52009DC0403

Έκθεση της Επιτροπης προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 852/2004, (ΕΚ) αριθ. 853/2004 και (ΕΚ) αριθ. 854/2004, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων {SEC(2009) 1079} /* COM/2009/0403 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 28.7.2009

COM(2009) 403 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 852/2004, (ΕΚ) αριθ. 853/2004 και (ΕΚ) αριθ. 854/2004, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων {SEC(2009) 1079}

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. ΣΥΝΟΨΗ 3

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ 4

3. Η ΠΕΙΡΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ 1η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2006 5

3.1. Γενική πείρα 5

3.2. Πεδίο εφαρμογής 5

3.3. Ορισμοί 6

3.4. Πρωτογενής παραγωγή 6

3.5. HACCP 6

3.6. Διαδικασίες καταχώρισης και έγκρισης 7

3.7. Σήμανση καταλληλότητας και αναγνώρισης 8

3.8. Οδηγοί ορθής πρακτικής 9

3.9. Ευελιξία 9

3.10. Εισαγωγές 10

3.11. Επίσημοι έλεγχοι όσον αφορά τα προϊόντα ζωικής προέλευσης 10

3.12. Μικροβιολογικά κριτήρια 11

3.13. Εξάλειψη της επιφανειακής μόλυνσης 12

3.14. Πληροφορίες για την τροφική αλυσίδα (ΠΤΑ) 12

3.15. Επείγουσα σφαγή 13

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 13

1. ΣΥΝΟΨΗ

Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004[1], το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004[2] και το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 854/2004[3] προβλέπουν τη νομική υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το αργότερο έως τις 20 Μαΐου 2009, η οποία θα παρουσιάζει την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών και θα συνοδεύεται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από σχετικές προτάσεις. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004 επιβάλλει στην Επιτροπή να εξετάζει εάν είναι σκόπιμο και εφικτό να επεκταθούν οι απαιτήσεις του συστήματος Ανάλυση Κινδύνων και Κρίσιμα Σημεία Ελέγχου (HACCP) στους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής.

Η παρούσα έκθεση αποτελεί αποτέλεσμα ενδελεχούς διαδικασίας διαβούλευσης. Βασίζεται σε στοιχεία που διαβίβασαν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, εκπρόσωποι οργανώσεων επιχειρήσεων τροφίμων και καταναλωτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής.

Σκοπός της έκθεσης είναι να παρουσιάσει, βάσει στοιχείων, την πείρα που αποκόμισαν, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά την εφαρμογή της δέσμης των κανονισμών για την υγιεινή τα έτη 2006, 2007 και 2008.

Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη έλαβαν τα αναγκαία διοικητικά και ελεγκτικά μέτρα για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση, αλλά υπάρχει ακόμα περιθώριο βελτίωσης όσον αφορά την υλοποίηση. Τα συμπεράσματα αυτά ενισχύονται από τα ευρήματα των ελέγχων και των επιθεωρήσεων που διεξήγαγε το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής. Τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία συμμετείχαν στη διαβούλευση θεωρούν ότι οι νέες αρχές και απαιτήσεις που εισήγαγε η δέσμη των κανονισμών για την υγιεινή είχαν θετικό αντίκτυπο. Επισημαίνεται επίσης η σαφής θέση που εξέφρασαν τα κράτη μέλη και οι συντελεστές του ιδιωτικού τομέα υπέρ της μη επέκτασης, προς το παρόν, των απαιτήσεων που συνδέονται με τις διαδικασίες του συστήματος HACCP στις επιχειρήσεις τροφίμων που εκτελούν πρωτογενή παραγωγή.

Οι βασικές δυσκολίες που εντοπίστηκαν αφορούν ορισμένες εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής των κανονισμών για την υγιεινή, ορισμένους ορισμούς που περιέχονται στους κανονισμούς καθώς και τη διαδικασία για την προσαρμογή των εν λόγω ορισμών, ορισμένες πρακτικές πτυχές που αφορούν την έγκριση των εγκαταστάσεων χειρισμού τροφίμων ζωικής προέλευσης και την επισήμανση αυτών των τροφίμων, το καθεστώς εισαγωγής ορισμένων τροφίμων, την εφαρμογή διαδικασιών που βασίζονται στο HACCP σε ορισμένες επιχειρήσεις τροφίμων καθώς και την εφαρμογή επισήμων ελέγχων σε ορισμένους κλάδους.

Η παρούσα έκθεση δεν προτείνει λεπτομερείς λύσεις για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που αναφέρθηκαν και, συνεπώς, δεν συνοδεύεται από προτάσεις. Ωστόσο, βάσει των δυσκολιών που εντοπίστηκαν, η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο της υποβολής προτάσεων για τη βελτίωση της νομοθετικής δέσμης για την υγιεινή των τροφίμων.

