Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο για την αξιολόγηση της περιόδου που έχει αναφέρει η Ιταλία στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι γαλακτοπαραγωγοί για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 (σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης του Συμβουλίου 2003/530/EΚ) /* COM/2009/0137 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 26.3.2009 COM(2009) 137 τελικό ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την αξιολόγηση της περιόδου που έχει αναφέρει η Ιταλία στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι γαλακτοπαραγωγοί για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 (σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης του Συμβουλίου 2003/530/EΚ) ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την αξιολόγηση της περιόδου που έχει αναφέρει η Ιταλία στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι γαλακτοπαραγωγοί για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 (σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης του Συμβουλίου 2003/530/EΚ) Η παρούσα έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2003/530/ΕΚ του Συμβουλίου της 16ης Ιουλίου 2003 για τη συμβατότητα με την κοινή αγορά μιας ενίσχυσης την οποία προτίθεται να χορηγήσει η Ιταλική Δημοκρατία στους παραγωγούς γάλακτος. Βάσει του άρθρου 1 της εν λόγω απόφασης, η ενίσχυση, που συνίσταται στην καταβολή εκ μέρους της ίδιας της Ιταλικής Δημοκρατίας προς την Κοινότητα του ποσού που οφείλουν οι παραγωγοί γάλακτος δυνάμει της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος για την περίοδο 1995/96 έως 2001/02 και στην παροχή στους παραγωγούς αυτούς της δυνατότητας να αποπληρώσουν το χρέος τους μεταγενέστερα εντός καθορισμένης προθεσμίας, θεωρείται κατ’ εξαίρεση συμβατή με την κοινή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι: - η πλήρης αποπληρωμή γίνεται με ίσες ετήσιες δόσεις και - η περίοδος αποπληρωμής δεν υπερβαίνει τα 14 έτη, από 1ης Ιανουαρίου 2004. Βάσει του άρθρου 2 της απόφασης, η χορήγηση της ενίσχυσης γίνεται υπό τον όρο ότι η Ιταλία θα δηλώσει τη συνολική πρόσθετη εισφορά για τις σχετικές περιόδους στο ΕΓΤΠΕ και θα αφαιρέσει το εκκρεμούν χρέος σε τρεις ίσες ετήσιες δόσεις από τη δαπάνη που χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΠΕ για τον Νοέμβριο 2003, τον Νοέμβριο 2004 και τον Νοέμβριο 2005, αντίστοιχα. Η δήλωση της Ιταλίας σχετικά με τη συνολική πρόσθετη εισφορά για τις σχετικές περιόδους υποβλήθηκε δεόντως με συνοδευτική επιστολή της 26ης Αυγούστου 2003. Το υπόλοιπο χρέος αφαιρέθηκε κατά τον δέοντα τρόπο από τη δαπάνη που χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΠΕ για τον Νοέμβριο των ετών 2003, 2004 και 2005 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές υποχρεούνται να υποβάλουν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ετήσια έκθεση προόδου της ανάκτησης του οφειλόμενου από τους παραγωγούς ποσού δυνάμει της πρόσθετης εισφοράς για την περίοδο 1995/96 έως 2001/02 Οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν, στο πλαίσιο της διάταξης αυτής, την τέταρτη έκθεσή τους στην Επιτροπή σχετικά με την πληρωμή της δόσης για το 2007 με συνοδευτική