28.1.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 21/3


Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008
Ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αριθ. 8/2007 όσον αφορά τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας

P6_TA(2008)0581

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με την ειδική έκθεση αριθ. 8/2007 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας (2008/2151(INI))

2010/C 21 E/03

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση αριθ. 8/2007 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι απαντήσεις της Επιτροπής (1),

έχοντας υπόψη την απόφαση 2007/436/ΕΚ/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007 για το σύστημα ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2),

έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου των Προϋπολογισμών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6-0427/2008),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η φοροδιαφυγή και η απάτη στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) δεν πλήττουν μόνο τη χρηματοδότηση των προϋπολογισμών των κρατών μελών, αλλά και το σύστημα ιδίων πόρων της ΕΕ, καθώς οι μειώσεις στους ιδίους πόρους ΦΠΑ πρέπει να αντισταθμιστούν με αύξηση των ιδίων πόρων ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ), με αποτέλεσμα οι στρεβλώσεις που προκαλεί η απάτη στον τομέα του ΦΠΑ να επηρεάζουν τη συνολική ισορροπία του συστήματος ιδίων πόρων,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της 31ης Μαΐου 2006 σχετικά με την ανάγκη χάραξης συντονισμένης στρατηγικής με σκοπό τη βελτίωση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής (COM(2006)0254), παρατήρησε ότι τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούσαν επαρκώς τις δυνατότητες διοικητικής συνεργασίας που προσφέρει η δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 (3) ενίσχυση του νομικού πλαισίου, και θεώρησε το επίπεδο διοικητικής συνεργασίας δυσανάλογο του όγκου του ενδοκοινοτικού εμπορίου,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάλυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην ειδική έκθεση αριθ. 8/2007, σχετικά με το εάν οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών πραγματοποιούνται έγκαιρα και αποτελεσματικά και εάν υπάρχουν οι ενδεδειγμένες διοικητικές δομές και διαδικασίες ώστε να ενισχύεται η διοικητική συνεργασία, επιβεβαίωσε ότι ο κύριος στόχος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003, δηλαδή η αποτελεσματική διοικητική συνεργασία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στον τομέα του ΦΠΑ, δεν έχει επιτευχθεί,

1.

επιδοκιμάζει την ειδική έκθεση αριθ. 8/2007 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία παρέχει ανεξάρτητη αξιολόγηση της διοικητικής συνεργασίας στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ και διεξοδική ανάλυση των επιδόσεων των κρατών μελών και του ρόλου της Επιτροπής· συμπεραίνει ότι, βάσει των ευρημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 δεν συνιστά αποτελεσματικό εργαλείο για τη διοικητική συνεργασία, καθώς ορισμένα κράτη μέλη παρακωλύουν την εφαρμογή του και ο ρόλος της Επιτροπής είναι περιορισμένος·

Ποσοτικός προσδιορισμός της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ

2.

έχει επίγνωση του γεγονότος ότι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής και της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, καθώς πολλά κράτη μέλη δεν συγκεντρώνουν ή δεν δημοσιεύουν δεδομένα· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις που παραθέτει το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι απώλειες εσόδων από τον ΦΠΑ ανήλθαν σε 17 δισεκατομμύρια ευρώ στη Γερμανία για το 2005 και σε 18,2 δισεκατομμύρια ευρώ στο Ηνωμένο Βασίλειο για το φορολογικό έτος 2005-2006· επισημαίνει ότι το μέγεθος της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ ενδέχεται να υπερβαίνει τον συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό της Κοινότητας·

3.

επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να ξεκινήσει μελέτη για τη διατύπωση αξιόπιστων εκτιμήσεων σχετικά με τη φορολογική απάτη, συμπεριλαμβανομένης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, στα διάφορα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει τις αρμόδιες επιτροπές του Κοινοβουλίου σχετικά με τα πορίσματα της μελέτης μόλις είναι διαθέσιμα·

4.

ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να δώσουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στην χάραξη κοινής προσέγγισης όσον αφορά τον ποσοτικό προσδιορισμό και την ανάλυση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, με την οποία να είναι δυνατόν να αξιολογείται αν τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη κατά της φοροδιαφυγής και της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ είναι αποτελεσματικά ή εάν απλώς οδηγούν στη μεταφορά της απάτης με τον ΦΠΑ σε άλλους οικονομικούς τομείς ή κράτη μέλη·

5.