Η έκθεση συνοδεύεται από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με τα παραρτήματα στα οποία γίνεται παραπομπή στην έκθεση. Στο παράρτημα Ι του συνοδευτικού εγγράφου παρουσιάζονται οι συντμήσεις και οι τεχνικοί όροι που χρησιμοποιούνται στην έκθεση.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Στις 29 Απριλίου 2004 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν τη «δέσμη για την υγιεινή των τροφίμων». Η δέσμη αυτή περιλαμβάνει τρεις βασικές πράξεις, τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και 853/2004, που απευθύνονται στους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων (ΥΕΤ), και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 584/2004 ο οποίος απευθύνεται στις αρμόδιες αρχές (ΑΑ)[4], σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 για τους επίσημους ελέγχους. Οι βασικές πράξεις διευκρινίζονται περαιτέρω με τους τρεις κανονισμούς της Επιτροπής για τον καθορισμό των μέτρων εφαρμογής (βλ. έγγραφο εργασίας - παράρτημα ΙΙΙ). Επιπλέον, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκπόνησαν έγγραφα καθοδήγησης (βλ. έγγραφο εργασίας - παράρτημα IV).

Οι νέοι αυτοί κανονισμοί εισήγαγαν μια αλλαγή όσον αφορά την προσέγγιση της πολιτικής για την υγιεινή των τροφίμων. Σαφής στόχος της εν λόγω δέσμης κανονισμών ήταν να απλουστεύσει το ισχύον σώμα νομικών πράξεων για την υγιεινή των τροφίμων (βλ. έγγραφο εργασίας- παράρτημα V), να το καταστήσει πιο συνεκτικό, διαχωρίζοντας τους διάφορους τομείς (δημόσια υγεία, υγεία των ζώων και επίσημοι έλεγχοι), και να επικεντρωθεί στους στόχους που πρέπει να επιτύχουν οι ΥΕΤ και όχι στη διατήρηση υπερβολικά λεπτομερών απαιτήσεων. Οι κανονισμοί παρέχουν πολλές δυνατότητες για προσαρμογή των τεχνικών απαιτήσεων που επιβάλλει η δέσμη για την υγιεινή των τροφίμων ανάλογα με το είδος των εκάστοτε επιχειρήσεων τροφίμων.

Εξαιτίας του καινοτόμου χαρακτήρα της δέσμης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν από την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση ήδη στα τρία χρόνια εφαρμογής (βλ. έγγραφο εργασίας – παράρτημα VI). Ειδικότερα, η έκθεση πρέπει να επισκοπεί την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των νέων κανονισμών και να εξετάζει εάν θα ήταν σκόπιμο και εφικτό να επεκταθεί η εφαρμογή των αρχών HACCP στο πεδίο της πρωτογενούς παραγωγής.

Για να εκπόνηση της έκθεσης η Επιτροπή πραγματοποίησε διαβουλεύσεις με όλους τους βασικούς συντελεστές σε διμερή ή συλλογική βάση (βλ. έγγραφο εργασίας - παράρτημα VII).

Σκοπός της έκθεσης είναι να παρουσιάσει, βάσει στοιχείων, την πείρα που αποκτήθηκε κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 από την εφαρμογή της δέσμης των κανονισμών για την υγιεινή από τις αρμόδιες αρχές και τις οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και να εντοπίσει τις δυσκολίες που προέκυψαν κατά την εφαρμογή αυτή.

3. Η ΠΕΙΡΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ 1η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2006

3.1. Γενική πείρα

Η γενική πείρα από την εφαρμογή των κανονισμών για την υγιεινή μπορεί να θεωρηθεί θετική. Τα κράτη μέλη είναι, σε γενικές γραμμές, ικανοποιημένα με τη δομή και τις αρχές της νομοθεσίας για την υγιεινή. Είναι σαφές ότι δεν υποστηρίζουν την άποψη ότι απαιτείται ριζική αναθεώρηση της εν λόγω νομοθεσίας. Για τα περισσότερα κράτη μέλη είναι πολύ νωρίς για να γίνει ισόρροπη και λεπτομερής αξιολόγηση της πείρας που αποκτήθηκε από την εφαρμογή της δέσμης για την υγιεινή.

Οι αποστολές επιθεώρησης του ΓΤΚΘ επιβεβαίωσαν το συμπέρασμα αυτό, καθώς, σε γενικές γραμμές, η εφαρμογή της δέσμης των κανονισμών για την υγιεινή δεν προκάλεσε σημαντικές δυσκολίες στους ΥΕΤ και στις ΑΑ. Τα προβλήματα που εντοπίστηκαν κατά τις επιθεωρήσεις ήταν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, πιο σημαντικά στις μικρές εγκαταστάσεις.

Τα κράτη μέλη θεωρούν επίσης θετική την εκπόνηση εγγράφων καθοδήγησης, όπου απαιτείται, για την παροχή βοήθειας στους ΥΕΤ και στις ΑΑ όσον αφορά την εφαρμογή των κανονισμών για την υγιεινή.

3.2. Πεδίο εφαρμογής

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καθορίζουν στην εθνική νομοθεσία συγκεκριμένους κανόνες που να καλύπτουν ορισμένες δραστηριότητες που αποκλείονται από τη δέσμη για την υγιεινή.

Τα κράτη μέλη επεσήμαναν ορισμένες δυσκολίες όσον αφορά τη διακίνηση τροφίμων σε μικρές ποσότητες στο πλαίσιο διασυνοριακών συναλλαγών προς κράτος μέλος προορισμού το οποίο ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση ως προς τις δραστηριότητες αυτές. Ορισμένα κράτη μέλη εντόπισαν άλλες δυσκολίες όσον αφορά την έννοια «επιχειρήσεις», που χαρακτηρίζονται από συνέχεια των δραστηριοτήτων τους και ορισμένο βαθμό οργάνωσης, και την εφαρμογή της σε ιδιώτες που περιστασιακά χειρίζονται, παρασκευάζουν ή σερβίρουν τρόφιμα.

