[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 2.7.2009 COM(2009) 330 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ σχετικά με την επιβολή του κοινοτικού καταναλωτικού κεκτημένου ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ σχετικά με την επιβολή του κοινοτικού καταναλωτικού κεκτημένου (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) 1. Εισαγωγη Τα 493 εκατομμύρια καταναλωτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) έχουν νευραλγική σημασία για την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Καθώς οι καταναλωτικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν το 50% του πλούτου της ΕΕ, οι καταναλωτές μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στην επίτευξη του στόχου της ατζέντας της Λισαβόνας για ενίσχυση της ανάπτυξης, της απασχόλησης και του ανταγωνισμού. Η αίσθηση ότι οι κοινοτικοί κανόνες προστασίας των καταναλωτών επιβάλλονται γρήγορα ενισχύει την καταναλωτική εμπιστοσύνη και λειτουργεί αποτρεπτικά για όσες επιχειρήσεις επιδιώκουν να αποφύγουν τους κανόνες αυτούς, πράγμα που, με τη σειρά του, δημιουργεί ίσους όρους συναλλαγών για όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες. Επομένως, η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας αποτελεί προτεραιότητα για την καταναλωτική πολιτική. Είναι επίσης βασική συνιστώσα της πολιτικής της Επιτροπής για την ενιαία αγορά, δεδομένου ότι η εφαρμογή και η επιβολή των κανόνων έχει θεμελιώδη σημασία για την έμπρακτη αξιοποίηση των οφελών της ενιαίας αγοράς από τους πολίτες. Μέσα στο φάσμα των δραστηριοτήτων που στοχεύουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανόνες προστασίας των καταναλωτών, η επιβολή των κανόνων από τις δημόσιες αρχές καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο, επειδή υποστηρίζει όλες τις άλλες στρατηγικές και αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία τους. Η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας και εποπτεία της αγοράς από τους δημόσιους φορείς ασκεί ισχυρή αποτρεπτική επίδραση στους εμπόρους που διαφορετικά θα έμπαιναν στον πειρασμό να παραβιάσουν τους κανόνες και λειτουργεί ως ερέθισμα για τη λήψη και άλλων μέτρων που βελτιώνουν τη λειτουργία των αγορών και τη συμπεριφορά των εμπόρων. Η προβολή των δραστηριοτήτων επιβολής και των αποτελεσμάτων τους συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου αυτού. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη μπορεί να ενισχυθεί μόνο αν οι καταναλωτές γνωρίζουν τι συμβαίνει στις αγορές και ξέρουν ότι όσοι δεν τηρούν τους κανόνες δεν μένουν ατιμώρητοι. Ομοίως, οι εκστρατείες πληροφόρησης θα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα μόνο αν οι καταναλωτές είναι βέβαιοι ότι, όταν ασκούν τα δικαιώματά τους, υποστηρίζονται με την απειλή της επιβολής των κανόνων. Με δεδομένη τη σημερινή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η αποφασιστική και συνεπής επιβολή της νομοθεσίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, διότι, αφενός, η κρίση καθιστά τους καταναλωτές πιο ευάλωτους και, αφετέρου, τα χαμηλά επίπεδα συμμόρφωσης με τη νομοθεσία ενδέχεται να προκαλέσουν πρόσθετη ζημία στους καταναλωτές. Επιπροσθέτως, η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας ενισχύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, η οποία μειώθηκε λόγω της κρίσης. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό, διότι η εμπιστοσύνη τονώνει τις καταναλωτικές δαπάνες, που αποτελούν βασικό κινητήριο μοχλό της ανάκαμψης. Η ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας της αγοράς και επιβολής της νομοθεσίας, με στόχο την ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, αποτελεί στοιχείο ύψιστης σημασίας, δεδομένου ότι οι δαπάνες των καταναλωτών θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα για την οικονομική ανάκαμψη. Η σημερινή οικονομική κρίση δημιουργεί επίσης νέες προκλήσεις για τις αρχές επιβολής της νομοθεσίας, που ενδέχεται να δουν τους πόρους τους να μειώνονται και που πρέπει να καθορίσουν προσεκτικά τις προτεραιότητές τους και να μεγιστοποιήσουν τον αντίκτυπο των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν για την επιβολή της νομοθεσίας. Επιπλέον, οι ευρωπαίοι καταναλωτές εξακολουθούν να μην είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να αποκομίσουν τα οφέλη που προσφέρει η ολοκλήρωση των αγορών. Μια από τις αιτίες του φαινομένου αυτού είναι το γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν αισθάνονται σίγουροι για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τους όταν συναλλάσσονται στο εξωτερικό[1]. Σε μια ενιαία αγορά οι καταναλωτές δεν πρέπει να ανησυχούν για τον τόπο εγκατάστασης του εμπόρου, διότι το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να επηρεάζει το επίπεδο προστασίας τους από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Επομένως, μια ιδιαίτερη πρόκληση για την ΕΕ είναι να εξασφαλίσει ένα σταθερά υψηλό επίπεδο επιβολής της σχετικής νομοθεσίας και έξω από το έδαφός της. Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι να παρουσιάσει τις δραστηριότητες που αναπτύσσει σήμερα η Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό και να διερευνήσει τη δυνατότητα ανάληψης μελλοντικών πρωτοβουλιών στο πλαίσιο μιας διεξοδικής ανάλυσης των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την επιβολή της νομοθεσίας. 2. Οι προκλήσεις τησ αποτελεσματικήσ επιβολήσ 2.1. Οι βασικές αρχές — εξασφάλιση της συμμόρφωσης μέσω της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν οι δημόσιες αρχές για την επιβολή της νομοθεσίας και άλλων μέτρων Οι δραστηριότητες επιβολής της νομοθεσίας της σχετικής με την προστασία του καταναλωτή καλύπτουν ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, που αναλαμβάνονται από ποικίλους φορείς με χρήση διαφόρων μέσων και με σκοπό να εξασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Στα εν λόγω μέσα περιλαμβάνονται οι επίσημες διαδικασίες επιβολής της νομοθεσίας, που αναλαμβάνονται κυρίως από τις δημόσιες αρχές επιβολής και που αποτελούν το επίκεντρο της παρούσας ανακοίνωσης, αλλά και οι δραστηριότητες τις οποίες αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι καταναλωτές για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους μέσω ιδιωτικών διαδικασιών επιβολής της νομοθεσίας ή άλλων μηχανισμών διευθέτησης διαφορών. Η προσπάθεια επιβολής της