5.8.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 212/404


Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009
Δημιουργία του συστήματος «Eurodac» για τη σύγκριση των δακτυλικών αποτυπωμάτων (αναδιατύπωση) ***I

P6_TA(2009)0378

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Μαΐου 2009 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα] (αναδιατύπωση) (COM(2008)0825 – C6-0475/2008 – 2008/0242(COD))

2010/C 212 E/53

(Διαδικασία συναπόφασης – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0825),

έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 63, παράγραφος 1, στοιχείο α), της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0475/2008),

έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με μία πιο διαρθρωμένη προσφυγή στην τεχνική της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων (1),

έχοντας υπόψη την από 3ης Απριλίου 2009 επιστολή της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 80α, παράγραφος 3, του Κανονισμού,

έχοντας υπόψη τα άρθρα 80α και 51 του Κανονισμού,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης (A6-0283/2009),

A.

εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με τη συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιώδη τροποποίηση πλην των προσδιοριζομένων ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

1.

εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως έχει προσαρμοστεί με βάση τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί κατωτέρω·

2.

ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


(1)  ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.


Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009
P6_TC1-COD(2008)0242

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 7 Μαΐου 2009 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα] (αναδιατύπωση)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο, σημείο 1) στοιχείο α),

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής ║,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης  (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ενδείκνυται να επέλθει ║ σειρά ουσιωδών μεταβολών στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου (2) και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 407/2002 του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, που θεσπίζει ορισμένους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου (3). Προς χάριν της σαφήνειας, είναι σκόπιμη η αναδιατύπωση των εν λόγω κανονισμών.

(2)

Η κοινή πολιτική στον τομέα του ασύλου, που περιλαμβάνει ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης ανοικτού σε όσους ▐ αναζητούν νομίμως διεθνή προστασία στην Κοινότητα.

(3)

Η πρώτη φάση της δημιουργίας του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου που θα πρέπει να οδηγήσει, μακροπρόθεσμα, σε κοινή διαδικασία και ομοιόμορφο καθεστώς, που θα ισχύουν σε όλη την Ένωση, για εκείνους στους οποίους χορηγείται άσυλο, έχει επί του παρόντος επιτευχθεί. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 4 Νοεμβρίου 2004, ενέκρινε το πρόγραμμα της Χάγης, το οποίο καθορίζει τους στόχους προς υλοποίηση στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης κατά την περίοδο 2005-2010. Από την άποψη αυτή, με το πρόγραμμα της Χάγης κλήθηκε η ║ Επιτροπή να ολοκληρώσει την αξιολόγηση των νομικών πράξεων της πρώτης φάσης και να υποβάλει τις πράξεις και τα μέτρα της δεύτερης φάσης στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να εκδοθούν πριν από το 2010.

(4)

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. […/…] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της … για τη θέσπιση των κριτηρίων και των μηχανισμών για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα (4), είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται η ταυτότητα των αιτούντων διεθνή προστασία και των προσώπων που συλλαμβάνονται για παράνομη διάβαση των εξωτερικών συνόρων της Κοινότητας. Για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα], και ιδίως του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ), είναι επίσης σκόπιμο να επιτρέπεται σε κάθε κράτος μέλος να ελέγχει εάν ένας υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις που ευρίσκεται παράνομα στο έδαφός του έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος.

(5)

Τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτελούν σημαντικό στοιχείο προκειμένου να διαπιστώνεται με ακρίβεια η ταυτότητα των προσώπων αυτών. Είναι ανάγκη να δημιουργηθεί ένα σύστημα για την αντιπαραβολή των δεδομένων των δακτυλικών τους αποτυπωμάτων.

(6)

Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να θεσπισθεί ένα σύστημα, γνωστό ως Eurodac, το οποίο αποτελείται από ένα κεντρικό σύστημα, που περιλαμβάνει μηχανοργανωμένη κεντρική βάση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων καθώς και ηλεκτρονικά μέσα διαβίβασης μεταξύ των κρατών μελών και του κεντρικού συστήματος.

(7)

Για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των αιτούντων και δικαιούχων διεθνούς προστασίας, καθώς και για να εξασφαλιστεί η συνοχή με το τρέχον κεκτημένο της ΕΕ για το άσυλο, και ιδίως με την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απατρίδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους και καθορισμό του περιεχομένου της παρεχόμενης προστασίας (5), και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα], είναι σκόπιμο να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού για να συμπεριληφθούν οι αιτούντες επικουρική προστασία και τα πρόσωπα που απολαύουν επικουρικής προστασίας.

(8)

Είναι επίσης αναγκαίο να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν ταχέως τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων κάθε αιτούντος διεθνή προστασία και κάθε υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδος που συλλαμβάνεται για παράνομη διάβαση των εξωτερικών συνόρων κράτους μέλος, εφόσον έχει ηλικία τουλάχιστον 14 ετών.

(9)

Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν ακριβείς κανόνες σχετικά με τη διαβίβαση των εν λόγω δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων στο κεντρικό σύστημα, με την καταχώριση των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων και άλλων σχετικών δεδομένων στο κεντρικό σύστημα, με την αποθήκευση, με την αντιπαραβολή τους προς άλλα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων, με τη διαβίβαση των αποτελεσμάτων της αντιπαραβολής καθώς και με τη σήμανση και την απαλοιφή των καταχωρισθέντων δεδομένων. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να διαφέρουν και θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την κατάσταση των διαφόρων κατηγοριών πολιτών τρίτων χωρών ή απατρίδων.

(10)

Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή απάτριδες που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε ένα κράτος μέλος είναι δυνατόν να έχουν για πολλά έτη τη δυνατότητα να ζητήσουν διεθνή προστασία σε άλλο κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, η μέγιστη περίοδος κατά την οποία θα πρέπει να διατηρούνται τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων στο κεντρικό σύστημα θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη. Δέκα έτη θα πρέπει να θεωρούνται εύλογη περίοδος για τη διατήρηση των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων, δεδομένου ότι οι περισσότεροι υπήκοοι τρίτων χωρών ή απάτριδες που παραμένουν στην Κοινότητα επί αρκετά έτη διευθετούν το καθεστώς τους ή ακόμα αποκτούν και την ιθαγένεια κράτους μέλους μετά την εν λόγω περίοδο.

(11)

Η περίοδος για τη διατήρηση θα πρέπει να συντέμνεται σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις όταν δεν υπάρχει ανάγκη να διατηρούνται τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων θα πρέπει να απαλείφονται αμέσως μόλις οι πολίτες τρίτων χωρών ή απάτριδες αποκτήσουν την ιθαγένεια κράτους μέλους ή άδεια επί μακρόν διαμονής σε κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2003 σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες  (6) .

(12)

Ενδείκνυται να αποθηκεύονται δεδομένα προσώπων των οποίων τα δακτυλικά αποτυπώματα καταχωρίσθηκαν αρχικά στην Eurodac κατά την υποβολή των αιτήσεων τους διεθνούς προστασίας και στα οποία έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία σε ένα κράτος μέλος για να επιτραπεί η αντιπαραβολή τους με τα δεδομένα που καταχωρίσθηκαν κατά την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας.

(13)

Επί μεταβατική περίοδο, η Επιτροπή είναι σκόπιμο να παραμείνει υπεύθυνη για τη διαχείριση του κεντρικού συστήματος και της επικοινωνιακής υποδομής. Μακροπρόθεσμα, και επί τη βάσει εκτίμησης του αντικτύπου, που θα περιλαμβάνει εμπεριστατωμένη ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων από δημοσιονομική, επιχειρησιακή και οργανωτική σκοπιά, είναι σκόπιμο να συσταθεί διαχειριστική αρχή, η οποία θα είναι επιφορτισμένη με τα εν λόγω καθήκοντα.

(14)

Είναι αναγκαίο να ορισθούν επακριβώς οι αρμοδιότητες, αφενός, της Επιτροπής και της διαχειριστικής αρχής όσον αφορά το κεντρικό σύστημα και την επικοινωνιακή υποδομή και, αφετέρου, των κρατών μελών όσον αφορά τη χρησιμοποίηση και την ασφάλεια των δεδομένων, την πρόσβαση και τη διόρθωση των καταχωρισμένων δεδομένων.

(15)

Παρότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας όσον αφορά τη λειτουργία του Eurodac διέπεται από τις σχετικές διατάξεις της συνθήκης, είναι αναγκαίο να θεσπισθούν συγκεκριμένοι κανόνες σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών όσον αφορά τη λειτουργία του συστήματος.

(16)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η δημιουργία συστήματος για την αντιπαραβολή των δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων προκειμένου να συμβάλει στην εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής για το άσυλο, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των επιπτώσεών του, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα. σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(17)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (7) εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(18)

Οι αρχές που καθορίζονται με την οδηγία 95/46/ΕΚ σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμων, κυρίως του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής, και αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να συμπληρωθούν ή να διευκρινιστούν, ιδίως σχετικά με ορισμένους τομείς.