Δυσκολίες επίσης προέκυψαν από την αδυναμία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 στις δραστηριότητες λιανικού εμπορίου. Για τα περισσότερα κράτη μέλη, υπάρχει μια ασυνέπεια ως προς το γεγονός ότι οι ψυκτικές εγκαταστάσεις που εκτελούν παρόμοιες δραστηριότητες υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες και συστήματα έγκρισης, ανάλογα με το εάν η ψυκτική εγκατάσταση εμπίπτει στον ορισμό της λιανικής δραστηριότητας ή όχι. Παρομοίως, δυσκολίες έχει επίσης προκαλέσει η ερμηνεία των όρων «περιθωριακή, τοπική και περιορισμένη δραστηριότητα» όσον αφορά την εξαίρεση από την έγκριση εγκαταστάσεων λιανικών δραστηριοτήτων.

Πολλές οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα έχουν, για λόγους ανταγωνιστικότητας, εκφράσει ανησυχίες σχετικά με τον αποκλεισμό του λιανικού εμπορίου· εξ αυτών, ορισμένες ζητούν την πλήρη επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 και στις λιανικές πωλήσεις, ενώ άλλες ζητούν την αναθεώρηση της νομοθεσίας όσον αφορά ορισμένες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο επίπεδο της λιανικής (π.χ. τεμαχισμός, κοπή) προκειμένου οι ίδιες δραστηριότητες να διέπονται από τους ίδιους κανόνες παντού στην Κοινότητα.

3.3. Ορισμοί

Η έννοια του «σύνθετου προϊόντος» παραμένει δύσκολο να εφαρμοστεί και αποτελεί πηγή αβεβαιότητας τόσο για τους ΥΕΤ όσο και για τις ΑΑ.

Ο ορισμός της «λιανικής» όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 θεωρείται συνεχή πηγή δυσκολιών διότι φαίνεται ότι δεν είναι πλήρως προσαρμοσμένος για το σκοπό της δέσμης κανονισμών για την υγιεινή (βλ. επίσης το σημείο 3.2).

Τα κράτη μέλη και πολλές οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα έχουν αμφισβητήσει και άλλους ορισμούς (π.χ. ιδιωτικές κατοικίες, λαγόμορφα, ασπόνδυλα, αίμα, έντερα). Έχουν επίσης αμφισβητήσει τη διαδικασία έγκρισης ή τροποποίησης τέτοιων ορισμών.

3.4. Πρωτογενής παραγωγή

Οι ισχύοντες κανόνες υγιεινής των τροφίμων όσον αφορά την πρωτογενή παραγωγή θεωρούνται σε γενικές γραμμές κατάλληλοι και επαρκείς για την προστασία των πρωτογενών προϊόντων από τη μόλυνση. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν πρόωρη των αξιολόγηση του αντικτύπου των απαιτήσεων της δέσμης για την υγιεινή στην πρωτογενή παραγωγή. Άλλα κράτη μέλη ανέφεραν δυσκολίες όσον αφορά την ασαφή φύση ορισμένων στόχων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και την έλλειψη σαφούς καθοδήγησης για τους πρωτογενείς παραγωγούς. Οι οδηγοί ορθής πρακτικής, εάν υπάρχουν, αποδείχθηκαν πολύτιμα εργαλεία που βοηθούν τους πρωτογενείς παραγωγούς να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους (βλ. σημεία 3.5 και 3.8).

Η τήρηση αρχείων θεωρήθηκε πηγή δυσκολιών σε ορισμένα κράτη μέλη, αλλά σε διαφορετικό βαθμό στο καθένα.

3.5. HACCP

( Σε γενικές γραμμές, η εφαρμογή των αρχών HACCP δεν αμφισβητήθηκε, διότι θεωρείται σημαντική για να επιτραπεί στους ΥΕΤ να επιτύχουν τους στόχους τους όσον αφορά την ασφάλεια των τροφίμων και επαρκώς ευέλικτη ώστε να προσαρμόζεται ακόμα και σε μικρές επιχειρήσεις τροφίμων.

Οι περισσότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις τροφίμων εφαρμόζουν διαδικασίες που βασίζονται στο HACCP. Παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις στην εφαρμογή των αρχών σε σφαγεία που ήταν παλαιότερα μικρής δυναμικότητας και τα οποία επωφελούνται από μεταβατική ρύθμιση.

Ωστόσο, στα περισσότερα κράτη μέλη, εντοπίστηκαν δυσκολίες με τέτοιου είδους διαδικασίες σε μικρές επιχειρήσεις τροφίμων και, ιδίως, σε πολύ μικρές και μικρές εγκαταστάσεις τροφοδοσίας και λιανικής. Αναφέρθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ορισμένα γενικού χαρακτήρα συστήματα τα οποία σχεδιάστηκαν από εξωτερικούς συμβούλους δεν αντανακλούσαν την πραγματικότητα που επικρατεί στην εγκατάσταση και επέβαλλαν να τηρούνται περισσότερα έγγραφα και μητρώα από τα απαιτούμενα. Συνεπώς, φαίνεται ότι είναι κάθε άλλο παρά αποτελεσματικά και εξαιρετικά δαπανηρά για τις μικρές επιχειρήσεις. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ΑΑ έχουν αμβλύνει τα προβλήματα, είτε με τη διενέργεια αναλύσεων κινδύνου για ορισμένα είδη δραστηριοτήτων είτε με τη συμμετοχή στη δημιουργία απλουστευμένου και πρακτικού υλικού για τις μικρές επιχειρήσεις. Σε άλλα κράτη μέλη, οι τομείς των τροφίμων ενθαρρύνθηκαν να αναπτύξουν οδηγούς ορθής πρακτικής, οι οποίοι αποδείχθηκαν εξαιρετικά επωφελή εργαλεία.