επιστολή του AGEA της 3ης Οκτωβρίου 2008. Η εν λόγω έκθεση επικαιροποιήθηκε ακολούθως από τις ιταλικές αρχές, με αποτέλεσμα να τροποποιηθεί σειρά συναφών προς αυτή στοιχείων. Πληρωμή της εισφοράς με δόσεις. Από το σύνολο των 23.460 παραγωγών που οφείλουν εισφορά για τις 7 περιόδους που καλύπτονται από την απόφαση του Συμβουλίου, αλλά υπέρ των οποίων έχουν εκδοθεί από τα εθνικά δικαστήρια αποφάσεις αναστολής της πληρωμής εν αναμονή των τελικών αποφάσεων, περίπου 15.355 επέλεξαν να πληρώσουν με το σύστημα των δόσεων. Η επιλογή της πληρωμής με το σύστημα των δόσεων προϋποθέτει την απόσυρση κάθε εκκρεμούς επίδικης διαφοράς. Επιπλέον, η μη πληρωμή κάποιας ετήσιας δόσης έχει ως αποτέλεσμα την αποκλεισμό από το σύστημα των δόσεων και, κατά συνέπεια, εκθέτει τους παραγωγούς στον κίνδυνο κατάσχεσης του συνολικού οφειλόμενου ποσού προσαυξημένου κατά τους τόκους Οι 15.355 παραγωγοί που συμμετείχαν όφειλαν περίπου 345 εκατ. ευρώ το 2004, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού πληρωτέου ποσού εισφορών σε επίπεδο παραγωγών. Φαίνεται επομένως ότι ο μεγαλύτερος αριθμός των παραγωγών που είναι υπεύθυνοι για τα μικρότερα επίπεδα ατομικών υπερβάσεων των ορίων παραδόσεων επέλεξαν να συμμετάσχουν στο σύστημα των δόσεων Εξάλλου, οι παραγωγοί με πιο σημαντικές ατομικές υπερβάσεις του ορίου παραδόσεων (περίπου 8000 παραγωγοί, στους οποίους έχουν καταλογιστεί οφειλόμενες εισφορές ύψους περίπου 680 εκατ. ευρώ κατά τις επτά σχετικές περιόδους) επέλεξαν την προσφυγή ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων. Ας σημειωθεί ωστόσο ότι το 2007 οι ιταλικές αρχές έλαβαν 150 νέες αιτήσεις για πληρωμή με δόσεις, ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ περίπου. Η τέταρτη δόση έπρεπε να καταβληθεί από 12.426 παραγωγούς πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2007 και ανερχόταν σε 25.074.413,99 ευρώ Οι έλεγχοι τους οποίους διενήργησαν οι ιταλικές αρχές δείχνουν ότι 12.183 παραγωγοί κατέβαλαν έγκαιρα τις δόσεις τους, οι οποίες ανέρχονται σε 25.006.160,19 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ποσοστό 98% των παραγωγών πλήρωσε εγκαίρως 99.7% των εισφορών της τέταρτης δόσης. Καταγράφηκε έγκαιρη πληρωμή της πρώτης, δεύτερης και τρίτης δόσης για το 99,6% το 97,9% και το 99,5% του οφειλόμενου ποσού, αντίστοιχα. Η συνολική εισφορά που έχει εισπραχθεί στο πλαίσιο των τεσσάρων πρώτων δόσεων ανέρχεται περίπου σε 103 εκατ. ευρώ (99.2 % του συνολικού οφειλόμενου ποσού. Αν και τα επίπεδα αυτά είναι οπωσδήποτε ενδεικτικά μιας γενικής προθυμίας των συμμετεχόντων παραγωγών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, η Επιτροπή θεωρεί ότι η συνέχεια που δόθηκε στις περιπτώσεις στις οποίες δεν κατεβλήθη έγκαιρα η πληρωμή είναι βασικός δείκτης του επιπέδου δέσμευσης εκ μέρους των αρχών να εξασφαλίσουν την ορθή τήρηση των όρων του καθεστώτος και, τελικά, την πλήρη είσπραξη της οφειλόμενης εισφοράς. Όσον αφορά την τέταρτη δόση, 63 παραγωγοί δεν είχαν ακόμη καταβάλει τις δόσεις τους ύψους 68.253.80 ευρώ στα τέλη του 2007. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές, όλες αυτές οι περιπτώσεις κοινοποιήθηκαν από τις κεντρικές αρχές στις συναφείς περιφερειακές αρχές με την εντολή να προβούν στην αναγκαστική είσπραξη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού (συμπεριλαμβανομένων των τόκων). Εντούτοις, ως προς το θέμα αυτό, η Επιτροπή σημειώνει ότι η τέταρτη έκθεση των ιταλικών αρχών δεν αναφέρει, όπως το προηγούμενο έτος, τα ποσά που έχουν πράγματι εισπραχθεί μετά από τις διαδικασίες ελέγχου και εκτέλεσης. Ωστόσο, ορισμένα πρόσθετα στοιχεία που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές τον Δεκέμβριο του 2008 δείχνουν ότι έως τότε είχε εισπραχθεί το ποσό των 1.204.511,18 ευρώ (ήτοι το 15% του συνολικού οφειλόμενου ποσού) το οποίο αντιστοιχούσε σε εισφορές παραγωγών που δεν είχαν καταβάλει εγκαίρως μια από τις τέσσερις πρώτες δόσεις τους. Οι εν λόγω παραγωγοί συνεπώς όφειλα να ξοφλήσουν το σύνολο των χρεών τους, προσαυξημένων κατά τους τόκους, και δεν τους επετράπη να συμμετάσχουν πλέον στο 14ετούς διάρκειας σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι 6.878.274,31 ευρώ (ήτοι 85% του συνολικού οφειλόμενου ποσού) δεν έχει ακόμη εισπραχθεί από παραγωγούς που έχουν αποκλεισθεί από το σύστημα των δόσεων, λόγω καθυστερημένης πληρωμής. Οφειλόμενες εισφορές για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 που δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα πληρωμών με δόσεις και εξακολουθούν να αμφισβητούνται ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων Έγινε αναφορά στον σχετικά χαμηλό βαθμό χρησιμοποίησης του συστήματος πληρωμών με δόσεις από την άποψη του ποσού των εισφορών που έχει ενταχθεί σ’ αυτό το σύστημα Αυτό σημαίνει ότι το εμπόδιο για την άμεση είσπραξη, που συνεπάγεται η αναστολή των ενταλμάτων πληρωμής την οποία χορήγησαν τα ιταλικά δικαστήρια σε αναμονή των τελικών δικαστικών αποφάσεων, εξακολουθεί να υπάρχει για περίπου 8.000 παραγωγούς στους οποίους έχει καταλογιστεί εισφορά της τάξης των 680 εκατ. ευρώ και οι οποίοι επέλεξαν τη συνέχιση της δικαστικής διένεξης Στην έκθεση αξιολόγησής της που υπέβαλε στο Συμβούλιο το 2006 και το 2007 η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι οι μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις που υποβάλλονται από την Ιταλία πρέπει να αναφέρονται συγκεκριμένα σε δικαστικές διαφορές σχετικές με τις επτά περιόδους που καλύπτονται από την απόφαση και να παρέχουν πληροφορίες που θα επιβεβαιώνουν τις πληρωμές εκ μέρους των παραγωγών για τους οποίους εκδόθηκαν αρνητικές αποφάσεις. Χωρίς τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να παρακολουθεί σωστά την πρόοδο όσον αφορά την είσπραξη του μέρους της εισφοράς που δεν έχει ενταχθεί στο σύστημα πληρωμών με δόσεις. Ως απάντηση στο αίτημα αυτό η έκθεση της Ιταλίας περιλαμβάνει κατάλογο των ποσών της εισφοράς που αμφισβητήθηκαν κατά τις εφτά σχετικές περιόδους, για τα οποία τα ιταλικά δικαστήρια έλαβαν ευνοϊκή απόφαση για το κράτος κατά το 2005 και το 2006, δηλαδή για συνολικό ποσό 1.533.584,36 ευρώ, εκ των οποίων μόνο 346 833,70 ευρώ φαίνεται ότι είχαν εισπραχθεί κατά την ημερομηνία της έκθεσης. Η Επιτροπή, μετά από αίτημά της, έλαβε συμπληρωματικά στοιχεία ως προς εν λόγω θέμα τον Δεκέμβριο του 2008, τα οποία αφορούσαν δικαστικές αποφάσεις οι οποίες είχαν εκδοθεί το 2007 και το 2008. Τα εν λόγω στοιχεία δείχνουν