[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 28.1.2009 COM(2009) 20 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ηλε-τιμολόγησης και μέτρα για την περαιτέρω απλοποίηση, εκσυγχρονισμό και εναρμόνιση των κανόνων τιμολόγησης ΦΠΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ηλε-τιμολόγησης και μέτρα για την περαιτέρω απλοποίηση, εκσυγχρονισμό και εναρμόνιση των κανόνων τιμολόγησης ΦΠΑ 1. Εισαγωγη Δυνάμει του άρθρου 237 της οδηγίας 2006/112/EΚ[1] του Συμβουλίου (εφεξής «η οδηγία ΦΠΑ»), η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2008, έκθεση συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από πρόταση για την τροποποίηση των προϋποθέσεων ηλε-τιμολόγησης, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τυχόν τεχνολογικές εξελίξεις. Η παρούσα ανακοίνωση συνοδεύεται από πρόταση για την τροποποίηση των προϋποθέσεων ηλε-τιμολόγησης. Η παρούσα ανακοίνωση και η πρόταση προχωρούν πέραν της απαίτησης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 237. Αυτό δικαιολογείται λόγω του ότι είναι γενικά αποδεκτό πως η οδηγία 2001/115/EΚ[2] του Συμβουλίου (εφεξής «η οδηγία τιμολόγησης»), η οποία έχει πλέον ενσωματωθεί στην οδηγία ΦΠΑ, δεν επιτυγχάνει πλήρως το στόχο της απλοποίησης, του εκσυγχρονισμού και της εναρμόνισης των κανόνων τιμολόγησης ΦΠΑ. Οι διάφορες επιλογές που έχουν τα κράτη μέλη στη διάθεσή τους, και ο τρόπος εφαρμογής αυτών των επιλογών, έχουν δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξακολουθούν να εφαρμόζουν διαφορετικούς κανόνες τιμολόγησης. Οι εν λόγω διαφορές στους κανόνες είναι ιδιαίτερα εμφανείς στην ηλε-τιμολόγηση και έχουν παρεμποδίσει την ευρεία διάδοση της χρήσης της διασυνοριακής ηλε-τιμολόγησης. Επίσης, και σε άλλους τομείς οι διαφορές στους κανόνες δημιουργούν πρόσθετο φόρτο για τις επιχειρήσεις και τους αφαιρούν τη δυνατότητα ή τις παρεμποδίζουν να επωφελούνται από δυνατότητες όπως η αυτοτιμολόγηση, τα συγκεντρωτικά τιμολόγια και η ηλεκτρονική αποθήκευση. 2. Τεχνολογικές εξελιξεισ στην ηλε-τιμολογηση Προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση υποβολής έκθεσης για τις τεχνολογικές εξελίξεις στην ηλε-τιμολόγηση, το εν λόγω θέμα αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης για την τιμολόγηση που εκπονήθηκε για την Επιτροπή. Τα αποτελέσματα της εν λόγω μελέτης είναι διαθέσιμα στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής.[3] Μια χωριστή εργασία στο πλαίσιο των συστάσεων της φάσης 3 που περιλαμβάνονται στη μελέτη, με τίτλο «Προσάρτημα: Λευκή βίβλος για την τεχνολογική εξέλιξη», περιγράφει την τεχνολογία της ηλε-τιμολόγησης. Η εργασία παρέχει επισκόπηση του ιστορικού και της τρέχουσας κατάστασης των συστημάτων διασφάλισης της γνησιότητας και της ακεραιότητας δεδομένων όπως τα τιμολόγια που διαβιβάζονται με ηλεκτρονικά μέσα. 2.1. Πορίσματα της μελέτης για την τιμολόγηση σχετικά με τις νέες τεχνολογίες ηλε-τιμολόγησης Η μελέτη για την τιμολόγηση δεν αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη τεχνολογία ως την προτιμώμενη μέθοδο ασφαλούς διαβίβασης και λήψης ηλε-τιμολογίων. Ειδικότερα, όσον αφορά τις ηλ-υπογραφές, η μελέτη αναφέρει ότι χρησιμοποιούνται ποικίλα συστήματα υπογραφής με σκοπό τη διασφάλιση της γνησιότητας της προέλευσης και της ακεραιότητας του περιεχομένου. Τα εν λόγω συστήματα παρουσιάζουν διάφορα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα από την άποψη της ασφάλειας, της πολυπλοκότητας και της ταχύτητας. Για παράδειγμα, η υποδομή δημόσιου κλειδιού που βασίζεται σε ασυμμετρικά αλλά συμπληρωματικά κλειδιά παρέχει υψηλό επίπεδο ασφαλείας και χρησιμοποιείται σε εφαρμογές που σχετίζονται με την τραπεζική, αλλά, λόγω της εγγενούς πολυπλοκότητάς της, δεν είναι τόσο ταχύ όσο άλλα συστήματα υπογραφής. Επίσης, είναι μάλλον προφανές ότι δεν υφίσταται επί του παρόντος κάποια συγκεκριμένη τεχνολογία φιλική προς τις επιχειρήσεις, η οποία υποστηρίζει την ηλε-τιμολόγηση σε όλη την ΕΕ, ικανοποιεί τις μεγάλες και τις μικρές επιχειρήσεις και υποστηρίζεται πλήρως από όλες τις φορολογικές αρχές. Επιπλέον, δεν διαφαίνεται στα αμέσως επόμενα χρόνια σαφής προοπτική ανάπτυξης της κατάλληλης τεχνολογικής λύσης η οποία να καλύπτει τις ανάγκες όλων των μερών. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αναμένεται από την τεχνολογία η λύση για τη βελτίωση της ηλε-τιμολόγησης. Για τους παραπάνω λόγους, πιο πρόσφορη εμφανίζεται μια διαφορετική προσέγγιση. Ειδικότερα, στη μελέτη για την τιμολόγηση αναφέρεται: «αντί να αναζητούμε νέες τεχνολογίες, πρέπει να επιλύσουμε τα προβλήματα που παρουσιάζουν οι υφιστάμενες τεχνολογίες». Επίσης, σε ανοιχτή επιστολή της προς την Επιτροπή, η ομάδα εμπειρογνωμόνων για την ηλε-τιμολόγηση που συγκροτήθηκε με απόφαση της Επιτροπής[4] αναφέρει ότι οποιαδήποτε λύση όσον αφορά την ηλε-τιμολόγηση πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερη για λόγους αρχής. Παρόμοια, οι επιχειρήσεις θα επιθυμούσαν η ηλεκτρονική τιμολόγηση να καταστεί περισσότερο προσβάσιμη παραμένοντας ασφαλής, με επίκεντρο, ωστόσο, τις ανάγκες τους και τους ήδη εφαρμοζόμενους ελέγχους προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα τιμολόγια συμμορφώνονται, σε γενικές γραμμές, με αυτούς. 