Οι μικρές επιχειρήσεις θεωρούν μερικές φορές ότι η τήρηση αρχείων αποτελεί διοικητική επιβάρυνση. Τα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει πρωτοβουλίες για να απλουστεύσουν τη διαδικασία αυτή και να ελαχιστοποιήσουν τον αριθμό των εγγράφων που πρέπει να τηρούνται.

Ορισμένες οργανώσεις συντελεστών του ιδιωτικού τομέα ισχυρίστηκαν ότι τα κράτη μέλη διαφέρουν ως προς την αξιολόγηση εκ μέρους της ΑΑ των διαδικασιών βάσει του HACCP. Ορισμένες οργανώσεις ανέφεραν ότι οι ΑΑ τείνουν να έχουν υψηλές απαιτήσεις από τις μικρές επιχειρήσεις και να διατυπώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικές απαιτήσεις όσον αφορά την τήρηση εγγράφων. Άλλες δήλωσαν ότι το μέγεθος και η φύση της επιχείρησης λαμβάνονταν και ότι οι ΑΑ, στην πλειονότητά τους, επιδεικνύουν ευελιξία στην εφαρμογή των διαδικασιών βάσει του HACCP.

Δυσκολίες εντοπίστηκαν επίσης κατά τις αποστολές επιθεώρησης του ΓΤΚΘ όσον αφορά την ικανότητα των ΑΑ να αξιολογούν επαρκώς τις διαδικασίες βάσει του HACCP. Παρατηρήθηκε πρόοδος από τον πρώτο γύρο επιθεωρήσεων το 2006, αλλά υπάρχει ακόμα περιθώριο βελτίωσης.

( Τα κράτη μέλη και οι συντελεστές του ιδιωτικού τομέα θεωρούν μη εφικτή την επέκταση της απαίτησης για εφαρμογή διαδικασιών HACCP στους ΥΕΤ που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή. Οι οδηγοί ορθής πρακτικής θεωρούνται εν γένει καλύτερα και πιο πρακτικά εργαλεία για τους πρωτογενείς παραγωγούς από τις διαδικασίες HACCP.

3.6. Διαδικασίες καταχώρισης και έγκρισης

( Σε γενικές γραμμές, δεν επισημάνθηκαν σημαντικές δυσκολίες όσον αφορά την καταχώριση των επιχειρήσεων τροφίμων. Χρησιμοποιήθηκαν ειδικά συστήματα ή υπάρχουσες βάσεις δεδομένων για την καταχώριση των επιχειρήσεων τροφίμων (π.χ. πρωτογενείς παραγωγοί). Καταβλήθηκαν επίσης προσπάθειες για εναρμόνιση και ελαχιστοποίηση των στοιχείων που οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να παρέχουν στις ΑΑ ώστε να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση.

Ωστόσο, είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι ΥΕΤ πληρούν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την καταχώριση, π.χ. υπάρχουν ΥΕΤ που δεν επικοινωνούν με τις αρχές πριν από την έναρξη λειτουργίας τους ή ενδιάμεσοι τροφίμων και έμποροι που συναλλάσσονται μέσω του Διαδικτύου οι οποίοι δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν. Άλλα προβλήματα προέκυψαν από την ανάγκη να καταχωριστούν ιδιώτες οι οποίοι περιστασιακά ασχολούνται με το χειρισμό, την παρασκευή ή τη διάθεση τροφίμων.

Κατά κανόνα, η ΑΑ δεν εισπράττει τέλη καταχώρισης.

( Δεν παρατηρήθηκαν συγκεκριμένα προβλήματα όσον αφορά την παροχή των στοιχείων που απαιτούνται για την έγκριση στην ΕΕ. Εντούτοις, αναφέρθηκαν δυσκολίες σε ό,τι αφορά το είδος της εγκατάστασης για την οποία απαιτείται έγκριση, συγκεκριμένα για τις εγκαταστάσεις που εκτελούν γενικές δραστηριότητες, όπως αποθήκευση υπό ψύξη (βλ. σημείο 3.2) και τις εγκαταστάσεις επανασυσκευασίας.

Ορισμένα κράτη μέλη έθιξαν επίσης το θέμα της έγκρισης εγκαταστάσεων που στο παρελθόν ήταν μικρής δυναμικότητας. Μπορούν να βρεθούν λύσεις μέσω των διατάξεων περί ευελιξίας που προβλέπει η δέσμη κανονισμών για την υγιεινή. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές πρέπει να προωθηθούν σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που μπορεί να δημιούργησε δυσκολίες σε ορισμένα κράτη μέλη (βλ. σημείο 3.9).

Δύο κράτη μέλη δήλωσαν ότι όλες οι επιχειρήσεις τροφίμων στην επικράτειά τους πρέπει να λαμβάνουν έγκριση.

