17.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 277/109


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/48/ΕΚ για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις»

COM(2008) 727 τελικό - 2008/0215 (CNS)

(2009/C 277/23)

Εισηγητής: ο κ. BURANI

Στις 2 Δεκεμβρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 94 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την:

«Πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/48/ΕΚ για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις»

(COM(2008) 727 τελικό - 2008/0215 (CNS)).

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και νομισματική ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του την 1η Απριλίου 2009, με βάση την έκθεση του εισηγητή κ. BURANI.

Κατά την 453η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και της 14ης Μαΐου 2009 (συνεδρίαση της 13ης Μαΐου 2009), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 193 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 8 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Σύνοψη και συστάσεις

1.1.   Η πρόταση οδηγίας που υποβλήθηκε από την Επιτροπή αποσκοπεί στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2003/48/EK – η οποία περιορίζεται επί του παρόντος στους τόκους από αποταμίευση – σε μια σειρά νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων των οποίων τα παραγόμενα οφέλη δεν εμπίπτουν στις ισχύουσες διατάξεις.

1.2.   Η ΕΟΚΕ δηλώνει απολύτως σύμφωνη με την εν λόγω πρωτοβουλία, εκφράζει ωστόσο ενδοιασμούς σχετικά με ορισμένες διοικητικές και νομικές επιπλοκές που επιφέρουν οι νέοι κανόνες. Η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη αυτού του προβλήματος και έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να περιορίσει στο ελάχιστο τις επιβαλλόμενες διαδικασίες. Πρόκειται για αξιέπαινη προσπάθεια η οποία προσκρούει εντούτοις στην πολυπλοκότητα των νέων προβλεπόμενων απαιτήσεων και στη δυσκολία εφαρμογής των σχετικών διατάξεων.

1.3.   Εξαιρετικά σημαντική πτυχή αποτελεί το κόστος, το οποίο θα επιβάρυνε όχι μόνον τους ενδιαφερομένους φορείς, και άρα την αγορά εν γένει, αλλά και τις φορολογικές διοικήσεις, τόσο από πλευράς διαχείρισης όσο και από πλευράς διενέργειας διεξοδικότερων και εκτενέστερων ελέγχων. Η απλοποίηση των διαδικασιών μπορεί να μην είναι εύκολη, είναι όμως απαραίτητη. Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει επίσης ότι η ποιότητα των πληροφοριών έχει μεγαλύτερη σημασία από το κόστος: οι δύσκολοι ή πολύπλοκοι κανόνες συνεπάγονται πληροφορίες αμφιβόλου ποιότητας.

1.4.   Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης ιδιαίτερα ότι απαιτείται να αποφευχθεί η μονομερής εφαρμογή των νέων κανόνων μόνον από την ΕΕ: χωρίς συμφωνίες με τρίτες χώρες και με «χώρες εντός συμφωνίας» υπάρχει πράγματι κίνδυνος να παρατηρηθεί μια μαζική μετατόπιση των συναφών δραστηριοτήτων από την Ευρώπη προς άλλες περιοχές. Συγχρόνως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να βρεθεί η Ευρώπη σε εξαιρετικά άνιση θέση από πλευράς ανταγωνισμού σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Η ΕΕ θα πρέπει επομένως να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με στόχο την ταυτόχρονη υιοθέτηση ανάλογων μέτρων από τα κυριότερα χρηματοπιστωτικά κέντρα του κόσμου.

2.   Εισαγωγή

2.1.   Η οδηγία 2003/48/ΕΚ καθιέρωσε τις απαραίτητες διαδικασίες για την παρακράτηση φόρου επί των τόκων αποταμίευσης που προέρχονται από ένα κράτος μέλος και προορίζονται σε δικαιούχους οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι άλλου κράτους μέλους. Τον Σεπτέμβριο του 2008 η Επιτροπή υπέβαλε έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με τον αντίκτυπο της οδηγίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισαν οι φορολογικές διοικήσεις των κρατών μελών της ΕΕ για τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

