52008DC0560

Έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με θέμα την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ /* COM/2008/0560 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 17.9.2008

COM(2008) 560 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

με θέμα την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

με θέμα την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1830/2003[1] (εφεξής «ο κανονισμός») εκδόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2003 και τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή στις 16 Απριλίου 2004, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 65/2004 της Επιτροπής για την καθιέρωση συστήματος σχηματισμού και απόδοσης αποκλειστικών αναγνωριστικών κωδικών για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.

Στις 10 Μαΐου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού, η Επιτροπή διαβίβασε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Δεδομένου όμως ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες και η κτηθείσα πείρα, στις οποίες στηρίχθηκε η συμβολή των κρατών μελών (2005), ήταν περιορισμένες, η Επιτροπή εκπόνησε την παρούσα έκθεση για να δώσει πληρέστερη εικόνα της εφαρμογής του κανονισμού. Στοιχεία υποβλήθηκαν από 23 κράτη μέλη και δύο ενώσεις βιομηχανιών (βλ. παράρτημα). Ζητήθηκε η γνώμη και άλλων ενδιαφερομένων μερών, τα οποία όμως δεν διαβίβασαν στοιχεία.

Για τη συγκέντρωση των πληροφοριών από τα κράτη μέλη χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο που περιελάμβανε τις ακόλουθες 10 ενότητες: ερμηνεία των κανόνων ιχνηλασιμότητας, εφαρμογή και αποτελέσματα των κανόνων ιχνηλασιμότητας, ιχνηλασιμότητα μειγμάτων ΓΤΟ, ερμηνεία των κανόνων επισήμανσης, εφαρμογή και αποτελέσματα των κανόνων επισήμανσης, εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας και επισήμανσης όταν η περιεκτικότητα δεν υπερβαίνει τα κατώτατα όρια, αποκλειστικοί αναγνωριστικοί κωδικοί (μοναδικοί ταυτοποιητές), μέτρα επιθεώρησης και ελέγχου, απόφαση σχετικά με τις απαιτήσεις τεκμηρίωσης βάσει του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης και λοιπά θέματα.

1. Η εμπορία ΓΤΟ στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Δεν υπήρξαν νέες εξελίξεις μετά τη δημοσίευση της πρώτης έκθεσης. Ενώ οι ευρωπαϊκοί κλάδοι των τροφίμων και της λιανικής πώλησης εξακολουθούν να αντιτίθενται στην εμπορία ΓΤ τροφίμων και προϊόντων διατροφής, η πλειονότητα των ΓΤ προϊόντων που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά προορίζεται για ζωοτροφές και προέρχεται από εισαγόμενα αγαθά, ως επί το πλείστον σόγια και αραβόσιτο. Πολλά κράτη μέλη ανέφεραν ότι δεν εισάγουν ζώντες ΓΤΟ για καλλιέργεια. Το 2006, ο MON810 εξακολουθούσε να αποτελεί τον μόνο καλλιεργούμενο ΓΤΟ σε έξι κράτη μέλη, καλύπτοντας συνολική έκταση 60.000 εκταρίων περίπου (κυρίως στην Ισπανία, αλλά και στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σλοβακία και την Πορτογαλία). Το 2007 η έκταση αυτή αυξήθηκε σε 110.000 εκτάρια περίπου.

Όσον αφορά την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση των ΓΤΟ, πολλά κράτη μέλη εξακολουθούν να αναφέρουν είτε ότι δεν διαθέτουν πείρα είτε ότι αυτή είναι περιορισμένη και, επομένως, δεν υπέβαλαν νέα στοιχεία. Η στατιστική υπηρεσία της Επιτροπής (Eurostat) εξετάζει τη δυνατότητα συγκέντρωσης επίσημων στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις εισαγωγές από χώρες εκτός της ΕΕ και τη διείσδυση προϊόντων παραγόμενων από ΓΤΟ στην αγορά ζωοτροφών.

2. Ερμηνεία, εφαρμογή και αποτελέσματα των κανόνων ιχνηλασιμότητας

Παρόλο που εκφράστηκαν κάποιες ανησυχίες όσον αφορά την πολυπλοκότητα της νομοθεσίας και τις αλληλεπικαλυπτόμενες απαιτήσεις μεταξύ του εξεταζόμενου κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003[2], τα κράτη μέλη ανέφεραν στην πλειονότητά τους ότι δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα ερμηνείας των κανόνων ιχνηλασιμότητας. Παρατήρησαν ότι, σε γενικές γραμμές, το σύστημα εξελίσσεται. Είναι πλέον συνήθης επιχειρηματική πρακτική να ζητούν οι φορείς διακίνησης από τους προμηθευτές την αναγκαία τεκμηρίωση, ενώ όλο και περισσότερες επιχειρήσεις δηλώνουν τις γενετικές τροποποιήσεις στα συνοδευτικά έγγραφα. Ωστόσο, η πείρα κατέδειξε ότι αυτό αφορά κυρίως τον κλάδο των ζωοτροφών[3].