( Αν και είναι τώρα δυνατή η πρόσβαση από το δικτυακό τόπο της Επιτροπής σε κάθε εθνικό δικτυακό τόπο που περιέχει τον κατάλογο των εγκεκριμένων εγκαταστάσεων τροφίμων, ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν χρησιμοποιήσει τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές που αποσκοπούν στην εναρμόνιση και την κωδικοποίηση της παρουσίασης των καταλόγων που πρέπει να καταρτιστούν ή να επικαιροποιηθούν. Πρέπει επίσης να βελτιωθεί η συντήρηση ενεργών συνδέσμων προς τους εθνικούς δικτυακούς τόπους.

3.7. Σήμανση καταλληλότητας και αναγνώρισης

Δεν προέκυψαν σημαντικές δυσκολίες όσον αφορά τις αρχές σήμανσης καταλληλότητας ή αναγνώρισης. Ωστόσο, αναφέρθηκαν δυσκολίες που αφορούν ορισμένα πρακτικά ζητήματα, π.χ. περιπτώσεις όπου πρέπει να τοποθετηθεί νέο σήμα σε τυλιγμένα/συσκευασμένα προς πώληση προϊόντα ή όπου γίνεται επανασυσκευασία των τροφίμων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ορισμένα κράτη μέλη πιστεύουν ότι η σήμανση πρέπει επίσης να πληροί τις ανάγκες του επίσημου ελέγχου και τους στόχους της ιχνηλασιμότητας.

3.8. Οδηγοί ορθής πρακτικής[5]

( Τα κράτη μέλη έχουν σε μεγάλο βαθμό προωθήσει την εκπόνηση εθνικών οδηγών. Η συμμετοχή των ΑΑ διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, αλλά, σε γενικές γραμμές, δόθηκαν στον κλάδο των τροφίμων οι κατευθυντήριες γραμμές για την κατάρτιση τέτοιων οδηγών, καθώς και πρακτικές συμβουλές και οδηγίες. Οι ΑΑ συμμετέχουν στη διαδικασία αξιολόγησης των οδηγών αυτών και, ορισμένες φορές, υποστηρίζουν οικονομικά διάδοσή τους.

Οι περισσότερες οργανώσεις συντελεστών του ιδιωτικού τομέα έχουν εκφράσει θετική άποψη για τους εθνικούς οδηγούς ορθής πρακτικής και για την ενθάρρυνση που έδωσε η ΑΑ. Δεν μπορεί να υπολογιστεί ο βαθμός στον οποίο γίνεται χρήση των οδηγών αυτών.

Η χρήση των οδηγών λαμβάνεται υπόψη με διαφορετικό βαθμό από τις διάφορες ΑΑ όταν εκτελούν τους επίσημους ελέγχους. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει ένα σύστημα επιβράβευσης για τους ΥΕΤ που εφαρμόζουν τους εγκεκριμένους οδηγούς, με αποτέλεσμα τη μείωση της συχνότητας των ελέγχων και του ύψους των τελών που επιβάλλει η ΑΑ για τους επίσημους ελέγχους. Σε άλλα κράτη μέλη, η επιθεώρηση αφορά τη σωστή χρήση του οδηγού όταν οι επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι τον εφαρμόζουν. Ορισμένα άλλα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τους ΥΕΤ να αποδεικνύουν την επάρκεια των μέτρων ελέγχων που εφαρμόζουν εάν ακολουθούν τον οδηγό. Οι οδηγοί μπορεί επίσης να παρέχουν χρήσιμη καθοδήγηση στις ΑΑ και να υποδεικνύουν ποια είναι η καλύτερη πρακτική στην περίπτωση που η νομοθεσία περιέχει όρους όπως «όταν είναι αναγκαίο», «ενδεχομένως», «κατάλληλος» και «επαρκής».

( Έχουν ήδη εκπονηθεί πέντε κοινοτικοί οδηγοί, οι οποίοι βρίσκονται στο στάδιο της αξιολόγησης. Δύο επιπλέον οδηγοί βρίσκονται στο στάδιο της προετοιμασίας και θα υποβληθούν για αξιολόγηση μόλις ετοιμαστούν. Ωστόσο, περίπου οι μισές από τις οργανώσεις σε επίπεδο ΕΕ εξέταζαν το ενδεχόμενα να εκπονήσουν σχέδια και να ακολουθήσουν τη διαδικασία αίτησης αναγνώρισης ή βρίσκονταν στο στάδιο κατά το οποίο ζητούσαν τη γνώμη των μελών τους για το θέμα αυτό. Οι άλλες μισές δήλωσαν ότι δεν σχεδίαζαν να εκπονήσουν κοινοτικούς οδηγούς.

3.9. Ευελιξία

Για να προστατευτεί η ποικιλότητα των τροφίμων και να εξυπηρετηθούν οι καταναλωτές και οι ανάγκες των παραγωγών μικρής κλίμακας , η νομοθεσία περιλαμβάνει διατάξεις περί ευελιξίας. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη βρίσκονται στην καλύτερη θέση για να βρουν κατάλληλες λύσεις με βάση τις τοπικές καταστάσεις και τα κατάλληλα επίπεδα υγιεινής των επιχειρήσεών τους, χωρίς να υπονομεύεται ο στόχος της ασφάλειας των τροφίμων.