νομοθεσίας, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να συνδυάζει δραστηριότητες που προωθούν τη συμμόρφωση μέσω της πληροφόρησης των καταναλωτών και των επιχειρήσεων με πιο επίσημα μέτρα επιβολής. Η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα στοιχείων που δίνουν τη δυνατότητα στις αρχές επιβολής να εστιάζουν τις προσπάθειές τους στις αγορές που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των καταναλωτών και τα οποία παρέχουν συγκεκριμένη και ισχυρή βάση για τη θεμελίωση των ενεργειών επιβολής. Ομοίως, πρέπει να συλλέγονται στοιχεία για τον αντίκτυπο και την αποτελεσματικότητα του επιλεγμένου «μείγματος» μέτρων επιβολής. Προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη αρμόδιων οργάνων που διαθέτουν επαρκείς εξουσίες για την εξασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων. Στις εξουσίες αυτές πρέπει να περιλαμβάνεται η πρόβλεψη αναλογικών, προσιτών και αποτρεπτικών μέσων έννομης προστασίας και κυρώσεων. Η παραδοσιακή αντίληψη που υπάρχει όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών είναι η εφαρμογή υποχρεωτικών κανόνων δικαίου από τις δημόσιες αρχές. Σήμερα, όμως, υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες που επιτρέπουν στους καταναλωτές να ζητούν άμεσα έννομη προστασία και αποζημίωση. Αρχίζουν επίσης να εμφανίζονται και νεότεροι τρόποι εξασφάλισης της συμμόρφωσης. Οι εναλλακτικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών ή οι εξωδικαστικοί μηχανισμοί διακανονισμού τους μπορούν να αποτελέσουν πρόσφορη και ελκυστική εναλλακτική λύση για τους καταναλωτές που δεν κατόρθωσαν να επιλύσουν άτυπα τη διαφορά τους με τον έμπορο. Τα μέτρα συρρύθμισης και αυτορρύθμισης μπορούν να ενισχύσουν τη δέσμευση της βιομηχανίας να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης (π.χ., σύμφωνο για την ασφάλεια των παιχνιδιών και ενεργειακό φόρουμ των πολιτών) και συγχρόνως να λειτουργήσουν εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς την επίσημη νομοθεσία (στρογγυλή τράπεζα για τη διαφήμιση ή κώδικας δεοντολογίας για την αλλαγή τράπεζας). Στην τελευταία περίπτωση είναι πολύ σημαντικό το μέτρο να μη θεσπίζει απλώς τα σχετικά πρότυπα, αλλά και να περιλαμβάνει μηχανισμούς ελέγχου καθώς και διαδικασία διερεύνησης και διαχείρισης των καταγγελιών. Συνεπώς, οι δημόσιες ενέργειες επιβολής της νομοθεσίας, αφενός, και οι ενέργειες επιβολής που αναλαμβάνονται από αυτορρυθμιστικούς φορείς, αφετέρου, μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται: οι πρώτες παρέχουν ένα υποστηρικτικό νομικό και δικαστικό πλαίσιο και οι δεύτερες πρόσθετους πόρους για τις απλές περιπτώσεις. Η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές[2] αποτελεί καλό σχετικό παράδειγμα, διότι υιοθετεί την άποψη ότι η αυτορρύθμιση μπορεί να υποστηρίξει τη δικαστική και διοικητική επιβολή και αποσαφηνίζει τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι υπεύθυνοι των κωδίκων δεοντολογίας όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να στηριχθούν σε αυτορρυθμιστικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών, για να ενισχύσουν το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και να μεγιστοποιήσουν τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Ωστόσο, η οδηγία διευκρινίζει ότι η αυτορρύθμιση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα δικαστικά ή διοικητικά μέσα επιβολής. Ενισχύει την αποτελεσματικότητα των κωδίκων δεοντολογίας απαιτώντας από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εμπόρων με τους αυτορρυθμιστικούς κανόνες που περιλαμβάνονται σε κώδικες τους οποίους οι έμποροι έχουν δεσμευθεί να τηρούν. Κατά συνέπεια, οι φορείς που ελέγχουν την εφαρμογή των αυτορρυθμιστικών κωδίκων μπορούν να μεγιστοποιήσουν τον αντίκτυπο των περιορισμένων πόρων, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν ορισμένα κριτήρια αποτελεσματικότητας, νομιμότητας, λογοδοσίας και συνέπειας. 2.2. Οι προκλήσεις Οι καταναλωτικές αγορές εξελίσσονται γρήγορα, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για τους φορείς επιβολής της νομοθεσίας. Πρώτον, καθώς τα προϊόντα, οι υπηρεσίες και τα δίκτυα πώλησης γίνονται όλο και περισσότερο περίπλοκα και καθώς οι καταναλωτές είναι υποχρεωμένοι να κάνουν όλο και πιο δύσκολες επιλογές, που αυξάνουν τον κίνδυνο ζημίας, οι τεχνικές επιβολής της νομοθεσίας πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα. Σε μερικές περιπτώσεις ενδέχεται επίσης να απαιτηθεί η αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για την κάλυψη τυχόν ρυθμιστικών κενών. Δεύτερον, με την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου η διασυνοριακή διάσταση των καταναλωτικών αγορών εντείνεται ταχύτατα. Παράγοντες όπως η διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς και η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση του εμπορίου συμβάλλουν επίσης στην ενίσχυση της διασυνοριακής διάστασης των καταναλωτικών αγορών. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες προκλήσεις στους φορείς επιβολής της νομοθεσίας, οι οποίοι δεν μπορούν να λειτουργήσουν έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας τους. Τρίτον, η εφαρμογή μιας αποτελεσματικής διασυνοριακής πολιτικής για την επιβολή της νομοθεσίας παρακωλύεται με τη σειρά της από τον κατακερματισμό του ρυθμιστικού πλαισίου, κατακερματισμό που οφείλεται στο γεγονός ότι οι ρήτρες εναρμόνισης που περιλαμβάνονται σε πολλές από τις κοινοτικές οδηγίες προστασίας των καταναλωτών περιορίζονται σε ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμόνισης. Η διασυνοριακή επιβολή της νομοθεσίας προϋποθέτει, αφενός, την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις αρχές βάσει των οποίων θα καθορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο και, αφετέρου, τον ομαλό συνδυασμό των διαφορετικών διοικητικών δυνατοτήτων και παραδόσεων επιβολής της νομοθεσίας στα κράτη μέλη. Τέταρτον, η αποτελεσματική επιβολή επιτυγχάνεται με την καλύτερη δυνατή χρήση των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους οι φορείς επιβολής της νομοθεσίας. Η επιλογή των προς διερεύνηση δυνατοτήτων πρέπει να γίνεται με γνώμονα ένα συνεκτικό σύνολο κριτηρίων, στα οποία θα πρέπει ειδικότερα να περιλαμβάνεται η έκταση των προβλημάτων σε έναν συγκεκριμένο τομέα (όπως αυτή προκύπτει, π.