2.2.   Τα θετικά συμπεράσματα της έκθεσης αυτής ενθάρρυναν την Επιτροπή να εξακολουθήσει να επιδιώκει τη σταδιακή τελειοποίηση της αρχικής οδηγίας, επεκτείνοντας συγχρόνως το πεδίο εφαρμογής της. Κατά συνέπεια, εισήχθησαν νέοι ορισμοί των εννοιών του «πραγματικού δικαιούχου» και του «φορέα πληρωμής», διευρύνθηκε το φάσμα των χρηματοπιστωτικών προϊόντων των οποίων τα οφέλη εμπίπτουν στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας και αναθεωρήθηκαν ή τροποποιήθηκαν πολυάριθμες διαδικαστικές πτυχές.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά την ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε η Επιτροπή για την κατάρτιση της παρούσας πρότασης, την οποία δεν μπορεί παρά να επικροτήσει πλήρως ως προς τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές της. Οι διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη συνέβαλαν στη θέσπιση νέων κανόνων με στόχο τη βελτίωση των ήδη υφισταμένων, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική φορολόγηση των εισοδημάτων προς όφελος των φορολογικών διοικήσεων των κρατών μελών και διορθώνουν έμμεσα τις στρεβλώσεις κατά τις μετακινήσεις κεφαλαίων. Υφίστανται, εντούτοις, ορισμένες πτυχές σχετικά με τις οποίες η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οφείλει να εκφράσει ορισμένες επιφυλάξεις.

3.2.   Στο σύνολό της, η πρόταση της Επιτροπής φαίνεται να διαπνέεται από μια λογική σταδιακής προσαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας στην πραγματικότητα μιας χρηματοπιστωτικής αγοράς η οποία – πριν από την εκδήλωση της παρούσας κρίσης – κατακλύστηκε από πληθώρα καινοτόμων προϊόντων που είναι δύσκολο να ταξινομηθούν και διαθέτουν χαρακτηριστικά τα οποία δεν προβλέπονταν από την οδηγία του 2003. Διάφορα από τα προϊόντα αυτά παρέχουν ως εκ τούτου, δυνατότητα παράκαμψης της φορολογικής νομοθεσίας κατά τρόπο εντελώς νόμιμο· είναι επομένως λογικό να επιδιωχθεί η εξάλειψη αυτού του νομοθετικού κενού στο πλαίσιο της νέας οδηγίας, με τη συμπερίληψη στην έννοια των «εισοδημάτων από αποταμιεύσεις» (τόκων) και ορισμένων άλλων εισοδημάτων προερχόμενων από καινοτόμα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή άλλα είδη ασφάλισης ζωής, τα οποία και θα πρέπει άλλωστε να διευκρινισθούν σαφέστερα. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με αυτήν την προσέγγιση, αλλά επισημαίνει, ότι ο σκοπός αυτής της επέκτασης δεν είναι η συμπερίληψη των γενικών ασφαλειών ζωής, συντάξεως και ετήσιας προσόδου, δεδομένου ότι ο προορισμός αυτών είναι η κάλυψη μακροπρόθεσμων κινδύνων. Επιπλέον, λόγω της ποικιλομορφίας και του πολυσύνθετου χαρακτήρα των καινοτόμων χρηματοπιστωτικών προϊόντων – δεν θα είναι πάντοτε εύκολος ο υπολογισμός του ποσού του δηλωτέου εισοδήματος ή της φορολογητέας βάσης του.

Στην εισαγωγή του υπό εξέταση εγγράφου, η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι κατά την κατάρτιση της πρότασης οδηγίας συνεκτιμήθηκε ο διοικητικός φόρτος που συνεπάγονται για τους ενδιαφερομένους φορείς οι τροποποιήσεις που προτίθεται να επιφέρει στη βασική οδηγία και ότι ζητήθηκε, προς το σκοπό αυτό, η γνώμη τόσο των εθνικών φορολογικών διοικήσεων όσο και της ομάδας εμπειρογνωμόνων που συγκροτήθηκε εκείνη την εποχή σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της Συνθήκης.