Τα κράτη μέλη και οι συντελεστές του ιδιωτικού τομέα δήλωσαν ότι είναι, σε γενικές γραμμές, πολύ ικανοποιημένοι με την ευελιξία που προβλέπεται στη δέσμη για την υγιεινή, η οποία θεωρείται ότι έχει σχεδιαστεί ορθά ώστε να επιτρέπει να δίνονται οι κατάλληλες απαντήσεις στα τοπικά προβλήματα. Ωστόσο, βάσει των λίγων κοινοποιήσεων εθνικών μέτρων που έχουν διαβιβαστεί έως τώρα σχετικά με το θέμα αυτό και της κριτικής που έχουν εκφράσει ορισμένες επιχειρήσεις τροφίμων (βλ. σημείο 3.6), ενδέχεται τα κράτη μέλη να μην έχουν χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατότητες ευελιξίας που προβλέπονται στη νομοθεσία.

3.10. Εισαγωγές

( Τα κράτη μέλη θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν περαιτέρω οι κανόνες για την εισαγωγή των προϊόντων ζωικής καταγωγής για τα οποία ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 καθορίζει ειδικές απαιτήσεις (π.χ. βατραχοπόδαρα, σαλιγκάρια, τετηγμένο ζωικό λίπος). Αντιμετωπίζουν επίσης δυσκολίες με την καταχώριση και τους ελέγχους σκαφών τρίτων χωρών για τα οποία η αρμοδιότητα επιθεώρησης έχει ανατεθεί σε χώρα ή σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της σημαίας του πλοίου.

Η πείρα δείχνει ότι είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες περί εισαγωγής ελλείψει εναρμονισμένων εθνικών κανόνων.

( Πρόσφατες κρίσεις που προκλήθηκαν από εισαγόμενα σύνθετα προϊόντα επιβεβαίωσαν την ανάγκη για μεγαλύτερο έλεγχο των εν λόγω προϊόντων. Αυτό ενδέχεται να απαιτεί την εφαρμογή λεπτομερέστερης νομοθεσίας και ελέγχους κατά την εισαγωγή (π.χ. ρόλος των εισαγωγέων, ειδικό υγειονομικό πιστοποιητικό).

( Η πείρα έχει δείξει ότι η ισχύουσα διαδικασία εγγραφής στον κατάλογο εγκαταστάσεων τρίτων χωρών παρουσιάζει δυσκολίες (π.χ. περίοδος εγγραφής στον εν λόγω κατάλογο). Με την ανάπτυξη νέων κοινοτικών εργαλείων πληροφορικής, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναθεώρησης της διαδικασίας.

3.11. Επίσημοι έλεγχοι όσον αφορά τα προϊόντα ζωικής προέλευσης

( Πολλά κράτη μέλη έχουν αναπτύξει συγκεκριμένα εργαλεία ελέγχου, όπως κατάλογοι ελέγχου και τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας. Επικέντρωσαν επίσης τις προσπάθειές τους στην επιμόρφωση, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες ελέγχου απαιτούν σημαντική αλλαγή νοοτροπίας εκ μέρους των επιθεωρητών. Τα κράτη μέλη εξέφρασαν την ικανοποίησή τους με την πρωτοβουλία της Επιτροπής για την επιμόρφωση, «Καλύτερη κατάρτιση για ασφαλέστερα τρόφιμα», η οποία συμπλήρωσε τις δικές τους δραστηριότητες επιμόρφωσης και προσέφερε εξειδικευμένη επιμόρφωση σχετικά με βασικά θέματα της νομοθετικής δέσμης για την υγιεινή (π.χ. HACCP).

Εντούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκολίες σε πολλά κράτη μέλη όσον αφορά τους ελέγχους, όπως απέδειξαν οι αποστολές επιθεώρησης του ΓΤΚΘ. Αν και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος από το 2006, υπάρχει ακόμα περιθώριο βελτίωσης.

( Μολονότι έχουν ήδη ενσωματωθεί εκσυγχρονιστικά στοιχεία στη δέσμη κανονισμών για την υγιεινή από την έναρξη της εφαρμογής τους τον Ιανουάριο του 2006, πολλά κράτη μέλη και ενδιαφερόμενες οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα θεωρούν ότι η επιθεώρηση κρέατος πρέπει να αναθεωρηθεί. Η θέση αυτή βασίζεται στα προβλήματα ανθρώπινου δυναμικού που αντιμετωπίζουν ορισμένα κράτη μέλη για το διορισμό επίσημων κτηνίατρων στα σφαγεία και στην αυξανόμενη σημασία που έχουν για τη δημόσια υγεία ορισμένες πηγές κινδύνου που δεν μπορούν να είναι εύκολο να ανιχνευθούν με τη συμβατική επιθεώρηση κρέατος. Επισημάνθηκε ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των επίσημων βοηθών, ενώ πρέπει να αποσαφηνιστεί περισσότερο η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των ΥΕΤ που διαχειρίζονται σφαγεία και των ΑΑ και πρέπει να ανατεθούν περισσότερα καθήκοντα επιθεώρησης στο προσωπικό των σφαγείων.

Ορισμένα κράτη μέλη και οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα θεωρούν ότι το προσωπικό των σφαγείων πρέπει να χρησιμοποιηθεί και σε σφαγεία άλλων ζώων πλην των πουλερικών και των λαγόμορφων.