ζητεί από το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν πλήρως υπόψη τις συστάσεις της Επιτροπής Επαφών των Ανωτάτων Οργάνων Ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Δεκεμβρίου 2007, οι οποίες περιλαμβάνουν προτάσεις σχετικά με το πώς μπορούν τα κράτη μέλη να βελτιώσουν τις εκτιμήσεις τους και σχετικά με τον τρόπο για τη δημιουργία ενιαίου μοντέλου εκτίμησης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ·

Προβλήματα στις επιδόσεις των αρχών των κρατών μελών

6.

ανησυχεί για τις ελλείψεις που διαπιστώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο σε ό,τι αφορά τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα του ΦΠΑ·

7.

εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο παρατήρησε ότι σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υπάρχουν στοιχειώδεις προϋποθέσεις για αποτελεσματική συνεργασία· συγκεκριμένα επισημαίνει τις εξής ελλείψεις:

για το ήμισυ περίπου των αιτημάτων διαβίβασης πληροφοριών από ένα κράτος μέλος σε άλλο δεν δίδεται απάντηση εντός της προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας,

η οργανωτική δομή των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης, δηλαδή των βασικών διόδων για την ανταλλαγή πληροφοριών, έχει συμβάλει στις καθυστερήσεις· η Ιταλία και οι Κάτω Χώρες διαίρεσαν τις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσής τους σε τμήματα χωρίς να μεριμνήσουν για τον αποτελεσματικό συντονισμό τους, η δε Γερμανία χώρισε τις δικές της κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης σε υπηρεσίες χωρίς να ενημερώσει δεόντως τα άλλα κράτη μέλη,

υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ του αριθμού των αιτήσεων για διαβίβαση πληροφοριών που διατείνεται ότι έχει λάβει ένα κράτος μέλος και του αριθμού που διατείνεται ότι του έχει αποστείλει άλλο κράτος μέλος· η Ιταλία δηλώνει ότι έλαβε κατά 54 % λιγότερες αιτήσεις και η Γερμανία κατά 32 % περισσότερες, από ό, τι δηλώνουν τα άλλα κράτη μέλη για το 2005·

8.

ζητεί από τα κράτη μέλη να εγγυηθούν την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήσεως· είναι πεπεισμένο ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας περί ΦΠΑ (4) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003, που αποσκοπούν στη μείωση των χρονικών περιθωρίων συγκέντρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών, θα αποφέρουν ολοκληρωμένα αποτελέσματα μόνο εάν τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη θεσπίσουν μηχανισμούς παρακολούθησης για να διασφαλιστεί ότι θα παρέχονται έγκαιρα απαντήσεις στις αιτήσεις· ζητεί από την Επιτροπή να το ενημερώσει σχετικά με την πρόοδο που έχουν σημειώσει τα επιμέρους κράτη μέλη όσον αφορά τη σύσταση μηχανισμών παρακολούθησης και να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητά τους·

9.

ζητεί από το Συμβούλιο να εξετάσει το θέμα της απόκλισης μεταξύ του αριθμού των αιτήσεων για ενημέρωση που δηλώνει ότι έχει λάβει ένα κράτος μέλος και των αιτήσεων που δηλώνουν τα άλλα κράτη μέλη ότι του έχουν αποστείλει, και να επιλύσει επειγόντως αυτό το πρόβλημα·

10.

συνιστά στην Επιτροπή, στο πλαίσιο των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων τους σύμφωνα με τη στρατηγική της Λισαβόνας, τα κράτη μέλη να ενημερώνουν τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των προϋποθέσεων σε σχέση τα δεδομένα· θεωρεί ότι είναι σημαντικό, όταν η διαβίβαση δεδομένων από ένα κράτος μέλος στο άλλο υπόκειται σε συστηματική καθυστέρηση, η Επιτροπή να κινεί διαδικασίες προσφυγής επί παραβάσει κατά των κρατών μελών που καθυστερούν τη διαβίβαση δεδομένων·

11.

καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την περαιτέρω ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και το συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών σε ό, τι αφορά τις οργανωτικές ρυθμίσεις της διοικητικής συνεργασίας·

12.

ζητεί από τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν πλήρως τη δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών στις τοπικές φορολογικές υπηρεσίες τους, για την επίσπευση της συνεργασίας και τη βελτίωσης της ποιότητάς της· επισημαίνει ότι το 2007 η Επιτροπή διέθεσε ασφαλή δίαυλο ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ των τοπικών υπηρεσιών στα διάφορα κράτη μέλη·

13.

αναγνωρίζει ότι η ειδική συνεργασία σε επίπεδο ΕΕ αποτελεί ουσιαστικό μέσο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν πλήρως τη δυνατότητα της καθιέρωσης αποτελεσματικής διοικητικής συνεργασίας μεταξύ τοπικών φορολογικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

14.

επισημαίνει ότι το Βέλγιο ίδρυσε το Eurocanet (European Carousel Network — ευρωπαϊκό δίκτυο για την καταπολέμηση της αλυσιδωτής απάτης) για τη βελτίωση της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών· επισημαίνει ότι, σήμερα συμμετέχουν 24 κράτη μέλη σε αυτήν την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με εταιρείες ύποπτες για συμμετοχή σε απάτες αφανούς εμπόρου·

15.

σημειώνει ότι, σύμφωνα με εμπειρογνώμονες, το Eurocanet επιτρέπει στις φορολογικές διοικητικές αρχές να εντοπίζουν την απάτη στον τομέα του ΦΠΑ ταχύτερα, καθώς προβλέπει συνολική ανταλλαγή πληροφοριών, χρησιμοποιεί τις βελγικές αρχές ως κεντρικό συντονιστικό φορέα και προβλέπει τη συμμετοχή επιχειρησιακών διοικητικών υπηρεσιών για την καταπολέμηση της απάτης·

16.

παρατηρεί, εντούτοις, ότι η αποτελεσματικότητα του Eurocanet μειώνεται λόγω του γεγονότος ότι τρία σημαίνοντα κράτη μέλη —η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο— δεν συμμετέχουν σε αυτό· ζητεί από τη Γερμανία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ενταχθούν στο Eurocanet·

17.

εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με το γεγονός ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον ΦΠΑ (VIES) λόγω καθυστερήσεων κατά τη συγκέντρωση και εισαγωγή των δεδομένων και λόγω προβλημάτων στη διόρθωση λανθασμένων δεδομένων· ζητεί από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να επανορθώσουν επειγόντως αυτές τις αδυναμίες έως τα τέλη του 2008·

18.

αδυνατεί να κατανοήσει, για ποιον λόγο τα κράτη μέλη, παρά τις προσπάθειες της Επιτροπής να διευκολύνει την επίτευξη συμφωνίας, ακόμη δεν έχουν συμφωνήσει επί κοινών κριτηρίων για την ακύρωση αριθμών φορολογικού μητρώου ΦΠΑ, παρόλο που η δυνατότητα ταχείας απόσυρσης αριθμών φορολογικού μητρώου ΦΠΑ συνιστά καίριο στοιχείο για τον τερματισμό και την πρόληψη της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ·

19.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούν επαρκώς τους ταυτόχρονους πολυμερείς ελέγχους, παρότι η Κοινότητα προβλέπει τη χρηματοδότησή τους και παρότι κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορούν να αποφέρουν θετικά αποτελέσματα·

20.

εκφράζει τη λύπη του, ιδιαίτερα μέσα από το πρίσμα των ανωτέρω ελλείψεων που εντόπισε το Ελεγκτικό Συνέδριο όσον αφορά τη Γερμανία, για το γεγονός ότι η Γερμανία δεν συμμορφώθηκε προς το αίτημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου· υποστηρίζει την άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι η άρνηση της Γερμανίας συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεών της δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ· επισημαίνει ότι η Επιτροπή έχει κινήσει διαδικασία προσφυγής επί παραβάσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της Γερμανίας· καλεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να πραγματοποιήσει τον σχεδιαζόμενο έλεγχο στη Γερμανία, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι υπάρχει παράβαση·

21.