Τα περισσότερα κράτη μέλη διαπίστωσαν ότι οι κανόνες ιχνηλασιμότητας είχαν θετικό αποτέλεσμα για την επισήμανση και την εν επιγνώσει επιλογή, επειδή διευκολύνουν τη διενέργεια των επισήμων ελέγχων, τη διαχείριση του κινδύνου και τη λειτουργία του συστήματος στο σύνολό του. Θεωρείται επίσης ότι η επίδρασή τους στις εισαγωγές εξαρτάται από το προϊόν και είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περίπτωση που οι εξαγωγείς τρίτων χωρών δεν υποβάλλουν επαρκή στοιχεία σχετικά με την παρουσία ΓΤΟ. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι στους κανόνες ιχνηλασιμότητας του κανονισμού δεν γίνεται διάκριση μεταξύ προϊόντων της ΕΕ και εισαγόμενων από τρίτες χώρες προϊόντων. Επομένως, το πρόβλημα της διαθέσιμης τεκμηρίωσης είναι το ίδιο είτε πρόκειται για κοινοτικούς φορείς διακίνησης είτε για φορείς τρίτων χωρών[4].

Οι κανόνες ιχνηλασιμότητας έχουν γενικά θετική επίδραση στην κοινή γνώμη στο θέμα της ασφάλειας των τροφίμων και ευνοούν την εμπορία μη ΓΤ προϊόντων, καθώς οι καταναλωτές εξακολουθούν να έχουν αρνητική άποψη για τα ΓΤ προϊόντα[5]. Ένα κράτος μέλος ανέφερε επίσης ότι οι κανόνες αυτοί είχαν θετικό αποτέλεσμα για τις μικρές επιχειρήσεις, επειδή χάρη στη βελτίωση του πλαισίου ελέγχου περιορίστηκαν οι οικονομικές ζημίες. Άλλο κράτος μέλος ανέφερε ότι οι μικρές επιχειρήσεις αποφεύγουν να αγοράζουν συστατικά που περιέχουν ΓΤΟ για να μην υποστούν τη διοικητική και οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η τήρηση των κοινοτικών κανόνων ιχνηλασιμότητας[6].

Επισημάνθηκαν διάφορα άλλα προβλήματα. Ένα κράτος μέλος ανέφερε ότι μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν συστήματα για να ζητούν εγγυήσεις και πιστοποιητικά και συστήματα επαλήθευσης που να απαιτούν, επί παραδείγματι, εκθέσεις αναλύσεων ή δειγματοληψίες (αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανονισμός δεν απαιτεί ούτε εκθέσεις αναλύσεων ούτε δειγματοληψίες). Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού, οι φορείς διακίνησης είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την έγγραφη διαβίβαση του μοναδικού ταυτοποιητή (αποκλειστικού αναγνωριστικού κωδικού) και της πληροφορίας ότι το προϊόν περιλαμβάνει ή αποτελείται από ΓΤΟ.

Άλλο κράτος μέλος ανέφερε ότι οι φορείς διακίνησης δεν είναι πάντα ενήμεροι για την υποχρέωση διατήρησης της αντίστοιχης τεκμηρίωσης επί μία πενταετία, υποχρέωση η οποία εκπληρούται σπανίως. Ορισμένα κράτη μέλη επεσήμαναν πρακτικά προβλήματα κατά την εφαρμογή των κανόνων ιχνηλασιμότητας, όπως όταν δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η προέλευση των ΓΤΟ ή όταν τα προϊόντα δεν έχουν επισημανθεί δεόντως στην αρχή της αλυσίδας παραγωγής.

Κατά γενική ομολογία, η βιομηχανία τροφίμων στην ΕΕ παραμένει επιφυλακτική όσον αφορά τη χρήση ΓΤ προϊόντων. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι περισσότερες επιχειρήσεις τροφίμων και ζωοτροφών αρνήθηκαν αρχικά να διακινήσουν ΓΤ προϊόντα για να αποφύγουν την υποχρεωτική επισήμανση που, κατά την άποψή τους, θα συνεπάγονταν πρόσθετες δαπάνες. Στη συνέχεια, όμως, οι επιχειρήσεις ζωοτροφών συμβιβάστηκαν δεδομένου ότι το σύνολο σχεδόν του εισαγόμενου στην ΕΕ σογιάλευρου που κυκλοφορούσε στην αγορά ήταν γενετικώς τροποποιημένο. Μια εξωευρωπαϊκή ένωση εξέφρασε ανησυχίες διότι οι μεταποιητές τροφίμων και οι επιχειρήσεις λιανικής πώλησης στην ΕΕ δεν χρησιμοποιούσαν πλέον σογιέλαιο από τις ΗΠΑ, επειδή τα παρασκευαζόμενα με το έλαιο αυτό τρόφιμα και ζωοτροφές θα έπρεπε να φέρουν επισήμανση ως γενετικώς τροποποιημένα, έστω και αν στο έλαιο δεν συναντάται DNA από την τροποποίηση, εξέφρασε δε τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι απαιτείται επισήμανση των προϊόντων αυτών.