3. Εμπόδια στην προαγωγη της ηλε-τιμολογησησ λογω ΦΠΑ Δεδομένης της έλλειψης προφανούς τεχνολογικής λύσης, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η οδηγία ΦΠΑ, η οποία βασίζεται σε τεχνολογική προσέγγιση της ηλε-τιμολόγησης, δεν είχε ως αποτέλεσμα την ταχεία υιοθέτηση της ηλε-τιμολόγησης. Επιπλέον, σε περιπτώσεις που η τεχνολογική προσέγγιση παρέχει τη δυνατότητα διαφόρων επιλογών, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους κανόνες για την ηλε-τιμολόγηση με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα μίγμα κανόνων ηλε-τιμολόγησης με τους οποίους οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να συμμορφωθούν, ιδίως όσον αφορά τη διασυνοριακή ηλε-τιμολόγηση. Στο πλαίσιο της μελέτης για την τιμολόγηση χαρτογραφήθηκαν οι ισχύοντες κανόνες τιμολόγησης βάσει της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών. Όσον αφορά την ηλε-τιμολόγηση, η μελέτη επιβεβαιώνει την ύπαρξη σειράς διαφορετικών ερμηνειών, αλλά και χρήσης διαφορετικών επιλογών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας κατάστασης λόγω της οποίας είναι δύσκολο και δαπανηρό για τις επιχειρήσεις να καθορίσουν μια λύση ηλεκτρονικής τιμολόγησης σε όλη την ΕΕ σύμφωνη προς τις ισχύουσες απαιτήσεις. 3.1. Λύσεις για τα εμπόδια που προκαλεί ο ΦΠΑ στην ηλε-τιμολόγηση Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους είναι δυνατή η άρση των εμποδίων που δημιουργεί ο ΦΠΑ στην ηλε-τιμολόγηση. Η προτιμώμενη επιλογή για τις επιχειρήσεις θα ήταν η ίση μεταχείριση των ηλε-τιμολογίων και των τιμολογίων σε χαρτί. Άλλη επιλογή θα ήταν η ανάπτυξη μιας τυπικής συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων στην ηλε-τιμολόγηση μερών, ενώ τρίτη επιλογή θα ήταν η διατήρηση των ηλε-υπογραφών και της ΗΑΔ (EDI - Ηλεκτρονική Ανταλλαγή Δεδομένων) ως μεθόδων διαβίβασης αλλά με κατάργηση των προβληματικών επιλογών. Η προτιμώμενη λύση από την Επιτροπή είναι η ίση μεταχείριση της διαβίβασης όλων των τιμολογίων, είτε αποστέλλονται σε χαρτί ή με ηλεκτρονικά μέσα, και, ως εκ τούτου η κατάργηση συγκεκριμένων απαιτήσεων για προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή για EDI όσον αφορά τα ηλεκτρονικά τιμολόγια. Η εν λόγω λύση είναι τεχνολογικά ουδέτερη. Όπως και με τα τιμολόγια σε χαρτί, η εγκυρότητα ενός ηλε- τιμολογίου πρέπει να ελέγχεται βάσει των λογιστικών στοιχείων της επιχείρησης, όπως η εντολή παραγγελίας, η απόδειξη πληρωμής και η απόδειξη παράδοσης. Σε κάθε περίπτωση, η εγκυρότητα του τιμολογίου προσδιορίζεται βάσει των ελέγχων στο εσωτερικό μιας επιχείρησης, ανεξάρτητα από το μέσο διαβίβασης. Η αντιμετώπιση της χαμηλής υποστήριξης στην ηλε-τιμολόγηση πρέπει να βασιστεί και σε άλλες ιδέες. Οι αρχές που προσδιορίστηκαν από την ομάδα εμπειρογνωμόνων για την ηλε-τιμολόγηση μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμους οδηγούς σχετικά. Η ομάδα υποστηρίζει τη μεταχείριση των ηλε-τιμολογίων με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται τα τιμολόγια σε χαρτί. Υποστηρίζει επίσης τη διατήρηση του θεμελιώδους στοιχείου των ισχυόντων κανόνων ηλε-τιμολόγησης, ήτοι, ότι η γνησιότητα της προέλευσης και η ακεραιότητα του περιεχομένου πρέπει να διασφαλίζονται κατά τρόπο τεχνολογικά ουδέτερο. Η ομάδα στρέφεται προς τη χρήση του συνόλου των αρχών της για να διαμορφώσει έναν κώδικα ορθής πρακτικής όσον αφορά την ηλε-τιμολόγηση. Την αποδοχή αυτής της προσέγγισης θα κρίνει μόνο ο χρόνος. Το ουσιαστικό είναι τα κράτη μέλη, αφού συμφωνήσουν να μεταχειρίζονται ισότιμα τα τιμολόγια σε χαρτί και τα ηλε-τιμολόγια όσον αφορά το ΦΠΑ, να συμφωνήσουν και σε κοινή προσέγγιση όσον αφορά την ηλε-τιμολόγηση, ούτως ώστε η ύπαρξη ενός εναρμονισμένου συνόλου κανόνων βασιζόμενων σε κοινές αρχές να δώσει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να υιοθετήσουν λύσεις ηλε-τιμολόγησης εύκολα και οικονομικά. 4. Μέτρα για την περαιτερω απλοποιηση, εκσυγχρονισμο και εναρμονιση των κανονων τιμολογησης ΦΠΑ Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ανάγκη περαιτέρω απλοποίησης, εκσυγχρονισμού και εναρμόνισης των κανόνων έκδοσης τιμολογίων σημαίνει ότι η παρούσα έκθεση προς το Συμβούλιο έχει πλέον ευρύτερη στόχευση σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις της οδηγίας ΦΠΑ. Στις ακόλουθες ενότητες παρουσιάζονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο των ισχυόντων κανόνων έκδοσης τιμολογίων, αναζητούνται πιθανές λύσεις και σκιαγραφείται η προτιμώμενη από την Επιτροπή κατεύθυνση δράσης. Η εν λόγω κατεύθυνση αναλύεται από την άποψη της έκδοσης, του περιεχομένου και της αποθήκευσης των τιμολογίων, καθώς και από την άποψη των σχετικών κανόνων έκδοσης τιμολογίων με στόχο την υποστήριξη των μέτρων καταπολέμησης της απάτης. 4.1. Έκδοση τιμολογίου 4.1.1. Προβλήματα που σχετίζονται με την έκδοση τιμολογίου Κανένα άρθρο της οδηγίας ΦΠΑ δεν προσδιορίζει ρητά το κράτος μέλος του οποίου οι κανόνες έκδοσης τιμολογίων ισχύουν. Ωστόσο, είναι γενικά κατανοητό ότι ισχύουν οι κανόνες έκδοσης τιμολογίων του κράτους μέλους στο οποίο οφείλεται ο φόρος, δεδομένου ότι αυτό είναι που ελέγχει τον οφειλόμενο φόρο, ενώ και οι διάφορες επιλογές σχετίζονται με το εν λόγω κράτος μέλος. Εντούτοις, αυτή η γενική αποδοχή ότι ισχύουν οι κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο οφείλεται ο φόρος δημιουργεί ορισμένες δυσκολίες για τις επιχειρήσεις. Ο υποκείμενος στο φόρο ο οποίος παραδίδει αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες επί των οποίων ο φόρος πρέπει να καταβληθεί σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις έκδοσης τιμολογίων του εν λόγω κράτους μέλους. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι παραδόσεις ή οι παροχές υπόκεινται στη διαδικασία αντιστροφής της επιβάρυνσης, ο προμηθευτής πρέπει να τηρεί τους κανόνες έκδοσης τιμολογίων χωρίς καν να απαιτείται να διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου στο κράτος μέλος στο οποίο οφείλεται ο φόρος. Δεδομένου ότι στη δέσμη για το ΦΠΑ που εκδόθηκε πρόσφατα[5] ως βασικός κανόνας αναφέρεται ότι ο τόπος παραδόσεων επιχείρησης προς επιχείρηση (Ε προς Ε) είναι ο τόπος όπου έχει την έδρα του ο πελάτης, αυτό το πρόβλημα μπορεί να οξυνθεί περισσότερο. 4.1.2. Λύσεις σε προβλήματα που σχετίζονται με την έκδοση τιμολογίου Προκειμένου να υπάρχουν για τις επιχειρήσεις διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τα τιμολόγια που εκδίδουν, φαίνεται ότι οι δυνατές προσεγγίσεις είναι δύο. Η πρώτη συνίσταται στην παροχή ενός μέσου δια του οποίου οι πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες έκδοσης τιμολογίων είναι εύκολα προσβάσιμες και οι απαιτήσεις συμμόρφωσης είναι απλό να κατανοηθούν. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν τους διαφορετικούς κανόνες τους για την έκδοση τιμολογίων. Ωστόσο, δεδομένου του πλήθους διαφορών μεταξύ των εν λόγω κανόνων των κρατών μελών, αυτό το μέσο δεν θα μείωνε σημαντικά το φόρτο για τις επιχειρήσεις. Η εναλλακτική λύση θα ήταν η επιδίωξη διαμόρφωσης εναρμονισμένων κανόνων έκδοσης τιμολογίων. 4.1.3. Άποψη της Επιτροπής για τις παραδόσεις Ε προς Ε Ο προτιμώμενος τρόπος δράσης θα ήταν η δημιουργία ενός πλήρους συνόλου εναρμονισμένων κανόνων, βάσει του οποίου ο υποκείμενος στο φόρο που εκδίδει τιμολόγιο από τον τόπο όπου διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου θα έχει ασφάλεια δικαίου όσον αφορά την εγκυρότητα του τιμολογίου σε όλη την ΕΕ. Ο στόχος της δημιουργίας ενός συνόλου εναρμονισμένων κανόνων για τις παραδόσεις Ε προς Ε είναι εφικτός. Χάρη στην οδηγία τιμολόγησης έχει ήδη επιτευχθεί εναρμόνιση σε πολλούς τομείς, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν περιπτώσεις, στο πλαίσιο της απαίτησης έκδοσης τιμολογίου, κατά τις οποίες οι κανόνες έκδοσης τιμολογίων δεν είναι εναρμονισμένοι: απαλλασσόμενες παραδόσεις, το χρονικό όριο έκδοσης τιμολογίου, τα συγκεντρωτικά τιμολόγια, η αυτοτιμολόγηση και η ανάθεση σε τρίτους εκτός της ΕΕ. 4.1.4. Απαλλασσόμενες παραδόσεις Με σκοπό τη μείωση του φόρτου για τις επιχειρήσεις, η οδηγία ΦΠΑ επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν τους υποκείμενους στον φόρο από την απαίτηση έκδοσης τιμολογίων για ορισμένες απαλλασσόμενες παραδόσεις. Τα κράτη μέλη προσεγγίζουν με διαφορετικούς τρόπους την εν λόγω επιλογή: ορισμένα εξ αυτών κάνουν πλήρη χρήση της, άλλα την εφαρμόζουν περιορισμένα και άλλα δεν την εφαρμόζουν καθόλου. Ως εκ τούτου, συχνά οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν επιλεκτικές απαλλαγές από το γενικό κανόνα και, συνεπώς, μεγαλύτερο διοικητικό φόρτο. Κατά συνέπεια, προκειμένου να εναρμονιστούν οι κανόνες, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης εξισορρόπησης της απλοποίησης με επαρκή έλεγχο, όσον αφορά τις απαλλασσόμενες παραδόσεις Ε προς Ε, προτείνεται να απαιτείται για κάθε περίπτωση η έκδοση τιμολογίου, αλλά αρκεί μόνο η έκδοση απλοποιημένου τιμολογίου σε περιπτώσεις όπου ο πελάτης βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος με τον προμηθευτή και ο προμηθευτής δεν έχει το δικαίωμα έκπτωσης στο προγενέστερο στάδιο. 4.1.5. Χρόνος έκδοσης τιμολογίου Η οδηγία ΦΠΑ επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποφασίζουν το χρονικό όριο έκδοσης τιμολογίου. Αυτό έχει ως φυσική συνέπεια τη δημιουργία διαφορετικών κανόνων στα διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ και τη δυνατότητα διαφορετικών χρονικών περιθωρίων φορολόγησης. Οι περιπτώσεις όπου ο φόρος καθίσταται απαιτητός για διασυνοριακές παροχές υπηρεσιών αποτέλεσαν ήδη λόγο για πρόταση τροποποίησης των κανόνων με σκοπό τον καθορισμό κοινών χρονικών περιθωρίων φορολόγησης, προκειμένου να διασφαλίζεται η ακριβής ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες για τις υπηρεσίες. Με στόχο τον καθορισμό κοινής ημερομηνίας κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός για ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών και διασυνοριακές παροχές υπηρεσιών που υπόκεινται στη διαδικασία αντιστροφής της επιβάρυνσης, είναι σημαντική η έγκαιρη έκδοση του τιμολογίου, προκειμένου να παρέχονται αποδεικτικά στοιχεία των εν λόγω παραδόσεων και παροχών. Ως εκ τούτου, η εν λόγω πρόταση ορίζει ότι οι υποκείμενοι στο φόρο πρέπει να εκδίδουν τιμολόγιο το αργότερο έως 15 ημερολογιακές ημέρες εντός του μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά τον οποίο έλαβε χώρα η γενεσιουργός αιτία του φόρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο ο προμηθευτής όσο και ο πελάτης διαθέτουν επαρκή χρόνο ώστε να καταχωρίσουν την παράδοση/παροχή στην ίδια φορολογική περίοδο. Εάν τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν διαφορετικούς κανόνες για τις εγχώριες παραδόσεις από ό,τι για τις διασυνοριακές παραδόσεις, το αποτέλεσμα θα ήταν πρόσθετος φόρτος για τις επιχειρήσεις. Για αυτόν το λόγο, το χρονικό όριο είναι το ίδιο για όλα τα τιμολόγια. 