελλοντική σύνδεση πρέπει να προωθεί τη διαμόρφωση πλαισίου πολιτικής για στρατηγική εξωστρεφούς ανάπτυξης βάσει συμμετοχικής προσέγγισης μεταξύ δημοσίων αρχών, ιδιωτικού τομέα και κοινωνίας των πολιτών. Μετά τον καθορισμό των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μιας ΥΧΕ, η μελλοντική σύνδεση πρέπει να προβλέπει τρόπους ώστε η εν λόγω ΥΧΕ να αναπτύσσει περαιτέρω τα πλεονεκτήματα αυτά, τουλάχιστον ως το επίπεδο των προτύπων της ΕΕ, για να μοιράζεται την αριστεία και την πραγματογνωμοσύνη που απέκτησε με άλλες ΥΧΕ, γειτονικές χώρες και ιδιαίτερα με αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και με άλλους ενδιαφερόμενους εταίρους. Τότε η εν λόγω ΥΧΕ θα μπορεί ενδεχομένως να μοιράζεται την εν λόγω αριστεία και πραγματογνωμοσύνη με την ΕΕ . 3.2.2. Κανόνες και πρότυπα της ΕΕ Εκτός από την προώθηση των ΥΧΕ ως κέντρων αριστείας, η μελλοντική σύνδεση πρέπει να ενθαρρύνει και να ενισχύει όλες τις ΥΧΕ (οικονομικά ή με άλλο τρόπο) για να αναβαθμίσουν τους σχετικούς τομείς πολιτικής στο επίπεδο του κοινοτικού κεκτημένου, όπου αυτό δεν έχει ήδη επιτευχθεί. Αυτή η αναβάθμιση πρέπει να είναι πάντα εκούσια. Θα μπορούσε να οδηγήσει στην τήρηση υψηλότερων περιβαλλοντικών προτύπων, σε ένα πιο υγιές επιχειρηματικό κλίμα, αυξημένες εξαγωγικές ικανότητες (π.χ. μέσω αναβάθμισης των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών προτύπων), κ.λπ. Όσον αφορά την οικονομική συνεργασία σχετικά με αγαθά και υπηρεσίες, η αναβάθμιση της τοπικής νομοθεσίας καθώς και η συνδρομή προς τους φορείς για να προσαρμοστούν προς το νέο πλαίσιο θα μείωνε τη ρυθμιστική ανομοιογένεια και τους μη δασμολογικούς φραγμούς, θα τυποποιούσε τις τελωνειακές διαδικασίες και θα διευκόλυνε το περιφερειακό και διεθνές εμπόριο, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορίου με την ΕΕ. Όσον αφορά τη φορολογία, όλες οι σχετικές ΥΧΕ έχουν δεσμευθεί τώρα ως προς διεθνή πρότυπα διαφάνειας και ανταλλαγής πληροφοριών, η ταχεία εφαρμογή των οποίων είναι ουσιώδης για την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού στον φορολογικό τομέα και την ομαλή λειτουργία των φορολογικών συστημάτων[10]. Η αναβάθμιση της τοπικής νομοθεσίας θα μπορούσε επίσης να μετατρέψει τις ΥΧΕ σε παραδείγματα για τις περιοχές τους, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο, στο πλαίσιο περισσότερο αμοιβαίας εταιρικής σχέσης, στην προώθηση των αξιών και των προτύπων της ΕΕ. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η εκούσια υιοθέτηση από μια ΥΧΕ των κανόνων και προτύπων της ΕΕ σε ένα δεδομένο τομέα πολιτικής δεν ισοδυναμεί με την ένταξη αυτής της ΥΧΕ στη συναφή κοινοτική πολιτική. Επιπλέον, δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην περαιτέρω περιφερειακή ολοκλήρωση εάν αυτή η ολοκλήρωση αποτελεί μέρος της πολιτικής της ΥΧΕ. Μολονότι η μελλοντική σύνδεση με τις ΥΧΕ δεν πρέπει να συνεπάγεται την άμεση εφαρμογή μιας δεδομένης κοινοτικής πολιτικής στις ΥΧΕ, θα μπορούσε να μελετηθεί το ερώτημα πώς μια ΥΧΕ που έχει εκούσια μεταφέρει το κοινοτικό κεκτημένο σε ένα δεδομένο τομέα θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να συμμετέχει καλύτερα στο διάλογο για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη της εν λόγω κοινοτικής πολιτικής, με την επιφύλαξη του ρόλου των κρατών μελών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επομένως, η μελλοντική σύνδεση θα μπορούσε να περιλαμβάνει μηχανισμούς για διάλογο σχετικά με την πολιτική με βάση, αφενός, τις υφιστάμενες αρχές και πρακτικές που αποτελούν έκφραση της τριμερούς σχέσης μεταξύ της Κοινότητας, των ΥΧΕ και των συνδεόμενων με αυτές κρατών μελών, και, αφετέρου, τον σύνδεσμο μεταξύ των ΥΧΕ και των συνδεόμενων με αυτές κρατών μελών. 3.2.3. Περιβάλλον και καταστροφές Η προώθηση μέτρων σε διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων αποτελεί έναν από τους στόχους της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής. Αυτή η πολιτική αναγνωρίζει ήδη τη στρατηγική σημασία των ΥΧΕ σε αυτόν τον τομέα δεδομένου ότι οι ΥΧΕ περιλαμβάνονται σε σχέδια δράσης για την προστασία της βιοποικιλότητας ή της κλιματικής αλλαγής. Περαιτέρω, οι ΥΧΕ προσφέρουν μεγάλο δυναμικό για τη βελτίωση των παγκόσμιων επιστημονικών γνώσεων σχετικά με τη βιοποικιλότητα και το θαλάσσιο περιβάλλον και τους πόρους. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις στην Πράσινη Βίβλο και το μήνυμα της Ρεουνιόν[11], επιθυμεί να εξετάσει, σε εταιρική σχέση με τις ΥΧΕ και τα κράτη μέλη που συνδέονται με αυτές, και με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, προτάσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις ΥΧΕ να ακολουθήσουν μια οδό βιώσιμης ανάπτυξης (πράσινη οικονομία) και να τις ενισχύσουν όσον αφορά την υλοποίηση περιβαλλοντικών μέτρων (όπως η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τα δίκτυα προστατευόμενων περιοχών, οι περιβαλλοντικές αξιολογήσεις, η διαχείριση των αποβλήτων και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Η μείωση του κινδύνου καταστροφών αποτελεί επίσης βασική προτεραιότητα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από μια ΥΧΕ μόνη της. Οι απαντήσεις είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματικές όταν δίδονται σε περιφερειακό ή ευρύτερο επίπεδο. Με την επιφύλαξη της απόφασης των σχετικών κρατών μελών να συμπεριλάβουν τις ΥΧΕ σε περιφερειακά ή διεθνή σχέδια, η ΕΕ πρέπει να βοηθήσει ώστε οι ΥΧΕ να συνυπολογίζονται από συναφείς περιφερειακές οργανώσεις ή να λαμβάνονται υπόψη στις περιφερειακές ή παγκόσμιες στρατηγικές στον τομέα αυτό. Η στήριξη της ΕΕ για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών στις ΥΧΕ[12] δεν βασίζεται μόνο στην αλληλεγγύη με τις ΥΧΕ αλλά επιτρέπει επίσης στην ΕΕ να επωφεληθεί από την πείρα που αποκτήθηκε από τις ΥΧΕ για να βελτιώσει τη μείωση του κινδύνου καταστροφών εντός της ΕΕ ή στις αναπτυσσόμενες χώρες. 3.2.4. Σύνδεσμοι με τον έξω κόσμο Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σχετική απομόνωση αποτελεί μείζονα πρόκληση για τις περισσότερες εάν όχι για όλες τις ΥΧΕ. Ωστόσο, η διασύνδεση είναι ουσιαστική για την ενίσχυση της περαιτέρω οικονομικής ανάπτυξης και την παγίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της συνεργασίας με άλλους εταίρους στις περιοχές των ΥΧΕ ή στην ΕΕ. Επομένως, η μελλοντική σύνδεση πρέπει να προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στην ενθάρρυνση