3. Ερμηνεία, εφαρμογή και αποτέλέσματα των κανόνων επισήμανσης

Τα περισσότερα κράτη μέλη δεν ανέφεραν προβλήματα σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων επισήμανσης από τους αρμόδιους υπαλλήλους. Ένας μικρός αριθμός κρατών μελών επεσήμανε την έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τις ακριβείς διαφορές μεταξύ των πεδίων εφαρμογής του εξεταζόμενου κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές. Άλλο κράτος μέλος δήλωσε ότι υπάρχουν ασάφειες, τόσο σε σχέση με την επισήμανση ορισμένων ειδών τροφίμων και ζωοτροφών παραγόμενων από ΓΤΟ που χρησιμοποιούνται μόνο για βιομηχανικούς σκοπούς (π.χ. έλαιο χρησιμοποιούμενο για τον καθαρισμό τηγανιών), όσο και σε σχέση με την επακριβή ερμηνεία του όρου «τρόφιμα και ζωοτροφές που παράγονται από ΓΤΟ». Άλλο κράτος μέλος ανέφερε ότι οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας δεν είχαν σαφή εικόνα όσον αφορά την ανάγκη επισήμανσης ειδικών προϊόντων (π.χ. προϊόντα ζύμωσης σε αντιδιαστολή με το σογιέλαιο)[7].

Γενικά, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι κανόνες επισήμανσης λειτουργούν ομαλά. Τα προβλήματα που εντοπίστηκαν αφορούν εσφαλμένη επισήμανση (π.χ. ετικέτες στις οποίες αναφέρεται ότι το προϊόν «ενδέχεται» να περιέχει ΓΤΟ), επισήμανση με άρνηση κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας (π.χ. «μη ΓΤ» ή «χωρίς ΓΤΟ»), έλλειψη τεκμηρίωσης που να πληροφορεί για την παρουσία ΓΤΟ σε μη προσυσκευασμένα προϊόντα, έλλειψη επισήμανσης σε προϊόντα που υπερβαίνουν το όριο του 0,9%. Ένα κράτος μέλος εξέφρασε την άποψη ότι η δυνατότητα που παρέχεται στους φορείς διακίνησης να αναγράφουν στην ετικέτα είτε ότι «Το παρόν προϊόν περιέχει γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς» είτε ότι «Το παρόν προϊόν περιέχει γενετικώς τροποποιημένο [όνομα του οργανισμού(-ών)]» (άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού) θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να μη γνωρίζει ο τελικός αποδέκτης του προϊόντος την ακριβή περιεκτικότητά του σε ΓΤΟ.

Τα περισσότερα κράτη μέλη ανέφεραν ότι η εφαρμογή των κανόνων επισήμανσης είχε θετικά αποτελέσματα για την αγορά και τους καταναλωτές, όπως επιλογές με πληρέστερη επίγνωση, αποτελεσματικότερη πρόληψη των παραπλανητικών πρακτικών και αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης για μη ΓΤ συστατικά στην διατροφική αλυσίδα. Ωστόσο, ορισμένα κράτη ανέφεραν ότι, λόγω του ισχύοντος ορίου του 0,9%, για ΓΤΟ όπως οι ζωοτροφές δεν υπήρχαν στοιχεία σχετικά με την τυχαία ή τεχνικώς αναπόφευκτη παρουσία ΓΤΟ σε αναλογία χαμηλότερη του εν λόγω ορίου και, επομένως, ήταν αδύνατη η αγορά προϊόντων χωρίς καθόλου ΓΤΟ.

4. Όρια επισήμανσης και τυχαία παρουσία ΓΤΟ

Τα κράτη μέλη ανέφεραν στην πλειονότητά τους ότι δεν συνάντησαν ιδιαίτερα προβλήματα όσον αφορά την ορθή τήρηση του ορίου (0,9%) για την εξαίρεση τροφίμων και ζωοτροφών από την απαίτηση επισήμανσης. Οι τυχαίες δειγματοληψίες και οι εργαστηριακές αναλύσεις συνιστούν τη συνήθη πρακτική, ενώ έχουν σημειωθεί λίγες μόνο παραβάσεις (όπως εσφαλμένη επισήμανση). Τα κράτη μέλη ελέγχουν συνήθως τα πιστοποιητικά των προμηθευτών, τα δελτία τεχνικών δεδομένων και τη διατήρηση της ταυτότητας του προϊόντος.

Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη επεσήμαναν την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος του ορίου στην περίπτωση οργανισμών που προκύπτουν από συσσώρευση συμβάντων (stacked events). Όταν πρέπει να διενεργηθεί ανάλυση μίγματος σπερμάτων, αλεύρων ή ενός μεταποιημένου προϊόντος, προκύπτουν πρακτικές δυσκολίες επειδή αυτά ενδέχεται να περιέχουν διαφορετικά συστατικά που παράγονται από την ίδια πρώτη ύλη, π.χ. άμυλο και άλευρο αραβοσίτου. Ορισμένα κράτη μέλη και ενδιαφερόμενα μέρη επεσήμαναν επίσης την ανάγκη καθορισμού ορίων επισήμανσης για την παρουσία ΓΤΟ στους σπόρους προς σπορά. Η Επιτροπή διενεργεί εκτίμηση επιπτώσεων για την εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος.

Μια επαγγελματική ένωση σημειώνει ότι το όριο 0,9% έχει επιλεγεί αυθαίρετα και ότι θα έπρεπε να αυξηθεί σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο. Μια εξωευρωπαϊκή οργάνωση εκτιμά ότι οι κανόνες επισήμανσης είχαν ως αποτέλεσμα να σταματήσουν οι εισαγωγές σογιελαίου για χρήση σε τρόφιμα και να αναγκαστούν οι βιομηχανίες να χρησιμοποιούν ανταυτού ακριβό συμβατικό κραμβέλαιο. Οι ίδιοι παρατηρούν επίσης ότι οι απαιτήσεις επισήμανσης βασίζονται στην προέλευση και όχι στην ανίχνευση, δηλαδή στη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων πιστοποιητικών και όχι στη δυνατότητα ανίχνευσης ΓΤΟ στα προϊόντα. Κατά την άποψή τους αυτό επιβαρύνει αδίκως τους φορείς διακίνησης τροφίμων και ζωοτροφών, οι οποίοι καλούνται να ελέγξουν τη συμμόρφωση του εξευγενισμένου υλικού[8].

Πολλά κράτη μέλη εξέθεσαν τις απόψεις τους σχετικά με την ερμηνεία του όρου «τυχαία παρουσία». Φαίνεται να ακολουθούν ποικίλες μεθόδους για να κρίνουν, κατά περίπτωση, εάν η παρουσία ΓΤΟ στην αλυσίδα τροφίμων και ζωοτροφών είναι τυχαία ή οφείλεται σε αμέλεια του φορέα διακίνησης. Συνήθως οι φορείς διακίνησης οφείλουν να αποδεικνύουν ότι πρόθεσή τους είναι να αποτρέπεται η παρουσία ΓΤΟ σε όλα τα στάδια παραγωγής. Τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία είναι δελτία παραγγελίας και αγοράς μη ΓΤ υλικού, καθώς και πιστοποιητικά που βεβαιώνουν τη χρησιμοποίηση χωριστών χώρων αποθήκευσης και την απουσία ΓΤΟ από τις γραμμές παραγωγής. Ορισμένα κράτη μέλη ελέγχουν επίσης την ακολουθούμενη σειρά παραγωγής, τις διαδικασίες καθαρισμού και όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συναγάγουν ότι τυχόν παρουσία ΓΤΟ είναι τυχαία και τεχνικώς αναπόφευκτη. Ένας μικρός αριθμός κρατών μελών ανέφερε ότι εάν το αρχικό υλικό στην αλυσίδα τροφίμου ή ζωοτροφής έχει επισημανθεί ως γενετικώς τροποποιημένο, τότε το τελικό προϊόν επισημαίνεται και αυτό ως ΓΤ, έστω και αν τα ίχνη ΓΤΟ περιέχονται σε αναλογία χαμηλότερη του 0,9%, διότι στην περίπτωση αυτή η παρουσία τους δεν θεωρείται τυχαία.

5. Η χρήση αποκλειστικών αναγνωριστικών κωδικών (μοναδικών ταυτοποιητών)

Τα περισσότερα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι αποκλειστικοί αναγνωριστικοί κωδικοί αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για την ταυτοποίηση και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων προϊόντων και δεν επεσήμαναν κανένα σοβαρό πρόβλημα. Σε γενικές γραμμές ανέφεραν ότι η κτηθείσα πείρα από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 65/2004 και τη χρήση των αποκλειστικών αναγνωριστικών κωδικών ήταν περιορισμένη μεν αλλά θετική.