4.1.6. Συγκεντρωτικά τιμολόγια Η οδηγία ΦΠΑ παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν προϋποθέσεις έκδοσης συγκεντρωτικών τιμολογίων, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση διαφορετικών συνόλων προϋποθέσεων στα διαφορετικά κράτη μέλη. Η πρόταση στοχεύει στη διαμόρφωση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης για τα συγκεντρωτικά τιμολόγια, ώστε οι επιχειρήσεις σε όλη την ΕΕ να επωφελούνται από την εν λόγω πρακτική. Για το σκοπό αυτόν, η έκδοση συγκεντρωτικών τιμολογίων θα επιτρέπεται κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού μήνα, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία που απαιτούνται για τις ξεχωριστές παραδόσεις συμπεριλαμβάνονται στο συγκεντρωτικό τιμολόγιο. Δεν θα επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση για τα συγκεντρωτικά τιμολόγια. 4.1.7. Αυτοτιμολόγηση Βάσει των ισχυόντων κανόνων, τιμολόγιο μπορεί να εκδίδει ο προμηθευτής, ο πελάτης ή τρίτος για λογαριασμό του προμηθευτή. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η διατήρηση των εν λόγω επιλογών είναι απαραίτητη για εμπορικούς λόγους. Ωστόσο, όσον αφορά την αυτοτιμολόγηση (τιμολόγια που εκδίδει ο πελάτης), οι ισχύουσες προϋποθέσεις ποικίλλουν μεταξύ των κρατών μελών. Η πρόταση στοχεύει στην κατάργηση της επιλογής που παρέχεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν προϋποθέσεις για τα τιμολόγια αυτοτιμολόγησης, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα περισσότερο εναρμονισμένο σύνολο κανόνων σε όλη την ΕΕ. Ταυτόχρονα, για να διευκολυνθεί ο έλεγχος των τιμολογίων αυτοτιμολόγησης, απαιτείται από τον πελάτη να αναγράφει τις λέξεις «τιμολόγιο αυτοτιμολόγησης» επί του τιμολογίου, ώστε ο προμηθευτής και οι φορολογικές αρχές να γνωρίζουν τον εκδότη. Στο τιμολόγιο απαιτείται επίσης να αναγράφεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου. 4.1.8. Ανάθεση σε τρίτους εκτός ΕΕ Γενικά, τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η επιβολή ειδικών όρων σε τρίτους εκτός της ΕΕ οι οποίοι εκδίδουν τιμολόγια για λογαριασμό υποκειμένων στον φόρο που πραγματοποιούν παραδόσεις εντός της ΕΕ είναι περιττή. Πράγματι, υφίστανται ήδη επαρκή μέτρα ελέγχου, ώστε να καθίσταται υπόλογος ο υποκείμενος στο φόρο από τον οποίο απαιτείται η έκδοση του τιμολογίου. Ως εκ τούτου, προτείνεται να μην επιβάλλονται ειδικοί όροι σε τρίτους που εκδίδουν τιμολόγια για λογαριασμό υποκείμενου στο φόρο. Οι ισχύοντες κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 225 και 235 καταργούνται. 4.1.9. Η άποψη της Επιτροπής σχετικά με τις παραδόσεις επιχείρησης προς πελάτη (Ε προς Π) Ο στόχος της διαμόρφωσης συνόλου εναρμονισμένων κανόνων για τις παραδόσεις Ε προς Π δεν είναι πιθανό να επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα. Όσον αφορά τις εν λόγω παραδόσεις, οι κανόνες είναι λιγότερο εναρμονισμένοι. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν εάν απαιτούν από τον υποκείμενο στο φόρο να εκδίδει τιμολόγιο. Ορισμένα κράτη μέλη κάνουν ευρεία χρήση αυτής της επιλογής, άλλα απαιτούν την έκδοση του τιμολογίου για ορισμένες μόνο παραδόσεις, όπως στην περίπτωση οικοδομικών εργασιών, ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η τιμή υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο, ενώ άλλα κράτη μέλη δεν απαιτούν την έκδοση τιμολογίων για την περίπτωση Ε προς Π. Είναι γενικά αποδεκτό ότι τα κράτη μέλη χρειάζονται ευελιξία προκειμένου να μπορούν να ελέγχουν το φόρο. Ταυτόχρονα, οι στόχοι της μείωσης του φόρτου για τις επιχειρήσεις και απλοποίησης των κανόνων έκδοσης τιμολογίων είναι σημαντικοί. Στο πλαίσιο της προσπάθειας εξισορρόπησης αυτών των αναγκών, ο στόχος είναι η διατήρηση της επιλογής απαίτησης από τους υποκείμενους στο φόρο να εκδίδουν τιμολόγιο για τις παραδόσεις Ε προς Π, αλλά να απαιτείται η έκδοση μόνο απλοποιημένου τιμολογίου στο οποίο θα περιλαμβάνονται περιορισμένες πληροφορίες. Επιπλέον, πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης εγκατεστημένοι και μη εγκατεστημένοι υποκείμενοι στο φόρο. Ίση μεταχείριση των εγκατεστημένων και των μη εγκατεστημένων υποκείμενων στον φόρο σημαίνει ότι η έκδοση τιμολογίων ΦΠΑ μπορεί να απαιτείται από τους μη εγκατεστημένους υποκείμενους στο φόρο μόνο εάν απαιτείται, εφόσον πρόκειται για ισοδύναμη παράδοση, η έκδοση τιμολογίου από εγκατεστημένο υποκείμενο στο φόρο που πραγματοποιεί παράδοση Ε προς Π. Αυτό, σε συνδυασμό με την απαίτηση έκδοσης μόνο απλοποιημένων τιμολογίων, θα πρέπει να μειώσει το φόρτο για τους πωλητές εξ αποστάσεως. Το ειδικό καθεστώς για τις ηλ-υπηρεσίες και το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής του στο πλαίσιο της δέσμης ΦΠΑ ενδέχεται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις να εκδίδουν τιμολόγια σε κράτη μέλη όπου δεν διαθέτουν αριθμό φορολογικού μητρώου. Όπως και με τους πωλητές εξ αποστάσεως, είναι σημαντική η διαφάνεια των κανόνων και η ευκολία συμμόρφωσης με αυτούς. Προς το σκοπό αυτό, πρέπει να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να καθιστούν διαθέσιμες, σε δικτυακό τόπο, αναλυτικές πληροφορίες αναφορικά με τους κανόνες έκδοσης τιμολογίων για τις παραδόσεις Ε προς Π. Πράγματι, η πρόταση της Επιτροπής[6] για το «σύστημα της μίας και μόνης θυρίδας» προβλέπει ήδη τα παραπάνω και, ως εκ τούτου, το περιορισμένο «σύστημα της μίας και μόνης θυρίδας» θα απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, κάτι παρόμοιο. 