3.3.1.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά, εντούτοις, ότι – παρά τις ενδιαφέρουσες προτάσεις – το αδύναμο σημείο της πρότασης συνίσταται ουσιαστικά στην αισθητή αύξηση του διοικητικού φόρτου που προκύπτει για τους ενδιαφερομένους φορείς, σε συνδυασμό με την ανάγκη τροποποίησης των υφιστάμενων ηλεκτρονικών διαδικασιών ή εισαγωγής άλλων εντελώς καινούριων. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι νέοι κανόνες φαίνεται ότι προξενούν αμφιβολίες ή δυσκολίες ως προς την εφαρμογή τους. Η γενική εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι τα συμφέροντα των εθνικών φορολογικών διοικήσεων – οι οποίες είναι προφανώς υπέρ των αλλαγών εφόσον αποτελούν τους αποδέκτες των εν λόγω διατάξεων – έχουν υπερισχύσει έναντι της εκτίμησης ότι η επιβολή οποιουδήποτε πρόσθετου φόρτου για τους ενδιαφερομένους φορείς καταλήγει αναπόφευκτα σε επιβάρυνση των καταναλωτών και, γενικότερα, της αγοράς. Ας μη λησμονείται ότι δύσκολοι ή πολύπλοκοι κανόνες συνεπάγονται συχνά πληροφορίες μέτριας ποιότητας.

3.3.2.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία τη διαφύλαξη των θεμελιωδών εννοιών από τις οποίες εμπνέεται η παρούσα πρόταση και την πραγματοποίηση μόνον των τροποποιήσεων που – χωρίς να αλλοιώνουν την εμβέλεια των διατάξεων – είναι χρήσιμες για την απλοποίηση και τον περιορισμό του κόστους των διοικητικών διαδικασιών, με την ταυτόχρονη παροχή διευκρινίσεων όπου αυτές αποδεικνύονται απαραίτητες. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των διαδικασιών που προβλέπονται για να διαπιστωθεί η ταυτότητα και ο τόπος κατοικίας των επενδυτών: οι τροποποιήσεις που προτείνονται από τη Επιτροπή θέτουν υπερβολικά ανελαστικές και επαχθείς απαιτήσεις. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στις εν λόγω τροποποιήσεις θα πρέπει να λαμβάνονται ως γνώμονας οι πρόσφατες συστάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων σε θέματα συμμόρφωσης προς τις φορολογικές υποχρεώσεις (FISCO – Fiscal Compliance Expert Group), ενός συμβουλευτικού οργάνου που συστάθηκε από την ίδια την Επιτροπή, το οποίο, σχετικά με τις αιτήσεις απαλλαγής, πρότεινε η παρακράτηση του φόρου στην πηγή να αποδεικνύεται από τους επενδυτές με «αυτοπιστοποίηση» του τόπου κατοικίας τους.

3.3.3.   Εν πάση περιπτώσει, απαιτείται να αναγνωριστεί ρητά στο πλαίσιο της οδηγίας μια αρχή θεμελιώδους σημασίας: όλες οι νέες διαδικασίες, διατάξεις και υποχρεώσεις, θα πρέπει να εφαρμόζονται από τη στιγμή έναρξης ισχύος της νέας οδηγίας, χωρίς αναδρομική ισχύ. Οι ηλεκτρονικές διαδικασίες έχουν πράγματι προγραμματιστεί βάσει της ισχύουσας οδηγίας: η επιβολή νέων απαιτήσεων με αναδρομική ισχύ θα επέφερε μακρές και περίπλοκες τροποποιήσεις.

3.4.   Η Επιτροπή έχει αναμφίβολα επίγνωση της πολυπλοκότητας των απαιτήσεων που επιβάλλονται στους ενδιαφερομένους φορείς· και πράγματι η οδηγία αναμένεται να τεθεί σε ισχύ τρία έτη μετά από την ημερομηνία δημοσίευσής της, χρονικό διάστημα το οποίο κρίνεται λογικό και ενδεδειγμένο. Εντούτοις, η εμπειρία που αποκτήθηκε στο πλαίσιο της προηγούμενης οδηγίας κατέδειξε ότι διάφορα κράτη μέλη προέβησαν στην υιοθέτηση των κατάλληλων κανονιστικών διατάξεων με σημαντική καθυστέρηση, γεγονός το οποίο προκάλεσε εν συνεχεία διοικητικά προβλήματα στους ενδιαφερομένους φορείς. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να προβλεφθεί στην υπό εξέταση πρόταση ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιήσουν τις διατάξεις εφαρμογής τουλάχιστον δύο έτη πριν από την έναρξης ισχύος της οδηγίας.