(19)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (8) εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας που διενεργείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού . Εντούτοις, πρέπει να αποσαφηνισθούν ορισμένα σημεία όσον αφορά την ευθύνη της επεξεργασίας δεδομένων και την εποπτεία της προστασίας δεδομένων.

(20)

Ενδείκνυται να παρακολουθούν οι μεν εθνικές αρχές εποπτείας τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, ο δε ευρωπαίος επόπτης προστασίας δεδομένων, που διορίζεται κατ’ εφαρμογή της απόφασης 2004/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ║ (9), τις δραστηριότητες των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με γνώμονα τα περιορισμένα καθήκοντα των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών σε σχέση με τα δεδομένα καθ’ εαυτά.

(21)

Είναι αναγκαίο να παρακολουθείται και να αξιολογείται η απόδοση του Eurodac κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

(22)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν σύστημα αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για τις περιπτώσεις χρησιμοποίησης των καταχωρισμένων στο κεντρικό σύστημα δεδομένων που αντιβαίνουν στους σκοπούς του Eurodac.

(23)

Τα κράτη μέλη πρέπει να ενημερώνονται για το καθεστώς συγκεκριμένων διαδικασιών χορήγησης ασύλου, με σκοπό τη διευκόλυνση της δέουσας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα].

(24)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με αυτά και τηρεί τις αναγνωρισμένες αρχές, ιδίως τις αρχές του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός αποβλέπει στη διασφάλιση της πλήρους συμμόρφωσης όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα στο άσυλο, καθώς επίσης στην προαγωγή της εφαρμογής των άρθρων 8 και 18 του Χάρτη.

(25)

Είναι σκόπιμο να περιοριστεί η εδαφική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ώστε να ευθυγραμμιστεί με την εδαφική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ.[…/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα],

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός του «Eurodac»

1.   Θεσπίζεται σύστημα, γνωστό ως «Eurodac», το οποίο έχει σκοπό να συντελεί στον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα], να εξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία έχει υποβληθεί σε ένα κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, και να διευκολύνει γενικότερα την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού του Δουβλίνου υπό τους όρους που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Με την επιφύλαξη της χρησιμοποίησης δεδομένων που αποστέλλει στο Eurodac το κράτος μέλος προέλευσης, τα οποία είναι καταχωρισμένα σε βάσεις δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί δυνάμει του εθνικού του δικαίου, τα δεδομένα των δακτυλικών αποτυπωμάτων και άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας από το Eurodac μόνο για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα].

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)   «Κανονισμός του Δουβλίνου»: ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα].

β)   «Αιτών διεθνή προστασία»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις ο οποίος έχει καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας για την οποία δεν έχει ακόμα εκδοθεί τελική απόφαση.

γ)   «Κράτος μέλος προέλευσης»:

(i)

σε σχέση με πρόσωπο που καλύπτεται από το άρθρο 6, το κράτος μέλος το οποίο διαβιβάζει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο κεντρικό σύστημα και λαμβάνει τα αποτελέσματα της αντιπαραβολής,

(ii)

σε σχέση με πρόσωπο που καλύπτεται από το άρθρο 10, το κράτος μέλος το οποίο διαβιβάζει τα δεδομένα αυτά στο κεντρικό σύστημα,

(iii)

σε σχέση με πρόσωπο που καλύπτεται από το άρθρο 13, το κράτος μέλος το οποίο διαβιβάζει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο κεντρικό σύστημα και λαμβάνει τα αποτελέσματα της αντιπαραβολής.

δ)   «Πρόσωπο στο οποίο χορηγείται διεθνής προστασία»: ένας υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις που έχει αναγνωρισθεί ως πρόσωπο το οποίο χρήζει διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α), της οδηγίας 2004/83/ΕΚ ║.

ε)   «Σύμπτωση»: ένα ή περισσότερα συμπίπτοντα στοιχεία, τα οποία καθορίζονται από το κεντρικό σύστημα μετά από αντιπαραβολή των δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων που ευρίσκονται καταχωρισμένα στη βάση δεδομένων και εκείνων που διαβιβάζει το κράτος μέλος σχετικά με ένα πρόσωπο, με την επιφύλαξη της απαίτησης ότι τα αποτελέσματα της αντιπαραβολής ελέγχονται πάραυτα από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4.

2.   Οι όροι του άρθρου 2 της οδηγίας 95/46/ΕΚ έχουν την ίδια έννοια και στον παρόντα κανονισμό.

3.   Ελλείψει αντίθετης διάταξης, οι όροι που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 του κανονισμού του Δουβλίνου έχουν την ίδια έννοια και στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 3

Αρχιτεκτονική του συστήματος και βασικές αρχές

1.   Το Eurodac αποτελείται από:

α)

ηλεκτρονική κεντρική βάση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων («κεντρικό σύστημα»), αποτελούμενη από:

κεντρική μονάδα,

σύστημα αδιάλειπτης λειτουργίας·

β)

υποδομή επικοινωνίας μεταξύ του κεντρικού συστήματος και των κρατών μελών, η οποία παρέχει κρυπτογραφημένο εικονικό δίκτυο αποκλειστικά για τα δεδομένα του Eurodac («επικοινωνιακή υποδομή»).

2.   Έκαστο κράτος μέλος διαθέτει ενιαίο καθορισμένο εθνικό σύστημα δεδομένων («εθνικό σημείο πρόσβασης»), που επικοινωνεί με το κεντρικό σύστημα.

3.   Η επεξεργασία των δεδομένων που αφορούν πρόσωπα που καλύπτονται από το άρθρο 6, το άρθρο 10 και το άρθρο 13 η οποία λαμβάνει χώρα στο κεντρικό σύστημα γίνεται για λογαριασμό του κράτους μέλους προέλευσης σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει ο παρών κανονισμός και διαχωρίζεται με τα κατάλληλα τεχνικά μέσα.

4.   Οι κανόνες που διέπουν το Eurodac εφαρμόζονται επίσης στις ενέργειες των κρατών μελών από τη διαβίβαση των δεδομένων στο κεντρικό σύστημα έως τη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων της αντιπαραβολής.

5.   Η μέθοδος λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων καθορίζεται και εφαρμόζεται σύμφωνα με την εθνική πρακτική του εκάστοτε κράτους μέλους και με τις διασφαλίσεις που ορίζουν ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, και η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Άρθρο 4

Επιχειρησιακή διαχείριση από τη διαχειριστική αρχή

1.   Μετά από μεταβατική περίοδο, η διαχειριστική αρχή, η οποία χρηματοδοτείται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι επιφορτισμένη με την επιχειρησιακή διαχείριση του Eurodac. Η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, ότι χρησιμοποιούνται για το κεντρικό σύστημα ανά πάσα στιγμή οι καλύτερες διαθέσιμες τεχνικές, με την επιφύλαξη ανάλυσης κόστους-οφέλους.

2.   Η διαχειριστική αρχή φέρει επίσης την ευθύνη για τα ακόλουθα καθήκοντα σε σχέση με την επικοινωνιακή υποδομή:

α)

εποπτεία·

β)

ασφάλεια·

γ)

συντονισμός των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και του παρόχου.

3.   Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για όλα τα υπόλοιπα καθήκοντα που σχετίζονται με την επικοινωνιακή υποδομή, και συγκεκριμένα:

α)

καθήκοντα που άπτονται της εκτέλεσης του προϋπολογισμού·

β)

απόκτηση και ανανέωση·

γ)

συμβατικά θέματα.

4.   Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου πριν από την ανάληψη από τη διαχειριστική αρχή των καθηκόντων της, η Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με την επιχειρησιακή διαχείριση του Eurodac.

5.   Η επιχειρησιακή διαχείριση του Eurodac συνίσταται σε όλες τις εργασίες που απαιτούνται ώστε να παραμένει το Eurodac σε λειτουργία επί εικοσιτετραώρου βάσεως, 7 ημέρες την εβδομάδα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· τούτο ισχύει ιδίως για τις εργασίες συντήρησης και τις τεχνικές βελτιώσεις που απαιτούνται για να διασφαλίζεται ότι η επιχειρησιακή ποιοτική στάθμη της λειτουργίας του συστήματος είναι ικανοποιητική, ιδίως όσον αφορά τον χρόνο που απαιτείται για τις αναζητήσεις στο κεντρικό σύστημα.

6.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η διαχειριστική αρχή εφαρμόζει τους δέοντες κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου ή άλλη ισοδύναμη υποχρέωση εχεμύθειας στο σύνολο του προσωπικού της που ασχολείται με δεδομένα του Eurodac. Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και αφού το οικείο προσωπικό παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ή να απασχολείται στη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή μετά τον τερματισμό των δραστηριοτήτων του.

7.   Ως διαχειριστική αρχή κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού λογίζεται η διαχειριστική αρχή που είναι αρμόδια για τα συστήματα Eurodac, SIS II και VIS.

8.     Η σύσταση της διαχειριστικής αρχής και η διαλειτουργικότητα των διαφόρων βάσεων δεδομένων για τις οποίες είναι υπεύθυνη, γίνονται με την επιφύλαξη της ανεξάρτητης και διακριτής λειτουργίας των εν λόγω βάσεων δεδομένων.