( Από τις αποστολές του ΓΤΚΘ έχει φανεί ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η δοκιμή για την Trichinella δεν πραγματοποιείται σωστά. Επιπλέον, υφίστανται δυσκολίες όσον αφορά την πιστοποίηση των εσωτερικών εργαστηρίων των σφαγείων σε ορισμένα κράτη μέλη. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιεί μόνον διαπιστευμένα εργαστήρια.

Η Δανία έχει αναγνωριστεί ως περιοχή που παρουσιάζει αμελητέο κίνδυνο για Trichinella και μπορεί να εξαιρείται από το καθεστώς δοκιμών για τους οικόσιτους χοίρους. Δύο ακόμα κράτη μέλη έχουν υποβάλει αιτήσεις. Η εξαίρεση περιορίζεται σήμερα σε κράτη μέλη της ΕΕ και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επέκτασής της σε τρίτες χώρες. Δύο κράτη μέλη εξέφρασαν ενδιαφέρον για να αναγνωριστούν ορισμένες εκμεταλλεύσεις ως απαλλαγμένες από την Trichinella.

( Από το 2006 και μετά αποκαλύφθηκαν διάφορες πρακτικές απάτης που αφορούν ψυκτικές αποθήκες σε πολλά κράτη μέλη. Όπως έχει επίσης συζητηθεί στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τα ζωικά υποπροϊόντα, τα περισσότερα κράτη μέλη θεωρούν αναγκαία την ενίσχυση των διαθέσιμων μέσων ελέγχου.

( Άλλες συγκεκριμένες δυσκολίες προέκυψαν από το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη χρησιμοποιούν σε αναλύσεις ρουτίνας, για λόγους καλής μεταχείρισης των ζώων, όχι απόλυτα επικυρωμένες χημικές μεθόδους αντί των βιολογικών δοκιμών σε ποντίκια. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ) αναμένεται να εκδώσει, έως το Δεκέμβριο του 2009, επιστημονική γνώμη όσον αφορά τα ισχύοντα όρια για τις θαλάσσιες βιοτοξίνες και τις μεθόδους για την ανίχνευσή τους.

3.12. Μικροβιολογικά κριτήρια

Με βάση τις εκθέσεις του ΓΤΚΘ, φαίνεται ότι οι διαδικασίες των υπευθύνων επιχειρήσεων τροφίμων μόνον περιστασιακά διασφάλισαν, κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2073/2005, τη συμμόρφωση με τα κριτήρια υγιεινής και ασφάλειας των τροφίμων ή τουλάχιστον τη συνεκτίμησή τους. Επιπλέον, το φαινόμενο αυτό, τις περισσότερες φορές, δεν αντιμετωπιζόταν από την επίσημη εποπτεία της ΑΑ. Αν και η κατάσταση βελτιώθηκε την περίοδο 2007/2008, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένα κράτη μέλη όπου η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού δεν είναι ικανοποιητική.

Κατά τη γνώμη ενός κράτους μέλους, η κύρια δυσκολία που αναφέρθηκε αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου σχετικά με την Listeria monocytogenes στα έτοιμα προς κατανάλωση τρόφιμα στα οποία ενδέχεται να ευνοείται η αύξηση του εν λόγω παθογόνου παράγοντα.

3.13. Εξάλειψη της επιφανειακής μόλυνσης

Η χρήση των ουσιών για την εξάλειψη της επιφανειακής μόλυνσης από τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης υπόκειται σε έγκριση με τη διαδικασία της επιτροπολογίας. Με βάση τις γνώμες της ΕΑΑΤ, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση το 2008 για την έγκριση της χρήσης τεσσάρων ουσιών για την εξάλειψη της επιφανειακής μόλυνσης από τα σφάγια πουλερικών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα κράτη μέλη και οι περισσότερες οργανώσεις ενδιαφερομένων από τον ιδιωτικό τομέα δήλωσαν σαφώς την αντίθεσή τους προς αυτή την έγκριση, ακόμα και υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Εξετάζεται με τα κράτη μέλη η πιθανή χρήση άλλων τεχνικών εξάλειψης της μόλυνσης, όπως ατμού, καυτού ύδατος και άλλων μηχανικών τρόπων επεξεργασίας.

3.14. Πληροφορίες για την τροφική αλυσίδα (ΠΤΑ)

Υπάρχουν διατάξεις που προβλέπουν τη σταδιακή εισαγωγή των πληροφοριών για την τροφική αλυσίδα έως το τέλος της μεταβατικής περιόδου (31.12.2009). Δύο κράτη μέλη δήλωσαν ότι δεν έχουν κάνει χρήση των διατάξεων αυτών.

( Οι πληροφορίες για την τροφική αλυσίδα έπρεπε να τεθούν σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2006 στον τομέα των πουλερικών. Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές δυσκολίες δεδομένου ότι παρόμοιες διατάξεις είχαν εφαρμοστεί σε προηγούμενη νομοθεσία.

( Η ΠΤΑ είναι υποχρεωτικές στον τομέα των χοίρων από την 1η Ιανουαρίου 2008 και στους τομείς των μόσχων κρεατοπαραγωγής και των ίππων από την 1η Ιανουαρίου 2009. Λίγες δυσκολίες αναφέρθηκαν όσον αφορά τον τομέα των χοίρων (βλ. παρακάτω). Δεν είναι διαθέσιμα ακόμα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν σχετικά με τους τομείς των μόσχων κρεατοπαραγωγής και των ίππων.