4.1.10. Κράτος μέλος του οποίου οι νόμοι είναι εφαρμοστέοι Με εναρμονισμένο σύνολο κανόνων έκδοσης τιμολογίων για τις παραδόσεις Ε προς Ε θα ήταν εφικτή η έναρξη της προσπάθειας με σκοπό να καθιερωθεί ότι οι ισχύοντες κανόνες έκδοσης τιμολογίων είναι οι κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου ο προμηθευτής που πραγματοποιεί την παράδοση διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου. Αυτό θα βασιστεί στην έννοια του συστήματος της μίας και μόνης θυρίδας, στο πλαίσιο του οποίου οι υποχρεώσεις καταβολής ΦΠΑ μπορούν να πληρούνται στο κράτος μέλος εγκατάστασης μάλλον παρά στο κράτος μέλος όπου οφείλεται ο φόρος. Επίσης, οι κανόνες που αφορούν τις παραδόσεις Ε προς Π , πρέπει να περιλαμβάνουν και κανόνες σχετικά με τον τόπο όπου ο προμηθευτής που πραγματοποιεί τις παραδόσεις διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου, δεδομένου ότι, γενικά, η καταχώριση απαιτείται στο κράτος μέλος του πελάτη. 4.2. Ενδείξεις του τιμολογίου 4.2.1. Προβλήματα που σχετίζονται με τις ενδείξεις που απαιτείται να αναγράφονται σε ένα τιμολόγιο Γενικά, οι ενδείξεις που απαιτείται να αναγράφονται σε ένα τιμολόγιο προκαλούν λιγότερα προβλήματα για τις επιχειρήσεις. Οι ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 226 της οδηγίας ΦΠΑ φαίνεται ότι καλύπτουν τις ανάγκες των φορολογικών αρχών, χωρίς να είναι εξαιρετικά επαχθείς για τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο ότι όταν τα κράτη μέλη απαιτούν την έκδοση τιμολογίων για ορισμένες παραδόσεις, τυπικά για παραδόσεις Ε προς Π, υφίσταται αντίστοιχη διαφορά μεταξύ των περιεχομένων των τιμολογίων, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν λιγότερες ενδείξεις. Εντούτοις, συχνά αυτό δεν αποφέρει τα προβλεπόμενα οφέλη με μείωση του φόρτου, λόγω του κόστους που έχουν για τις επιχειρήσεις η δημιουργία των συστημάτων τιμολόγησης και η προσαρμογή τους στους διαφορετικούς κανόνες. 4.2.2. Λύσεις στα προβλήματα που σχετίζονται με τις ενδείξεις τιμολογίου Η ιδανική λύση θα μπορούσε να είναι η διαμόρφωση ενός τυπικού συνόλου ενδείξεων τιμολογίου για όλες τις περιπτώσεις. Ωστόσο, η υιοθέτηση ενός ενιαίου καταλόγου ενδείξεων τιμολογίου θα μπορούσε να προκαλέσει πρακτικές δυσχέρειες όσον αφορά την επίτευξη μιας ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών τύπων παραδόσεων, όπως οι παραδόσεις Ε προς Π Ε προς Ε ή οι παραδόσεις που απαλλάσσονται από το ΦΠΑ. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ενός τυπικού συνόλου στοιχείων τιμολογίου ενδεχομένως θα είχε ως αποτέλεσμα πολυάριθμες εξαιρέσεις προκειμένου να αντικατοπτρίζονται οι εμπορικές πρακτικές. Οι ισχύοντες κανόνες θεσπίζουν έναν εναρμονισμένο κατάλογο ενδείξεων τιμολογίου, ενώ τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν λιγότερες ενδείξεις για ορισμένους τύπους παραδόσεων. Το μειονέκτημα είναι ότι τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τη χρήση της εν λόγω επιλογής, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις συχνά να μην συνειδητοποιούν τα οφέλη. Άλλη λύση θα μπορούσε να είναι η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ ενός ενιαίου καταλόγου και των πολλών εξαιρέσεων που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη. 4.2.3. Άποψη της Επιτροπής Η πρόταση στοχεύει στη δημιουργία δύο κατηγοριών τιμολογίων: τα τιμολόγια για τα οποία ενδεχομένως υφίσταται δικαίωμα έκπτωσης και, ως εκ τούτου, απαιτείται έλεγχος τόσο του προμηθευτή όσο και του πελάτη, και τα τιμολόγια για τα οποία δεν υφίσταται δικαίωμα έκπτωσης και ουσιαστικά ο έλεγχος περιορίζεται στον προμηθευτή. Τα τιμολόγια της πρώτης κατηγορίας αναφέρονται ως πλήρη τιμολόγια ΦΠΑ, ενώ της δεύτερης ως απλοποιημένα τιμολόγια ΦΠΑ. Δεν θα επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαιτούν διαφορετικούς τύπους τιμολογίων που εμπίπτουν σε κατηγορία μεταξύ του πλήρους τιμολογίου ΦΠΑ και του απλοποιημένου τιμολογίου ΦΠΑ. Φυσικά, οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να έχουν το δικαίωμα να προσθέτουν άλλες ενδείξεις στο τιμολόγιο. 4.2.4. Πλήρες τιμολόγιο ΦΠΑ 4.2.4.1. Απαίτηση έκδοσης πλήρους τιμολογίου ΦΠΑ Διατηρείται η αρχή ότι κάθε υποκείμενος στο φόρο υποχρεούται να εκδίδει τιμολόγιο σε περίπτωση κατά την οποία η παράδοση υπόκειται σε ΦΠΑ και ο παραλήπτης είναι υποκείμενος στο φόρο ή μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο. Τα εν λόγω τιμολόγια πρέπει να περιλαμβάνουν πλήρες σύνολο ενδείξεων. Στο συγκεκριμένο κανόνα ισχύουν εξαιρέσεις για ορισμένες απαλλασσόμενες παραδόσεις σε περίπτωση κατά την οποία ο πελάτης βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος, για πιστωτικά σημειώματα και για τιμολόγια μικρής αξίας, κάτω των 200 ευρώ. Οι εν λόγω εξαιρέσεις εμπίπτουν στους κανόνες για τα απλοποιημένα τιμολόγια. 