Άρθρο 5

Στατιστικές

Η διαχειριστική αρχή καταρτίζει ανά μήνα στατιστικές για το έργο του κεντρικού συστήματος, στις οποίες αναφέρονται ιδίως:

α)

ο αριθμός των συνόλων δεδομένων που διαβιβάζονται σχετικά με τους αιτούντες διεθνή προστασία και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 10 ║ και στο άρθρο 13 ║,

β)

ο αριθμός των συμπτώσεων για αιτούντες διεθνή προστασία που υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος,

γ)

ο αριθμός των συμπτώσεων για πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 10 ║, τα οποία υπέβαλαν στη συνέχεια αίτηση διεθνούς προστασίας,

δ)

ο αριθμός των συμπτώσεων για πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 13 ║, τα οποία είχαν προηγουμένως υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος,

ε)

ο αριθμός των δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία το κεντρικό σύστημα πρέπει να ζητεί επανειλημμένως από τα κράτη μέλη προέλευσης, διότι τα αρχικώς διαβιβασθέντα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων δεν προσφέρονται για αντιπαραβολή με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού συστήματος αναγνώρισης των δακτυλικών αποτυπωμάτων,

στ)

ο αριθμός συνόλων δεδομένων που επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1,

ζ)

ο αριθμός συμπτώσεων για πρόσωπα που εμπίπτουν στο άρθρο 14 παράγραφος 1.

Στο τέλος κάθε έτους, καταρτίζονται στατιστικές υπό μορφήν ανασκόπησης των μηνιαίων στατιστικών για το συγκεκριμένο έτος, συμπεριλαμβανομένης μνείας του αριθμού των προσώπων για τα οποία έχει καταγραφεί σύμπτωση όσον αφορά τα στοιχεία β), γ) , δ) και ζ) .

Οι στατιστικές περιλαμβάνουν ανάλυση των δεδομένων για έκαστο των κρατών μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Άρθρο 6

Συλλογή, διαβίβαση και αντιπαραβολή των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων

1.   Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, το αργότερο εντός 48 ωρών από την υποβολή αίτησης όπως καθορίζει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού του Δουβλίνου τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των δακτύλων κάθε αιτούντος διεθνή προστασία ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών και διαβιβάζει το αργότερο εντός 24 ωρών από τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων στο κεντρικό σύστημα τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων και τα δεδομένα που ορίζονται στο άρθρο 7, στοιχεία β) έως ζ) του παρόντος κανονισμού .

Κατ’ εξαίρεση, εφόσον τα άκρα των δακτύλων έχουν υποστεί σημαντική, αλλά μόνο προσωρινή, βλάβη και δεν μπορούν να παράσχουν κατάλληλα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων ή όποτε υπάρχει ανάγκη επιβολής περιόδου απομόνωσης λόγω σοβαρής μεταδοτικής ασθένειας, η προθεσμία των 48 ωρών για τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία, κατά την παρούσα παράγραφο, δύναται να παραταθεί έως τρεις εβδομάδες κατ’ ανώτατο όριο. Η προθεσμία των 24 ωρών για τη διαβίβαση των απαιτούμενων δεδομένων ισχύει αναλόγως.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν ο αιτών διεθνή προστασία φθάνει στο υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας κράτος μέλος έπειτα από μεταφορά κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 του κανονισμού του Δουβλίνου, το υπεύθυνο κράτος μέλος αναφέρει απλώς το γεγονός της επιτυχούς μεταφοράς όσον αφορά τα οικεία δεδομένα που καταχωρίσθηκαν στο κεντρικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού , σε συμμόρφωση με τις καθοριζόμενες από τη διαχειριστική αρχή απαιτήσεις που διέπουν την ηλεκτρονική επικοινωνία με το κεντρικό σύστημα. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται σύμφωνα με το άρθρο 8 για το σκοπό της διαβίβασης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου .

3.     Το κράτος μέλος που αναλαμβάνει την ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού του Δουβλίνου, μνημονεύει το γεγονός αυτό όσον αφορά τα οικεία δεδομένα που καταχωρίστηκαν στο κεντρικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, σε συμμόρφωση με τις καθοριζόμενες από τη διαχειριστική αρχή απαιτήσεις που διέπουν την ηλεκτρονική επικοινωνία με το κεντρικό σύστημα. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται σύμφωνα με το άρθρο 8 για το σκοπό της διαβίβασης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.

4.   Τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 7 στοιχείο α), που διαβιβάζονται από ένα κράτος μέλος, αντιπαραβάλλονται αυτομάτως προς τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία έχουν διαβιβαστεί από άλλα κράτη μέλη και έχουν ήδη αποθηκευτεί στο κεντρικό σύστημα.

5.   Το κεντρικό σύστημα εξασφαλίζει ότι, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, στην αντιπαραβολή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτός από τα δεδομένα που έχουν διαβιβαστεί από άλλα κράτη μέλη, εξετάζονται επίσης τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων που έχει διαβιβάσει κατά το παρελθόν το εν λόγω κράτος μέλος.

6.   Το κεντρικό σύστημα διαβιβάζει αυτομάτως τη σύμπτωση ή το αρνητικό αποτέλεσμα της αντιπαραβολής στο κράτος μέλος προέλευσης. Στην περίπτωση που υπάρχει σύμπτωση, διαβιβάζει για όλα τα σύνολα δεδομένων που αντιστοιχούν σε αυτήν, τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 7, στοιχεία α) έως ζ), μαζί με τη σήμανση που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1.

Άρθρο 7

Καταχώριση δεδομένων

Στο κεντρικό σύστημα καταχωρίζονται μόνο τα εξής δεδομένα:

α)

τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων,

β)

το κράτος μέλος προέλευσης, ο τόπος και η ημερομηνία της αίτησης διεθνούς προστασίας,

γ)

το φύλο,

δ)

ο αριθμός μητρώου που χρησιμοποίησε το κράτος μέλος προέλευσης,

ε)

η ημερομηνία λήψεως των δακτυλικών αποτυπωμάτων,

στ)

η ημερομηνία διαβίβασης των δεδομένων στο κεντρικό σύστημα,

ζ)

ο αναγνωριστικός αριθμός χρήστη του χειριστή.

Άρθρο 8

Αποθήκευση δεδομένων

Κάθε σύνολο δεδομένων, όπως ορίζει το άρθρο 7 αποθηκεύεται στο κεντρικό σύστημα για δέκα έτη από την ημερομηνία λήψεως των δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου, το κεντρικό σύστημα απαλείφει αυτομάτως τα δεδομένα από το κεντρικό σύστημα.

Άρθρο 9

Πρόωρη απαλοιφή των δεδομένων

1.   Τα δεδομένα που αφορούν πρόσωπο το οποίο απέκτησε την ιθαγένεια οιουδήποτε κράτους μέλους ή για το οποίο έχει εκδοθεί άδεια μακράς διαμονής από κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2003/109/ΕΚ πριν από την λήξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού απαλείφονται από το κεντρικό σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 3 μόλις το κράτος μέλος προέλευσης λάβει γνώση ότι το πρόσωπο αυτό απέκτησε την προαναφερθείσα ιθαγένεια ή ότι έχει εκδοθεί τέτοια άδεια .

2.   Το κεντρικό σύστημα ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη προέλευσης σχετικά με την απαλοιφή δεδομένων για το λόγο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 1 από άλλο κράτος μέλος προέλευσης τα οποία οδήγησαν σε σύμπτωση με δεδομένα που διαβιβάστηκαν από αυτά σε σχέση με πρόσωπα που εμπίπτουν στο άρθρο 6 ή στο άρθρο 10.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΥΠΗΚΟΟΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ Ή ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ ΠΟΥ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΒΑΣΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Άρθρο 10

Συλλογή και διαβίβαση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων

1.   Κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις που ορίζουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Θεμελιωδών Ελευθεριών και η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, λαμβάνει ▐ τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των δακτύλων κάθε υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδος ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών που συλλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές ελέγχου κατά την παράνομη διάβαση δια ξηράς, θαλάσσης ή αέρος των συνόρων του εν λόγω κράτους μέλους προερχόμενος από τρίτη χώρα, ο οποίος δεν αποπέμπεται , το αργότερο εντός 48 ωρών από τη σύλληψη .

2.   Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στο κεντρικό σύστημα το αργότερο εντός 24 ωρών από τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων του υπηκόου τρίτης χώρας ή του απάτριδα, κατά την παράγραφο 1, ║ τα εξής στοιχεία σχετικά με το πρόσωπο αυτό :

α)

τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων,

β)

το κράτος μέλος προέλευσης, τον τόπο και την ημερομηνία της σύλληψης,

γ)

το φύλο,

δ)

τον αριθμό μητρώου που χρησιμοποίησε το κράτος μέλος προέλευσης,

ε)

την ημερομηνία λήψεως των δακτυλικών αποτυπωμάτων,

στ)

την ημερομηνία διαβίβασης των δεδομένων στο κεντρικό σύστημα,

ζ)

το αναγνωριστικό αριθμό χρήστη του χειριστή.

Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που τα άκρα των δακτύλων έχουν υποστεί σημαντική, αλλά μόνο προσωρινή, βλάβη και δεν μπορούν να παράσχουν κατάλληλα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων ή όποτε υπάρχει ανάγκη επιβολής περιόδου απομόνωσης λόγω σοβαρής μεταδοτικής ασθένειας, η προθεσμία των 48 ωρών για τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία, κατά την παρούσα παράγραφο, δύναται να παραταθεί έως τρεις εβδομάδες κατ’ ανώτατο όριο. Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να παρατείνουν την 48ωρη προθεσμία σε δεόντως αιτιολογημένες και αποδεδειγμένες περιπτώσεις ανωτέρας βίας για όσο διάστημα υφίστανται οι εν λόγω περιστάσεις. Η προθεσμία των 24 ωρών για τη διαβίβαση των απαιτούμενων δεδομένων ισχύει αναλόγως.

Άρθρο 11

Καταχώριση δεδομένων

1.   Τα δεδομένα κατά το άρθρο 10 παράγραφος 2 καταχωρίζονται στο κεντρικό σύστημα.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 5, τα δεδομένα που διαβιβάζονται στο κεντρικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, καταχωρίζονται με αποκλειστικό σκοπό την αντιπαραβολή με δεδομένα σχετικά με αιτούντες διεθνή προστασία τα οποία διαβιβάζονται μεταγενέστερα στο κεντρικό σύστημα.

Το κεντρικό σύστημα δεν αντιπαραβάλλει δεδομένα που του διαβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, με δεδομένα που είχαν καταχωρισθεί παλαιότερα στο κεντρικό σύστημα, ούτε με δεδομένα τα οποία διαβιβάζονται μεταγενέστερα στο κεντρικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2.

2.   Όσον αφορά την αντιπαραβολή των δεδομένων αιτούντων διεθνή προστασία που διαβιβάσθηκαν μεταγενέστερα στο κεντρικό σύστημα με τα δεδομένα κατά την παράγραφο 1, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφοι 4 και 6.

Άρθρο 12

Αποθήκευση δεδομένων

1.   Κάθε σύνολο δεδομένων σχετικά με υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 αποθηκεύεται στο κεντρικό σύστημα για ένα έτος από την ημερομηνία λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων του υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδος. Μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, το κεντρικό σύστημα απαλείφει αυτομάτως τα δεδομένα αυτά από το κεντρικό σύστημα.

2.   Τα δεδομένα σχετικά με υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 απαλείφονται από το κεντρικό σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 3 , μόλις το κράτος μέλος προέλευσης λάβει γνώση ότι συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιστάσεις, πριν από τη λήξη της περιόδου ▐ στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου:

α)

έχει εκδοθεί άδεια παραμονής για τον υπήκοο τρίτης χώρας ή τον απάτριδα,

β)

ο υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις έχει εγκαταλείψει το έδαφος των κρατών μελών,

γ)

ο υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις έχει αποκτήσει την ιθαγένεια οιουδήποτε κράτους μέλους.

3.   Το κεντρικό σύστημα ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη προέλευσης σχετικά με την απαλοιφή δεδομένων για λόγο καθοριζόμενο στην παράγραφο 2, στοιχεία α) ή β), από άλλο κράτος μέλος προέλευσης τα οποία οδήγησαν σε σύμπτωση με δεδομένα που διαβιβάστηκαν από αυτά σε σχέση με πρόσωπα που εμπίπτουν στο άρθρο 10.

4.   Το κεντρικό σύστημα ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη προέλευσης σχετικά με την απαλοιφή δεδομένων για λόγο καθοριζόμενο στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) από άλλο κράτος μέλος προέλευσης τα οποία οδήγησαν σε σύμπτωση με δεδομένα που διαβιβάστηκαν από αυτά σε σχέση με πρόσωπα που εμπίπτουν στο άρθρο 6 ή στο άρθρο 10.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΥΠΗΚΟΟΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ Ή ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ ΠΟΥ ΕΥΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ

Άρθρο 13

Αντιπαραβολή δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων

1.   Κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να ελέγξει εάν ║ υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις που ευρίσκεται παράνομα στο έδαφός του έχει προηγουμένως καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να διαβιβάζει στο κεντρικό σύστημα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία ενδεχομένως έχει λάβει από υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα, ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών, καθώς και τον αριθμό μητρώου που χρησιμοποιήθηκε από το εν λόγω κράτος μέλος.

Κατά γενικό κανόνα, υπάρχουν λόγοι για να ελεγχθεί εάν ║ υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις έχει προηγουμένως καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος όταν:

α)

ο υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις δηλώνει ότι έχει καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας αλλά δεν αναφέρει το κράτος μέλος στο οποίο υπέβαλε την αίτηση,

β)

ο υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις δεν ζητεί διεθνή προστασία αλλά αρνείται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ισχυριζόμενος ότι διατρέχει κίνδυνο, ή

γ)

ο υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις προσπαθεί να αποτρέψει την απομάκρυνσή του με άλλα μέσα, αρνούμενος να συνεργασθεί για να διαπιστωθεί η ταυτότητά του, ιδίως μη δείχνοντας έγγραφα ταυτότητας ή προσκομίζοντας πλαστά έγγραφα ταυτότητας.

2.   Στην περίπτωση που κράτη μέλη μετέχουν στη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαβιβάζουν στο κεντρικό σύστημα τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων όλων των δακτύλων, ή τουλάχιστον των δεικτών, και, στην περίπτωση που λείπουν, τα αποτυπώματα όλων των άλλων δακτύλων, των υπηκόων τρίτων χωρών ή απατρίδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαβιβάζονται στο κεντρικό σύστημα με αποκλειστικό σκοπό την αντιπαραβολή με τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων αιτούντων διεθνή προστασία που έχουν διαβιβασθεί από άλλα κράτη μέλη και έχουν ήδη καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα.

Τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων του υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδος αυτού δεν καταχωρίζονται στο κεντρικό σύστημα, ούτε αντιπαραβάλλονται με τα δεδομένα που έχουν διαβιβασθεί στο κεντρικό σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2.

4.   Όσον αφορά την αντιπαραβολή των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων που διαβιβάζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου με τα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων αιτούντων διεθνή προστασία που έχουν διαβιβάσει άλλα κράτη μέλη, τα οποία έχουν ήδη αποθηκευθεί στο κεντρικό σύστημα, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 6 παράγραφοι 4 και 6.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Άρθρο 14

Σήμανση δεδομένων

1.   Το κράτος μέλος προέλευσης που έχει χορηγήσει διεθνή προστασία σε αιτούντα διεθνή προστασία του οποίου δεδομένα καταχωρίσθηκαν προηγουμένως στο κεντρικό σύστημα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 επιθέτει σήμανση στα οικεία δεδομένα σε συμμόρφωση με τις καθοριζόμενες από τη διαχειριστική αρχή απαιτήσεις που διέπουν την ηλεκτρονική επικοινωνία με το κεντρικό σύστημα. Η σήμανση αυτή αποθηκεύεται στο κεντρικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 8 με σκοπό τη διαβίβαση βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 6.

2.   Το κράτος μέλος προέλευσης αφαιρεί τη σήμανση από δεδομένα αναφερόμενα σε υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα του οποίου δεδομένα σημάνθηκαν προηγουμένως δυνάμει της παραγράφου 1 σε περίπτωση που το καθεστώς του εν λόγω προσώπου ανακληθεί ή τερματισθεί ή δεν γίνει δεκτή η ανανέωσή του συμφώνως προς το άρθρο 14 ή 19 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ , ή εφόσον παύσει να είναι πρόσφυγας ή να δικαιούται επικουρικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 11 και 16, αντιστοίχως, της εν λόγω οδηγίας .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 15

Ευθύνη όσον αφορά τη χρησιμοποίηση δεδομένων

1.   Το κράτος μέλος προέλευσης είναι υπεύθυνο να εξασφαλίζει:

α)

τη νόμιμη καταγραφή των δακτυλικών αποτυπωμάτων,

β)

τη νόμιμη διαβίβαση στο κεντρικό σύστημα των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων και των λοιπών δεδομένων κατά τα άρθρα 7, ║ 10, παράγραφος 2, και ║ 13, παράγραφος 2,

γ)

την ακρίβεια και την ενημέρωση των δεδομένων κατά τη διαβίβασή τους στο κεντρικό σύστημα,

δ)

με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, τη νόμιμη καταχώριση, αποθήκευση, διόρθωση και απαλοιφή των δεδομένων στο κεντρικό σύστημα,

ε)

τη νόμιμη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων της αντιπαραβολής των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων που διαβιβάζονται από το κεντρικό σύστημα.

2.   Σύμφωνα με το άρθρο 19, το κράτος μέλος προέλευσης εξασφαλίζει την ασφάλεια των κατά την παράγραφο 1 δεδομένων, πριν από και κατά τη διαβίβασή τους στο κεντρικό σύστημα καθώς και την ασφάλεια των δεδομένων που λαμβάνει από το κεντρικό σύστημα.