χ., από τον αριθμό των καταγγελιών), ο αντίκτυπος που θα έχουν οι βελτιώσεις στην ευημερία των καταναλωτών και η ζημία την οποία θα υποστούν ενδεχομένως οι καταναλωτές, αν δεν ληφθεί κανένα μέτρο. Τέλος, η επίτευξη υψηλού επιπέδου συμμόρφωσης συναρτάται και με την ανάγκη να δοθεί ένα σαφές «σήμα» στην αγορά ότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος εντοπισμού, σύλληψης και τιμωρίας του παραβάτη. Αυτή η προσέγγιση πρέπει να συνδυαστεί με την πρόβλεψη αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων. 2.3. Ο ρόλος της Επιτροπής Το άρθρο 153 της συνθήκης ΕΚ καθιερώνει τον ρόλο της Κοινότητας στην προώθηση των συμφερόντων των καταναλωτών και καθορίζει ως στόχο τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή. Η επιβολή του καταναλωτικού κεκτημένου κατά των εμπόρων είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών, και η επιβολή της νομοθεσίας πραγματοποιείται καταρχάς σε εθνικό επίπεδο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της αποκεντρωμένης επιβολής της νομοθεσίας, η αποστολή της Επιτροπής[3] είναι να εξασφαλίζει ότι το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ επιτυγχάνει τα υψηλότερα δυνατά επίπεδα προστασίας των καταναλωτών και εμπνέει τόσο στον καταναλωτή όσο και στις επιχειρήσεις εμπιστοσύνη, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ενιαία και απόλυτα ολοκληρωμένη αγορά. Η Επιτροπή, με την ιδιότητά της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης, ελέγχει τη μεταφορά και την εφαρμογή των οδηγιών από τα κράτη μέλη, καθώς επίσης και την εφαρμογή των άμεσα εφαρμοστέων κανόνων. Όταν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας, η Επιτροπή, αν το κρίνει σκόπιμο, κινεί διαδικασία παράβασης σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή βοηθά επίσης τις αρχές επιβολής της νομοθεσίας να επιλύουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, μεριμνώντας για τη θέσπιση αποτελεσματικών μηχανισμών σε κοινοτικό επίπεδο, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ταχεία διευθέτηση των διασυνοριακών διαφορών. Η Επιτροπή παρέχει τις καλές της υπηρεσίες για να διευκολύνει την κίνηση και τον συντονισμό των ενεργειών επιβολής της νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ. Διαδραματίζει επίσης κεντρικό ρόλο στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και παρέχει πρόσθετη στήριξη μέσω μαθημάτων κατάρτισης καθώς και με την παροχή οικονομικής ενίσχυσης για κοινές δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς και επιβολής της νομοθεσίας που αναλαμβάνονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Το άρθρο 153 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ αναθέτει επίσης συγκεκριμένο ρόλο στην Κοινότητα όσον αφορά τη στήριξη, τη συμπλήρωση και την παρακολούθηση της πολιτικής των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας του καταναλωτή. Η παρακολούθηση και η συγκριτική αξιολόγηση των δραστηριοτήτων επιβολής της νομοθεσίας αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς που λειτουργεί αποτελεσματικά για τους καταναλωτές. Πρέπει επίσης να αξιολογηθούν περαιτέρω τα μέσα που διαθέτει η Επιτροπή για τη λήψη υποστηρικτικών και συμπληρωματικών μέτρων με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας. Η αύξηση της διαφάνειας μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική στις περιπτώσεις στις οποίες η ζημία του καταναλωτή δεν περιορίζεται σε ένα μόνο κράτος μέλος ούτε συνδέεται με διασυνοριακές καταστάσεις, αλλά όταν μια συγκεκριμένη πρακτική μιας συγκεκριμένης επιχείρησης έχει συνέπειες στους καταναλωτές σε περισσότερα του ενός ή και σε όλα τα κράτη μέλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, που έχουν ευρωπαϊκή διάσταση, μπορεί να είναι χρήσιμο να αναλάβει η Επιτροπή την πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση του προβλήματος και την εξεύρεση λύσης. Η ίδια διάταξη θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει τη βάση για μελλοντικές νομοθετικές πράξεις που θα δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να υποστηρίζει αποτελεσματικότερα και να συμπληρώνει τις ενέργειες επιβολής της νομοθεσίας που αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη. 3. Ενδυναμωση των προσπαθειων Η αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι φορείς επιβολής της νομοθεσίας έχει καίρια σημασία για την παραγωγή απτών οφελών για τους καταναλωτές. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η Επιτροπή προσδιόρισε πέντε τομείς προτεραιότητας: ( ανάπτυξη ισχυρότερων και αποτελεσματικότερων μηχανισμών διασυνοριακής συνεργασίας σε θέματα επιβολής της νομοθεσίας· ( ενίσχυση της διαφάνειας και της προβολής των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς και επιβολής της νομοθεσίας· ( βελτίωση της ανταλλαγής γνώσεων και ανάπτυξη κοινής αντίληψης για τους κανόνες· ( καλύτερη παρακολούθηση της αγοράς — ανάπτυξη μιας στέρεης προσέγγισης που να βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία· ( ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας. 3.1. Ανάπτυξη ισχυρότερων και αποτελεσματικότερων μηχανισμών διασυνοριακής συνεργασίας σε θέματα επιβολής της νομοθεσίας Η πείρα δείχνει ότι η ενεργός συνεργασία μεταξύ των αρχών επιβολής είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα αντιμετώπισης των προκλήσεων στις οποίες πρέπει να αντεπεξέλθουν οι φορείς επιβολής της νομοθεσίας. Η ανταλλαγή πληροφοριών, η παροχή συνδρομής για τη διερεύνηση υποθέσεων, η ανακοίνωση και ο συντονισμός των μέτρων που λαμβάνονται για την εποπτεία της αγοράς και την επιβολή της νομοθεσίας αποτελούν βασικά στοιχεία για την ανάπτυξη αποτελεσματικών πλαισίων συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Πλαίσια συνεργασίας αυτού του είδους έχουν δημιουργηθεί από διάφορες τομεακές πράξεις της ΕΕ, η δε παρούσα ανακοίνωση θα εστιαστεί στα εξής: ( Η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΟΓΑΠ)[4] και το νέο νομοθετικό πλαίσιο (ΝΝΠ)[5] θεσπίζουν πλαίσιο εποπτείας της κοινοτικής αγοράς, για να βοηθήσουν τις αρχές των κρατών μελών να ελέγχουν τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά, και καθιερώνουν σύστημα ταχείας ειδοποίησης (RAPEX) μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς, μέσω του οποίου οι εν λόγω αρχές πρέπει να αλληλοενημερώνονται, όταν λαμβάνονται μέτρα για καταναλωτικά προϊόντα που εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. ( Ο κανονισμός σχετικά με τη συνεργασία για την προστασία των καταναλωτών (ΣΠΚ)[6] προβλέπει τη σύσταση δικτύου των εθνικών δημόσιων αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή του κοινοτικού καταναλωτικού κεκτημένου. Αυτό το δίκτυο ΣΠΚ δίνει στις αρχές τη δυνατότητα να εμποδίζουν τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν διασυνοριακές δραστηριότητες που είναι επιβλαβείς για τους καταναλωτές. Καθορίζει ένα κοινό πλαίσιο συνεργασίας των εν λόγω αρχών και προβλέπει ελάχιστες εξουσίες έρευνας και επιβολής. Οι δραστηριότητες στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων, που ξεκίνησαν το 2002, είναι πιο ανεπτυγμένες από τη ΣΠΚ. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί την πολύτιμη πείρα που αποκτήθηκε μέσω της ΟΓΑΠ, για να αναπτύξει και να παγιώσει το δίκτυο ΣΠΚ, το οποίο άρχισε να λειτουργεί στο τέλος του 2006. Η Επιτροπή, για να διευκολύνει τη συνεργασία μέσα στο πλαίσιο που δημιούργησαν η ΟΓΑΠ και ο κανονισμός ΣΠΚ, παρέχει συγκεκριμένα εργαλεία τεχνολογίας της πληροφορίας (RAPEX και CPCS) για να υποστηρίξει την ανταλλαγή πληροφοριών, τα οποία αναβαθμίζονται προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχύτερη επεξεργασία όλων των κοινοποιήσεων και αιτημάτων. Η εφαρμογή και των δύο αυτών μέσων επανεξετάζεται τακτικά. Οι τελευταίες επανεξετάσεις έγιναν το 2008. Και οι δύο εκθέσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω μέσα είναι σε θέση να παράσχουν στους καταναλωτές υψηλό επίπεδο προστασίας, αν οι κανόνες εφαρμόζονται σωστά. Προσδιορίστηκαν ορισμένες αδυναμίες, όπως η έλλειψη επαρκών πόρων, η ύπαρξη κάποιων δυσκολιών με το σύστημα τεχνολογίας της πληροφορίας και ορισμένα ζητήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο. Περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν στις σχετικές εκθέσεις[7]. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης τις δραστηριότητες συνεργασίας των κρατών μελών με την οικονομική στήριξη κοινών διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Βασικό πλεονέκτημα αυτών των κοινών δραστηριοτήτων είναι ότι τα αποτελέσματα ωφελούν όλα τα μέλη των δικτύων. Στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων, η συνεργασία αυτή οδήγησε σε 13 κοινές ενέργειες εποπτείας της αγοράς, που εστιάζονται σε συγκεκριμένες ομάδες προϊόντων όπως οι αναπτήρες, οι φωτιστικές αλυσίδες και ο εξοπλισμός για παιδικές χαρές. Η Επιτροπή συνέβαλε επίσης οικονομικά σε δύο κοινά σχέδια του δικτύου ΣΠΚ σε θέματα επιβολής της νομοθεσίας, εκ των οποίων το ένα αφορούσε παραπλανητικές προσφορές από ανύπαρκτα κλαμπ διακοπών και το άλλο τα τέλη των αεροπορικών εταιρειών. Στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων η Επιτροπή έλαβε τα ακόλουθα μέτρα για να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των ενεργειών της: α) Η αναθεώρηση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την εμπορία των προϊόντων (το ΝΝΠ) ενισχύει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, με τον τρόπο αυτόν, βελτίωσε το επίπεδο ασφάλειας των προϊόντων και ενίσχυσε την εποπτεία της αγοράς και την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων. β) Οι κατευθυντήριες γραμμές του συστήματος ταχείας ειδοποίησης RAPEX αναθεωρούνται, με σκοπό να βελτιωθεί η λειτουργία του συστήματος. γ) Στο ζήτημα της εποπτείας της αγοράς αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα προσέγγιση, η οποία προβλέπει περισσότερους συστηματικούς ελέγχους στα αρχικά στάδια των αλυσίδων παραγωγής και εφοδιασμού και στοχοθετημένους ελέγχους στα σημεία εισόδου των προϊόντων στην εσωτερική αγορά, καθώς και ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών αρχών και των αρχών εποπτείας της αγοράς. Θα υλοποιηθεί ένα πιλοτικό σχέδιο που θα αφορά κάποια επιλεγμένα προϊόντα ή τομείς υψηλού κινδύνου. Το πλαίσιο εποπτείας της αγοράς στην ΕΕ προωθεί επίσης τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών εποπτείας, η οποία λαμβάνει δύο κύριες μορφές. Πρώτον, οι δημόσιες αρχές και οι οικονομικοί παράγοντες χρησιμοποιούν κοινώς συμφωνηθέντα μέσα, όπως κώδικες δεοντολογίας[8] ή κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή εθελοντικών μέτρων[9]. Δεύτερον, στις περιπτώσεις των «εθελοντικών» μέτρων, οι αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά με τους οικονομικούς παράγοντες, παρέχοντάς τους οδηγίες σχετικά με τις εκ των προτέρων και τις εκ των υστέρων κοινοποιήσεις ή συνάπτοντας μαζί τους συμφωνίες για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων[10]. Η πείρα από το σύστημα RAPEX δείχνει ότι αυτή η από κοινού εποπτεία της αγοράς έχει καθοριστική σημασία για τη σωστή εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων. Για το δίκτυο ΣΠΚ η τρέχουσα προτεραιότητα της Επιτροπής είναι να παγιώσει τη λειτουργία του. Ο κύριος στόχος είναι να εξασφαλιστεί η επίτευξη συγκρίσιμου επιπέδου επιβολής της νομοθεσίας σε όλα τα κράτη μέλη. Η επισκόπηση του δικτύου ΣΠΚ δείχνει ότι ο χειρισμός των διασυνοριακών υποθέσεων προσκρούει σε δυσκολίες λόγω των διοικητικών ικανοτήτων των αρχών, και ιδίως λόγω της έλλειψης διαθέσιμων πόρων. Η σημερινή οικονομική κρίση δημιουργεί τον κίνδυνο για περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης αυτής σε μια εποχή στην οποία η συνεκτική επιβολή της νομοθεσίας μόνο έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η Επιτροπή συμμετέχει σε έναν διάλογο με τα κράτη μέλη για να διερευνήσει τον τρόπο εξασφάλισης επαρκών πόρων, ούτως ώστε να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του κανονισμού ΣΠΚ. Όταν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει τις εν λόγω υποχρεώσεις, η Επιτροπή, αν το κρίνει σκόπιμο, κινεί διαδικασία παράβασης σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή έχει δρομολογήσει μια σειρά ενεργειών για να ενισχύσει τις διαδικασίες του δικτύου ΣΠΚ: α) ανάληψη συντονισμένων δράσεων επιβολής σε ετήσια βάση. Στο πλαίσιο στοχοθετημένων εξονυχιστικών ερευνών («sweeps»), οι εθνικές αρχές εξετάζουν ταυτόχρονα και με διεξοδικό τρόπο αν ένας συγκεκριμένος τομέας συμμορφώνεται με την κοινοτική νομοθεσία και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα επιβολής. Μέχρι σήμερα το δίκτυο έχει διενεργήσει δύο εξονυχιστικές έρευνες αυτού του είδους: η πρώτη έγινε το 2007 και αφορούσε ιστοτόπους που πωλούν εισιτήρια για αεροπορικά ταξίδια, ενώ η δεύτερη πραγματοποιήθηκε το 2008 και αφορούσε ιστοτόπους που προσφέρουν τηλεφωνικά σήματα κλήσης (ring tones) για κινητά τηλέφωνα. Λαμβάνοντας υπόψη τη θετική εμπειρία που προέκυψε από αυτές τις δύο πρώτες έρευνες, το δίκτυο εξετάζει τώρα τρόπους συνδυασμού των εξονυχιστικών ερευνών με άλλα μέσα όπως οι δραστηριότητες ψευδοπελάτη· β) υιοθέτηση ενός ετήσιου σχεδίου δράσεων επιβολής από το δίκτυο. Η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο να καθορίσει, από κοινού με τα κράτη μέλη, ένα πολυετές πλαίσιο υψηλού επιπέδου για τα ετήσια σχέδια δράσεων επιβολής. Θα μπορούσε επίσης να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στη θεμελίωση των αποφάσεων σχετικά με την επιλογή των τομέων-στόχων σε ένα συνεκτικό σύνολο κριτηρίων για τον καθορισμό προτεραιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης του σχετικού κινδύνου. Στο πλαίσιο μιας κοινής δραστηριότητας που δρομολογήθηκε το 2008, μια ομάδα αρχών εργάζεται για την ενίσχυση αυτής της βασισμένης στον κίνδυνο προσέγγισης. Οι συστάσεις του σχεδίου θα χρησιμοποιηθούν για να βελτιωθούν οι διαδικασίες προγραμματισμού του δικτύου. Το δίκτυο θα ωφεληθεί επίσης από τα στοιχεία που παρέχονται από τους πίνακες αποτελεσμάτων για τις καταναλωτικές αγορές και από τους δείκτες επιβολής της νομοθεσίας· γ) οργάνωση εξειδικευμένων εργαστηρίων για συγκεκριμένα θέματα, με σκοπό την υιοθέτηση κοινής προσέγγισης για την αντιμετώπιση των θεμάτων που προσδιορίζονται από τις αρχές του δικτύου ΣΠΚ. Σχετικά παραδείγματα αποτελούν τα εργαστήρια που διοργανώθηκαν το 2009 για το εφαρμοστέο δίκαιο και τον τρόπο βελτιστοποίησης των ενεργειών του δικτύου. Σήμερα οι προσπάθειες της Επιτροπής στρέφονται στην πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει το αποκεντρωμένο μοντέλο στο οποίο βασίζονται η ΟΓΑΠ και ο κανονισμός ΣΠΚ. Αργότερα ίσως χρειαστεί να επανεξεταστεί η διοικητική δομή, προκειμένου να προωθηθούν μεγαλύτερες συνέργειες, όπως έγινε με τις πρόσφατες εξελίξεις σε άλλους τομείς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. 3.2. Ενίσχυση της διαφάνειας και της προβολής Η προβολή των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς και επιβολής της νομοθεσίας αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας συνεκτικής στρατηγικής για την επιβολή της νομοθεσίας. Εξασφαλίζει ότι η αγορά γνωρίζει ότι υπάρχει βάσιμη πιθανότητα εντοπισμού, διερεύνησης και κολασμού των παράνομων πράξεων. Το στοιχείο αυτό έχει κρίσιμη σημασία για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στη διαχείριση της αγοράς και για την επίτευξη αποτρεπτικού αποτελέσματος και, επομένως, για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή έλαβε τα εξής μέτρα: ( δημιούργησε ένα δίκτυο υπευθύνων επικοινωνίας, με εκπροσώπους των κρατών μελών, με σκοπό την ανάπτυξη κοινής προσέγγισης για την επικοινωνιακή προβολή των ενεργειών του δικτύου ΣΠΚ· ( εξασφάλισε σε επίπεδο ΕΕ, μέσω στοχοθετημένων δραστηριοτήτων σε μέσα μαζικής επικοινωνίας , την ευρύτερη προβολή των προσπαθειών που καταβάλλουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές στον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί ο αντίκτυπος των προσπαθειών αυτών. Η πρακτική πείρα που έχει συσσωρευθεί σχετικά με την εφαρμογή συντονισμένων δραστηριοτήτων επιβολής της νομοθεσίας έχει καταδείξει τη νομική πολυπλοκότητα της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων. Οι δραστηριότητες που αναλήφθηκαν στα μέσα μαζικής επικοινωνίας στο πλαίσιο της πρώτης κοινής δράσης για τους ιστοτόπους αεροπορικών εταιρειών το 2007 αποκάλυψαν σημαντικές διαφορές στους νομικούς κανόνες και τις διοικητικές πρακτικές των κρατών μελών αλλά και στην προσέγγισή τους όσον αφορά την επικοινωνία. Οι έρευνες των αρχών επιβολής της νομοθεσίας υπόκεινται συχνά σε αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας. Η Επιτροπή αντιμετωπίζει επίσης νομικούς περιορισμούς όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων που αναπτύσσει για την υποστήριξη των εθνικών πολιτικών προστασίας του καταναλωτή. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και περισσότερη ασφάλεια δικαίου στον τομέα αυτόν, θα διερευνήσει τρόπους καλύτερης επικοινωνιακής προβολής των πληροφοριών που αφορούν την αγορά, έτσι ώστε οι καταναλωτές να είναι σε θέση να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές. Ο στόχος οποιασδήποτε μελλοντικής πρωτοβουλίας της Επιτροπής θα είναι να διευκολυνθεί η δημοσίευση των αποτελεσμάτων των μελλοντικών μελετών και των ελέγχων συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης αυτών των αποτελεσμάτων κατά μεμονωμένη επιχείρηση. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των σχετικών επιχειρήσεων καθώς και το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπορεί τυπικά να αποφανθεί η ίδια για την ύπαρξη παράβασης. 3.3. Βελτίωση της ανταλλαγής γνώσεων και ανάπτυξη κοινής αντίληψης για τους κανόνες Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των δικτύων συνεργασίας που περιγράφονται ανωτέρω είναι ότι παρέχουν ένα προνομι ακό περιβάλλον για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρχών. Αυτή η συγκέντρωση των γνώσεων συμβάλλει στην επίτευξη υψηλότερων προτύπων προστασίας των καταναλωτών καθώς και στην ανάπτυξη μιας πιο ομοιόμορφης προσέγγισης όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας στην ΕΕ. Η πείρα επιβεβαιώνει ότι η υποστήριξη των διασυνοριακών δραστηριοτήτων αποτελεί παράγοντα ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη προόδου στον τομέα αυτόν. Η ενθάρρυνση ανταλλαγών αυτού του είδους αποτελεί προτεραιότητα για την Επιτροπή, η οποία παρέχει τις καλές της υπηρεσίες με τους εξής τρόπους: ( ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών και εγχειριδίων σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, για να εξασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των υπαρχόντων δικτύων (π.