σημειώνει ότι η ομάδα εργασίας του Συμβουλίου σχετικά με τα φορολογικά ζητήματα συζήτησε την ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου· ζητεί από το Συμβούλιο να υιοθετήσει επίσημα συμπεράσματα σχετικά με τις διαπιστώσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως συμβαίνει για τις άλλες ειδικές εκθέσεις κατά τη διαδικασία της απαλλαγής της Επιτροπής, πριν από τον Δεκέμβριο του 2008·

Συνέχεια που δόθηκε στα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τη θέσπιση νέων κοινοτικών νομοθετικών μέτρων

22.

χαιρετίζει τις προτάσεις της Επιτροπής για την τροποποίηση της οδηγίας ΦΠΑ (5) και του κανονισμού για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του ΦΠΑ (6), προκειμένου να επιταχυνθεί η συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με ενδοκοινοτικές συναλλαγές από το 2010 και επέκεινα, και προτρέπει το Συμβούλιο να εγκρίνει ταχέως τα προταθέντα μέτρα·

23.

καλεί την Επιτροπή να υποβάλει περαιτέρω προτάσεις με σκοπό να ενισχυθεί η ικανότητα των κρατών μελών να συλλέγουν μη καταβληθέντα ΦΠΑ, καθιστώντας από κοινού τους εμπόρους αυστηρά υπεύθυνους για απώλειες φορολογικών εσόδων σε περιπτώσεις όπου η μη συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων έχει διευκολύνει την απάτη·

24.

καλεί την Επιτροπή να υποβάλει περαιτέρω προτάσεις για την αυτοματοποιημένη πρόσβαση όλων των κρατών μελών σε ορισμένα μη ευαίσθητα δεδομένα τα οποία τηρούν τα κράτη μέλη σχετικά με τους φορολογούμενους πολίτες τους, καθώς και για την εναρμόνιση των διαδικασιών σχετικά με την εγγραφή και τη διαγραφή από το μητρώο των υπόχρεων σε καταβολή ΦΠΑ, με στόχο να διασφαλιστούν ο ταχύς εντοπισμός και η διαγραφή των πλαστών φορολογουμένων·

Ο σημερινός ρόλος της Επιτροπής και οι μελλοντικές προοπτικές

25.

σημειώνει ότι, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003, η Επιτροπή αξιολογεί τη λειτουργία της διοικητικής συνεργασίας και συγκεντρώνει την πείρα των κρατών μελών· επισημαίνει την πρόθεση της Επιτροπής να καθιερώσει σύστημα εποπτείας με ποσοτικά προσδιορισμένους δείκτες προκειμένου να αξιολογεί εάν τα κράτη μέλη είναι σε θέση να παρέχουν αμοιβαία αποτελεσματική συνδρομή και εάν όντως το πράττουν· ζητεί από την Επιτροπή να ενημερώσει το Κοινοβούλιο για την κατάσταση των πραγμάτων, πριν από την έναρξη της προσεχούς διαδικασίας απαλλαγής·

26.

επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει πρόσβαση στο περιεχόμενο των πληροφοριών που ανταλλάσσονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003, αλλά ο ρόλος της περιορίζεται στη συντήρηση και ανάπτυξη του δικτύου επικοινωνίας· συμφωνεί με το Ελεγκτικό Συνέδριο, ότι έτσι περιορίζεται η ικανότητα της Επιτροπής να εντοπίζει τις αιτίες των προβλημάτων και να υποδεικνύει λύσεις·

27.

σημειώνει ότι τα κράτη μέλη αρνούνται να χορηγήσουν στην Επιτροπή (OLAF) πρόσβαση στο περιεχόμενο των δεδομένων που ανταλλάσσονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 και των δεδομένων που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του Eurocanet· επισημαίνει τη θέση της Επιτροπής (OLAF) ότι, εάν της χορηγούνταν πρόσβαση στα δεδομένα, θα προέκυπτε σημαντική προστιθέμενη αξία με την πραγματοποίηση αναλύσεων των τάσεων και των προσφάτως εντοπισμένων πρακτικών εξαπάτησης από κοινοτική οπτική γωνία·

28.