των ΥΧΕ, ιδίως των περισσότερο απομονωμένων, όσον αφορά την αντιμετώπιση των ζητημάτων δυνατότητας πρόσβασης και την ανάπτυξη τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών. Μόλις ενισχυθεί η προσβασιμότητα μιας ΥΧΕ τότε θα μπορούσαν να εξετασθούν τρόποι τόνωσης της μεγαλύτερης χρήσης των βελτιωμένων υποδομών διασύνδεσης. Ωστόσο, πρέπει να αποφευχθεί η δημιουργία τεχνητών συστημάτων. Σχετικά με αυτό το θέμα, η Επιτροπή προτίθεται επίσης να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο οι ΥΧΕ μπορούν να αναπτυχθούν ή/και να προωθήσουν τη χρήση των λιμένων και των αερολιμένων καθώς και των υποδομών μεταφόρτωσης και αποθήκευσης, με μέσα άλλα εκτός από τη διαδικασία μεταφόρτωσης του άρθρου 36 της ισχύουσας απόφασης για τη σύνδεση των Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δεδομένου ότι επί του παρόντος δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτή η διαδικασία είναι πραγματικά χρήσιμη. Προφανώς, η βελτίωση της προσβασιμότητας των ΥΧΕ είναι επίσης σημαντική για την τόνωση της συνεργασίας μεταξύ των ΥΧΕ, των γειτονικών κρατών, της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων των εξόχως απόκεντρων περιοχών) και άλλων εταίρων. Η συνεργασία όχι μόνο θα βοηθήσει τις ΥΧΕ να βρουν λύσεις στις κοινές προκλήσεις, αλλά είναι επίσης σημαντική για την ανάληψη από αυτές του ρόλου των στρατηγικών «προκεχωρημένων φυλακίων» της ΕΕ. Από αυτή την άποψη, η συνεργασία του κλάδου των επιχειρήσεων μπορεί να προωθήσει τη μεταφορά τεχνολογίας, για παράδειγμα, στον τομέα του τουρισμού, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή της υδατοκαλλιέργειας. 3.2.5. Εμπόριο και οικονομική συνεργασία Οι μελλοντικές διατάξεις για το εμπόριο και την οικονομική συνεργασία με τις ΥΧΕ πρέπει να διατηρήσουν τις ισχύουσες μη αμοιβαίες δασμολογικές προτιμήσεις που έχουν χορηγηθεί στις ΥΧΕ. Ωστόσο, αυτό ισχύει με την επιφύλαξη οποιασδήποτε αναγκαίας αναθεώρησης, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τη διαδικασία μεταφόρτωσης, τους κανόνες καταγωγής και σώρευσης, την εισαγωγή διάταξης για την εκτέλεση των δασμολογικών προτιμήσεων σε περίπτωση απάτης ή παρατυπιών[13], ή τις συνέπειες της επιλογής οποιασδήποτε ΥΧΕ (με τη στήριξη του κράτους μέλους της) να συμπεριληφθεί στις ειδικές προτιμησιακές ρυθμίσεις μεταξύ της Κοινότητας και άλλων εταίρων στην περιοχή που ανήκει η εν λόγω ΥΧΕ, όπως στις συμφωνίες οικονομικές εταιρικής σχέσης (ΣΟΕΣ)[14]. Η τελευταία επιλογή θα έχει επίσης ως αποτέλεσμα να καταστεί αμοιβαία η εμπορική σχέση μεταξύ της εν λόγω ΥΧΕ και της Κοινότητας. Δεδομένου ότι το εμπορικό περιβάλλον των ΥΧΕ και η προνομιακή τους θέση εντός της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ μεταβάλλονται ως συνέπεια της πολυμερούς απελευθέρωσης και των ΣΟΕΣ με τις περιοχές ΑΚΕ, η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει τη σημασία της ένταξης των ΥΧΕ στις περιφερειακές και παγκόσμιες αγορές, ως συμπλήρωμα άλλων μέσων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους και τη μείωση του ευάλωτου χαρακτήρα τους. Επομένως, οι ΥΧΕ που βρίσκονται σε περιοχή ΑΚΕ κλήθηκαν να τοποθετηθούν έναντι των ΣΟΕΣ. Ωστόσο, η πλήρης περιφερειακή ολοκλήρωση με