χ. κατευθυντήριες γραμμές για το RAPEX[11])· ( δημιουργία βάσεων δεδομένων για την αποθήκευση βασικών εγγράφων όπως οι κατευθυντήριες γραμμές, τα εγχειρίδια, η νομοθεσία και η νομολογία. Σχετικά παραδείγματα είναι η επιτομή του καταναλωτικού δικαίου της ΕΕ, που συνδέει τις υπό επανεξέταση οδηγίες, τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα εθνικά μέτρα μεταφοράς και την εθνική νομολογία, και η νέα βάση δεδομένων για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, η οποία είναι υπό κατάρτιση και θα παρέχει σε όλους τους ενδιαφερόμενους πληροφορίες για τους εθνικούς κανόνες, τις αποφάσεις επιβολής, την εθνική και την κοινοτική νομολογία και άλλα έγγραφα όπως ακαδημαϊκά άρθρα, μελέτες και εθνικές κατευθυντήριες γραμμές· ( οικονομική υποστήριξη κοινών σχεδίων που θεσπίζουν ένα πλαίσιο για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και κοινών μεθόδων εργασίας. Σημαντικό σχετικό παράδειγμα είναι το σχέδιο «Βελτίωση της εποπτείας της αγοράς μέσω της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών» (EMARS ) στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων. Αυτή η τριετούς διάρκειας κοινή δράση ολοκληρώθηκε το 2008 και απέφερε πολυποίκιλα αποτελέσματα, που θα αξιοποιηθούν στο πλαίσιο ενός επόμενου σχεδίου, το οποίο δρομολογήθηκε το 2009: μια βάση γνώσεων και ένα φόρουμ ταχείας συμβουλευτικής βοήθειας, ένα εγχειρίδιο βέλτιστων πρακτικών και μια νέα στρατηγική για τον τομέα της κατάρτισης, η οποία θα συμπληρώσει τα σχέδια κατάρτισης για την εποπτεία της αγοράς σε εθνικό επίπεδο. Ένα άλλο σχέδιο, που υλοποιήθηκε από το δίκτυο ΣΠΚ και που είχε σκοπό την ανάπτυξη κοινής μεθοδολογίας για την πραγματοποίηση εξονυχιστικών ελέγχων στο διαδίκτυο, θα αξιολογηθεί στο πλαίσιο των κοινών δραστηριοτήτων του 2009. Η Επιτροπή αναπτύσσει μια υπηρεσία παροχής συμβουλών και καθοδήγησης μέσω συζητήσεων σε εργαστήρια, καθώς και με την έκδοση ερμηνευτικών κατευθυντήριων γραμμών για το καταναλωτικό δίκαιο της ΕΕ. Σχετικό παράδειγμα είναι η εργασία την οποία ξεκίνησε η Επιτροπή για την έκδοση ερμηνευτικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις νέες έννοιες τις οποίες εισήγαγε η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Ο καθημερινός χειρισμός διαφόρων υποθέσεων από το δίκτυο ΣΠΚ αποκάλυψε προβλήματα και έλλειψη συναίνεσης όσον αφορά την ερμηνεία του καταναλωτικού δικαίου της ΕΕ, πράγμα που συνεπάγεται βραδύτητα στη διεκπεραίωση των διασυνοριακών υποθέσεων. Η Επιτροπή θα αντιμετωπίσει αυτή την αδυναμία με την καθιέρωση ενός μηχανισμού για την επίτευξη συναίνεσης σχετικά με μια κοινή κατανόηση του κανονιστικού πλαισίου που διέπει την προστασία των καταναλωτών. Ο εν λόγω μηχανισμός μπορεί να λάβει τη μορφή διαδικτυακών εργαλείων που θα υποστηρίζουν τη συγκεντρωτική επεξεργασία των θεμάτων που αφορούν τη μεταφορά και την ερμηνεία των νομοθετικών πράξεων, οδηγών, συχνών ερωτήσεων ή εγχειριδίων είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή. Ο στόχος είναι να προταθούν στους αρμόδιους για την επιβολή της νομοθεσίας κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό την εξασφάλιση της κοινής κατανόησης των κανόνων. Ως πρώτο βήμα οργανώθηκε το 2009 μια σειρά εργαστηρίων για τις επιτροπές του δικτύου ΣΠΚ. 3.4. Καλύτερη παρακολούθηση της αγοράς — ανάπτυξη προσέγγισης βασισμένης σε συγκεκριμένα στοιχεία Μια πολιτική μπορεί να είναι αποτελεσματική στην πράξη μόνο αν στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και αριθμούς, που χρησιμεύουν ως βάση για την ανάπτυξη στρατηγικών στον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας, για τον καθορισμό σχετικών προτεραιοτήτων και για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της επιβολής. Η υιοθέτηση μιας προσέγγισης βασισμένης σε συγκεκριμένα στοιχεία είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν διάφορες προτεραιότητες «ανταγωνίζονται» για περιορισμένους πόρους. Τα στοιχεία και η ανάλυση συμβάλλουν στην καλύτερη εστίαση των προσπαθειών επιβολής της νομοθεσίας και μεγιστοποιούν τη χρήση των πόρων, αντιμετωπίζοντας τα κατάλληλα ζητήματα με τα κατάλληλα μέτρα. Η εν λόγω προσέγγιση καλλιεργεί μιαν αντίληψη συγκριτικής αξιολόγησης από ομοτίμους και προάγει την ανάπτυξη μιας αποφασιστικής νοοτροπίας στον τομέα της επιβολής. Η προσέγγιση αυτή είναι εξίσου αποτελεσματική στην αξιολόγηση του αντικτύπου τόσο των δεσμευτικών νομικών κανόνων όσο και των εθελοντικών μέτρων που θεσπίζονται μέσω διαδικασιών αυτορρύθμισης. Η Επιτροπή έχει αναπτύξει νέα εργαλεία για να ελέγχει την απόδοση της αγοράς και να αξιολογεί το καταναλωτικό περιβάλλον από την άποψη της συμμόρφωσης, της επιβολής της νομοθεσίας και της ενίσχυσης της θέσης των καταναλωτών μέσω συγκεκριμένων δεικτών οι οποίοι εντοπίζουν τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση και/ή διορθωτική δράση. Στα μέσα αυτά συγκαταλέγονται τα εξής: ( ο πίνακας αποτελεσμάτων των καταναλωτικών αγορών[12], που καθιερώθηκε το 2008, ελέγχει τις αγορές από τη σκοπιά του καταναλωτή και αξιολογεί σε ετήσια βάση, με μια διαδικασία δύο σταδίων, το αν οι αγορές αυτές λειτουργούν αποτελεσματικά. Σε πρώτη φάση ο έλεγχος των αγορών γίνεται με γνώμονα πέντε βασικούς δείκτες απόδοσης: καταγγελίες, ικανοποίηση, τιμές, αλλαγή προμηθευτή και ασφάλεια. Αυτοί οι δείκτες μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό τομέων στους οποίους ενδέχεται να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Αυτά τα στοιχεία παρέχουν επίσης ενδείξεις για προβλήματα, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό προτεραιοτήτων σε θέματα επιβολής σε εθνικό ή/και κοινοτικό επίπεδο· ( κατά τη δεύτερη φάση του μηχανισμού που προβλέπεται στο πλαίσιο του πίνακα αποτελεσμάτων των καταναλωτικών αγορών διενεργείται διεξοδική ανάλυση , που εξετάζει λεπτομερέστερα τις αγορές από τη σκοπιά του καταναλωτή και με επικέντρωση σε συγκεκριμένα καταναλωτικά ζητήματα, όταν ο πίνακας αποτελεσμάτων εντοπίζει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι αγορές δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των καταναλωτών. Ο στόχος είναι να προσδιοριστούν οι λόγοι στους οποίους οφείλονται τα προβλήματα που εντοπίζονται όσον αφορά την καταναλωτική πολιτική και το καταναλωτικό κεκτημένο. Ο πίνακας αποτελεσμάτων των καταναλωτικών αγορών προσφέρει συμπληρωματικά στοιχεία για μια ευρύτερη διαδικασία παρακολούθησης των αγορών, όταν η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία τη συνολική διεξοδική μελέτη των αγορών έπειτα από την εξονυχιστική ανάλυση όλων των συνιστωσών της λειτουργίας τους από την πλευρά της προσφοράς και της ζήτησης. Στη βάση αυτή προτείνονται οι κατάλληλες λύσεις· ( πραγματοποίηση εργασιών για την ανάπτυξη μιας εναρμονισμένης μεθοδολογίας για την ταξινόμηση των καταγγελιών των καταναλωτών . Η μεθοδολογία αυτή θα παράσχει ένα κοινό πλαίσιο για τη συγκέντρωση των καταγγελιών και θα διευκολύνει τη συγκρισιμότητα των στοιχείων. Η μεθοδολογία θα χρησιμοποιείται σε εθελοντική