Ένα κράτος μέλος, στο οποίο καλλιεργείται ΓΤ αραβόσιτος, ανέφερε ότι οι αποκλειστικοί αναγνωριστικοί κωδικοί περιλαμβάνονται στην τεκμηρίωση που διαβιβάζουν οι προμηθευτές σπόρων προς σπορά στους γεωργούς και τους μεταποιητές. Μια ένωση βιομηχανιών έκρινε ότι, στις περιπτώσεις όπου αυτό επιβάλλεται, οι σχετικές με την εμπορία και την επισήμανση ΓΤ ποικιλιών διατάξεις εφαρμόστηκαν ως συνήθης επιχειρηματική πρακτική, με επακόλουθο όμως την αύξηση των διοικητικών επιβαρύνσεων και δαπανών. Οι εν λόγω αποκλειστικοί αναγνωριστικοί κωδικοί, όπως ο MON-04032-6, διατίθενται άμεσα στον δικτυακό τόπο:

http://ec.europa.eu/food/dyna/gm_register/index_en.cfm.

Ορισμένα κράτη μέλη επεσήμαναν το γεγονός ότι οι αποκλειστικοί αναγνωριστικοί κωδικοί δεν περιλαμβάνονται πάντα στην τεκμηρίωση που συνοδεύει τα προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή η ιχνηλασιμότητα δεν είναι αξιόπιστη και οι επιχειρήσεις καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να αποκτήσουν τους κωδικούς αυτούς από τους προμηθευτές, από τους οποίους ζητούν πρόσθετες πληροφορίες.

6. Επιβολή του κανονισμού από τα κράτη μέλη και εφαρμογή της σύστασης 2004/787/ΕΚ

Τα περισσότερα κράτη μέλη ανέφεραν ότι, εν γένει, οι έλεγχοι και οι επίσημες επιθεωρήσεις διενεργούνται χωρίς σοβαρά προβλήματα. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένες από τις πρακτικές που ακολουθούν διαφέρουν σημαντικά. Σε ορισμένα κράτη μέλη ελέγχονται ως επί το πλείστον τα έγγραφα τεκμηρίωσης, ενώ διενεργούνται λίγες δειγματοληψίες και αναλύσεις λόγω του υψηλού τους κόστους. Άλλα κράτη μέλη ανέφεραν ότι οι ελεγκτές εξακριβώνουν κυρίως κατά πόσο οι φορείς διακίνησης διενεργούν τους εσωτερικούς ελέγχους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τους κανονισμούς.

Πολλά κράτη μέλη ανέφεραν προβλήματα οφειλόμενα στους περιορισμένους διαθέσιμους πόρους και στην ως εκ τούτου διενέργεια λιγότερων επιθεωρήσεων και ελέγχων. Πολλά κράτη μέλη χρειάζονται επιπλέον προσωπικό σε εποχιακή βάση, π.χ. για τον έλεγχο των εγκαταστάσεων για τους σπόρους προς σπορά. Ένα κράτος μέλος ανέφερε ότι δεν διέθετε τους αναγκαίους πόρους για την εκτέλεση των δοκιμών στα τρόφιμα σύμφωνα με τη σύσταση 2004/787/EK, η οποία προβλέπει χωριστή ανάλυση για τα στοιχειώδη δείγματα αρχείου.

Πολλά κράτη μέλη αναφέρθηκαν στη χρησιμότητα των προγραμμάτων εκπαίδευσης επιθεωρητών, όπως εκείνα που προσφέρει το ΚΚΕρ ή που διεξάγονται στο πλαίσιο της TAIEX (υπηρεσία τεχνικής βοήθειας και ανταλλαγής πληροφοριών), καθώς και στα πλεονεκτήματα της συμμετοχής των εργαστηρίων τους στο δίκτυο ENGL (Ευρωπαϊκό δίκτυο εργαστηρίων ΓΤΟ).

Έχουν θεσπιστεί εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων επιβάλλονται κυρώσεις για παραβάσεις της αντίστοιχης κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας. Οι κυρώσεις αυτές περιλαμβάνουν προειδοποιήσεις, απόσυρση προϊόντων, επιστροφή προϊόντων στη χώρα προέλευσης, υποχρέωση νέας επισήμανσης, πρόστιμα και φυλάκιση. Δεν σημειώθηκε κανένα είδος σοβαρής παράβασης. Οι περισσότερες από τις διαπιστωθείσες παραβιάσεις του νόμου αφορούν την απουσία επισήμανσης και την ανεπάρκεια των διαδικασιών που εφαρμόζονται για την εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας των ΓΤ προϊόντων. Μια επαγγελματική οργάνωση παρατήρησε ότι είχαν επιβληθεί δυσανάλογα αυστηρές κυρώσεις για τυχαία παρουσία εγκεκριμένων από την ΕΕ γενετικών τροποποιήσεων, όπως επί παραδείγματι υποχρεωτική καταστροφή των προϊόντων ή ποινική δίωξη.