3.   Το κράτος μέλος προέλευσης είναι υπεύθυνο για την τελική εξακρίβωση των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4.

4.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι το κεντρικό σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, η Επιτροπή:

α)

θεσπίζει μέτρα που εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που εργάζονται με αντικείμενο το κεντρικό σύστημα χρησιμοποιούν τα δεδομένα που είναι καταχωρισμένα σε αυτό μόνον κατά τρόπο που συμβιβάζεται με τους σκοπούς του Eurodac, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1,

β)

λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την ασφάλεια του κεντρικού συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 19,

γ)

εξασφαλίζει ότι μόνο τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να εργάζονται με αντικείμενο το κεντρικό σύστημα έχουν πρόσβαση σε αυτό, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του ευρωπαίου επόπτη προστασίας δεδομένων.

Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνει δυνάμει του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 16

Διαβίβαση

1.   Τα δακτυλικά αποτυπώματα υπόκεινται σε ψηφιακή επεξεργασία και διαβιβάζονται υπό τη μορφή δεδομένων που αναφέρεται στο παράρτημα Ι. Καθ’ όσον κρίνεται απαραίτητο για την αποτελεσματική λειτουργία του κεντρικού συστήματος, η διαχειριστική αρχή καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές για τη διαβίβαση της μορφής δεδομένων από τα κράτη μέλη προς το κεντρικό σύστημα και αντιστρόφως. Η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει ότι τα δεδομένα των δακτυλικών αποτυπωμάτων που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, μπορούν να αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους από το ηλεκτρονικό σύστημα αναγνώρισης των δακτυλικών αποτυπωμάτων.

2.   Τα κράτη μέλη ║ διαβιβάζουν ηλεκτρονικώς τα δεδομένα στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 7, ║10 παράγραφος 2, και ║ 13 παράγραφος 2 ║. Τα δεδομένα στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 7 και ║ 10, παράγραφος 2, καταχωρίζονται αυτομάτως στο κεντρικό σύστημα. Καθ’ όσον κρίνεται απαραίτητο για την αποτελεσματική λειτουργία του κεντρικού συστήματος, η διαχειριστική αρχή καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή ηλεκτρονική διαβίβαση των δεδομένων από τα κράτη μέλη προς το κεντρικό σύστημα και αντιστρόφως.

3.   Ο αριθμός μητρώου κατά τα άρθρα 7 στοιχείο δ) , ║ 10, παράγραφος 2, στοιχείο δ), και 13, παράγραφος 1, πρέπει να καθιστά δυνατό τον αναμφισβήτητο συσχετισμό των δεδομένων με ║ συγκεκριμένο πρόσωπο και με το κράτος μέλος το οποίο διεβίβασε τα δεδομένα. Επί πλέον, με αυτόν τον αριθμό μητρώου πρέπει να μπορεί να διαπιστώνεται εάν πρόκειται περί προσώπου υπαγομένου στο άρθρο 6, στο άρθρο 10 ή στο άρθρο 13.

4.   Ο αριθμός μητρώου αρχίζει με το κωδικό στοιχείο ή τα κωδικά στοιχεία με τα οποία χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με το πρότυπο του παραρτήματος Ι, το κράτος μέλος το οποίο διαβίβασε τα δεδομένα. Το κωδικό στοιχείο ή τα κωδικά στοιχεία ακολουθείται/ακολουθούνται από το αναγνωριστικό της κατηγορίας προσώπων. Στα πλαίσια αυτά, τα δεδομένα των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 6 χαρακτηρίζονται με τον αριθμό «1», των προσώπων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 10 με τον αριθμό «2» και των προσώπων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 13 με τον αριθμό «3».

5.   Η διαχειριστική αρχή καθορίζει τις τεχνικές διαδικασίες που απαιτούνται ώστε τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι το κεντρικό σύστημα λαμβάνει αναμφισβήτητα δεδομένα.

6.   Το κεντρικό σύστημα πιστοποιεί την παραλαβή των διαβιβασθέντων δεδομένων, το ταχύτερο δυνατόν. Για το σκοπό αυτό, η διαχειριστική αρχή καθορίζει τις απαραίτητες τεχνικές προδιαγραφές ώστε να διασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τη βεβαίωση παραλαβής, εάν ζητείται.

Άρθρο 17

Αντιπαραβολή και διαβίβαση των αποτελεσμάτων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη διαβίβαση των δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων σε μορφή κατάλληλη για την αντιπαραβολή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος αναγνώρισης των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Καθ’ όσον κρίνεται αναγκαία η διασφάλιση υψηλού βαθμού ακρίβειας για τα αποτελέσματα της αντιπαραβολής από το κεντρικό σύστημα, η διαχειριστική αρχή καθορίζει την κατάλληλη μορφή των διαβιβαζόμενων δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Το κεντρικό σύστημα ελέγχει, το συντομότερο δυνατόν, την ποιότητα των διαβιβασθέντων δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Εάν τα δεδομένα των δακτυλικών αποτυπωμάτων δεν είναι κατάλληλα για αντιπαραβολή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος αναγνώρισης των δακτυλικών αποτυπωμάτων, το κεντρικό σύστημα ζητά, το συντομότερο δυνατόν, από το κράτος μέλος να διαβιβάσει δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων της ενδεδειγμένης ποιότητας.

2.   Το κεντρικό σύστημα διεξάγει τις αντιπαραβολές ακολουθώντας τη σειρά αφίξεως των αιτήσεων. Κάθε αίτηση πρέπει να διεκπεραιώνεται εντός 24ώρου. Ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητάει, για λόγους που έχουν σχέση με το εθνικό δίκαιο, ▐ να γίνεται ιδιαίτερα επείγουσα αντιπαραβολή εντός μιας ώρας. Εάν, για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται η διαχειριστική αρχή, οι προθεσμίες επεξεργασίας δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν, το κεντρικό σύστημα διεκπεραιώνει την αίτηση κατά προτεραιότητα μόλις παύσουν να ισχύουν οι λόγοι αυτοί. Στις περιπτώσεις αυτές, εφ’ όσον κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του κεντρικού συστήματος, η διαχειριστική αρχή καθορίζει κριτήρια ώστε να εξασφαλίζεται η κατά προτεραιότητα διεκπεραίωση των αιτήσεων.

3.   Καθ’ όσον κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του κεντρικού συστήματος, η διαχειριστική αρχή καθορίζει τις επιχειρησιακές διαδικασίες για την επεξεργασία των λαμβανομένων δεδομένων και για τη διαβίβαση του αποτελέσματος της αντιπαραβολής.

4.   Το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής ελέγχεται πάραυτα από το κράτος μέλος προέλευσης. Η τελική εξακρίβωση πραγματοποιείται από το κράτος μέλος προέλευσης, σε συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού του Δουβλίνου.

Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το κεντρικό σύστημα και αφορούν άλλα δεδομένα που αποδεικνύονται αναξιόπιστα, απαλείφονται ▐ μόλις διαπιστωθεί η αναξιοπιστία των δεδομένων.

5.   Οσάκις από την τελική εξακρίβωση βάσει της παραγράφου 4 προκύπτει ότι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής που προήλθε από το κεντρικό σύστημα είναι ανακριβές, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν το γεγονός αυτό στην Επιτροπή , στη διαχειριστική αρχή και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων .

Άρθρο 18

Επικοινωνία μεταξύ κρατών μελών και του κεντρικού συστήματος

Τα δεδομένα που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη προς το κεντρικό σύστημα και αντίστροφα χρησιμοποιούν την επικοινωνιακή υποδομή την οποία παρέχει η διαχειριστική αρχή. Καθ’ όσον κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του κεντρικού συστήματος, η διαχειριστική αρχή καθορίζει τις τεχνικές διαδικασίες που απαιτούνται για τη χρήση της επικοινωνιακής υποδομής.

Άρθρο 19

Ασφάλεια των δεδομένων

1.   Το ▐ κράτος μέλος προέλευσης κατοχυρώνει την ασφάλεια των δεδομένων πριν και κατά τη διάρκεια της διαβίβασής τους στο κεντρικό σύστημα. Κάθε κράτος μέλος κατοχυρώνει την ασφάλεια των δεδομένων που λαμβάνει από το κεντρικό σύστημα.