βάση· ( διενέργεια λεπτομερών ερευνών για την εμπειρία των καταναλωτών και των επιχειρήσεων λιανικής, με σκοπό τον προσδιορισμό των γενικών προβλημάτων που υπάρχουν στον τομέα της συμμόρφωσης. Αυτή η εργασία θα ενισχυθεί με την ανάπτυξη περαιτέρω δεικτών επιβολής της νομοθεσίας, μέσω ενός νέου εργαλείου παρακολούθησης των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των εθνικών στοιχείων που αφορούν τους πόρους και τα αποτελέσματα. Ο πίνακας αποτελεσμάτων των καταναλωτικών αγορών για το 2009 περιείχε ένα πρώτο σύνολο δεικτών που θα αποτελέσουν μια βάση για τη συγκριτική αξιολόγηση των ενεργειών επιβολής της νομοθεσίας σε ολόκληρη την ΕΕ. 4. Ενισχυση της διεθνούς συνεργασίας Σε έναν όλο και περισσότερο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής της νομοθεσίας ισχύει και για τις σχέσεις με τις αρχές των τρίτων χωρών, και ιδίως των χωρών που έχουν ήδη ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με την ΕΕ. Όλο και περισσότερα αγαθά παράγονται έξω από την ΕΕ και εισάγονται από όλο τον κόσμο, κυρίως από την Κίνα. Συνεπώς, η κατοχύρωση της ασφάλειας των προϊόντων που κυκλοφορούν στην εσωτερική αγορά απαιτεί επίσης το συνδυασμό των κοινοτικών προσπαθειών με τις προσπάθειες που καταβάλλονται από αρχές και/ή οικονομικούς παράγοντες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προσέγγιση της Επιτροπής συνδυάζει διάφορα μέσα προώθησης των κοινοτικών προτύπων προστασίας του καταναλωτή: ( Σύναψη επίσημων συμφωνιών με τις αρχές επιβολής τρίτων χωρών. Ο κανονισμός ΣΠΚ παρέχει νομική βάση για την προσχώρηση σε διεθνείς συμφωνίες συνεργασίας. Ενισχύονται οι επαφές με τις αμερικανικές και τις ελβετικές αρχές για τη διερεύνηση τρόπων συνεργασίας με το δίκτυο ΣΠΚ. Στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων υπάρχουν εδραιωμένες σχέσεις έμπρακτης συνεργασίας με τις αμερικανικές και τις κινεζικές αρχές επιβολής της νομοθεσίας, πράγμα που οδήγησε στην ανάπτυξη διαφόρων διοικητικών ρυθμίσεων σε θέματα συνεργασίας[13] καθώς και στην πραγματοποίηση ουσιαστικών πρακτικών βελτιώσεων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει η Κίνα την ασφάλεια των καταναλωτών. ( Προώθηση της συνεργασίας των αρχών επιβολής της νομοθεσίας σε παγκόσμιο επίπεδο με τη διάδοση βέλτιστων πρακτικών[14]. 5. Υποστηριξη των ενεργειων επιβολήσ Η αποτελεσματικότητα της καταναλωτικής πολιτικής εξαρτάται από το αν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της ισχύουσας νομοθεσίας, καθώς και από τη δυνατότητά τους να τα εφαρμόζουν στις εμπορικές συναλλαγές τους. Μολονότι η αξιόπιστη επιλογή της επιβολής της νομοθεσίας από τις δημόσιες αρχές είναι αναπόφευκτη και παρέχει στους εμπόρους ισχυρό κίνητρο συμμόρφωσης, ωστόσο τα μέτρα που περιγράφονται στο παρόν τμήμα είναι πολύ σημαντικά για να είναι οι καταναλωτές σε θέση να προασπίζουν τα δικαιώματά τους και να διευκολύνουν τις ενέργειες επιβολής. 5.1. Οι ενημερωμένοι καταναλωτές είναι ισχυροί καταναλωτές Οι ενημερωμένοι καταναλωτές, που ξέρουν πού να στραφούν σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και που έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν και να καταγγέλλουν τις παραβάσεις, παίζουν σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια εντοπισμού των παραβατικών συμπεριφορών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί πολύ σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και συμπληρώνει τις πολιτικές που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη στον τομέα της ενημέρωσης και της εκπαίδευσης των καταναλωτών με ποικίλους τρόπους, όπως η πραγματοποίηση ενημερωτικών εκστρατειών στα κράτη μέλη, η δημιουργία φιλικών για τον χρήστη ιστοτόπων[15], όπως π.χ. το eYouGuide, ένας φιλικός για τον χρήστη ηλεκτρονικός οδηγός, που παρουσιάζει τα δικαιώματα των καταναλωτών στο ψηφιακό περιβάλλον[16], και η διοργάνωση της ημέρας του καταναλωτή στην ΕΕ, μιας ετήσιας εκδήλωσης που προωθεί τα δικαιώματα των καταναλωτών σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω διαφόρων συντονισμένων δραστηριοτήτων. Η Επιτροπή συγχρηματοδοτεί επίσης το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κέντρων Καταναλωτή (ECC-Net)[17], που παρέχει πρακτικές πληροφορίες και συμβουλές για τα δικαιώματα του καταναλωτή και βοηθά στη διεκπεραίωση των διασυνοριακών καταγγελιών. Η Επιτροπή αποδίδει επίσης σημασία στη συνεργασία με τις οργανώσεις των καταναλωτών και στην υποστήριξη του εξαιρετικά σημαντικού έργου τους. Οι οργανώσεις των καταναλωτών διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο μέσω της διεξαγωγής συγκριτικών δοκιμών για τα προϊόντα και ενεργούν ως «άγρυπνοι φύλακες» στην αγορά. Η ανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών, όπως η οργάνωση μαθημάτων κατάρτισης για τις εθνικές οργανώσεις καταναλωτών, στοχεύουν στη βελτίωση της ικανότητάς τους να δρουν αποτελεσματικότερα σε κοινοτικό και σε εθνικό επίπεδο. 5.2. Κατάλληλα μέσα έννομης προστασίας Ο απώτερος στόχος της πολιτικής καταναλωτών της ΕΕ είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον μέσα το οποίο οι καταναλωτές θα μπορούν να αγοράζουν αγαθά και υπηρεσίες χωρίς να εμποδίζονται από τα εθνικά σύνορα και θα είναι σίγουροι ότι, αν κάτι δεν πάει καλά, θα έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά και πρόσφορα μέσα έννομης προστασίας. Σε επίπεδο ΕΕ έχουν θεσπιστεί διάφοροι μηχανισμοί που περιλαμβάνουν: μια διαδικασία για τις διασυνοριακές μικροδιαφορές[18], η οποία, από το 2009, απλοποιεί και επιταχύνει τις διαδικασίες και μειώνει τις δικαστικές δαπάνες για τις αξιώσεις που δεν υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ· μια οδηγία για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις[19], που επιδιώκει να ενισχύσει τη χρήση της διαμεσολάβησης στα κράτη μέλη· και την οδηγία για τις αγωγές παραλείψεως[20], η οποία καθιερώνει μια κοινή διαδικασία που δίνει τη δυνατότητα σε εξουσιοδοτημένο φορέα κράτους μέλους να ασκήσει αγωγή σε άλλο κράτος μέλος για να επιτύχει την παύση μιας παράβασης. Η Επιτροπή ενθαρρύνει επίσης την καθιέρωση μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, τους οποίους επιδίωξε να προαγάγει με την έκδοση δύο συστάσεων[21] που καθορίζουν τις αρχές, τις διαδικασίες και τα ποιοτικά κριτήρια που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία των φορέων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Η Επιτροπή διευκολύνει επίσης