Πολλά κράτη μέλη ανέφεραν δυσκολίες επιβολής της νομοθεσίας σε σχέση με προϊόντα παραγόμενα από ΓΤΟ, τα οποία πρέπει να φέρουν επισήμανση ενώ δεν περιέχουν ανιχνεύσιμο και ταυτοποιήσιμο ΓΤ υλικό. Το κυριότερο πρόβλημα εν προκειμένω έγκειται στο γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να διενεργούν μόνο ελέγχους εγγράφων για να διαπιστώσουν εάν ελήφθησαν προληπτικά μέτρα· εξάλλου, η δειγματοληψία δεν είναι κατ' ανάγκη σκόπιμη, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει ανιχνεύσιμο DNA. Κατόπιν τούτου, ορισμένες φορές δημιουργούνται προβλήματα εξαιτίας της απροθυμίας των εξαγωγέων και των αρχών τρίτων χωρών να παράσχουν στους εισαγωγείς τις αναγκαίες πληροφορίες για να συμμορφωθούν με την νομοθεσία περί ιχνηλασιμότητας και επισήμανσης. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να τονισθεί ότι οι εισαγωγείς οφείλουν να ζητούν τις πληροφορίες αυτές, ειδάλλως θα παρέβαιναν την κοινοτική νομοθεσία, εισάγοντας προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στις σχετικές διατάξεις. Μια κλαδική οργάνωση εκτιμά ότι η υποχρέωση επισήμανσης των εν λόγω προϊόντων δημιουργεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Μια εξωευρωπαϊκή ένωση ισχυρίζεται ότι η υποχρεωτική ιχνηλασιμότητα και επισήμανση του εξευγενισμένου σογιελαίου αφήνει περιθώρια για δόλιες πρακτικές, δεδομένου ότι καμία επιστημονική δοκιμή δεν επιτρέπει την επαλήθευση των δηλούμενων στοιχείων.

Όπως και στην προηγούμενη έκθεση, τα κράτη μέλη ανάφεραν ότι συνάντησαν προβλήματα κατά την εφαρμογή της σύστασης 2004/787/ΕΚ σχετικά με τη δειγματοληψία και την ανίχνευση. Τα περισσότερα κράτη μέλη κρίνουν ότι η εφαρμογή της σύστασης είναι δαπανηρή και χρονοβόρα, ιδίως όσον αφορά τα μεγάλα φορτία. Ισχυρίζονται ότι ο έλεγχος και η δειγματοληψία σε εισαγόμενα φορτία χύδην με βάση τις τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές της σύστασης επιβαρύνει υπέρμετρα τις ελεγκτικές αρχές, ενώ τα αποτελέσματα δεν είναι ανάλογα του χρόνου που δαπανάται και της οικονομικής επιβάρυνσης. Αναφέρουν ότι ο απαιτούμενος αριθμός στοιχειωδών δειγμάτων είναι υπερβολικά μεγάλος, ιδίως για φορτία άνω των 500 τόνων. Ορισμένα κράτη μέλη ανέφεραν ότι, για τις ζωοτροφές, εφαρμόζουν μεθόδους δειγματοληψίας οι οποίες βασίζονται στην παλαιότερη οδηγία 76/371/ΕΟΚ για τη λήψη δειγμάτων από ζωοτροφές, η οποία καθόριζε ποσοτική μέθοδο δειγματοληψίας για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών. Ένα κράτος μέλος ανέφερε επίσης ότι η δειγματοληψία από εμπορεύματα χύδην διενεργείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές και τις μεθόδους που περιγράφονται στο πρότυπο ISO 13690 (1999). Επιπλέον υποστηρίχθηκε ότι η σύσταση είναι αδύνατο να εφαρμοστεί στην περίπτωση των προσυσκευασμένων προϊόντων ή για μικρές ποσότητες συστατικών.

Όπως αναφέρθηκε στην πρώτη έκθεση, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα όσον αφορά τις μονάδες στις οποίες πρέπει να εκφράζεται η περιεκτικότητα σε ΓΤΟ. Σύμφωνα με τη σύσταση 2004/787/ΕΚ «τα αποτελέσματα της ποσοτικής ανάλυσης πρέπει να εκφράζονται ως εκατοστιαία αναλογία του αριθμού αντιγράφων του ΓΤ DNA προς τον αριθμό αντιγράφων του DNA της ταξινομικής ομάδας στόχου, υπολογιζόμενη με βάση απλοειδή γονιδιώματα». Εντούτοις, ορισμένα κράτη μέλη ζητούν από τα εργαστήριά τους να εκφράζουν τα αποτελέσματα των μετρήσεων εγκεκριμένου ΓΤ υλικού σε % κατά βάρος αντί σε % απλοειδών γονιδιωμάτων επειδή, κατά την άποψή τους, το όριο επισήμανσης πρέπει να αφορά το βάρος ή τον αριθμό σπερμάτων και όχι την περιεκτικότητα σε DNA. Ένα κράτος μέλος ανέφερε ότι στη χώρα του τα αποτελέσματα εκφράζονται σε % απλοειδών γονιδιωμάτων μόνο όταν διατίθεται πλασμιδικό υλικό αναφοράς.