2.   Κάθε κράτος μέλος, στο εθνικό του σύστημα, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένου σχεδίου ασφαλείας, ώστε:

α)

να προβλέπεται η υλική προστασία των δεδομένων, καθώς και σχέδια έκτακτης ανάγκης για την προστασία υποδομών ζωτικής σημασίας·

β)

να εμποδίζεται η πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων προσώπων στις εθνικές εγκαταστάσεις εντός των οποίων το κράτος μέλος προβαίνει σε ενέργειες σύμφωνα με τους σκοπούς του Eurodac (έλεγχος εισόδου στην εγκατάσταση)·

γ)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή αφαίρεση των υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος υποθεμάτων δεδομένων)·

δ)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη εισαγωγή δεδομένων και η μη εξουσιοδοτημένη επιθεώρηση, τροποποίηση ή διαγραφή αποθηκευμένων προσωπικών δεδομένων (έλεγχος αποθήκευσης)·

ε)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη επεξεργασία δεδομένων στο Eurodac καθώς και οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων που έχουν υποστεί επεξεργασία στο Eurodac (έλεγχος της εισαγωγής δεδομένων)·

στ)

να εξασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα για πρόσβαση στο Eurodac έχουν πρόσβαση μόνο σε δεδομένα που καλύπτονται από τις άδειες πρόσβασής τους, με ατομικές και μοναδικές ταυτότητες χρήστη και μόνο με εμπιστευτικούς κωδικούς πρόσβασης (έλεγχος πρόσβασης στα δεδομένα)·

ζ)

να εξασφαλίζεται ότι όλες οι αρχές που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στο Eurodac δημιουργούν προφίλ τα οποία περιγράφουν τις λειτουργίες και τις ευθύνες των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα με την πρόσβαση, εισαγωγή, ενημέρωση, διαγραφή και αναζήτηση στα δεδομένα και ότι διαθέτουν τα προφίλ τους στις εθνικές εποπτικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 24, αμελλητί, κατόπιν αιτήσεώς τους (προφίλ προσωπικού)·

η)

να μπορεί να ελέγχεται και να εξακριβώνεται σε ποιες αρχές μπορούν να διαβιβάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μέσω εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος της διαβίβασης)·

θ)

να μπορεί να ελέγχεται και να εξακριβώνεται ποια δεδομένα έχουν υποστεί επεξεργασία στο Eurodac, πότε, από ποιον και για ποιο σκοπό (έλεγχος της καταχώρισης δεδομένων)·

ι)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων προς ή από το Eurodac, ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων, κυρίως με κατάλληλες τεχνικές κρυπτογράφησης (έλεγχος μεταφοράς)·

ια)

να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα των μέτρων ασφάλειας της παρούσας παραγράφου και να λαμβάνονται τα απαραίτητα οργανωτικά μέτρα εσωτερικού ελέγχου ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό (αυτοέλεγχος).

3.     Όλες οι αρχές που συμμετέχουν στο σύστημα Eurodac αποτρέπουν την πρόσβαση σε δεδομένα ή τη διαβίβαση των δεδομένων που είναι καταχωρισμένα στο Eurodac σε αρχές τρίτης μη εξουσιοδοτημένης χώρας, ιδίως στο κράτος προέλευσης των προσώπων που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

4.   Η διαχειριστική αρχή λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να επιτύχει τους στόχους της παραγράφου 2 όσον αφορά τη λειτουργία του Eurodac, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης σχεδίου ασφαλείας.

5.     Η διαχειριστική αρχή θεσπίζει κοινή δέσμη απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν τα πρόσωπα προκειμένου να τους επιτρέπεται η πρόσβαση στο Eurodac.

Άρθρο 20

Πρόσβαση σε δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί στο Eurodac και διόρθωση ή απαλοιφή τους

1.   Το κράτος μέλος προέλευσης έχει πρόσβαση στα δεδομένα τα οποία διαβίβασε και τα οποία έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Δεν επιτρέπεται σε κανένα κράτος μέλος να διενεργεί έρευνες στα δεδομένα που έχει διαβιβάσει άλλο κράτος μέλος, ούτε να λαμβάνει τέτοια δεδομένα, πλην εκείνων που προκύπτουν από την αντιπαραβολή που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 6.

2.   Οι αρχές των κρατών μελών οι οποίες, σύμφωνα με την παράγραφο 1, έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που είναι καταχωρισμένα στο κεντρικό σύστημα είναι εκείνες που ορίζει κάθε κράτος μέλος με σκοπό την εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 1. Με τον εν λόγω καθορισμό προσδιορίζεται επακριβώς η μονάδα η οποία είναι επιφορτισμένη με τα καθήκοντα που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει αμελλητί στην Επιτροπή και στη διαχειριστική αρχή κατάλογο των αρχών αυτών και τις τυχόν τροποποιήσεις του , στην περίπτωση τροποποιήσεων το αργότερο 30 ημέρες από την τροποποίηση του καταλόγου . Η διαχειριστική αρχή δημοσιεύει τον ενοποιημένο κατάλογο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περίπτωση που επέρχονται τροποποιήσεις στον κατάλογο, η διαχειριστική αρχή δημοσιεύει ενημερωμένο ενοποιημένο κατάλογο ετησίως.

3.   Μόνο το κράτος μέλος προέλευσης έχει δικαίωμα να τροποποιεί τα δεδομένα που έχει διαβιβάσει στο κεντρικό σύστημα, διορθώνοντας ή συμπληρώνοντας τα εν λόγω δεδομένα ή να τα διαγράφει, με την επιφύλαξη της απαλοιφής που πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 ή του άρθρου 12, παράγραφος 1.

4.   Εάν ║ κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή έχει ενδείξεις από τις οποίες ║ προκύπτει ότι τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα είναι προδήλως ανακριβή, ειδοποιεί, το συντομότερο δυνατό, το κράτος μέλος προέλευσης.

Εάν ║ κράτος μέλος έχει ενδείξεις από τις οποίες ║ προκύπτει ότι, τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα αντιβαίνουν προς τον παρόντα κανονισμό, ειδοποιεί, το συντομότερο δυνατό, την Επιτροπή και το κράτος μέλος προέλευσης. Το τελευταίο ελέγχει τα σχετικά δεδομένα και, εφόσον συντρέχει λόγος, τα τροποποιεί ή τα διαγράφει αμελλητί.

5.   Η διαχειριστική αρχή δεν διαβιβάζει στις αρχές τρίτης χώρας ούτε θέτει στη διάθεσή τους δεδομένα καταχωρισμένα στο κεντρικό σύστημα, εκτός αν εξουσιοδοτηθεί ρητώς προς τούτο στα πλαίσια κοινοτικής συμφωνίας για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς προσδιορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας.

Άρθρο 21

Τήρηση αρχείων

1.   Η διαχειριστική αρχή τηρεί αρχείο όλων των εργασιών επεξεργασίας δεδομένων στα πλαίσια του κεντρικού συστήματος. Στα αρχεία αυτά πρέπει να φαίνονται ο σκοπός της πρόσβασης, η ημερομηνία και η ώρα, τα διαβιβασθέντα δεδομένα, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για έρευνα και τα ονόματα τόσο της μονάδας που εισήγαγε ή ανέκτησε τα δεδομένα όσο και των υπεύθυνων προσώπων.

2.   Τα αρχεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο, ως προς την προστασία των δεδομένων, του επιτρεπτού της επεξεργασίας των δεδομένων, καθώς και για να διασφαλίζεται η ασφάλεια των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 19. Τα αρχεία ▐ προστατεύονται με κατάλληλα μέτρα από κάθε αυθαίρετη πρόσβαση και απαλείφονται μετά την παρέλευση ενός έτους από τη λήξη της περιόδου αποθήκευσης που προβλέπει το άρθρο 8 και το άρθρο 12 παράγραφος 1, εφόσον δεν είναι απαραίτητα για διαδικασίες ελέγχου που έχουν ήδη κινηθεί.

3.   Έκαστο κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 σε σχέση με το εθνικό του σύστημα. Επιπλέον, έκαστο κράτος μέλος τηρεί μητρώο για το προσωπικό που είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο να εισάγει ή να ανακτά δεδομένα.

Άρθρο 22

Ευθύνη

1.   Κάθε πρόσωπο ή κράτος μέλος που υπέστη ζημία, ως αποτέλεσμα παράνομης επεξεργασίας ή οποιασδήποτε πράξης ║ δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, δικαιούται να λαμβάνει αποζημίωση από το κράτος μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο για τη ζημία που υπέστη. Το εν λόγω κράτος μέλος απαλλάσσεται, πλήρως ή εν μέρει, από την ευθύνη αυτή, εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός.

2.   Εάν η παράλειψη ενός κράτους μέλους να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού προκαλέσει ζημία στο κεντρικό σύστημα, το εν λόγω κράτος μέλος θεωρείται υπεύθυνο για την εν λόγω ζημία, εκτός εάν, και στο μέτρο που, η διαχειριστική αρχή ή κάποιο άλλο κράτος μέλος έχει παραλείψει να λάβει τα δέοντα μέτρα για να προλάβει την πρόκληση της ζημίας ή να περιορίσει τις συνέπειές της.

3.   Οι απαιτήσεις αποζημίωσης κατά κράτους μέλους για τις ζημίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, διέπονται από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους κατά του οποίου προβάλλονται.