την πρόσβαση των καταναλωτών σε εξωδικαστικές διαδικασίες διευθέτησης διασυνοριακών διαφορών μέσω διαφόρων δικτύων. Το δίκτυο ECC-Net λειτουργεί ως σημείο επαφής που αναμεταδίδει πληροφορίες για τους 400 φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών οι οποίοι κοινοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη. Συνεργάζεται επίσης με άλλα δίκτυα κοινοτικής εμβέλειας, όπως το FIN-Net[22], που είναι εξωδικαστικός μηχανισμός διερεύνησης καταγγελιών για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, καθώς και με το SOLVIT[23], που αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προκύπτουν από την κακή εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς. Η Επιτροπή εξετάζει επίσης το ζήτημα των συλλογικών μέσων έννομης προστασίας[24] για τις περιπτώσεις στις οποίες μια ομάδα καταναλωτών έχει θιγεί από την ίδια ή παρόμοια παράβαση από τον ίδιο έμπορο. Οι συλλογικοί μηχανισμοί έννομης προστασίας μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική λύση στις περιπτώσεις στις οποίες οι καταναλωτές κρίνουν ότι η άσκηση ατομικής προσφυγής δεν είναι εφικτή, καθώς πάρα πολύ συχνά οι δαπάνες προσφυγής στο δικαστήριο μπορεί να είναι δυσανάλογες με το ύψος της αξίωσης. 6. Συμπεράσματα Η εφαρμογή μιας αποτελεσματικής πολιτικής για την επιβολή του καταναλωτικού κεκτημένου έχει κρίσιμη σημασία για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και αποτελεί προτεραιότητα της Επιτροπής για τα προσεχή έτη. Η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, θα εξακολουθήσει να διευκολύνει, να υποστηρίζει και να βοηθά τα κράτη μέλη στην επίτευξη αυτού του στόχου. Η Επιτροπή θα διερευνήσει επίσης τις υπάρχουσες εναλλακτικές δυνατότητες αναθεώρησης τόσο των επίσημων όσο και των άτυπων μηχανισμών επιβολής που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της ΣΠΚ. Η Επιτροπή, για να εξασφαλίσει τη σωστή εφαρμογή του καταναλωτικού κεκτημένου, θα εξακολουθήσει να πραγματοποιεί ελέγχους για τη μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών και θα παρακολουθεί συστηματικά την τήρηση της νομοθεσίας αυτής. Όταν το κρίνει σκόπιμο, θα κινεί διαδικασία παράβασης εναντίον οποιουδήποτε κράτους μέλους παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει των σχετικών κανόνων. Ακόμη και μέσα στο σημερινό οικονομικό κλίμα οι προκλήσεις που υπάρχουν στον τομέα της επιβολής μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, αν αξιοποιηθούν σωστά τα πολλά και ποικίλα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές επιβολής, αν θεσπιστούν ισχυροί και αποτελεσματικοί διασυνοριακοί μηχανισμοί που να μπορούν να αναπροσαρμόζονται και να λειτουργούν αποτελεσματικά μέσα στο ταχέως εξελισσόμενο περιβάλλον της αγοράς, αν υπάρξει κοινή αντίληψη για τους εφαρμοστέους κανόνες, αν βελτιωθούν τα μέσα εποπτείας των αγορών και αυξηθεί η διαφάνεια των πληροφοριών που συλλέγονται στο πλαίσιο της εν λόγω εποπτείας και η προβολή των δράσεων επιβολής και αν ενισχυθεί η διεθνής συνεργασία με τις τρίτες χώρες. Για να πετύχουμε τον στόχο μας για εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για να αποκτήσουν οι καταναλωτές την εμπιστοσύνη που χρειάζονται για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η ενιαία αγορά, πρέπει τόσο η Επιτροπή όσο και οι εθνικές αρχές επιβολής να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την αντιμετώπιση των περίπλοκων σημερινών προκλήσεων. [1] Από το 33% των Ευρωπαίων που έκαναν ηλεκτρονικές αγορές το 2008, μόνο το 7% πραγματοποίησαν διασυνοριακές συναλλαγές (ειδικό ευρωβαρόμετρο 298: Οκτώβριος 2008). [2] ΕΕ L 149 της 11.6.2005. [3] Σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του άρθρου 211 της συνθήκης ΕΚ. [4] ΕΕ L 11 της 15.1.2002. [5] ΕΕ L 218 της 13.8.2008. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο (ΝΝΠ), δηλαδή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και η απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ, αναθεωρεί τις ισχύουσες οριζόντιες διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Εισάγει μια δέσμη ευρωπαϊκών κανόνων για τη διαπίστευση, θεσπίζει τις βασικές διατάξεις για ένα αποδοτικό και αυστηρό σύστημα εποπτείας της αγοράς και ενισχύει τις υφιστάμενες οριζόντιες διατάξεις. [6] ΕΕ L 364 της 27.10.2004. [7] ΟΓΑΠ: COM(2008) 905· ΣΠΚ: COM(2009) 336 τελικό. [8] http://ec.europa.eu/consumers/safety/projects/docs/tie_voluntary_agreement.pdf http://ec.europa.eu/consumers/safety/projects/docs/safety_vol_agr_retailers-importers.pdf [9] http://ec.europa.eu/consumers/cons_safe/action_guide_en.pdf [10] ΕΕ L 381 της 28.12.2004. [11] ΕΕ L 381 της 28.12.2004. [12] Πρώτη και δεύτερη έκδοση του πίνακα αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές — COM(2008) 31 και COM(2009) 25 τελικό. [13] Μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της General Administration for Quality Supervision, Inspection and Quarantine (AQSIQ) και Χάρτης πορείας για ασφαλέστερα παιχνίδια μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της AQSIQ. [14] ICPEN, Διεθνές δίκτυο προστασίας των καταναλωτών και εφαρμογής της νομοθεσίας —η Επιτροπή έχει καθεστώς παρατηρητή, ενώ στον οργανισμό αυτόν συμμετέχουν και τα περισσότερα μέλη του δικτύου ΣΠΚ. [15] http://www.isitfair.eu/ και http://ec.europa.eu/eyouguide [16] Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ηλεκτρονικό εμπόριο και στο ηλεκτρονικό περιβάλλον, η Επιτροπή έθεσε πρόσφατα στη διάθεση των καταναλωτών το eYouGuide, έναν ενημερωτικό ιστότοπο που στοχεύει στην αποσαφήνιση των δικαιωμάτων που έχουν οι καταναλωτές κατά τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και τα οποία προβλέπονται σε κοινοτικό επίπεδο. Ο εν λόγω ιστότοπος περιέχει συνδέσμους που κατευθύνουν τους καταναλωτές στις αρμόδιες αρχές και καταναλωτικές οργανώσεις, για την περίπτωση που οι καταναλωτές επιθυμούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ή να ζητήσουν έννομη προστασία. [17] Ετήσια έκθεση ECC-Net 2007: http://ec.europa.eu/consumers/reports/reports_en.htm#ecc-net [18] ΕΕ L 199 της 31.7.2007. [19] ΕΕ L 136 της 24.5.2008. [20] ΕΕ L 166 της 11.6.1998. [21] ΕΕ L 115 της 17.4.1998 και ΕΕ L 109 της 19.4.2001. [22] http://ec.europa.eu/internal_market/finservices-retail/finnet/index_en.htm [23] http://ec.europa.eu/solvit/ [24] Πράσινη βίβλος σχετικά με τα μέσα συλλογικής έννομης προστασίας των καταναλωτών, COM(2008) 794.