ότι, συνολικά, εισφορές οι οποίες ανέρχονταν σε 4.108.523,39 ευρώ (περιλαμβανομένων των 1.533.584,36 που προαναφέρθηκαν) είχαν αποφασιστεί υπέρ του κράτους κατά τη διάρκεια της περιόδου 2005-2008 (ήτοι το 0,6 % του συνολικού πληρωτέου ποσού). Εντούτοις, τον Δεκέμβριο του 2008 φαίνεται πως είχαν εισπραχθεί από τις ιταλικές αρχές μόνο 314.960,15 ευρώ (ήτοι το 7,7 % του ποσού το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί στο κράτος βάσει δικαστικών αποφάσεων). Μετά τη διαβίβαση πρόσθετων διευκρινίσεων από τις ιταλικές αρχές, αποσαφηνίστηκε επίσης ότι το προαναφερόμενο ποσό των εισφορών το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί στο κράτος βάσει δικαστικών αποφάσεων, περιλαμβάνει και αποφάσεις εναντίον των οποίων θα μπορούσε να ασκηθεί έφεση. Αυτό εξηγεί εν μέρει τον λόγο για τον οποίο τα εισπραχθέντα ποσά είναι αρκετά χαμηλά. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι οι μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις τις οποίες θα υποβάλει η Ιταλία πρέπει να προσδιορίζουν το ποσό των εισφορών το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί στο κράτος βάσει δικαστικών αποφάσεων, ώστε να σχηματίζεται μια πιο σαφής εικόνα της προόδου που σημειώνεται ως προς το θέμα αυτό. Κατά την άποψη της Επιτροπής, θα ήταν επίσης ευκταίο να διαβιβάζονται στοιχεία που αφορούν τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι παραγωγοί γάλακτος που είχαν αμφισβητήσει τις εισφορές δικαιώθηκαν από τα ιταλικά δικαστήρια. Η Επιτροπή επισημαίνει το γεγονός του αργού ο ρυθμού είσπραξης των εισφορών που δεν έχει ενταχθεί στο σύστημα πληρωμών με δόσεις. Αυτό οφείλεται τόσο στις χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες (μόνον για 4, περίπου, εκ των 680 εκατομμυρίων ευρώ έχει εκδοθεί απόφαση έως σήμερα) όσο και στην καθυστέρηση κατά την ανάκτηση των ποσών στις περιπτώσεις που έχει ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία (μόνον 300.000 ευρώ εκ των 4 εκατομμυρίων). Όσον αφορά τις αποφάσεις του 2005 και του 2006, μπορεί να φανεί περίεργο ότι το μεγαλύτερο μέρος των βεβαιωμένων οφειλών δεν είχε ακόμη ανακτηθεί τον Δεκέμβριο του 2008. Συμπέρασμα Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόοδος που έχουν πετύχει οι ιταλικές αρχές όσον αφορά την ανάκτηση του ποσού που οφείλουν οι παραγωγοί οι οποίοι επέλεξαν να ενταχθούν στο σύστημα πληρωμής της πρόσθετης εισφοράς με δόσεις για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 αποδεικνύει την ικανοποιητική διαχείριση του συστήματος πληρωμών. Ωστόσο, η Επιτροπή τονίζει ότι τα στοιχεία σχετικά με τα ποσά που έχουν πράγματι εισπραχθεί από ορισμένους παραγωγούς που συμμετείχαν στο σύστημα αλλά δεν κατέβαλαν τις δόσεις τους και συνεπώς αποκλείστηκαν από αυτό δείχνουν ότι οι ιταλικές αρχές πρέπει να δείξουν μεγαλύτερη επιμέλεια και να επιταχύνουν το ρυθμό είσπραξης της σχετικής εισφοράς. Όσον αφορά τα ποσά της εισφοράς τα οποία δεν καλύπτονται από το σύστημα πληρωμής με δόσεις και για τα οποία συνεχίζεται η δικαστική διένεξη στα ιταλικά δικαστήρια, η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την αργοπορία αυτή και θεωρεί ότι δεν είναι ικανοποιητικός αυτός ο τρόπος είσπραξης των εισφορών.