σημειώνει ότι, τον Απρίλιο του 2008, η Europol άνοιξε αναλυτικό φάκελο εργασίας σχετικά με την ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου, με στόχο τον εντοπισμό των αυτουργών της απάτης, την αποκάλυψη των εγκληματικών τους δικτύων και την ανάλυση των συνηθέστερων μορφών ενδοκοινοτικής απάτης αφανούς εμπόρου·

29.

επισημαίνει τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008, που συμφώνησε στη θέσπιση ενός νέου μηχανισμού για βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στην καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, του αποκαλούμενου «Eurofisc»· επισημαίνει ότι ο Eurofisc θα βασίζεται στο Eurocanet· επισημαίνει, περαιτέρω, ότι σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή που υιοθέτησε το Συμβούλιο Ecofin, ο Eurofisc θα αποτελεί αποκεντρωμένο δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, στο οποίο θα μπορούν να συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη σε προαιρετική βάση, η δε οργάνωσή του θα γίνει με τη συμφωνία των κρατών μελών και τη στήριξη της Επιτροπής·

30.

συμφωνεί ότι για την επίτευξη ουσιαστικής προόδου στη συνεργασία για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ απαιτείται ισχυρή πολιτική δυναμική· είναι πεπεισμένο, ωστόσο, ότι η καθιέρωση του Eurofisc μπορεί να προσφέρει προστιθέμενη αξία μόνο αν η συμμετοχή σε αυτό είναι υποχρεωτική για όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν στο Eurocanet, και αν η Επιτροπή ενταχθεί πλήρως στις δραστηριότητές του και αναλάβει συντονιστικό ρόλο·

31.

ζητεί από το Συμβούλιο να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις για την πρόταση κανονισμού όσον αφορά την παροχή αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής στη μάχη κατά της απάτης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, η οποία να παρέχει λεπτομερές πλαίσιο για τη συνδυασμένη διοικητική συνεργασία κατά της απάτης·

32.

καλεί τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, τη ΓΔ Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης, καθώς και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), να συστήσουν ομάδα δράσης η οποία να αναλάβει να εξετάσει:

πώς μπορεί η Επιτροπή να επιτύχει συνέργειες μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών που ασχολούνται με την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ προκειμένου να αποφευχθούν η επικάλυψη της εργασίας και ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών,

σε ποιον βαθμό θα πρέπει να χορηγείται στην Επιτροπή πρόσβαση στο περιεχόμενο των πληροφοριών που ανταλλάσσουν τα κράτη μέλη μεταξύ τους,

αν θα μπορούσε η Επιτροπή να καταστεί κεντρικός συντονιστικός φορέας για τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, εάν ναι, με ποιον τρόπο,

πώς θα πρέπει να συνδεθούν οι δραστηριότητες της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ με τις δραστηριότητες της Europol και της Eurojust·

Ένταση της συνεργασίας μεταξύ δικαστικών αρχών

33.

καλεί τα κράτη μέλη να άρουν τα νομικά εμπόδια στο εθνικό τους δίκαιο, που παρακωλύουν τη διασυνοριακή δίωξη, ιδιαίτερα δε σε περιπτώσεις όπου οι απώλειες ΦΠΑ σημειώνονται σε άλλο κράτος μέλος·

34.

επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, τα κοινοτικά έσοδα που προκύπτουν από τους ιδίους πόρους ΦΠΑ προστατεύονται από τη Σύμβαση του 1995 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (7)· παρατηρεί ότι το Συμβούλιο ενέκρινε επεξηγηματική έκθεση το 1997 η οποία ρητώς απέκλειε τον ΦΠΑ από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης· επισημαίνει ότι η επεξηγηματική έκθεση δεν έχει δεσμευτική νομική ισχύ· ζητεί από το Συμβούλιο να επανεξετάσει την ερμηνεία του, προκειμένου να αρθούν τα νομικά εμπόδια που παρακωλύουν τη δίωξη σε διασυνοριακές περιπτώσεις απάτης στον τομέα του ΦΠΑ·

*

* *

35.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, τη Europol και τη Eurojust, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.


(1)  ΕΕ C 20 της 25.1.2008, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 163 της 23.6.2007, σ. 17.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2003, για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας (ΕΕ L 264 της 15.10.2003, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1).

(5)  Οδηγία 2006/112/ΕΚ.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1798/2003.

(7)  ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 49.