( Πληροφορίες για την τροφική αλυσίδα πρόκειται να διατίθενται και για άλλα είδη (αιγοπρόβατα και βοοειδή) το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2010. Ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν ότι θα υπάρξουν δυσκολίες, ιδίως, με τα ζώα που ταυτοποιούνται μεμονωμένα.

Εξαιτίας της καθυστέρησης να παροχής των ΠΤΑ πριν από την άφιξη των ζώων θεωρήθηκε ότι υπάρχει δυσκολία πλήρους στον τομέα των χοίρων. Παρόμοιες δυσκολίες αναμένεται να υπάρξουν στο μέλλον και σε άλλους τομείς. Τα κράτη μέλη και ορισμένες οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρχει ως προς το σημείο αυτό μεγαλύτερη ευελιξία.

Καθώς η ευθύνη για την οργάνωση των ΠΤΑ και των πρακτικών ρυθμίσεων (π.χ. έγγραφα, τρόπος ανταλλαγής πληροφοριών) εναπόκειται στα κράτη μέλη, επισημάνθηκαν δυσκολίες στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ζώων και αναμένονται ανάλογες δυσκολίες και με τις εισαγωγές. Ένα πρώτο μέτρο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που απαιτούνται από τα διάφορα κράτη μέλη τίθεται σε εφαρμογή από την Επιτροπή. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη δήλωσαν ότι μπορεί να είναι επίσης σκόπιμο να αναπτυχθεί σε επίπεδο ΕΕ ένα ειδικό έντυπο για το ενδοκοινοτικό εμπόριο και πιθανώς για τις εισαγωγές.

Η πείρα έχει επίσης δείξει ότι είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ των ΠΤΑ και των πιστοποιητικών υγείας των ζώων που απαιτούνται κατά τη διακίνηση ζώντων ζώων.

3.15. Επείγουσα σφαγή

Τα κράτη μέλη δεν έχουν αναφέρει ιδιαίτερες δυσκολίες σχετικά με τους πρακτικούς κανόνες για τις επείγουσες σφαγές, αλλά αμφισβήτησαν το ειδικό σήμα και τον περιορισμό της εμπορίου του κρέατος λόγω αυτού Ορισμένα κράτη μέλη τόνισαν την ανάγκη να τοποθετείται ειδικό σήμα και στα παράγωγα προϊόντα. Άλλα κράτη μέλη θεωρούν ότι δεν υπάρχουν λόγοι ασφάλειας των τροφίμων που να δικαιολογούν περιορισμούς στη διάθεση στην αγορά τέτοιου κρέατος εφόσον αναγνωριστεί ως κατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο, ύστερα από επιθεώρηση πριν από και μετά τη σφαγή.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα κράτη μέλη και οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων έχουν δηλώσει ότι είναι, σε γενικές γραμμές, ικανοποιημένοι με τους κανονισμούς για την υγιεινή και ότι έχουν σημειώσει θετική πρόοδο ως προς την προσαρμογή τους. Υπάρχει γενική υποστήριξη των αρχών που έχουν καθιερώσει οι κανονισμοί. Τα κράτη μέλη πιστεύουν ότι η νομοθεσία χρειάζεται μικρές προσαρμογές αλλά όχι ριζική μεταρρύθμιση.

Σύμφωνα με ορισμένα κράτη μέλη και οργανώσεις συντελεστών από τον ιδιωτικό τομέα, η εφαρμογή της δέσμης για την υγιεινή δεν δημιούργησε εν γένει σημαντικές δυσκολίες στους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων ούτε στις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, οι επιθεωρήσεις που διενεργήθηκαν από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων από τις αρχές του 2006 έδειξαν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα ελέγχου και απαιτείται περαιτέρω βελτίωση των προτύπων υγιεινής παραγωγής σε ορισμένα κράτη μέλη. Ως πρώτο βήμα, είναι συνεπώς αναγκαία η καλύτερη επιβολή εκ μέρους όλων των εμπλεκόμενων συντελεστών, των ΥΕΤ και των ΑΑ, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα σημαντικότερα ζητήματα που εντοπίζονται στην έκθεση.

Με βάση τα παραπάνω, η Επιτροπή θα εξετάσει ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που εντοπίστηκαν. Κατά την υποβολή των προτάσεών της, η Επιτροπή θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση, στο μέτρο του δυνατού, των πλεονεκτημάτων που προέκυψαν από την απλούστευση που επιτεύχθηκε με το νέο νομικό πλαίσιο.

[1] ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1019/2008 (ΕΕ L 277 της 18.10.2008, σ. 7).

[2] ΕΕ L 226 της 25.06.2004, σ. 22. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1020/2008 (ΕΕ L 277 της 18.10.2008, σ. 8).

[3] ΕΕ L 226 της 25.06.2004, σ. 83. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1021/2008 (ΕΕ L 277 της 18.10.2008, σ. 15).

[4] Βλ. το διάγραμμα σχετικά με το ισχύον νομικό πλαίσιο στο έγγραφο εργασίας - παράρτημα ΙΙ.

[5] Βλ. επισκόπηση των οδηγών ορθής πρακτικής στο έγγραφο εργασίας- Παράρτημα VIII