4.2.4.2. Πληροφορίες που απαιτούνται για πλήρες τιμολόγιο ΦΠΑ Στο άρθρο 226 της οδηγίας ΦΠΑ παρατίθεται εναρμονισμένος κατάλογος των πληροφοριών που απαιτείται να αναγράφονται σε ένα τιμολόγιο. Δεν υπάρχει λόγος να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές στον εν λόγω κατάλογο. Εντούτοις, για λόγους συμβολής στον έλεγχο του φόρου και απλοποίησης των απαιτήσεων για τις επιχειρήσεις, προτείνονται τρεις βασικές μεταβολές. Πρώτον, ο προμηθευτής υποχρεούται να αναγράφει στο τιμολόγιο τον αριθμό φορολογικού μητρώου του πελάτη. Η εν λόγω αλλαγή εισάγεται για σειρά λόγων. Θα βοηθήσει τις φορολογικές αρχές να ελέγχουν καλύτερα το φόρο, επιτρέποντάς τους να βεβαιώνονται ότι ο ΑΦΜ του πελάτη στο τιμολόγιο αντιστοιχεί σε αυτόν της επιχείρησης που ζητεί δικαίωμα έκπτωσης. Εναρμονίζει τους κανόνες έκδοσης τιμολογίων σε όλη την ΕΕ, ούτως ώστε οι απαιτήσεις να είναι οι ίδιες για τις παραδόσεις σε πελάτες στο ίδιο κράτος μέλος με τις παραδόσεις σε πελάτη σε άλλο κράτος μέλος. Επίσης χρησιμεύει για να δείχνει στην επιχείρηση εάν ενδέχεται να απαιτείται πλήρες τιμολόγιο ΦΠΑ, δεδομένου ότι για τις παραδόσεις Ε προς Π ο πελάτης δεν θα διαθέτει αριθμό ΦΠΑ. Επιπλέον, επειδή η πρόταση έχει σκοπό να συμβάλει στην αύξηση της χρήσης της ηλε-τιμολόγησης, είναι σημαντικότερη η ύπαρξη ενός μοναδικού αριθμού αναγνώρισης του πελάτη, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πάροχοι υπηρεσιών πρέπει να ανταλλάσσουν ηλε-τιμολόγια για λογαριασμό των επιχειρήσεων πελατών τους. Ο ΑΦΜ θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως ο μοναδικός αριθμός βάσει του οποίου πραγματοποιούνται οι ανταλλαγές ηλε-τιμολογίων και, εφόσον, όπως αναμένεται, αυξηθεί η χρήση των ηλε-τιμολογίων, θα υπάρχει ήδη εν χρήσει ένας μοναδικός αριθμός αναγνώρισης. Δεύτερον, η ημερομηνία της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών αντικαθίσταται από την ημερομηνία κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός. Δεδομένου ότι οι κανόνες σχετικά με το πότε μπορεί να ασκείται το δικαίωμα της έκπτωσης εξαρτώνται από τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός, είναι λογικό να αναγράφεται στο τιμολόγιο η συγκεκριμένη ημερομηνία. Επίσης θα βοηθήσει όσον αφορά το δικαίωμα έκπτωσης για τον πελάτη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ΦΠΑ δηλώνεται από τον προμηθευτή κατά την είσπραξη της πληρωμής, οπότε πρόκειται για ένα ακόμη μέτρο που περιλαμβάνεται στην πρόταση. Τρίτον, όσον αφορά παραδόσεις «αντιστροφής της επιβάρυνσης» στο πλαίσιο των οποίων υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ είναι ο πελάτης σε άλλο κράτος μέλος, ο προμηθευτής μπορεί, για λόγους ευκολίας, να αντικαταστήσει το συντελεστή ΦΠΑ και το ποσό του οφειλόμενου ΦΠΑ, όπως απαιτείται σε πλήρες τιμολόγιο ΦΠΑ, με το ποσό για κάθε τύπο αγαθού ή υπηρεσίας που παραδόθηκε/παρασχέθηκε. 4.2.5. Απλοποιημένο τιμολόγιο ΦΠΑ 4.2.5.1. Χρήση απλοποιημένου τιμολογίου ΦΠΑ Τα απλοποιημένα τιμολόγια ΦΠΑ μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν τη χρήση απλοποιημένου τιμολογίου, μόνο όμως από υποκείμενους στο φόρο που πραγματοποιούν παραδόσεις Ε προς Π. Δεύτερον, όσον αφορά ορισμένες παραδόσεις Ε προς Ε, ο υποκείμενος στο φόρο μπορεί να εκδίδει απλοποιημένο τιμολόγιο αντί πλήρους τιμολογίου ΦΠΑ. Όσον αφορά παραδόσεις Ε προς Π, ο κίνδυνος απάτης προέρχεται κυρίως από τον προμηθευτή, δεδομένου ότι δεν είναι πιθανό ο πελάτης να έχει δικαίωμα έκπτωσης. Στο τιμολόγιο πρέπει να αναγράφονται μόνο οι ενδείξεις που απαιτούνται ώστε να διασφαλίζεται ότι ο προμηθευτής έχει καταλογίσει ορθά το φόρο και, συνεπώς, οι ενδείξεις που απαιτούνται είναι λιγότερες από όσες θα απαιτούνταν στην περίπτωση που θα επιτρεπόταν δικαίωμα έκπτωσης. Όσον αφορά παραδόσεις Ε προς Ε, μπορούν να χρησιμοποιούνται απλοποιημένα τιμολόγια σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος απάτης είναι ελάχιστος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να παρέχεται στον προμηθευτή η δυνατότητα να επιλέγει την έκδοση απλοποιημένου τιμολογίου, για παράδειγμα για ορισμένες απαλλασσόμενες παραδόσεις, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα έκπτωσης, αν και η απαίτηση έκδοσης πλήρους τιμολογίου συνεχίζει να ισχύει σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πελάτης βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος. Σε περιπτώσεις όπου το ποσό του τιμολογίου δεν υπερβαίνει τα 200 ευρώ και το ποσό του ΦΠΑ που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έκπτωσης είναι μικρό, όπως είναι και ο προκύπτων κίνδυνος για τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών, ο προμηθευτής μπορεί να επιλέξει να εκδώσει απλοποιημένο τιμολόγιο. Αυτό βασίζεται στις διαβουλεύσεις με την επιτροπή ΦΠΑ, στο πλαίσιο των οποίων η πλειονότητα των κρατών μελών ζήτησε τη χρήση απλοποιημένων τιμολογίων για μικρά ποσά. Μια άλλη περίπτωση κατά την οποία ο προμηθευτής μπορεί να εκδίδει απλοποιημένα τιμολόγια είναι όταν εκδίδεται πιστωτικό σημείωμα. Σε αυτήν την περίπτωση, το πρωτότυπο τιμολόγιο που αναφέρεται στο πιστωτικό σημείωμα περιέχει τις απαραίτητες ενδείξεις. 4.2.5.2. Περιεχόμενο απλοποιημένου τιμολογίου ΦΠΑ Οι ενδείξεις που απαιτείται να αναγράφονται σε ένα απλοποιημένο τιμολόγιο είναι αυτές που παρατίθενται στο άρθρο 238 της οδηγίας ΦΠΑ, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη μπορούν, έπειτα από διαβούλευση με την επιτροπή ΦΠΑ, να επιτρέπουν την έκδοση απλοποιημένων τιμολογίων σε ορισμένες περιπτώσεις. Η μόνη προσθήκη είναι η απαίτηση συμπερίληψης της αξίας του τύπου των παραδοθέντων αγαθών ή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν. 4.2.6. Χρήση των αριθμών φορολογικού μητρώου Λίγα είναι τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της επιλογής που ορίζεται στα άρθρα 239 και 240 της οδηγίας ΦΠΑ, βάσει των οποίων μπορούν να χρησιμοποιούν αριθμό άλλο από τον ΑΦΜ προκειμένου να προσδιορίζουν τον προμηθευτή επί ενός τιμολογίου. Έτσι, η επιλογή αυτή καταργείται και στο τιμολόγιο πρέπει να αναγράφεται σε κάθε περίπτωση ο εθνικός αριθμός φορολογικού μητρώου, ούτως ώστε να ακολουθείται ενιαία προσέγγιση. 