τις χώρες ΑΚΕ μπορεί να επιδιώκεται μόνο εάν κάθε εταίρος την επιθυμεί. Ως εκ τούτου, η μελλοντική σύνδεση πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη της τις διαφορές μεταξύ των ΥΧΕ, που μπορεί να προκύψουν από τις επιλογές που έγιναν, ή στην περίπτωση των περισσότερο απομονωμένων ΥΧΕ, από την ειδική τους κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, οι ΥΧΕ πρέπει να συνεχίσουν να συμμορφώνονται με τις συναφείς υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε τρίτες χώρες όσον αφορά το εμπόριο, διότι δεν αποτελούν τμήμα της ενιαίας αγοράς. Ωστόσο, η μελλοντική σύνδεση θα διευκολύνει τη συμμόρφωση των ΥΧΕ με αυτές τις υποχρεώσεις, ενθαρρύνοντας και συνδράμοντας τις ΥΧΕ για την αναβάθμιση των διεθνών προτύπων τους. Επιπλέον, η Επιτροπή είναι υπέρ του εκσυγχρονισμού των κανόνων καταγωγής για τις ΥΧΕ. Λαμβανομένων υπόψη της συνεχιζόμενης διαδικασίας μεταρρύθμισης και της σημασίας της απλούστευσης, διαφάνειας και ικανότητας διαχείρισης, αυτός ο εκσυγχρονισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε ειδική δέσμη κανόνων καταγωγής για τις ΥΧΕ που κατ' αρχήν θα εφαρμοζόταν σε όλες τις ΥΧΕ. Ωστόσο, ορισμένες ΥΧΕ μπορεί να προτιμούν να εφαρμόσουν αντί της προαναφερόμενης δέσμης κανόνων τους κανόνες που ήδη εφαρμόζονται στο εμπόριο μεταξύ των γειτονικών τους ΑΚΕ και της ΕΕ, για να μπορέσουν να διατηρήσουν τη δυνατότητα σώρευσης καταγωγής ΥΧΕ-ΑΚΕ στην περιοχή τους. 4. Συμπέρασμα Η Επιτροπή υποστηρίζει τη σημαντική αλλαγή της προσέγγισης που ακολουθείται για τη σύνδεση των ΥΧΕ με την ΕΕ. Αυτή η αλλαγή θα αντανακλούσε το γεγονός ότι η σχέση μεταξύ τους είναι μοναδική, με την έννοια ότι οι ΥΧΕ και η ΕΕ είναι συνδεδεμένες με περίπλοκο τρόπο παρόλο που οι ΥΧΕ δεν αποτελούν μέρος της ΕΕ. Αυτό θα οδηγούσε σε εταιρική σχέση με βάση τα αμοιβαία συμφέροντα, την αμοιβαιότητα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η αλληλεγγύη της ΕΕ προς τις ΥΧΕ πρέπει να εξασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξή τους με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους και τη μείωση του ευάλωτου χαρακτήρα τους, ενώ οι ΥΧΕ πρέπει να συμβάλλουν στην προώθηση των ευρωπαϊκών αξιών. Η Επιτροπή για να βοηθήσει την κατάρτιση νέας στρατηγικής της ΕΕ προς τις ΥΧΕ, σκοπεύει, πριν από την υποβολή πρότασης για νέα απόφαση για τη σύνδεση των ΥΧΕ με την ΕΚ, να εξετάσει λεπτομερέστερα ιδίως τα ακόλουθα ζητήματα : - τις κύριες προκλήσεις και ευκαιρίες για κάθε ΥΧΕ στο περιφερειακό της περιβάλλον, καθώς και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, το στρατηγικό δυναμικό και την τρέχουσα ανταγωνιστικότητα κάθε ΥΧΕ ενόψει της ανάπτυξης κατάλληλου περιβάλλοντος για την επιχειρησιακή συνεργασία και τη δημιουργία ικανοτήτων, - το βαθμό σύγκλισης μεταξύ της τοπικής νομοθεσίας σε κάθε ΥΧΕ και του κοινοτικού κεκτημένου σε συναφείς τομείς πολιτικής, - τη δυνατότητα πρόβλεψης τρόπων βελτίωσης της προσβασιμότητας των ΥΧΕ, ιδίως μέσω των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ), - τον αντίκτυπο και τις προοπτικές περιφερειακής ολοκλήρωσης και παγκοσμιοποίησης για τις ΥΧΕ, - την προώθηση στενότερης συνεργασίας για το περιβάλλον, μεταξύ άλλων για την κλιματική αλλαγή και τη βιοποικιλότητα, καθώς και τη μείωση του κινδύνου καταστροφών στις ΥΧΕ, - την πραγματική ανάγκη αναπτυξιακής βοήθειας, - τη δυνατότητα εισαγωγής ειδικών κανόνων καταγωγής για τις ΥΧΕ, - τη δυνατότητα πρόβλεψης μηχανισμών χρηματοδότησης. Ο στόχος έγκειται στη συνέχιση και την εντατικοποίηση του προβληματισμού κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2011 σε συνεργασία με τις ΥΧΕ και τα συνδεόμενα με αυτές κράτη μέλη. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην έγκαιρη εκπόνηση συγκεκριμένων νομοθετικών προτάσεων πριν από το τέλος του 2013, για την τροποποίηση της τρέχουσας σύνδεσης. [1] Οι εν λόγω χώρες και εδάφη απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙΙ της συνθήκης ΕΚ. Ωστόσο, το καθεστώς σύνδεσης ουδέποτε εφαρμόστηκε στις Βερμούδες σύμφωνα με την επιθυμία της κυβέρνησης των Βερμούδων. [2] Απόφαση 2001/822/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2001 (ΕΕ L 314 της 30.11.2001, σ. 1). Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2007/249/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 109 της 26.4.2007, σ. 33). [3] COM(2008) 383 τελικό. [4] http://ec.europa.eu/development/how/consultation/index.cfm?action=viewcons&id=3841 [5] http://ec.europa.eu/development/geographical/regionscountries/regionscountriesocts_en.cfm [6] http://ec.europa.eu/development/geographical/regionscountries/regionscountriesoctsforum_en.cfm [7] Με την επιφύλαξη των ιδιαιτεροτήτων κάθε συνεισφοράς, που δεν αναλύεται μεμονωμένα στην παρούσα ανακοίνωση. [8] Σύμφωνα με το άρθρο 17 της συνθήκης ΕΚ, πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Πράγματι, όλοι οι πολίτες της Γροιλανδίας και των γαλλικών και ολλανδικών ΥΧΕ έχουν επίσης αυτεπαγγέλτως την υπηκοότητα του κράτους μέλους με το οποίο συνδέονται οι εν λόγω ΥΧΕ και επομένως είναι πολίτες της ΕΕ. Από την 21η Μαΐου 2002, οι πολίτες όλων των βρετανικών ΥΧΕ θεωρούνται επίσης βρετανοί πολίτες, αλλά μπορούν να αρνηθούν την υπηκοότητα αυτή για να παραμείνουν αποκλειστικά πολίτες βρετανικών υπερπόντιων εδαφών. [9] Ανγκουίλα, Μαγιότ, Μονσεράτ, Αγία Ελένη, Νήσοι Τερκ και Κάικος και Νήσοι Βάλις και Φουτούνα. [10] Βλέπε την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2009, για την προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης στον φορολογικό τομέα (COM(2009) 201 τελικό). [11] Από τη διάσκεψη με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή Ένωσης και οι υπερπόντιες οντότητές της: στρατηγικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας της βιοποικιλότητας», που πραγματοποιήθηκε στη Ρεουνιόν από τις 7 ως 11 Ιουλίου 2008 υπό την αιγίδα της Γαλλικής Προεδρίας της ΕΕ. [12] Βλέπε τη Στρατηγική της ΕΕ για την υποστήριξη της μείωσης των κινδύνων καταστροφών στις αναπτυσσόμενες χώρες (COM(2009) 84 τελικό), που καλύπτει επίσης τις ΥΧΕ. [13] Όπως στο Σύστημα Γενικευμένων Προτιμήσεων (ΣΓΠ) και τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης (ΣΟΕΣ). [14] Η ΣΟΕΣ CARIFORUM-ΕΕ EPA επιτρέπει ήδη στις ΥΧΕ να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας. Εάν μια ΥΧΕ και το κράτος μέλος της το ζητήσουν, η Επιτροπή θα συμφωνήσει να περιλάβει αυτή την ΥΧΕ σε μια ΣΟΕΣ.