Άλλα κράτη μέλη παρατήρησαν ότι η επικύρωση των μεθόδων σύμφωνα με το πρότυπο ISO 17025, όπως υποδεικνύεται στη σύσταση, εξαρτάται από τον εθνικό φορέα διαπίστευσης. Οι σχετικές απαιτήσεις ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Ορισμένα ισχυρίστηκαν ότι η διαπίστευση κατά το πρότυπο ISO 17025 είναι μάλλον μια γραφειοκρατική διαδικασία που εγγυάται ικανοποιητική ιχνηλασιμότητα και τεκμηρίωση στο πλαίσιο του εργαστηρίου, παρά ένα μέσο εξασφάλισης επιστημονικής εναρμόνισης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πρότυπο ISO 17025 είναι σύστημα ποιοτικής διασφάλισης για τα εργαστήρια και όχι μέθοδος ποιοτικής και ποσοτικής ανάλυσης των ΓΤΟ. Για όλους τους εγκεκριμένους βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 ΓΤΟ υπάρχουν μέθοδοι του ΚΕΑ (Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς), οι οποίες επικυρώνονται στη συνέχεια στα εργαστήρια των κρατών μελών, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες ποιοτικού ελέγχου που καθορίζονται στο πρότυπο ISO 17025.

Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη έκθεση, ένα άλλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι είναι δύσκολο να ελεγχθούν μη εγκεκριμένοι ΓΤΟ ή οργανισμοί που προκύπτουν από συσσώρευση συμβάντων (stacked gene events), εφόσον δεν υπάρχουν επικυρωμένες μέθοδοι ανίχνευσης και πιστοποιημένο υλικό αναφοράς.

7. Συμπεράσματα

Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημοσίευση της προηγούμενης έκθεσης τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη απέκτησαν μεγαλύτερη πείρα στην εφαρμογή του κανονισμού. Αυτό ισχύει ιδίως για τον κλάδο των ζωοτροφών, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις τους σχετικά με διάφορα πρακτικά ζητήματα. Στον κλάδο των τροφίμων, όμως, η πείρα παραμένει εν γένει περιορισμένη, κυρίως λόγω του μικρού αριθμού ΓΤΟ και παραγώγων προϊόντων που κυκλοφορούν επί του παρόντος στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως επίσης αναφέρθηκε στην προηγούμενη έκθεση, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι διατάξεις του κανονισμού ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ορθά. Εκτιμούν ότι οι διατάξεις αυτές συνιστούν βήμα προόδου προς την επιλογή με πληρέστερη επίγνωση, την αποτελεσματικότερη αποτροπή των παραπλανητικών πρακτικών και τη βελτίωση των επισήμων ελέγχων. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά προβλήματα που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές πρακτικές και δυσχεραίνουν σοβαρά τη χάραξη πολιτικής για τους ΓΤΟ και την εφαρμογή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενώσεις βιομηχανιών και εξαγωγείς τρίτων χωρών εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός συνεπάγεται υπέρμετρη διοικητική επιβάρυνση. Περιορίζει τις εξαγωγές ΓΤΟ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αναγκάζει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν ακριβά συμβατικά προϊόντα. Θεωρούν ότι τα όρια επισήμανσης έχουν επιλεγεί αυθαίρετα και ισχυρίζονται ότι η υποχρέωση επισήμανσης προϊόντων παραγόμενων από ΓΤΟ τα οποία δεν περιέχουν ανιχνεύσιμο ΓΤ υλικό επιβαρύνει άδικα τους φορείς διακίνησης τροφίμων και ζωοτροφών, οι οποίοι καλούνται να εξακριβώσουν τη συμμόρφωση του εξευγενισμού υλικού με τις ισχύουσες διατάξεις.

Όπως αναφέρθηκε και στην πρώτη έκθεση, η Επιτροπή εκτιμά ότι διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως η ζήτηση των καταναλωτών για μη ΓΤ προϊόντα, οι υψηλότερες τιμές των ζωοτροφών και η μη συγχρονισμένη έγκριση ΓΤΟ μεταξύ των διαφόρων χωρών, είχαν πολύ μεγαλύτερη επίδραση στο εμπόριο των ΓΤΟ. Η απαίτηση επισήμανσης έχει ως σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές να επιλέγουν ελεύθερα και δεν πρέπει να θεωρείται εμπόδιο στην εμπορία των εγκεκριμένων ΓΤ προϊόντων.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του κανονισμού. Ταυτόχρονα, θα συνεχίσει να εξετάζει μαζί με τα ενδιαφερόμενα μέρη όλες τις πτυχές της εφαρμογής και τις δυνατότητες βελτίωσης της πολιτικής για την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση των ΓΤΟ. Επίσης, η Επιτροπή (Eurostat) θα συνεχίσει να καταβάλλει προσπάθειες με σκοπό τη συγκέντρωση επίσημων στατιστικών στοιχείων σχετικά με τα παραγόμενα από ΓΤΟ προϊόντα και, συγκεκριμένα, για τον όγκο των εισαγωγών ΓΤ προϊόντων στην ΕΕ από χώρες εκτός ΕΕ, για τη διείσδυση των προϊόντων αυτών στην αγορά ζωοτροφών και για τις καλλιεργούμενες με ΓΤΟ εκτάσεις.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Φορείς που παρείχαν στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού

Ministry of Health, Family and Youth, Austria

Federal Public Services Public Health, Food Chain and Environment, Belgium

FAVV / AFSCA: Federal Agency for the Food Chain Safety, Belgium

Department of Agriculture, Cyprus

Ministry of the Environment, Czech Republic

Danish Plant Directorate

Ministry of Trade and Industry, Finland

Ministry of Agriculture and Forestry, Finland

Finnish Food Safety Authority Evira

Customs Laboratory, Finland

Ministry of the Environment, Finland

Federal Office of consumer Protection and Food Safety, Germany

Ministry of Rural Development and Food, Greece

Ministry of Development, Hellenic Food Safety Authority, Greece

Ministry of Economy and Finance, General Chemical State Laboratory, Greece

Ministry for Environment and Water, Hungary

Ministry for the Environment and Territory, Italy

Food and Veterinary Service, Latvia

Ministry of Agriculture, Latvia

Ministry of Environment, Lithuania

State Food and Veterinary Service, Lithuania

Ministry of Health, Luxembourg

Malta Environment and Planning Authority

Malta Standards Authority

Ministry of Housing, Spatial Planning and the Environment, Netherlands

Ministry of the Environment, Department of Nature Conservation, Poland

GPP, Cabinet of Political Planning, Portugal

DGADR, General Directorate of Agriculture and Rural Development, Portugal

National Sanitary Veterinary and Food Safety Authority, Romania

State Veterinary and Food Administration, Slovakia

Central Controling and Testing Institute for Agriculture, Slovakia

Ministry of Agriculture, Forestry and Food, Slovenia

Ministry of Health, Slovenia

Ministry for the Environment and Spatial Planning, Slovenia

Ministry of Environment, Spain

National Food Administration, Sweden

Department for Environment, Food and Rural Affairs, UK

European Association fro Bio-industries (EuropaBio)

American Soybean Association (ASA)

[1] ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 24. Έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού αυτού δημοσιεύτηκε στις 25.10.2006 με τον αριθμό COM(2006)626 τελικό.

[2] ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ.1

[3] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη μέλη έχουν αποκτήσει ήδη πείρα από την εφαρμογή του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 το οποίο αφορά την ιχνηλασιμότητα (ανιχνευσιμότητα). Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές όπου γίνεται αναφορά στις απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας για τους ΓΤΟ. (http://ec.europa.eu/food/food/foodlaw/traceability/factsheet_trace_2007_en.pdf).

[4] Εξάλλου δεν υπάρχει νομική βάση που να υποχρεώνει τις τρίτες χώρες ή τους εξαγωγείς να υποβάλλουν πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις των εισαγωγέων ορίζονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, σύμφωνα με το οποίο οι εισαγωγείς των κρατών μελών έχουν την τελική ευθύνη να εξασφαλίζουν ότι οι εισαγωγές ανταποκρίνονται, στο σημείο εισόδου, στις κοινοτικές απαιτήσεις που απορρέουν από ειδικότερη κοινοτική νομοθεσία π.χ. για την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση.

[5] Eurobarometer 64.3, Europeans and Biotechnology in 2005: Patterns and Trends (Ευρωβαρόμετρο 64.3, Οι Ευρωπαίοι και η βιοτεχνολογία το 2005: Πρότυπα και τάσεις)

[6] Σχετικά με το σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι φορείς διακίνησης οφείλουν να εφαρμόζουν τους κανόνες ιχνηλασιμότητας (ανιχνευσιμότητας) του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, ανεξαρτήτως του αν τα προϊόντα τους περιέχουν ΓΤΟ ή όχι.

[7] Η Επιτροπή έχει προτείνει νέο κανονισμό για τα ένζυμα τροφίμων και την τροποποίηση της οδηγίας 83/417/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ και της οδηγίας 2001/112/ΕΚ του Συμβουλίου, στον οποίο ορίζονται σαφώς οι ΓΤΟ που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ενζύμων (http://ec.europa.eu/food/food/chemicalsafety/additives/prop_leg_en.htm).

[8] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της παρούσας έκθεσης, κάθε αναφορά στην «προέλευση» παραπέμπει στις μεθόδους παραγωγής και μεταποίησης και όχι στη γεωγραφική προέλευση, η οποία δεν θεωρείται σημαντική για την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση των ΓΤΟ.