4.3. Αποθήκευση τιμολογίων 4.3.1. Προβλήματα που σχετίζονται με την αποθήκευση των τιμολογίων Οι διαθέσιμες στα κράτη μέλη επιλογές τούς παρέχουν τη δυνατότητα χρήσης διαφορετικών κανόνων αποθήκευσης. Αυτό δημιουργεί κωλύματα όχι μόνο για μεγάλες επιχειρήσεις που θα επιθυμούσαν να εφαρμόζονται κοινές διαδικασίες αποθήκευσης σε όλη την ΕΕ, αλλά και για μικρές επιχειρήσεις οι οποίες ενδεχομένως εμποδίζονται, λόγω των κειμένων διατάξεων, να είναι αποδοτικότερες και να πραγματοποιήσουν οικονομίες, π.χ. με την ηλεκτρονική αρχειοθέτηση. 4.3.2. Λύσεις στα προβλήματα που σχετίζονται με την αποθήκευση των τιμολογίων Ο στόχος εδώ είναι η μείωση του φόρτου για τις επιχειρήσεις, χωρίς να υποβαθμίζεται η ικανότητα των φορολογικών αρχών να ελέγχουν το φόρο. Σε κάθε περίπτωση, οι επιχειρήσεις χρειάζεται να αποθηκεύουν τα τιμολόγια για εμπορικούς λόγους, αλλά επιθυμούν μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά τα μέσα και το χώρο αποθήκευσης και, εάν έχουν την έδρα τους σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, κοινές περιόδους αποθήκευσης. Συγκεκριμένα, με οποιαδήποτε λύση πρέπει να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ της απλοποίησης και του ελέγχου. Ο στόχος πρέπει να είναι η εναρμόνιση των κανόνων στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, χωρίς να υποβαθμίζεται η ικανότητα των φορολογικών αρχών να διασφαλίζουν την είσπραξη των φόρων. 4.3.3. Άποψη της Επιτροπής Η Επιτροπή πιστεύει ότι είναι εφικτή η διαμόρφωση κοινών κανόνων σε ορισμένους τομείς. Ένας από αυτούς είναι η εναρμόνιση της περιόδου αποθήκευσης, η οποία είναι δυνατόν να ορισθεί εξαετής, με βάση το μέσο όρο των περιόδων αποθήκευσης που ισχύουν επί του παρόντος για τα κράτη μέλη. Έτσι θα καταστεί δυνατή και η ομοιογενής ανταλλαγή τιμολογίων μεταξύ των κρατών μελών που πρέπει να ελέγχουν τις διασυνοριακές συναλλαγές. Οι κανόνες για την αποθήκευση τιμολογίων σε ηλεκτρονική μορφή πρέπει να αλλάξουν, προκειμένου να παρέχουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν το εν λόγω μέσο δικαιωματικά. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις θα έχουν τη δυνατότητα να μετατρέπουν τα τιμολόγια σε χαρτί σε τιμολόγια σε ηλεκτρονική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι τα τιμολόγια είναι προσβάσιμα άνευ αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ότι θα ήταν εφικτό να διασφαλιστεί ότι το περιεχόμενο του πρωτότυπου τιμολογίου είναι το ίδιο με αυτό του τιμολογίου της ηλ-αποθήκευσης. Επίσης, πρέπει να καθορίζεται σαφώς νομοθετικά το κράτος μέλος του οποίου οι κανόνες ισχύουν για την αποθήκευση των τιμολογίων. Όσον αφορά τον προμηθευτή, οι εφαρμοστέοι κανόνες πρέπει να είναι εκείνοι που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου ο προμηθευτής διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου. Όσον αφορά τον πελάτη, οι εφαρμοστέοι κανόνες πρέπει να είναι εκείνοι που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου ανήκει ο πελάτης. Αυτό δεν αναμένεται να δημιουργήσει δυσχέρειες για τις φορολογικές αρχές από την άποψη του ελέγχου, δεδομένου ότι το κράτος μέλος αναμένεται να συνεχίσει να έχει πρόσβαση στα τιμολόγια όπου οφείλεται ο φόρος. Επίσης μπορούν να καταργηθούν ορισμένες άλλες επιλογές, όπως για παράδειγμα: η απαίτηση από τους μη υποκείμενους στο φόρο να αποθηκεύουν τιμολόγια, η απαίτηση αποθήκευσης των τιμολογίων σε χαρτί στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα του ο υποκείμενος στο φόρο και η απαίτηση γνωστοποίησης του τόπου αποθήκευσης. 5. Μέτρα συμβολησ στην καταπολεμηση της απατησ στον τομεα του ΦΠΑ 5.1. Απαιτητό του φόρου για τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις Η Επιτροπή έχει ήδη προτείνει τη συντόμευση της χρονικής περιόδου για την οποία υποβάλλεται ο ανακεφαλαιωτικός πίνακας από τρεις μήνες σε ένα μήνα.[7] Αυτό αποτελεί ήδη ένα βήμα προς την κατεύθυνση της πιο έγκαιρης ανταλλαγής των πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, που αναμένεται να συμβάλει στην καταπολέμηση της αλυσιδωτής απάτης. Εντούτοις, οι κανόνες για το απαιτητό του φόρου όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις δίνουν τη δυνατότητα στον υποκείμενο στο φόρο να καθυστερεί το απαιτητό του φόρου μέχρι τη 15η ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη γενεσιουργό αιτία του φόρου. Για παράδειγμα, τιμολόγιο που εκδίδεται πριν από την 15η του μήνα που έπεται της γενεσιουργού αιτίας του φόρου ορίζει το χρόνο κατά τον οποίο ο φόρος καθίσταται απαιτητός. Ως εκ τούτου, ενδοκοινοτική παράδοση που πραγματοποιείται τον Ιανουάριο με τιμολόγιο που εκδίδεται πριν από τις 15 Φεβρουαρίου, παρέχει τη δυνατότητα υποβολής του ανακεφαλαιωτικού πίνακα το Φεβρουάριο και όχι τον Ιανουάριο. Επίσης, τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν τους κανόνες ομοιόμορφα. Αυτό το θέμα έχει ήδη συζητηθεί στην επιτροπή ΦΠΑ χωρίς να έχουν εξαχθεί συμπεράσματα. Το βασικό πρόβλημα δημιουργείται όταν ένα τιμολόγιο εκδίδεται πριν από την παράδοση των αγαθών, επειδή ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν την εν λόγω χρονική στιγμή ως το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο φόρος καθίσταται απαιτητός και άλλα όχι. Θα ήταν προτιμότερος ο καθορισμός μιας μοναδικής ημερομηνίας κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός, ήτοι, της ημερομηνίας της γενεσιουργού αιτίας του φόρου, η οποία προσδιορίζεται βάσει του χρόνου της παράδοσης. Εφόσον απαιτείται η έκδοση του τιμολογίου έως τη 15η ημέρα του μήνα που έπεται της γενεσιουργού αιτίας του φόρου, το τιμολόγιο θα συνεχίσει να είναι το κύριο έγγραφο που αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της ενδοκοινοτικής παράδοσης. Επιπλέον, η ημερομηνία του απαιτητού του φόρου για τις ενδοκοινοτικές απαιτήσεις πρέπει να τροποποιηθεί, ούτως ώστε να αντιστοιχεί με την ημερομηνία της ενδοκοινοτικής παράδοσης. 