Άρθρο 23

Δικαιώματα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα

1.   Κάθε πρόσωπο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό ενημερώνεται από το κράτος μέλος προέλευσης γραπτώς και, στις κατάλληλες περιπτώσεις, προφορικώς, σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή την οποία μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι κατανοεί, σχετικά με:

α)

την ταυτότητα του υπευθύνου της επεξεργασίας και του αντιπροσώπου του, αν υπάρχει,

β)

το σκοπό για τον οποίο θα γίνει επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν μέσα στο Eurodac συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των στόχων του κανονισμού του Δουβλίνου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού,

γ)

τους αποδέκτες των δεδομένων,

δ)

αναφορικά με πρόσωπο καλυπτόμενο από το άρθρο 6 ή το άρθρο 10, την υποχρέωση λήψης των δακτυλικών του αποτυπωμάτων,

ε)

το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που το αφορούν και το δικαίωμα να ζητά διόρθωση ανακριβών δεδομένων που το αφορούν ή απαλοιφή των δεδομένων που το αφορούν τα οποία υπέστησαν παράνομη επεξεργασία καθώς και τις διαδικασίες άσκησης αυτών των δικαιωμάτων , συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας με τον υπεύθυνο της επεξεργασίας και με τις εθνικές εποπτικές αρχές κατά το άρθρο 24 , οι οποίες εξετάζουν τις προσφυγές σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Σε σχέση με πρόσωπο καλυπτόμενο από το άρθρο 6 ή το άρθρο 10, οι αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες παρέχονται κατά τη λήψη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων.

Σε σχέση με πρόσωπο καλυπτόμενο από το άρθρο 13, οι αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες παρέχονται το αργότερο όταν διαβιβάζονται στο κεντρικό σύστημα τα δεδομένα που το αφορούν. Η υποχρέωση αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν η παροχή των πληροφοριών είναι αδύνατη ή θα απαιτούσε δυσανάλογη προσπάθεια.

Εάν το πρόσωπο που εμπίπτει στον παρόντα κανονισμό είναι ανήλικος, τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες κατά τρόπο ενδεδειγμένο για άτομα της συγκεκριμένης ηλικίας.

2.   Σε κάθε κράτος μέλος, οιοδήποτε υποκείμενο των δεδομένων μπορεί, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους, να ασκεί τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης παροχής άλλων πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 12 στοιχείο α) της οδηγίας 95/46/ΕΚ, το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για τα δεδομένα που το αφορούν τα οποία έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα και για το κράτος μέλος το οποίο διαβίβασε τα δεδομένα αυτά στο κεντρικό σύστημα. Η πρόσβαση στα δεδομένα μπορεί να χορηγείται μόνον από κράτος μέλος.

3.   Σε κάθε κράτος μέλος, οιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση των προδήλως εσφαλμένων δεδομένων ή την απαλοιφή των δεδομένων που δεν έχουν καταχωρισθεί νομίμως. Η διόρθωση και η απαλοιφή διενεργούνται χωρίς υπερβολική καθυστέρηση από το κράτος μέλος που διαβίβασε τα δεδομένα, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του.

4.   Εάν τα δικαιώματα διόρθωσης και απαλοιφής ασκούνται σε κράτος μέλος, άλλο από εκείνο, ή εκείνα, που διαβίβασε(-αν) τα δεδομένα, οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους έρχονται σε επαφή με τις αρχές του σχετικού κράτους μέλους, ή κρατών μελών, προκειμένου αυτές να εξακριβώσουν αν τα δεδομένα είναι ακριβή και έχουν νομίμως διαβιβασθεί και καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα.

5.   Εάν διαπιστωθεί ότι τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα είναι προδήλως ανακριβή ή δεν έχουν καταχωρισθεί νομίμως, το κράτος μέλος που τα διαβίβασε, διορθώνει ή διαγράφει τα δεδομένα, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 3. Το εν λόγω κράτος μέλος επιβεβαιώνει γραπτώς στο υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς υπερβολική καθυστέρηση, ότι ανέλαβε να διορθώσει ή να διαγράψει τα δεδομένα που το αφορούν.

6.   Εάν το κράτος μέλος το οποίο διαβίβασε τα δεδομένα δεν συμφωνεί ότι τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα είναι προδήλως ανακριβή ή δεν έχουν καταχωρισθεί νομίμως, εξηγεί γραπτώς στο υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς υπερβολική καθυστέρηση, για ποιον λόγο δεν προτίθεται να διορθώσει ή να απαλείψει τα δεδομένα.

Το εν λόγω κράτος μέλος παρέχει επίσης στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες σχετικά με τα διαβήματα στα οποία μπορεί να προβεί εάν δεν δέχεται τις προβαλλόμενες εξηγήσεις. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τον τρόπο άσκησης προσφυγής ή, ενδεχομένως, κατάθεσης μηνύσεως ενώπιον των αρμοδίων αρχών ή δικαστηρίων του, καθώς και κάθε οικονομική ή άλλη αρωγή που μπορεί να παρασχεθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους.

7.   Οιοδήποτε αίτημα υποβάλλεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του υποκειμένου των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την άσκηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 και καταστρέφονται αμέσως μετά.

8.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται ενεργά για την ταχεία άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στις παραγράφους 3, 4 και 5.

9.   Οσάκις ║ πρόσωπο ζητά δεδομένα που το αφορούν δυνάμει της παραγράφου 2 , η αρμόδια αρχή τηρεί αρχείο στο οποίο καταχωρίζεται εγγράφως η υποβολή της αίτησης και θέτει αμελλητί το σχετικό έγγραφο στη διάθεση των εθνικών εποπτικών αρχών για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 24 , εφόσον της το ζητήσουν.

10.   Σε κάθε κράτος μέλος, η εθνική εποπτική αρχή επικουρεί το υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 4 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του.

11.   Η εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους που διαβίβασε τα δεδομένα και η εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται το υποκείμενο των δεδομένων, του παρέχουν βοήθεια και, εφόσον τους ζητηθεί, συμβουλές σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης ή απαλοιφής των δεδομένων. Οι δύο εθνικές εποπτικές αρχές συνεργάζονται για τον σκοπό αυτό. Τα αιτήματα συνδρομής μπορούν να υποβάλλονται στην εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται το υποκείμενο των δεδομένων, η οποία τα διαβιβάζει στην εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους που διαβίβασε τα δεδομένα.

12.   Σε κάθε κράτος μέλος, οιοδήποτε πρόσωπο μπορεί, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους, να ασκήσει προσφυγή ή, εφόσον είναι αναγκαίο, να καταθέσει μήνυση ενώπιον των αρμοδίων αρχών ή των δικαστηρίων του εν λόγω κράτους μέλους, εάν δεν του αναγνωρίζεται το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στην παράγραφο 2.

13.   Οιοδήποτε πρόσωπο μπορεί, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του κράτους μέλους που διαβίβασε δεδομένα, να ασκήσει προσφυγή ή, εφόσον είναι αναγκαίο, να καταθέσει μήνυση ενώπιον των αρμοδίων αρχών ή δικαστηρίων του εν λόγω κράτους μέλους σχετικά με δεδομένα που το αφορούν, τα οποία έχουν καταχωρισθεί στο κεντρικό σύστημα, προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η υποχρέωση των εθνικών εποπτικών αρχών να παρέχουν βοήθεια και, εφόσον τους ζητηθεί, συμβουλές στο υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 11, ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Άρθρο 24

Άσκηση εποπτείας από εθνική εποπτικ αχή

1.   Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε η εθνική εποπτική αρχή ή αρχές που ορίζονται στο άρθρο 28, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46/ΕΚ να εποπτεύουν με πλήρη ανεξαρτησία, σύμφωνα με το σχετικό εθνικό του δίκαιο, τη νομιμότητα της επεξεργασίας, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το εν λόγω κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασής τους στο κεντρικό σύστημα.

2.   Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι, η εθνική εποπτική αρχή του έχει πρόσβαση σε συμβουλές από πρόσωπα με επαρκείς γνώσεις στον τομέα των δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Άρθρο 25

Άσκηση εποπτείας από τον ευρωπαίο επόπτη προστασίας δεδομένων

1.   Ο ευρωπαίος επόπτης προστασίας δεδομένων ελέγχει εάν οι δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από μέρους της διαχειριστικής αρχής διεξάγονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζονται αναλόγως. Ο ευρωπαίος επόπτης προστασίας δεδομένων δύναται να ζητήσει από τη διαχειριστική αρχή οιαδήποτε πληροφορία κριθεί αναγκαία για την επιτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού αυτού.

2.   Ο ευρωπαίος επόπτης προστασίας δεδομένων μεριμνά ώστε να διενεργείται τουλάχιστον ανά τετραετία έλεγχος των δραστηριοτήτων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της διαχειριστικής αρχής σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου. Η έκθεση ελέγχου διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, τη διαχειριστική αρχή και τις εθνικές εποπτικές αρχές. Η διαχειριστική αρχή δύναται να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση προτού αυτή εγκριθεί.

Άρθρο 26

Συνεργασία μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και του ευρωπαίου επόπτη προστασίας δεδομένων

1.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές και ο ευρωπαίος επόπτης προστασίας δεδομένων, έκαστος στο πεδίο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων του, συνεργάζονται ενεργά στο πλαίσιο των ευθυνών τους και εξασφαλίζουν τη συντονισμένη εποπτεία του Eurodac.