3.5.   Η ισότητα των όρων του ανταγωνισμού (level playing field) με τις «χώρες εντός συμφωνίας» (agreement countries) – η οποία αναφέρεται στην 24η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας του 2003 – έχει επιτευχθεί μόνον εν μέρει και εν πάση περιπτώσει δεν ισχύει στην περίπτωση των χωρών που δεν έχουν προσχωρήσει στη συμφωνία· στην παρούσα πρόταση δεν προβλέπεται δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της νέας οδηγίας σε τρίτες χώρες. Παρότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο διεξαγωγής διαπραγματεύσεων ενόψει της σύναψης μιας νέας συμφωνίας, εντούτοις η κρίση που πλήττει επί του παρόντος την αγορά καθιστά μάλλον απίθανη βραχυπρόθεσμα τη θετική έκβαση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Η ισότητα των όρων του ανταγωνισμού δεν θα ήταν ο μόνος στόχος ο οποίος θα υφίστατο πλήγμα: η διαφυγή κεφαλαίων θα είχε πολύ σοβαρότερες συνέπειες και αποτελεί ενδεχόμενο σχετικά με το οποίο είχαν εκφραστεί φόβοι στην προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη· εντούτοις, στη νέα πρόταση δεν γίνεται αναφορά στο ενδεχόμενο αυτό. Η ΕΟΚΕ δεν θεωρεί επιθυμητή τη δημιουργία νέων αποκλίσεων μεταξύ των υποχρεώσεων των φορέων πληρωμής των κρατών μελών και των αντίστοιχων φορέων άλλων χωρών, είτε πρόκειται για «χώρες εντός συμφωνίας», για τρίτες χώρες ή για άλλα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη. Η θέση αυτή ισχύει και όσον αφορά την εξαγγελθείσα επέκταση της οδηγίας και σε άλλου είδους έσοδα.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

Η πρόταση περιέχει μια σειρά νέων ρυθμίσεων σχετικά με τα αποδεικτικά έγγραφα που απαιτείται να προσκομίζονται για τον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων και του τόπου φορολογικής κατοικίας τους. Ειδικότερα, το άρθρο 3(2) ορίζει ότι – παράλληλα με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης – πρέπει επίσης να παρέχεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου (1), η δομή του οποίου ποικίλλει από τη μια χώρα στην άλλη, ενώ σύμφωνα με την ισχύουσα οδηγία απαιτείται μόνον η παροχή ή του ενός ή του άλλου στοιχείου. Θα μπορούσε ενδεχομένως να επέλθει μια απλοποίηση με την αντικατάσταση του αριθμού φορολογικού μητρώου – όποτε κάτι τέτοιο κρίνεται εφικτό – από τον προσδιορισμό της ημερομηνίας και του τόπου γέννησης, στοιχείο το οποίο θεωρείται επαρκές σε όλα τα κράτη μέλη για την εξακρίβωση της ταυτότητας κάθε μόνιμου κατοίκου.

4.1.1.   Πρόσθετη επαχθή απαίτηση συνιστά η υποχρέωση διαρκούς επικαιροποίησης των αρχικά παρεχόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι μια τέτοιου είδους επικαιροποίηση είναι σχεδόν αδύνατον να εφαρμοστεί, ενώ συγχρόνως αποτελεί εξαιρετικά επαχθή υποχρέωση: κατά συνέπεια, προτείνει τα αποδεικτικά στοιχεία να εξακολουθούν να θεωρούνται έγκυρα, υπό τον όρο ότι πληρούνται τα προβλεπόμενα πρότυπα σχετικά με τη «βέλτιστη διαθέσιμη ενημέρωση».

4.1.2.   Θα μπορούσε να πει κανείς, βάσει των διαδοχικών διευκρινίσεων, ότι τόσο ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ), όσο και η επικαιροποίηση των στοιχείων έχουν χαρακτήρα προαιρετικό, με την έννοια ότι πρέπει να γνωστοποιούνται μόνον όταν βρίσκονται στην κατοχή του ενδιάμεσου. Έτσι όμως δεν θα είχαν πλέον έρεισμα οι αντιρρήσεις που διατυπώνονται, ούτε συνεπώς οι επαχθείς διαδικασίες.