5.2. Δικαίωμα έκπτωσης Στις περισσότερες περιπτώσεις ένας υποκείμενος στο φόρο που ασκεί δικαίωμα έκπτωσης πρέπει να κατέχει τιμολόγιο ΦΠΑ το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στην οδηγία ΦΠΑ. Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα, ιδίως σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές αντιστροφής της επιβάρυνσης. Πράγματι, στην υπόθεση Bockemühl[8] το δικαστήριο επισήμανε ότι η κατοχή έγκυρου τιμολογίου ΦΠΑ δεν ήταν διατύπωση που ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να επιβάλει στις επιχειρήσεις οι οποίες ασκούν δικαίωμα έκπτωσης για παράδοση αντιστροφής της επιβάρυνσης. Παρά τις εν λόγω εξαιρέσεις, ο υποκείμενος στο φόρο που πραγματοποιεί την παράδοση απαιτείται να εκδίδει τιμολόγιο σύμφωνα με την οδηγία ΦΠΑ. Αυτό δημιουργεί διαφορά μεταξύ της απαίτησης έκδοσης τιμολογίου ως αποδεικτικού στοιχείου της παράδοσης και της απαίτησης κατοχής τιμολογίου για την άσκηση δικαιώματος έκπτωσης. Όσον αφορά τις εν λόγω απαιτήσεις, πρέπει να υπάρχει ίση μεταχείριση του προμηθευτή και του πελάτη. Την ίδια στιγμή που απαιτείται από τον προμηθευτή να εκδίδει τιμολόγιο προκειμένου να αποδεικνύει την παράδοση, πρέπει να απαιτείται και από τον πελάτη να κατέχει το εν λόγω τιμολόγιο προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα έκπτωσης. Στην ισχύουσα κατάσταση, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν δικαίωμα έκπτωσης βάσει άλλου αποδεικτικού στοιχείου, εάν δεν έχει εκδοθεί έγκυρο τιμολόγιο. 6. Άλλα μετρα απλοποιησησ — Ταμειακή λογιστικη Ορισμένα κράτη μέλη έχουν άδεια παρέκκλισης[9] όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης από υποκείμενους στον φόρο που δηλώνουν το ΦΠΑ στο πλαίσιο προαιρετικού καθεστώτος ταμειακής λογιστικής. Βάσει της εν λόγω παρέκκλισης, το δικαίωμα έκπτωσης καθυστερεί για υποκείμενους στο φόρο που εμπίπτουν στο καθεστώς ταμειακής λογιστικής μέχρι να πραγματοποιηθεί η πληρωμή στους προμηθευτές τους. Προτείνεται η επέκταση του εν λόγω μέτρου απλοποίησης ταμειακής λογιστικής σε όλα τα κράτη μέλη. Εντούτοις, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο προμηθευτής καταλογίζει το ΦΠΑ μόνο κατά την είσπραξη της πληρωμής, πρέπει να γίνεται παραχώρηση στον παραλήπτη των εν λόγω παραδόσεων, ούτως ώστε να μπορεί να απαιτεί άμεσο δικαίωμα έκπτωσης. Η πρόταση αυτή δημιουργεί τη νομική βάση ώστε τα κράτη μέλη να υποστηρίζουν περαιτέρω τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν σύστημα ταμειακής λογιστικής. 7. Συμπερασμα Όσον αφορά την ηλε-τιμολόγηση, η βασική προσέγγιση της χρήσης τεχνολογίας με σκοπό να διασφαλίζεται η ορθότητα του τιμολογίου εγκαταλείπεται. Αντί αυτής, τα τιμολόγια σε χαρτί και τα ηλε-τιμολόγια πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, και η αξιοπιστία των ενδείξεων του τιμολογίου να διασφαλίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως για τα τιμολόγια σε χαρτί σήμερα. Η πρόταση μειώνει σημαντικά τον αριθμό των διαθέσιμων επιλογών για τα κράτη μέλη. Αυτό θα διαμορφώσει ένα περισσότερο εναρμονισμένο σύνολο κανόνων έκδοσης τιμολογίων στην ΕΕ, παρέχοντας τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να πληρούν ευκολότερα τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την τιμολόγηση. Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με διασυνοριακές συναλλαγές και αυτές που διαθέτουν αριθμό φορολογικού μητρώου σε πολλά κράτη μέλη αναμένεται να διαπιστώσουν μείωση του φόρτου που τις επιβαρύνει. Όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η επέκταση της χρήσης των απλοποιημένων τιμολογίων αναμένεται ότι θα τους αποφέρει άμεσα οφέλη, ειδικά σε σχέση με τα τιμολόγια μικρής αξίας. Επιπλέον, η διαμόρφωση ενός περισσότερο εναρμονισμένου συνόλου κοινοτικών κανόνων θα καταστήσει ευκολότερη τη συμμόρφωση και εφικτότερα τα οφέλη από το διασυνοριακό εμπόριο. Τέλος, τέθηκαν σε εφαρμογή μέτρα με σκοπό να παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα ταχύτερης ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών. Αυτό συμπληρώνει την πρόταση της Επιτροπής για μείωση της περιόδου των ανακεφαλαιωτικών πινάκων και αποτελεί βασικό στοιχείο για την καταπολέμηση της ενδοκοινοτικής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ. [1] ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1. [2] ΕΕ L 15 της 17.1.2002, σ. 24. [3] http://ec.europa.eu/taxation_customs/common/publications/studies/index_en.htm [4] 2007/717/EΚ (ΕΕ L 289 της 7.11.2007, σ. 38). [5] ΕΕ L 44 της 20.2.2008, σ. 11. [6] COM(2004) 728 τελικό, ΕΕ C 24 της 29.01.2005, σ. 8. [7] COM(2008) 147. [8] ΕΕ C106 της 30.04.2004, σ. 7. [9] Απόφαση 2006/659/EΚ του Συμβουλίου, ΕΕ L272 της 3.10.2006, σ. 15.