2.   Οι ανωτέρω αρχές, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, ανταλλάσσουν σχετικές πληροφορίες, αλληλοβοηθούνται κατά τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων, εξετάζουν τυχόν δυσκολίες όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, διερευνούν προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν κατά την άσκηση ανεξάρτητης εποπτείας ή κατά την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, συντάσσουν εναρμονισμένες προτάσεις ώστε να εξευρεθούν κοινές λύσεις σε τυχόν προβλήματα και προάγουν κατά τον δέοντα τρόπο την ευαισθητοποίηση όσον αφορά τα δικαιώματα για την προστασία δεδομένων.

3.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές και ο ευρωπαίος επόπτης προστασίας δεδομένων συνεδριάζουν για το σκοπό αυτό τουλάχιστον δις ετησίως. Τα έξοδα των συνεδριάσεων αυτών και οι υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη διεξαγωγή τους αναλαμβάνονται από τον ευρωπαίο επόπτη προστασίας δεδομένων. Κατά την πρώτη συνεδρίαση εγκρίνονται οι σχετικοί διαδικαστικοί κανόνες. Αναλόγως των αναγκών, γίνεται από κοινού η επεξεργασία περαιτέρω μεθόδων εργασίας. Κοινή έκθεση δραστηριοτήτων διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τη διαχειριστική αρχή ανά διετία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 27

Δαπάνες

1.   Οι δαπάνες που προκύπτουν από την εγκατάσταση και τη λειτουργία του κεντρικού συστήματος και της επικοινωνιακής υποδομής βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Οι δαπάνες που αφορούν τις εθνικές μονάδες και τα έξοδα για την σύνδεσή τους με το κεντρικό σύστημα βαρύνουν κάθε κράτος μέλος.

Άρθρο 28

Ετήσια έκθεση: παρακολούθηση και αξιολόγηση

1.   Η διαχειριστική αρχή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες του κεντρικού συστήματος. Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση και την απόδοση του Eurodac σε σύγκριση με προκαθορισμένους ποσοτικούς δείκτες για τους στόχους κατά την παράγραφο 2.

2.   Η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει την ύπαρξη διαδικασιών για την παρακολούθηση της λειτουργίας του κεντρικού συστήματος σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους, όσον αφορά την απόδοση, τη σχέση κόστους-αποτελέσματος και την ποιότητα των υπηρεσιών.

3.   Για τους σκοπούς της τεχνικής συντήρησης, της υποβολής εκθέσεων και της κατάρτισης στατιστικών, η διαχειριστική αρχή διαθέτει πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με πράξεις επεξεργασίας εκτελούμενες στο κεντρικό σύστημα.

4.   Ανά διετία, η διαχειριστική αρχή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έκθεση για την τεχνική λειτουργία του κεντρικού συστήματος καθώς και της σχετικής ασφάλειας.

5.   Τρία έτη μετά την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 33 παράγραφος 2, και κάθε τέσσερα έτη εφεξής, η Επιτροπή προβαίνει σε συνολική αξιολόγηση του Eurodac, η οποία συνίσταται στην εξέταση των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων σε σχέση με τους τεθέντες στόχους και σε εκτίμηση του εάν εξακολουθεί να ισχύει η λογική θεμελίωση του συστήματος, της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά το κεντρικό σύστημα και της ασφάλειας του κεντρικού συστήματος, καθώς και σε εκτίμηση των τυχόν επιπτώσεων σε μελλοντικές ενέργειες. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στη διαχειριστική αρχή και στην Επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπόνηση των εκθέσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5.

7.   Η διαχειριστική αρχή παρέχει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που χρειάζεται για τις συνολικές αξιολογήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5.

Άρθρο 29

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι κάθε χρήση δεδομένων που εισάγονται στο κεντρικό σύστημα η οποία αντιτίθεται στους σκοπούς του Eurodac, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, τιμωρείται με επιβολή κυρώσεων που είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές και περιλαμβάνουν διοικητικές ή/και ποινικές κυρώσεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 30

Πεδίο εδαφικής εφαρμογής

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται σε κανένα έδαφος στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός του Δουβλίνου.

Άρθρο 31

Μεταβατική διάταξη

Τα δεδομένα που κλειδώνονται στο κεντρικό σύστημα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 ║ ξεκλειδώνονται και επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού κατά την ημερομηνία που καθορίζεται στο άρθρο 33 παράγραφος 2.

Άρθρο 32

Κατάργηση διατάξεων

Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 ║ και ║ (ΕΚ) αριθ. 407/2002 ║ καταργούνται με ισχύ από την ημερομηνία που προβλέπει το άρθρο 33, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού.

Οι παραπομπές στους καταργούμενους κανονισμούς νοούνται με βάση τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙΙ.

Άρθρο 33

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την ημερομηνία που θα δημοσιεύσει η Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν πληρωθούν οι εξής προϋποθέσεις:

α)

κάθε κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή ότι έχει προβεί στις αναγκαίες τεχνικές προσαρμογές για τη διαβίβαση δεδομένων στο κεντρικό σύστημα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και

β)

η Επιτροπή έχει προβεί στις αναγκαίες τεχνικές προσαρμογές ώστε να μπορεί να αρχίσει η λειτουργία του κεντρικού συστήματος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Τα κράτη μέλη ειδοποιούν την Επιτροπή αμέσως μόλις θεσπισθούν οι προσαρμογές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

4.     Κατά τη μεταβατική περίοδο στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 4, κάθε μνεία του παρόντος κανονισμού στη διαχειριστική αρχή νοείται ως μνεία στην Επιτροπή.

║ Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

║,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Μαΐου 2009.

(2)  ΕΕ L 316, ║ 15.12.2000, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 62, ║ 5.3.2002, σ. 1.

(4)  ΕΕ L …

(5)   ΕΕ L 304, 30.9.2004, σ. 12.

(6)   ΕΕ L 16, 23.1.2004, σ. 44.

(7)  ΕΕ L 281, ║ 23.11.1995, σ. 31.

(8)  ΕΕ L 8, ║ 12.1.2001, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 12, ║ 17.1.2004, σ. 47.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Μορφή δεδομένων για την ανταλλαγή των δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων

Ορίζεται η ακόλουθη μορφή για την ανταλλαγή των δεδομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων:

ANSI/NIST-ITL 1a-1997, Έκδ.3, Ιούνιος 2001 (INT-1) και κάθε μελλοντική περαιτέρω εξέλιξη αυτού του προτύπου.

Πρότυπο κωδικών στοιχείων των κρατών μελών

Ισχύει το εξής πρότυπο του ISO: ISO 3166 - κώδικας δύο στοιχείων.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Καταργούμενοι κανονισμοί

(κατά το άρθρο 32)

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 316, ║ 15.12.2000, σ. 1.)

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 407/2002 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 62, 5.3.2002, σ. 1.)

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Πίνακας αντιστοιχίας

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1, παράγραφος 1

Άρθρο 1, παράγραφος 1

Άρθρο 1, παράγραφος 2,πρώτο εδάφιο

Άρθρο 3, παράγραφος 1

Άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 3, παράγραφος 4

Άρθρο 1, παράγραφος 3

Άρθρο 1, παράγραφος 2

Άρθρο 2

Άρθρο 2

Άρθρο 3, παράγραφος 1

Άρθρο 3, παράγραφος 1

Άρθρο 3, παράγραφος 2

Άρθρο 3, παράγραφος 3

Άρθρο 3, παράγραφος 3

Άρθρο 5

Άρθρο 3, παράγραφος 4

Άρθρο 4, παράγραφος 1

Άρθρο 6, παράγραφος 1

Άρθρο 4, παράγραφος 2

Άρθρο 4, παράγραφος 3

Άρθρο 6, παράγραφος 4

Άρθρο 4, παράγραφος 4

Άρθρο 6, παράγραφος 5

Άρθρο 4, παράγραφος 5

Άρθρο 6, παράγραφος 6

Άρθρο 4, παράγραφος 6

Άρθρο 17, παράγραφος 4

Άρθρο 4, παράγραφος 7

Άρθρο 5

Άρθρο 7

Άρθρο 6

Άρθρο 8

Άρθρο 7

Άρθρο 9

Άρθρο 8

Άρθρο 10

Άρθρο 9

Άρθρο 11

Άρθρο 10

Άρθρο 12

Άρθρο 11, παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 11 παράγραφος 5

Άρθρο 12

Άρθρο 14

Άρθρο 13

Άρθρο 15

Άρθρο 14

Άρθρο 19

Άρθρο 15

Άρθρο 20

Άρθρο 16

Άρθρο 21

Άρθρο 17

Άρθρο 22

Άρθρο 18

Άρθρο 23

Άρθρο 19

Άρθρο 24

Άρθρο 20

Άρθρο 25

Άρθρο 21

Άρθρο 27

Άρθρο 22

Άρθρο 23

Άρθρο 24

Άρθρο 28

Άρθρο 25

Άρθρο 29

Άρθρο 26

Άρθρο 30

Άρθρο 27

Άρθρο 33

Παράρτημα ΙΙ


Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 407/2002

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 16

Άρθρο 3

Άρθρο 17

Άρθρο 4

Άρθρο 18

Άρθρο 5, παράγραφος 1

Άρθρο 3, παράγραφος 3

Παράρτημα Ι

Παράρτημα Ι

Παράρτημα ΙΙ