Το νέο άρθρο 4(1) διευρύνει την έννοια του πραγματικού δικαιούχου – ενώ συγχρόνως την εναρμονίζει με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στην οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (2005/60/ΕΚ) – και προβλέπει μια υποχρεωτική διαδικασία έρευνας στην περίπτωση ορισμένων νομικών οντοτήτων και δομών τρίτων χωρών, σύμφωνα με τις ενδείξεις που παρέχονται στο παράρτημα Ι της πρότασης οδηγίας. Κατά συνέπεια, μια πληρωμή που πραγματοποιείται προς όφελος τέτοιων νομικών οντοτήτων ή δομών θεωρείται ότι γίνεται προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου, κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

4.2.1.   Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τις αποκλίσεις και τις αντινομίες που υφίστανται μεταξύ των στόχων που επιδιώκονται από την οδηγία σχετικά με τη φορολόγηση των αποταμιεύσεων και από την προαναφερθείσα οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ενώ με την πρώτη οδηγία ζητείται από τους φορείς πληρωμής ο προσδιορισμός των φορολογουμένων που πρέπει να δηλώσουν τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις στο κράτος μέλος της μόνιμης κατοικίας τους, με τη δεύτερη οδηγία επιβάλλεται στους φορείς πληρωμής να πιστοποιήσουν όχι μόνον την ταυτότητα της επιχείρησης ή της νομικής δομής που είναι δικαιούχος του εκάστοτε λογαριασμού, αλλά και την ταυτότητα του προσώπου που κατέχει, ελέγχει ή αποκομίζει έσοδα από την εν λόγω επιχείρηση ή νομική δομή. Επιπλέον, ενώ η οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εφαρμόζεται με τη δέουσα αυστηρότητα μόνον σε ύποπτες περιπτώσεις, η υπό εξέταση πρόταση θα πρέπει να ισχύει για όλους τους δικαιούχους. Η διαφορά έγκειται στον βαθμό εμβάθυνσης των ερευνών που απαιτούνται για τις περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων, που υπερβαίνουν κατά πολύ τη «δέουσα επιμέλεια» της φορολογικής νομοθεσίας. Η τήρηση των προτεινόμενων κανόνων δεν είναι λοιπόν απλώς και μόνο δύσκολη, αλλά συγχρόνως δαπανηρή και αβέβαιη.

Το άρθρο 4(2) αποσαφηνίζει την έννοια του «φορέα πληρωμής κατά την είσπραξη»· δηλαδή της μη φορολογούμενης οντότητας η οποία, κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας της «χώρας κεντρικής διαχείρισης», δεν φορολογείται για τα εισοδήματά της ή για μέρος των εισοδημάτων της που αποδίδονται στα μέλη της τα οποία δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας αυτής (οι κατηγορίες των εν λόγω φορέων, οι οποίοι ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, παρατίθενται στο Παράρτημα ΙΙΙ της πρότασης οδηγίας). Ως «χώρα κεντρικής διαχείρισης» νοείται η χώρα μόνιμης κατοικίας του προσώπου που κατέχει τον τίτλο της κύριας ιδιοκτησίας και εξασφαλίζει τη διαχείριση των διαφόρων δραστηριοτήτων. Οι πληρωμές που λαμβάνονται ή εξασφαλίζονται προς όφελος του «φορέα πληρωμής κατά την είσπραξη» θεωρείται ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τους πραγματικούς δικαιούχους, οι οποίοι είναι οι νόμιμοι αποδέκτες των φορολογήσιμων εισοδημάτων.

4.3.1.   Η επέκταση της έννοιας του «φορέα πληρωμής κατά την είσπραξη», που είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή στην πράξη σύμφωνα με τους κανόνες της ισχύουσας οδηγίας, θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά διοικητικά και συστημικά προβλήματα στους αρχικούς φορείς, και μάλιστα παρά τον κατάλογο των τυπολογιών που περιέχεται στο Παράρτημα ΙΙΙ. Επιπλέον, ο τόπος «αποτελεσματικού ελέγχου» ενδέχεται να είναι δύσκολο να προσδιοριστεί στην περίπτωση του αρχικού φορέα. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω καινοτομίες δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες από πλευράς λειτουργικότητας και διαχείρισης. Όχι μόνον ανατίθενται νέα και επαχθή καθήκοντα και συνακόλουθες ευθύνες στους φορείς πληρωμής κατά την είσπραξη, αλλά συγχρόνως πιστεύεται ότι και οι φορολογικές διοικήσεις θα επιβαρυνθούν με περίπλοκες και δαπανηρές διαδικασίες. Οι ενδιαφερόμενοι φορείς έχουν ήδη υποδείξει τα προβλήματα που αναμένεται ότι θα προκύψουν λόγω της υιοθέτησης των προτεινόμενων μέτρων, προβάλλοντας επιχειρήματα τεχνικής φύσεως τα οποία είναι υπερβολικά πολύπλοκα για τους αδαείς. Η ΕΟΚΕ δεν θεωρεί ότι οφείλει να λάβει θέση επί του θέματος, αλλά καλεί την Επιτροπή και τους νομοθέτες να συνεκτιμήσουν δεόντως τα προβλήματα που επισημαίνονται από τους ενδιαφερόμενους φορείς: πολύ συχνά η αδυναμία υλοποίησης των επιδιωκόμενων στόχων απορρέει από το γεγονός ότι η νομοθεσία έχει υποτιμήσει τις πρακτικές δυσκολίες.

Το άρθρο 6 αντανακλά την προσπάθεια που καταβάλλει η Επιτροπή προκειμένου να συμπεριληφθούν στον ορισμό των «τόκων» όλα τα έσοδα που προέρχονται από επενδύσεις: η μακρά και ενδελεχής απαρίθμηση περιπτώσεων αποσκοπεί στη φορολόγηση ακόμη και των εισοδημάτων που αποτελούν προϊόν καινοτόμων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τα οποία είτε είναι ασυνήθιστα είτε δεν καλύπτονται από τους ισχύοντες κανόνες. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι από αυτήν την άποψη η Επιτροπή έχει καταβάλει μια αξιέπαινη προσπάθεια για την εφαρμογή της αρχής της ίσης φορολογικής μεταχείρισης των φορολογουμένων, ανεξαρτήτως της μορφής, του ορισμού ή του βαθμού εξειδίκευσης των επενδύσεών τους· συγχρόνως, όμως, κρίνει αναγκαία την προάσπιση της ανταγωνιστικότητας των χρηματοπιστωτικών και των ασφαλιστικών αγορών της ΕΕ: η εφαρμογή των κανονιστικών διατάξεων της νέας οδηγίας, ακόμη και εκ μέρους των «χωρών εντός συμφωνίας» και των τρίτων χωρών θα πρέπει επομένως να αποτελέσει βασική προϋπόθεση προς διαπραγμάτευση προτού τεθούν σε ισχύ οι νέοι κανόνες. Οποιαδήποτε έλλειψη ισορροπίας η οποία θα έθετε την Ευρώπη σε δυσμενή θέση δεν θα μπορούσε ασφαλώς να εκληφθεί ως η βέλτιστη δυνατή λύση.

4.4.1.   Σε διάφορες παραγράφους του εν λόγω άρθρου ορίζονται οι διαδικασίες που οφείλει να τηρεί ο φορέας πληρωμής, ο οποίος συχνά αποτελεί διαφορετική οντότητα από τον εκδότη των χρηματοπιστωτικών μέσων ή από τον φορέα παροχής των δεδομένων. Η πλειονότητα των διαδικασιών αυτών περιλαμβάνει αναλύσεις, έρευνες ή αξιολογήσεις οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις δεν εξαρτώνται από τον φορέα πληρωμής: για λόγους στοιχειώδους ίσης μεταχείρισης απαιτείται να προβλεφθεί ρητά ότι ο φορέας πληρωμής – εφόσον αποδείξει ότι έχει, ως όφειλε, πραγματοποιήσει προσεκτικό έλεγχο και ενεργήσει καλή τη πίστη – δεν είναι υπεύθυνος έναντι των φορολογικών διοικήσεων όταν τα κοινοποιούμενα στοιχεία προκύπτουν από πληροφορίες παρεχόμενες από τρίτους που δεν μπορούν να επαληθευθούν σύμφωνα με τα συνήθη μέσα έρευνας. Θα πρέπει, άλλωστε, να προβλεφθεί εξίσου ρητά ότι η ευθύνη βαρύνει τους ενδιάμεσους φορείς ή τους άμεσα ενδιαφερομένους που έχουν προσκομίσει εσφαλμένες, ελλιπείς ή ψευδείς πληροφορίες.

Βρυξέλλες, 13 Μαΐου 2009.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Στα αγγλικά: TIN (Tax Idenfication Number)· στα γαλλικά: NIF (Numéro d'Identification Fiscale).